Η μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων


Δεν ζούμε, τρέχουμε.

 

Όλο τρέχουμε, κάτι να προλάβουμε, κάτι να κάνουμε, κάποιον να δούμε, κάτι να πληρώσουμε, κάτι να ακούσουμε, κάτι να μάθουμε, κάτι να διαβάσουμε, κάτι.

Απ’ τη στιγμή που ανοίγουμε τα μάτια μας μέχρι να τα κλείσουμε, τρέχουμε.

Ακόμα και τις στιγμές που ξεκουραζόμαστε, ακόμα και στον ελεύθερο χρόνο μας, ακόμα και τότε κάτι πρέπει να κάνουμε.


«Τι κάνεις;»
«Τίποτα»
(αυτή είναι η πιο ανησυχητική απάντηση)

 

«Τι κάνεις;»
«Τρέχω»
(αυτή είναι η πιο συνηθισμένη απάντηση)

 

Αν μείνεις για μια ώρα χωρίς να κάνεις τίποτα, απλώς κοιτώντας τον τοίχο ή το δέντρο απέναντι, αισθάνεσαι ενοχές.

 

Αν σε δουν να μένεις έτσι για μια ώρα, χωρίς να κάνεις τίποτα, απλώς κοιτώντας τον τοίχο ή το δέντρο απέναντι, θα σου προτείνουν αντικαταθλιπτικά.

 

Γιατί πέρα από τις δουλειές που πρέπει να κάνεις, πέρα από τα καθήκοντα σου, θα μπορούσες να αξιοποιήσεις αυτή την ώρα, διαβάζοντας, ακούγοντας μουσική, κάνοντας γυμναστική -αντί να χάνεις το χρόνο σου.

Λες και η ώρα του ρεμβασμού είναι χαμένη ζωή.


Λες και η υπόλοιπη ζωή, όπου όλο τρέχουμε κάτι να προλάβουμε, είναι κερδισμένη ζωή.

Ακόμα και τα παιδιά μας τα γαλουχούμε με το ιδανικό της άοκνης προσπάθειας.

 

 Ερεθίσματα, ακόμα περισσότερα ερεθίσματα, καταιγισμός ερεθισμάτων από την κούνια, μην τυχόν και δεν ακούσει Μότσαρτ, μην τυχόν και δεν μιλήσει ως τα δύο, και περισσότερα ερεθίσματα μετά, και παιχνίδια εκπαιδευτικά και διάβασμα και μουσική προπαιδεία και εξωσχολικές δραστηριότητες και εποικοδομητικό παιχνίδι (λες και το παιχνίδι μπορεί να είναι κάτι άλλο) και dvd και τάμπλετ και κολυμβητήριο και δύο ξένες γλώσσες από νωρίς (γιατί τότε μαθαίνουν πιο εύκολα), τα παιδιά μας τρέχουν πίσω μας κι αυτά.

 

Τρέχουμε εμείς, τρέχουν και τα παιδιά μας.

Πρέπει πάντα να κάνεις κάτι, να μην «χάνεις τον καιρό σου», να μη σπαταλάς τον καιρό σου.

 

Όμως αυτή η άδεια ώρα είναι ανάγκη του ανθρώπου.

Όταν αφήνουμε τον νου μας να αδειάσει, τότε πλησιάζουμε περισσότερο τον πυρήνα μας.

 

Γιατί όλα όσα μάθαμε κι όλα όσα μαθαίνουμε, όλα όσα κάνουμε και όλα όσα τρέχουμε να προλάβουμε (all that you give, all that you deal, all that you buy -beg, borrow or steal), είναι ενδύματα του νου και όταν τον νου τον βαρυφορτώνεις τότε αυτός, αναπόφευκτα κάποια στιγμή, καταρρέει.

 

Οι ψυχικές ασθένειες είναι η πανδημία του σύγχρονου πολιτισμού. Κατάθλιψη, ψυχαναγκασμοί, φοβίες και κυρίως άγχος.

Γιατί τρέχουμε. Τρέχουμε να προλάβουμε τη ζωή και δεν καταλαβαίνουμε ότι η ζωή έχει μείνει πίσω.

Αυτό που κυνηγάμε είναι η fata-morgana των προσδοκιών που πρέπει να έχουμε.

 

Γιατί πρέπει να είμαστε επιτυχημένοι, πρέπει να έχουμε περισσότερα λεφτά, πρέπει να είμαστε καλλιεργημένοι-έξυπνοι-όμορφοι-γυμνασμένοι-αδύνατοι-χαρούμενοι-ευτυχισμένοι, πρέπει να έχουμε τα πιο έξυπνα παιδιά, και πρέπει να ξεπεράσουμε τους άλλους, να έχουμε περισσότερα λεφτά από τους άλλους, να είμαστε πιο καλλιεργημένοι-έξυπνοι-όμορφοι-γυμνασμένοι-αδύνατοι-χαρούμενοι-ευτυχισμένοι από τους άλλους…

 

Πρέπει να κάνουμε, πρέπει να είμαστε, πρέπει να έχουμε κάτι παραπάνω και κάτι παραπάνω και όλο τρέχουμε για να το έχουμε και όλο πασχίζουμε για να πετύχουμε αυτό το κάτι παραπάνω, αυτό το μεγάλο, και τελικά έρχεται μια στιγμή όπου καταλαβαίνεις ότι έχασες εκείνο το μικρό και «λίγο παρακάτω» που είχες.

 

Δεν απόλαυσες το σώμα σου και την νεότητα σου, γιατί πάντα ήθελες να είσαι πιο αδύνατος/η, πιο όμορφος/η, πιο sexy, πιο Μπραντ Πητ/Αντζελίνα Τζολί.

Όταν όμως είσαι ογδόντα χρονών και κοιτάς τις φωτογραφίες της νεότητας καταλαβαίνεις ότι ήσουν πιο όμορφος/η απ” όσο πίστευες τότε.

 

Δεν απόλαυσες τον σύντροφο σου, γιατί διαρκώς γκρίνιαζε και δεν έβγαζε αρκετά λεφτά,  και δεν ήταν αρκετά ρομαντικός-όμορφος-ερωτικός και γιατί δεν πρόλαβες να ασχοληθείς μαζί του, είχατε το Τρέξιμο.

Αλλά στα ογδόντα, όταν πια δεν θα τον έχεις δίπλα σου, νοσταλγείς τη γκρίνια του και τα ελαττώματα του και εκείνον τον χαζό τρόπο που σου έλεγε: «Ε, ναι, σ” αγαπώ. Πάλι τα ίδια θα λέμε;»

 

Δεν απόλαυσες τα παιδιά σου, γιατί έπρεπε να τα στείλεις στον παιδικό σταθμό ώστε να μπορείς να τρέχεις για να τους προσφέρεις τα πάντα και έπρεπε να τα προετοιμάσεις για το νηπιαγωγείο, να τα στείλεις διαβασμένα στο δημοτικό, να τα στείλεις να μάθουν αγγλικά-γαλλικά-μουσική-θέατρο-μπαλέτο-υπολογιστές, και έπρεπε να διαβάζουν όλη μέρα για να περάσουν στο πανεπιστήμιο και μετά έφυγαν από το σπίτι πριν να το καταλάβεις.

 

Και στα ογδόντα σου, κοιτάς τις φωτογραφίες των παιδιών σου και καταλαβαίνεις ότι δεν πρόλαβες να τα αγκαλιάσεις όσο ήθελες, δεν πρόλαβες να παίξεις μαζί τους, γιατί έπρεπε να τρέχεις και έπρεπε να τρέχουν κι εκείνα.

Κοιτάς πίσω και καταλαβαίνεις ότι δεν πρόλαβες τίποτα.

 

Ούτε τους φίλους σου να δεις ούτε τους γονείς σου να καταλάβεις ούτε έρωτες να ζήσεις ούτε να χορέψεις ούτε να κάνεις αυτά που θεωρούσες σημαντικά όταν ήσουν παιδί.

Κι αυτό σου φαίνεται παράξενο. Όλο έτρεχες κι όμως δεν πρόλαβες.

 

Γιατί έτρεχες τότε; Για να πληρώσεις όλους τους λογαριασμούς; Μα ακόμα χρωστάς και νέοι λογαριασμοί έρχονται κάθε μέρα.

Και καταλαβαίνεις ότι έτρεχες για να επιβιώσεις.


Λυπάμαι που στο λέω, αλλά τώρα, στα ογδόντα, δεν έχεις χρόνο για τύψεις.

Έχεις λίγο χρόνο να ζήσεις ακόμα, μην τον χαραμίσεις σε τύψεις γι’ αυτά που δεν έζησες. Άλλωστε ο χρόνος πάντα έτσι είναι, λίγος, όσων χρονών και να είσαι.

 

Πάρε μια βαθιά ανάσα και άδειασε τον νου σου.

Μην τρέχεις πια. Στάσου!

 

Κι αν δεν είσαι ογδόντα, αν έχεις μικρά παιδιά, πιάστα απ’ το χέρι, αγκάλιασέ τα, παίξε μαζί τους. Τόσο γρήγορα, πριν να το καταλάβεις, δεν θα θέλουν να τα κρατάς απ’ το χέρι, δεν θα είναι παιδιά.

Κι εσύ δεν θα είσαι νέος, ζωντανός για πολύ ακόμα. Ένα ανοιγόκλεισμα των ματιών διαρκεί η ζωή, όσο και να τρέχεις.

 

Στάσου! Πάρε μια ανάσα.

 

«Run, rabbit, run, dig that hole, forget the sun»
Breathe, Pink Floyd

 

«Life is just what happens to you, while your busy making other plans»
Beautiful Boy, John Lennon


(«Η μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων» είναι ένα διήγημα του Άλαν Σίλιτοου. Έγινε ταινία από τον Τόνι Ρίτσαρντσον, το 1962 και τραγούδι από τους Iron Maiden)

 

Πηγή 

Ο πολύτιμος χρόνος των ωρίμων

 

 

«Μέτρησα τα χρόνια μου και
συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ’ότι έχω ζήσει έως
τώρα…

Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες
τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες,
άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.

Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά,
νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει
κανείς πουθενά.

Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική
τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.

Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.

Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι
εγωισμοί. Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.

Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να
οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.

Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές
αξίωμα. Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο… μετά βίας για την
επικεφαλίδα.

Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες. Θέλω
την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται… Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα…

Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση. Που μπορούν να γελούν με
τα λάθη τους. Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους. Που δε θεωρούν τον εαυτό
τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους. Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους. Που
υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Και που το μόνο που επιθυμούν είναι
να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.

Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.

Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των
ανθρώπων… Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως
μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.

Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί
να σου χαρίσει.
Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν… Είμαι σίγουρος
ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ’όσες έχω ήδη φάει.

Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη
συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.

Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι
εσύ…»

Από τον Mario de Andrade (Ποιητή, συγγραφέα, δοκιμιογράφο και μουσικολόγο από
τη Βραζιλία). 


 

 

Ελεημοσύνη είναι να έχεις καρδιά



Ο πέμπτος μακαρισμός του Κυρίου αναφέρεται στους ελεήμονες:
Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται. Ο Ιησούς Χριστός ο οποίος
μακαρίζει τους ελεήμονες, είναι ο Ίδιος οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και
πολυέλεος, κατά τον λόγο του προφήτου Δαβίδ. Αφού όμως ο Θεός είναι ελεήμων και
μας προτρέπει να γίνουμε κι εμείς ελεήμονες, επομένως μας προτρέπει να Του
ομοιάσουμε. Ο άνθρωπος, λοιπόν, που είναι ελεήμων, είναι μιμητής του Κυρίου. Ο
ιερός Χρυσόστομος λέγει ότι η ελεημοσύνη είναι μεγάλο αγαθό και δώρο του Θεού
και όταν την εξασκούμε μας εξομοιώνει, κατά το δυνατόν, με τον Θεό. Και
συνεχίζει ο Άγιος: «Η ελεημοσύνη είναι σπουδαιότερο από το να ανασταίνει κανείς
νεκρούς. Διότι είναι πολύ πιο σπουδαίο να δώσεις τροφή στον Χριστό που πεινά,
παρά να αναστήσεις νεκρούς στο όνομα του Χριστού. Στην πρώτη περίπτωση εσύ
ευεργετείς τον Χριστό, στην δεύτερη περίπτωση ο Χριστός ευεργετεί εσένα. Και
αμείβεται κανείς όταν ευεργετεί, όχι όταν τον ευεργετούν. Η δε αμοιβή την οποία
μας δίδει ο Χριστός για την ελεημοσύνη που κάνουμε στο όνομα Του, είναι το μέγα
Του έλεος».

Ο ελεήμων άνθρωπος προσφέρει ανθρώπινη αγάπη στον αδελφό του και δέχεται από
τον ελεήμονα Χριστό το θείο έλεος. Προσφέρει στον αδελφό του αγαθά φθαρτά και
πρόσκαιρα και δέχεται αγαθά θεία και αιώνια. Όσο περισσότερο ανοίξουμε την
καρδιά μας και δώσουμε την αγάπη μας στους αδελφούς μας, δηλαδή στους αδελφούς
του Χριστού, τόσο περισσότερο θα δεχθούμε μέσα μας την δική Του αγάπη. Αν
μετατρέψουμε την καρδιά μας σε μία πηγή από όπου αναβλύζει η αγάπη προς τους
αδελφούς, τότε θα τρέξει και προς εμάς το θείο έλεος από την πηγή του ελέους,
τον Χριστό.

Ο Θεός, λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, ζητά από εμάς να λάβει αφορμή, για να μάς
προσφέρει όλα τα αγαθά Του. Όταν επομένως κανείς ξοδεύει για ελεημοσύνη, τότε
πλουτίζει, τότε είναι μακάριος και τρισμακάριος. Όταν η καρδιά μας εκχυλίζει το
έλεος, τότε έχουμε στην κατοχή μας όλα τα πλούτη του Θεού τα ουράνια.

Όμως ο Θεός δεν θέλει απλώς και μόνο να ελεούμε τους αδελφούς μας. Θέλει να
πράττουμε την ελεημοσύνη χαρούμενα, με ανοιχτή καρδιά. Ιλαρόν γαρ δότην αγαπά ο
Θεός, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος. Εκείνος που συμπαραστέκεται στον αδελφό
του και πιστεύει ότι ο αδελφός του είναι ο ίδιος ο Χριστός, πρέπει να χαίρεται
που αξιώνεται να εργάζεται το έργο της αγάπης. Διότι είναι παράλογο να
ανακουφίζουμε τον πόνο του αδελφού μας και εμείς να λυπούμαστε.

Εκείνος που ενεργεί την ελεημοσύνη με τον τρόπο που θέλει ο Θεός, χαίρεται
πάντα και ευχαριστεί τον Κύριο για ο,τι μπόρεσε να κάμει. Στο πρόσωπο του
αδελφού του που βοηθά, βλέπει τον Κύριο και το γεγονός αυτό δίνει φτερά στην
ψυχή του και φθάνει ψηλά στους ουρανούς. Εκεί ακούει, όπως ο εκατόνταρχος
Κορνήλιος, τον αγγελικό λόγο: «Οι προσευχές σου και οι ελεημοσύνες σου ανέβηκαν
στον ουρανό ως προσφορά ευπρόσδεκτος από τον Θεό». Διότι η ελεημοσύνη είναι
πραγματικά μία θυσία δοξολογίας προς τον ελεήμονα Θεό. Και όπως παρατηρεί ο
ιερός Χρυσόστομος, το θυσιαστήριο του ελεήμονος ανθρώπου, δεν είναι οικοδόμημα
πέτρινο επάνω στο όποιο θυσιάζεται ο Χριστός, άλλα το ίδιο το πανάγιο Σώμα του
Χριστού.

Κάθε αδελφός του Χριστού, οπουδήποτε και αν ευρίσκεται είναι ένα ιερό και άγιο
θυσιαστήριο επάνω στο όποιο μπορούμε να προσφέρουμε την θυσία της αγάπης.
Επομένως ο κάθε πτωχός αδελφός μας, όχι μόνον δεν πρέπει να περιφρονήται από
εμάς, αλλά και να είναι πρόσωπο άξιο ευλάβειας και σεβασμού. Ο αγιογραφικός
λόγος τονίζει ότι ο ελεών πτωχόν δανείζει Θεόν. Και ο χρυσορρήμων Πατήρ μας
θέτει το ερώτημα: «Εάν ο Θεός δανείζεται από εμάς, επομένως είναι χρεώστης μας.
Στην μέλλουσα ζωή, λοιπόν, θέλεις να έχεις τον Θεό κριτή ή χρεώστη;»
Ας αγαπήσουμε την ελεημοσύνη. Πραγματικά κανένα αγαθό δεν ημπορεί να εξισωθεί
με αυτήν. Αυτή μας καθαρίζει από τις αμαρτίες και μας χορηγεί το θείο έλεος,
δηλαδή την σωτηρία. Όπως λέγει ο υμνητής της Άγιος Ιωάννης, στην μέλλουσα Κρίση
«ενώ εσύ σωπαίνεις αυτή θα σε υπερασπίζεται. Ή, καλύτερα, ενώ εσύ σωπαίνεις,
αμέτρητα στόματα ευχαριστούν για σένα. Λοιπόν τρέξε και αγόρασε την σωτηρία δια
της ελεημοσύνης».

Ας μην σκεφθεί κανείς μας ότι δεν έχουμε τα απαραίτητα υλικά αγαθά για να
κάνουμε ελεημοσύνη. Διότι ελεημοσύνη είναι και ένα ποτήρι κρύο νερό που θα
προσφέρουμε στο όνομα του Χριστού. Ελεημοσύνη είναι και μία ευχή που θα κάνουμε
στον Χριστό για κάποιον αδελφό μας. Ελεημοσύνη είναι και η λύπη που θα
δοκιμάσουμε για μία δοκιμασία ή αρρώστια του αδελφού μας. Ελεημοσύνη είναι να
έχεις καρδιά. Διότι κατά τον λόγο ενός μεγάλου Αγίου, του αββά Παμβώ, εάν έχεις
καρδιά μπορείς να σωθείς.

Ιερομ. Γρηγορίου

Πηγή 

Ἡ ἀληθινὴ συγχώρησις – Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος


 

Ἡ ἀληθινὴ συγχώρησις

(Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος)

 

 

Τ ξς παραγγέλνει  Θες στος νθρώπους: «κανες π σς ς μδιατηρε στν καρδιά του κακία γι τν δελφό του» (Ζαχ. ζ 10) κα«κανες ς μν συλλογίζεται τν κακία το λλου» (Ζαχ. η 17). Δν λέει μόνο, συγχώρεσε τ κακ το λλου, λλ μν τ χεις οτε στ σκέψη σου, μ τ συλλογίζεσαι, φησε λη τν ργή, ξαφάνισε τν πληγή.

Νομίζεις, βεβαίως, τι μ τν κδικητικότητα τιμωρες κενον πο σὲἔβλαψε. Γιατ σ  διος σν λλο δήμιο γκατέστησες μέσα σου τ θυμκα καταξεσκίζεις τ δια σου τ σπλάχνα. χεις δικηθε πολ καστερήθηκες πολλ ξαιτίας κάποιου, κακολογήθηκες κα ζημιώθηκες σπολ σοβαρ θέματά σου κα γι᾿ ατ θέλεις ν δες ν τιμωρεται ὁἀδελφός σου; Κα δ πάλι εναι χρήσιμο ν τν συγχωρήσεις. Γιατἐὰν θελήσεις, σ  διος ν κδικηθες κα ν πιτεθες ναντίον του ετε μ τλόγια σου, ετε μ κάποια νέργειά σου,  μ τν κατάρα σου,  Θες χι μόνο δν θ πέμβει κατ᾿ ατο –φόσον σ νέλαβες τν τιμωρία του–λλ πιπλέον θ σ τιμωρήσει ς θεομάχο.

φησε τ πράγματα στν Θεό. Ατς θ τ τακτοποιήσει πολκαλύτερα π᾿ ,τι σ θέλεις. Σ σένα δωσε μόνο τν ντολ νπροσεύχεσαι γι τν νθρωπο πο σ λύπησε.

μάλωσες μ κάποιον κα κρατς μέσα σου κακία; Μν προσέλθεις στΘεία Κοινωνία! Θέλεις ν προσέλθεις; Συμφιλιώσου πρτα κα τότε νὰἔλθεις ν γγίσεις τ χραντα Μυστήρια! Ατ δν τ λέγω γώ, λλ ὁἴδιος  Κύριος. Ατς γι ν σ συμφιλιώσει μ τν Πατέρα, δν ρνήθηκε οτε ν σφαγιασθε, οτε τ αμα Του ν χύσει. Κα σύ, γι νσυμφιλιωθες μ τν συνάνθρωπό σου, οτε μία λέξη δν καταδέχεσαι νβγάλεις π τ στόμα σου; Κα διστάζεις ν τρέξεις πρτος; κουσε τί λέει γι σους κρατον τ στάση ατή: «ν προσφέρεις τ δρο σου στθυσιαστήριο κα κε θυμηθες τι  δελφός σου χει κάτι ναντίον σου, πήγαινε πρτα ν συμφιλιωθες μ τν δελφό σου» (Ματθ. ε 23-24).

ν βλεπες να μέλος το σώματός σου ποκομμένο, δν θ κανες τπάντα γι ν τ νώσεις μ τ σμα σου; Ατ κάνε κα γι τος δελφούς σου. ταν τος δες ν χουν ποκοπε π τν γάπη σου, τρέξε γρήγορα κα περιμάζεψέ τους· μν περιμένεις κείνους ν λθουν, σπεσε σπρτος, γι ν λάβεις τ βραβεα! να μόνο χθρ διαταχθήκαμε νὰἔχουμε, τν διάβολο. Μ ατν ν μν συμφιλιωθες ποτέ· πρς τν δελφό σου μως ποτ ν μν χεις βαρι καρδιά. Κι ν κόμη συμβε κάποια
μικροψυχία, 
ς εναι παροδική, ς μν περβαίνει τ διάστημα τς μέρας. « δύση το λίου ν μ σς προφθάνει ργισμένους», λέει  πόστολος (φεσ. δ 26). «…φες μν τ φειλήματα μν, ς κα μες φίεμεν τος φειλέταις μν…» (Ματθ. στ 12).

Βλέπεις;  Θες σένα τν διο κανε κριτ τς συγχωρήσεως τνμαρτημάτων σου. ν συγχωρήσεις λίγα, λίγα θ σο συγχωρεθον. ν συγχωρήσεις πολλά, θ σο συγχωρηθον πολλά. ν τ συγχωρήσεις μελικρίνεια κα μ λη σου τν καρδιά, μ τν διο τρόπο θ συγχωρήσει κατ δικά σου  Θεός. ν μετ τν συγχώρηση, κάνεις
φίλο σου τ
ν χθρό σου, τσι θ διάκειται κα  Θες πέναντί σου.

Ποις, λοιπόν, τιμωρίας δν εναι ξιος κενος, πο ν πρόκειται νκερδίσει δέκα χιλιάδες τάλαντα, ἐὰν χάσει κατ μόνο δηνάρια, οτε κα τλίγα δν συγχωρελλ στρέφει ναντίον του τ δια τ λόγια τς προσευχς; Γιατί ταν λς στν Θε «συγχώρεσέ
μας, 
πως κα μες συγχωρομε τος χθρούς μας» κα κατόπιν σ δν συγχωρες, γι τίποτελλο δν παρακαλες τν Θεό, παρ ν σ στερήσει π κάθε πολογία κασυγγνώμη…

(πό τν μιλία κ «Ες τος νδριάντας»)

Μὲ θυσία καὶ κόπο – Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Μ θυσία κα κόπο
(Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς)
 Διηγοῦνται ἕνα περιστατικὸ ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς. Τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Σέρβου θεολόγου καὶ προσφάτως ἀναγνωρισθέντος Ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας.
   Πρέπει νὰ ἦταν τὸ ἔτος 1929, δηλαδὴ ὅταν ὁ Ἅγιος ἦταν σὲ ἡλικία 35 ἐτῶν. Ἦταν καλοκαίρι, καὶ ξεκίνησε ἀπὸ τὸ Βράνιε μὲ προορισμὸ τὸ Μοναστήρι τοῦ ἁγίου Προχόρου. Πήγαινε συχνὰ στὸ Μοναστήρι αὐτό, μὲ τὸ ὁποῖο καὶ εἶχε ἰδιαίτερο σύνδεσμο, γιατὶ εἶχε μεγάλη ἀγάπη στὸν ἅγιο Πρόχορο. Ἦταν ἤδη καθηγητὴς Πανεπιστημίου στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ στὸ Βελιγράδι.
   Ὁ δρόμος μέχρι τὸ Μοναστήρι ἦταν δύσβατος καὶ γι’ αὐτὸ ἀρκετὰ κουραστικός. Ὁ Ἅγιος, γιὰ νὰ ὑπερνικᾶ αὐτὲς τὶς δυσκολίες, χρησιμοποιοῦσε κάποιο ἁπλὸ αὐτοκίνητο, γιὰ νὰ διασχίσει τὸν βουνήσιο δρόμο ποὺ ὁδηγοῦσε στὸ Μοναστήρι.
   Σὲ μιὰ λοιπὸν τέτοια ἐπίσκεψή του συνάντησε στὸ δρόμο του μιὰ γερόντισσα, κι ἀμέσως κατάλαβε ὅτι κι αὐτὴ κατευθυνόταν μὲ τὰ πόδια πρὸς τὸ Μοναστήρι. Τότε ὁ Ἅγιος ἔκανε νόημα στὸν ὁδηγὸ νὰ σταματήσει καὶ προσκάλεσε τὴ γριούλα νὰ ἀνέβει στὸ αὐτοκίνητο, γιατί, ὅπως τῆς ἐξήγησε, κι ἐκεῖνος πήγαινε ὅπου καὶ αὐτή.

  –Σ’ εὐχαριστῶ, παιδί μου, τοῦ ἀπάν­τη­σε ἡ γριούλα, ἀλλὰ ἐγὼ εἶμαι φτωχή.

   Ὁ Ἅγιος τότε τῆς χαμογέλασε καὶ τὴ διαβεβαίωσε ὅτι δὲν θὰ πλήρωνε τίποτε, μιὰ καὶ τὸ αὐτοκίνητο ἦταν νοικιασμένο ἀπὸ ἐκεῖνον.

   Τότε ἡ γερόντισσα τοῦ εἶπε:
   –Δὲν τό ’πα γι’ αὐτό, παιδί μου. Ἀλ­λὰ ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι φτωχή, δὲν ἔχω ­τί­­πο­τα ἄλλο νὰ προσφέρω στὸν Ἅγιο 
πέ­ρα ἀπὸ τὸν κόπο μου αὐτό.
  Τότε  Ἅγιος χτύπησε μεμιᾶς τὸ μέτωπό του ὡς ἔνδειξη κατάπληκτου θαυμασμοῦ καὶ μονολόγησε:
   –Ἄχ, Ἰουστίνε, ἔγινες καθηγητὴς Θεο­λογίας, κι ὅμως! Τὴν εὐσέβεια αὐτῆς τῆς γερόντισσας ἀπέχεις πολὺ γιὰ νὰ τὴ φτά­σεις.
   Στράφηκε τότε καὶ πάλι στὸν ὁδηγό. Τὸν πλήρωσε, κατέβηκε ἀπὸ τὸ αὐτοκίνητο καὶ συνέχισε πεζὸς μαζὶ μὲ τὴ γριούλα τὸν ὑπόλοιπο δρόμο ἕως τὸ Μοναστήρι.
   Στὴν ἐποχὴ τῶν ἀνέσεων καὶ τῆς λογικῆς ἴσως ἀδυνατοῦμε νὰ ἐννοήσουμε βαθύτερα 
τὴν προσφορὰ τῆς γριούλας ἀλλὰ καὶ τὸν θαυμασμὸ τῆς ἐνέργειάς της ἀπὸ τὸν Ἅγιο.
   Γιατὶ μάθαμε στὴν ἄνεση καὶ στὶς εὐ­κολίες.
   Γιατὶ ἀπεχθανόμαστε τὸν κόπο καὶ τὴν κακοπάθειαὍλα τὰ μποροῦμε πλέ­ον μὲ τὸ πάτημα ἑνὸς κουμπιοῦ. Μάθαμε νὰ δωρίζουμε ἀπὸ τὸ περίσσευμα, ὄχι ἀπὸ τὸ ὑστέρημα. Καὶ στὸ Θεὸ καὶ στοὺς ἀν­­­θρώπους. Μάθαμε ν’ ἀγαποῦμε ἀπὸ συμ­φέρον ἢ ἔστω ἀπὸ συμπάθεια καὶ ὄχι ἔμπονα καὶ θυσιαστικά. Γι’ αὐτὸ καὶ αὐ­­­θόρμητα ἀναδύεται τὸ ἐρώτημα: Γιατί πρέπει νὰ κουραστοῦμε; Ἔχει ἀνάγκη ὁ Θεὸς τὴ σωματική μας καταπόνηση; Ὄχι φυσικά. Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει νὰ ὠφεληθεῖ σὲ τίποτε ἀπὸ τὴ δική μας ἄσκηση. Ὅμως ἡ ἄσκηση εἶναι ἡ μητέρα τοῦ ἁγιασμοῦ, καὶ ἡ κακοπάθεια ἡ γεννήτρα τῆς ἀρε­τῆς.
   Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ κατάκτηση τῆς ὁποιασδήποτε ἀρετῆς προϋποθέτει κόπο, ἄ­­­σκηση καὶ προσπάθεια, γιὰ νὰ ­φέρει καρ­­­πό. Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ψυχοσω­ματικὴ ἑνότητα, καὶ τὸ σῶμα ­βοηθᾶ τὴν ψυχή, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ ψυχὴ ἐκ­­­φράζεται καὶ μὲ τὸ σῶμα.
   Προσευχὴ θέλεις νὰ κάνεις; Χρειά­­ζεται κόπος. Νὰ γονατίσεις, νὰ σταθεῖς ὄρ­­θιος, νὰ συγκεντρώσεις τὸ ­μυαλό σου.
   Στὴ Λατρεία θέλεις ἀπερίσπαστος νὰ συμμετέχεις; Κι ἐδῶ κόπος ­χρειάζεται γιὰ νὰ συγκεντρωθεῖς καὶ νὰ ­ἐκφράζεσαι προσ­ευχητικὰ ὅπως τὸ σῶμα τῶν πι­στῶν.
   Τὰ πάντα χρειάζονται κόπο. Καὶ ὁ κό­πος αὐτὸς ἐκφράζει τὸν πόθο τῶν ἀν­­θρώπων νὰ βροῦν τὸν Θεό. Ὅμως ὁ κό­­πος αὐτὸς εἶναι χαρὰ κι ­ἀνάπαυση. Χαρὰ καὶ ἀνάπαυση ποὺ ἐκπηγάζουν ἀπὸ τὴν πίστη ὅτι ὁ κόπος εἶναι προσ­φορὰ ποὺ γίνεται εὐπρόσδεκτη, εἴτε προσφέρεται στὸ Θεὸ εἴτε στὸ συν­άν­θρωπο.

   Εἶναι διάχυτο αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς προσφορᾶς τοῦ κόπου μας στὴν Ὀρθόδοξη πνευματικότητα. «Δῶσε αἷμα, γιὰ νὰ λάβεις πνεῦμα». Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση ἔχει τὶς νηστεῖες, τὶς μετάνοιες, τὶς γονυκλισίες, τὶς ἀγρυπνίες καὶ τόσα ἄλλα ὡς κατάθεση κόπου στὸν ἅγιο Τριαδικὸ Θεὸ καὶ τοὺς Ἁγίους ἐκ μέρους μας πρὸς ἐκζήτησιν τῆς χάριτός Του.

   Προοδεύσαμε σήμερα. Κάναμε τὴ ζωή μας εὔκολη καὶ ἄνετη, ὅμως τὴν εὐ­σέ­βεια τῆς Σερβίδας γριούλας ὄχι μόνο δὲν τὴν ἔχουμε, ἀλλὰ δυστυχῶς τὴν ἀ­­πεμπολήσαμε καὶ ὡς φρόνημα!

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

Ομιλία προτρεπτική προς νηστεία

Ομιλία προτρεπτική προς νηστεία,
Αγίου Γρηγορ
ου Παλαμά

Ομιλία
προτρεπτική προς νηστεία

(όπου
γίνεται σύντομος λόγος και περί της γενέσεως του κόσμου)

 

(Άγιος
Γρηγόριος ο Παλαμάς)


1. Πολυμήχανος καν
πολυτροπώτατος για την κακία, μάλλον δε παμμήχανος είναι ο νοητός όφις, ο
πρωταίτιος του κακού. Έχει τα μέσα να εμποδίσει την αγαθή πρόθεσή μας και
πράξη, μόλις αρχίζει. Κι αν δεν μπορέσει να την εμποδίσει στην αρχή, γνωρίζει
άλλες μηχανές, με τις οποίες την αχρηστεύει όταν ευρίσκεται σ’ ενέργεια· κι αν
δεν μπορέσει να την αχρηστεύσει, όταν τελείται κάπου στη μέση, πάλι γνωρίζει
άλλα σοφίσματα και άλλους τρόπους για να την αφανίσει όταν τελειωθεί και να την
καταστήσει ανωφελή, μάλλον δε και επιζήμια για όσους δεν προσέχουν πολύ. 
Και πρώτα μεν υποδεικνύει το επίπονο και δυσκατόρθωτο της αρετής, ώστε με αυτό
να μας εμβάλει ραθυμία και ανελπισία, με την σκέψη ότι επιχειρούμε δύσκολα και
αδύνατα, κι έτσι ότι δεν θα μπορέσωμε να φέρωμε σε έργο την πρόθεση· προσέτι δε
γεννά στους αγωνιζομένους και απιστία στα υπεσχημένα από τον Θεό βραβεία.

2. Αλλά εμείς, αδελφοί, πρέπει
να υπερπηδήσωμε αυτήν την παγίδα με την ψυχική ανδρεία, την προθυμία και την
πίστι, λαμβάνοντας υπ’ όψι ότι ούτε γη αποδίδει χρησίμους καρπούς χωρίς κόπους
ούτε η ψυχή θ’ αποκτήσει τίποτε θεοφιλές και σωτήριο χωρίς πνευματικούς αγώνες.
Και γη μεν ακατάλληλη για
καλλιέργεια μπορείς να εύρεις, ενώ κάθε λογική ψυχή είναι επιδεκτική αρετής.
Επειδή δε εξ αιτίας της προγονικής ενοχής κατακριθήκαμε να ζούμε με κόπο και
μόχθο, και δεν είναι δυνατό να το αποφύγωμε αυτό, ας κάμωμε την ανάγκη
φιλοτιμία· το ακουσίως προσόν ας το προσφέρωμε στον Θεό ως εκούσιο, ας δώσωμε
αντί των μονίμων τα πρόσκαιρα και ας λάβωμε αντί των δεινών τα χρηστά,
καθιστώντας τον πρόσκαιρο κόπο μέσο πορισμού αιωνίας ανέσεως. Διότι κοπιάζοντας
εδώ για την αρετή ασφαλώς θα επιτύχωμε την αναψυχή που μας έχει επαγγελθή για
τον μέλλοντα αιώνα. Είναι βεβαίως αξιόπιστος αυτός που επαγγέλθηκε, που είναι
επίσης βοηθός έτοιμος σε όσους εξεκίνησαν έτοιμοι τον αγώνα της αρετής. Όταν δε
βοηθή αυτός, που μπορεί τα πάντα, ποιό πράγμα·θα είναι ακατόρθωτο; 

3. Αλλά όταν,
ενθυμούμενοι αυτά, αναλάβωμε προθύμως τα έργα της αρετής, γνωρίζοντας εκείνος ο
πονηρός ότι το καλό δεν είναι καλό, αν δεν γίνη καλώς, προσπαθεί να μας πείση
να μη εκτελούμε κατά θεάρεστο τρόπο την εργασία του καλού ούτε προς τον έπαινο
εκ μέρους του Θεού, αλλά προς τον εκ μερους των ανθρώπων, για να μας
αποστερήσει κι έτσι την μισθαποδοσία από τον Θεό και τα πνευματικά και ουράνια.
Εμείς δε ας αποδείξωμε κι αυτήν την προσπάθειά του άπρακτη υπολογίζοντας άφ’
ενός μεν το μέγεθος των αμοιβών που περιμένουν τους θεαρέστως ζώντας, αφ’
ετέρου δε την μηδαμινότητα της ανθρωπαρεσκείας, η οποία δεν είναι αξιόλογη όχι
μόνο σε σύγκρισι προς εκείνο το μελλοντικό μέγεθος της θείας δόξας, αλλ’ ούτε
για την κάκωσι και την τηξη της σαρκός. 

4.  Αλλά και μετά την
εναντίον του αυτή νίκη ο αρχέκακος εκείνος όφις μας προκαλεί υπούλως την
υπερηφάνεια, σαν τελευταίο και πονηρότατο βάραθρο, υποβάλλοντάς μας λογισμούς
υπεροψίας και πείθοντάς μας να καυχώμαστε ότι τάχα κατακτήσαμε την αρετή με την
δική μας δύναμι και σύνεσι. Αλλά εμείς ας ενθυμηθούμε την αυτοαλήθεια που λέγει
ότι «χωρίς έμενα δεν μπορείτε να κάμετε τίποτε»· και έτσι ας αποκρούωμε τις
πολυειδείς μηχανές του πονηρού, εκτελώντας και μάλιστα εκτελώντας καλώς το καλό
και με την αρμόζουσα ταπείνωση γνωρίζοντας ότι, όπως, όταν κάποιος έχει σε
αγγείο πολύτιμο μύρο, είτε σε κόπρο το χύση είτε την κόπρο βάλη στο αγγείο,
ομοίως αχρειώνει και καταστρέφει το μύρο, έτσι και την αρετή, είτε την απωθήσει
κανείς και την απορρίψει από τον εαυτό του με την απραξία είτε αναμίξει με την
εκτέλεσή της την πονηρία, και με τους δύο τρόπους την αχρειώνει και την
καταστρέφει ομοίως. 

5. Κι’ αυτά τα λέγω τώρα
προς την αγάπη σας με την ευκαιρία της νηστείας, για να την φυλάξωμε αμιγή από
κάθε κακία για χάρι μας. Πραγματικά τον Φαρισαίο εκείνον του ευαγγελίου, αν και
ενήστευε πάντοτε δύο ημέρες την εβδομάδα, δεν τον ωφέλησε καθόλου η νηστεία,
διότι είχε αναμιγμένη με αυτήν την υπερηφάνεια και την κατάκρισι προς τον
πλησίον. Αλλ’ αυτό δεν σημαίνει ότι η νηστεία δεν είναι ωφέλιμη· διότι πόσο είναι
το όφελος σ’ αυτούς που την τελούν θεαρέστως κι’ όπως αρμόζει, το έδειξαν ο
Μωϋσης, ο Ηλίας, ο ίδιος ο Κύριος. 

6. Πραγματικά ο Μωϋσης,
κρατώντας πολυήμερη νηστεία (αλλά, παρακαλώ, εντείνατε τη διάνοιά σας και
ανυψώσατέ την τώρα, που είναι η ευκαιρία, μαζί με τις αναβάσεις του Μωϋσέως
επάνω στο όρος προς τον Θεό, ώστε δια μέσου αυτών, ξαναρχίζοντας πάλι την
ανάβαση στο δρόμο, να συνανυψωθείτε με τον Χριστό, που ανεβαίνει όχι στο όρος
πλέον αλλά στον ουρανό και μας παίρνει μαζί του)· ο Μωϋσης λοιπόν, κρατώντας
τεσσαρακονταήμερη νηστεία επάνω στο όρος, βλέπει τον Θεό, σύμφωνα με την Γραφή
κατά πρόσωπο και όχι αινιγματικώς· και ομιλεί προς αυτόν, όπως ομιλεί κανείς
προς τον φίλο του, μαθαίνει από τον Θεό και διδάσκει γι’ αυτόν όλους, ότι αυτός
είναι ο παντοτινά ών, που δεν μεταβαίνει στο μη ον, αλλά και καλεί τα μη όντα
ως όντα και παρήγαγε τα πάντα εκ μη όντων και δεν αφήνει να εκπέσουν προς το μη
ον. Αυτός πρώτα μόνο με το νεύμα και το θέλημα παρήγαγε όλη την αισθητή κτήση
μεμιάς εκ μη όντων, διότι «στην αρχή», λέγει, «κατεσκεύασε ο Θεός τον ουρανό
και τη γη»· όχι πάντως αδειανά ούτε χωρίς όλα τα ενδιάμεσα μεταξύ τους· η γη
ήταν ανάμικτη με το ύδωρ, το κάθε μέρος ήταν γεμάτο με αέρα και ζώα και φυτά
όλων των ειδών, ο δε ουρανός ήταν γεμάτος διάφορα φώτα και λάμψεις, από τα
οποία συνίσταται το σύμπαν.

7. Έτσι λοιπόν εδημιούργησε ο
Θεός στην αρχή τον ουρανό και τη γη, σαν ύλη που δέχεται τα πάντα και δυνάμει
φέρει τα πάντα, καλώς ραπίζοντας από μακριά εκείνους που κακώς νομίζουν ότι η
ύλη προϋπήρχε αυτοτελώς. Έπειτα καλλιεργώντας και στολίζοντας τον κόσμο
κατένειμε σε έξι ημέρες την κατάλληλη και αρμοδία στο καθένα τάξη από τα
προσόντα του που συμπληρώνουν τον κόσμο του· εξεχώριζε το καθένα με το
πρόσταγμα μόνο και σαν να εξήγε από κρυφό θησαυροφυλάκιο κατά είδος τα
φυλαγμένα, διέθετε και συνέθετε με άκρα αρμονία και προσαρμογή το ένα προς το
άλλο, το καθένα προς το σύνολο και τα πάντα προς το καθένα. Στην ακίνητη γη,
σαν σε κέντρο, περιέθετε σ’ ένα ανώτατο κύκλο τον αεικίνητο ουρανό, και τον
συνέδεε πανσόφως με τα ενδιάμεσα για να διατηρείται ο ίδιος κόσμος ακίνητος
μαζί και κινούμενος· διότι, αφού τα αεικίνητα και πολύ ταχυκίνητα σώματα
ετοποθετήθηκαν εντελώς τριγύρω, αναγκαστικώς το ακίνητο έλαβε τον μέσο χώρο,
έχοντας τη στάση ως αντίρροπη στην κίνησι, ώστε η παγκόσμια σφαίρα να μη
μετακινείται σαν κύλινδρος.

8. Κατανέμοντας ο
αριστοτέχνης Θεός την κατάλληλη θέση στο καθένα από τα δύο πέρατα του
σύμπαντος, εστερέωσε κι εκίνησε ευκόσμως, θα ελέγαμε, τούτον τον κόσμο. Στα
ενδιάμεσα δε των περάτων τούτων διανέμει πάλι ό,τι ανήκει στο καθένα· άλλα
τοποθετεί επάνω και τα διατάσσει να μετεωροπολούν και να κινούνται μαζί με το
ανώτατο όριό του παντός ταυτοχρόνως και πολύ κοσμίως όλον τον χρόνο, όσα είναι
ελαφρά και ενεργητικά και μετασκευαστικά προς όφελος των χαμηλοτέρων· είναι δε
τόσο υψηλότερα από το μέσο, ώστε προσαρτημένα γύρω να μπορούν αφ’ ενός μεν να
μετριάζουν την υπερβολή του ψύχους των ανωτάτων περάτων κινούμενα αυτά
αντιστρόφως και να κρατούν επιτοπίως κι εκείνα δια της αντίστροφης περιστροφής,
να παρέχουν δε σ’ εμάς ωφελιμώτατες διαφορές ετησίων εποχών και μέτρα χρονικών
διαστημάτων, καθώς και γνώσι για τους νοήμονες του Θεού που τα έκτισε, τα
διέταξε και τα διεκόσμησε. 

9. Άλλα λοιπόν επέβαλε
άνω σε μετέωρο να περιχορεύουν διπλά κατ’ αυτόν τον τρόπο, για χάρι παγκοσμίου
κάλλους και πολυειδούς ωφελείας· τα δε άλλα ετοποθέτησε κάτω και γύρω από το
μέσο, όσα έχουν βάρος και είναι παθητής φύσεως, όσα είναι καμωμένα να γίνωνται
και να ξεγίνωνται, διακρινόμενα και συγκρινόμενα, και όταν πάσχουν να μεταβάλλωνται
περισσότερο προς ευχρηστία, θέτοντας για διάκοσμο και αυτά και τον μεταξύ τους
λόγο, για να μπορεί το σύμπαν να καλήται κυριολεκτικώς κόσμος. 

10. Έτσι λοιπόν παρήχθηκε
ένα πρώτο από τα όντα στην κτίσι και μετά το πρώτο άλλο και μετά από αυτό άλλο
και έτσι στη συνέχεια, έπειτα δε από όλα ο άνθρωπος, ο οποίος αξιώθηκε
μεγαλύτερος τιμής από τον Θεό και προνοίας, και πριν πλασθεί και μετά την
πλάση, ώστε και ο αισθητός τούτος κόσμος όλος να γίνει γι’ αυτόν πριν απ’ αυτόν
και η βασιλεία των ουρανών να ετοιμασθεί γι’ αυτόν πριν από αυτόν, από την
θεμελίωση του κόσμου, ώστε να προηγηθεί γι’ αυτόν βουλή, να πλασθεί με το χέρι
του Θεού και κατ’ εικόνα Θεού και να μη πάρει το σύνολό του από την ύλη αυτή
και από τον κόσμο κατ’ αίσθησι, όπως στα άλλα ζώα, αλλά μόνο το σώμα, ενώ την
ψυχή έλαβε από τα υπερκόσμια, μάλλον δε από τον ίδιο τον Θεό με απόρρητο
εμφύσημα, σαν κάτι μεγάλο και θαυμαστό, που υπερέχει όλων των άλλων και
εποπτεύει στο σύνολο κι επιστατεί σε όλα, σαν κάτι που είναι γνωστικό και
συγχρόνως δεκτικό και αποδεικτικό του Θεού· εξοχώτερο από κάθε άλλο αποτέλεσμα
της υπερβατικής μεγαλειότητος του τεχνίτη. Γι’ αυτό ως κατοικία έλαβε τον
παράδεισο, φυτευμένον κι’ αυτόν κατά εξαίρετο τρόπο από τον Θεό, για να έχει
εκεί θεία θέα και ομιλία αυτοπροσώπως και λάβει σ’ αυτόν συμβουλή και εντολή
από τον Θεό, που ώριζε την αρμόζουσα εκεί νηστεία, με την έννοια ότι, αν την
εκρατούσε και την διατηρούσε, θα παρέμενε διαπαντός αθάνατος και ακούραστος και
άλυπος. 

11. Αυτός όμως,
προτιμήσας από αυτήν την εντολή και συμβουλή την επιβουλή, αλλοίμονο, του
αρχεκάκου όφεως εκουσίως, κατέλυσε την εντεταλμένη νηστεία· έτσι αντί της
αειζωίας λαμβάνει τον θάνατο και αντί του τόπου της άφθαρτης τρυφής τον
πολύπαθο και γεμάτο συμφορές τούτον τόπο της αμαρτίας, μάλλον δε τον Άδη, καταδικαζόμενος
στο εκεί σκότος. Και θα διέμενε η φύσις μας στα καταχθόνια κάτω από τα
κρησφύγετα του όφεως εκείνου που τον εξαπάτησε στην αρχή, αν δεν ερχόταν ο
Χριστός, που αρχίζοντας από νηστεία κατήργησε στο τέλος την τυραννίδα του, εμάς
δε ελευθέρωσε και, αναζωοποίησε, πράγμα που προείπε και ο Μωϋσής· διότι αυτός,
νηστεύοντας επάνω εκεί στο όρος, δέχεται τις θεότευκτες πλάκες και τον νόμο
πάλι γραμμένο με το δάκτυλο του Θεού σε δεύτερες πλάκες, σύμφωνα με τον οποίο
εκπαιδεύοντας τότε τον ιερό λαό προετύπωσε και προϋπέδειξε εμπράκτως όλα τα του
Χριστού, αναδειχθείς ελευθερωτής και σωτήρ του Αβραμιαίου γένους, όπως ο
Χριστός ύστερα του ανθρωπίνου γένους. 

12. Ο δε Ηλίας, που κι
αυτός ενήστευσε σαράντα ημέρες, βλέπει τον Θεό επάνω στο όρος όχι σε πυρ, όπως πρωτύτερα
η γερουσία του Ισραήλ, αλλά, υπερβαίνοντας την θέα σε πυρ δια της θεάρεστης
νηστείας, βλέπει τον Κύριο σε φωνή διερχόμενης λεπτής αύρας, αφού ήλθε
πλησιέστερα στη δεσποτική φωνή που λέγει, «ο Θεός είναι Πνεύμα κι oι
προσκυνηταί του πρέπει να τον προσκυνούν κατά Πνεύμα και αλήθεια». Η μεν φωνή
προδιετύπωσε την αλήθεια και το κήρυγμα της αυτοαληθείας που αντήχησε σε όλα τα
πέρατα της οικουμένης, η δε διερχομένη αύρα το Πνεύμα και τη χάρι. 

13. Αλλά από την θέα δια
της νηστείας ο Ηλίας λαμβάνει και δύναμι να χρίσει αντί αυτού προφήτην και να
παράσχει σ’ αυτόν διπλή τη χάρη που κατείχε ο ίδιος και να υψωθεί μετέωρος από
τη γη, που ήταν σαφής προτύπωσις της γενομένης ύστερα αναλήψεως του Χριστού από
την γη στον ουρανό. Ο δε Χριστός ο ίδιος νηστεύοντας στην έρημο νικά κατά
κράτος τον κοινό πειραστή και, αφού κατέλυσε τη δύναμη τούτου κατά των ανθρώπων
και καθήρεσε τελείως την τυραννίδα του, ελευθερώνει την φύση μας και προβάλλει
τούτον σαν παιγνίδι σ’ όλους όσοι θέλουν να ζουν κατά το ευαγγέλιό του, εκπληρώνει
τις προρρήσεις των προφητών και στα από εκείνους προτυπωτικώς γενόμενα
επιγράφει με έργα την χάρι και την αλήθεια. 

14. Βλέπετε τα δώρα της
νηστείας και δια ποιων μέσων και ποιων και όσων αγαθών μας αξίωσε; ‘Αλλά και
από το αντίθετό της, δηλαδή την αδηφαγία και την ακρασία, είναι δυνατό να φανεί
η ωφέλειά της. Πραγματικά κατά τις δύο περασμένες εβδομάδες εκυριαρχούσε στην
πόλι η αδηφαγία και η ακρασία, κι έπονταν ευθύς ταραχές και κραυγές, μάχες και
θόρυβοι, άσματα πορνικά και χορεύματα σατανικά και άσεμνοι γέλωτες. Τώρα όμως
εμφανίσθηκε η νηστεία και μετέτρεψε τα πάντα προς το σεμνότερο· εκβάλλοντάς μας
από τις πολυδάπανες φροντίδες της ματαιότητος και παύοντας τον μόχθο υπέρ της
καταργούμενης κοιλίας, μας μετέστησε στα έργα της μετανοίας και μας έπεισε να
μη εργαζώμαστε την βρώση που χάνεται, αλλά την βρώση που παραμένει στην αιώνια
ζωή. 

15. Που είναι τώρα οι
σφαγές των αλόγων ζώων και οι κνίσσες, τα παντοειδή καρυκεύματα και τα ευρήματα
των μαγείρων; Που είναι αυτοί που τριγυρίζουν τους δρόμους και μιαίνουν τον
αέρα με ανόσιες φωνές; Που είναι αυτοί που γυροκτυπούν και αυλίζονται σε οίκους
και τράπεζες, αυτοί που παρακάθηνται και συνθορυβούν και γεμίζουν την κοιλιά
τους από τα προκείμενα με τύμπανα και αυλούς ακρατώς; Που είναι αυτοί που
διημερεύουν και διανυκτερεύουν σε συμπόσια, που διερευνούν που γίνεται πότος,
που παίρνουν ο ένας τον άλλον σε μεθύσια και στις αισχρουργίες που προκαλούνται
από τη μέθη; Όλα τα κακά έχουν φύγει, όλα τα αγαθά ήλθαν αντί αυτών, μόλις
έφθασε η νηστεία. Αντί των βδελυρών ασμάτων τώρα μελωδείται με το στόμα ιερός
ψαλμός· αντί των ασέμνων γελώτων τώρα επικρατούν σωτηριώδης κατήφεια και
δάκρυα· αντί των ατάκτων δρόμων και περιδρόμων τώρα υπάρχει ένας κοινός δρόμος
προς την ιερά Εκκλησία του Χριστού. Όπως δηλαδή η γαστριμαργία βλαστάνει τον
πολυπληθή εσμό των αμαρτημάτων, έτσι η νηστεία είναι ρίζα όλων των αρετών και
αρχή των θείων εντολών. 

16. Πραγματικά η ακρασία
είναι μαζί παλαιό και νέο κακό, αν και δεν προηγείται της αντίστοιχης νηστείας
ούτε κατά χρόνο. Εξ αιτίας της ακρασίας των προπατόρων στον παράδεισο και της
εκεί υπεροψίας από την προγενέστερη νηστεία εισήλθε στον κόσμο ο θάνατος κι
εβασίλευσε η αμαρτία που επέφερε την καταδίκη της φύσεώς μας από του Αδάμ μέχρι
του Χριστού. Εξ αιτίας της ακρασίας των απογόνων του Αδάμ στην οικουμένη μας
και της υπεροψίας από την προηγούμενη σοφροσύνη επήλθε σ’ όλη τη γη ο
κατακλυσμός· διότι τι λέγει τότε προς τον Νώε ο Θεός; «Δεν θα παραμείνει το
πνεύμα μου σ’ αυτούς τους ανθρώπους, εξ αιτίας του ότι είναι σάρκες». Ποιο δε
είναι το έργο των κατασαρκωμένων; Δεν είναι η γαστριμαργία και μέθη και τρυφή
και τα κακά που προέρχονται από αυτά; Εξ αιτίας της ανοσίας σπατάλης και
ακρασίας στα Σόδομα έπεσε σ’ αυτούς από τον ουρανό ο εμπρησμός· τούτο
πραγματικά, λέγει ο προφήτης Ιεζεκιήλ, ήταν το ανόμημα των Σοδόμων, ότι
εσπαταλούσαν πλήθος τροφών. Έχοντας αγνοήσει την φύση λόγω αυτής της σπατάλης
εγλύστρησαν στις παρά φύση μίξεις. Τι είναι αυτό που εστέρησε τον πρωτότοκο υιό
του Ιακώβ των πρωτοτοκίων και τον εξέβαλε από την πατρική ευχή; Δεν είναι η λαγνεία
και η παράλογη απαίτησις τροφών; Τι είναι αυτό που κατεδίκασε σε θάνατο τους
υιούς του αρχιερέως Ηλεί και τον έκανε να χάσει τη ζωή του βιαίως μαζί με την
αγγελία του θανάτου των παιδιών του, τα οποία δεν εξεπαίδευσε με την προσήκουσα
επιμέλεια; Δεν είναι η άκαιρη αφαίρεσις των κρεάτων από τους λέβητες και
χρησιμοποίησίς των; Αλλά και όλο το γένος των Εβραίων, όταν ο Μωυσής ενήστευε
για χάρη τους επάνω στο όρος, διασκεδάζοντας σε βάρος εαυτών, τρώγοντας και
πίνοντας, άρχισαν να παίζουν, κατά το γεγραμμένο, και το παιγνίδι τους ήταν η
προσκύνησις ειδώλου· διότι τότε συνέβη σ’ αυτούς η κατασκευή του μόσχου. 

17. Έτσι η τρυφή δεν
είναι αίτιο μόνο της αμαρτίας, αλλά και της ασεβείας. Επομένως και η νηστεία
και η εγκράτεια συντελούν όχι μόνο προς την αρετή, αλλά και προς την θεοσέβεια.
Διότι πρέπει να υπάρχει μαζί με τη νηστεία η εγκράτεια. Γιατί; Διότι και ο
κόρος των ευτελών τροφών εμποδίζει το καθάρσιο πένθος και την κατά Θεό λύπη
στην ψυχή και την κατάνυξη, η οποία κατεργάζεται την σταθερή μετάνοια για την
σωτηρία· διότι χωρίς συντετριμμένη καρδιά δεν είναι δυνατό να επυληφθεί κανείς
αληθώς της μετανοίας. Συντρίβει δε την καρδία και την φέρει να πενθεί τις
αμαρτίες της η κατά το θέλημα του Θεού μείωσις της τροφής και του ύπνου και των
αισθήσεων. 

18. Όπως λοιπόν ο
πλούσιος εκείνος στο ευαγγέλιο, λέγοντας στον εαυτό του, φάγε, πίε, ευφραίνου,
κατέστησε τον εαυτό του ο άθλιος άξιο της αιωνίας φλόγας, ανάξιον δε και της
παρούσης ζωής, έτσι εμείς, αδελφοί, ας ειπούμε αντιστρόφως στους εαυτούς μας να
εγκρατευώμαστε και να νηστεύωμε, να γρηγορούμε και να συμμαζευώμαστε, να
ταπεινωνώμαστε και να κακοπαθούμε χάρη της σωτηρίας μας· διότι έτσι και την
παρούσα ζωή θα διανύσωμε καλώς και θεοφιλώς και την αιωνία ευζωία θα
κληρονομήσωμε. 

19. Αυτήν είθε να
επιτύχωμε όλοι εμείς με την χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού
στον οποίο πρέπει δόξα, κράτος, τιμή και προσκύνησις μαζί με τον άναρχο Πατέρα
του και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε, και στους αιώνες των αιώνων.
Γένοιτο.

——————————————————————– 

πηγή: Γρηγορίου Παλαμά
έργα, τόμος 9, Πατερικαί εκδόσεις “Γρηγόριος ο Παλαμάς”, 


Άγιος Μάρκος ο Ασκητής: Τα 226 κεφάλαια περί αυτών που νομίζουν οτι δικαιώνονται από τα έργα τους

Άγιος Μάρκος ο
Ασκητής: Τα 226 κεφάλαια περί αυτών που νομίζουν οτι δικαιώνονται από τα έργα
τους

1. Η παρανομία των κοσμικών θα ελεγχθεί με
όσα γράφονται παρακάτω, από εκείνους που έχουν σταθερή πίστη και γνώρισαν την
αλήθεια. 

2. Ο Κύριος, θέλοντας να φανερώσει ότι κάθε εντολή αποτελεί χρέος μας
και ότι η υιοθεσία είναι δωρεά Του, με το αίμα Του χαρισμένη στους ανθρώπους,
λέει: «Όταν κάνετε όλα τα διαταγμένα σ’ εσάς, να λέτε, είμαστε δούλοι
τιποτένιοι και κάναμε ότι χρωστούσαμε να κάνομε»(50).

Γι’ αυτό η βασιλεία των Ουρανών δεν είναι μισθός για έργα,
αλλά χάρη του Κυρίου που έχει ετοιμαστεί για τους πιστούς δούλους Του. 

3. Δεν απαιτεί ο δούλος σαν μισθό την ελευθερία, αλλά ευαρεστεί τον
Κύριο σαν χρεώστης και την περιμένει κατά χάρη. 

4. Ο Χριστός πέθανε σύμφωνα με τις Γραφές για τις αμαρτίες μας(51), και
σ’ εκείνους που τον υπηρετούν καλώς, χαρίζει ελευθερία. Γιατί λέει: «Εύγε δούλε
άξιε και πιστέ! Στάθηκες πιστός στα λίγα, θα σου εμπιστευθώ τα πολλά. Έλα μέσα
στη χαρά του Κυρίου σου»(52). 

5. Δεν είναι ακόμα δούλος πιστός, εκείνος που βασίζεται στη ψιλή γνώση
των θείων, αλλά εκείνος που δείχνει την πίστη του με την εκπλήρωση των εντολών
του Χριστού. 

6. Εκείνος που τιμά τον Κύριο, εκτελεί εκείνα που Αυτός διατάζει. Όταν
σφάλλει ή παρακούσει, υπομένει τις συνέπειες, αφού οφείλονται σ’ αυτόν. 

7. Αν είσαι φιλομαθής, να γίνεις και πρόθυμος εκτελεστής των θείων
εντολών, γιατί η ψιλή γνώση των θείων «φουσκώνει»(53) τον άνθρωπο. 

8. Οι πειρασμοί που μας έρχονται αναπάντεχα, είναι θεία οικονομία και
μας διδάσκουν να είμαστε φιλόπονοι στην εργασία των εντολών, και χωρίς να το
θέλομε μας ελκύουν στην μετάνοια. 

9. Οι θλίψεις που έρχονται στους ανθρώπους είναι γεννήματα των αμαρτιών
και κακιών τους. Αν τις υπομένομε με προσευχή, τότε βλέπομε να έρχονται πάλι τα
καλά. 

10. Μερικοί που τους παίνεψαν για αρετή ευχαριστήθηκαν και την ηδονή της
κενοδοξίας τη νόμισαν για θεία παρηγοριά. Άλλοι που ελέγχθηκαν για αμαρτία
πόνεσαν, και τον ωφέλιμο πόνο τον νόμισαν ότι είναι ενέργεια της κακίας. 

11. Όσοι με πρόφαση τους αγώνες τους υπερηφανεύονται σε βάρος των πιο
αμελών, αυτοί νομίζουν ότι δικαιώνονται από τα σωματικά τους έργα. Όσοι,
βασιζόμενοι στην ψιλή και χωρίς έργα γνώση, περιφρονούμε όσους δεν γνωρίζουν τα
θεία, είμαστε πολύ πιο ανόητοι από αυτούς. 

12. Αν δεν έχομε έργα, δεν είναι ακόμη βέβαιη η γνώση μας και αν ακόμη
είναι αληθινή. Γιατί σε κάθε περίπτωση την επιβεβαίωση την αποτελεί το έργο.

13. Πολλές φορές από την αμέλεια για την πράξη σκοτίζεται και η γνώση.
Γιατί εκείνοι οι οποίοι παραμέλησαν τελείως την πνευματική εργασία, αυτών και
οι ενθυμήσεις θα σβήσουν με τον χρόνο. 

14. Γι’ αυτό η Γραφή συμβουλεύει να αποκτήσομε πλήρη γνώση για τον Θεό,
για να τον υπηρετούμε ορθά με τα έργα μας. 

15. Όταν με τρόπο φανερό εκτελούμε τις εντολές, παίρνομε την ανάλογη
αμοιβή μας από τον Κύριο και ωφελούμαστε ψυχικά ανάλογα με το σκοπό της
προαιρέσεως. 

16. Εκείνος που θέλει να κάνει κάτι και δεν μπορεί, είναι σαν να το
έκανε, απέναντι στον καρδιογνώστη Θεό. Αυτό ισχύει και για τα καλά και για τα
κακά. 

17. Ο νους, και χωρίς το σώμα πολλά πράττει, καλά και κακά. Το σώμα όμως
χωρίς το νου, τίποτε από αυτά δεν μπορεί να κάνει, γιατί πριν από την πράξη
αναγνωρίζεται ο νόμος της ελευθερίας και αποφασίζει ο νους τι να πράξει και τι
να μην πράξει. 

18. Μερικοί, ενώ δεν τηρούν τις εντολές, νομίζουν ότι πιστεύουν ορθά.
Μερικοί πάλι που τις τηρούν, περιμένουν τη Βασιλεία σαν μισθό που τους τον
χρεωστεί ο Θεός. Και οι δύο βρίσκονται έξω από την αλήθεια. 

19. Από τον κύριο ενός δούλου, δεν οφείλεται μισθός στον δούλο, ούτε
πάλι ελευθερώνονται εκείνοι που δεν υπηρετούν σωστά. 

20. Αν ο Χριστός πέθανε για μας(54), σύμφωνα με τις Γραφές, και δε ζούμε
για τον εαυτό μας, αλλά για Εκείνον που πέθανε για μας και αναστήθηκε(55),
είναι φανερό ότι χρεωστούμε να Τον υπηρετούμε μέχρι θανάτου. Πώς λοιπόν θα
σκεφτούμε ότι μας χρεωστεί ο Χριστός την υιοθεσία;

21. Ο Χριστός είναι Κύριος ουσιαστικά και Κύριος κατ’ οικονομίαν, επειδή
και χωρίς να υπάρχομε μας έπλασε και αφού πεθάναμε εξαιτίας της αμαρτίας, μας
εξαγόρασε με το Αίμα Του, και σ’ εκείνους που πιστεύουν σ’ αυτό δώρισε τη χάρη. 

22. Όταν ακούσεις τη Γραφή που λέει ότι «θα αποδώσει στον καθένα κατά τα
έργα του»(56), μη σκεφτείς έργα άξια της κολάσεως ή της Βασιλείας, αλλά έργα
της πίστεως ή της απιστίας σ’ Αυτόν, τα οποία ο Χριστός ανταποδίδει στον
καθένα, όχι σαν να κάνει δοσοληψία εμπορική αλλά ως Θεός δημιουργός και
αγοραστής μας (με το Αίμα Του). 

23. Όσοι αξιωθήκαμε και βαπτισθήκαμε, τα καλά έργα δεν τα προσφέρομε στο
Θεό για να λάβομε ανταπόδοση γι’ αυτά, αλλά για να φυλάξομε την καθαρότητα του
αγίου Βαπτίσματος. 

24. Κάθε καλό έργο που κάνομε, μας κάνει να απέχομε από το αντίθετό του
κακό, αλλά δεν μπορεί να μας προσθέσει αγιασμό χωρίς τη θεία χάρη. 

25. Ο εγκρατής απέχει από τη λαιμαργία. Ο ακτήμονας από την πλεονεξία. Ο
ήσυχος από την πολυλογία. Ο αγνός από την φιληδονία. Ο σεμνός από την πορνεία.
Ο αυτάρκης από την φιλαργυρία. Ο πράος από την ταραχή. Ο ταπεινός από την
κενοδοξία. Ο υποτακτικός από τη φιλονεικία. Ο ελεγκτικός από την υποκρισία.
Επίσης, ο προσευχόμενος από την απελπισία, ο φτωχός από τα πολλά χρήματα, ο
ομολογητής από την άρνηση, ο μάρτυρας από την ειδωλολατρεία. Βλέπεις πώς κάθε
αρετή που γίνεται μέχρι θανάτου, δεν είναι άλλο παρά αποχή από την αμαρτία; Η
αποχή από την αμαρτία είναι φυσικό έργο και όχι αντάλλαγμα της Βασιλείας των
Ουρανών. 

26. Ο άνθρωπος μόλις και μπορεί να φυλάξει όσα επιβάλλει η φύση του. Ο
Χριστός δια του Σταυρού χαρίζει την υιοθεσία. 

27. Υπάρχει εντολή μερική (που αφορά στο μέρος), και άλλη που τα
συμπεριλαμβάνει όλα. Με την μερική διατάζει να δίνει κανείς σ’ εκείνον που δεν
έχει(57), με την άλλη διατάζει να απαρνείται κανείς όλα τα υπάρχοντά του(58).

28. Υπάρχει ενέργεια της χάρης την οποία αγνοεί ο νήπιος πνευματικά, και
υπάρχει άλλη ενέργεια της κακίας που μοιάζει με την αλήθεια. Καλό είναι να μην
τα παρατηρούμε αυτά, για να μην πέσομε σε πλάνη, ούτε να τα αναθεματίζομε, μην
τυχόν και είναι αληθινά, αλλά όλα να τα αναφέρομε με ελπίδα στο Θεό. Γιατί
Αυτός γνωρίζει την χρησιμότητα και των δύο. 

29. Εκείνος που θέλει να περάσει τη νοητή θάλασσα των παθών, μακροθυμεί,
ταπεινοφρονεί, αγρυπνεί, εγκρατεύεται. Αν προσπαθήσει να περάσει χωρίς αυτά τα
τέσσερα, ταράζει μόνο την καρδιά, να περάσει όμως δεν μπορεί. 

30. Η ησυχία είναι αποκοπή των κακών. Αν πάρει και τις προηγούμενες
τέσσερις αρετές μαζί με προσευχή, δεν υπάρχει συντομότερη βοήθεια προς απόκτηση
της απάθειας. 

31. Δεν μπορεί να ησυχάσει ο νους, αν δεν ησυχάσει το σώμα. Ούτε να
καταργήσει τον τοίχο που τα χωρίζει, χωρίς ησυχία και προσευχή. 

32. Η κατώτερη φύση μας που δουλεύει στις επιθυμίες της σάρκας, επιθυμεί
εναντίον της πνευματικής φύσεώς μας που εμπνέεται από το Άγιο Πνεύμα. Εκείνοι
που συμπεριφέρονται σύμφωνα με τις εμπνεύσεις του Αγίου Πνεύματος, δεν εκτελούν
τις επιθυμίες της σάρκας(59).

33. Δεν υπάρχει τέλεια προσευχή χωρίς νοερή επίκληση. Όταν χωρίς
περισπασμό φωνάζει δυνατά ο νους, θα επακούσει ο Κύριος. 

34. Ο νους όταν προσεύχεται χωρίς περισπασμό, προσεκτικά και επίμονα,
πιέζει και συντρίβει την καρδιά. Μια καρδιά γεμάτη συντριβή και ταπείνωση ο
Θεός δεν θα την εξουδενώσει(60).

35. Και η προσευχή αρετή λέγεται, αν και είναι μητέρα των αρετών. Γιατί
γεννά τις αρετές δια μέσου της ενώσεως με τον Χριστό. 

36. Ό,τι κάνομε χωρίς προσευχή και καλή ελπίδα, ύστερα αποδεικνύεται
βλαβερό και ατελές. 

37. Όταν ακούσεις ότι «θα είναι οι τελευταίοι πρώτοι και οι πρώτοι
τελευταίοι»(61), να σκεφτείς μετόχους αρετών και μετόχους αγάπης. Γιατί η αγάπη
είναι τελευταία μεταξύ των αρετών κατά την τάξη, πρώτη όμως στην αξία. Και όλες
τις αρετές που πραγματοποιήθηκαν πριν από αυτή, τις αποδεικνύει τελευταίες. 

38. Αν πάνω στη προσευχή σου σε καταλάβει ακηδία, ή στενοχωρηθείς με
διάφορους τρόπους από την κακία, θυμήσου το θάνατό σου και τις φοβερές
κολάσεις. Καλύτερα να προσκολλάσαι στο Θεό με προσευχή και ελπίδα(62), παρά να
έχεις εξωτερικές ενθυμήσεις, και αν ακόμη είναι ωφέλιμες. 

39. Καμιά από τις αρετές δεν μπορεί να ανοίξει από μόνη της το δρόμο
προς το Θεό, αν δεν εξαρτώνται όλες με ακολουθία η μια από την άλλη. 

40. Δεν είναι εγκρατής εκείνος που τρέφεται με λογισμούς. Ακόμη και αν
είναι ωφέλιμοι, δεν είναι πιο ωφέλιμοι από την ελπίδα. 

41. Θανάσιμη αμαρτία είναι εκείνη για την οποία δεν μετανοεί ο άνθρωπος.
Και άγιος αν προσευχηθεί γι’ αυτήν για άλλον, δεν εισακούεται. 

42. Εκείνος που μετανοεί σωστά, δεν βάζει αντιμέτρημα στις παλιές
αμαρτίες τον κόπο, αλλά με αυτόν εξιλεώνει τον Θεό. 

43. Αν έχομε χρέος να κάνομε κάθε ημέρα όσα καλά μπορεί να κάνει ο
άνθρωπος, τι λοιπόν θα ανταποδώσομε στο Θεό για τις προηγούμενες αμαρτίες μας; 

44. Όσο υπερβολική αρετή αν πραγματοποιήσουμε σήμερα, αυτό δεν επιφέρει
ανταπόδοση, αλλά είναι έλεγχος ότι στο παρελθόν είμασταν αμελείς. 

45. Εκείνος που θλίβεται νοερά και αναπαύεται σαρκικά, είναι όμοιος μ’
εκείνον που θλίβεται σωματικά και διασκορπίζεται νοερά. 

46. Η θεληματική θλίψη και από τα δύο, συνεργεί και στο ένα και στο
άλλο: η διανοητική συνεργεί στη σαρκική και η σαρκική στη διανοητική, γιατί η
σύνθεσή τους γίνεται πιο κοπιαστικά. 

47. Μεγάλη αρετή είναι να υπομένει κανείς τις επερχόμενες θλίψεις, και
να αγαπά τον πλησίον που τον μισεί, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου(63).

48. Δείγμα αγάπης χωρίς υποκρισία είναι η συγχώρηση των αδικημάτων.
Γιατί και ο Κύριος έτσι αγάπησε τον κόσμο. 

49. Δεν είναι δυνατό να συγχωρήσει κανείς με την καρδιά του τα
παραπτώματα των άλλων, αν δεν έχει αληθινή πνευματική γνώση, γιατί αυτή
φανερώνει τις θλίψεις στον καθένα σαν δικές του. 

50. Τίποτε δεν θα χάσεις από όσα αφήσεις συγχωρώντας για τον Κύριο.
Γιατί στον ίδιο καιρό θα έρθουν πολλαπλάσια. 

51. Όταν λησμονήσει κανείς ότι σκοπός του είναι η ευσέβεια, τότε το
φανερό έργο της αρετής είναι ανώφελο. 

52. Αν σε κάθε άνθρωπο η στραβή κατεύθυνση του νου είναι βλαβερή, πολύ
περισσότερο είναι σ’ εκείνους που έχουν σαν κανόνα της ζωής τους την ακρίβεια
σε λόγους, σε πράξεις και σε λογισμούς. 

53. Να φιλοσοφείς έμπρακτα σχετικά με τη βούληση του ανθρώπου και την
ανταπόδοση του Θεού. Γιατί τα λόγια δεν είναι ωφελιμότερα ή σοφότερα από τα
έργα. 

54. Στους κόπους για χάρη της ευσέβειας επακολουθεί η θεία βοήθεια. Αυτό
πρέπει να το μάθομε από το θείο νόμο και τη συνείδηση. 

55. Ένας δέχτηκε μια γνώμη και απρόσεκτα την κράτησε. Άλλος τη δέχτηκε
και έκανε τη σύγκρισή της με την αλήθεια. Ερωτάται, ποιος από τους δύο ενήργησε
με μεγαλύτερη ευσέβεια; 

56. Γνώση αληθινή είναι η υπομονή των θλίψεων και το να μην κατηγορείς
τους ανθρώπους για τις συμφορές σου. 

57. Εκείνος που κάνει το καλό και ζητεί ανταπόδοση, δεν υπηρετεί το Θεό
αλλά το θέλημά του.

58. Δεν είναι δυνατόν εκείνος που αμάρτησε να ξεφύγει παρά με την
μετάνοια που αρμόζει στο σφάλμα του. 

59. Μερικοί λένε, δεν μπορούμε να πράξομε το αγαθό, αν δε δεχτούμε
ενεργώς τη χάρη του Πνεύματος. 

60. Πάντοτε εκείνοι που είναι με την προαίρεσή τους προσηλωμένοι στις
ηδονές, δε φροντίζουν να κάνουν εκείνο που μπορούν, νομίζοντας ότι στον αγώνα
τους μένουν αβοήθητοι από το Θεό. 

61. Η χάρη δόθηκε μυστικά σε όσους βαπτίσθηκαν στο όνομα του Χριστού,
ενεργεί όμως σ’ αυτούς ανάλογα με την εργασία των εντολών. Και κρυφά η χάρη δεν
παύει να μας βοηθεί, από εμάς όμως εξαρτάται να πράττομε το αγαθό κατά δύναμη. 

62. Στην αρχή η χάρη κατά κάποιο τρόπο που αρμόζει στο Θεό, ανασηκώνει
την πεσμένη συνείδηση. Γι’ αυτό και κακοποιοί που μετανόησαν ευαρέστησαν τον
Θεό. 

63. Άλλοτε η χάρη είναι κρυμμένη στη διδασκαλία του πλησίον μας. Κάποτε
ακολουθεί την ανάγνωση και με φυσική ακολουθία διδάσκει τη δική της αλήθεια. Αν
λοιπόν της φυσικής αυτής ακολουθίας δεν κρύψομε το τάλαντο (που λάβαμε με
αυτούς τους τρόπους), στη χαρά του Κυρίου ενεργώς θα εισέλθουμε(64).

64. Εκείνος ο οποίος πριν εργαστεί τις εντολές ζητεί τις ενέργειες του
Πνεύματος, είναι όμοιος με δούλο που τον αγόρασαν και ο οποίος μόλις
αγοράστηκε, μαζί με το τίμημα, ζητεί να του δώσουν γραμμένο και το χαρτί της
ελευθερίας. 

65. Εκείνος που βρίσκει ότι οι θλίψεις του έρχονται από τη δικαιοσύνη
του Θεού, αυτός αναζητώντας τον Κύριο βρήκε γνώση μαζί με δικαιοσύνη(65).

66. Αν εννοήσεις κατά τη Γραφή ότι «σε όλη τη γη βρίσκονται οι κρίσεις
του Κυρίου»(66), τότε κάθε συμφορά σού γίνεται δάσκαλος θεογνωσίας. 

67. Ανάλογα με τη σκέψη κάθε ανθρώπου, του έρχεται αυτό που πρέπει. Την
ποικιλία του πειρασμού που χρειάζεται, τη γνωρίζει μόνο ο Θεός. 

68. Όταν οι άνθρωποι σου κάνουν κάποια ατιμία, ευθύς σκέψου ότι θα σου
έρθει κάποια δόξα από το Θεό. Και για την ατιμία δεν θα νοιώσεις λύπη και
ταραχή, αλλά και στη δόξα θα μείνεις πιστός και δεν θα κατακριθείς όταν σου
έρθει. 

69. Όταν επαινείσαι από το πλήθος κατ’ ευδοκίαν του Θεού, μην
ανακατέψεις καμιά επίδειξη σε ό,τι οικονόμησε ο Θεός, για να μην αλλάξουν τα
πράγματα και πέσεις στο αντίθετο. 

70. Ο σπόρος δεν αυξάνεται χωρίς γη και νερό. και ο άνθρωπος δεν θα
ωφεληθεί χωρίς εκούσιους κόπους και θεία βοήθεια. 

71. Δε γίνεται να πέσει βροχή χωρίς σύννεφο. ούτε χωρίς αγαθή εσωτερική
μαρτυρία (συνείδηση), να ευαρεστήσει κανείς το Θεό. 

72. Μην αρνείσαι να μαθαίνεις, και ας τυχαίνει να ξέρεις πάρα πολλά.
Γιατί αυτό που μπορεί να οικονομήσει ο Θεός είναι πολύ πιο ωφέλιμο από τη δική
μας φρόνηση. 

73. Όταν από κάποια ηδονή, η καρδιά ξεγλιστρήσει από τον τόπο της
φιλοπονίας της, τότε σαν πέτρα πολύ βαριά που κυλάει προς τα κάτω, δεν μπορεί
εύκολα να συγκρατηθεί. 

74. Όπως ένα μοσχάρι άπειρο που ψάχνοντας για χορτάρι έφτασε σε
απόκρημνο τόπο, έτσι η ψυχή αποπλανάται λίγο-λίγο από τους λογισμούς. 

75. Όταν ο νους, με ανδρεία που δίνει ο Κύριος, αποσπά την ψυχή από
χρόνια συνήθεια αμαρτίας, τότε η καρδιά είναι σαν να κολάζεται από δημίους που
την σέρνουν ο ένας από δω κι ο άλλος από κει, ο νους δηλαδή και το πάθος. 

76. Όπως εκείνοι που ταξιδεύουν στη θάλασσα για χάρη της ελπίδας του
κέρδους, ευχαρίστως υποφέρουν τον καύσωνα του ήλιου, έτσι κι εκείνοι που μισούν
την κακία, αγαπούν τον έλεγχο. Γιατί η κάψα του ήλιου είναι αντίθετη στους
ανέμους κι ο έλεγχος αντίθετος στα πάθη. 

77. Όπως το να ταξιδεύεις χειμώνα ή Σάββατο(67) είναι πόνος στη σάρκα
και βεβήλωση στη ψυχή, έτσι είναι η επανάσταση των παθών σε γηραλέο σώμα και σε
ψυχή αφιερωμένη στο Θεό. 

78. Κανείς δεν είναι τόσο αγαθός και σπλαχνικός όσο ο Κύριος. Κι όμως
εκείνον που δεν μετανοεί, ούτε Αυτός τον συγχωρεί. 

79. Πολλοί λυπόμαστε για τις αμαρτίες μας, τις αιτίες τους όμως τις
δεχόμαστε με πολλή ευχαρίστηση. 

80. Ο τυφλοπόντικας που σέρνεται κάτω από τη γη, είναι τυφλός και δεν
μπορεί να βλέπει τα άστρα. Κι εκείνος που δεν πιστεύει για τα πρόσκαιρα, ούτε
για τα αιώνια μπορεί να πιστεύει. 

81. Χάρη πριν από τη χάρη, η αληθινή πνευματική γνώση έχει δωρηθεί από
το Θεό στους ανθρώπους. Προπάντων διδάσκει εκείνους που τη δέχτηκαν να
πιστεύουν στον δωρητή Θεό. 

82. Όταν μια αμαρτωλή ψυχή δεν δέχεται ευχαρίστως τις θλίψεις που της
έρχονται, τότε οι Άγγελοι λέγουν γι’ αυτήν: «Θεραπεύσαμε τη Βαβυλώνα αλλά δεν
έγινε καλά»(68).

83. Εκείνος που λησμονεί την αληθινή γνώση, αγωνίζεται για χάρη των
αντιθέτων σαν να ήταν αυτά που συμφέρουν στους ανθρώπους. 

84. Όπως η φωτιά δεν μπορεί να ζήσει μέσα στο νερό, έτσι και λογισμός
αισχρός δε ζει μέσα σε ψυχή που αγαπά το Θεό, γιατί κάθε φιλόθεος αγαπά τους
κόπους. Και ο εκούσιος κόπος είναι εκ φύσεως εχθρός της ηδονής. 

85. Το πάθος όταν στην πράξη επικρατήσει με θέλησή μας, ύστερα και χωρίς
να θέλει ο άνθρωπος δια της βίας τον κατακυριεύει. 

86. Των ακουσίων λογισμών αγαπούμε τις αιτίες και γι’ αυτό μας
επιτίθενται. Των εκουσίων λογισμών βέβαια αγαπούμε και τα αντικείμενα. 

87. Η οίηση και η αλαζονεία είναι αίτια της βλασφημίας. Η φιλαργυρία και
η κενοδοξία είναι αίτια της ασπλαχνίας και της υποκρισίας. 

88. Όταν δει ο διάβολος ότι ο νους προσευχήθηκε με την καρδιά του, τότε
επιτίθεται με μεγάλους και δόλιους πειρασμούς. Γιατί μικρές αρετές δεν θέλει να
τις ανατρέπει με μεγάλες εφόδους. 

89. Λογισμός που πολυκαιρίζει στον άνθρωπο, φανερώνει ότι έχει εμπαθή αγάπη
προς το πράγμα. Αν εξαφανίζεται γρήγορα, φανερώνει πόλεμο και αντίπραξη του
ανθρώπου εναντίον του λογισμού αυτού. 

90. Τρεις νοερές περιοχές υπάρχουν όπου μπαίνει ο άνθρωπος έπειτα από
μεταβολή, το «κατά φύσιν», το «υπέρ φύσιν» και το «παρά φύσιν». Όταν βρίσκεται
στο «κατά φύσιν», βρίσκει τον εαυτό του αίτιο των πονηρών λογισμών και
εξομολογείται στο Θεό τις αμαρτίες του, αναγνωρίζοντας τις αιτίες των παθών.
Όταν έρθει στο «παρά φύσιν», λησμονεί τη δικαιοσύνη του Θεού και φιλονεικεί με
τους ανθρώπους ότι τάχα τον αδικούν. Όταν φτάσει στο «υπέρ φύσιν», βρίσκει τους
καρπούς του αγίου Πνεύματος που είπε ο Απόστολος, αγάπη, χαρά, ειρήνη κτλ.(69).
Και ξέρει ότι αν προτιμά τις σωματικές φροντίδες δεν μπορεί να παραμένει εκεί.
Κι εκείνος που φεύγει από την περιοχή αυτή, δηλαδή από το «υπέρ φύσιν», πέφτει
στην αμαρτία και στις φοβερές δοκιμασίες που επακολουθούν, αν όχι αμέσως, αλλά
στον καιρό τους, καθώς γνωρίζει η δικαιοσύνη του Θεού. 

91. Τόσο αληθινή είναι η πνευματική γνώση κάθε ανθρώπου, όσο την βεβαιώνουν
η πραότητα, η ταπείνωση και η αγάπη.

92. Κάθε βαπτισμένος Ορθόδοξος έλαβε μυστικά όλη τη χάρη. Πληροφορείται
γι’ αυτό ανάλογα με την εργασία των εντολών. 

93. Εντολή Χριστού που εκτελείται συνειδητά, ανάλογα με τις λύπες της
καρδιάς, χαρίζει παρηγοριά. Αλλά κάθε τι από αυτά έρχεται στον καιρό του.

94. Να κάνεις σταθερή και επίμονη δέηση για κάθε πράγμα, ώστε τίποτε να
μην κάνεις χωρίς την βοήθεια του Θεού. 

95. Κανένα άλλο πράγμα δεν είναι πιο αποτελεσματικό από την προσευχή.
Και για καλή διάθεση και ευμένεια του Θεού, κανένα άλλο πιο ωφέλιμο. 

96. Κάθε εργασία εντολών περικλείεται στην προσευχή. Γιατί από την αγάπη
του Θεού τίποτε ανώτερο δεν υπάρχει. 

97. Προσευχή προσεκτική που δεν περισπάται εδώ κι εκεί είναι σημάδι
φιλοθεΐας εκείνου που την κρατεί και την συνεχίζει. Αμέλεια της προσευχής αυτής
και περιπλάνηση του νου είναι τεκμήριο φιληδονίας. 

98. Εκείνος που αγρυπνεί και μακροθυμεί και προσεύχεται χωρίς να
στενοχωρείται, προφανώς είναι μέτοχος Πνεύματος Αγίου. Εκείνος που
στενοχωρείται σ’ αυτά αλλά υπομένει εκουσίως, και αυτός γρήγορα λαμβάνει
βοήθεια από το Θεό. 

99. Εντολή από εντολή διαφέρει. Γι’ αυτό και πίστη από πίστη διαφέρει
και είναι η μία πιο ασφαλής και ακλόνητη από την άλλη. 

100. Υπάρχει πίστη που γεννιέται από όσα ακούσαμε(70), και πίστη που
κάνει χειροπιαστά όσα ελπίζουμε(71).

101. Είναι καλό να ωφελούμε με λόγια όσους ερωτούν, καλύτερο όμως είναι
να τους βοηθούμε με την προσευχή και την αρετή. Γιατί εκείνος που προσφέρει τον
εαυτό του στο Θεό με αυτές, βοηθεί και τον εαυτό του και τον πλησίον. 

102. Αν θέλεις με λίγα λόγια να βοηθήσεις τον φιλομαθή, υπόδειξέ του
προσευχή και ορθή πίστη και υπομονή στις θλίψεις. Γιατί όλα τα άλλα καλά με
αυτά τα αποκτούμε. 

103. Για εκείνα που ελπίζει κανείς στο Θεό, δεν φιλονεικεί πλέον γι’
αυτά με τους άλλους. 

104. Αν κάθε ακούσιο έχει την αιτία του από τα εκούσια, κατά τη Γραφή,
κανείς δεν είναι τόσο πολύ εχθρός του ανθρώπου, όσο είναι ο ίδιος του εαυτού
του.

105. Από όλα τα κακά πρώτη είναι η άγνοια, δεύτερη η απιστία. 

106. Ν’ αποφεύγεις τον πειρασμό με υπομονή και προσευχή. Αν αντιστέκεσαι
χωρίς αυτά, ο πειρασμός επιτίθεται δυνατότερα. 

107. Ο κατά Θεόν πράος είναι σοφότερος από τους σοφούς, και ο ταπεινός
στην καρδιά είναι δυνατότερος από τους δυνατούς. Επειδή τον ζυγό του Χριστού βαστάζουν(72)
με πνευματική γνώση. 

108. Όσα λέμε ή κάνομε χωρίς προσευχή, ύστερα βγαίνουν ή σφαλερά ή
επιβλαβή, και μας ελέγχουν εμπράκτως.

109. Εξαιτίας έργων και λόγων και σκέψεως, ένας γίνεται δίκαιος.
Εξαιτίας πίστεως και χάρης και μετάνοιας, πολλοί γίνονται δίκαιοι. 

110. Όπως είναι ασυμβίβαστο στον μετανοούντα να υψηλοφρονεί, έτσι σ’
εκείνον που αμαρτάνει θεληματικά είναι αδύνατο να ταπεινοφρονεί. 

111. Η ταπεινοφροσύνη δεν είναι καταδίκη συνειδήσεως, είναι χάρη του
Θεού και ακριβής πληροφορία της συμπάθειάς Του. 

112. Ότι είναι το σπίτι για τον αέρα, έτσι είναι και ο νους για τη θεία
χάρη. Όσο βγάζεις υλικά πράγματα μέσα από το σπίτι, τότσο έρχεται ο αέρας. Και
όσο βάζεις πράγματα μέσα στο σπίτι, τόσο φεύγει ο αέρας. 

113. Υλικά του σπιτιού είναι τα σκεύη και φαγητά. Υλικά του νου η
κενοδοξία και η ηδονή. 

114. Ευρυχωρία της καρδιάς είναι η ελπίδα στο Θεό. Εκείνο που την
στενοχωρεί είναι η σωματική φροντίδα. 

115. Μία και αμετάβλητηείναι η χάρη του Πνεύματος. Ενεργεί όμως στον
καθένα όπως θέλει(73).

116. Όπως η βροχή που πέφτει στη γη, δίνει στα φυτά την ανάλογη με αυτά
ποιότητα, γλυκιά στα γλυκά, στυφή στα πιο στυφά, έτσι και η χάρη που πέφτει
στις καρδιές των πιστών χαρίζει στις αρετές τις αρμόζουσες και πρέπουσες ενέργειες. 

117. Η χάρη όταν πέσει στη ψυχή, σ’ εκείνον που πεινά για τον Χριστό,
γίνεται τροφή. στον διψασμένο, γλυκύτατο νερό. σ’ εκείνον που κρυώνει, ένδυμα.
και στον κοπιάζοντα ανάπαυση. σ’ εκείνον που προσεύχεται γίνεται πληροφορία.
και σ’ εκείνον που πενθεί γίνεται παρηγοριά. 

118. Όταν λοιπόν ακούσεις τη Γραφή να λέει για το Άγιο Πνεύμα ότι
«κάθησε σε καθένα από τους Αποστόλους»(74) ή ότι «όρμησε πάνω στον προφήτη»(75)
ή «ενεργεί»(76) ή «λυπείται»(77) ή «σβέννυται»(78) ή «παροξύνεται»(79). και
πάλι να λέει ότι «άλλοι έχουν τους πρώτους καρπούς»(80), ενώ άλλοι «είναι
γεμάτοι από το Άγιο Πνεύμα»(81), εσύ να μη νομίσεις μερισμό ή μετατροπή ή
αλλοίωση του Πνεύματος, αλλά πίστευε με τον τρόπο που προείπαμε, ότι είναι
αμετάβλητο και αναλλοίωτο και παντοδύναμο. Γι’ αυτό και όταν ενεργεί, και
εκείνο που είναι μένει, και στον καθένα παρέχει το πρέπον θεοπρεπώς, δηλ. όπως
αρμόζει σε Θεό. Γιατί το Πνεύμα σαν ήλιος έχει ντυθεί εντελώς πάνω στους
βαπτισμένους. Ο καθένας μας πάλι στο μέτρο που έχει μισήσει τα πάθη που τον
σκοτίζουν και τα έχει βγάλει από τη μέση, ανάλογα φωτίζεται. Και κατά το μέτρο
που τα αγαπά, σκοτίζεται. 

119. Εκείνος που μισεί τα πάθη, βγάζει από τη μέση τις αφορμές τους.
Εκείνος που περικυκλώνεται από τις αφορμές, πολεμείται από τα πάθη και χωρίς να
θέλει. 

120. Όταν μας πολεμούν πονηροί λογισμοί, να κατηγορούμε τους εαυτούς μας
και όχι την προπατορική αμαρτία. 

121. Ρίζες των πονηρών λογισμών είναι οι ολοφάνερες κακίες τις οποίες με
τα χέρια, με τα πόδια και με το στόμα υπερασπιζόμαστε κάθε φορά.

122. Δεν είναι δυνατό να ασχολούμαστε με οικειότητα με κάποιο πάθος κατά
διάνοια, αν δεν αγαπούμε τις αιτίες του. 

123. Γιατί, ποιος είναι εκείνος που ανέχεται το ντρόπιασμα, και
ασχολείται διανοητικά με την κενοδοξία; Και ποιος είναι εκείνος που αγαπά την
εξουθένωση, και ταράζεται όταν τον βρίσουν; Και ποιος είναι εκείνος που έχει
καρδιά γεμάτη συντριβή και ταπείνωση(82), και παραδέχεται σαρκική ηδονή; Ή
ποιος πιστεύει στο Χριστό, και φροντίζει για πρόσκαιρα και φιλονεικεί; 

124. Εκείνος που αποδοκιμάζεται από άλλον και δεν φιλονεικεί μήτε με
λόγια, μήτε νοερά μ’ εκείνον που τον αποδοκιμάζει, αυτός έχει αληθινή
πνευματική γνώση, και πίστη βέβαιη παρουσιάζει στον Κύριο. 

125. Εξαπατούν οι άνθρωπο στο ζύγι για να αδικήσουν(83), ο Θεός όμως
αποδίδει στον καθένα το δίκαιο. 

126. Αν ούτε στον αδικούντα περισεύουν, ούτε ο αδικούμενος υστερείται,
άρα ο άνθρωπος περνάει από τον κόσμο σαν μια εικόνα ονείρου, και συνεπώς μάταια
ταράζεται(84). 

127. Όταν δεις κανένα και στενοχωρείται επειδή τον πρόσβαλλαν πολύ, να
ξέρεις ότι αφού γέμισε με λογισμούς κενοδοξίας, τώρα με αηδία και αποστροφή
θερίζει ό,τι έσπειρε στην καρδιά του. 

128. Εκείνος που απόλαυσε τις ηδονές πέρα από το μέτρο, με
εκατονταπλάσιες θλίψεις και στενοχώριες θα πληρώσει την αφθονία των ηδονών. 

129. Ο προϊστάμενος οφείλει να λέει στον υποτακτικό το χρέος του, όταν
όμως τον παρακούει, να του προαναγγέλει την επιδρομή των κακών.

130. Εκείνος που αδικείται από κάποιον και δεν ζητεί το δίκιο του από
αυτόν που τον αδικεί, δείχνει ότι πιστεύει στον Χριστόκαι εκατονταπλάσια
λαμβάνει στην παρούσα ζωή και ζωή αιώνια(85) κληρονομεί.

131. Μνήμη Θεού είναι πόνος της καρδιάς για χάρη του σεβασμού προς το
Θεό. Ο καθένας που λησμονεί το Θεό, στρέφεται στις ηδονές του βίου και γίνεται
αναίσθητος. 

132. Μη λες ότι όποιος δεν έχει πάθη δεν μπορεί να θλίβεται. Γιατί αν
δεν θλίβεται για τον εαυτό του, οφείλει να θλίβεται για τον πλησίον.

133. Όταν ο εχθρός κρατήσει στα χέρια του πολλούς λογαριασμούς των
αμαρτημάτων που παραδόθηκαν στη λήθη, τότε αναγκάζει τον χρεοφειλέτη να κάνει
τα ίδια αμαρτήματα και στην μνήμη, χρησιμοποιώντας εύλογα το νόμο της
αμαρτίας(86).

134. Αν θέλεις ακατάπαυστα να θυμάσαι το Θεό, μην αποκρούεις ως άδικες
τις θλίψεις που σου έρχονται, αλλά υπόμενέ τις συλλογιζόμενος ότι δίκαια
έρχονται. Γιατί η υπομονή, με κάθε θλίψη ξαναθέτει σε κίνηση τη μνήμη, ενώ η
χαύνωση λιγοστεύει το νοερό φρόνημα της καρδιάς και με την ανάπαυση φέρνει τη
λησμοσύνη του Θεού. 

135. Αν θέλεις να σκεπαστούν οι αμαρτίες σου από τον Κύριο(87), μη
φανερώσεις στους ανθρώπους ότι έχεις αρετές. Γιατί ό,τι κάνομε γι’ αυτές, αυτό
και ο Θεός κάνει για εκείνες. 

136. Αν κρύψεις την αρετή σου, μην υπερηφανεύεσαι ότι τάχα κάνεις αρετή.
Γιατί αρετή δεν είναι μόνο να κρύβομε τα καλά, αλλά και το να μη σκεφτόμαστε
τίποτε από όσα ο Θεός απαγορεύει. 

137. Μη χαίρεσαι όταν ευεργετήσεις κανέναν, αλλά όταν χωρίς μνησικακία
υποφέρεις την έχθρα για το καλό που έκανες. Γιατί όπως οι νύχτες διαδέχονται
τις ημέρες, έτσι και οι κακίες διαδέχονται τις ευεργεσίες. 

138. Η κενοδοξία, η φιλαργυρία και η ηδονή, δεν αφήνουν την ευεργεσία να
μείνει καθαρή, αν οι κακίες αυτές δεν καταπέσουν πρώτα με το φόβο του Θεού. 

139. Στις ακούσεις θλίψεις είναι κρυμμένο το έλεος του Θεού, το οποίο
τραβά σε μετάνοια εκείνον που δείχνει υπομονή και τον γλυτώνει από την αιώνια
κόλαση. 

140. Μερικοί που εκτελούν τις εντολές, περιμένουν να ισορροπήσουν στη
ζυγαριά με τις αμαρτίες τους. Άλλοι εξιλεώνουν Εκείνον που πέθανε για τις
αμαρτίες μας. Ας αναζητήσομε, ποιος από τους δύο έχει ορθό το φρόνημα; 

141. Ο φόβος της κολάσεως και ο έρωτας της Βασιλείας των Ουρανών
παράγουν την υπομονή στις θλίψεις. Και αυτό όχι από τον εαυτό τους, αλλά από
Εκείνον που γνωρίζει τις σκέψεις μας. 

142. Εκείνος που πιστεύει στα μελλοντικά, απομακρύνεται απροφάσιστα από
τα παρόντα ευχάριστα. Εκείνος που δεν πιστεύει, γλυκαίνεται στα παρόντα και
γίνεται αναίσθητος. 

143. Μην πεις, πώς θα ζήσει ηδονικά ο φτωχός, αφού δεν έχει τις
προϋποθέσεις; Γιατί μπορεί να ζει κανείς ηδονικά ακόμα και με τις σκέψεις του
κατά τρόπο αθλιότερο. 

144. Άλλο είναι η γνώση των πραγμάτων και άλλο βαθιά γνώση της θείας
αλήθειας. Όσο διαφέρει ο ήλιος από τη σελήνη, τόσο η δεύτερη είναι πιο ωφέλιμη
από την πρώτη. 

145. Η γνώση των πραγμάτων προστίθεται στους ανθρώπους ανάλογα με την
εργασία των εντολών. Η βαθιά γνώση της θείας αλήθειας, ανάλογα με την ελπίδα
στον Χριστό. 

146. Αν θέλεις να σωθείς και να έρθεις σε πλήρη γνώση της αλήθειας(88),
να προσπαθείς πάντοτε να ξεπερνάς τα αισθητά και να προσκολλάσαι στο Θεό με
μόνη την ελπίδα. Γιατί αν παρασύρεσαι χωρίς να θέλεις, θα σε πολεμούν με
προσβολές οι δαιμονικές αρχές και εξουσίες. Όταν όμως τις νικάς με την προσευχή
και κρατώντας την ελπίδα στο Θεό, θα αποκτήσεις τη χάρη του Θεού, η οποία θα σε
γλυτώσει από τη μέλλουσα οργή. 

147. Εκείνος που εννόησε ό,τι είπε ο Παύλος με τρόπο μυστικό, ότι δηλαδή
η πάλη μας γίνεται εναντίον των πονηρών πνευμάτων(89), αυτός θα καταλάβει και
την παραβολή του Κυρίου που έλεγε ότι πρέπει να προσευχόμαστε και να μην
αποθαρρυνόμαστε(90). 

148. Ο Μωσαϊκός νόμος διατάζει εξ ημέρες να εργάζονται και την έβδομη να
αναπαύονται(91). Αυτό προτυπώνει ότι έργο της ψυχής είναι η αγαθοεργία με
χρήματα και με πράγματα, αργία δε και ανάπαυση είναι το να πουλήσει κανείς όλα
τα υπάρχοντά του και να τα δώσει στους φτωχούς σύμφωνα με το λόγο του
Κυρίου(92), και αφού αναπαυθεί με την ακτημοσύνη, να ασχολείται με την νοερή
ελπίδα. Σ’ αυτήν την ανάπαυση και ο Παύλος μάς προτρέπει να μπούμε(93). 

149. Αυτά τα λέμε όχι γιατί αποκλείομε τα μέλλοντα, ούτε και γιατί εδώ
είναι η καθολική ανταπόδοση, αλλά γιατί πρέπει πρώτα να έχομε τη χάρη του αγίου
Πνεύματος να ενεργεί μέσα στη καρδιά μας και έτσι κατά αναλογία να μπούμε στη
Βασιλεία των Ουρανών. Τούτο φανερώνοντας και ο Κύριος έλεγε: «Η Βασιλεία των
Ουρανών είναι μέσα σας»(94). Αυτό και ο Απόστολος έλεγε: «Η πίστη είναι η
πραγματικότητα αυτών που ελπίζομε»(95), και: «Έτσι και σεις τρέχετε για να
κερδίσετε»(96) και πάλι: «Να δοκιμάζετε τον εαυτό σας αν στέκεστε στην πίστη. ή
δεν γνωρίζετε ότι ο Ιησούς Χριστός κατοικεί μέσα σας; Αν όχι τότε είστε άξιοι
αποδοκιμασίας»(97).

150. Εκείνος που γνώρισε την αλήθεια δεν αντιστέκεται στα θλιβερά
περιστατικά, γιατί γνωρίζει ότι οδηγούν τον άνθρωπο στο φόβο του Θεού. 

151. Οι παλιές αμαρτίες, όταν τις φέρνει κανείς στο νου του μία προς
μία, βλάπτουν εκείνον που έχει καλή ελπίδα στο Θεό. Γιατί όταν ξαναγυρίσουν με
λύπη, απομακρύνουν από την ελπίδα. Όταν μας έρθουν οι εικόνες τους χωρίς λύπη,
βάζουν μέσα στην ψυχή τον παλιό μολυσμό. 

152. Όταν ο νους αρνηθεί ολότελα τον εαυτό του και κρατήσει σταθερά την
ελπίδα, τότε ο εχθρός με την πρόφαση δήθεν της εξομολογήσεως παριστάνει με
εικόνες ακριβώς τα αμαρτήματα που διαπράχθηκαν, με σκοπό να ξαναζωντανέψει τα
πάθη που λησμονήθηκαν με την χάρη του Θεού και να βλάψει κρυφά τον άνθρωπο.
Γιατί και αν ακόμη ο άνθρωπος είναι δυνατός και μισεί τα πάθη, κατ’ ανάγκην θα
σκοτιστεί και θα πέσει σε σύγχυση για τα προηγούμενα αμαρτήματά μου. Αν μάλιστα
είναι ακόμη στην καταχνιά και στην αγάπη της ηδονής, θα μεταφερθεί στην εποχή
εκείνη και θα ασχοληθεί με εμπάθεια με τις προσβολές του εχθρού, ώστε η μνήμη
αυτή θ’ αποδειχτεί σύνδεσμος με τα προηγούμενα και όχι εξομολόγηση.

153. Αν θέλεις να προσφέρεις στο Θεό ακαταδίκαστη εξομολόγηση, μην
αναφέρεις ένα-ένα τα παραστρατήματα, αλλά να υπομένεις με γενναιότητα τις
συνέπειές τους. 

154. Τα λυπηρά και δυσάρεστα έρχονται εξαιτίας των αμαρτιών που κάναμε
πρωτύτερα και φέρνουν μαζί τους ό,τι πρέπει για κάθε αμαρτία. 

155. Εκείνος που έχει γνώση και γνωρίζει την αλήθεια, εξομολογείται στο
Θεό όχι με την ανάμνηση εκείνων που έπραξε, αλλά με την υπομονή των θλιβερών
που του έρχονται. 

156. Όταν αποβάλλεις τους σωματικούς κόπους και την εξουδένωση, μη λες
ότι θα μετανοήσεις με άλλες αρετές. Γιατί η κενοδοξία και η αναισθησία, από τη
φύση τους δουλεύουν στην αμαρτία ακόμη και με εύλογες προφάσεις. 

157. Όπως τις αρετές τις γεννούν κόποι και καταφρονήσεις και ύβρεις,
έτσι και τις κακίες τις γεννούν ηδονές και κενοδοξίες. 

158. Κάθε σωματική ηδονή προέρχεται από προηγούμενη ανάπαυση. Την
ανάπαυση πάλι την γεννά η απιστία. 

159. Εκείνος που βρίσκεται κάτω από την εξουσία της αμαρτίας, δεν μπορεί
μόνος του να νικήσει το σαρκικό φρόνημα, γιατί έχει τον ερεθισμό ακατάπαυστο
και εγκατεστημένο μέσα στα μέλη του. 

160. Όσοι είναι εμπαθείς πρέπει να προσεύχονται και να υποτάσσονται, επειδή
μόλις μπορούν με βοήθεια να πολεμήσουν τις κακές συνήθειες των περασμένων
αμαρτιών τους. 

161. Εκείνος που αγωνίζεται με υποταγή και προσευχή εναντίον του
σαρκικού θελήματος, είναι αγωνιστής που μεταχειρίζεται καλή μέθοδο,
εκδηλώνοντας το νοητό πόλεμο με την αποχή από τα αισθητά. 

162. Εκείνος που δεν εγκαταλείπει το θέλημά του για χάρη του θελήματος
του Θεού, πεδικλώνεται στα δικά του έργα και γίνεται υπόδουλος των εχθρών
δαιμόνων. 

163. Όταν δεις δύο κακούς να έχουν αγάπη ο ένας προς τον άλλον, να
γνωρίζεις ότι ο ένας βοηθεί στα κακά θελήματα του άλλου. 

164. Ο υπερήφανος και ο κενόδοξος ευχαρίστως κάνουν ανταλλαγή μεταξύ
τους. Ο υπερήφανος επαινεί τον κενόδοξο επειδή του φέρεται δουλικά, ενώ ο
κενόδοξος εκθειάζει τον υπερήφανο που τον επαινεί συνεχώς. 

165. Ο ακροατής που αγαπά το Θεό, και από τα δύο μέρη προμηθεύεται
ωφέλεια. Όταν αναγνωρίζεται για το αγαθό, γίνεται προθυμότερος. Όταν ελέγχεται
για το κακό, αναγκάζεται να μετανοεί. Πρέπει σύμφωνα με την πρόοδό μας να έχομε
το βίο, και σύμφωνα με το βίο οφείλομε να προσφέρομε στο Θεό τις προσευχές μας. 

166. Καλό είναι να τηρούμε την κυριότερη εντολή και για τίποτε άλλο να
μη φροντίζομε ή να προσευχόμαστε, αλλά μόνο να ζητούμε τη Βασιλεία και το λόγο
του Θεού(98). Αν όμως ακόμη φροντίζομε για κάθε μία ανάγκη, οφείλομε και για
κάθε μία να προσευχόμαστε. Γιατί εκείνος που χωρίς προσευχή κάνει κάτι ή
φροντίζει, δεν ευδοκιμεί. Και αυτό είναι που είπε ο Κύριος: «Δίχως εμένα δεν
μπορείτε να κάνετε τίποτε»(99).

167. Εκείνον που παραβλέπει την εντολή της προσευχής, χειρότερες
παρακοές τον περιμένουν, και η μία στην άλλη τον παραδίνει σαν δεσμώτη. 

168. Εκείνος που παραδέχεται τα παρόντα θλιβερά για χάρη της αναμονής
των μελλοντικών αγαθών, έχει βρει την γνώση της αλήθειας. Και εύκολα θα
απαλλαγεί από την οργή και από την λύπη.

169. Εκείνος που προτιμά την κακουχία και την περιφρόνηση, για χάρη της
αλήθειας, βαδίζει τον αποστολικό δρόμο, σηκώνοντας το σταυρό και δεμένος με
αλυσίδα(100). Εκείνος που χωρίς αυτά προσπαθεί να προσέχει στην καρδιά του,
πλανάται και πέφτει σε παγίδες του διαβόλου(101). 

170. Ούτε τους κακούς λογισμούς χώρια από τις αιτίες τους, ούτε τις
αιτίες χώρια από τους λογισμούς μπορούμε να νικήσομε. Γιατί όταν το ένα μόνον
μέρος αποβάλομε, σε λίγο μέσω του άλλου, πηγαίνομε και στα δύο. 

171. Εκείνος που από φόβο να μην κακοπαθήσει ή εξαιτίας ονειδισμού
φιλονεικεί με τους ανθρώπους, ή εδώ με συμφορές περισσότερο κακοπαθεί ή στον
μέλλοντα αιώνα κολάζεται ανελέητα. 

172. Εκείνος που θέλει να αποκλείσει κάθε κακό συμβάν, οφείλει με την
προσευχή να κάνει μια σχετική συναλλαγή με το Θεό. Να κρατά μέσα στο νου την
ελπίδα στο Θεό, αλλά και κατά δύναμη να παραβλέπει τη φροντίδα των αισθητών. 

173. Όταν ο διάβολος βρει τον άνθρωπο να ασχολείται χωρίς ανάγκη με τα
σωματικά, πρώτα του αφαιρεί τη γνώση των θείων. Κατόπιν και την ελπίδα στον
Θεό, την κόβει σαν κεφάλι. 

174. Αν ποτέ αξιωθείς και πάρεις οχυρό τόπο της προσευχής, τότε μην
παραδέχεσαι την γνώση των πραγμάτων που σου προσφέρει ο εχθρός, για να μην
χάσεις το μεγαλύτερο καλό. Επειδή είναι καλύτερο με τα βέλη της προσευχής να
τον κατατοξεύσεις αποκλεισμένο στα χαμηλά, παρά να συναναστρέφεσαι αυτόν που
μας προσφέρει τα φαύλα και μηχανεύεται να μας αποσπάσει από την εναντίον του
δέηση. 

175. Η γνώση των πραγμάτων, σε ώρες πειρασμού ή ακηδίας ωφελεί τον
άνθρωπο, σε ώρες όμως προσευχής συνήθως τον βλάπτει. 

176. Αν σου δόθηκε από το Θεό να διδάσκεις και δε σε ακούνε, να θλίβεσαι
νοερά χωρίς να ταράζεσαι φανερά. Γιατί όταν θλίβεσαι, δεν θα καταδικαστείς μαζί
με αυτόν που σε παρακούει. Αν όμως ταράζεσαι, θα έχεις πειρασμό στο ίδιο
πράγμα.

177. Όταν διδάσκεις και εξηγείς, μην κρύψεις τα πρέποντα από τους
παρόντες. Τα κόσμια και ευπρεπή να τα πεις καθαρότερα, τα σκληρά με
υπαινιγμούς.

178. Εκείνου που δεν είναι στην υποταγή σου μην του πεις το σφάλμα κατά
πρόσωπο. Γιατί αυτό είναι δικαίωμα εξουσίας μάλλον, παρά συμβουλής. 

179. Εκείνα που λέγονται στον πληθυντικό, γίνονται σε όλους ωφέλιμα,
γιατί παρουσιάζονται στον καθένα σαν το περιεχόμενο της συνειδήσεώς του. 

180. Εκείνος που μιλεί ορθά οφείλει να πιστεύει ότι παραλαμβάνει από το
Θεό τα λόγια. Η αλήθεια δεν είναι αυτού που μιλά, αλλά του Θεού που ενεργεί. 

181. Μ’ εκείνους που δεν έχεις ομολογία υποταγής τους, μη φιλονεικείς
μαζί τους, όταν αντιστέκονται στην αλήθεια, για να μην διεγείρεις μίσος όπως
λέει η Γραφή(102).

182. Εκείνος που υποχωρεί στον υποτακτικό του όταν φέρνει αντιρρήσεις
που δεν πρέπει. Τον παραπλανά σ’ αυτό το πράγμα και τον προετοιμάζει να
παραβαίνει τις υποσχέσεις της υποταγής. 

183. Εκείνος που με φόβο Θεού συμβουλεύει ή τιμωρεί όποιον αμαρτάνει,
προξενεί στον εαυτό του την αντίθετη από το σφάλμα αρετή. Εκείνος όμως που
μνησικακεί και από κακία επιπλήττει και υβρίζει, περιπίπτει στο ίδιο πάθος
σύμφωνα με τον πνευματικό νόμο. 

184. Εκείνος που έμαθε καλά το νόμο, φοβάται το νομοθέτη. Κι επειδή τον
φοβάται αποφεύγει κάθε κακό. 

185. Μη γίνεις διπρόσωπος, αλλιώς δηλ. στα λόγια κι αλλιώς στη
συνείδηση. Τον άνθρωπο αυτόν η Γραφή τον θέτει κάτω από κατάρα(103).

186. Υπάρχει ο ειλικρινής που λέει την αλήθεια και οι ανόητοι τον
μισούν, κατά τον Απόστολο(104). Και υπάρχει άλλος που υποκρίνεται και γι’ αυτό
τον αγαπούν. Όμως καμιά από αυτές τις ανταποδόσεις δεν κρατάει πολύ καιρό,
γιατί ο Κύριος αποδίδει στην ώρα του στον καθένα το πρέπον. 

187. Εκείνος που θέλει να αποφύγει τα μελλοντικά λυπηρά, οφείλει να
υποφέρει με ευχαρίστηση τα παρόντα. Και έτσι ανταλάσσοντας νοερά το ένα πράγμα
με το άλλο, με μικρές θλίψεις θα ξεφύγει μεγάλες τιμωρίες. 

188. Βάλε ασφάλεια στα λόγια σου για να μην καυχηθείς και φύλαγε το νου
σου να μη νομίσεις ότι είσαι κάτι, για να μην παραχωρήσει ο Θεός και πράξεις τα
αντίθετα. Γιατί το αγαθό δεν κατορθώνεται από μόνον τον άνθρωπο, αλλά με την
βοήθεια του Παντεπόπτη Θεού.

189. Ο Θεός, ο Οποίος τα πάντα επιβλέπει, όπως μας δίνει τις ανταμοιβές
που αξίζουν τα έργα μας, το ίδιο κάνει και για τους λογισμούς μας και για τις
εκούσιες σκέψεις μας. 

190. Οι ακούσιοι λογισμοί ξεφυτρώνουν από προηγούμενη αμαρτία, οι
εκούσιοι από την ελεύθερη θέλησή μας. Λοιπόν, αίτιοι των πρώτων είναι οι
δεύτεροι. 

191. Στις κακές σκέψεις που μας έρχονται χωρίς να θέλομε, ακολουθεί
λύπη. Γι’ αυτό και σύντομα εξαφανίζονται. Σ’ αυτές όμως που μας έρχονται με την
πρόθεσή μας, ακολουθεί χαρά, γι’ αυτό και δύσκολα γλυτώνομε από αυτές. 

192. Ο φιλήδονος λυπάται στις κατηγορίες και τις κακοπάθειες. Ο φιλόθεος
στους επαίνους και τις πλεονεξίες. 

193. Εκείνος που δεν γνωρίζει τις τιμωρίες του Θεού, βαδίζει νοερά ένα
δρόμο που έχει από τη μία και την άλλη γκρεμνούς και από κάθε άνεμο εύκολα
αναποδογυρίζεται. Όταν επαινείται, καμαρώνει και φουσκώνει. Όταν τον
κατηγορούν, πικραίνεται. Όταν τρώει καλά, γίνεται ασελγής. Όταν κακοπαθεί,
οδύρεται. Όταν εννοεί, επιδεικνύεται. Όταν δεν εννοεί, προσποιείται. Όταν
πλουτεί, αλαζονεύεται. Όταν φτωχαίνει, υποκρίνεται. Όταν φάει άφθονα και
χορτάσει, γίνεται θρασύς. Όταν νηστεύει γίνεται κενόδοξος. Με εκείνους που τον
ελέγχουν, φιλονεικεί. Εκείνους που του δίνουν συγγνώμη τους θεωρεί ανόητους. 

194. Αν λοιπόν δεν λάβει από τον Χριστό κάποιος τη χάρη Του για να
αποκτήσει γνώση της αλήθειας και φόβο Θεού, όχι μόνον από τα πάθη, αλλά κι απ’
όσα λυπηρά του συμβαίνουν, τραυματίζεται σοβαρά. 

195. Όταν θέλεις να βρεις λύση σε πρόβλημα περίπλοκο, ψάξε γι’ αυτό, τι
αρέσει στο Θεό, και θα βρεις την λύση του την ωφέλιμη. 

196. Σ’ εκείνα τα πράγματα που ευαρεστείται ο Θεός, σ’ αυτά και όλη η
κτίση υπηρετεί. Σ’ εκείνα που ο Θεός αποστρέφεται, και η κτίση αντιστέκεται. 

197. Εκείνος που αντιστέκεται στα λυπηρά συμβάντα, πολεμά χωρίς να το
γνωρίζει τη διαταγή του Θεού. Εκείνος που τα παραδέχεται, γνωρίζοντας καλά
γιατί έρχονται και ότι από το θέλημα του Θεού προέρχονται, αυτός, κατά την
Γραφή υπομένει τον Κύριο(105).

198. Όταν σου έρθει πειρασμός, θλίψη και συμφορά, μη ζητάς γιατί και
μέσω τίνος ήρθε. Ζήτησε να τον υποφέρεις μ’ ευχαρίστηση, χωρίς λύπη και χωρίς
μνησικακία. 

199. Ξένο κακό δεν μας προσθέτει αμαρτία, αν εμείς δεν το παραδεχτούμε
με κακές σκέψεις.

200. Αν δεν μπορούμε να βρούμε εύκολα άνθρωπο που ευαρέστησε το Θεό
χωρίς πειρασμούς, πρέπει να ευχαριστούμε το Θεό για ό,τι μας συμβαίνει. 

201. Αν δεν αποτύγχανε ο Πέτρος στο νυχτερινό ψάρεμα(106), δε θα
πετύχαινε στο ψάρεμα της ημέρας. Και αν δεν πάθαινε τύφλωση στα μάτια ο
Παύλος(107), δεν θα ανέβλεπε στο νου. Και αν ο Στέφανος δε δεχόταν συκοφαντία
ως βλάσφημος, δεν θα άνοιγαν οι ουρανοί για να δει το Θεό(108).

202. Όπως η κατά Θεόν εργασία λέγεται αρετή, έτσι και η αναπάντεχη θλίψη
λέγεται πειρασμός. 

203. Ο Θεός πείραζε τον Αβραάμ, δηλαδή τον στενοχωρούσε προς το συμφέρον
του κι όχι για να μάθει τι είδους ήταν, γιατί τον γνώριζε Εκείνος που γνωρίζει
τα πάντα και πριν από την ύπαρξή τους. Ήθελε να του δώσει αφορμές για την
τέλεια πίστη. 

204. Κάθε θλίψη ελέγχει την κλίση του θελήματος, αν κλίνει στα δεξιά ή
στα αριστερά. Γι’ αυτό η θλίψη που μας συμβαίνει λέγεται πειρασμός, επειδή
παρέχει πείρα, δηλαδή φανερώνει στον θλιβόμενο τα κρυφά θελήματά του. 

205. Ο φόβος του Θεού μας αναγκάζει να πολεμούμε την κακία. Όταν εμείς
πολεμούμε, την πολεμεί η χάρη του Θεού και την αφανίζει.

206. Σοφία δεν είναι μόνο να γνωρίζουμε με φυσική συνέπεια την αλήθεια,
αλλά και το να υπομένομε σαν δική μας την πονηρία εκείνων που μας αδικούν.
Γιατί εκείνοι που έμειναν στην πρώτη περίπτωση, φούσκωσαν από υπερηφάνεια.
Εκείνοι όμως που έφτασαν στη δεύτερη, απόκτησαν ταπεινοφροσύνη. 

207. Αν θέλεις να μην πειράζεσαι από τους πονηρούς λογισμούς, να
καταδέχεσαι εξουδένωση της ψυχής σου και θλίψη της σάρκας του. Κι αυτό όχι σε
μερικά, αλλά σε κάθε καιρό και τόπο και πράγμα.

208. Εκείνος που γυμνάζεται με τη θέλησή του στις θλίψεις, δε θα
κατακυριευτεί από τους ακούσιους πονηρούς λογισμούς. Εκείνος που δεν
καταδέχεται τα πρώτα, αιχμαλωτίζεται από τα δεύτερα και χωρίς να θέλει. 

209. Όταν αδικείσαι και σκληραίνει η καρδιά σου και τα σπλάχνα σου, μη
λυπάσαι, επειδή αυτό έγινε κατ’ οικονομίαν, αλλά με χαρά να ανατρέπεις τους
λογισμούς που ξεσηκώνονται, γνωρίζοντας ότι με τον αφανισμό των λογισμών, μόλις
αυτοί εμφανιστούν, αφανίζεται και το κακό. Αν όμως οι λογισμοί εξακολουθούν αδιάκοπα,
τότε και το κακό μεγαλώνει. 

210. Χωρίς συντριβή καρδιάς είναι αδύνατο να απαλλαγείς από την κακία.
Δίνει συντριβή στην καρδιά η εγκράτεια από τα τρία αυτά: ύπνο, τροφή και
σωματική ανάπαυση. Η αφθονία αυτών φέρνει τρυφή και ηδονική ζωή, και αυτά δέχονται
τους πονηρούς λογισμούς και είναι αντίθετα στην προσευχή και στην πρέπουσα
διακονία. 

211. Αν σου έλαχε να διατάζεις αδελφούς, φύλαγε την τάξη σου και μην
σωπάσεις και δεν πεις τα δέοντα, επειδή υπάρχουν αντιλέγοντες. Και αν υπακούουν
θα έχεις μισθό για την αρετή τους. Αν παρακούουν, πάντως να τους συγχωρήσεις
και θα λάβεις τα ίσα από Αυτόν που είπε: «Συγχωρείστε και θα
συγχωρηθείτε»(109). 

212. Με πανήγυρη μοιάζει κάθε θλίψη. Εκείνος που ξέρει να εμπορεύεται,
θα κερδίσει πολλά. Εκείνος που δεν ξέρει ζημιώνεται. 

213. Εκείνον που δεν υπακούει με το πρώτο, μην τον βιάζεις με
φιλονεικία, αλλά το κέρδος που έχασε εκείνος, κέρδισέ το εσύ. γιατί περισσότερο
από τη διόρθωση εκείνου, θα σε ωφελήσει η ανεξικακία σου. 

214. Όταν η βλάβη τους ενός αφορά σε πολλούς, τότε δεν πρέπει να
μακροθυμείς ούτε να ζητείς το συμφέρον σου, αλλά το συμφέρον των πολλών για να
σωθούν. Επειδή η αρετή που αφορά σε πολλούς είναι πιο ωφέλιμη από την αρετή που
αφορά σε έναν. 

215. Αν κανείς πέσει σε οποιαδήποτε αμαρτία και δεν λυπηθεί ανάλογα με
το σφάλμα, εύκολα πέφτει πάλι στο ίδιο δίχτυ.

216. Όπως το λιοντάρι δεν πλησιάζει με φιλικά αισθήματα το δαμάλι, έτσι
η αναισχυντία δεν δέχεται ευχάριστα τη λύπη για τις αμαρτίες. 

217. Όπως λύκος με πρόβατο δεν συνέρχονται για να τεκνοποιήσουν, έτσι ο
χορτασμός δεν συνέρχεται με τον πόνο της καρδιάς για να γεννήσουν αρετές. 

218. Κανείς δεν μπορεί να έχει πόνο και λύπη κατά Θεόν, αν δεν αγαπήσει
πρωτύτερα τις αιτίες τους. 

219. Ο φόβος του Θεού και ο έλεγχος για τα σφάλματά μας προξενούν λύπη.
Η εγκράτεια και η αγρυπνία συντροφιάζουν με τον πόνο. 

220. Εκείνος που δεν διδάσκεται από τις εντολές και τις συμβουλές της
Γραφής θα χτυπηθεί με μάστιγα αλόγου και κεντρί του όνου(110). Αν δεν τα δεχτεί
κι αυτά, τότε με φίμωτρο και χαλινάρι θα σφιχτεί από το λαιμό(111). 

221. Εκείνος που εύκολα νικιέται από τα μικρά, εξ ανάγκης έχει
υποδουλωθεί και στα μεγάλα. Εκείνος που καταφρονεί τα μικρά, με τη βοήθεια του
Κυρίου θα αντισταθεί στα μεγάλα. 

222. Μην προσπαθείς με ελέγχους να ωφελήσεις εκείνον που καυχιέται για
αρετές. Γιατί ο ίδιος άνθρωπος δεν μπορεί να αγαπά και την επίδειξη και την
αλήθεια. 

223. Κάθε λόγος του Χριστού φανερώνει έλεος και δικαιοσύνη και σοφία του
Θεού. Τούτων τη δύναμη βάζει μέσω της ακοής στις ψυχές όσων ακούν μ’ ευχαρίστηση.
Γι’ αυτό, οι ανελεήμονες και άδικοι που τον άκουσαν με δυσαρέσκεια, δεν
μπόρεσαν να εννοήσουν τη σοφία του Θεού, αλλά και τον Διδάσκαλο τον σταύρωσαν.
Ας προσέξομε λοιπόν κι εμείς αν ακούμε μ’ ευχαρίστηση. Γιατί ο ίδιος είπε:
«Όποιος με αγαπά θα φυλάξει τις εντολές μου. Θα τον αγαπήσει ο Πατέρας μου, θα
τον αγαπήσω κι εγώ και θα του φανερώσω τον εαυτό μου»(112). Βλέπεις πώς έκρυψε
μέσα στις εντολές τη φανέρωσή Του; Απ’ όλες λοιπόν τις αρετές, εκείνη που τις
περιλαμβάνει όλες είναι η αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον, που προέρχεται
από την αποχή από την ύλη και την ησυχία των λογισμών. 

224. Το γνωρίζει αυτό ο Κύριος και μας παραγγέλει: «Μη φροντίσετε για το
αύριο»(113). Και είναι σωστό. Γιατί εκείνος που δεν έχει απαλλαγεί από την
μέριμνα της ύλης, πώς θα απαλλαγεί από τους πονηρούς λογισμούς; Κι εκείνος που
είναι περικυκλωμένος από λογισμούς, πώς θα δει πραγματική την αμαρτία που
σκεπάζουν οι λογισμοί; Αυτή είναι σκοτάδι και ομίχλη της ψυχής, που προήλθε από
πονηρές σκέψεις και πράξεις. Ο διάβολος πειράζει με προσβολές πονηρών λογισμών,
δε βιάζει όμως αλλά υποδεικνύει την αρχή. Ο άνθρωπος με φιληδονία και κενοδοξία
ευχαρίστως ανταποκρίνεται. Γιατί αν και δεν ήθελε από διάκριση, αλλά στην πράξη
ευχαριστιόταν και παραδεχόταν. Εκείνος που δεν είδε την καθολική (γενική)
αμαρτία, πότε θα παρακαλέσει να απαλλαγεί από αυτήν; Εκείνος που δεν
καθαρίστηκε, πώς θα βρει τον τόπο της καθαρής φύσεως; Κι εκείνος που δεν τον
βρήκε, πώς θα δει τον εσωτερικότερο οίκο του Χριστού; Αφού είμαστε οίκος Θεού
κατά τον προφητικό και ευαγγελικό λόγο και τον αποστολικό(114).

225. Πρέπει λοιπόν ακολουθώντας αυτά που είπαμε παραπάνω, να ζητήσομε να
βρούμε τον οίκο, και με προσευχή να επιμένομε να «κρούομε», ώστε ή τώρα ή κατά
την ώρα του θανάτου μας να μας ανοίξει ο Κύριος και να μη μας πει επειδή
αμελήσαμε, «Δεν γνωρίζω από που είστε»(115). Όχι μόνο χρεωστούμε να ζητήσομε
και να λάβομε, αλλά και ό,τι λάβομε να φυλάξομε. Επειδή υπάρχουν μερικοί που το
έχασαν, αφού το έλαβαν. Γι’ αυτό, των πραγμάτων που προείπαμε, ψιλή γνώση ή και
τυχαία πείρα, ίσως και οψιμαθείς και νέοι κατέχουν. Την εργασία όμως την
υπομονετική κι επίμονη, μόλις διαθέτουν οι ευλαβείς και πολύπειροι γέροντες, οι
οποίοι από απροσεξία πολλές φορές την έχασαν και με εκούσιους κόπους την
αναζήτησαν και την βρήκαν. Αυτό και εμείς να μην παύομε να κάνομε μέχρις ότου
την αποκτήσουμε μόνιμα. 

226. Αυτές τις λίγες εντολές του Πνευματικού Νόμου ξεχωρίσαμε από τις
πολλές. Αυτές και ο μέγας Ψαλμωδός(116) προτρέπει ακατάπαυστα να μαθαίνομε και
να πράττομε όσοι συνεχώς ψάλλομε στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού. Σ’ αυτόν
ανήκει η δόξα και το κράτος και η προσκύνηση, τώρα και στους αιώνες. Αμήν! 

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * 

50. Λουκ. 17, 10.
51. Α΄ Κορ. 15, 3.
52. Ματθ. 25, 21.
53. Α΄ Κορ. 8, 1.
54. Ρωμ. 5, 8.
55. Β΄ Κορ. 5, 15.
56. Ματθ. 16, 27.
57. Λουκ. 3, 11.
58. Λουκ. 14, 33.
59. Γαλ. 5, 16-17.
60. Ψαλμ. 50, 19.
61. Ματθ. 19, 30.
62. Ψαλμ. 72, 28.
63. Ματθ. 5, 44.
64. Ματθ. 25, 14-30.
65. Παροιμ. 16, 8.
66. Α΄ Παρ. 16, 14.
67. Ματθ. 24, 20.
68. Ιερ. 28, 9.
69. Γαλ. 5, 22.
70. Ρωμ. 10, 17.
71. Εβρ. 11,1.
72. Ματθ. 11, 29.
73. Α΄ Κορ. 12, 11.
74. Πραξ. 2, 3.
75. Α΄ Βασιλ. 11, 6. 16, 13.
76. Α΄ Κορ. 12, 11.
77. Εφ. 4, 30.
78. Α΄ Θεσ. 5, 19.
79. Ησ. 63, 10.
80. Ρωμ. 8, 23.
81. Πραξ. 2, 4 κ.α.
82. Ψαλμ. 50, 19.
83. Ψαλμ. 61, 10.
84. Ψαλμ. 38, 7.
85. Μαρκ. 10, 30.
86. Ρωμ. 7, 23.
87. Ψαλμ. 31, 1.
88. Α΄ Τιμ. 2, 4.
89. Εφ. 6, 12.
90. Λουκ. 18, 1.
91. Εξ. 20, 9.
92. Ματθ. 18, 21.
93. Εβρ. 4, 11.
94. Λουκ. 17, 21.
95. Εβρ. 11, 1.
96. Α΄ Κορ. 9, 24.
97. Β΄ Κορ. 13, 5.
98. Ματθ. 6, 33.
99. Ιω. 15, 5.
100. Πραξ. 28, 20.
101. Α΄ Τιμ. 6, 9.
102. Παροιμ. 9, 8.
103. Σ. Σειρ. 28, 13.
104. Γαλ. 4, 16.
105. Ψαλμ. 26, 14.
106. Λουκ. 5, 5.
107. Πραξ. 9, 8.
108. Πραξ. 6, 13. 7, 56.
109. Ματθ. 6, 14.
110. Παροιμ. 26, 3.
111. Ψαλμ. 31, 9.
112. Ιω. 14, 21.
113. Ματθ. 6, 34.
114. Ιω. 14, 23. Α΄ Κορ. 3, 16. Εβρ. 3, 6.
115. Λουκ. 13, 25. 
116. Ψαλμ. 1, 2 κ.α.

 

Πηγή 

Περὶ μετανοίας καὶ περὶ ἐξορίας τοῦ Ἀδὰμ



 Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου

Αδελφοὶ καὶ πατέρες. Εἶναι καλὸν πράγμα ἡ μετάνοια καὶ ἡ ὠφέλεια ποὺ
προέρχεται ἀπὸ αὐτήν. Αὐτὸ γνωρίζοντας καὶ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Θεός μας,
ὁ ὁποῖος ὅλα τὰ γνωρίζει ἐκ τῶν προτέρων, εἶπε: «Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ
Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Θέλετε δὲ νὰ μάθετε ὅτι χωρὶς μετάνοια, καὶ μάλιστα
μετάνοιαν ἀπὸ τὸ βάθος τῆς ψυχῆς καὶ τοιαύτην ὅπως ὁ Λόγος τὴν ζητεῖ ἀπὸ ἐμᾶς,
εἶναι ἀδύνατον νὰ σωθοῦμε; Ἀκοῦστε τὸν ἴδιον τὸν Ἀπόστολο ποὺ λέγει «… πᾶσα
ἁμαρτία ἐκτός τοῦ σώματος ἐστίν… Ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει…».
Καὶ πάλιν. «Παραστῆναι δεῖ ἡμᾶς ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα
ἀπολήψεται ἕκαστος τὰ διὰ τοῦ σώματος πρὸς εἰ ἔπραξε, εἴτε ἀγαθὰ εἴτε φαῦλα».
Ἠμπορεῖ λοιπὸν πολλὲς φορὲς λαμβάνοντας κάποιος ἀφορμὴν ἀπὸ αὐτὰ νὰ εἰπῆ:
«εὐχαριστῶ τὸν Θεόν, διότι δὲν ἐμόλυνα κανένα μέλος τοῦ σώματός μου μὲ κάποιαν
πονηρὰ πράξη», καὶ ἔχει δῆθεν παρηγορία ἀπὸ αὐτό, ἐπειδὴ εἶναι ξένος ἀπὸ
σωματικὴν ἁμαρτία. Ἀλλὰ ἀποκρίνεται ὁ Δεσπότης λέγοντας τὴν παραβολὴν περὶ τῶν
δέκα παρθένων, καὶ δεικνύει σὲ ὅλους μας καὶ μᾶς βεβαιώνει ὅτι καθόλου δὲν ὠφελούμεθα
ἀπὸ τὴν καθαρότητα τοῦ σώματος, ἐὰν δὲν συνυπάρχουν σ’ ἐμᾶς καὶ οἱ ὑπόλοιπες
ἀρετές.

Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ ὁ ἴδιος πάλιν ὁ Παῦλος μαζὶ
μὲ τὸν Δεσπότην φωνάζει: «Εἰρήνην διώκετε μετὰ πάντων καὶ τόν ἁγιασμόν, οὐ
χωρὶς οὐδεὶς ὄψεται τόν Κύριον». Γιατί ὅμως εἶπε «διώκετε»; Διότι δὲν εἶναι
δυνατὸν σὲ μίαν ὥρα νὰ γίνωμε καὶ νὰ εἴμεθα ἅγιοι, ἀλλὰ πρέπει ἀρχίζοντας ἀπὸ
τὰ μικρά, νὰ φθάσωμε προοδευτικῶς στὸν ἁγιασμὸν καὶ τὴν καθαρότητα, καὶ διότι
ἀκόμη καὶ χίλια χρόνια ἐὰν ζήσωμε στὴν ζωὴν αὐτήν, οὐδέποτε θὰ ἠμπορέσωμε νὰ τὰ
ἀποκτήσωμε αὐτὰ σὲ τέλειον βαθμό, ἀλλὰ βάζοντας ἀρχὴν καθημερινῶς, ὀφείλουμε νὰ
ἀγωνιζώμεθα συνεχῶς.

Αὐτὸ ἐφανέρωσε πάλιν ὁ ἴδιος λέγοντας, «Διώκω δὲ εἰ
καὶ καταλάβω (μήπως κατορθώσω δηλαδὴ) ἐφ’ ὧ καὶ κατελήφθην (ἐκεῖνο δηλαδὴ γιὰ τὸ
ὁποῖον καὶ ὁ Χριστὸς μὲ ἔφερε κοντά του)». Διότι κάθε ἄνθρωπος ποὺ ἔχει
ἁμαρτήσει, ὅπως ἐγὼ ὁ κατακεκριμένος, καὶ ἔκλεισε μὲ τόν βόρβορο τῶν ἡδονῶν τὶς
αἰσθήσεις τῆς ψυχῆς του, ἀκόμη καὶ ἂν ὅλην τὴν περιουσία του τὴν διεμοίρασε
στοὺς πτωχούς, καὶ ἐγκατέλειψε ὅλην τὴν δόξα καὶ λαμπρότητα τῶν ἀξιωμάτων καὶ
πολυτέλειαν οἴκου καὶ ἵππων, ποιμνίων καὶ δούλων, καὶ αὐτοὺς τοὺς ἴδιους φίλους
του καὶ τοὺς συγγενεῖς του ὅλους, καὶ ἦλθε πτωχὸς καὶ ἀκτήμων καὶ ἔγινε
μοναχός, παρ’ ὅλα αὐτὰ χρειάζεται τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας, ὡς ἀναγκαῖα γιὰ τὴν
ζωήν του.

Καὶ αὐτὸ γιὰ νὰ ἀποπλύνη τὸν βόρβορο τῶν ἁμαρτημάτων
του, καὶ ἀκόμη περισσότερον ἐὰν εἶναι καλυμμένος, ὅπως ἐγώ, μὲ τὴν αἰθάλη καὶ
τὸν βόρβορο τῶν πολλῶν του κακῶν, ὄχι μόνον στὸ πρόσωπο καὶ στὰ χέρια, ἀλλὰ σὲ
ὅλον γενικῶς τὸ σῶμα του. Πράγματι, δὲν ἀρκεῖ γιὰ τὴν κάθαρσιν τῆς ψυχῆς μας ἡ
διανομὴ τῶν ὑπαρχόντων, ἀδελφοί, ἐὰν παραλλήλως δὲν κλαύσωμε καὶ δὲν θρηνήσωμε
ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας. Διότι νομίζω ὅτι ἐὰν δὲν καθαρίσω ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτόν
μου μὲ κάθε δυνατὴν προσπάθεια καὶ μὲ τὰ δάκρυα ἀπὸ τὸν μολυσμὸν τῶν
ἁμαρτημάτων μου, ἀλλὰ ἐξέλθω ἀπὸ τόν βίον μολυσμένος, δικαίως θὰ γελάση καὶ ὁ
Θεὸς εἰς βάρος μου καὶ οἱ ἄγγελοί του, καὶ θὰ ἐκβληθῶ στὸ πῦρ τὸ αἰώνιον μὲ
τοὺς δαίμονες. Ναί, πράγματι, ἔτσι εἶναι ἀδελφοί. Διότι τίποτε δὲν ἐφέραμε μαζί
μας στὸν κόσμο, γιὰ νὰ τὸ δώσωμε στόν Θεὸν ὡς ἀντίλυτρον γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας.

Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ἀδελφοί, σὲ ὅλους, ὄχι μόνον
στοὺς μοναχοὺς ἀλλὰ καὶ στοὺς λαϊκούς, τὸ νὰ μετανοοῦν πάντοτε καὶ διαρκῶς, καὶ
νὰ κλαίουν καὶ νὰ παρακαλοῦν τὸν Θεόν, καὶ δι’ αὐτῶν τῶν πράξεων νὰ ἀποκτήσουν
καὶ ὅλες τὶς ὑπόλοιπες ἀρετές.

Ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς τὸ ἐπιβεβαιώνει μαζί μου καὶ ὁ
Χρυσόστομος Ἰωάννης, ὁ μέγας στύλος καὶ διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, στοὺς λόγους
του περὶ τοῦ Δαυίδ, ἐξηγώντας ἐκεῖ τὸν πεντηκοστὸν ψαλμό. Λέγει ὅτι εἶναι
δυνατὸν κάποιος ποὺ ἔχει γυναίκα καὶ δούλους καὶ δοῦλες καὶ πλῆθος ὑπηρετῶν καὶ
περιουσίαν πολλήν, καὶ διαπρέπει στὰ κοσμικὰ πράγματα, νὰ ἠμπορῆ ὄχι μόνον
αὐτό, τὸ νὰ κλαίη δηλαδὴ καθημερινῶς καὶ νὰ προσεύχεται καὶ νὰ μετανοῆ, ἀλλὰ
καὶ νὰ φθάση στὴν τελειότητα τῆς ἀρετῆς ἐὰν θέλη, καὶ νὰ λάβη Πνεῦμα Ἅγιον καὶ
νὰ γίνη φίλος του Θεοῦ καὶ νὰ ἀπολαμβάνη τὴν θέαν του, ὅπως ὑπῆρξαν πρὶν ἀπὸ
τὴν παρουσίαν τοῦ Χριστοῦ ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰσαάκ, ὁ Ἰακὼβ καὶ στὰ Σόδομα ὁ Λὼτ καί,
γιὰ νὰ ἀφήσω τοὺς ἄλλους, ἐπειδὴ εἶναι πολλοί, ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Δαυίδ. Στὴν δὲ
νέαν χάρη καὶ ἐπιφάνειαν τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος μας, ὁ ἁλιεὺς καὶ ἀγράμματος
Πέτρος, ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ τὴν πενθερά του καὶ τοὺς ἄλλους ἐκήρυττε τὸν Θεὸν ποὺ
τότε ἐφανερώθη. Τοὺς δὲ ἄλλους ποῖος θὰ τοὺς ἀπαριθμήση, ποὺ εἶναι περισσότεροι
ἀπὸ τὶς σταγόνες τῆς βροχῆς καὶ ἀπὸ τοὺς ἀστέρες τοῦ οὐρανοῦ; Βασιλεῖς,
ἀρχιερεῖς, ἐξουσιαστάς, γιὰ νὰ μὴν εἰπῶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ὅσους ἔζησαν μόνο μὲ
τὰ ἀπαραίτητα, τῶν ὁποίων οἱ πόλεις καὶ οἱ οἰκίες καὶ οἱ ναοὶ ποὺ ἐκεῖνοι
φιλοτίμως ἀνήγειραν, τὰ γηροκομεῖα καὶ τὰ ξενοδοχεῖα, σώζονται καὶ ὑπάρχουν
μέχρι τώρα;

Ὅλα αὐτὰ καὶ ὅταν ἦσαν ἀκόμη ἐκεῖνοι στὴν ζωὴ τὰ
κατεῖχαν καὶ τὰ χρησιμοποιοῦσαν εὐσεβῶς, ὄχι ὡς κύριοι των, ἀλλὰ ὡς δοῦλοι τοῦ
Δεσπότου μετεχειρίζοντο αὐτὰ τὰ ὁποῖα τοὺς ἔδωσε ὁ Κύριος, ὅπως ἦταν ἀρεστὸν σ’
Ἐκεῖνον, «χρησιμοποιώντας μὲν τῷ κόσμω, οὐ καταχρώμενοι δέ», σύμφωνα μὲ τὸν
Παῦλον. Γι’ αὐτὸ καὶ τώρα, στὴν παροῦσα ζωή, ἔγιναν ἔνδοξοι καὶ λαμπροί, καὶ
στοὺς ἀτελευτήτους αἰώνας, στὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, θὰ γίνουν ἐνδοξότεροι καὶ
λαμπρότεροι. Καὶ μάλιστα ἐὰν δὲν ἤμασταν ὀκνηροὶ καὶ ράθυμοι καὶ καταφρονηταὶ
τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ πρόθυμοι καὶ ἄγρυπνοι καὶ προσέχαμε τὸν ἑαυτόν μας,
οὐδεμίαν ἀνάγκη θὰ εἴχαμε ἀποταγῆς ἢ κουρᾶς ἢ τῆς φυγῆς ἀπὸ τὸν κόσμο. Καὶ γιὰ
νὰ σὲ βεβαιώσω γι’ αὐτὸ ἄκουσε!

Ὁ Θεὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἔκαμε τὸν ἄνθρωπο βασιλέα ὅλων
ὅσων ὑπάρχουν ἐπάνω στὴν γῆν, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν ποὺ εὑρίσκονται κάτω ἀπὸ τόν θόλον
τοῦ οὐρανοῦ. Διότι βέβαια ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη καὶ τὰ ἄστρα, γιὰ τόν ἄνθρωπον
ἐδημιουργήθησαν. Τί λοιπόν; Ἄραγε ἐπειδὴ ἦταν βασιλεὺς ὅλων αὐτῶν τῶν ὁρατῶν,
ἐβλάπτετο ἀπὸ αὐτὰ στὴν ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς; Ὄχι, καθόλου, ἀλλὰ ἐὰν ἐζοῦσε
εὐχαριστώντας τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος τὰ ἐδημιούργησε καὶ τοῦ τὰ ἔδωσε ὅλα, ἀκόμη
περισσότερο θὰ εὐδοκιμοῦσε. Διότι ἐὰν δὲν παρέβαινε τὴν ἐντολὴν τοῦ Δεσπότου,
δὲν θὰ ἔχανε αὐτὴν τὴν Βασιλεία, δὲν θὰ στεροῦσε τoν ἑαυτόν του ἀπὸ τὴν δόξαν
τοῦ Θεοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἔκαμε αὐτό, δικαίως ἐξεδιώχθη, ἐξωρίσθη, ἔζησε καὶ
ἀπέθανε. Καὶ θὰ σᾶς εἰπῶ ἕνα πράγμα τὸ ὁποῖον, νομίζω, κανεὶς δὲν τὸ ἀπεκάλυψε
σαφῶς, ἀλλὰ ἔχει λεχθεῖ σκιωδῶς. Ποῖον; Ἄκου τὴν Θείαν Γραφὴ ποὺ λέγει: «Καὶ
εἶπεν ὁ Θεὸς τῷ Ἀδὰμ (μετὰ τὴν παράβασιν ἐννοῶ). Ἀδὰμ ποῦ εἶ;». Γιατί τὸ εἶπεν
αὐτὸ ὁ ποιητὴς τοῦ παντός; Ὁπωσδήποτε θέλοντας νὰ τὸν φέρη σὲ συναίσθηση, καὶ καλώντας
τὸν σὲ μετάνοια, λέγει «Ἀδὰμ ποῦ εἶ;». Ἐξέτασε τὸν ἑαυτόν σου, διαπίστωσε τὴν
γύμνωσή σου! Κοίτα ποῖον ἔνδυμα, ποίαν δόξαν ἐστερήθης. «Ἀδὰμ ποῦ εἶ;». Σὰν νὰ
τὸν παρακαλῆ καὶ νὰ τοῦ λέγη: «Ναί, σύνελθε, ταπεινέ, ναί, ἄφησε τὸν τόπον ὅπου
εἶσαι κρυμμένος. Ἀπὸ ἐμένα νομίζεις ὅτι κρύβεσαι; Εἰπὲ «Ἥμαρτον!».

Ἀλλὰ δὲν τὸ λέγει αὐτό, ἢ μᾶλλον ἐγὼ ὁ ἄθλιος δὲν τὸ
λέγω, διότι ἰδικό μου εἶναι τὸ πάθος! Ἀλλὰ τί λέγει; «Τῆς φωνῆς σου ἤκουσα
περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσω, καὶ ἔγνων ὅτι γυμνὸς εἰμὶ καὶ ἐκρύβην». Καὶ τί
τοῦ ἀπήντησε ὁ Θεός; «Καὶ τὶς ἀνήγγειλέ σοι ὅτι γυμνὸς εἶ, εἰ μὴ ἐκ τοῦ ξύλου,
οὐ ἐνετειλάμην σοι τούτου μόνον μὴ φαγεῖν, ἀπ’ αὐτοῦ ἔφαγες;». Βλέπεις,
ἀγαπητέ, μακροθυμίαν Θεοῦ; Διότι ὅταν εἶπε: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ:», καὶ ἐκεῖνος δὲν
ὡμολόγησε εὐθὺς τὴν ἁμαρτίαν, ἀλλὰ εἶπε «τῆς φωνῆς σου ἤκουσα, Κύριε καὶ ἔγνων
ὅτι γυμνὸς εἰμὶ καὶ ἐκρύβην», ὁ Θεὸς δὲν ὠργίσθη, δὲν τὸν ἀπεστράφη ἀμέσως καὶ
ὁριστικῶς, ἀλλὰ τοῦ δίδει εὐκαιρίαν νὰ ἀποκριθῆ καὶ δευτέραν φορά, καὶ λέγει:
«τὶς ἀνήγγειλέ σοὶι ὅτι γυμνὸς εἶ; Εἰ μὴ ἐκ τοῦ ξύλου οὐ ἐνετειλάμην σοὶ τούτου
μόνον μὴ φαγεῖν, ἀπ’ αὐτοῦ ἔφαγες;». Πρόσεξε βάθος λόγων τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ:
«Τί λέγεις, ὅτι εἶσαι γυμνός, τοῦ λέγει, κρύβεις ὅμως τὴν ἁμαρτίαν σου; Μήπως
νομίζεις ὅτι μόνον τὸ σῶμα σου βλέπω καὶ δὲν βλέπω τὴν καρδίαν καὶ τοὺς
λογισμούς σου;». Διότι ὁ Ἀδάμ, ἐπειδὴ ἀπατήθη, ἤλπιζεν ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἐγνώριζε
τὴν ἁμαρτίαν του, καὶ ἔλεγε μέσα του κάπως ἔτσι: «ἐὰν εἰπῶ ὅτι εἶμαι γυμνός,
τότε ἐπειδὴ ὁ Θεὸς δὲν γνωρίζει, θὰ μοῦ εἰπῆ: καὶ γιατί εἶσαι γυμνός; Τότε ἐγὼ
θὰ τοῦ ἀπαντήσω ἀρνητικὰ καὶ θὰ τοῦ εἰπῶ: δὲν γνωρίζω, καὶ ἔτσι θὰ τοῦ διαφύγω,
καὶ θὰ ἀπολαύσω πάλι τὴν πρώτην μου στολή. Τουλάχιστον δὲν θὰ μὲ ἐκδιώξη,
τουλάχιστον δὲν θὰ μὲ ἐξορίση!».

Ἐνῶ συλλογίζετο αὐτά, ὅπως καὶ τώρα κάμουν πολλοὶ καὶ
πρῶτος ἐγὼ ὁ ἴδιος, καὶ κρύπτουν τὰ ἁμαρτήματά τους, ὁ Θεός, ἐπειδὴ δὲν ἤθελε
νὰ πολλαπλασιάση τὸ κρίμα του, λέγει: «Καὶ πόθεν ἔγνως ὅτι γυμνὸς εἶ, εἰ μὴ ἀπὸ
τοῦ ξύλου οὐ ἐνετειλάμην σοι μὴ φαγεῖν, ἀπ’ αὐτοῦ ἔφαγες;». Σὰν νὰ λέγη.
«Πράγματι, νομίζεις ὅτι κρύπτεσαι ἀπὸ ἐμέ; Δὲν γνωρίζω ἐγὼ τί ἔπραξες; Δὲν
λέγεις τὸ «Ἥμαρτον»; Εἰπέ, πτωχέ: Ναί, ἀλήθεια, Κύριε, παρέβην τὴν ἐντολήν σου,
ἔπταισα ἀκούοντας τὴν συμβουλὴ τῆς γυναικός, ἔσφαλα πολὺ ἀκολουθώντας τὸν λόγο
της καὶ παρακούοντας τὸν ἰδικόν σου, ἐλέησόν με! Ἀλλὰ δὲν λέγει τοῦτο, δὲν
ταπεινώνεται. Νεῦρον ἀπὸ σίδερον ὁ αὐχένας τῆς καρδίας του, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι
καὶ ὁ ἰδικός μου. Διότι ἐὰν ἔλεγε αὐτό, θὰ ἔμενε στὸν Παράδεισο, καὶ ὅλον
ἐκεῖνον τὸν κύκλο τῶν μυρίων κακῶν, τὸν ὁποῖον ὑπέστη ὅταν ἐξωρίσθη καὶ ἔμεινε
κάτω στὸν Ἅδη τόσους πολλοὺς αἰῶνες, θὰ τὸν εἶχε ἀποφύγει τότε μὲ ἕναν μόνον
λόγο.

Αὐτὸ εἶναι λοιπὸν ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο ἔχω ὑποσχεθῆ νὰ
ὁμιλήσω. Καὶ ἄκου τὴν συνέχεια, γιὰ νὰ γνωρίσης ὅτι τὰ λόγιά μου εἶναι ἀληθινά,
καὶ τίποτε δὲν εἶναι ψεῦδος ἀπὸ ὅλα αὐτά. Εἶπεν ὁ Θεὸς στὸν Ἀδάμ. «Ἥν ὥραν
φάγεσθε ἀπὸ τοῦ ξύλου, οὐ ἐνετειλάμην ὑμῖν τούτου μόνον μὴ φαγεῖν, θανάτω
ἀποθανεῖσθε», δηλαδὴ τὸν ψυχικὸν θάνατο, πράγμα ποὺ καὶ ἔγινε τὴν ἰδίαν ὥρα,
γι’ αὐτὸ καὶ ἐγυμνώθη ἀπὸ τὴν ἀθάνατον στολήν του. Τίποτε περισσότερον δὲν
εἶπεν ὁ Θεὸς καὶ τίποτε περισσότερον δὲν ἔγινε. Διότι προγνωρίζοντας ὁ Θεὸς ὅτι
ὁ Ἀδὰμ πρόκειται νὰ ἁμαρτήση, καὶ θέλοντας νὰ τὸν συγχωρήση, ὅταν αὐτὸς
μετανοοῦσε, μὲ τίποτε περισσότερον, ὅπως εἴπαμε, δὲν τὸν ἀπείλησε. Ἐπειδὴ ὅμως
ἠρνήθη τὴν ἁμαρτίαν του, καὶ δὲν μετενόησε οὔτε ὅταν ἠλέγχθη ἀπὸ τὸν Θεὸν
(διότι εἶπε: «Ἡ γυνή, ἥν δέδωκάς μοι, αὔτη μὲ ἠπάτησεν», σὰν δηλαδὴ νὰ λέγη
στὸν Θεόν. «Σὺ ἔπταισες. Ἡ γυναίκα, τὴν ὁποία σύ μοῦ ἔδωσες, αὐτή μὲ
ἐξηπάτησε»), γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ λέγει: «Ἐν κόπῳ καὶ ἰδρῶτι φαγῆ τὸν ἄρτον
σου, καὶ ἀκάνθας καὶ τριβόλους ἀνατελεῖ σοι ἡ γῆ» καὶ τελευταῖα ὅτι, «γῆ εἶ καὶ
εἰς γῆν ἀπελεύση». Ἤθελα νὰ μετανοήσης, λέγει, καὶ νὰ ἐπανέλθης στὴν
προηγουμένην σου διαγωγή. Ἐπειδὴ ὅμως εἶσαι τόσο σκληρός, φύγε λοιπὸν ἀπὸ κοντά
μου, καὶ ἡ ἀπομακρυνσή σου θὰ σοῦ εἶναι ἀρκετὴ γιὰ παιδαγωγία, ἐπειδὴ εἶσαι
χῶμα, καὶ στὸ χῶμα θὰ ἐπιστρέψης.

Γνωρίζεις λοιπὸν τώρα ὅτι, ἐπειδὴ μετὰ τὴν παράβαση
δὲν μετενόησε νὰ εἰπῆ «Ἥμαρτον», ἐξορίζεται καὶ προστάσσεται νὰ ζῆ μὲ κόπο καὶ
ἱδρώτα. Γι’ αὐτὸ καὶ κατεδικάσθη νὰ ἐπιστρέψη στὴν γῆν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐλήφθη.
Καὶ αὐτὸ γίνεται φανερὸν ἀπὸ τὴν συνέχεια. Ἀφήνοντας λοιπὸν αὐτόν, ἔρχεται στὴν
Εὔα, θέλοντας νὰ δείξη ὅτι δικαίως καὶ αὐτὴ θὰ ἐξορισθῆ, ἀφοῦ δὲν θέλει νὰ
μετανοήση, καὶ τῆς λέγει: «Τί τοῦτο ἐποίησας;» γιὰ νὰ εἰπῆ τουλάχιστον αὐτὴ τὸ
«Ἥμαρτον». Διότι ποία ἄλλη ἀνάγκη ἔκαμε τὸν Θεὸν νὰ τῆς ἀπευθύνη αὐτὰ τὰ λόγια,
παρὰ μόνον γιὰ νὰ εἰπῆ: «Ἀπὸ τὴν ἀφροσύνη μου, Δέσποτα, τὸ ἔπραξα αὐτό, ἡ
ταπεινὴ καὶ ἀθλία, καὶ παρήκουσα ἐσὲ τὸν Κυριόν μου. Ἐλέησόν με!». Ἀλλὰ δὲν
εἶπε αὐτό. Καὶ τί εἶπε; «Ὁ ὄφις ἐξηπάτησέ με».

Ὢ τί ἀναισθησία! Καὶ συνωμίλησες μὲ τὸν ὄφιν, ὁ ὁποῖος
σοῦ ὡμιλοῦσε κατὰ τοῦ Δεσπότου, καὶ προτίμησες αὐτὸν ἀντὶ τοῦ Θεοῦ ποὺ σὲ
ἔπλασε, καὶ ἐθεώρησες προτιμοτέραν καὶ ἀληθεστέραν τὴν συμβουλὴν ἐκείνου ἀπὸ
τὴν ἐντολὴν τοῦ Δεσπότου; Καὶ ἐπειδὴ οὔτε αὐτὴ ἠμπόρεσε νὰ εἰπῆ τὸ «Ἥμαρτον»,
ἐκβάλλονται ἀπὸ τὴν τρυφήν, ἐξορίζονται ἀπὸ τὸν Παράδεισο καὶ ἀπὸ τὸν Θεόν.
Ἀλλὰ πρόσεχε, παρακαλῶ, τὸ βάθος τοῦ μυστηρίου τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ, καὶ μάθε
καὶ διδάξου ἀπὸ αὐτὰ ὅτι, ἐὰν μετανοοῦσαν, δὲν θὰ εἶχαν ἐκδιωχθῆ, δὲν θὰ εἶχαν
κατακριθῆ, δὲν θὰ εἶχαν καταδικασθῆ νὰ ἐπιστρέψουν στὴν γῆν ἀπὸ τὴν ὁποία
προῆλθαν. Καὶ τί ἔγινε ἔπειτα; Ἄκουσε!

Ὅταν ἐξεδιώχθησαν καὶ ἔπεσαν ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέσα
στοὺς ἱδρῶτες καὶ τοὺς σωματικοὺς κόπους, ἤρχισαν δὲ νὰ πεινοῦν καὶ νὰ διψοῦν,
καὶ συγχρόνως νὰ ριγοῦν καὶ νὰ τρέμουν καὶ νὰ πάσχουν αὐτὰ τὰ ὁποῖα καὶ ἐμεῖς
πάσχουμε σήμερα, αἰσθάνθησαν περισσότερο τὴν δυστυχία καὶ τὸ κατάντημά τους,
ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδίαν τὴν κακοφροσύνη τους, καὶ τὴν ἀνέκφραστον φιλανθρωπία τοῦ
Θεοῦ. Περιπατώντας λοιπὸν καὶ καθήμενοι ἔξω ἀπὸ τὸν Παράδεισο, μετανοοῦσαν,
ἔκλαιαν, ἐθρηνοῦσαν, ἐκτυποῦσαν τὸ πρόσωπο, ἐξερρίζωναν τὰ μαλλιά τους,
καταδικάζοντας μὲ ὀδυρμοὺς τὴν σκληροκαρδία τους, καὶ αὐτὸ ὄχι μόνον μίαν
ἡμέραν οὔτε δύο ἢ δέκα, ἀλλά, πιστέψετε το, σὲ ὅλην τους τὴν ζωή. Καὶ πῶς δὲν
θὰ ἔκλαιαν πάντοτε καὶ διαρκῶς, ἐνθυμούμενοι ἐκεῖνον τὸν πρᾶον καὶ ἤρεμον
Δεσπότην, ἐκείνην τὴν τρυφὴν τὴν ἀνέκφραστο, τὰ ἀπερίγραπτα κάλλη τῶν ἀνθέων
ἐκείνων, τὴν ἀμέριμνον ἐκείνην καὶ ἀκοπίαστον ζωή, τὶς ἀνόδους καὶ τὶς καθόδους
τῶν ἀγγέλων πρὸς αὐτούς; Διότι ὅπως ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν ἐκλεγῆ ἀπὸ κάποιον
ἄρχοντα τοῦ παρόντος κόσμου ὡς προσωπικοί του ὑπηρέτες, ὅσον μὲν διατηροῦν
ἀνόθευτον τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν τιμὴ καὶ τὴν δουλεία πρὸς τὸν κύριόν τους καὶ
ἀγαποῦν αὐτὸν καὶ τοὺς ὁμοδούλους των, ἀπολαμβάνουν καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν παρρησία
καὶ τὴν εὔνοια καὶ τὴν ἀγάπη του, ζώντας μέσα σὲ πολλὴν ἄνεση καὶ τρυφὴ καὶ
σπατάλη. Ἐὰν ὅμως ἀλαζονευθοῦν κατὰ τοῦ κυρίου τους, καὶ ἀποθρασυνθοῦν καὶ
αὐθαδιάσουν ἐναντίον τῶν συνδούλων τους, τότε ἐκπίπτουν ἀπὸ τὴν πρὸς αὐτὸν
παρρησία καὶ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὔνοιάν του, ἐξορίζονται σὲ χώρα μακρινήν, καὶ
ὑποβάλλονται κατόπιν διαταγῆς του σὲ μυρίους πειρασμούς, μέσα σὲ κόπους καὶ σὲ
μεγάλες ταλαιπωρίες. Ἔτσι ὅλο καὶ περισσότερον συνειδητοποιοῦν τὴν ἄνεση τὴν
ὁποίαν ἀπελάμβαναν, καὶ πόσον ἐζημιώθησαν ἀπὸ τὴν στέρησιν τόσων ἀγαθῶν.

Τὸ ἴδιο ἔπαθαν καὶ οἱ πρωτόπλαστοι, οἱ ὁποῖοι ὅσον
ἦσαν στὸν Παράδεισον, ἀπελάμβαναν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀγαθά, ἔπειτα ὅμως ἐξέπεσαν ἀπὸ
αὐτὰ καὶ ἐξωρίσθησαν. Ὅταν αἰσθάνθησαν ἀπὸ ποῦ ἔπεσαν, πάντοτε θρηνοῦσαν,
πάντοτε ἔκλαιαν, ἐπικαλούμενοι τὴν εὐσπλαγχνίαν τοῦ Κυρίου τους. Ἀλλὰ Αὐτὸς τί
κάνει, ὁ πλούσιος σὲ ἔλεος καὶ βραδὺς σὲ τιμωρίες; Ἐπειδὴ εἶδε ὅτι
ἐταπεινώθησαν, τὴν μὲν ἀπόφαση ποὺ εἶχε λάβει δὲν τὴν ματαιώνει ἐντελῶς −αὐτὸ
τὸ ἔκαμε πρὸς σωφρονισμὸν ἰδικόν μας, καὶ γιὰ νὰ μὴν ὑπερηφανεύεται κανεὶς κατὰ
τοῦ ποιητοῦ τῶν ὄλων− προγνωρίζοντας δὲ ὡς Θεὸς καὶ τὴν πτώση τους καὶ τὴν
μετάνοιαν, εἶχε ὁρίσει ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ὁπωσδήποτε πρὶν νὰ δημιουργήση τὰ πάντα,
καὶ τὸν καιρὸν καὶ τὸν χρόνον καὶ πῶς καὶ πότε θὰ τοὺς ἀνακαλέση ἀπὸ τὴν
ἐξορία, μὲ τρόπο μυστικὸν καὶ ἀπὸ κάθε κτίσμα ἀνεξιχνίαστο. Πράγματι, ἀκόμη καὶ
ἂν ὅλα τὰ μυστήρια τῆς Θείας αὐτῆς οἰκονομίας ἀποκαλυφθοῦν σὲ κάποιους, καὶ
θελήσουν νὰ τὰ γράψουν, δὲν θὰ φθάση οὔτε ὁ χρόνος οὔτε τὸ χαρτὶ οὔτε τὸ
μελάνι, οὔτε ὁ κόσμος ὅλος θὰ χωρέση τὰ βιβλία αὐτὰ ποὺ θὰ γραφοῦν. Ὅπως λοιπὸν
ἀπὸ εὐσπλαγχνίαν εἶχεν εἰπεῖ καὶ προορίσει ἀπὸ πρίν, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ ἔπραξε.
Καὶ αὐτοὺς τοὺς ὁποίους γιὰ τὴν ἀναίδειάν τους καὶ γιὰ τὴν ἀμετανόητο καρδία
καὶ γνώμην ἐξεδίωξε ἀπὸ τὸν Παράδεισον, ὅταν μετενόησαν ὅπως ἔπρεπε, καὶ
ἐταπεινώθησαν ἀξίως, καὶ ἔκλαυσαν, καὶ ἐθρήνησαν, Αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὁ μόνος
Μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος, ἀπὸ μόνον τὸν προάναρχον Πατέρα, κατῆλθεν, ὅπως ὅλοι
γνωρίζετε, καὶ ὄχι μόνον ἔγινε ἄνθρωπος ὅμοιος μὲ ἐκείνους, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποθάνη
ὅπως αὐτοὶ κατεδέχθη, προτιμώντας βίαιον καὶ ἐπονείδιστον θάνατο. Κατῆλθε δὲ
καὶ στὸν Ἅδη, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τούς ἀνέστησε. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ ὁποῖος τόσα ἔπαθε γι’
αὐτούς, γιὰ νὰ τοὺς ἀνακαλέση ἀπὸ τὴν μακρὰν ἐκείνην ἐξορίαν, ἐὰν μετανοοῦσαν
στὸν Παράδεισο, δὲν θὰ τοὺς συμπαθοῦσε; Καὶ πῶς ὄχι, ἀφοῦ εἶναι ἀπὸ τὴν φύση
του φιλάνθρωπος, καὶ τοὺς ἐδημιούργησε ἀκριβῶς γι’ αὐτό, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνουν
δηλαδή τὰ ἀγαθὰ του μέσα στόν Παράδεισο καὶ νὰ δοξάζουν τόν εὐεργέτην τους;

Ναί, πράγματι ἀδελφοί, αὐτό, ὅπως φρονῶ, θὰ ἐγίνετο.
Γιὰ νὰ μάθης δὲ καὶ τὰ ὑπόλοιπα, καὶ νὰ πιστεύσης περισσότερο στόν λόγον, ἄκου
καὶ τὰ ἑξῆς: Ἐὰν εἶχαν μετανοήσει ὅταν ἀκόμη ἦσαν μέσα στόν Παράδεισον, ἐκεῖνον
τὸν ἴδιον Παράδεισο θὰ ἀπελάμβαναν καὶ τίποτε περισσότερο. Ἐπειδὴ δὲ γιὰ τὴν
ἀμετανοησία τους ἐξεβλήθησαν, μετὰ ταῦτα ζώντας μέσα στὶς θλίψεις, μετενόησαν
καὶ ἔκλαυσαν πολύ. Αὐτά, ὅπως εἶπα, δὲν θὰ τὰ ἐπάθαιναν, ἐὰν εἶχαν μετανοήσει
μέσα στόν Παράδεισον. Γιὰ τοὺς πόνους λοιπὸν αὐτοὺς καὶ τοὺς ἱδρῶτες καὶ τοὺς
κόπους, καὶ γιὰ τὴν καλήν τους μετάνοια, θέλοντας ὁ Δεσπότης Θεὸς νὰ τοὺς
τιμήση καὶ νὰ τοὺς δοξάση, ἀλλὰ καὶ νὰ τοὺς κάνη νὰ λησμονήσουν ὅλα ἐκεῖνα τὰ
δεινά, τί κάνει; Πρόσεξε, παρακαλῶ, τὸ μέγεθος τῆς φιλανθρωπίας! Ὅταν κατῆλθε
στὸν Ἅδη καὶ τοὺς ἀνέστησε, δὲν τοὺς ἀποκατέστησε πάλι στὸν Παράδεισον ἀπὸ ὅπου
ἐξέπεσαν, ἀλλὰ τοὺς ἀνέβασε σ’ αὐτὸν τὸν ἴδιον τὸν οὐρανὸν τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ
ἀφοῦ ὁ Κύριος ἐκάθισε ἐκ δεξιῶν τοῦ προανάρχου Πατρός του καὶ Θεοῦ, τί λέγεις
ὅτι τὸν ἔκαμε αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἦταν κατὰ φύσιν δοῦλος του; Τὸν ἔκαμε κατὰ χάριν
πατέρα του! (ἀφοῦ ὁ ἴδιος αὐτοαποκαλεῖται Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου). Εἶδες σὲ ποῖον
ὕψος τὸν ἀνέβασε ὁ Δεσπότης, γιὰ τὴν μετάνοια καὶ τὴν ταπείνωση καὶ τοὺς
θρήνους καὶ τὰ δάκρυά του;

Ὢ δύναμις τῆς μετανοίας καὶ τῶν δακρύων! Ὢ πέλαγος
ἀνεκφράστου φιλανθρωπίας καὶ ἀνεξιχνιάστου ἐλέους, ἀδελφοί! Διότι ὄχι μόνον
ἐκεῖνον, ἀλλὰ καὶ ὅλους τούς ἀπογόνους του, ἐμᾶς δηλαδὴ τὰ τέκνα του, οἱ ὁποῖοι
μιμούμεθα τὴν ἐξομολόγησιν ἐκείνου, τὴν μετάνοια, τὸν θρῆνο, τὰ δάκρυα καὶ τὰ
ἄλλα τὰ ὁποῖα προείπαμε, τοὺς ἐτίμησε καὶ τοὺς ἐδόξασε, τόσον ὅσον καὶ ἐκεῖνον,
ὅσους μέχρι σήμερα κάνουν ὅπως ἔκανε ἐκεῖνος, καὶ ὅσους θὰ τὸν μιμηθοῦν ἀπὸ
σήμερα, εἴτε κοσμικοὶ εἶναι εἴτε μοναχοί. «Ἀμήν», εἶπεν ὁ ἀψευδὴς Θεός, «οὐκ
ἐγκαταλείψω αὐτοὺς ποτέ, ἀλλ’ ὡς ἀδελφούς μου καὶ φίλους καὶ πατέρας καὶ
μητέρας καὶ συγγενεῖς καὶ συγκληρονόμους μου ἀναδείξω αὐτούς, καὶ ἐδόξασα καὶ
δοξάσω. Καὶ ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ἐπὶ τῆς γῆς κάτω, καὶ τῆς ζωῆς αὐτῶν καὶ
εὐφροσύνης καὶ δόξης οὐκ ἔσται τέλος ποτέ».

Τί ὠφέλησε, εἰπέ μου ἀδελφέ, τοὺς πρωτοπλάστους ἡ
ἀκοπίαστος καὶ ἀμέριμνος ζωὴ μέσα στὸν Παράδεισον, ἀφοῦ ἐραθύμησαν, καὶ ἀπὸ
ἀπιστίαν πρὸς τὸν Θεὸν κατεφρόνησαν καὶ παρέβησαν τὴν ἐντολή του; Διότι ἐὰν τὸν
εἶχαν πιστεύσει, δὲν θὰ ἐθεωροῦσε ἡ Εὔα τὸν ὄφι πλέον ἀξιόπιστον, ὁ δὲ Ἀδὰμ τὴν
Εὔα πλέον ἀξιόπιστον ἀπὸ Ἐκεῖνον, ἀλλὰ θὰ εἶχαν φυλαχθῆ νὰ μὴ φάγουν ἀπὸ τὸ
φυτόν. Ἐπειδὴ ὅμως ἔφαγαν καὶ δὲν μετενόησαν, ἐξεβλήθησαν. Ἀπὸ τὴν ἐξορίαν πάλι
καθόλου δὲν ἐβλάβησαν, ἀλλὰ καὶ πάρα πολὺ ὠφελήθησαν, καὶ αὐτὸ συνετέλεσε στὴν
σωτηρίαν ὅλων μας. Διότι ἀφοῦ κατῆλθεν ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς ὁ Κύριός μας,
κατετρόπωσε τὸν ἐχθρό μας, τὸν θάνατον, παραδίδοντας ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτόν Του,
καὶ ἔτσι ἐματαίωσεν ἐντελῶς τὴν καταδίκην ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴν παράβαση τοῦ
προπάτορος. Καὶ ἀναγεννώντας καὶ ἀναπλάττοντας καὶ ἀπαλλάσσοντάς μας τελείως
ἀπὸ αὐτὴν μὲ τὸ ἅγιον βάπτισμα, μᾶς καθιστᾶ ἐντελῶς ἐλευθέρους στὸν κόσμον
αὐτόν, καὶ μὴ ἐνεργουμένους τυραννικῶς ἀπὸ τὸν ἐχθρόν. Ἀλλὰ τιμώντας μας μὲ τὸ
αὐτεξούσιον μὲ τὸ ὁποῖον μᾶς εἶχε προικίσει ἀπ’ ἀρχῆς, μᾶς δίδει περισσοτέραν
δύναμιν ἐναντίον του, ὥστε ὅποιοι θέλουν νὰ τὸν νικοῦν μὲ εὐχέρειαν μεγαλυτέραν
ἀπὸ ὅλους τούς πρὸ τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ ἁγίους. Καὶ μετὰ τὸν θάνατόν τους
νὰ μὴν ὁδηγοῦνται καὶ αὐτοὶ ὅπως ἐκεῖνοι κάτω στὸν Ἅδη, ἀλλὰ στὸν οὐρανὸ καὶ
στὴν τρυφὴ καὶ τὴν ἀπόλαυση ποὺ ἐπικρατεῖ ἐκεῖ, καὶ νὰ ἀξιώνωνται: νὰ
ἀπολαμβάνουν τώρα μὲν σὲ μέτριον βαθμό, μετὰ δὲ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάσταση, πλήρως
ὅλην τὴν αἰωνίαν χαρά.

Νὰ μὴ προφασίζωνται λοιπὸν αὐτοὶ ποὺ ἐπιζητοῦν
προφάσεις, οὔτε νὰ λέγουν ὅτι εἶναι πλήρης ἡ ἐπιρροὴ τῆς παραβάσεως τοῦ Ἀδὰμ
ἐπάνω μας, καὶ ὅτι αὐτὸ εἶναι ποὺ μᾶς ἑλκύει πρὸς τὰ κάτω, πρὸς τὴν ἁμαρτία.
Διότι ὅποιοι τὸ σκέπτονται καὶ τὸ λέγουν αὐτό, νομίζουν ὅτι ἀνωφελῶς καὶ
ματαίως ἔγινε ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μας, πράγμα ποὺ μόνον οἱ αἱρετικοὶ
λέγουν, ὄχι οἱ πιστοί. Πράγματι, γιὰ ποῖον ἄλλον λόγο κατῆλθε καὶ ἐγεύθη τὸν
θάνατο, παρὰ μόνον βεβαίως γιὰ νὰ καταργήση τὴν καταδίκη ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴν
ἁμαρτία, καὶ νὰ ἐλευθερώση τὸ γένος μας ἀπὸ τὴν δουλεία καὶ ἐνέργειαν τοῦ
ἐχθροῦ πού τὸ πολεμεῖ; Διότι αὐτὸ εἶναι ἡ πραγματικὴ αὐτεξουσιότης, δηλαδὴ τὸ
νὰ μὴν ἐξουσιαζώμεθα μὲ ὁποιονδήποτε τρόπον ἀπὸ κάποιον ἄλλον. Ἐπειδὴ ἐμεῖς μὲν
ὡς τέκνα ἐκείνου ποὺ ἡμάρτησε εἴμεθα μέχρι τότε ἁμαρτωλοί, ὡς τέκνα ἐκείνου ποὺ
παρέβη τὴν ἐντολὴν παραβάτες, ὡς τέκνα ἐκείνου ποὺ ἔγινε δοῦλος τῆς ἁμαρτίας
δοῦλοι κι ἐμεῖς τῆς ἁμαρτίας, ὡς τέκνα ἐκείνου ποὺ ἐδέχθη τὴν κατάραν καὶ
ἐνεκρώθη ἐπικατάρατοι καὶ ἐμεῖς καὶ νεκροί, ὡς τέκνα ἐκείνου ποὺ ἐπηρεάσθη ἀπὸ
τὴν συμβουλὴν τοῦ πονηροῦ καὶ ὑπεδουλώθη σ’ αὐτόν, καὶ ἔχασε τὸ αὐτεξούσιον,
εἴχαμε κι ἐμεῖς δεχθεῖ τὴν ἐπήρειαν αὐτοῦ, καὶ εἴχαμε καταδυναστευθῆ ἀπὸ τὴν
τυραννικήν του ἐξουσίαν. Ὁ Θεὸς ὅμως κατῆλθε καὶ ἐσαρκώθη, ἔγινε ἄνθρωπος ὅπως
ἐμεῖς χωρὶς ὅμως τὴν ἁμαρτία, καὶ ἔλυσε τὴν ἁμαρτίαν, ἡγίασε δὲ τὴν σύλληψη καὶ
τὴν γέννηση, καὶ ἐπειδὴ ἀνετράφη ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, εὐλόγησε κάθε ἡλικίαν. Καὶ
ὅταν ἔγινε τέλειος ἄνδρας, τότε ἤρχισε τὸ κήρυγμα, διδάσκοντάς μας νὰ μὴ
προτρέχωμε σὲ ὀ,τιδήποτε, καὶ νὰ μὴ προλαμβάνωμε ἐκείνους ποὺ ἐλευκάνθησαν στὴν
σύνεση καὶ στὴν ἀρετήν, ὅσοι μάλιστα εἴμεθα νέοι στὴν φρόνηση καὶ δὲν ἔχουμε
ἀνδρωθῆ. Ἐδέχθη ἐπάνω του ὅσα ἦσαν πρὸς τὸ συμφέρον μας, καὶ ἀφοῦ ἐφύλαξε ὅλες
τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς αὐτοῦ, ἔλυσε τὴν παράβαση, καὶ ἐλευθέρωσε τοὺς
παραβάτες ἀπὸ τὴν καταδίκην. Ἔγινε δοῦλος ἀναλαμβάνοντας μορφὴν δούλου, καὶ
ἐπανέφερε ἐμᾶς τοὺς δούλους στὸ δεσποτικὸν ἀξίωμα, ἀναδεικνύοντάς μας δεσπότες
τοῦ πρώην τυράννου.

Καὶ τὸ μαρτυροῦν αὐτὸ οἱ ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι καὶ μετὰ
θάνατον ἀποδιώκουν ὡς ἀδυνάμους καὶ αὐτὸν καὶ τοὺς ὑπασπιστάς του. Μὲ τὴν
σταύρωσίν του ὁ ἴδιος ἔγινε κατάρα, καὶ ἔλυσε ὅλην τὴν κατάρα τοῦ Ἀδάμ.
Ἀπέθανε, καὶ μὲ τὸν θάνατόν του κατετρόπωσε τὸν θάνατον. Ἀνέστη, καὶ ἐξηφάνισε
τὴν δύναμη καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἐχθροῦ, ὁ ὁποῖος διὰ μέσου τοῦ θανάτου καὶ τῆς
ἁμαρτίας ἔχει τὴν ἐξουσίαν ἐναντίον μας. Διότι βάζοντας μέσα στὸ θανατηφόρο
δηλητήριο καὶ στὸ φαρμάκι τῆς ἁμαρτίας τὴν ἀνέκφραστον ἐνέργειαν τῆς Θεότητος
καὶ τὴν ζωοποιὸν ἐνέργεια τοῦ σώματός του, ἐλύτρωσε τελείως ὅλον τὸ γένος μας
ἀπὸ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἐχθροῦ. Καθαίροντας δὲ καὶ ζωοποιώντας μας μὲ τὸ ἅγιον
βάπτισμα καὶ μὲ τὴν κοινωνίαν τῶν ἀχράντων μυστηρίων, τοῦ τιμίου σώματος καὶ
τοῦ αἵματός του, μᾶς ἀποκαθιστᾶ ἁγίους καὶ ἀναμαρτήτους. Ἀλλὰ καὶ μᾶς ἀφήνει
τὴν τιμὴν τοῦ αὐτεξουσίου, γιὰ νὰ μὴ φανοῦμε ὅτι ὑπηρετοῦμε τὸν Δεσπότην μὲ τὴν
βία, ἀλλὰ μὲ τὴν προαίρεση. Καὶ ὅπως ὁ Ἀδὰμ ἦταν στὸν Παράδεισον ἐξ ἀρχῆς
ἐλεύθερος, ξένος πρὸς τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν βία, ὑπήκουσε δὲ στόν ἐχθρὸν μὲ τὸ
αὐτεξούσιον θέλημά του, ἐξηπατήθη καὶ παρέβη τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καὶ
ἐμεῖς, ἀναγεννώμενοι μὲ τὸ ἅγιον βάπτισμα, ἁπαλλασσόμεθα ἀπὸ τὴν δουλεία καὶ
γινόμεθα αὐτεξούσιοι, καὶ ἐὰν δὲν ὑπακούσωμε στόν ἐχθρὸν μὲ τὴν ἰδικὴν μας
θέληση, δὲν ἠμπορεῖ μὲ ἄλλον τρόπο νὰ ἐνεργήση κάτι ἐναντίον μας.

Πράγματι, ἐὰν πρὶν ἀπὸ τὸν νόμο καὶ τὴν παρουσία τοῦ
Χριστοῦ, χωρὶς ὅλα αὐτὰ τὰ βοηθήματα, πολλοὶ καὶ ἀναρίθμητοι εὐηρέστησαν τὸν
Θεὸν καὶ ἀνεδείχθησαν ἄμεμπτοι, ὅπως ὁ δίκαιος Ἐνώχ, τὸν ὁποῖον μετέθεσε
τιμώντας τὸν μὲ τὸν τρόπον αὐτό, καὶ ὁ Ἠλίας τὸν ὁποῖον παρέλαβε στόν οὐρανὸν
μὲ ἅρμα πύρινον, τί θὰ ἀπολογηθοῦμε ἐμεῖς, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν χάρη καὶ τὴν
τοιαύτη καὶ τόσο μεγάλην εὐεργεσίαν, οὔτε ἴσοι μὲ τοὺς πρὸ τῆς χάριτος
εὑρισκόμεθα, ἀλλὰ ζοῦμε μέσα στὴν ραθυμία, καὶ καταφρονοῦμε τὶς ἐντολὲς τοῦ
Θεοῦ καὶ τὶς παραβαίνουμε; Καὶ αὐτὸ μετὰ τὴν κατάργηση τοῦ θανάτου καὶ τῆς
ἁμαρτίας, μετὰ τὴν ἀναγέννηση τοῦ βαπτίσματος καὶ τὴν προστασία τῶν ἁγίων
ἀγγέλων καὶ τὴν ἐπισκίαση καὶ ἐπέλευση τοῦ ἰδίου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅτι θὰ
τιμωρηθοῦμε, ἐὰν ἐπιμένωμε στὸ κακόν, περισσότερον ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἡμάρτησαν
ὅταν ἐπικρατοῦσε ὁ νόμος, τὸ ἐδήλωσε ὁ Παῦλος λέγοντας. «Εἰ γὰρ ὁ δι’ ἀγγέλων
λαληθείς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον
μισθαποδοσίαν, πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας;».

Ἂς μὴ ἀποδίδη λοιπὸν τὴν εὐθύνην καὶ ἂς μὴ κατηγορῆ
τὸν Ἀδάμ, ἀλλὰ τόν ἑαυτὸν του καθένας ἀπὸ ἐμᾶς, ὁ ὁποῖος περιπίπτει σὲ
ὁποιαδήποτε ἁμαρτίαν, καὶ ἂς ἐπιδεικνύη ἀξίαν μετάνοια ὅπως ἐκεῖνος, ἐὰν
βεβαίως θέλη νὰ ἐπιτύχη τὴν αἰωνίαν ἐν Χριστῷ ζωήν…

Ἐκεῖνος ποὺ συλλογίζεται πάντοτε τὶς ἁμαρτίες του, καὶ
συνεχῶς βλέπει ἐμπρός του τὴν μέλλουσαν κρίσιν, καὶ μετανοεῖ, καὶ κλαίει
θερμῶς, αὐτὸς ὑπερβαίνει ὅλα μαζὶ τὰ πάθη καὶ τὰ ἁμαρτήματα, καὶ τὰ ὑπερνικᾶ
ἀνυψούμενος ἀπὸ τὴν μετάνοιαν, ὥστε νὰ μὴν ἠμπορῆ οὔτε ἕνα ἀπὸ αὐτὰ νὰ φθάση
καὶ νὰ προσεγγίση τὴν ψυχή του στὸ ὕψος ἐκεῖνο ποὺ πετᾶ. Ἐὰν δὲ ὁ νοῦς μας,
πτερωμένος ἀπὸ τὴν μετάνοια καὶ τὰ δάκρυα, καὶ ἀπὸ τὴν πνευματικὴν ταπείνωση
ποὺ γεννᾶται ἀπὸ αὐτά, δὲν ἀνυψωθῆ στὸ ὕψος τῆς ἀπαθείας, δὲν θὰ ἠμπορέσωμε νὰ
ἐλευθερωθοῦμε, δὲν θὰ παύσουν νὰ μᾶς κεντοῦν πότε τὸ ἕνα, πότε τὸ ἄλλο πάθος,
καὶ νὰ μᾶς κατασπαράσσουν σὰν ἄγρια θηρία.

Μετὰ δὲ τόν θάνατον, ἐξ αἰτίας αὐτῶν, θὰ χάσωμε τὴν
Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, καὶ ἀπὸ αὐτὰ πάλι θὰ τιμωρηθοῦμε αἰωνίως. Γι’ αὐτὸ σᾶς
παρακαλῶ ὅλους, πνευματικοί μου πατέρες καὶ ἀδελφοί, καὶ ποτὲ δὲν θὰ παύσω νὰ
παρακαλῶ τὴν ἀγάπη σας, νὰ μὴν ἀμελήσετε τὴν σωτηρία σας, ἀλλὰ μὲ κάθε τρόπο νὰ
προσπαθήσετε νὰ ἀνυψωθῆτε ὀλίγον ἀπὸ τὴν γῆ. Καὶ ὅταν γίνη αὐτὸ τὸ θαῦμα, τὸ
ὁποῖο θὰ σᾶς καταπλήξη, τὸ νὰ ἀνυψωθῆτε δηλαδὴ ἀπὸ τὴν γῆ καὶ νὰ ὑπερίπτασθε
στὸν ἀέρα, δὲν θὰ θελήσετε πλέον νὰ κατέλθετε οὔτε κἄν γιὰ λίγο καὶ νὰ σταθῆτε
στὴν γῆν. Λέγοντας δὲ «γῆν» ἐννοῶ τὸ σαρκικόν, καὶ «ἀέρα» τὸ πνευματικὸν
φρόνημα. Διότι ἐὰν ὁ νοῦς ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τοὺς πονηροὺς λογισμοὺς καὶ τὰ πάθη,
καὶ δι’ αὐτοῦ ἀντικρύσωμε τὴν ἐλευθερίαν τὴν ὁποία μᾶς ἐχάρισεν ὁ Χριστός, δὲν
θὰ καταδεχθοῦμε πλέον νὰ κατέλθωμε στὴν προηγουμένην δουλεία τῆς ἁμαρτίας καὶ
τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος, ἀλλὰ συμφώνως μὲ τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου, δὲν θὰ
παύσωμε νὰ γρηγοροῦμε καὶ νὰ προσευχώμεθα, ἕως ὅτου μεταβοῦμε πρὸς τὴν ἐκεῖθεν
μακαριότητα καὶ τύχωμε τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν, «χάριτι καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου
ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ πρέπει πᾶσα δόξα εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Ἅγ. Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, Κατήχ. Ε

 Πηγή 

Τὸ ἄγχος ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς Χριστιανικῆς Ἀνθρωπολογίας

Τ γχος π τ πρίσμα

τς Χριστιανικς νθρωπολογίας

ωάννου Κορναράκη (†), Καθηγητο Πανεπ. θηνν


π τ βιβλίο «Ψυχοδυναμικ δρώμενα στν πορεία τς γιότητος»

κδ. «ΤΗΝΟΣ», θναι 2010, σελ.
225
 [Πρώτη δημοσίευση, περ. «ρθόδοξη
Μαρτυρία, Λευκωσία,
νοιξη
2002,
ρ. τ.
67, σελ. 13-18] 

 

       Τ γχος εναι ναμφιβόλως να πληθωρικ ψυχολογικ χαρακτηριστικ τς συμπεριφορς το νθρώπου τς ποχς μας. Ο χαρακτηρισμοί: γχώδης ντίδραση, γχογόνος κατάσταση νθρώπινης ζως, γχωτικς τύπος κα λλοι παρόμοιοι
κα
σχετικο μ τν ννοια το γχους
χαρακτηρισμοί,
κούγονται
συχν
στν καθημερινή μας
ζωή. Στ
πίπεδο τς πιστημονικς ψυχολογικς ρευνας τ γχος ντοπίσθηκε ς νοσογόνο
σύμπτωμα
νθρώπινης συμπεριφορς, κατ τ δεύτερο μισυ το 19ου αἰῶνος, στ πλαίσιο τς ναπτύξεως τν διαφόρων θεωριν τς Ψυχολογίας το Βάθους (το συνειδήτου). λλ τ γχος πρχε πάντοτε στν νθρώπινη ψυχή, π κάποια χρονικ στιγμ κα ξς, ς λανθάνον ατιο νδεχόμενης
ψυχικ
ς
διαταραχ
ς, μικρς μεγάλης κτάσεως. πλς κατ τ δεύτερο μισυ το 20ου αἰῶνος ο συνεχες, μεγάλες κα συχν κπληκτικς λλαγς συνθηκν κα ρων νθρώπινης ζως, φειλόμενες στν ταχεία ξέλιξη τν πιστημν κα μάλιστα τς τεχνολογίας, πως κα στ σχετικ συνεργία λοιπν κοινωνικν, δεολογικν κα πολιτισμικν παραγόντων,
συνετέλεσαν στ
ν ντονη διέγερση
το
νθρώπινου
ψυχισμο
, μ συνέπεια τν κδήλωση
ψυχολογικ
ν
προβλημάτων
λλ κα ψυχοπαθολογικν συμπτωμάτων μ κορυφαο, συχνά, χαρακτηριστικ τ γχος.
.   
 Τ γχος γεννήθηκε
στ
ν νθρώπινη ψυχ στν παράδεισο μέσως μ τν πτώση το νθρώπου στν μαρτία.  παράβαση το θελήματος το Θεο, πο προλθε π τ θανατηφόρο παρακο το δάμ, βιώθηκε κα κδηλώθηκε δη μέσα στν παράδεισο ς γχογόνος ντίδραση στ ποτελέσματα τς παρακος ατς, π το ψυχοσωματικο ργανισμο το δαμικο νθρώπου.
.   
πρώτη γχωτικ ντίδραση το δαμικο ζεύγους
σχετίζεται μ
τν μεταπτωτικ ατοσυνειδησία το ζεύγους ατο· «κα διηνοίχθησαν ο φθαλμο τν δύο, κα γνωσαν τι γυμνο σαν, κα ρραψαν φύλλα συκς κα ποίησαν αυτος περιζώματα»
(Γέν. γ´ 7).
.    
προσεκτικ μελέτη το στίχου ατο δείχνει τι ο παραβάτες το θελήματος το Θεο, μόλις φαγαν τν παγορευμένο
καρπό, βρέθηκαν μπροστ
σ μία εκόνα το αυτο τους, τόσον ποκρουστικ στ μάτια τς ατοσυνειδησίας
τους,
στε μέσως, χωρς τν παραμικρ χρονοτριβή, προσπάθησαν ν καλύψουν τν σχημοσύνη τς ψυχικς, παράδεκτης γι’ ατούς, εκόνας τους.
.    
τσι στ Γέν. γ´ 7 χουμε δύο σημαντικ παρξιακ γεγονότα τς ζως τν παραβατν ατν τν παράδεκτη γι’ ατος μεταπτωτικ ατοσυνειδησία τους κα τν κάλυψη τς εκόνας τς ατοσυνειδησίας τος ατς, μ τέτοια συνάφεια μεταξύ τους, στε ν μαρτυρεται ντυπωσιακ γχώδης
χαρακτήρας τ
ς μεσότητος μ τν ποία σπευσαν, εθς μέσως, ν
πραγματοποιήσουν τ
ν κάλυψη
α
τή, τς κακοποιημένης π τν μαρτία προσωπικς τους εκόνας.
.  
ξ λλου δεύτερη γχώδης ντίδραση το δαμικο ζεύγους στν ποτρόπαια ατ εκόνα τους, ταν μεση, σπευσμένη, πόκρυψή τους
πίσω
π τ δέντρα το παραδείσου, ταν «κουσαν τς φωνς Κυρίου το Θεο περιπατοντος ν τ παραδείσω τ δειλινν» (Γέν. γ´ 8). Τ χητικ ρέθισμα τς φωνς το Θεο τος προκάλεσε ντρομη φυγ κα κρύψιμο. τσι «κρύβησαν τε δμ κα γυν ατο π προσώπου Κυρίου το Θεο ν μέσ το ξύλου το παραδείσου».
.    
ταν μως Θες κάλεσε νομαστικς τν δάμ, μ τν ρώτηση· «δάμ, πο ε;», κενος πήντησε μολογώντας κα δικαιολογώντας
συγχρόνως τ
κρύψιμό
του πίσω
π τ δέντρα το παραδείσου· «τς φωνς σου κουσα περιπατοντος ν τ παραδείσ κα φοβήθην, τι γυμνός εμι, κα κρύβην». ατοσυνειδησία τς γυμνότητος τς εκόνας τους π τ θεουργ χαρίσματα το «κατ’ εκόνα»
λειτούργησε μ
ντρομη μεσότητα, γι τν πόκρυψή τους π τν λεγκτικ παρουσία το προσώπου το Θεο. «φοβήθην» κα «κρύβην»! Φόβος
κα

κρύψιμο, πρ
τς λεγκτικς παρουσίας το Θεο!
.     
ν θ θέλαμε ν συσχετίσουμε τς δύο ατς λέξεις ντιδράσεις το πεπτωκότος δαμικο νθρώπου, φόβο κα κρύψιμο, μ βασικς ννοιες τς Ψυχολογίας το συνειδήτου (το Βάθους), θ διαπιστώναμε χωρς δυσκολία τ σύμπτωση το δαμικο φόβου μ τ γχος, πως κριβς τ ννοε  σύγχρονη Ψυχολογία στν ψυχοδυναμική
του λειτουργία.
λλ κα τ κρύψιμο θ μπορούσαμε νετα ν τ παραλληλίσουμε
κα
μλλον ν τ ταυτίσουμε μ τν ννοια τς πωθήσεως το αυτο στ συνείδητό του, πως κριβς τν ντιλαμβάνεται τν ννοια ατή, στ σχέση της μ τ γχος, δια Ψυχολογία.
.    Σύμφωνα μ
τέτοιες συσχετίσεις μπορομε ν δεχθομε τι πτώση στν μαρτία πεσκότισε
πράγματι κα
χρείωσε σ μεγάλο βαθμ τ χαρισματικ (θεουργ) δυναμικ το «κατ’ εκόνα». Τ μεγάλο ατ δρο το Θεο στν πρωτόπλαστο, βυθίστηκε στ σκότος μίας
ψυχικ
ς
πραγματικότητας,
γνωστης
πλέον κα
πρόσιτης στ σκοτισμένο
λογικ
το νθρώπου. Θ λέγαμε μ τ γλώσσα τς σύγχρονης
ψυχολογίας στ
ν συνείδητο ψυχισμό του.
.   
τσι, ες τ ξς, ο ψυχικς ντιδράσεις το πεπτωκότος νθρώπου εχαν πλέον συνείδητες φετηρίες, φ σον νος το νθρώπου,
βυθισμένος στ
σκότος
τ
ς μαρτίας, δν μπορε πλέον ν κατοπτεύση
φωτιστικ
τ πύθμενο βάθος τς μαρτίας ατς, στν ποία εχε δη δουλωθ!
.    
πομένως χι μόνο τ γχος λλ κα πώθηση το αυτο στν συνείδητο ψυχισμό του εναι συμπτώματα τς διαβρώσεως το «κατ’ εκόνα» π τν αχμαλωσία στν μαρτία, μ κοιν μως σωτερικ μαρτητικ σχέση, πο οσιώνεται στ βίωση τς νοχς γι τν παράβαση το θελήματος το Θεο. Ατ σημαίνει τι τ γχος χει σαφς νοχικ φετηρία. κφράσθηκε ς φόβος μπροστ στν πειλ τς λεγκτικς παρουσίας το Θεο.
.    Κα
εναι διαίτερα ξιοπρόσεκτο τ γεγονς τι σύγχρονη Ψυχολογία το συνειδήτου,
κατανοε
τ γχος πίσης ς συνείδητη κα διάχυτη στ συνολικ παρξη το νθρωπου νοχικ γωνία. Πρόκειται
σφαλς γι τ σχυρότερο πάθος
τ
ς νθρώπινης ψυχς· τ βίωμα τ ασθημα τς νοχς, πο ξ λλου ποτελε κα τν πυρήνα το νευρωτικο γενικ φαινομένου.

* * *

.    π τν ποψη ατ τ γχος ποδηλώνει τν όριστη, μ δυνάμενη ν προσδιορισθε ξ ντικειμένου γωνία νώπιον κάποιας πειλς κινδύνου. Τ δ ντονο κινητικ – ψυχοδυναμικ στοιχεο του, πο προεκτείνεται συχν στ συμπεριφορ τς γχωτικς ντιδράσεως, μ μορφ πιθετικότητος, ποτελε σφαλς μαρτυρία τς νοχικς φετηρίας του.

* * *

.    λλ τ γχος, ς παθογόνος παράγοντας τς νθρώπινης ψυχς, ς πάθος, εναι π ρισμένους ρους, πιδεκτικ μις ξιοποιήσεώς του ς ργαλείου
πνευματικ
ς κα μάλιστα νηπτικς προκοπς. Κατ τν γ. Μάξιμο, τ πάθη, ν κα δν «συνεκτίσθησαν
προηγουμένως» στ
ν νθρώπινη φύση, εναι καλ γι τος προχωρημένους
στ
ν
πνευματικ
ζωή.
Γιατί α
το μπορον ν χρησιμοποιον τν μπειρία τν παθν πο εχαν (κα τ ξέβαλαν π τ σαρκική τους φετηρία) γι τν πόκτηση ορανίων ρετν. πως τν φόβο ς μέσο
προφυλάξεως
π τ μέλλουσα
τιμωρία
λλ κα τ λύπη, ς διορθωτικ διάθεση, κατ τ μεταμέλεια γι κάποιο κακό, πο
διαπράχθηκε κατ
τν παρόντα βίο.
.      Πρόκειται
δ γι μία μεταποιητικ «κατεργασία» τς δυναμικς νς πάθους σ πνευματικ λειτουργία ρετς. Τ μεταποιητικ ατ μέθοδο μεταβολς μίας ρνητικς πνευματικς μπειρίας σ θετικ κα ποικοδομητικ νέργεια νωτέρου πιπέδου
πνευματικ
ς ζως, πισημαίνει κα γ. Μάξιμος σ ρισμένα σημεα το συγγραφικο του ργου.
.   
φ σον «Πν πάθος κατ συμπλοκν πάντως ασθητο τινός, κα ασθήσεως κα “φυσικς δυνάμεως”,
θυμο
λέγω
τυχόν,
πιθυμίας, λόγου
παρατραπέντος το
κατ φύσιν
συνίσταται», ε
ναι
δυνατ
ν νας «σπουδαος» πνευματικς γωνιστής, κατ τν πιδίωξη κάποιας ρετς ν «μεταποιήση» ν «μεθορμήση» ν «μετεργασθ» ν «παναγάγη» τ φυσικ ατ δυναμικ το πάθους σ βιωματικ ποιότητα ρετς.

* * *

.      Εναι λοιπν δυνατν νας γωνιζόμενος χριστιανός, πο νήκει σ’ να γχώδη τύπο, ν προσπαθήσει ν «μεθορμήση» τν γχωτική του
δυναμικ
σ ψηλ πεδία πνευματικς ζως, πως κριβς εναι νήψη, γρήγορση, πατερικ προσοχ κα λλες παρόμοιες πνευματικς μπειρίες κα νέργειες. Στν γιογραφικ λλ κα στν πατερικ διδαχ συναντομε προτροπς πο μς
προσανατολίζουν στ
ν
πνευματικ
ξιοποίηση μις «γχωτικς» «φοβικς» δυναμικς. πως νδεικτικς:

α) Στν Π. Δ.
«δουλεύσατε τ
Κυρί ν φόβ κα γαλλισθε ατ ν τρόμ» (Ψαλμ. β´ 11).

β) Στν Κ.Δ.
«Γρηγορε
τε ον τι οκ οδατε τν μέραν οδ τν ραν ν υἱὸς το νθρώπου ρχεται».
«Γρηγορε
τε ον· οκ οδατε γρ πότε κύριος τς οκίας ρχεται… μ λθν ξαίφνης ερ μς καθεύδοντας».
.                    
«Μετ
φόβου
κα
τρόμου
τ
ν αυτν σωτηρίαν
κατεργάζεσθε». «Νήψατε, γρηγορήσατε·
ντίδικος μν διάβολος ς λέων ρυόμενος περιπατε ζητν τίνα καταπί».

γ) Κατ τν γ. Μακάριο τν Αγύπτιο, ατς πο θέλει πραγματικ ν εχαρίστησει τν Θε κα ν δεχθε τν Χάρη το γίου Πνεύματος,
πρέπει ν
βιάζει
τ
ν αυτό του στν τήρηση λων τν ντολν το Θεοπως κριβς ατς πο προσπαθε ν μάθει τν εχ κα «βιάζεται κα γχει». Κι’ ατς λοιπν πο θέλει ν φαρμόσει τς ντολς το Θεο «βιάζεται κα γχει κα θίζει θος γαθόν… Κα μες λοιπν βιασώμεθα κα γξωμεν αυτος ες τν κατόρθωσιν τν ρετν».
.    
διος γιος συνιστ· «Πάντοτε ον ν τ συνειδήσει φείλεις χειν τν μέριμναν κα τν φόβον…. τν φόβον κα τν πόνον, ς φυσικν κα τρεπτον, τν συντριμμν τς καρδίας
πάντοτε πεπηγμένον».
πίσης,
κατ
τν ββ Δωρόθεο, διαλείπτως
προσευχόμενος
νθρωπος,
ν ξιωθε ν ποκτήσει κάποιο
χάρισμα γνωρίζει π
ς τ κατόρθωσε κα δν μπορε ν περηφανευθε γι τ χάρισμα ατό, τι μ τ δική του δύναμη
τ
πέκτησε λλ τ ποδίδει στν Θε κα συνεχς τν παρακαλε «τρέμων» ν μ ποδειχθε νάξιος ατο το χαρίσματος κα στερηθε τς βοήθειάς του
κα
ποκαλυφθε τσι σθένεια κα δυναμία του.
.     
νάδυση το γχους π συνείδητες, γνωστες κα πρόσιτες π τ λογικ νδοψυχικς φετηρίες, κάνουν
πολ

δύσκολη,
ν μ δύνατη, τν κατ μέτωπο
καταπολέμησή του. Γεγον
ς πο φορ σ’ λα τ πάθη το νθρωπίνου
προσώπου. Γι’ α
τ τ λόγο πατερικ μπειρία πο πισημαίνει τι πνευματικς γωνιστς δν εναι κριζωτς τν παθν λλ νταγωνιστής,
δείχνει
τι μέθοδος τς μετοχετεύσεως
τ
ς ψυχικς δυναμικς το πάθους σ στόχους
πνευματικ
ς ζως, δημιουργε λπίδες μίας
θεοφιλο
ς ξιοποιήσεως το γχους, σ νηπτικος γνες κα προσπάθειες
φωτιστικ
ς ατογνωσίας, στ κλίμα τς διάλειπτης
μνήμης το
νόματος κα τς παρουσίας το προσώπου το Θεο στ προσωπικ ζω το πνευματικο γωνιστο.
.   
ν τ γχος βιώνεται ς νας νεπιθύμητος
ψυχικ
ς ναγκασμός, σν μία πιεστικ βία στν πυρήνα τς ατοσυνειδησίας το νθρώπινου
προσώπου,
μόνος
τρόπος ν
νταγωνιστε κανες τ γχος εναι σκηση βίας στ βία το πάθους ατο. Στ σημεο τοτο εναι χρήσιμη προτροπ το σίου Νείλου το σκητο· «Θέλησον τ βί τς φιλόθεου σπουδς κνικσαι κα λύσαι τν βίαν (το γχους)! «μες τ βί τν βίαν
καταγωνισώμεθα».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Στ ρώτημα “πς μπορε νας πνευματικς νθρωπος ν ντιμετώπισει κα ν ξιοποιήση τ γχος ς ργαλεο πνευματικς προκοπς” μία πιγραμματικ
συνοπτικ
πάντηση θ ταν, στ ρώτημα ατ ξς·

– Ν
παραδώσει τ
γχος κα τν νασφάλεια πο τ συνοδεύει στ λεος κα τν γάπη το Θεο.
– Ν

προσπαθήσει ν
τ δε κα ν τ κατανοήσει στν ψυχοδυναμική
του
διαιτερότητα
ς φοβίας
όριστης γωνίας ναιτιολόγητης πιθετικς παρορμήσεως τέλος ς νοχικς φοβικς εαισθησίας, ς παράγοντα τς παιδείας το Κυρίου!
– Ν
ντοπίσει νδεχομένως τ νοχικ πόστρωμα το γχους, πο συνήθως ποτελε τν κυρία
ψυχοδυναμική του
φετηρία.
πωθημένες μαρτητικς μπειρίες, δηλ. νεξομολόγητες νοχές, κδικονται μ συνείδητη γχώδη ντίδραση.
– Ν

συλλάβει τ
ν φυπνιστικ πνευματικ σημασία το γχους, ς ρεθίσματος μις ργασίας ατογνωσίας μ κριτήρια ντικειμενικ κα χι ατοδικαιωτικά.
– Ν
μεταποιήσει τ δυναμικ τς γχωτικς γωνίας σ νηπτικ τρόπο βιώσεως τς πνευματικς ζως, σύμφωνα μ τν μνημονευθεσα προτροπ το γ. Μακαρίου το Αγυπτίου: «Κα μες τοίνυν
βιασώμεθα κα
γξωμεν αυτος ες τν
ταπεινοφροσύνην, τ
ν γάπην κα τν πραότητα, να ποστείλ τ Πνεμα ατο ες τς καρδίας μν Θεός»!
.     
ντως τ ντίρροπα το γχους εναι ταπεινοφροσύνη, γάπη κα πραότητα!

 Πηγή 

Να γίνεσθε καλοκάγαθοι, σπλαχνικοί και να χαρίζεσθε μεταξύ σας (Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος)


Τα γνωρίσματα του πράου ανθρώπου

Είναι πολλές οι αρετές που ταιριάζουν στους Χριστιανούς, απ” όλες όμως η πιο σπουδαία είναι η πραότητα.
Αυτό είναι το κατεξοχήν γνώρισμα του ανθρώπου που έχει τιμηθεί με το λογικό, δηλαδή η ημερότητα, η επιείκεια, η πραότητα, η ταπείνωση, η ησυχία, το να μην έλκεται σαν δούλος και παρασύρεται ή από τον θυμό ή από τα άλλα πάθη, αλλά με το λογικό και την ορθή σκέψη να κατανικάει τα εσωτερικά άτακτα σκιρτήματα και να διασώζει την ευγένεια που προσιδιάζει στον άνθρωπο, και να μην εκπίπτει και κατα­ντάει στη θηριωδία των άλογων ζώων με τη νωθρότητα και την αδράνειά του.
Κάθε επιεικής και πράος εύκολα οδηγείται στη φιλανθρωπία και δεν θα ανεχόταν να παραμελήσει αυτούς που βρίσκονται σε μεγάλη ανάγκη, γιατί τη φτώχεια των άλλων τη θεωρεί σαν δική του δυστυχία.
Ο φθόνος βέβαια είναι το πιο κακό από όλα τα πάθη· ο ενάρετος όμως και πράος δεν δέχεται μέσα στην ψυχή του το φοβερό αυτό πάθος, αλλά, όταν βλέπει τους αδελφούς του να προκόβουν, χαίρεται και ευχαριστείται μαζί τους, γιατί θεωρεί σαν δική του την αρετή των άλλων, γιατί νομίζει, ότι όσα αγαθά έχουν οι φίλοι του είναι κοινά και γι” αυτό χαίρεται μαζί τους στα ευχάριστα και λυπάται μαζί τους στα δυσάρεστα.
Αυτό κυρίως είναι το γνώρισμα του πράου, τις μεν αδικίες που γίνονται σ” αυτόν να τις παραβλέπει, τους αδικούμενους όμως να τους υπερασπίζεται, όπως ακριβώς έκαμε και ο Χριστός. Γιατί, όταν ανέβηκε στο Σταυρό έλεγε: «Πατέρα μου, συγχώρεσέ τους, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν». Αυτό προ πάντων είναι το γνώρισμα της πραότητας, το να καταλύει μεν κάθε κακία, να ελευθερώνει όσους είναι αιχμάλωτοι από αυτή, να εμποδίζει τους δαίμονες που καταστρώνουν δόλια σχέδια εναντίον μας, να απαλλάσσει δε από τα δεινά εκείνους που κυριεύτηκαν απ” αυτούς.
Τί τέλος πάντων είναι πραότητα και τί σκληρότητα; Γιατί, ούτε το να χτυπάει κανείς είναι γενικά δείγμα σκληρότητας, ούτε το να λυπάται είναι δείγμα πραότητας.
Αλλά πράος είναι εκείνος, που μπορεί να υπομένει τα αδικήματα που γίνονται σ” αυτόν και εκείνος που υπερασπίζεται τους αδικούμενους και γίνεται σφοδρός εκδικητής και υποστηρικτής εκείνων που βλάπτονται.
Όμως, εκείνος που δεν είναι τέτοιος, αλλά είναι νωθρός και κοιμισμένος και δεν διαφέρει τίποτε από ένα νεκρό ως προς τη δραστηριότητα, αυτός δεν είναι πράος ούτε επιεικής. Το να παραβλέπει δηλαδή κανείς τους αδικούμενους, το να μη θυμώνει εναντίον εκείνων που βλάπτουν και αδικούν, δεν είναι γνώρισμα αρετής, αλλά κακίας. Άρα δεν είναι δείγμα πραότητας, αλλά νωθρότητας και αδιαφορίας.
Δεν πείθονται, άνθρωπε, ότι ο Θεός μας είναι αληθινός, όταν αγανακτούμε και οργιζόμαστε και δυσανασχετούμε, αλλά όταν είμαστε επιεικείς και πράοι και ήπιοι και φερνόμαστε σαν πραγματικοί φιλόσοφοι, αντιμετωπίζοντας με απάθεια και υπομονή κάθε δυσκολία της ζωής και αντίδραση.
«Κάθε εσωτερική πικρία και οργή και θυμός και κραυγή ας λείψει εντελώς από σας μαζί με κάθε άλλη κακίαΝα γίνεσθε δε καλοκάγαθοι, σπλαχνικοί, να χαρίζεσθε μεταξύ σας και να συγχωρείτε ο ένας τον άλλον, αν κάποιος έχει εναντίον του άλλου κάποια δυσαρέσκεια και αφορμή κατηγορίας, όπως και ο Θεός διά του Χριστού χαρίστηκε σε σας και σας συγχώρησε».
«Γίνεσθε λοιπόν μιμητές του Θεού». Βλέπετε, τί είδους άνθρωπος είναι ο πράος; Τίνος ονομάζεται μιμητής; Όχι των αγγέλων, ούτε των αρχαγγέλων, αλλά του Κυρίου των όλων.
Αν και εκείνοι (οι άγγελοι και αρχάγγελοι) είναι πραότατοι και γεμάτοι από κάθε αρετή. Ο Απ. Παύλος όμως ονόμασε τους ήμερους ανθρώπους μιμητές του Θεού, για να διδάξει τους ακροατές του, με τον τονισμό της μεγάλης τιμής, να είναι πολύ πράοι, ώστε καθένας που βρίζεται ή υποφέρει από κάτι άλλο φοβερό, να υποφέρει με πραότητα τις βρισιές και να συγκρατεί την οργή του, εφόσον, συγκρατώντας την οργή του, πρόκειται να γίνει μιμητής του Θεού.
Να μη μας διακατέχει καμιά ταραχή ή ανησυχία, αλλά να ζούμε με γαλήνη και ησυχία και με όλους να έχουμε ειρηνικές σχέσεις και να είμαστε ήμεροι και πράοι και επιεικείς, ώστε στο πρόσωπό μας να ανθίζουν όλα τα χρώματα της αρετής.
Σιωπούσε (ο Χριστός) και τα υπέφερε όλα με πραότητα, διδάσκοντας και εμάς να δείχνουμε σε κάθε περίσταση επιείκεια και μεγαλοψυχία.
Αυτόν λοιπόν ας μιμηθούμε. Γιατί δεν σιώπησε μόνον, αλλά … και όταν ονομάστηκε δαιμονισμένος και μανιακός από ανθρώπους που είχαν ευεργετηθεί με αμέτρητα αγαθά, και όχι μόνον μια και δύο, αλλά πολλές φορές, όχι μόνον δεν αμύνθηκε, αλλά και δεν έπαψε να τους ευεργετεί …Γιατί αυτό σημαίνει να είσαι μαθητής του Χριστού, το να είσαι πράος και επιεικής.
Πώς όμως θα ήταν δυνατόν να αποκτήσουμε αυτή την πραότητα; Αν σκεπτόμαστε συνεχώς τα σφάλματα και τις αμαρτίες μας, αν πενθούμε, αν δακρύζουμε. Γιατί η ψυχή, που ζει μέσα στην οδύνη, δεν μπορεί να εξάπτεται και να οργίζεται, γιατί ο άνθρωπος που πενθεί δεν έχει τη δύναμη και τη διάθεση να θυμώσει. Όπου υπάρχει λύπη, εκδιώκεται κάθε οργή· όπου επικρατεί συντριβή πνευματική, δεν χωράει η έξαψη και η αγανάκτηση. Γιατί, όταν το πνεύμα υποφέρει από πένθος, όχι μόνον δεν έχει ευκαιρία να αγανακτήσει, αλλά και στενάζει πικρά και κλαίει πικρότερα.
(Ι. Χρυσοστόμου, λόγοι από τους τόμους ΕΠΕ, 3, 6, 7, 14,31, και MG. 63)