Μέγας Βασίλειος: Να κυνηγάς την ταπεινοφροσύνη σαν να είσαι ερωτευμένος μαζί της


Η εμφάνισή σου, το ντύσιμο, το βάδισμα και ο τρόπος που κάθεσαι, όπως και το φαγητό σου, το κρεβάτι, το σπίτι και τα έπιπλα του σπιτιού, όλα να είναι απλά. Και τα λόγια και το τραγούδι και η παρέα με το φίλο, κι αυτά να τείνουν στο μέτρο κι όχι στην υπερβολή.

Μην κάνεις επίδειξη με περίτεχνα λόγια, ούτε με κορώνες στο τραγούδι, μην κάνεις διαλέξεις αλαζονικές και βαρυσήμαντες, μα απ’ όλα να αφαιρείς την υπερβολή. Να είσαι καλός με το φίλο, μαλακός με τον υφιστάμενο, ανεξίκακος με τους θρασείς, φιλάνθρωπος με τους περιφρονημένους. Να παρηγορείς όσους ταλαιπωρούνται, να επισκέπτεσαι όσους υποφέρουν, να συζητάς με γλυκύτητα, να απαντάς με χαμόγελο, να είσαι προσιτός σε όλους.

Ούτε να πλέκεις εγκώμια του εαυτού σου, ούτε να παρακινείς τους άλλους να σου πλέκουν, και να μη συμφωνείς με λόγο υπερήφανο, καλύπτοντας όσο μπορείς τα προτερήματά σου.

Όσο για τα λάθη σου, πρώτος εσύ να κατηγορείς τον εαυτό σου, και να μην περιμένεις να σε διορθώσουν οι άλλοι. Με των άλλων τα λάθη να μην είσαι αυστηρός και να μην κάνεις παρατηρήσεις γρήγορα και θυμωμένα, ούτε να τους καταδικάζεις για μικροπράγματα, σαν να είσαι εσύ απόλυτα σωστός.

Αντίθετα, να στηρίζεις ψυχολογικά όσους έσφαλαν και να τους καθοδηγείς πνευματικά. Και να κάνεις τόση προσπάθεια για να αποφύγεις τη δόξα των ανθρώπων όση κάνουν άλλοι για να την αποκτήσουν. Μη ζημιώνεσαι λοιπόν θέλοντας να φαίνεσαι στους ανθρώπους. Ο πραγματικός, ο μεγάλος θεατής είναι ο Θεός. Στρέψε σ’ Αυτόν τη φιλοδοξία σου. Δίνει λαμπρό μισθό. Ή μήπως απέκτησες κάποιο αξίωμα, και οι άνθρωποι σε ακολουθούν και σε χειροκροτούν;

Να γίνεις ίσος με αυτούς που διοικείς, γιατί, όπως λέει η Καινή Διαθήκη, «μην καταδυναστεύετε αυτούς που ποιμαίνετε», και μην τους εξουσιάζετε, όπως κάνουν οι ηγέτες στον κόσμο. Γιατί όποιος θέλει να είναι πρώτος πρέπει να γίνει δούλος όλων, έτσι όρισε ο Κύριος. Και γενικά, να κυνηγάς την ταπεινοφροσύνη σαν να ήσουν ερωτευμένος μαζί της. «Αγάπησέ την και θα σε δοξάσει».

Έτσι θα βρεις το δρόμο για την αληθινή δόξα, τη δόξα που δίνει ο Θεός. Κι ο Χριστός θα σε παρουσιάσει, για μαθητή Του, στους αγγέλους και θα σου δώσει δόξα, αν μιμηθείς την ταπεινοφροσύνη Του, Εκείνου που λέει: «Διδαχθείτε από το δικό μου παράδειγμα γιατί είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά και οι ψυχές σας θα βρουν ξεκούραση».

Μέγας Βασίλειος 

Πηγή 

Ο χριστιανός μπορεί να λυπάται μόνο για δύο λόγους!

AddThis Social Bookmark Button

AddThis Social Bookmark Button

agios ioannis xrysostomos5Τη λύπη την έβαλε μέσα μας ο Θεός. Όχι, όμως, για να τη μεταχειριζόμαστε άσκοπα ή και βλαπτικά, σε ακατάλληλο χρόνο και σε αντίθετες συνθήκες στη φύση μας περιστάσεις, κλονίζοντας έτσι την υγεία της ψυχής και του σώματος, αλλά για ν’ αποκομίζουμε απ’ αυτήν όσο γίνεται μεγαλύτερο πνευματικό κέρδος. Γι’ αυτό, δεν πρέπει να λυπόμαστε όταν παθαίνουμε κάτι κακό, μα όταν κάνουμε κάτι κακό. Εμείς, ωστόσο, έχουμε αντιστρέψει τα πράγματα. Έτσι, και αμέτρητα κακά να διαπράξουμε, ούτε λυπόμαστε ούτε ντρεπόμαστε. Αν, όμως, πάθουμε και το παραμικρό κακό από κάποιον, τότε τα χάνουμε, βαριοθυμούμε, γινόμαστε συντρίμμια και δεν συλλογιζόμαστε πως οι θλίψεις και οι πειρασμοί φανερώνουν τη φροντίδα του Θεού για μας περισσότερο από τα ευχάριστα περιστατικά.

Αλλά γιατί αναφέρω τις θλίψεις αυτής της ζωής; Μήπως και η απειλή του αιωνίου κολασμού δεν αποτελεί τη φιλανθρωπία του Θεού καλύτερα από την υπόσχεσή Του για την ουράνια βασιλεία; Γιατί ,αν δεν υπήρχε η απειλή του αιωνίου κολασμού, λίγοι θα ήταν εκείνοι που θα κέρδιζαν τη σωτηρία. Δεν είναι, βλέπεις, αρκετή για μας, τους ράθυμους, η υπόσχεση των ουράνιων αγαθών. Ο φόβος της κολάσεως πιο πολύ μας παρακινεί στην αρετή.

Γι’ αυτό, λοιπόν, υπάρχουν η λύπη και η αθυμία, όχι για να μας κυριεύουν όταν πεθαίνει ένα αγαπημένο μας πρόσωπο ή όταν χάνουμε χρήματα ή όταν δοκιμάζουμε κάποια αποτυχία, αλλά για να μας βοηθούν στον πνευματικό μας αγώνα. Ας λυπόμαστε όχι για τη θλίψη ή τη βλάβη που μας προξενεί κάποιος, αλλά για τις αμαρτίες μας, με τις οποίες λυπούμε το Θεό. Γιατί οι αμαρτίες διώχνουν μακριά μας το Θεό, ενώ οι θλίψεις, που δοκιμάζουμε από άλλους ανθρώπους, Τον κάνουν να μένει κοντά μας ως προστάτης.

Αλλωστε, πρέπει να το πάρεις απόφαση, άνθρωπέ μου, ότι στη ζωή αυτή θα έχεις βάσανα, δοκιμασίες, προβλήματα, πειρασμούς. Πρέπει να τ’ αντιμετωπίζεις με γενναιότητα όλα αυτά, χρησιμοποιώντας ως όπλα την πίστη, την ελπίδα, την υπομονή. Ας εύχεσαι, βέβαια, να μην πέσεις ποτέ σε πειρασμό. Όταν, όμως, παραχωρεί κάποιον ο Θεός, μην ταράζεσαι. Κάνε ό,τι μπορείς για να φανείς αληθινός στρατιώτης του Χριστού. Δεν βλέπεις που οι γενναίοι στρατιώτες, όταν η σάλπιγγα τους καλεί στην μάχη, αποβλέποντας στη νίκη, θυμούνται τους ένδοξους προγόνους τους, που έκαναν μεγάλα κατορθώματα, και ρίχνονται με θάρρος στον αγώνα; Όμοια κι εσύ, όταν έρχεται η ώρα της πνευματικής μάχης, να θυμάσαι τα κατορθώματα των αγίων μαρτύρων και ν’ αγωνίζεσαι με γενναιότητα, με πίστη, με χαρά.

Δεν μπορεί, λοιπόν, ποτέ να λυπάται ο χριστιανός; Μπορεί, αλλά για δύο μονάχα λόγους: Όταν είτε ο ίδιος είτε ο πλησίον του έρχεται σε αντίθεση με το Θεό και το άγιο θέλημά Του. Δεν πρέπει, επομένως, να στενοχωριούνται και να θλίβονται εκείνοι που κακολογούνται, μα εκείνοι που κακολογούν. Γιατί δε θ’ απολογηθούν οι πρώτοι ,για όσα λέγονται σε βάρος άλλων. Αυτοί πρέπει να τρέμουν και ν’ ανησυχούν, γιατί αργά ή γρήγορα θα συρθούν στο φοβερό Δικαστήριο του Θεού, όπου θα λογοδοτήσουν για όσες κακολογίες ξεστόμισαν. Κι εκείνοι που κακολογούνται, πάντως, πρέπει ν’ ανησυχούν, αν όσα λένε γι’ αυτούς είναι αληθινά.

Αξιολύπητοι, βλέπεις, είναι οι αμαρτωλοί, έστω κι αν κανένας δεν τους κατηγορεί. Αξιοζήλευτοι, απεναντίας, είναι οι ενάρετοι, έστω κι αν ο κόσμος όλος τους κατατρέχει. Γιατί, όταν η συνείδηση ενός ανθρώπου είναι ήσυχη, όσες τρικυμίες κι αν ξεσηκώνονται εναντίον του, αυτός θα βρίσκεται πάντα σε λιμάνι γαλήνιο. Όταν, όμως, η συνείδησή του είναι ταραγμένη, ακόμη κι αν όλα του έρχονται ευνοϊκά, θα βασανίζεται, σαν τον ναυαγό στη φουρτουνιασμένη θάλασσα.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θέματα ζωής Β΄
Κείμενα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου

Πηγή 

Είμαστε εις το «εμείς» κι’ όχι εις το «εγώ»



Όσοι έχουν την τύχη μας σήμερον εις τα χέρια τους, όσοι μας κυβερνούν, μεγάλοι και μικροί, και υπουργοί και βουλευταί, το ‘χουν σε δόξα, το ‘χουν σε τιμή, το ‘χουν σε ικανότη το να τους ειπής ότι έκλεψαν, ότι πρόδωσαν, ότι ήφεραν τόσα κακά εις την πατρίδα. Είναι άξιοι άνθρωποι και τιμώνται και βραβεύονται. Όσοι είναι τίμιοι κατατρέχονται ως ανάξιοι της κοινωνίας και της πολιτείας.
Αυτά δεν τα λέγω εγώ μοναχός, τα λέγει όλο το κοινό και οι ‘φημερίδες. Κι’ όσα σημειώνω τα σημειώνω γιατί δεν υποφέρνω να βλέπω το άδικον να πνίγη το δίκιον. Διά ‘κείνο έμαθα γράμματα εις τα γεράματα και κάνω αυτό το γράψιμον το απελέκητο, ότι δεν είχα τον τρόπον όντας παιδί να σπουδάξω” ήμουν φτωχός κ’ έκανα τον υπερέτη και τιμάρευα άλογα κι’ άλλες πλήθος δουλειές έκανα να βγάλω το πατρικό μου χρέος, οπού μας χρέωσαν οι χαραμήδες, και να ζήσω κ’ εγώ σε τούτην την κοινωνίαν όσο έχω τ’ αμανέτι του Θεού εις το σώμα μου.
Κι’ αφού ο Θεός θέλησε να κάμη νεκρανάστασιν εις την πατρίδα μου, να την λευτερώση από την τυραγνίαν των Τούρκων, αξίωσε κ’ εμένα να δουλέψω κατά δύναμη λιγώτερον από τον χερώτερον πατριώτη μου Έλληνα.
Γράφουν σοφοί άντρες πολλοί, γράφουν τυπογράφοι ντόπιοι και ξένοι διαβασμένοι για την Ελλάδα – ένα πράμα μόνον με παρακίνησε κ’ εμένα να γράψω, ότι τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί και αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι” όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσωμεν εδώ.
Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, να την φυλάμεν κι’ όλοι μαζί και να μην λέγη ούτε ο δυνατός «εγώ» , ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγη ο καθείς «εγώ»; Όταν αγωνιστή μόνος του και φκειάση, ή χαλάση, να λέγη εγώ” όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκειάνουν, τότε να λένε «εμείς».
Είμαστε εις το «εμείς» κι’ όχι εις το «εγώ». Και εις το εξής να μάθωμεν γνώση, αν θέλωμεν να φκειάσωμεν χωριόν, να ζήσωμεν όλοι μαζί. Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να ειδούνε όλοι οι Έλληνες ν’ αγωνίζωνται διά την πατρίδα τους, διά την θρησκεία τους, να ιδούνε και τα παιδιά μου και να λένε” «Έχομεν αγώνες πατρικούς, έχομεν θυσίες», αν είναι αγώνες και θυσίες. Και να μπαίνουν σε φιλοτιμίαν και να εργάζωνται εις το καλό της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας. Ότι θα είναι καλά δικά τους. Όχι όμως να φαντάζωνται για τα κατορθώματα τα πατρικά, όχι να πορνεύουν την αρετή και να καταπατούν τον νόμον και να ‘χουν την επιρροή για ικανότη.
Επειδήτις ολοένα λέγω κατάχρησες, μη στοχάζεστε ότι έχω πάθος εις τους ανθρώπους. Ψάξετε της ‘φημερίδες, τηράτε και τα πραχτικά των Βουλών, μ’ όλον οπού ‘ναι τέτοιες Βουλές οπού ‘περασπίζονται την κλεψιά και ‘διοτέλεια και πολεμούνε την δικαιοσύνη” και μ’ όλον αυτό θα ιδήτε αν αληθινά είναι αυτά οπού σημειώνω.
Στρατηγού Mακρυγιάννη Aπομνημονεύματα”, τόμος B΄, Eλληνικά Γράμματα/Tα Nέα 2006


Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι…

Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι…

 

 

 

“Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι σέβονται την ανθρώπινη
ατομικότητα και γι’ αυτό είναι πάντοτε συγκαταβατικοί, γελαστοί, ευγενικοί,
υποχρεωτικοί.

 

Δεν χαλούν τον κόσμο για το σφυρί ή
για τη γομολάστιχα που χάθηκαν. Δεν αγανακτούν για τους θορύβους ή το κρύο.
Δέχονται με καλοσύνη τα χωρατά και την παρουσία ξένων ανθρώπων στο σπιτικό
τους. Δεν συμπονούν μονάχα τους κατώτερους, τους αδύναμους και τις γάτες.
Πονάει η ψυχή τους και για κείνο που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι.

 

Είναι ντόμπροι και φοβούνται το ψέμα
σαν τη φωτιά. Δεν λένε ψέματα ακόμα και για τιποτένια πράγματα. Το ψέμα
προσβάλλει εκείνους που το ακούνε και ταπεινώνει στα μάτια τους εκείνους που το
λένε. Δεν παίρνουν ποτέ πόζα, στο δρόμο είναι όπως και στο σπίτι τους, δεν
ρίχνουν στάχτη στα μάτια του κατώτερου τους.

 

Δεν είναι φλύαροι και δεν αναγκάζουν
τον άλλο να ακούει τις εκμυστηρεύσεις τους όταν δεν τους ρωτάει. Δεν
ταπεινώνονται για να κεντήσουν τη συμπόνια του διπλανού. Δεν παίζουν με τις
ευαίσθητες χορδές της ψυχής των άλλων για να κερδίζουν σαν αντάλλαγμα
αναστεναγμούς και χάδια.

 

Δεν λένε “εμένα κανείς δεν με
καταλαβαίνει”, ούτε “πουλήθηκα για πέντε δεκάρες”, γιατί αυτά
δείχνουν πως αποζητάν τις φτηνές εντυπώσεις. Είναι πρόοστυχα τερτίπια,
ξεθωριασμένα, ψεύτικα. Δεν είναι ματαιόδοξοι. Δεν τους απασχολούν τέτοια
ψεύτικα διαμάντια όπως οι γνωριμίες με εξοχότητες.


Όταν κάνουν δουλειά που δεν αξίζει ένα καπίκι, δεν γυρίζουν με χαρτοφύλακα των
εκατό ρουβλιών και δεν καμαρώνουν πως τάχα τους άφησαν να μπουν εκεί που δεν
επιτρέπουν στους άλλους. Κι ο Κριλώφ ακόμα λέει πως το άδειο βαρέλι ακούγεται
πιο πολύ από το γεμάτο.

 

Αν έχουν ταλέντο, το σέβονται.
Θυσιάζουν γι’ αυτό την ησυχία τους, τις γυναίκες, το κρασί, την κοσμική
ματαιότητα. Είναι περήφανοι για την αξία τους και έχουν συνείδηση της αποστολής
τους. Αηδιάζουν από την ασχήμια και καλλιεργούν μέσα τους την ομορφιά.

 

Δεν μπορούν να κοιμηθούν με τα ρούχα,
δεν μπορούν να βλέπουν στο τοίχο κοριούς, να πατούν σε φτυσιές. Δαμάζουν όσα
μπορούν και εξευγενίζουν το ερωτικό ένστικτο. Δεν κατεβάζουν βότκα όπου
βρεθούν. Πίνουν μονάχα όταν είναι ελεύθεροι και τους δίνεται ευκαιρία. Γιατί
τους χρειάζεται “γερό μυαλό σε γερό κορμί”.

 

 

Απόσπασμα
από ένα γράμμα του Αντόν Τσέχωφ στον αδερφό του Νικολάι.

 

 

 

 Πηγή 

Το θέαμα, ένα φοβερό πνευματικό όπλο


Το θέαμα, ένα φοβερό πνευματικό όπλο

ΤΟ ΘΕΑΜΑ, ΕΝΑ ΦΟΒΕΡΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΟΠΛΟ

Οι απόψεις του μαρξιστή Λέοντος Τρότσκυ για τη χρήση του θεάματος
εναντίον του εκκλησιασμού

Δημοσιεύουμε αποσπάσματα από άρθρο του περιώνυμου Ρώσου μπολσεβίκου και μαρξιστή Λέοντος Τρότσκυ  (1879-1940), ενός από τους ηγέτες της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία, δευτέρου μετά τον Βλαδίμηρο Λένιν, σχετικά με τη δύναμη του θεάματος (συγκεκριμένα του κινηματογράφου, τότε) ως μέσου απομάκρυνσης του λαού από τον εκκλησιασμό.

Το άρθρο αυτό, «Η βότκα, η Εκκλησία και ο κινηματογράφος»,πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πράβντα» στις 12 Ιουλίου του 1923. Εμείς το δημοσιεύουμε αποσπασματικώς από αγγλική μετάφρασή του στο Διαδίκτυο (http://www.marxists.org/archive/trotsky/women/life/23_07_12.htm).

Το άρθρο είναι ενδεικτικό πολλών πραγμάτων, για ένα προσεκτικό ερευνητή της Νέας αντιχρίστου Εποχής (που ήδη άρχιζε με την είσοδο του 20ού αι.), ενδεικτικό της νοοτροπίας αλλά και των συνωμοτικών διεργασιών των εκάστοτε κυβερνητών, οι οποίες αποσκοπούν στη χειραγώγηση των πληθυσμών, αλλ’ επίσης ενδεικτικό και της πολύ ρηχής κατανόησης της Εκκλησιαστικής Λατρείας από τους εχθρούς της Εκκλησίας· σφάλμα που στοίχισε στους Μπολσεβίκους την ήττα τους από την Ρωσική Ορθοδοξία, όπως αποδεικνύει περίτρανα τα 20 τελευταία έτη η πανηγυρική επιστροφή της Εκκλησίας σε όλους τους τομείς του ρωσικού βίου.

Ο τηλεοπτικός «οχετός» στις μέρες μας, από τις χαμηλότερες εκφάνσεις του, την καλλιέργεια των σαρκικών και φονικών παθών, μέχρι και τις πλέον «ψυχικές» (Α΄ Κορ. 2,14) ή δαιμονικές, όπως είναι ο τυφλός ορθολογισμός και η μαγεία, επιβάλλει βαρύ φόρο ψυχικής απωλείας στην ανθρωπότητα. Γι αυτό δημοσιεύουμε το παρόν, προς γνώση και συναίσθηση του φοβερού κινδύνου και των μηχανισμών που όπισθεν της τηλεόρασης, του κινηματογράφου, του διαδικτύου και όλων των λοιπών διαύλων του θεάματος οργανώνουν τη συστηματική κατεδάφιση των ανθρωπίνων αξιών και την καλλιέργεια όλης της υποκουλτούρας της Νέας Τάξης Πραγμάτων και της Νέας Εποχής του Αντιχρίστου. 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

«Το θέμα της ψυχαγωγίας, σε αυτή τη σύνδεση, αποκτά εξαιρετικά αυξημένη σπουδαιότητα, όσον αφορά στην κουλτούρα και την παιδεία. Ο χαρακτήρας ενός παιδιού αποκαλύπτεται και διαμορφώνεται στο παιχνίδι του. Ο χαρακτήρας ενός ενήλικος εκφαίνεται  καθαρά στο παιχνίδι και τις ψυχαγωγίες του. Αλλά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μιας ολόκληρης τάξης, όταν αυτή η τάξη είναι νεαρή και προοδεύει, όπως το προλεταριάτο, οι ψυχαγωγίες και το παιχνίδι πρέπει να κατέχουν διακεκριμένη θέση. Ο μεγάλος Γάλλος ουτοπικός μεταρρυθμιστής, ο Φουριέ, απορρίπτοντας τον χριστιανικό ασκητισμό και την καταπίεση κατά των φυσικών ενστίκτων, κατασκεύασε την “phalanstère” του (τις κοινότητες του μέλλοντος) επί της ορθής και λογικής αξιοποίησης και του συνδυασμού των ανθρωπίνων ενστίκτων και παθών. Αυτή είναι ιδέα βαθεία! Το κράτος της εργατικής τάξης δεν είναι ούτε πνευματικό τάγμα ούτε μοναστήρι. Εκλαμβάνουμε τους ανθρώπους όπως έχουν κατασκευαστεί εκ φύσεως και όπως έχουν μερικώς εκπαιδευθεί και μερικώς παραμορφωθεί από την παλαιά τάξη. Αναζητούμε ένα σημείο υποστήριξης σε αυτό το ζων ανθρώπινο υλικό, για την εφαρμογή του μοχλού του κόμματός μας και του επαναστατικού κράτους μας. Η επιθυμία για ψυχαγωγία, διασκέδαση, ξενάγηση και γέλιο, είναι η πιο νόμιμη επιθυμία της ανθρώπινης φύσης. Είμαστε ικανοί, και πράγματι υποχρεωμένοι, να δώσουμε στην ικανοποίηση της επιθυμίας αυτής μιαν υψηλότερη καλλιτεχνική ποιότητα, κάνοντας ταυτόχρονα την ψυχαγωγία ένα όπλο μαζικής εκπαίδευσης, απελευθερωμένο από την φρούρηση του παιδαγωγού και από την κουραστική συνήθεια να ηθικοποιεί

«Το πιο σημαντικό όπλο σχετικά, ένα όπλο που υπερέχει παντός άλλου, είναι σήμερα ο κινηματογράφοςΑυτός ο θαυμαστός νεωτερισμός του θεάματος, έχει  παρέμβει στην ανθρώπινη ζωή με μία επιτυχή ταχύτητα, που ποτέ δεν έχει μαρτυρηθεί στο παρελθόν. Στην καθημερινή ζωή των καπιταλιστικών πόλεων, ο κινηματογράφος έχει γίνει τόσο αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής, όσο και το μπάνιο, η μπυραρία, η εκκλησία και άλλοι αναφαίρετοι θεσμοί, επαινετοί ή μη. Το πάθος για τον κινηματογράφο είναι ριζωμένο στην επιθυμία για διασκέδαση, στην επιθυμία να δεί κανείς κάτι νέο και απρόοπτο, να γελάσει και να κλαύσει με τις δυστυχίες των άλλων ανθρώπων, όχι τις δικές του. Ο κινηματογράφος ικανοποιεί αυτές τις απαιτήσεις με ένα πολύ άμεσο, οπτικό, γραφικό και ζωντανό τρόπο, χωρίς να απαιτεί τίποτε από τους θεατές. Δεν απαιτεί καν να είναι αυτοί μορφωμένοι. Γι’ αυτό οι θεατές τρέφουν μια τόσο μεγάλη αγάπη για τον κινηματογράφο, αυτό το αστείρευτο σιντριβάνι εντυπώσεων και συναισθημάτων. Αυτό παρέχει ένα σημείο, και όχι απλώς ένα σημείο, αλλά μια τεράστια πλατεία, για την εφαρμογή των δικών μας σοσιαλιστικών εκπαιδευτικών ενεργειών».

«Το γεγονός ότι μέχρι τώρα, δηλαδή σε σχεδόν έξι χρόνια, δεν έχουμε αποκτήσει την κυριότητα του κινηματογράφου, δείχνει πόσο αργοί και απαίδευτοι είμαστε, για να μη πω ειλικρινά, ανόητοι. Αυτό το όπλο, που «κραυγάζει» για να χρησιμοποιηθεί, είναι το καλύτερο εργαλείο για προπαγάνδα: για τεχνική, εκπαιδευτική και βιομηχανική προπαγάνδα, προπαγάνδα κατά του αλκοόλ, υπέρ της υγιεινής, προπαγάνδα πολιτική, κάθε προπαγάνδα που θα θέλατε, μια προπαγάνδα που είναι προσβάσιμη στον καθένα, που είναι ελκυστική, που εισδύει στη μνήμη και μπορεί να γίνει πιθανή πηγή εισοδήματος».

« […] Μπορούμε να εξασφαλίσουμε αυτό το ασύγκριτο όπλο; Γιατί όχι; Η κυβέρνηση του Τσάρου, μέσα σε λίγα χρόνια, οργάνωσε ένα περίπλοκο δίκτυο κρατικών μπάρ. Η επιχείρηση απέφερε ετήσιο εισόδημα σχεδόν ενός δισεκατομμυρίου χρυσών ρουβλίων. Γιατί η κυβέρνηση των εργατών να μη ιδρύσει ένα δίκτυο κρατικών κινηματογράφων; Αυτός ο μηχανισμός ψυχαγωγίας και εκπαίδευσης θα μπορούσε όλο και περισσότερο να εξελιχθεί σε αναφαίρετο κομμάτι του εθνικού βίου.Χρησιμοποιούμενο για την καταπολέμηση του αλκοολισμού, θα μπορούσε ταυτόχρονα να μετατραπεί και σε μία κερδοφόρο επιχείρηση. Είναι πρακτικό; Γιατί όχι; Φυσικά, δεν είναι εύκολο. Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν περισσότερο φυσικό και περισσότερο ταιριαστό με τις οργανωτικές ενέργειες και ικανότητες ενός κράτους εργατών, απ΄ ότι, ας πούμε, μια προσπάθεια να επανασυστήσουμε το μονοπώλιο της βότκα».

«Ο κινηματογράφος ανταγωνίζεται όχι μόνο την ταβέρνα, αλλά επίσης και την εκκλησία. Και αυτός ο ανταγωνισμός μπορεί να αποβεί θανάσιμος για την εκκλησία, αν αναπληρώσουμε τον χωρισμό της εκκλησίας από το σοσιαλιστικό κράτος, με την συγχώνευση του σοσιαλιστικού κράτους με τον κινηματογράφο».

«Η θρησκευτικότητα στις ρωσικές εργατικές τάξεις πρακτικά δεν υπάρχει. Ουσιαστικά ποτέ δεν υπήρξε. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν καθημερινό έθος και κυβερνητικός θεσμός. Ποτέ δεν ήταν επιτυχής στο να διεισύσει βαθειά μέσα στη συνείδηση των μαζών, ούτε στο να αναμείξει τα δόγματα και τους κανόνες της με τα εσωτερικά συναισθήματα του λαού. Ο λόγος γι’ αυτό είναι ο ίδιος: η απολίτιστη κατάσταση της παλαιάς Ρωσίας, συμπεριλαμβανομένης της εκκλησίας της. Συνεπώς, όταν αφυπνισθεί πολιτιστικά, ο Ρώσος εργάτης εύκολα απορρίπτει την πτωχή εξωτερική του σχέση με την εκκλησία, μια σχέση που αναπτύχθηκε πάνω του από συνήθεια. Για τον χωρικό, σίγουρα, αυτό καθίσταται δυσκολότερο, όχι επειδή ο χωρικός έχει περισσότερο βαθειά και άμεσα εισέλθει στην εκκλησιαστική διδασκαλία – αυτό βεβαίως ποτέ δεν έγινε –  αλλ’ επειδή η αδράνεια και μονοτονία της ζωής του είναι στενά δεμένα με την αδράνεια και μονοτονία των εκκλησιαστικών πρακτικών».

Η σχέση του εργάτη με την εκκλησία (αναφέρομαι στον εκτός κόμματος εργάτη της μάζας) συγκρατιέται κυρίως από το νήμα της συνήθειας, ιδιαιτέρως της συνήθειας των γυναικών. Οι εικόνες ακόμη είναι κρεμασμένες στο σπίτι, επειδή υπάρχουν εκεί· οι εικόνες κοσμούν τους τοίχους· θα ήταν άδειο χωρίς αυτές· οι άνθρωποι δεν θα ήταν συνηθισμένοι σε αυτό. Ένας εργάτης δεν θα μπεί στον κόπο να αγοράσει καινούργιες εικόνες, αλλά δεν έχει και αρκετή θέληση να ξεφορτωθεί τις παλιές. Με ποιο τρόπο μπορεί να εορτασθεί η εορτή της άνοιξης παρά μόνο με Πασχάλιο γλυκό; Και το Πασχάλιο γλυκό πρέπει να ευλογηθεί από τον ιερέα, αλλιώς θα είναι απλά χωρίς νόημα. Ως προς τον εκκλησιασμό, οι άνθρωποι δεν πηγαίνουν επειδή είναι θρησκευόμενοι· η εκκλησία είναι λαμπρά φωτισμένη, γεμάτη με άνδρες και γυναίκες ενδεδυμένους με τα καλύτερά τους ρούχα, η ψαλμωδία είναι καλή – ένα πεδίο κοινωνικο -αισθητικών έλξεων που δεν παρέχονται από το εργοστάσιο, την οικογένεια ή την καθημερινότητα του δρόμου. Πίστη δεν υπάρχει ή δεν υπάρχει καθόλου έμπρακτα. Οπωσδήποτε, δεν υπάρχει σεβασμός για τον κλήρο ή πίστη στη μαγική δύναμη του τελετουργικού. Αλλά δεν υπάρχει ενεργής θέληση να το καταστρέψει ολικά. Τα στοιχεία της διασκέδασης, της ευχαρίστησης και της ψυχαγωγίας παίζουν ένα μεγάλο ρόλο στα εκκλησιαστικά τελετουργικά. Με θεατρικές μεθόδους η εκκλησία ενεργεί πάνω στην όραση, την αίσθηση της όσφρησης (μέσω του θυμιάματος) και μέσω αυτών πάνω στην φαντασία. Η επιθυμία του ανθρώπου για το θεατρικό, επιθυμία να δεί και να ακούσει το ασύνηθες, το εκπληκτικό, η επιθυμία για ρήξη της συνήθους μονοτονίας της ζωής είναι μεγάλη και ανεξάλειπτη· επιμένει από την πρώιμη παιδική μέχρι την προχωρημένη γεροντική ηλικία. Αποσκοπώντας στην απελευθέρωση των κοινών μαζών από το τελετουργικό και τον εκκλησιαστικισμό, που αποκτήθηκαν από συνήθεια, δεν είναι αρκετή από μόνη της η αντιθρησκευτική προπαγάνδα. Φυσικά, είναι αναγκαία· αλλ’ η άμεση πρακτική επίδρασή της περιορίζεται σε μια μικρή μειοψηφία όσων είναι περισσότερο γενναίοι στο πνεύμα. Η πλειονότητα των ανθρώπων δεν επηρεάζονται από την αντιθρησκευτική προπαγάνδα· αλλά αυτό δεν είναι επειδή η πνευματική τους σχέση με τη θρησκεία είναι τόσο βαθειά. Αντιθέτως, δεν υπάρχει καμμία πνευματική σχέση· υπάρχει μόνο μια άμορφη, νωθρή, μηχανιστική σχέση, η οποία δεν έχει περάσει μέσα από τη συνείδηση· μια σχέση σαν αυτή του ξεναγούμενου οδοιπόρου, ο οποίος περιστασιακά δεν αρνείται να συμμετάσχει σε μια λιτανεία ή σε μια πομπώδη τελετή ούτε να ακούσει την ψαλμωδία ή να κινεί τα χέρια του».

«Ένα τελετουργικό άνευ νοήματος, που κείται στη συνείδηση σαν αδρανές φορτίο, δεν μπορεί να καταστραφεί από μόνη την κριτική· μπορεί να αντικατασταθεί από νέες μορφές ζωής, νέες ψυχαγωγίες, νέα και πιο πολιτισμένα θέατρα. Και πάλιν εδώ, οι σκέψεις στρέφονται στο πιο δυνατό – επειδή είναι το πιο δημοκρατικό – όργανο του θεάτρου: στον κινηματογράφο. Χωρίς να απαιτεί κλήρο ενδεδυμένο στόφα κ.λπ. ο κινηματογράφος ξεδιπλώνει επί της λευκής οθόνης θεατικές εικόνες μεγαλύτερης αποδοχής από εκείνες που παρέχει η πλουσιότερη εκκλησία – που έχει γίνει σοφή μέσω εμπειρίας χιλίων ετών – ή ένα τζαμί ή μια συναγωγή. Στην εκκλησία μόνο ένα δράμα εκτελείται, και πάντοτε ένα και το αυτό, μπαίνει χρόνος, βγαίνει χρόνος. Αλλά στον κινηματογράφο της γειτονιάς θα σου δείξουν τα Πάσχα των εθνικών, των Ιουδαίων και των Χριστιανών στην ιστορική τους διαδοχή και με την ομοιότητα του τελετουργικού τους. Ο κινηματογράφος ψυχαγωγεί, μορφώνει, βάλλει τη φαντασία με εικόνες και σε απελευθερώνει από την ανάγκη να διασχίσεις την πόρτα της εκκλησίας. Ο κινηματογράφος είναι ο μεγάλος ανταγωνιστής όχι μόνο της ταβέρνας, αλλά και της εκκλησίας. Ιδού ένα εργαλείο που πρέπει να εξασφαλίσουμε με οποιοδήποτε κόστος».

Μετάφραση και επιμέλεια κειμένου Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου


Πηγή 

Άνθρωποι έρχονται και φεύγουν χωρίς να αντιληφθούν τι είναι η ζωή

Ο πατέρας Φιλόθεος Φάρος, είναι ένας πεφωτισμένος κληρικός, θεολόγος και ψυχοθεραπευτής. Συζητώντας μαζί του ανακαλύπτεις νέους ορίζοντες, αποκομίζεις πλούτο γνώσης, συναισθημάτων και μια γλυκιά γεύση για την ζωή. Έχει συγγράψει πάνω από δέκα βιβλία με κύρια θέματα την ζωή του ανθρώπου, τον έρωτα, τον θάνατο και το πιο σημαντικό είναι ότι καταφέρνει με λόγια ψυχής να αφυπνίζει συνειδήσεις.

Η ελληνική κοινωνία νοσεί βαθιά, μπορεί να γιατρευτεί πάτερ και πώς;
Νομίζω ότι αυτό που απαιτείται είναι αλλαγή ήθους. Έχουμε δημιουργήσει ένα ήθος τις τελευταίες, τρεις ή τέσσερις, δεκαετίες το οποίο δεν είναι λειτουργικό, είναι ανθρωποκτόνο. Ο μέσος άνθρωπος έχει υιοθετήσει αυτό το ήθος και δεν έχει επίγνωση του γεγονότος ότι αυτό καταστρέφει την ζωή του και γενικότερα την κοινωνία. Ένα από τα χαρακτηριστικά αυτού του ήθους είναι ότι είναι αρκετά ατομικιστικό. Ο άνθρωπος πιστεύει ότι εξυπηρετεί το συμφέρον του όταν ενδιαφέρεται μόνο για αυτό και αδιαφορεί για οποιονδήποτε και οτιδήποτε άλλο. Νομίζει ότι έτσι κάνει το καλύτερο για τον εαυτό του, όμως  αυτό είναι πλάνη, είναι απάτη δεν λειτουργούν έτσι τα πράγματα, ο κόσμος είναι μια ενότητα. Εάν ο διπλανός μου δεν είναι καλά, αργά η γρήγορα δεν θα είμαι και εγώ καλά.

Η σημερινή βασική αιτία της κρίσης έχετε αναφέρει ότι είναι η ‘χρεοκοπία των αξιών’.
Φυσικά, υιοθετήσαμε αξίες που δεν είναι λειτουργικές, δηλαδή αξίες όπως η επιτυχία, η χλιδή, ο πλούτος και η προβολή. Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει χωρίς ένα καλό αυτοκίνητο ή χωρίς βίλλα στα βόρεια προάστια, χωρίς σχέσεις όμως δεν μπορεί να ζήσει. Ο καθένας ενδιαφέρεται να εξασφαλίσει για τον εαυτό του υλικά πράγματα, όχι πως τα υλικά είναι κάτι κακό, αλλά είναι ο τρόπος που τα χρησιμοποιείς και η ιεράρχηση που τους δίνουμε. Τα υλικά πράγματα είναι ευλογία όταν τα βλέπεις σαν ευκαιρία να προσφέρεις στον άλλον και κατάρα όταν είναι να τα αρπάξεις από τον άλλον.

26032013323

Έχετε παρομοιάσει την σημερινή κρίση με αυτήν της μέσης ηλικίας, πώς εννοείτε αυτή την σύγκριση;
Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει στην μέση ηλικία, όπου ο άνθρωπος διαπιστώνει ότι αυτά που δημιούργησε στο πρώτο μισό της ζωής του, τελικά δεν τον κάλυψαν. Κάποιοι άνθρωποι όμως προσπαθούν να διατηρήσουν το ενδιαφέρον τους για τα ίδια πράγματα και αξίες και στο δεύτερο μισό της ζωής  είναι αυτοί που θα το χάσουν το τρένο. Πολλοί στην μέση ηλικία δεν αντιλαμβάνονται ότι έχουν χάσει φυσικές δυνάμεις. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα, τον έρωτα: στο πρώτο μισό της ζωής ο μέσος άνθρωπος τον βλέπει σαν άθλημα, ως επίτευγμα, κάτι με το οποίο θα αποδείξει ότι έχει κάποιες δυνατότητες. Στην μέση ηλικία λοιπόν, όλες οι λειτουργίες επιβραδύνονται, τα πάντα. Με τον ίδιο τρόπο υπάρχει και μια εξασθένηση των σεξουαλικών δυνατοτήτων του άνθρωπου, ειδικά οι άντρες όταν διαπιστώνουν αυτή την επιβράδυνση πανικοβάλλονται και πηγαίνουν σε κάποιον σεξολόγο, που υποτίθεται ότι είναι επιστήμονας που θα τους δώσει κάποια χάπια ώστε να τονωθούν πάλι. Έτσι η κοινωνία ωθεί από νεαρή ηλικία κάποιον να δει την σεξουαλικότητα σαν κάτι στο οποίο πρέπει να έχει ορισμένες επιδόσεις, με αποτέλεσμα να μην ανακαλύπτει ποτέ τον έρωτα. Άρα όταν χάνει τις σωματικές του δυνάμεις, του δίνεται η ευκαιρία να μην δει πάλι με τον ίδιο τρόπο τον έρωτα, αλλά με την πραγματική του έννοια που είναι η στοργή, η τρυφερότητα, η αγάπη, εκστατικά πράγματα που δεν τα υποπτεύθηκε στο πρώτο μισό της ζωής του. Επομένως όταν επιμένουμε στην βίλλα και στην Φεράρι, αμελούμε τις σχέσεις, δεν τις έχουμε. Η περίπτωση Ωνάση είναι το καλύτερο παράδειγμα, όπου όταν έχασε τον υιό του είπε «ότι είμαι ο πιο φτωχός άνθρωπος στον κόσμο» και συνειδητοποίησε ότι όλη αυτή η αυτοκρατορία του είναι άχρηστη μπρος στον χαμό του γιού του. Στην κοινωνική κρίση λοιπόν αντιλαμβανόμαστε ότι αυτά που είχαμε τα χάσαμε, πάει και τελείωσε, αυτό που μερικοί πιστεύουν ότι θα υπάρξει τρόπος να τα ξαναπάρουν πίσω γελιούνται. Όλες οι ιδεολογίες έχουν προσφέρει πολύ κακές υπηρεσίες στον σύγχρονο άνθρωπο, γιατί συνέβαλλαν στο περιορισμό της ανθρώπινης ζωής, όλοι ασχολούνται αν θα πάρουν αύξηση στο μισθό τους, αν θα φορέσουν  επώνυμα ρούχα, όμως με αυτά συρρικνώνεται ο άνθρωπος και γίνεται κάτι παραπάνω από το μηδέν. Ο άνθρωπος έχει τεράστιες δυνατότητες μέσα του και οι πιο μεγάλες είναι ο εσωτερικός του κόσμος. Δεν είναι η εξωτερική ψευδαίσθηση, αγνοεί όμως και δεν επιδιώκει την ανάπτυξη του. Δεν υπάρχει πιο εκστατικό πράγμα από το να μοιράζεται κάποιος τα πιο βαθιά πράγματα που συμβαίνουν μέσα του και ίσως ακόμα και την κατάντια του. Άνθρωποι έρχονται και φεύγουν χωρίς να αντιληφθούν τι είναι η ζωή.

Η καταστροφή μπορεί να εξελιχθεί σε ευκαιρία;
Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη γενιά οι νέοι δεν διεκδικούν καθόλου την μοναδικότητα τους, βάζουν το κεφάλι κάτω και γίνονται πρόβατα. Τρέμουν στο ενδεχόμενο να είναι διαφορετικοί. Πανικοβάλλονται και νομίζουν ότι ήρθε το τέλος του κόσμου με την καταστροφή ενώ πρέπει να αντιληφθούν  ότι αυτή είναι η ευκαιρία της ζωής τους. Ακούω να λένε άνθρωποι για τις συμφορές που συμβαίνουν και αναρωτιέμαι, είναι συμφορά να μου περιορίσουν την σύνταξη μου κατά 300 ευρώ και δεν είναι αυτό που επικράτησε τις τελευταίες δεκαετίες, όπου γίναμε θηρία; ‘Ο θάνατός σου η ζωή μου’ να είναι η κυρίαρχη στάση ζωής; Τα πάντα πουλιόντουσαν, ζούσαμε ανάμεσα σε εχθρούς, αυτό ήταν καταστροφή και όχι η μείωση της σύνταξης. Χωρίς τον άλλο όμως δεν υπάρχουμε, είμαστε μισοί. Επίσης, έχουμε και μια άλλη συμφορά που συνέβη τα τελευταία χρόνια, ότι ο καπάτσος και ο έξυπνος βρίσκει ένα τρόπο να μην κάνει τίποτα και να τα έχει όλα. Λοιπόν, αυτό τι ήταν στην πραγματικότητα, ότι θάφτηκαν ποιος ξέρει πόσα ταλέντα, ότι πολλοί άνθρωποι σάπισαν σαν κηφήνες με παντελή έλλειψη αυτοεκτίμησης. Λένε μερικοί ότι πεινάνε, ξέρω ότι προκαλώ δυσαρέσκεια με αυτό που θα πω, αλλά τι σημαίνει πεινάω; Με 3 ευρώ ένας άνθρωπος μπορεί να φτιάξει ένα φαγητό με 6-7 μερίδες. Είμαι παιδί της κατοχής που δεν είχαμε στην κυριολεξία να φάμε, όχι ότι δεν είχα σουβλάκι να φάω  και έλεγα στην μάνα μου, να μου δώσει να φάω και μου απαντούσε με δάκρυα στα μάτια ‘παιδί μου γιατί με βασανίζεις, αφού ξέρεις ότι δεν έχω να σου δώσω τίποτα’. Αν σήμερα απλώσει κάποιος το χέρι του σε ένα πεζοδρόμιο θα μαζέψει σε μια ώρα ένα δεκάρικο σίγουρα και μερικοί άνθρωποι νομίζουν ότι είναι φιλάνθρωποι αν δώσουν ελεημοσύνη σε ηρωινομανείς.

DSC02230

Νέος 30 ετών, με πτυχία, άνεργος έρχεται να ζητήσει την συμβουλή σας ώστε  να μπορέσει να σταθεί στα πόδια του. Τι του απαντάτε;
Κοιτάξτε, υπάρχει η δυνατότητα να μην κάνεις τίποτα και να ζήσεις μια ζωή χαρισάμενη. Τι έγινε όμως με αυτό τον τρόπο ζωής; Θα σας εξηγήσω τι σημαίνει η λέξη προπονώ; Σημαίνει ότι πονάω προηγουμένως, ότι προετοιμάζομαι για τον πόνο που θα έρθει για την ουσιαστική προσπάθεια της ανάπτυξης. Το κίνητρο για την δημιουργία είναι η ανάγκη και ακούω ορισμένους γονείς να λένε, ‘μην λείψει τίποτα στα παιδιά μου’ και τους δίνουν χαρτζιλίκι πολύ περισσότερο από ένα διπλάσιο βασικό μισθό, άρα γιατί αυτός ο άνθρωπος να πάει να δουλέψει. Πόσοι νέοι άνθρωποι πραγματικά, δεν θέλουν να δουλέψουν, δεν είναι ένας δύο. Λένε δεν βρίσκουν δουλειά, ξέρετε τι εννοούν, ότι δεν βρίσκω μια θέση στο δημόσιο να κάθομαι και να πληρώνομαι, αυτό έχουν μάθει. Όταν ήμουν στην Αμερική και δούλεψα σε μια ψυχιατρική κλινική, ήταν απαραίτητο στο θεραπευτικό πρόγραμμα να υπάρχει η δουλειά, διότι ο άνθρωπος που δεν προσφέρει, δεν δημιουργεί, που δεν αισθάνεται ότι είναι χρήσιμος σε κάποιον και σε κάτι, αυτός ο άνθρωπος έχει μηδενική αυτοπεποίθηση και πέφτει σε κατάθλιψη. Άρα τους λέγαμε τότε ότι, το να βρεις δουλειά είναι δουλειά και τι σημαίνει αυτό; Ότι ξυπνάς στις 7 το πρωί και παίρνεις τους δρόμους και γυρίζεις στις 4 το απόγευμα, τότε θα βρεις δουλειά. Από την άλλη, όταν είσαι άνεργος δεν βάζεις όρους, οποιαδήποτε εργασία θα την κάνεις. Υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που χτυπούν μια πόρτα και λένε ότι χρειαστείτε, οποιαδήποτε στιγμή να σας βοηθήσω, που σημαίνει ότι ο άνθρωπος που θέλει, δουλεύει.

Έχετε πολλές φορές παρουσιάσει ως εμπόδιο ολοκλήρωσης του ατόμου, την γονεϊκή του εξάρτηση. Σε ποια βάση το εννοείτε;
Λίγη ώρα πριν έρθετε μιλούσα στο τηλέφωνο με μια κυρία 75 ετών, η οποία μου έλεγε ότι ο γιός της είναι 40 ετών και ήθελε τι γνώμη μου για θέματα διάφορα, γιατί είναι και ορφανό’. Μα, τι λέτε’ της απαντώ, ‘κυρία μου, εσείς θα αποφασίσετε πως θα ζήσει αυτός ο άνθρωπος στην ζωή του;’. Λοιπόν, ο βαθμός στον οποίο η μέση ελληνική οικογένεια ευνουχίζει τα παιδιά της είναι τεράστιος και για μένα αυτή είναι η μεγαλύτερη συμφορά στην ελληνική κοινωνία. Μεγάλη τραγωδία. Η ελληνική οικογένεια είναι φυτώριο ψυχοπαθολογίας και ευνουχίζει συγκλονιστικά τους νέους ανθρώπους. Βλέπετε οργισμένους νέους που κινούνται από ιδεολογικές αντιλήψεις, κατά βάθος είναι άνθρωποι που είναι οργισμένοι με τους γονείς τους. Πολλές φορές όμως οι περισσότερες οικογένειες δεν αφήνουν τα παιδιά τους να θυμώσουν μαζί τους και το κάνουν με πολύ θρησκευόμενο τρόπο, όπως το τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, χρησιμοποιούν δηλαδή τον θεό για να καταπιέσουν την μοναδικότητα του παιδιού. Το παιδί στην ουσία υιοθετεί τις βρώμικες αξίες των γονέων. Τι του πουλάνε τόσα χρόνια; Ερχόταν  ο εφοριακός πατέρας που έκλεινε την επιχείρηση κάποιου γιατί δεν του δίνει την μίζα για να φτιάξει την βίλλα στο εξοχικό και πηγαίνει στο σπίτι και καμαρώνει για αυτό. Το μικρό παιδί τι αποκομίζει από αυτό; Πρώτον, ότι ο κόσμος εκεί έξω είναι μια ζούγκλα και όταν έρθει η στιγμή να βγει από την κοιλιά της μάνας του ψυχολογικά, πως να βγει και που να πάει, έχει πανικό και οργή για τους ανθρώπους που τον ευνούχισαν. Επίσης, δεν ξέρω κάποιοι χριστιανοί πως τον διαβάζουν τον Χριστό, ο οποίος δεν ασχολήθηκε ούτε με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ούτε με τον Ηρώδη, αλλά είπε ότι εχθρός του ανθρώπου είναι ‘οι οικιακοί αυτού’.

Παρόλο που πολλοί λένε ότι οι νέοι απομακρύνονται από την εκκλησία, παρατηρώ ότι είναι αρκετοί αυτοί που στρέφονται στην εξομολόγηση για την οποία έχετε πει ότι λειτουργεί ως αυτοδικαίωση.
Είναι λεπτό το θέμα, αλλά αυτό που σώζει είναι η εκκλησία, η οποία είναι ένας τρόπος ύπαρξης, οι πολλοί έρχονται και γίνονται σώμα Χριστού. Σε αυτό μοιραζόμαστε ότι είμαστε και ότι έχουμε. Οι άνθρωποι πηγαίνουν στην εξομολόγηση με κάποια αισθήματα ενοχής για μια συγκεκριμένη πράξη και αυτό δεν είναι μετάνοια. Η μετάνοια σημαίνει, αλλαγή τρόπου ζωής, όχι να απαλλαγείς από την ενοχή γιατί το έκανες και πώς το έκανες.

Είμαστε μια χώρα όπου το 90% είναι ορθόδοξοι, δεν είναι μια αποτυχία της εκκλησίας το γεγονός ότι έχει ευθύνες για μια τόσο εγωιστική κοινωνία όπως είναι η ελληνική;
Ακριβώς. Όπως έλεγε ο Χριστόδουλος πριν μερικά χρόνια ότι είμαστε 95% ορθόδοξοι και δεν καταλάβαινε ότι αυτό που έλεγε στρεφόταν εναντίον του, αφού τι είναι αυτό που κάνει η ίδια η ορθοδοξία, έχει δημιουργήσει αυτή την θηριωδία; Ξέρετε ασχολούνται πολλοί Χριστιανοί με διάφορα όπως το αν έφαγες λάδι την Παρασκευή και άλλα παρόμοια, όμως την πεμπτουσία της χριστιανικής διδασκαλίας την αγνοούν παντελώς. Λέει το Ευαγγέλιο ‘ο έχων δύο χιτώνες, να δίνει τον ένα’, ποιος σήμερα το κάνει αυτό;.

Έχετε δηλώσει ότι «στις μέρες μας ο Θεός είναι νεκρός, τον έχουμε σκοτώσει και είμαστε ορφανοί.».
Η πίστη δεν είναι λόγια, είναι ένα βίωμα. Ο άνθρωπος που πιστεύει, τι σημαίνει πιστεύω, ότι έχεις μια ζωντανή σχέση με τον Θεό, τον Χριστό, όχι ότι απλά λέω ‘πιστεύω εις ένα Θεό Πατέρα Παντοκράτορα’. Επιπλέον, ο άνθρωπος που έχει αυτή την προσωπική σχέση, την ακτινοβολεί κιόλας, δεν χρειάζεται να πει τίποτα. Αυτός που λέει, που προσπαθεί να αποδείξει ότι πιστεύει, είναι αυτός που δεν πιστεύει και προσπαθεί να παραπλανήσει και τον εαυτό του. Στην πραγματικότητα θα ήθελα να ρωτήσω, έχετε συναντήσει τον Ιησού Χριστό; Εσύ που λες πιστεύω ή επαναλαμβάνεις αυτό που λέει ένα βιβλίο ακόμα και αν είναι αυτό το Ευαγγέλιο; Κοιτάξτε, ο άπιστος Θωμάς δεν είναι παράδειγμα προς αποφυγήν αλλά προς μίμηση, αυτό είναι πίστη, τα άλλα είναι απάτη είτε με επίγνωση άρα είναι παλιανθρωπιά, είτε χωρίς επίγνωση άρα είναι νεύρωση.

Είναι καταφύγιο για τον άνθρωπο η πίστη;
Την πραγματική πίστη δεν μπορείς να την πεις καταφύγιο, διότι η κοινωνία και η σχέση είναι προϋπόθεση ζωής. Όπως έχουμε ανάγκη τον συνάνθρωπο έχουμε και μια διάσταση που είναι το μέσον με το οποίο ο άνθρωπος επικοινωνεί με το μυστήριο της ζωής, που είναι πέραν της λογικής. Η πίστη δεν έχει να κάνει με την λογική, είναι μια άλλη διάσταση της ύπαρξης.  Για παράδειγμα το συναίσθημα είναι πέρα από την λογική, επομένως άλλη λειτουργία και μια άλλη ανάγκη είναι και αυτή της κοινωνίας με το υπερβατό.

Η ύπαρξη των θρησκειών είναι η απάντηση του ανθρώπου για να αντιμετωπίσει τον φόβο του θανάτου;
Πολλές φορές οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τις θρησκείες με αυτό τον τρόπο και όταν λέμε βέβαια θρησκείες δεν ξέρω σε τι αναφερόμαστε. Είναι αρκετές φορές που αυτό που αποκαλούμε θρησκεία είναι παραφροσύνη, εκμετάλλευση, ένα σωρό αποκρουστικά πράγματα. Για αυτό εμένα η λέξη θρησκεία δεν μου πάει. Για μένα η πνευματική ζωή είναι μια γεύση, όχι ιδεολογία που μου την είπαν, την διάβασα, την αποστηθίζω και τα απαγγέλω.

Ένας Γάλλος συγγραφέας έχει πει «η ζωή είναι ένας είδος μελαγχολικού μυστηρίου που μόνο η πίστη ξέρει το μυστικό».
Για μένα η ζωή είναι ένα μυστήριο αλλά με την έννοια ότι δεν εξηγείτε με τις δυνατότητες της λογικής και όταν μερικές φορές οι επιστήμονες προσπαθούν να το αμφισβητήσουν αυτό γίνονται αστείοι, όπως γίνονται πολλές φορές και οι θρησκευόμενοι οι οποίοι με λόγια προσπαθούν να αποδείξουν είτε την ύπαρξη του Θεού ή της μεταθανάτιας ζωής. Η αιωνιότητα δεν είναι τόπος ή χρόνος αλλά τρόπος.

Η φύση της αμαρτίας ποια είναι; Έχει γράψει η Κική Δημουλά «μην επιτρέψεις στις πληγές σου να σε μετατρέψουν σε ένα άτομο που δεν είσαι…»
Οποιαδήποτε αυτοκαταστροφική ενέργεια του ανθρώπου, είναι κάτι με το οποίο ο άνθρωπος στρέφεται εναντίον του και όχι κατά του Θεού. Ο Θεός δεν προσβάλλεται και σε αυτό οι θρησκείες έχουν προκαλέσει ασύλληπτη ζημιά στην ανθρωπότητα, παρουσιάζοντας την αμαρτία ως προσβολή εναντίον του θεού.

Sygkiries k Epiloges

Ένα από τα βιβλία σας φέρει τον τίτλο ‘Συγκυρίες και Επιλογές’, πως οι συγκυρίες καθορίζουν τις επιλογές μας;
Εγώ θέλησα να δείξω ότι υπήρχαν κάποιες συγκυρίες στην ζωή μου, δεν ζούσα στο κενό και προσπάθησα να δείξω ότι την ζωή μου την καθόρισαν οι επιλογές μου. Οι συγκυρίες έχουν διπλή όψη, όπως είπαμε για την κρίση, για κάποιους συμφορά και για άλλους ευκαιρία. Έτσι λοιπόν, το κακό που μου κάνουν οι άλλοι δεν είναι αυτό που με καθορίζει, αλλά το κακό που με καθορίζει είναι αυτό που κάνω εγώ στους άλλους και τελικά το κακό που με καθορίζει είναι το κακό που κάνω εγώ στον εαυτό μου. Όσο πιο σωστές είναι οι επιλογές μας, τόσο πληρέστερη και ποιοτική θα είναι η ζωή μας.

Πότε αποκτά νόημα η ζωή του ανθρώπου;
Η κοινωνία, η προσφορά και η δημιουργία.

Μια από τις μεγαλύτερες μάστιγες στην εποχή μας είναι η κατάθλιψη, γιατί πιστεύετε ότι ο άνθρωπος αφήνεται ή τι τον οδηγεί στην πνευματική αναπηρία;
Η κατάθλιψη συνήθως παρουσιάζεται στην μέση ηλικία, όπως είπαμε, και αυτό γιατί δεν μπορεί ο άνθρωπος να δεχτεί ότι πλέον για παράδειγμα δεν είναι όμορφος, δεν δέχεται ότι έχει ρυτίδες ενώ δεν υποπτεύεται ότι οι ρυτίδες είναι μια άλλη ομορφιά. Επίσης ακουμπά και τους νέους, οι οποίοι αρνούνται να δουν τον πραγματικό κόσμο  αλλά πιστεύω ότι η ζωή έχει τον τρόπο να αυτοπροστατεύεται.

Ο χρόνος είναι ο καλύτερος δάσκαλος αλλά δυστυχώς σκοτώνει όλους τους μαθητές του». Ο χρόνος τα λύνει όλα;
Ο χρόνος δεν τα λύνει όλα αλλά δείχνει ‘τι είναι τι’, δηλαδή έχετε μια σύγκρουση με ένα άνθρωπο και σεις το βλέπετε έτσι και ο άλλος διαφορετικά, σημασία δεν έχει ο τρόπος που τα λέτε αλλά ο λόγος που τα λέτε…

Συνέντευξη: Γιάννης Πανταζόπουλος, j.pantazopoulos@yahoo.gr

Η συνέντευξη με τον π. Φιλόθεο Φάρο είχε γίνει στο σπίτι του στις 26/03/2013 και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Newsaction.gr.
Η κεντρική φωτογραφία είναι του Νίκου Κόκκα.


Πηγή 

Πῶς ἀπορρίπτω τὸν Θεό; – π. Δημήτριος Μπόκος














Ἡ γαλ­λί­δα συγ­γρα­φέ­ας καὶ φι­λό­σο­φος
Σι­μὸν ντὲ Μπο­βου­άρ, μιὰ ἀ­πὸ τὶς κυ­ρι­ώ­τε­ρες ἐκ­προ­σώ­πους 

τοῦ κι­νή­μα­τος
τοῦ φε­μι­νι­σμοῦ στὸν 20ό αἰ­ώ­να, στὸ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό της ἔρ­γο «Πῶς
ἔ­γι­να συγ­γρα­φέ­ας»
 
με­τα­ξὺ ἄλ­λων ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­ται:  

«Πέ­ρα­σα πο­λὺ εὐ­τυ­χι­σμέ­να παι­δι­κὰ
χρό­νια.Κοινωνοῦσα, ἐ­ξο­μο­λο­γι­ό­μουν, ἤ­μουν πο­λὺ εὐ­σε­βής. Ἤ­θε­λα νὰ ἀ­ρέ­σω
στὸν κα­λὸ Θε­ὸ καὶ νὰ ἔ­χω μιὰ κα­τά­λευ­κη ἁ­γνὴ ψυ­χή… Μέ­χρι τὰ 12-13 μου ὅ­λα
κυ­λοῦ­σαν ὑ­πέ­ρο­χα γιὰ μέ­να. Τὰ πράγ­μα­τα χά­λα­σαν λί­γο ὅ­ταν μπῆ­κα
στὴν ἐ­φη­βεί­α. Ἔ­γι­να ἄ­τα­κτη,       ἀ­νά­πο­δη καὶ χον­τρο­κέ­φα­λη – εἶ­χα ἀ­πο­κτή­σει
κα­κὲς συ­νή­θει­ες καὶ τρω­γό­μουν μὲ τὰ ροῦ­χα μου. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ ὅ­μως,
ἀ­να­πτυσ­σό­ταν τὸ κρι­τι­κό μου πνεῦ­μα καὶ ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα ἔ­λε­γε «μὴ ἐ­κεῖ­νο,
μὴ τὸ ἄλ­λο»…, δὲν τὴν ὑ­πά­κου­α πο­τὲ μὲ τὴ θέ­λη­σή μου.

 Καὶ τε­λι­κὰ σ’ ἕ­να ση­μαν­τι­κὸ
θέ­μα πῆ­ρα τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ μὴν ὑ­πα­κού­ω. Ἔ­λεγ­χαν μὲ ἄ­κρα αὐ­στη­ρό­τη­τα
τὰ ἀ­να­γνώ­σμα­τά μου… Περ­νοῦ­σα τὶς   δι­α­κο­πές μου στὴ Λι­μου­ζέν, σ’ ἕ­να
ἰ­δι­ό­κτη­το κτῆ­μα τοῦ παπ­ποῦ, …καὶ στὴν ἐ­ξο­χὴ ξέ­με­να πάν­τα ἀ­πὸ ἀ­να­γνώ­σμα­τα.
Ὑ­πῆρ­χαν στὴ βι­βλι­ο­θή­κη κά­ποι­ες    δε­μέ­νες συλ­λο­γές… Μοῦ ὑ­πέ­δει­ξαν
τὰ κομ­μά­τια ποὺ ἦ­ταν «γιὰ μέ­να», … καὶ μοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ πά­ρω τὸν τό­μο
στὸ δά­σος ὅ­που κα­τα­σκή­νω­να γιὰ νὰ   δι­α­βά­σω. Μιὰ ὡ­ραί­α ἡ­μέ­ρα ἄρ­χι­σα
νὰ δι­α­βά­ζω τὰ κομ­μά­τια ποὺ δὲν ἦ­ταν γιὰ μέ­να… Καὶ ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­ψα­με
στὸ Πα­ρί­σι, κα­τα­βρό­χθι­σα ὅ­λη τὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ πα­τέ­ρα μου, …ὁ­τι­δή­πο­τε
ἔ­πε­φτε στὰ χέ­ρια μου.

 Δὲν εἶ­χα κα­θό­λου τὴν ἐν­τύ­πω­ση
ὅ­τι ἔ­κα­να κά­τι κα­κό, δὲν περ­νοῦ­σε κἂν ἀ­πὸ τὸ μυα­λό μου ὅ­τι προ­σέ­βαλ­λα
τὸ Θε­ό. Πρέ­πει νὰ πῶ ὅ­τι εἶ­χα        τα­κτο­ποι­ή­σει -μὲ τὸν τρό­πο μου- τὶς σχέ­σεις
μα­ζί του… Ὡ­στό­σο ἕ­να βρά­δυ στὴ Λι­μου­ζὲν ἔ­κα­να μέ­σα μου με­ρι­κὲς ἐ­ρω­τή­σεις…
Εἶ­πα στὸν ἑ­αυ­τό μου: τὸ ὅ­τι δὲν ὑ­πα­κοῦς, τὸ ὅ­τι λὲς ψέ­μα­τα, εἶ­ναι κι
αὐ­τὰ ἁ­μαρ­τί­ες. Καὶ τό­τε μοῦ ἔ­γι­νε μιὰ ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἀ­πό­λυ­τα ἐκ­θαμ­βω­τι­κή: 
πο­τὲ δὲν ἀ­παρ­νι­ό­μουν
πράγ­μα­τα ποὺ μ’ εὐ­χα­ρι­στοῦ­σαν  ἐ­πει­δὴ δῆ­θεν ὁ Θε­ὸς τὰ ἀ­πα­γό­ρευ­ε. Ἄ­ρα
δὲν πί­στευ­α πιὰ σ’ ἐ­κεῖ­νον!
».

Ἐν­τυ­πω­σιά­ζει πράγ­μα­τι ἡ εὔ­στο­χη
καὶ εἰ­λι­κρι­νὴς δι­α­πί­στω­ση τῆς συγ­γρα­φέ­ως! Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε αὐ­τὸ ποὺ τῆς
ἄ­ρε­σε, δὲν εἶ­χε πλέ­ον καμ­μιὰ σχέ­ση μὲ τὸν Θε­ό.

Πό­σο τὸ ἔ­χου­με συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει αὐ­τὸ οἱ Χρι­στια­νοί; Ἔ­χου­με ἀν­τι­λη­φθεῖ
ὅ­τι τὸ δι­κό μας θέ­λη­μα καὶ τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ μπορεῖ νὰ εἶ­ναι δυ­ὸ     δι­α­φο­ρε­τι­κὰ
πράγ­μα­τα καὶ νὰ μὴ συμ­πί­πτουν πάντα με­τα­ξύ τους; Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστ.
Παῦλος παρακινεῖ νὰ προσπαθοῦμε συνεχῶς νὰ βρίσκουμε ποιὸ εἶναι τὸ ἀγαθό,
εὐάρεστο καὶ τέλειο θέλημα τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ προσαρμόζουμε κάθε
δικό μας θέλημα, ὥστε νὰ μεταμορφώνουμε καὶ νὰ ἀνακαινίζουμε τὸν ἑαυτό μας,
κάνοντάς τον ἔτσι θυσία ζωντανή, εὐάρεστη στὸν Θεὸ (Ρωμ. 12, 1-2).
Ὅταν δίνουμε προτεραιότητα στὸ δικό μας θέλημα ποὺ δὲν συμπίπτει μὲ τὸ θέλημα
τοῦ Θεοῦ, ἀ­κό­μα κι ἂν δε­χό­μα­στε θε­ω­ρη­τι­κὰ τὸν Θε­ό, οὐ­σι­α­στι­κὰ τὸν
ἀ­πορ­ρί­πτου­με. 
Δὲν πι­στεύ­ου­με πιὰ                   σ’ Αὐ­τόν. Δὲν ρυθ­μί­ζει Ἐ­κεῖ­νος
τὴ ζω­ή μας. Εἶ­ναι ἕ­νας ξέ­νος γιὰ μᾶς. Θε­ός μας εἶ­ναι ὁ ἑ­αυ­τός μας μὲ ὅ­σα
τοῦ ἀ­ρέ­σουν καὶ τὸν ἐ­ξυ­μνοῦν.  

Αὐ­τή τὴν αὐ­το­θέ­ω­ση πό­θη­σε μά­ται­α ὁ Ἀ­δάμ,
ἀ­πορ­ρί­πτον­τας τὸν δρό­μο ποὺ τοῦ ὑ­πέ­δει­ξε ὁ Θε­ός. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ νέ­ος
Ἀ­δάμ, ὁ Χρι­στός, ἀ­πέ­φυ­γε συ­στη­μα­τι­κὰ τὸ ἴ­διο λά­θος. Δὲν ζή­τη­σε τί­πο­τε
δι­κό του, ἀλ­λὰ «ἑ­αυ­τὸν ἐ­κέ­νω­σε» (Φιλ. 2, 7),
γιὰ νὰ γί­νει ἀ­πό­λυ­τα ὑ­πά­κου­ος στὸν Θε­ὸ-Πα­τέ­ρα. Γι’ αὐ­τὸ καὶ κά­θε
Χρι­στια­νὸς ποὺ σκέ­πτε­ται μὲ «νοῦν Χρι­στοῦ»(Α΄ Κορ. 2, 16)
καὶ δὲν θέ­λει δι­α­ζύ­γιο ἀ­π’ τὸν Θε­ό, προ­σπα­θεῖ νὰ ὑ­πο­τά­ξει ἐν­τε­λῶς
τὸ δι­κό του θέ­λη­μα στὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ. Νὰ πε­θά­νει γιὰ τὸν κό­σμο. Νὰ
ζή­σει γιὰ τὸν Θε­ό.

Πῶς θὰ τὸ πε­τύ­χου­με αὐ­τό, ἂν δὲν ἀ­παρ­νη­θοῦ­με
ἑ­κού­σια τὸν ἑ­αυ­τό μας, κά­θε τὶ ποὺ θέ­λου­με; Κι ἂν δὲν γί­νει αὐ­τό, πῶς
θὰ ἀ­κο­λου­θή­σου­με τὸν Χρι­στό; (Μάρκ. 8, 34).

 π. Δημήτριος
Μπόκος

 

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 375, Ὀ­κτώ­βριος 2014)

 

Ένα “άλλο” μήνυμα σε καιρούς οικονομικής κρίσης.

«Όσον υπερέχεις κατά τον πλούτον, τόσον υστερείς κατά την αγάπην» (Μέγας Βασίλειος)


Η ικανοποίησις των
αναγκών των πτωχών καταναλώνει τον πλούτον, όταν δηλ. ο καθένας μεν δέχεται
ολίγα δια την ικανοποίησιν των αναγκών του, όλοι δε μαζί μοιράζωνται τα
υπάρχοντα που εξοδεύονται δι’ όλους. Ώστε 
αυτός που αγαπά τον πλησίον ωσάν τον εαυτόν του δεν κατέχει
τίποτε περισσότερον από τον πλησίον
. Αλλ’ όμως φαίνεσαι να έχης πολλά κτήματα. Από πού αυτά; Από
που αλλού παρά από του ότι είναι φανερόν ότι επροτιμούσες την ιδικήν σου απόλαυσιν από
την παρηγορίαν τών πολλών
. Όσον,
λοιπόν, υπερέχεις κατά τον πλούτον, τόσον υστερείς κατά την αγάπην. Διότι προ
πολλού θα είχες σκεφθή να απομακρύνης τα χρήματα, εάν είχες αγαπήσει τον πλησίον
.Τώρα δε τα
χρήμα­τα είναι συνδεδεμένα μαζί σου περισσότερον από τα μέλη τού σώματος, και ο
χωρισμός από αυτά σε λυπεί, σαν τον ακρωτηριασμόν τών χρησιμωτέρων μελών
.

Διότι
εάν είχες ενδύσει τον γυμνόν, εάν είχες δώσει τον άρτον σου εις αυτόν που
πεινά, εάν η πόρτα σου είχεν ανοιγή εις κάθε ξένον, εάν είχες γίνει πατέρας τών
ορφανών, εάν συνέπασχες με κάθε αδύνατον, δια ποία τώρα χρήματα θα εδοκίμαζες
λύπην; Πού δε θα εδυσκολευόσουν νά διάθεσης τα υπόλοιπα, εάν από πολ­λού είχες
σκεφθή να τα μοιράζης εις τους ενδεείς; Έπειτα, εις μεν τας πανηγύ­ρεις κανένας
δεν λυπείται να πωλή τα υπάρχοντά του και να αποκτά αντ’ αυτών αυτά που
χρειάζεται. Αλλά με όσον μικροτέραν τιμήν αγοράζει τα πολυτίμητα πράγματα,
τόσον περισσότερον χαίρει, διότι η συναλλαγή του υπήρξε λαμπρά. Εσύ δε λυπείσαι
με το να δίδης χρυσίον και αργύριον και κτήματα, δηλαδή με το να προσφέρης
λίθους και χώμα, δια να αποκτήσης την αιώνιον ζωήν;

Αλλά
τί τον χρειάζεσαι τον πλούτον; Θα ενδυθής με ένδυμα; Δύο πήχεις σου αρκούν,
λοιπόν, δια τον χιτωνίσκον και η ένδυσις ενός ιματίου θα καλύψη ολόκληρον την
ανάγκην των ενδυμάτων. Μήπως θα εξοδεύσης τον πλούτον εις την διατροφήν; Ένας
άρτος είναι αρκετός δια να γεμίσης την κοιλίαν σου. Διατί, λοιπόν, λυπείσαι;
Σαν τί να στερήσαι; Την δόξαν τού πλούτου; Αλλ’ εάν δεν αναζητήσης την επίγειον
δόξαν, θα εύρης την πραγματικήν, εκείνην και λαμπράν, που σε προάγει εις την
βασιλείαν τών ουρανών. Αλλά το να έχεις απλώς τον πλούτον είναι πράγμα
αγαπητόν, έστω και αν δεν προκύπτει κανένα όφελος απ’ αυτόν. Ότι, λοιπόν, είναι
ανόητος η φροντίδα δια άχρηστα πράγματα, είναι εις όλους γνωστόν. Ίσως σου φανή
παράδοξον αυτό που σκοπεύω να είπω, πλην όμως είναι από όλα το πιο αληθινόν. Όταν
ο πλούτος σκορπίζεται, κατά τον τρόπον που ο Κύριος παραγγέλλει, είναι φυσικόν
να παραμένη, όταν όμως φυ­λάσσεται είναι φυσικόν να αποξενώνεται
. Εάν τον φυλάσσης, δεν θα τον έχης, εάν τον σκορπίσης, δεν θα
τον χάσης
. Διότι «εσκόρπισεν
ελευθέρως και εμοίρασεν εις τους πτωχούς΄ η δικαιοσύνη του παραμένει αιωνίως».


Πηγή 

Για ποιο λόγο ενανθρώπησε ο Υιός του Θεού και όχι ο Πατήρ ή το Πνεύμα και ποιες οι συνέπειες της ενανθρώπησης. (Αγίου Ιωάννη Δαμασκηνού)

Για ποιο λόγο ενανθρώπησε ο Υιός του Θεού και όχι ο Πατήρ ή το Πνεύμα και
ποιες οι συνέπειες της ενανθρώπησης
(Αγίου Ιωάννη Δαμασκηνού)


«Ο Πατήρ δε μεταπίπτει στον Υιό, παραμένει πάντα Πατήρ, ο Υιός δε μεταπίπτει
στον Πατέρα, παραμένει πάντα Υιός, το Πνεύμα δε μεταπίπτει στον Πατέρα ή τον
Υιό, παραμένει πάντα Πνεύμα άγιο. Η ιδιότητα καθενός προσώπου της Αγίας Τριάδας
είναι σταθερή και αμετάβλητη. Πώς, άλλωστε, θα παρέμενε ιδιότητα αν
εναλλασσόταν συνεχώς περνώντας κάθε φορά σε άλλο πρόσωπο; Γι’ αυτό ο
Υιός του Θεού είναι που γίνεται Υιός του ανθρώπου, για να παραμείνει ακριβώς η
ιδιότητα αμετακίνητη.
 Γιατί, όντας Υιός του Θεού, όταν έγινε Υιός του
ανθρώπου παίρνοντας σάρκα ανθρώπινη απ’ την αγία Παρθένο, δεν αλλοτριώθηκε από
την υιική του ιδιότητα.

 

Ο Υιός του Θεού ενανθρώπησε για να χαρίσει ξανά στον άνθρωπο εκείνο
για το οποίο δημιουργώντας τον τον προόρισε.
 Τον δημιούργησε σύμφωνα
με τη δική του εικόνα, διανοητή και ελεύθερο, προορισμένο να του μοιάζει,
δηλαδή να ‘ναι, όπως κι ο δημιουργός του, τέλεια ενάρετος, πράγμα κατορθωτό για
την ανθρώπινη φύση. Γιατί οι αρετές, δηλαδή η νηφαλιότητα, η ηρεμία, η
ακεραιότητα, η αγαθοσύνη, η σοφία, η δικαιοσύνη, η ανεξικακία είναι,
πρωταρχικά, γνωρίσματα της θείας φύσης.

 

Ο Θεός, λοιπόν, δημιούργησε τον άνθρωπο σε πλήρη κοινωνία μαζί του (τον
δημιούργησε για να μείνει άφθαρτος, τον ανέβασε στην αθανασία με το να τον
κρατά κοντά του). Εμείς, όμως, αυτά τα γνωρίσματα της θείας φύσης τα αλλοιώσαμε
και τα μπερδέψαμε με την παράβαση της εντολής, και περάσαμε στην παράταξη της
κακίας με αποτέλεσμα να χάσουμε την κοινωνία με το Θεό. Τις γαρ μετουσία φωτί
προς σκότος; Και όταν πια στερηθήκαμε τη ζωή, πέσαμε στη φθορά του θανάτου.

 

Επειδή, τώρα ο Θεός μας προσέφερε το ύψιστο και δεν το διαφυλάξαμε, χρειάστηκε
να κατεβεί αυτός στο χείριστο, δηλαδή στη δική μας ξεπερασμένη φύση, ώστε να
μας ξαναδώσει, προσφέροντας και ενεργώντας ο ίδιος, την εξομοιωμένη μ’ αυτόν εικόνα
και τον αρχαίο προορισμό
.

 

Κι ακόμα να μας διδάξει το ενάρετο ήθος της βιωτής, αυτό
το ήθος που ο ίδιος με την επίγεια ζωή του κατέστησε συγκεκριμένο και
ευκολοκατόρθωτο.

 

Κι ακόμα να μας ελευθερώσει από τη φθορά φέρνοντάς μας
πάλι σε κοινωνία με τη ζωή, με το να ανοίξει ο ίδιος το δρόμο της δικής μας
ανάστασης.

 

Και ακόμα να ξανακάνει καινούριο το θρυμματισμένο κι
αγνώριστο κανάτι της ύπαρξής μας, να λύσει τα δεσμά της κυριαρχίας του διαβόλου
επάνω μας προσκαλώντας μας να αναγνωρίσουμε την κυριαρχία του Θεού.

 

Και ακόμα να μας γεμίσει κουράγιο και να μας
εκπαιδεύσει
 να πολεμούμε τον τύραννο με την υπομονή και την ταπείνωση.

 

Με την ενανθρώπηση, λοιπόν, του Υιού του Θεού καταργήθηκε η λατρεία των
δαιμόνων, όλη η κτίση αγιάστηκε με το θείο του αίμα, οι βωμοί και οι ναοί των
ειδώλων κατεδαφίστηκαν, ρίζωσε η γνώση του Θεού, λατρεύεται πια η
ομοούσια Τριάδα, η άκτιστη θεότητα, ο ένας αληθινός Θεός ο δημιουργός και
κυβερνήτης του σύμπαντος.

 

Τώρα πια, πάλι, οι αρετές είναι κατορθωτός τρόπος ζωής, προσφέρθηκε
η ελπίδα με την ανάσταση του Χριστού
, τώρα πια οι δαίμονες τρέμουν τους
ανθρώπους που προηγουμένως ήταν του χεριού τους.

 

Και το πράγματι αξιοθαύμαστο, είναι πως όλα αυτά κατορθώθηκαν με το
σταυρό και τα πάθη και το θάνατο
. Κηρύχθηκε σ’ όλη τη γη το Ευαγγέλιο της
υποταγής στο Θεό, όχι με πολέμους και όπλα και στρατούς που συντρίβαν εχθρούς.Κηρύχθηκε
από λίγους γυμνούς, φτωχούς κι αγράμματους
, που διώχνονταν από παντού, που
δέχονταν κτυπήματα, που θανατώνονταν, που κήρυτταν ένα σταυρωμένο και
νεκρό
, που όμως επικράτησαν απέναντι στους σοφούς και τους ισχυρούς γιατί
ακριβώς τους ακολουθούσε η ακαταμάχητη δύναμη του σταυρωμένου. Ο θάνατος, ο
πριν τρομοκρατικός, νικιέται, και καταδικάζεται τώρα ο απόβλητος και μισητός
της ζωής.

 

Αυτά είναι τα αποτελέσματα της παρουσίας του Χριστού, αυτές είναι οι
συνέπειες της επιβολής της δύναμής του. Δεν έσωσε ένα λαό, όπως ο Μωυσής που
φυγάδευσε από την Αίγυπτο τους Εβραίους περνώντας τους μεσ’ από τη θάλασσα για
ν’ απαλλαγούν από τη δουλεία του Φαραώ. Έσωσε ολόκληρη την ανθρωπότητα
από τη φθορά του θανάτου
 και το γεμάτο κακία τύραννο, την αμαρτία.

 

Και έσωσε τους ανθρώπους όλους, όχι πειθαναγκάζοντάς τους να ασκήσουν την
αρετή, όχι παραχώνοντάς τους στο χώμα, όχι καίοντάς τους και διατάσσοντας να
λιθοβολούνται οι αμαρτωλοί, αλλά πείθοντάς τους με πραότητα, υπομονή
και συγχωρετικότητα
 να διαλέξουν την αρετή και να συναγωνίζονται στους
κόπους γι’ αυτήν και έτσι να ικανοποιούνται.

 

Προηγουμένως όταν αμάρταναν ετιμωρούντο με κτυπήματα κι όμως επέμεναν στην
αμαρτία και την είχαν θεοποιήσει, τώρα δέχονται να υφίστανται κτυπήματα για
χάρη της υπακοής στο Θεό και για χάρη της αρετής, δέχονται να κακοπαθούν και
θανατώνονται.

 

Δόξα σε σένα Χριστέ, Λόγε του Θεού και Σοφία και Δύναμη και Θεέ
Παντοκράτορα. Τι να σου αντιδωρίσουμε εμείς οι άπραγοι για όλα όσα μας χάρισες;
Όλα μας τα ’χεις δοσμένα εσύ και τίποτ’ άλλο δε ζητάς από μας παρά ν’
αποδεχτούμε τη σωτηρία που μας πρόσφερες, δίνοντάς μας ακόμα και τη δύναμη για
να το κάνουμε.

 

Σ’ ευχαριστούμε, εσένα που μας έδωσες την ύπαρξη, μα και μας χάρισες την
αιώνια ζωή, εσένα που κι όταν την χάσαμε και την αρνηθήκαμε, μας οδήγησες πίσω
σ’ αυτήν με την ενανθρώπισή σου που καμιά γλώσσα δεν τολμά να ερμηνεύσει»
.

 

Πηγή