Ο Λόγος σάρξ εγένετο – Οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου

Ὅσιος Συμεὼν ὁ
Νέος Θεολόγος – Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο

Ἔκδοσις
τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, Κάλαμος Ἀττικῆς


Ἁγίου
Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου: Βίβλος τῶν Ἠθικῶν, Λόγος Α´.

Κεφάλαιο
γ´. Περὶ τῆς τοῦ Λόγου Σαρκώσεως καὶ κατὰ τίνα τρόπον δι᾿ ὑμᾶς ἐσαρκώθη.

Γιὰ νὰ προσεγγίσουμε τὴν σάρκωση τοῦ Λόγου
καὶ τὴν ἀπόῤῥητη γέννησή του ἀπὸ τὴν ἀειπάρθενο Μαρία καὶ νὰ κατανοήσουμε καλὰ
τὸ μυστήριο τῆς οἰκονομίας γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ γένους μας τὸ κρυμμένο πρὸ τῶν
αἰώνων (Ἐφεσίους 3:9), θὰ μᾶς βοηθήσει ἡ ἑξῆς γνωστὴ εἰκόνα:

Κατὰ τὴν δημιουργία τῆς προμήτορος Εὔας ὁ
Θεὸς πῆρε τὴν ἔμψυχη πλευρὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τὴν ὁλοκλήρωσε σὲ γυναῖκα, γι᾿ αὐτὸ
δὲν ἐμφύσησε σ᾿ αὐτὴν πνοὴ ζωῆς καθὼς καὶ στὸν Ἀδάμ, ἀλλὰ τὸ μέρος ποὺ ἔλαβε
ἀπὸ τὴν σάρκα του τὸ τελειοποίησε σὲ ὁλόκληρο σῶμα γυναικός, τὴν δὲ ἀπαρχὴ τοῦ
πνεύματος ποὺ ἔλαβε μαζὶ μὲ τὴν ἔμψυχη σάρκα τὴν τελειοποίησε σὲ ψυχὴ ζωντανὴ
δημιουργώντας μὲ τὰ δυὸ μαζὶ ἕναν ἄλλον ἄνθρωπο. Κατὰ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο ὁ
πλαστουργὸς καὶ κτίστης Θεὸς πῆρε ἀπὸ τὴν Ἁγία Μαρία ἔμψυχη σάρκα σὰν ζύμη καὶ
μικρὴ ἀπαρχὴ ἀπὸ τὸ φύραμα τῆς φύσεώς μας – δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα
μαζὶ – καὶ τὴν ἕνωσε μὲ τὴν δική του ἀκατάληπτη καὶ ἀπρόσιτη Θεότητα. Ἢ μᾶλλον
ἕνωσε πραγματικὰ ὅλη τὴν ὑπόσταση τῆς Θεότητός του μὲ τὴν δική μας φύση, τὴν
ἔσμιξε ἄμικτα μ᾿ αὐτὴ καὶ τὴν ἔκανε ἅγιο ναό του. Ἔτσι ὁ ποιητὴς τοῦ Ἀδὰμ ἔγινε
ἀτρέπτως καὶ ἀναλλοιώτως τέλειος ἄνθρωπος.

Ὅπως ἀκριβῶς λοιπὸν ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ
Ἀδὰμ ἔπλασε τὴν γυναῖκα, ἔτσι, ἀφοῦ δανείστηκε τὴν σάρκα ἀπὸ τὴν θυγατέρα τοῦ
Ἀδὰμ τὴν ἀειπάρθενο καὶ Θεοτόκο Μαρία καὶ τὴν ἔλαβε χωρὶς σπορά, γεννήθηκε κατὰ
τὸν ἴδιο τρόπο μὲ τὸν πρωτόπλαστο. Ὥστε ὅπως ἀκριβῶς ὁ Ἀδὰμ μὲ τὴν παράβαση
ἔγινε ἡ ἀρχὴ τῆς γεννήσεώς μας στὴν φθορὰ καὶ στὸν θάνατο, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς
καὶ Θεός μας μὲ τὴν ἐκπλήρωση κάθε δικαιοσύνης ἔγινε ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἀναγεννήσεώς
μας στὴν ἀφθαρσία καὶ τὴν ἀθανασία. Αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ θεῖος Παῦλος ὅταν λέει: «Ὁ
πρῶτος ἄνθρωπος πλάστηκε ἀπὸ τὴ γῆ χοϊκός. Ὁ δεύτερος ἄνθρωπος, δηλαδὴ ὁ
Κύριος, εἶναι ἐπουράνιος. Ὅ,τι λογῆς ἦταν ὁ χοϊκὸς τέτοιοι εἶναι καὶ ὅλοι οἱ
χοϊκοὶ καὶ ὅ,τι λογῆς εἶναι ὁ ἐπουράνιος τέτοιοι εἶναι καὶ ὅλοι ὅσοι γίνονται
ἐπουράνιοι δι᾿ αὐτοῦ.»

(Α´ Κορ. ιε´ 47-48). Καὶ πάλι: «Ἡ ἀπαρχὴ
εἶναι ὁ Χριστός, ἔπειτα ὅσοι εἶναι τοῦ Χριστοῦ.» (Α´ Κορ. ιε´ 23).

Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἔγινε τέλειος
ἄνθρωπος κατὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, ὅμοιος μέ μᾶς σὲ ὅλα ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία,
μᾶς μεταδίδει τὴν Θεότητά του λόγω τῆς πίστης μας σ᾿ αὐτὸν καὶ μᾶς καθιστὰ
συγγενεῖς του κατὰ τὴν φύση καὶ τὴν οὐσία τῆς Θεότητάς του. Πρόσεξε τὸ νέο καὶ
παράδοξο μυστήριο: Ὁ Θεὸς Λόγος ἔλαβε ἀπὸ μᾶς σάρκα, ποὺ δὲν εἶχε ἐκ φύσεως καὶ
ἔγινε ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ἦταν. Ἀπὸ τότε μεταδίδει στοὺς πιστοὺς τὴν Θεότητά του
– τὴν ὁποία κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους ἢ τοὺς ἀνθρώπους δὲν εἶχε ἀποκτήσει – καὶ
μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο γίνονται θεοὶ κατὰ χάρη καὶ θέση, ποὺ δὲν ἦταν. Ἔτσι χαρίζει
σ᾿ αὐτοὺς τὴν ἐξουσία νὰ γίνονται τέκνα Θεοῦ (κατὰ Ἰωάννην 1:12) γι᾿ αὐτὸ καὶ
ἔγιναν καὶ πάντοτε θὰ γίνονται καὶ ποτὲ δὲν θὰ πάψουν νὰ γίνονται. Ἄκουσε καὶ
τὸν θεῖο Παῦλο ποὺ παρακινεῖ σ᾿ αὐτό: «Ὅπως φορέσαμε τὴν εἰκόνα τοῦ γήινου, ἂς
φορέσουμε καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουράνιου.» (Α´ Κορινθίους 15:49).

Ὁ Θεὸς λοιπὸν τοῦ παντὸς μὲ τὴν σωματική
του παρουσία στὴν γῆ ἦλθε γιὰ νὰ ἀναπλάσει καὶ νὰ ἀνακαινίσει τὸν ἄνθρωπο καὶ
νὰ εὐλογήσει ὅλη τὴν κτίση ποὺ ἐπέσυρε ἐπάνω της τὴν κατάρα ἐξαιτίας τοῦ
ἀνθρώπου. Καὶ πρῶτα ζωοποίησε τὴν ψυχὴ ποὺ ἔλαβε καὶ ἀφθαρτώντας την τὴν θέωσε,
ἐνῶ τὸ ἄχραντο σῶμα του, ἂν καὶ τὸ θέωσε, ὅμως τὸ κρατοῦσε ἀκόμη φθαρτὸ καὶ
ὑλικό. Γιατὶ τὸ σῶμα ποὺ τρώει καὶ πίνει, κοπιάζει καὶ ἱδρώνει, δένεται καὶ
σέρνεται, ὑψώνεται στὸν σταυρὸ καὶ καρφώνεται, εἶναι βέβαια φθαρτὸ καὶ ὑλικό,
ἀφοῦ μάλιστα πέθανε καὶ τοποθετήθηκε νεκρὸ στὸ μνημεῖο. Μετὰ δὲ τὴν ἀνάστασή
του συνανέστησε καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἄφθαρτο, πνευματικό, ὅλο θεῖο καὶ ἄυλο, γι᾿
αὐτὸ καὶ δὲν συνέτριψε τὶς σφραγῖδες τοῦ μνήματος, εἰσερχόταν δὲ καὶ ἐξερχόταν
ἐλεύθερα μέσα ἀπὸ τὶς κλειστὲς πόρτες.

Ἀλλὰ γιατὶ μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ δὲν ἔκανε
ἀμέσως καὶ τὸ σῶμα πνευματικὸ καὶ ἄφθαρτο; ἐπειδὴ καὶ ὁ Ἀδὰμ τρώγοντας τὸν
ἀπαγορευμένο καρπὸ εὐθὺς μὲν μὲ τὴν παράβαση πέθανε κατὰ τὴν ψυχή, ἐνῷ κατὰ τὸ
σῶμα ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς πρῶτα ἀνέστησε καὶ
ζωοποίησε τὴν ψυχὴ ποὺ τιμωρήθηκε μὲ τὸ ἐπιτίμιο τοῦ θανάτου, ἔπειτα δὲ
οἰκονόμησε νὰ ἀπολαύσει καὶ τὸ σῶμα τὴν ἀφθαρσία διὰ τῆς ἀναστάσεως, αὐτὸ ποὺ
διὰ τοῦ θανάτου ἐπέστρεφε στὴν γῆ κατὰ τὴν ἀρχαία ἀπόφαση. Κι ὄχι μόνον αὐτό,
ἀλλὰ κατέβηκε στὸν ᾅδη ἐλευθερώνοντας ἀπὸ τὰ δεσμὰ τὶς ψυχὲς τῶν ἐκεῖ
φυλακισμένων ἁγίων καὶ τὶς κατέταξε σὲ τόπο ἀναπαύσεως καὶ ἀνεσπέρου φωτός. Τὰ
σώματά τους ὅμως δὲν τὰ ἀνέστησε, ἀλλὰ τὰ ἄφησε στοὺς τάφους μέχρι τὴν κοινὴ
ἀνάσταση.

Τὸ μυστήριο λοιπὸν αὐτὸ ποὺ συντελέστηκε
γιὰ ὅλο τὸν κόσμο μὲ τὴν ἔνσαρκη οἰκονομία τοῦ Χριστοῦ, τοῦτο τὸ ἴδιο γινόταν
καὶ σὲ κάθε ἅγιο καὶ γίνεται ἀδιαλείπτως μέχρι σήμερα σὲ κάθε πιστό. Γιατὶ
λαμβάνοντας τὸ πνεῦμα τοῦ Δεσπότη καὶ Θεοῦ μας συμμετέχουμε στὴν θεότητά του,
τρώγοντας δὲ τὴν πανάμωμο σάρκα του γινόμαστε ἀληθινὰ καὶ ἐξ ὁλοκλήρου σύσσωμοι
τοῦ Χριστοῦ καὶ συγγενεῖς του, καθὼς καὶ αὐτὸς ὁ θεῖος Παῦλος βεβαιώνει:
«Εἴμαστε ὀστοῦν ἀπὸ τὰ ὀστά του καὶ σάρκα ἀπὸ τὴν σάρκα του» (Ἐφεσίους 5:30)
καὶ ἀλλοῦ: «ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῆς θεότητός του ὅλοι ἐμεῖς λάβαμε ἀλλεπάλληλες
δωρεές» (κατὰ Ἰωάννην 1:16 καὶ Κολασσαεῖς 2:9). Ἔτσι γινόμαστε κατὰ χάριν
ὅμοιοι μὲ τὸν φιλάνθρωπο Θεὸ καὶ Δεσπότη μας ἀνακαινισμένοι στὴν ψυχή, ἄφθαρτοι
καὶ ἀναστημένοι ἀπὸ νεκροὶ ποὺ ἤμαστε. Τότε βλέπουμε αὐτὸν ποὺ καταδέχτηκε νὰ
γίνει ὅμοιός μας καὶ βλεπόμαστε ἀπ᾿ αὐτόν, ποὺ μᾶς ἀξίωσε νὰ γίνουμε ὅμοιοί
του, ὅπως κάποιος βλέπει ἀπὸ μακριὰ τὸ πρόσωπο τοῦ φίλου του καὶ διαλέγεται μ᾿
αὐτὸν καὶ συνομιλεῖ καὶ ἀκούει τὴν φωνή του.

Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ οἱ ἀπ᾿ αἰῶνος
ἅγιοι καὶ οἱ παλαιοὶ καὶ οἱ τωρινοὶ πνευματικὰ βλέποντες δὲν βλέπουν σχῆμα ἢ
εἶδος ἢ ὁμοίωμα, ἀλλὰ φῶς ἀσχημάτιστο, ἐπειδὴ καὶ αὐτοὶ εἶναι φῶς ἐκ τοῦ φωτός,
δηλαδὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅμως ἂν καὶ φτάνουν σ᾿ αὐτὴ τὴν κατάσταση, τὰ
σώματά τους δὲν γίνονται ἀμέσως ἄφθαρτα καὶ πνευματικά, ἀλλὰ ὅπως ἀκριβῶς τὸ
σίδερο ποὺ πυρακτώνεται στὴν φωτιὰ παίρνει τὴν λαμπρότητά της, ὅταν ὅμως
ἀπομακρυνθεῖ ἀπ᾿ αὐτὴν γίνεται πάλι ψυχρὸ καὶ μαῦρο, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ τὰ σώματα
τῶν ἁγίων: Μετέχοντας καὶ αὐτὰ στὸ θεῖο πῦρ, δηλαδὴ στὴν χάρη τοῦ Θεοῦ,
ἁγιάζονται, φλεγόμενα καθαρίζονται, γίνονται διαυγῆ καὶ πολυτιμότερα ἀπὸ τὰ
ἄλλα σώματα. Ἀλλὰ ὅταν ἡ ψυχὴ βγεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα, ἀμέσως καὶ αὐτὰ παραδίδονται
στὴν φθορὰ καὶ διαλύονται σιγὰ-σιγά. Ἄλλα ὅμως διατηροῦνται γιὰ πολλὰ χρόνια
χωρὶς νὰ εἶναι οὔτε ἐντελῶς ἄφθαρτα οὔτε πάλι τελείως φθαρτά, ἀλλὰ διασῴζουν
μέσα τοὺς τὰ γνωρίσματα καὶ τῆς ἀφθαρσίας καὶ τῆς φθορᾶς, ὥσπου νὰ φτάσουν στὴν
τέλεια ἀφθαρσία καὶ νὰ ἀνακαινιστοῦν τὴν τελευταία καὶ κοινὴ ἀνάσταση τῶν
νεκρῶν. Γιὰ ποιὸ λόγο; Διότι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναστηθοῦν καὶ νὰ ἀφθαρτωθοῦν τὰ
ἀνθρώπινα σώματα, πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνακαίνιση τῶν κτισμάτων, ἀλλὰ ὅπως ἀκριβῶς
πρῶτα πλάστηκε ἡ φύση ἄφθαρτη καὶ ἔπειτα ὁ ἄνθρωπος, ἔτσι πάλι πρῶτα ἡ κτίση
πρέπει νὰ μεταποιηθεῖ ἀπὸ τὴν φθορὰ στὴν ἀφθαρσία καὶ μετὰ μαζὶ μ᾿ αὐτὴν ν᾿
ἀλλάξουν καὶ νὰ ἀνακαινιστοῦν τὰ φθαρτὰ σώματα τῶν ἀνθρώπων, ὥστε ὁ ἄνθρωπος
πνευματικὸς πιὰ καὶ ἀθάνατος νὰ κατοικήσει σὲ τόπο ἄφθαρτο, αἰώνιο καὶ
πνευματικό. Καὶ ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια, ἄκουσε τὸν Ἀπόστολο Πέτρο ποὺ τὸ
βεβαιώνει: «Θὰ ἔρθει ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου σὰν κλέπτης τὴν νύχτα καὶ τότε οἱ
οὐρανοὶ θὰ διαλυθοῦν ἀπὸ τὴν φωτιὰ καὶ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως θὰ καοῦν καὶ θὰ λυώσουν»
(Β´ Πέτρου 3:10,12), ὄχι γιὰ νὰ ἐξαφανιστοῦν, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀναχωνευθοῦν καὶ νὰ
ἀναστοιχειωθοῦν σὲ καλύτερη καὶ αἰώνια κατάσταση. Ἀπὸ ποῦ γίνεται φανερὸ αὐτό;
Ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ προσθέτει στὴν συνέχεια ὁ Ἀπόστολος: «Καινούριους οὐρανοὺς καὶ
καινούρια γῆ προσδοκοῦμε κατὰ τὴν ἐπαγγελία σου» (Β´ Πέτρου 3:13). Τίνος τὴν
ἐπαγγελία; Ἀσφαλῶς τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶπε: «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ θὰ παρέλθουν, οἱ
λόγοι μου ὅμως δὲν θὰ παρέλθουν» (κατὰ Ματθαῖον 24:35). Παρέλευση τοῦ οὐρανοῦ
ἐννοεῖ τὴν ἀλλαγή του, γι᾿ αὐτὸ λέει ὅτι ἂν καὶ ὁ οὐρανὸς θὰ ἀλλάξει, ὅμως οἱ
δικοί του λόγοι θὰ μένουν ἀναλλοίωτοι καὶ σταθεροί. Αὐτὸ προανήγγειλε καὶ ὁ
προφήτης Δαυίδ: «Σὰν μανδύα θὰ τοὺς τυλίξεις καὶ θὰ ἀλλάξουν, ἐσὺ ὅμως θὰ
παραμείνεις ὁ ἴδιος καὶ τὰ ἔτη τῆς ζωῆς σου δὲν θὰ ἐκλείψουν» (Ψαλμοί,
101:27-28). Τί θὰ μποροῦσε νὰ γίνει σαφέστερο ἀπὸ αὐτὰ τὰ λόγια;

Κεφάλαιο
ι´. Ὅτι καὶ πάντες οἱ Ἅγιοι τὸν Λόγον τοῦ Θεοῦ ἐν ἑαυτοῖς συλλαμβάνουσι τῇ
Θεοτόκῳ παραπλησίως καὶ γεννῶσιν αὐτὸν καὶ γεννᾶται ἐν αὐτοῖς καὶ γεννῶνται ὑπ᾿
αὐτοῦ καὶ πῶς υἱοὶ καὶ ἀδελφοὶ καὶ μητέρες αὐτοῦ χρηματίζουσιν.

Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός, ἀφοῦ εἰσῆλθε στὰ
σπλάγχνα τῆς Παναγίας Παρθένου καὶ ἔλαβε σάρκα ἀπ᾿ αὐτήν, γεννήθηκε, ὅπως
εἴπαμε, τέλειος ἄνθρωπος καὶ τέλειος Θεὸς ἀσυγχύτως. Τί σημαντικότερο ἔγινε
ποτὲ γιὰ μᾶς; Ὅλοι μας πιστεύουμε σ᾿ αὐτὸν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Υἱὸ τῆς
ἀειπαρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας καὶ γι᾿ αὐτὸ δεχόμαστε τὸν περὶ αὐτοῦ λόγο μὲ
ἐμπιστοσύνη. Ἂν τὸν ὁμολογοῦμε λοιπὸν καὶ μετανοοῦμε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας
γιὰ τὶς προηγούμενες ἁμαρτίες μας, τότε ὁ λόγος τῆς εὐσεβείας, τὸν ὁποῖο
δεχόμαστε, γεννιέται μέσα μας σὰν σπόρος, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Λόγος τοῦ Πατρὸς
εἰσῆλθε στὴν γαστέρα τῆς Παρθένου. Θαύμασε τὸ μέγα τοῦτο καὶ ἐκπληκτικὸ
μυστήριο καὶ δέξου τὸ μὲ κάθε πληροφορία καὶ πίστη.

Συλλαμβάνουμε λοιπὸν αὐτὸν τὸν Λόγο ὄχι
σωματικά, ὅπως τὸν συνέλαβε ἡ Παρθένος καὶ Θεοτόκος, ἀλλὰ πνευματικὰ μὲν
πραγματικὰ ὅμως. Καὶ ἔχουμε μέσα στὶς καρδιές μας αὐτὸν ποὺ τὸν ἴδιο ποὺ
συνέλαβε καὶ ἡ Ἁγνὴ Παρθένος, ὅπως λέει ὁ θεῖος Παῦλος: «Ὁ Θεὸς ποὺ εἶπε νὰ
λάμψει φῶς μέσα στὶς καρδιές μας πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τοῦ Υἱοῦ του» (Β´
Κορινθίους 4:6), σὰν νὰ λέει: Αὐτὸς ὅλος γεννήθηκε ἀληθινὰ μέσα μας. Καὶ ὅτι
εἶναι ἔτσι τὸ φανερώνει μὲ ὅσα παραθέτει στὴν συνέχεια: «Ἔχουμε δὲ τὸν θησαυρὸν
αὐτὸν μέσα σὲ πήλινα σκεύη» (Β´ Κορινθίους 4:6), ὀνομάζοντας θησαυρὸ τὸ Ἅγιο
Πνεῦμα. Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο ὀνομάζει τὸ Πνεῦμα Κύριο: «Γιατὶ τὸ Πνεῦμα» λέει
«εἶναι ὁ Κύριος» (Β´ Κορινθίους 4:6), ὥστε ὅπου ἀκοῦς Υἱὸν Θεοῦ νὰ ἐννοεῖς μαζὶ
καὶ τὸ Πνεῦμα καὶ ἂν πάλι ἀκούσεις γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ ἐννοεῖς μαζὶ μὲ αὐτὸ
καὶ τὸν Πατέρα, ἐπειδὴ καὶ γι᾿ αὐτὸν λέει: «Πνεῦμα ὁ Θεός» (κατὰ Ἰωάννη 4:24),
διδάσκοντάς σε παντοῦ τὸ ἀχώριστο καὶ ὁμοούσιο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅτι δηλαδὴ
ὅπου εἶναι ὁ Υἱὸς ἐκεῖ εἶναι καὶ ὁ Πατήρ, καὶ ὅπου ὁ Πατὴρ ἐκεῖ καὶ τὸ Πνεῦμα,
καὶ ὅπου τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκεῖ ὅλη ἡ τρισυπόστατη Θεότητα, ὁ ἕνας Θεὸς καὶ Πατὴρ
μαζὶ μὲ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Πνεῦμα τοὺς ὁμοουσίους, «αὐτὸς ποὺ εἶναι εὐλογητὸς στοὺς
αἰῶνες, ἀμήν» (Ρωμαίους 1:25).

Ἔτσι ὅταν πιστεύσουμε ὁλόψυχα καὶ
μετανοήσουμε θερμὰ θὰ συλλάβουμε ὅπως εἰπώθηκε τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ στὶς καρδιές
μας, καθὼς τὸν συνέλαβεν ἡ Παρθένος, προσφέροντάς του κι ἐμεῖς τὶς ψυχές μας
παρθενικὲς καὶ ἁγνές. Καὶ ὅπως ἐκείνη δὲν τὴν κατέφλεξε τὸ πῦρ τῆς θεότητας,
ἐπειδὴ ἦταν ἁγνὴ καὶ ὑπεράμωμη, ἔτσι οὔτε καὶ ἐμᾶς μας κατακαίει, ὅταν τοῦ
προσφέρουμε τὶς καρδιές μας ἁγνὲς καὶ καθαρές, ἀλλὰ γίνεται ἐντός μας δροσιὰ
ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ πηγὴ ὕδατος καὶ ρεῖθρον ἀθάνατης ζωῆς. Ὅτι δεχόμαστε καὶ
ἐμεῖς παρόμοια τὸ ἄστεκτον πῦρ τῆς θεότητας, ἄκουσε τὸν Κύριο ποὺ τὸ λέει: «Πῦρ
ἦλθα νὰ βάλω στὴν γῆ» (κατὰ Λουκᾶν 12:49). Τί ἄλλο ἐννοεῖ, παρὰ τὸ ὁμοούσιο
πρὸς τὴν θεότητά του Πνεῦμα, μὲ τὸ ὁποῖο συνεισέρχεται καὶ συνθεωρεῖται μέσα
μας καὶ ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα;

Ἐπειδὴ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ μία φορὰ σαρκώθηκε
ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ γεννήθηκε ἀπὸ αὐτὴν σωματικά, ἀνέκφραστα καὶ ὑπὲρ λόγον καὶ
δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σαρκωθεῖ πάλι ἢ νὰ γεννηθεῖ σωματικὰ ἀπὸ τὸν καθένα ἀπὸ
μᾶς, τί προνοεῖ; Μᾶς μεταδίδει γιὰ τροφὴ ἐκείνη τὴν ἄχραντη σάρκα ποὺ προσέλαβε
ἀπὸ τὴν πανάχραντη Θεοτόκο, κατὰ τὴν σωματική του γέννηση. Ἂν τὴν
μεταλαμβάνουμε ἄξια, ἔχουμε μέσα μας ὅλον τὸν σαρκωθέντα Θεὸ καὶ Κύριό μας
Ἰησοῦ Χριστό, αὐτὸν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Υἱὸ τῆς Παρθένου τὸν καθήμενο στὰ
δεξιὰ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος λέει: «ἐκεῖνος ποὺ τρώγει τὴν σάρκα μου καὶ πίνει τὸ
αἷμα μου μένει μέσα μου καὶ ἐγὼ μέσα του» (κατὰ Ἰωάννη 6:56), χωρὶς ὅμως νὰ
προέρχεται ἢ νὰ γεννιέται σωματικὰ ἀπὸ ἐμᾶς, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ μᾶς ἀποχωρίζεται
ποτέ. Διότι ἐμεῖς δὲν τὸν αἰσθανόμαστε σὰν σάρκα, ἂν καὶ βρίσκεται μέσα μας
ὅπως ἀκριβῶς ἕνα βρέφος, ἀλλὰ ὑπάρχει ἀσωμάτως σὲ σῶμα, ἀναμιγνυόμενος
ἀνέκφραστα μὲ τὴν φύση μας καὶ τὴν οὐσία μας καὶ θεοποιώντας μας, ἐπειδὴ γίναμε
σύσσωμοι καὶ μ᾿ αὐτὸν δηλαδὴ σάρκα ἀπὸ τὴν σάρκα του καὶ ὀστοῦν ἀπὸ τὰ ὀστά
του. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερο καὶ φρικτότερο μυστήριο τῆς ἀνέκφραστης
οἰκονομίας καὶ συγκαταβάσεώς του, ποὺ δίσταζα νὰ τὸ γράψω καὶ ἔτρεμα νὰ τὸ
ἐπιχειρήσω.

Ὁ Θεὸς ὅμως πάντοτε θέλει νὰ ἀποκαλύπτεται
καὶ νὰ φανερώνεται ἡ ἀγάπη τοῦ σ᾿ ἐμᾶς, ὥστε καὶ ἐμεῖς κάποτε κατανοώντας τὴν
μεγάλη του ἀγαθότητα καὶ αἰσθανόμενοι ντροπὴ νὰ προθυμοποιηθοῦμε νὰ τὸν
ἀγαπήσουμε. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐγὼ παρακινήθηκα ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ φωτίζει τὶς
καρδιές μας καὶ σᾶς φανέρωσα αὐτὰ τὰ μυστήρια γραπτῶς, ὄχι γιὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω
ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅμοιος μ᾿ αὐτὴν ποὺ γέννησε τὸν Κύριο – μὴ γένοιτο – αὐτὸ
εἶναι ἀδύνατο. Διότι ἄλλη εἶναι ἡ ἔνσαρκη καὶ ἄφραστη γέννηση τοῦ Θεοῦ Λόγου
ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ ἄλλη ποὺ συντελεῖται σέ μας πνευματικῶς. Ἐκείνη γεννώντας
ἔνσαρκο τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ ἀπεργάστηκε στὴν γῆ τὸ μυστήριό της
ἀναπλάσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους μας καὶ τὴν σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, ποὺ εἶναι
ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ Θεός, αὐτὸς ποὺ ἕνωσε στὸν ἑαυτό του τὰ
διεστῶτα καὶ ἐξάλειψε τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου. Ἐνῷ αὐτὴ (ποὺ συντελεῖται σὲ μᾶς)
γεννώντας ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τὸν Λόγο τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, ἀπεργάζεται
ἀκατάπαυστα στὶς καρδιές μας τὸ μυστήριο τῆς ἀνακαινίσεως τῶν ἀνθρώπινων ψυχῶν
καὶ τὴν κοινωνία καὶ ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ Λόγο, αὐτὴν ὑπαινίσσεται καὶ τὸ θεῖο
λόγιο: «Δι᾿ αὐτοῦ συλλάβαμε καὶ ἐγεννήσαμε μὲ πόνο τὸ πνεῦμα τῆς σωτηρίας, τὸ
ὁποῖο κυοφορήσαμε πάνω στὴν γῆ» (Ἡσαΐας 26:18).

Λοιπὸν δὲν σᾶς φανέρωσα αὐτὰ τὰ μυστήρια
γιὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γεννήσει τὸν Χριστὸ κατὰ τὸν ἴδιο
τρόπο ποὺ τὸν γέννησε ἡ Παναγία, ἀλλὰ γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἡ ὑπεράπειρη καὶ γνήσια
ἀγάπη του σ᾿ ἐμᾶς καὶ ὅτι ἂν τὸ θέλουμε ὅλοι μποροῦμε νὰ γίνουμε μητέρα καὶ
ἀδελφοί του κατὰ τὸν προαναφερόμενο τρόπο, καθὼς καὶ ὁ ἴδιος τὸ διακηρύττει:
«Μητέρα μου καὶ ἀδελφοί μου εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀκοῦνε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν
ἐκτελοῦν» (κατὰ Λουκᾶν 8:21). Ἔτσι θὰ γίνουμε ἴσοι μὲ τοὺς μαθητὲς καὶ
ἀποστόλους του, ὄχι κατὰ τὴν ἀξία, οὔτε κατὰ τὶς περιοδίες καὶ τοὺς κόπους ποὺ
ὑπέφεραν, ἀλλὰ κατὰ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δωρεὰ τὴν ὁποία ἐξέχεε σ᾿ ὅλους
ποὺ τὸν πίστευαν καὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν, χωρὶς νὰ στραφοῦν ποτὲ πίσω.

Εἶδες πὼς ὅλους ἐκείνους ποὺ ἀκοῦνε καὶ
πράττουν τὸν λόγο τοῦ τοὺς ἀνύψωσε στὴν ἀξία τῆς Μητέρας του καὶ τοὺς ἀποκαλεῖ
ἀδελφοὺς καὶ συγγενεῖς του; Ὅμως μόνο ἐκείνη ὑπῆρξε ἡ κυρίως Μητέρα του, ἐπειδὴ
ὅπως ἀνέφερα τὸν γέννησε ἀνερμηνεύτως καὶ χωρὶς ἄνδρα, ἐνῷ ὅλοι οἱ ἅγιοι τὸν
συλλαμβάνουν καὶ τὸν κατέχουν κατὰ χάριν καὶ δωρεάν. Καὶ ἀπὸ μὲν τὴν ἄμωμη
Μητέρα του δανείστηκε τὴν παναμώμητη σάρκα του καὶ σὲ ἀντάλλαγμα τῆς δώρισε τὴν
θεότητα – ὢ τί παράξενη καὶ ἀσυνήθιστη συναλλαγὴ – ἐνῷ ἀπὸ τοὺς ἁγίους δὲν
παίρνει σάρκα, ἀλλὰ ἀντίθετα αὐτὸς τοὺς μεταδίδει τὴν θεωμένη σάρκα του. Ἂς
ἐξετάσουμε λοιπὸν τὸ βάθος αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου.

Ἡ χάρη τοῦ Πνεύματος στὸν Χριστό, δηλαδὴ
τὸ πῦρ τῆς θεότητος, προέρχεται ἀπὸ τὴν θεία τοῦ φύση καὶ οὐσία. Ὅμως τὸ σῶμα
του δὲν ἔχει τὴν ἴδια προέλευση, ἀλλὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν πάναγνη καὶ ἅγια σάρκα
τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία προσέλαβε κατὰ τὸ ἱερὸ λόγιο: «ὁ Λόγος ἔγινε σάρκα»
(κατὰ Ἰωάννην 1:14). Ἔκτοτε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἀχράντου Παρθένου μεταδίδει
στοὺς ἁγίους, ἀπὸ μὲν τὴν φύση καὶ τὴν οὐσία τοῦ συναΐδιου Πατρός του τὴν χάρη
τοῦ Πνεύματος, δηλαδὴ τὴν θεότητα, καθὼς καὶ μέσῳ τοῦ προφήτη λέγει: «Θὰ συμβεῖ
τοῦτο κατὰ τὶς ἔσχατες ἡμέρες, θὰ ἐκχύσω ἀπὸ τὸ Πνεῦμα μου σὲ κάθε ἄνθρωπο»
(Ἰωὴλ 3:1), ἐννοώντας κάθε πιστό, ἀπὸ δὲ τὴν φύση καὶ οὐσία ἐκείνης ποὺ κυρίως
καὶ ἀληθῶς τὸν γέννησε τὴν σάρκα, τὴν ὁποία ἔλαβε ἀπὸ αὐτή.

Καὶ ὅπως ἀπὸ τὴν πληρότητά του λάβαμε ὅλοι
ἐμεῖς, ἔτσι ἀκριβῶς μεταλαμβάνουμε ἀπὸ τὴν ἄμωμη σάρκα τῆς Παναγίας Μητέρας
του, τὴν ὁποία καὶ ἐκεῖνος προσέλαβε καὶ ὅπως ἔγινε υἱὸς καὶ Θεός της ὁ Χριστὸς
καὶ Θεός μας γενόμενος καὶ ἀδελφός μας, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ ἐμεῖς – ὢ τί
ἀνέκφραστη φιλανθρωπία – γινόμαστε υἱοὶ τῆς Θεοτόκου Μητέρας του καὶ ἀδελφοὶ
τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ χάρη στὸν ὑπεράμωμο καὶ ὑπεράγνωστο γάμο ποὺ τελέστηκε μ᾿
αὐτὴν καὶ σ᾿ αὐτὴν γεννήθηκε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπ᾿ αὐτὸν πάλι ὅλοι οἱ ἅγιοι.
Πράγματι, ὅπως ἀπὸ τὴν συνουσία καὶ τὴν σπορὰ τοῦ Ἀδὰμ πρώτη ἡ Εὔα γέννησε καὶ
ἀπὸ ἐκείνη καὶ μέσῳ ἐκείνης γεννήθηκαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι καὶ ἡ Θεοτόκος,
ἀφοῦ δέχτηκε ἀντὶ σπορᾶς τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ συνέλαβε καὶ γέννησε μόνο τὸν πρὸ
αἰώνων μονογενῆ του Πατρὸς καὶ μετέπειτα σαρκωθέντα δικό της μονογενῆ. Καὶ
μολονότι ἡ ἴδια ἔπαψε νὰ συλλαμβάνει καὶ νὰ γεννᾷ, ὁ Υἱὸς τῆς γέννησε καὶ γεννᾷ
καθημερινὰ ὅσους πιστεύουν σ᾿αὐτὸν καὶ τηροῦν τὶς ἅγιες ἐντολές του. Ἀσφαλῶς
ἔπρεπε ἡ πνευματική μας ἀναγέννηση καὶ ἀνάπλαση νὰ γίνει διὰ τοῦ ἀντρός, δηλαδὴ
τοῦ δευτέρου Ἀδὰμ καὶ Θεοῦ, ἐπειδὴ ἡ γέννησή μας στὴν φθορὰ ἔγινε διὰ τῆς
γυναικὸς Εὔας.

Καὶ πρόσεχε τὴν ἀκρίβεια τοῦ λόγου: ἀνδρὸς
θνητοῦ καὶ φθαρτοῦ ἡ σπορὰ φθαρτοὺς υἱοὺς καὶ θνητοὺς διὰ γυναικὸς γέννησε καὶ
γεννᾷ, ἀθανάτου καὶ ἀφθάρτου Θεοῦ ὁ ἀθάνατος καὶ ἄφθαρτος Λόγος ἀθάνατα καὶ
ἄφθαρτα τέκνα γέννησε καὶ διαρκῶς γεννᾷ, ἀφοῦ πρῶτα αὐτὸς γενννήθηκε ἀπὸ τὴν
Παρθένο ἐν ἁγίῳ Πνεύματι βεβαίως.

Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν εἶναι δέσποινα καὶ
βασίλισσα καὶ κυρία καὶ Μητέρα ὅλων τῶν ἁγίων ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ ὅλοι οἱ
ἅγιοι εἶναι καὶ δοῦλοι τῆς ἀφοῦ εἶναι Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ παιδιά της ἀφοῦ
μεταλαμβάνουν ἀπὸ τὴν πανάχραντη σάρκα τοῦ Υἱοῦ της. Πιστὸς ὁ λόγος: ἡ σάρκα
τοῦ Υἱοῦ τῆς εἶναι σάρκα τῆς Θεοτόκου. Μεταλαμβάνοντας καὶ ἐμεῖς ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν
θεωμένη σάρκα τοῦ Κυρίου, ὁμολογοῦμε καὶ πιστεύουμε ὅτι μεταλαμβάνουμε ζωὴν
αἰώνια, ἐκτὸς ἂν ἀναξίως καὶ εἰς κατάκριμα μεταλαμβάνουμε.

Πράγματι ὅλοι οἱ ἅγιοι εἶναι συγγενεῖς
πρὸς τὴν Παναγία Μητέρα τοῦ Θεοῦ κατὰ τρεῖς τρόπους: Πρῶτον ἐπειδὴ προέρχονται
ἀπὸ τὸν ἴδιο πηλὸ μ᾿ αὐτὴν καὶ τὴν ἴδια πνοή, δηλαδὴ τὴν ψυχή. Δεύτερον ἐπειδὴ
ἔχουν κοινωνία καὶ μετουσία μὲ αὐτὴν διὰ τῆς προσλήψεως τῆς σαρκός της ἀπὸ τὸν
Χριστό. Καὶ τρίτον ἐπειδή, λόγῳ τῆς ἐν Πνεύματι ἁγιωσύνης ποὺ ἐνυπάρχει σὲ
αὐτούς, καθένας συλλαμβάνει ἐντός του καὶ κατέχει τὸν Θεὸ τῶν ὅλων, ὅπως
ἀκριβῶς καὶ ἐκείνη τὸν εἶχε ἐντός της. Διότι ἂν καὶ τὸν γέννησε σωματικῶς, ὅμως
πάντοτε τὸν εἶχε ὅλον καὶ πνευματικῶς μέσα της καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ τὸν ἔχει καὶ
τώρα καὶ πάντοτε ἀχώριστον ἀπὸ αὐτήν.

Σ᾿ αὐτὸν πρέπει ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος στοὺς
αἰώνες. Ἀμήν.

 Πηγή 

Εις τα Άγια Θεοφάνεια – Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος


“ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ: ΠΑΤΡΟΣ… από takist

 

Εις τα Άγια Θεοφάνεια – Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Α´. Χριστὸς γεννᾶται, ἂς τὸν δοξάσετε· ὁ Χριστὸς ἔρχεται ἀπὸ τοὺς
οὐρανούς, ἂς τὸν προϋπαντήσετε· ὁ Χριστὸς εὑρίσκεται ἐπὶ τῆς γῆς, ἂς ὑψωθῆτε.
«Δοξολογήσατε τὸν Κύριον, ὅλη ἡ γῆ», καὶ διὰ νὰ τὰ εἴπω καὶ τὰ δύο μὲ μία
λέξιν, ἂς εὐφρανθοῦν οἱ οὐρανοὶ καὶ ἂς νιώση ἀγαλλίασιν ἡ γῆ διὰ τὸν οὐράνιον ὁ
ὁποῖος ἔγινεν ἐπίγειος. Ὁ Χριστὸς ἐσαρκώθη, νιώσατε ἀγαλλίασιν ἀπὸ χαρὰ καὶ
τρόμον. Ἀπὸ τρόμον ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας· ἀπὸ χαρὰν ἐξ αἰτίας τῆς ἐλπίδος. Ὁ
Χριστὸς ἐγεννήθη ἀπὸ τὴν Παρθένον. Γυναῖκες, παραμένετε παρθένοι γιὰ νὰ γίνετε
μητέρες τοῦ Χριστοῦ. Ποιὸς δὲν ἀποδίδει λατρείαν εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος
προϋπῆρχεν ἀπ᾿ ἀρχῆς; Ποιὸς δὲν δοξολογεῖ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐνεφανίσθη τώρα
τελευταία;

Β´. Πάλιν διαλύεται τὸ σκοτάδι, πάλιν ἐμφανίζεται τὸ φῶς. Πάλιν ἡ
Αἴγυπτος τιμωρεῖται μὲ σκότος, πάλιν ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς φωτίζεται μὲ στήλην
πυρός. Ὁ λαὸς ὁ ὁποῖος κάθεται εἰς τὸ σκότος ἂς ἴδῃ τὸ λαμπρὸν φῶς τῆς
κατανοήσεως τῶν θείων μυστηρίων. «Τὰ παλιὰ ἔχουν περάσει· ἰδοὺ τὰ πάντα ἔχουν
γίνει νέα». Τὸ γράμμα ὑποχωρεῖ καὶ τὸ πνεῦμα ἀναδεικνύεται. Αἱ σκιαὶ
ἀπομακρύνονται καὶ ἔρχεται εἰς τὴν θέσιν των ἡ ἀλήθεια. Ὁ τύπος τοῦ Μελχισεδὲκ
ἐκπληρώνεται. Ὁ ἀμήτωρ γίνεται ἀπάτωρ. Ἦτο ἀμήτωρ προηγουμένως καὶ τώρα γίνεται
ἀπάτωρ. Οἱ φυσικοὶ νόμοι καταλύονται. Ὁ οὐράνιος κόσμος πρέπει νὰ συμπληρωθεῖ.
Ὁ Χριστὸς προστάζει ἂς μὴν ἀντιστεκόμαστε. «Ὅλοι οἱ λαοὶ ἂς χειροκροτήσετε»
ἐπειδὴ ἐγεννήθη εἰς ἡμᾶς παιδίον, μᾶς ἐδόθη υἱός, εἰς τοὺς ὤμους τοῦ ὁποίου
ἐβρίσκεται ἡ ἐξουσία (διότι ἐξυψώνεται μαζὶ μὲ τὸν σταυρὸν) καὶ ὁ ὁποῖος
ὀνομάζεται ἀγγελιοφόρος μεγάλης θελήσεως (τῆς θελήσεως τοῦ Πατρός). Ὁ Ἰωάννης
ἂς βροντοφωνήσει: «ἑτοιμάσατε τὸν δρόμον τοῦ Κυρίου»! Καὶ ἐγὼ θὰ διαλαλήσω τὴν
σημασίαν τῆς ἡμέρας: Ὁ ἄσαρκος παίρνει σάρκα. Ὁ Λόγος ἑνώνεται μὲ τὴν ὕλην. Ὁ
ἀόρατος γίνεται ὁρατός. Ἐκεῖνος τὸν ὁποῖο δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἐγγίσῃ κανείς,
ἠμπορεῖ νὰ ψηλαφηθῆ. Ὁ ἄχρονος ἀποκτᾷ ἀρχήν. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γίνεται Υἱὸς
ἀνθρώπου, «ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος ἦτο χθές, εἶναι σήμερον καὶ θὰ παραμείνει
ὁ ἴδιος εἰς τοὺς αἰῶνας». Οἱ Ἰουδαῖοι ἂς σκανδαλίζονται. Οἱ Ἕλληνες ἂς εἰρωνεύονται
καὶ οἱ αἱρετικοὶ ἂς κουράζονται μὲ τὰς φλυαρίας των. Θὰ τὸν πιστεύσουν, ὅταν θὰ
τὸν ἰδοῦν νὰ ἀνέρχεται εἰς τὸν οὐρανόν. Καὶ ἂν ὄχι τότε, ὁπωσδήποτε ὅταν θὰ τὸν
ἰδοῦν νὰ ἔρχεται ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ κάθεται ὡς κριτής.

Γ´. Αὐτὰ ὅμως ἀργότερα. Σήμερα ἡ πανήγυρις εἶναι τὰ Θεοφάνεια,
δηλαδὴ ἡ Γέννησις. Διότι λέγονται καὶ τὰ δύο, ἐπειδὴ δι᾿ ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα
ὑπάρχουν δύο ὀνόματα. Διότι ὁ Θεὸς ἐφανερώθη εἰς τοὺς ἀνθρώπους διὰ τῆς
γεννήσεως. Καὶ ὑπῆρχε μὲν πρίν, καὶ ὑπῆρχε πάντοτε, προερχόμενος ἀπὸ τὸν πάντοτε
ὑπάρχοντα, πάνω ἀπὸ κάθε αἰτίαν καὶ λογικὴν (ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε λόγος ἀνώτερος
ἀπὸ τὸν Λόγον), ἀλλὰ μετὰ ἔλαβε σῶμα πρὸς χάριν μας, διὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν
εὐτυχῆ ὕπαρξιν, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μᾶς ἔδωσε τὴν ὕπαρξιν ἢ καλύτερα, διὰ νὰ μᾶς
ἐπαναφέρει μὲ τὴν σάρκωσίν του εἰς τὴν εὐτυχῆ ὕπαρξιν ἀπὸ τὴν ὁποία εἴχαμε
ἀπομακρυνθεῖ ἐξ αἰτίας τῆς κακίας μας. Καὶ εἰς μὲν τὴν ἐμφάνισιν δίδεται τὸ
ὄνομα Θεοφάνεια, εἰς δὲ τὴν γέννησιν, Γενέθλια.

Δ´. Αὐτὸ εἶναι δι᾿ ἡμᾶς τὸ νόημα τῆς πανηγύρεως καὶ αὐτὸ
ἑορτάζομεν σήμερα: Τὸν ἐρχομὸ τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθώπους, διὰ νὰ ἔλθωμεν νὰ
κατοικήσωμεν κοντὰ εἰς τὸν Θεόν, ἢ διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν (διότι ἔτσι νομίζω ὅτι
εἶναι σωστότερον νὰ εἰπωθῇ), διὰ νὰ ἐνδυθῶμεν τὸν νέον ἄνθρωπον, ἀφοῦ
ἐγκαταλείψωμεν τὸν παλαιόν. Καὶ ὅπως ἔχομεν ἀποθάνει μαζὶ μὲ τὸν Ἀδάμ, ἔτσι ἂς
ζήσωμεν μαζὶ μὲ τὸν Χριστόν, ἂς γεννηθῶμεν μαζί του, ἂς συσταυρωθῶμεν καὶ ἂς
ταφῶμεν μαζί του, διὰ ν᾿ ἀναστηθῶμεν μὲ τὴν ἀνάστασίν του. Διότι πρέπει νὰ
ὑπομείνω τὴν ἀντίστροφον πορείαν, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ εἰς τὸ ἀγαθόν. Καὶ ὅπως ἀπὸ τὰ
πιὸ εὐχάριστα ἦλθαν τὰ δυσάρεστα, ἔτσι καὶ ἀπὸ τὰ δυσάρεστα νὰ ἐπανέλθουν τὰ
πιὸ εὐχάριστα. «Διότι ἐκεῖ ποὺ ηὐξήθη σημαντικὰ ἡ ἁμαρτία, ἐκεῖ ἐδόθη
πλουσιοπάροχα καὶ ἡ χάρις». Καὶ ἂν ἡ γεῦσις ἐπέφερε τὴν καταδίκην, δὲν
ἐδικαίωσε, πολὺ περισσότερο τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ; Ἂς ἑορτάζομεν ἑπομένως ὄχι μὲ
δημοσίας πανηγύρεις, ἀλλὰ κατὰ τρόπον θεϊκόν. Ὄχι κατὰ τρόπον κοσμικόν, ἀλλὰ
κατὰ τρόπον ὑπερκόσμιον. Ὄχι τὰ ἰδικά μας ἀλλὰ πολὺ περισσότερον τὰ τοῦ Κυρίου.
Ὄχι τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἀσθένειαν, ἀλλὰ τὰ σχετικὰ μὰ τὴν θεραπείαν. Ὄχι τῆς
δημιουργίας ἀλλὰ τὰ τῆς ἀναδημιουργίας.

Ἀπόσπασμα (§. Α-Δ) σὲ
νεοελληνικὴ ἀπόδοση ἐκ τῆς ἐκδόσεως: 
Γρ. Θεολόγου Ἔργα, Λόγος ΛΗ´. Πατερικὲς ἐκδόσεις Γρηγ. ὁ Παλαμᾶς


 

Εις τα Άγια Θεοφάνια – Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

{youtube}VfBbozfik5Y{/youtube} 


Ο Φώτης Κόντογλου μιλάει για τα Άγια Θεοφάνεια και ψέλνει ύμνους της εορτής.
Από ηχογράφηση που έγινε στις 2 Ιανουαρίου του 1961. 


Εις τα Άγια Θεοφάνια – Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Ἡ πηγὴ τῶν εὐαγγελικῶν διδαγμάτων ἀνεῳγμένους ἔχει τοὺς ῥύακας, καὶ εἴ τις
διψῶν πίνει ἐξ ἐκείνης τῆς πηγῆς, καὶ ζωοποιεῖται·
ζωοποιεῖται δὲ κατὰ πνεῦμα καὶ τὸν νόμον τῶν ἐντολῶν,  εὐφροσύνην ὑπὲρ
οἶνον δεχόμενος.
Ἀκόρεστος γὰρ ἡ γλυκύτης τῶν πνευματικῶν λογίων·  οὐ γὰρ εὐφραίνει
κοιλίαν, ἀλλὰ καρδίαν, καὶ λογισμοὺς εὐσεβῶν εἰς φιλοθεΐαν ἄγει.
Ἤκουες γὰρ ἀρτίως ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου βοῶντος πρὸς τὸ
συνελθὸν πανταχόθεν καὶ βαπτιζόμενον τὸ τῶν Ἰουδαίων πλῆθος·
Ἐγὼ μὲν βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι εἰς μετάνοιαν·  ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος
ἰσχυρότερός μου ἐστίν.
Ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος· ὀπίσω, διὰ τὸν τόκον τῆς γεννήσεως.
Ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστὶν, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς τὰ ὑποδήματα
βαστάσαι.

 

Καὶ ποῖα ὑποδήματα βαστακτέα ὑπεφέρετο ὁ Κύριος, ὅτι ἔλεγεν, Οὐκ εἰμὶ
ἱκανὸς τὰ ὑποδήματα βαστάσαι;
Ἐνταῦθα ὑποδήματα, τὰ τῆς οἰκονομίας μυστήρια λέγει· ὑποδήματα γὰρ ἡ ἐνανθρώπησις
τοῦ Κυρίου προσαγορεύεται.
Καὶ τούτου μάρτυς ὁ Κύριος διὰ τοῦ προφήτου κράζων· Ἐπὶ τὴν Ἰδουμαίαν ἐκτενῶ τὸ
ὑπόδημά μου.
Διὰ τοῦτο καὶ ὑποπόδιον ἤκουσεν ἡ τοῦ Κυρίου ἐνανθρώπησις, ὡς ἐπὶ γῆς ὀφθεῖσα,
καὶ τὸ τέρμα τῆς γῆς καταλαβοῦσα.
Ὅπερ καὶ ὁ προφήτης ἐκ τῶν ἑκατέρων τὴν ἐμφάνειαν ποιούμενος ἐκέκραγεν· Ὑψοῦτε
Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, καὶ προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ.
Ἐγὼ μὲν βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι εἰς μετάνοιαν· ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος
ἰσχυρότερός μου ἐστὶν, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς τὰ ὑποδήματα βαστάσαι·
αὐτὸς ὑμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι ἁγίῳ καὶ πυρί.  Οὗ τὸ πτύον ἐν χειρὶ
αὐτοῦ· καὶ τὸν μὲν σῖτον συνάξει εἰς τὴν ἀποθήκην αὐτοῦ, τὸ δὲ ἄχυρον
κατακαύσει πυρὶ ἀσβέστῳ.
Ταῦτα τοῦ Ἰωάννου παρεγγυῶντος, καὶ τὸν ἰσχυρότερον Κύριον σαλπίζοντος, οἱ ὑπ’
αὐτοῦ βαπτιζόμενοι ἀντέβαινον τῷ Ἰωάννῃ, λέγοντες·
Ἔχεις ἰσχυρότερόν σού τινα, ὦ προφῆτα;  τί σεαυτὸν συκοφαντεῖς;  σὺ
τοῦ μεγάλου Ζαχαρίου υἱὸς, σὺ καὶ ἀνθρώποις ποθητὸς, καὶ θηρίοις φοβερός.
Ἔχεις ἰσχυρότερόν σού τινα; τί ἀδολεσχεῖς;  Οὐκ ἔστι σοῦ ἰσχυρότερος. Σὺ
καὶ κατ’ ἐπαγγελίαν ἐτέχθης, σὺ ὑπὸ Γαβριὴλ ἐμηνύθης,
σὺ ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ ἐφανερώθης, σὺ τὴν γλῶτταν τοῦ γεννήσαντός σε δεθεῖσαν ὑπὸ
τοῦ Γαβριὴλ διέλυσας, σὺ Ἰωάννης κέκλησαι, ὃ χάρις Θεοῦ ἑρμηνεύεται.

 

Τί τοίνυν συκοφαντεῖς ἑαυτόν;
Οὐκ ἔχεις τὸν ἰσχυρότερόν σου.  Ὁ δὲ Ἰωάννης, ὡς δοῦλος ὑπὲρ τοῦ Δεσπότου
μαρτυρῶν, θεϊκὴν ἀξίαν σφετερίσασθαι μὴ καταδεξάμενος, ἀντεβόα τοῖς
ἀντιβαίνουσιν ὄχλοις λέγων·
Ὑμεῖς, ὃ οὐκ οἴδατε, λέγετε·  ἐγὼ, ὃ οἶδα, μαρτυρῶ. Ἰσχυρότερός μου
ἔρχεται.
Ἐγὼ δι’ ἐκεῖνον, ἐκεῖνος οὐ δι’ ἐμέ·

ἐγὼ ἐκ στείρας, ἐκεῖνος ἐκ παρθένου·

ἐγὼ στρατιώτης, ἐκεῖνος βασιλεύς·

ἐγὼ πρόδρομος, ἐκεῖνος οὐράνιος·

ἐγὼ τὸ Πνεῦμα δεδανεισμένος, ἐκεῖνος ζωὴν παρέχει πᾶσιν ἀνθρώποις·

ἐγὼ μετανοίας κήρυξ, ἐκεῖνος υἱοθεσίας δοτήρ·

ἐγὼ βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι, προκαθαίρων ὑμᾶς ὡς σκεύη ῥερυπωμένα ταῖς
ἁμαρτίαις, ἐκεῖνος ἐμβαλεῖ τὸ μύρον τῆς χάριτος·

Αὐτὸς βαπτίσει ὑμᾶς ἐν Πνεύματι ἁγίῳ καὶ πυρὶ,  οὐ καυστικῷ, ἀλλὰ
ἁγιαστικῷ.

Ἐγὼ νουθεσίας γλῶτταν κινῶ, ἐκεῖνος δικαιοκρισίας πτύον βαστάζων, καὶ τοὺς
μὲν δικαίους ὥσπερ σῖτον ὡραῖον ἐν τῇ ἀποθήκῃ τῶν οὐρανῶν ἀνενέγκει, τοὺς δὲ
ἁμαρτωλοὺς καὶ μὴ μετανοήσαντας ὡς ἄχυρα τῷ ἀσβέστῳ πυρὶ παραδώσει.

Ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστίν.

Ἐκεῖνον προσμείνατε, παρ’ ἐκείνου τὸ τέλειον δέξασθε βάπτισμα·

ἐγὼ λύχνος ἐν μέρει, ἐκεῖνος ἥλιος πανταχοῦ.

Ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστί.

Ταῦτα τοῦ Ἰωάννου παρεγγυῶντος καὶ παραπλήσια τούτων, οἱ ὑπ’ αὐτοῦ
βαπτισθέντες ὄχλοι προσέμενον ἀντιβάλλοντες πρὸς ἀλλήλους, καὶ λέγοντες·
Καρτερήσωμεν καὶ ἴδωμεν τὴν μέλλουσαν διαβαίνειν βασιλείαν ἢ φαντασίαν·
ἐφόρτωσεν ἡμῶν τὰς ἀκοὰς Ἰωάννης καταπληκτικοῖς λόγοις·
ἰσχυρότερον αὐτοῦ παραγενέσθαι λέγει, πτύον καὶ πῦρ καὶ Πνεῦμα φέροντα.
Ἐν τούτοις τῶν ὄχλων καραδοκούντων κοσμικῆς βασιλείας παρουσίαν, ἑνὶ ὁ τῶν ὅλων
Δεσπότης καὶ Θεὸς ἄνωθεν διαβαῖνον, ἰδὲ καὶ ὁ Κύριος τῇ ὄψει τῆς ἐνανθρωπήσεως,
μόνος, λιτὸς, μονοχίτων, ὡς εἷς τῶν ὅλων ἀνθρώπων, ἐπὶ τὸν Ἰορδάνην φθάσας,
προσέκλινε τὴν κεφαλὴν τῷ Ἰωάννῃ, θέλων ὑπ’ αὐτοῦ βαπτισθῆναι.
Ταύτην τοίνυν τὴν ταπεινὴν θέαν τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐπιστασίας ὁ Βαπτιστὴς Ἰωάννης
παρὰ πολλὴν προσδοκίαν θεασάμενος, ἰλιγγίασεν, ἠπόρησε, καὶ ἐξεπλάγη·
τόπος φυγῆς περιεβλέπετο, θέλων δραπετεῦσαι· καὶ οὐχ ηὕρησεν· ἀοράτος γὰρ ἦν
κρατούμενος καὶ συνεχόμενος· ἐβόα πρὸς τὸν κρατοῦντα Κύριον λέγων·
Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με;  Τί ποιεῖς,
Δέσποτα; τί προδίδως με τοῖς ὄχλοις εἰς θάνατον;  Νῦν ὡς ψευδολόγον. ὄχλοι
λιθάσουσιν·
ἐγὼ μεγάλα περὶ σοῦ ἐκήρυξα, καὶ σὺ ὡς λιτὸς  καὶ ξένος παραγέγονας.

Τί ποιεῖς, Δέσποτα;
καὶ ἄνω Υἱὸς βασιλέως, καὶ κάτω Υἱὸς βασιλέως·
καὶ οὐδαμῶς σκῆπτρον βασιλικόν;
Δεῖξόν σου τὴν ἀξίαν·
τί μόνος καὶ λιτὸς παραγέγονας;
ποῦ σου τὸ τῶν ἀγγέλων στῖφος;
ποῦ τὸ τῶν ἀρχαγγέλων τάγμα;
ποῦ σου ἡ ἑξαπτέρυγος τῶν Χερουβὶμ λειτουργία;
ποῦ τὸ πτύον;
ποῦ τὸ πῦρ;
ποῦ σου τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον;
Μωϋσῆν ἐδόξασας, νεφέλην φωτεινὴν παρέστησας, στῦλον πυρὸς πορεύεσθαι αὐτῷ
παρεσκεύασας, τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἀγγελικῇ δόξῃ περιήστραψας, τὸν δοῦλον ἐν
τοσαύτῃ δόξῃ ἠμφίασας, καὶ σὺ ὁ Δεσπότης ἐν ἰδιωτικῷ σχήματι παραγενόμενος τὴν
κεφαλήν μοι προσκλίνεις;
Ἀνάνευσον, κεφαλὴ πάντων ὑπάρχεις·  δεῖξον ὅπερ εἶς· ἔδειξας τὰ ταπεινὰ,
δεῖξον καὶ τὰ ὑψηλά·
βάπτισον τοὺς παρόντας, καὶ πρὸ πάντων ἐμέ.
Τί βαπτίσαι θέλων;  Ὁ Ἰορδάνης οὐ δέξεται· ἐγνώρισέ σε τὸν ποιητὴν,
ἀνέτρεψε τὰ ῥεῖθρα εἰς τὰ ὀπίσω, οὐ προβαίνει εἰς τὰ ἔμπροσθεν, ἀρνεῖται τὴν
τάξιν.
Τὰ στοιχεῖα γνωρίζουσι, κἀγὼ μὴ γνωρίσω;  Εἰ θέλεις βαπτισθῆναι, ἑαυτὸν
βάπτισον. Οὐκ ἐκτείνω τὰς χεῖρας· ἀρνοῦνται τὴν σύνθεσιν, ναρκῶσι,
συστέλλονται·
ὃ οὐκ ἐδιδάχθησαν κρατεῖν, οὐκ ἐπιδέχονται.  Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ
βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με;
Οἶδά σε τίς εἶ, καὶ γινώσκεις ὅτι οἶδά σε. Τί με κρύπτεις τὸν εἰδότα σε; Ἐν τῇ
νηδύϊ τῆς μητρός μου ὑπάρχων κατεσφαλισμένος,
καὶ πρὸ καιροῦ τὴν ἔξοδον μὴ εὑρίσκων, μόνον ἐθεασάμην σε φερόμενον ὑπὸ τῆς
παρὰ σοῦ φερομένης· ἐγνώρισά σε, καὶ τί λαλεῖν μὴ εὑρίσκων, τὸ τῆς μητρός μου
χρησάμενος στόμα, ἐβόησα δι’ αὐτῆς τὰ ἐμὰ λέγων· Πόθεν μοι τοῦτο, ἵνα ἔλθῃ ἡ
μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με; Ἐκεῖ οὐκ ἐσφάλην, καὶ ὧδε οὐ γινώσκω;
Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με; Ὁ δὲ Κύριος πρὸς
αὐτὸν, καθὼς ἀρτίως ἤκουες· Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι
πᾶσαν δικαιοσύνην.
Ἄφες ἄρτι· οὐκ οἶδας ὃ λέγεις· ἐγὼ οἶδα ὃ πραγματεύομαι. Τὴν δόξαν τῆς θεότητός
μου ζητεῖς ἀποκαλυφθῆναί σοι· οὐκ ἔχει ὁ καιρός· πάντα καλὰ ἐν καιρῷ αὐτῶν.

 

Σὺ ἀληθεύεις, ἀλλ’ οὐ πιστεύῃ· ἄπιστον γὰρ τὸ τῶν Ἰουδαίων ἔθνος· οὐ
γεννήματα ἐχιδνῶν αὐτοὺς προσηγόρευσας; Πῶς οὖν τούτοις ἀνακαλυφθῆναί με
θέλεις;
Οὐ δέχονταί σου τὴν περὶ ἐμοῦ μαρτυρίαν· ὑπονοοῦσί σε διὰ τὸ ὕποπτον, ὡς εἶναι
πρόδρομον· Ἄφες ἄρτι, μείζονα μαρτυρίαν δέξονται.
Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην. Ὁ δὲ Ἰωάννης
λέγει πρὸς αὐτόν· Πῶς, Δέσποτα;
Καὶ ὁ Κύριος πρὸς αὐτόν· Ὥσπερ περιετμήθην, ἵνα τὸν νόμον πληρώσω, βαπτίζομαι
ἵνα τὴν χάριν κυρώσω. Ἐὰν μέρος πληρώσω, καὶ μέρος καταλείψω,
κολοβὸν καταλιμπάνω τὴν οἰκονομίαν· δεῖ με πάντα πληρῶσαι, ἵνα μετὰ ταῦτα γράψῃ
Παῦλος· Πλήρωμα νόμου Χριστὸς εἰς δικαιοσύνην παντὶ τῷ πιστεύοντι.
Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην. Ἄφες, Ἰωάννη,
τὴν τοῦ ὕδατος φύσιν ἁγιασθῆναι· δεῖ με πάντα πληρῶσαι.
Εἰ μὴ ἐγὼ ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, οὐ καταδέξεται βασιλεὺς ὑπὸ ἱερέως πτωχοῦ
βαπτισθῆναι. Ἄφες ἄρτι, ἄφες ἄνωθεν τὸν Πατέρα ἐπιβοῆσαι,
Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς, ἵνα μὴ ἄρχωνται οἱ Ἰουδαῖοι λέγειν υἱὸν τοῦ
τέκτονος, ἀλλὰ τοῦ ἐπουρανίου Πατρός. Ἄφες ἄρτι· μὴ ἀντίβαινε τῷ Ἀδάμ· δεύτερος
Ἀδὰμ γέγονα, τὸν ἐκείνου ῥύπον τῶν πλημμελημάτων ἐκπλῦναι θέλων· εἰ μὴ ἐγὼ
βαπτισθῶ, πῶς ἐκεῖνος καθαρισθήσεται; Διὰ γὰρ τοῦτο καὶ τριάκοντα ἐτῶν
βαπτίζομαι, τὸν ἐκείνου χρόνον ἐκδεχόμενος, ἵνα τῷ ἐκείνου τὸ ἐμὸν κυρωθῇ. Ἄφες
ἄρτι, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τοῦ προφήτου· Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων.
Καὶ ἦν ἰδεῖν θεωρίαν φρικώδη. Ἥψατο μὲν τῆς κορυφῆς τοῦ Δεσπότου σύντρομος ὁ
Ἰωάννης· ἄνωθεν δὲ οὐρανῶν ἀνοιχθέντων, κατεσκόπουν ἄγγελοι τὸ γενόμενον·
Πνεύματος δὲ χάρις ἐν εἴδει περιστερᾶς τῇ τοῦ Δεσπότου κεφαλῇ προσφοιτῶσα, τὴν
τοῦ Ἰωάννου δεξιὰν παρωθεῖτο.

Εἱστήκει δὲ τὸ πλῆθος ἀπορούμενον ἐπὶ πλέον, καὶ τὸ, Τίς ἐστιν οὗτος; πρὸς
ἀλλήλους λαλοῦν. Εἶτα ὡς ἀποκρινάμενος τοῖς πλήθεσι,
Τίς ἐστιν οὗτος; πρὸς ἀλλήλους ζητοῦσιν, ἐβόησεν ὁ Πατὴρ, λέγων·

Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς, ἐν ᾧ ηὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε.
Βοᾷ τὴν εἰς τὸν Υἱὸν ὁ γεννήτωρ φιλοστοργίαν, ἵνα μάθῃς τὴν τοῦ Κτίστου περὶ
τὸν κόσμον διάθεσιν, ὅτι τοιοῦτον ὑπὲρ τῶν τοιούτων δούλων Υἱὸν ἀπέδωκεν,
ὑπὲρ μισουμένων τὸν ποθούμενον, ὑπὲρ ἁμαρτωλῶν τὸν ἀναμάρτητον, ὑπὲρ ἀδόξων τὸν
ἔνδοξον.
Δοξάσωμεν οὖν τὸν ἐπιφανέντα Δεσπότην σὺν τῷ Πατρὶ,  καὶ τὸν Υἱὸν, καὶ τὸ
ἅγιον Πνεῦμα, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.

 Πηγή 

Η εορτή των Χριστουγέννων – Θεοφανείων

ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ

Η’ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟY
ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟY ΣΥΜΠΟΣΙΟY
ΣΤΕΛΕΧΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΝ

«ΤΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΝ»
18-20 Σεπτεμβρίου 2006 – Βόλος 

Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ – ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ
᾿Αρχιμ. Νικολάου Χ. ᾿Ιωαννίδη, Δρος Θ.
Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου ᾿Αθηνῶν


Εἰσαγωγικά:

᾿Επιτρέψτε μου, Σεβασμιώτατοι ἅγιοι ἀρχιερεῖς, σεβαστοί πατέρες καί ἀδελφοί, νά
ἀρχίσω μέ τούς λόγους τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, οἱ ὁποῖοι, κατά τήν ταπεινή μου
ἄποψη, μᾶς εἰσάγουν μέ τόν καλύτερο τρόπο τόσο στό θέμα τοῦ συνεδρίου μας
γενικῶς ὅσο καί στήν παρούσα εἰσήγηση μου εἰδικότερα: «Πολλοί γάρ τάς μέν
ἑορτάς ἄγουσι, καί τά ὀνόματα αὐτῶν ἴσασι, τάς δέ ὑποθέσεις, ὅθεν ἐτέχθησαν,
ἀγνοοῦσιν. ῞Οτι μέν οὖν ἐπιφάνεια ἡ παροῦσα λέγεται ἑορτή, δῆλόν ἐστι πᾶσι· τίς
δέ ἐστιν ἡ ἐπιφάνεια αὕτη… τοῦτο οὐκ ἔτι ἴσασιν· ὅπερ ἐσχάτης αἰσχύνης ἄν εἴη
καί πολλοῦ τοῦ καταγέλωτος, καθ᾿ ἕκαστον ἐνιαυτόν τήν ἑορτήν ταύτην ἄγοντας,
τήν ὑπόθεσιν αὐτῆς ἀγνοεῖν»(1).
Τή διαπίστωση αὐτή τοῦ ἱεροῦ πατρός ὀφείλουμε νά ἐκλάβουμε καί ὡς προτροπή γιά
μιά καλύτερη ἐμβάθυνση στή γνώση τῆς ἱστορίας καί τῶν συνθηκῶν ἐξέλιξης καθώς
καί τοῦ θεολογικοῦ περιεχομένου τῆς ἑορτῆς Χριστουγέννων Θεοφανείων, πού ἔχουμε
τήν τιμή νά διαπραγματευθοῦμε στό παρόν συνέδριο, κατόπιν ἐντολῆς τῆς ῾Ιερᾶς
Συνόδου τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος.

῾Η παρούσα εἰσήγηση ἀκολουθώντας τή χρυσοστομική προτροπή ὀφείλει νά ἀπαντήσει
στά ἑξῆς γενικά ἐρωτήματα: Πῶς παρουσιάζονται οἱ ἑορτές τῶν Χριστουγέννων καί
Θεοφανείων στήν ἀρχαία ᾿Εκκλησία καί ποιά ἡ ἱστορική ἐξέλιξή τους; Μέσα σέ ποιό
ἰδεολογικό πλαίσιο ἑορτάζονταν καί ποιό εἶναι τό θεολογικό περιεχόμενό τους; Οἱ
ἀπαντήσεις στά ἐρωτήματα αὐτά δέν μποροῦν νά ἀγνοήσουν τήν ἀρχή ὅτι κάθε
ἱστορική ἐξέλιξη εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μέ συγκεκριμένους χώρους, καί ὅτι
κάθε προσδιορισμός τοῦ περιεχομένου τῶν ἑορτῶν εἶναι ἐπίσης συνδεδεμένος μέ
συγκεκριμένα πρόσωπα. ῎Ετσι ἡ ὅλη διαπραγμάτευση θά ἐπικεντρωθεῖ κυρίως, ἀλλ᾿
ὄχι ἀποκλειστικά, στό χῶρο τῆς Καππαδοκίας καί ἰδιαίτερα στά πρόσωπα τῶν
Καππαδοκῶν Πατέρων. ῾Η ἐπιλογή αὐτῆς τῆς ἐπαρχίας δέν εἶναι ἀσφαλῶς τυχαία· ἡ
Καππαδοκία τῆς Μικρᾶς ᾿Ασίας διαδραμμάτισε, ὡς γνωστόν, κατά τόν Δ΄ αἰώνα, τόν
χρυσοῦν αἰῶνα τῆς ᾿Εκκλησίας, σπουδαῖο ρόλο στά ἐκκλησιαστικά δρώμενα καί στή διαμόρφωση
τῆς θεολογίας λόγω τῶν μεγάλων ἱεραρχῶν της, τοῦ Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, τοῦ
Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ τοῦ Θεολόγου, τοῦ Γρηγορίου Νύσσης καί τοῦ ᾿Αμφιλοχίου
᾿Ικονίου. Οἱ Καππαδόκες αὐτοί ἱεράρχες, μεγάλοι θεολόγοι τῆς ᾿Εκκλησίας καί
διαμορφωτές τῆς δογματικῆς ὁρολογίας, ὑπῆρξαν καί ἄριστοι γνῶστες τῆς ἑλληνικῆς
γραμματείας καί τῆς εἰδωλολατρικῆς θρησκευτικῆς ἰδεολογίας τῆς ἐποχῆς τους, γι᾿
αὐτό ἀποτελοῦν τίς ἀσφαλέστερες πηγές γιά νά γνωρίσουμε τόσο τήν παρουσία τῶν
ἐν λόγῳ ἑορτῶν στήν ἀρχαία ᾿Εκκλησία καί τό ἰδεολογικό πλαίσιο τῆς ἐποχῆς κατά
τήν ὁποία γεννήθηκαν, διαμορφώθηκαν καί ἐξελίχθηκαν, ὅσο καί τό θεολογικό
περιεχόμενό τους. Τά ἔργα τους λοιπόν ἀποτελοῦν τή βάση πάνω στήν ὁποία θά
στηριχθεῖ ἡ ταπεινή προσφορά μου στό παρόν συνέδριο.

1. ῾Η ἱστορική ἐξέλιξή τους :

Σύμφωνα μέ τήν Καινή Διαθήκη, ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός ζήτησε ἀπό τούς μαθητές του νά
τηροῦν τήν ἀνάμνηση τοῦ θανάτου του (βλ. Λουκ. 22, 1920), χωρίς ὅμως νά τούς
δώσει κάποια ἐντολή ἤ ἀπαγόρευση γιά τόν ἑορτασμό τῆς Γεννήσεώς του, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ
τό ὕψιστο γεγονός γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ὅπως βεβαιώνουν ἡ Καινή Διαθήκη
(βλ. ἐνδεικτικά Ματ. 1, 18 κ. ἑξ.· Λουκ. 2, 17· Φιλ. 2, 7) ἀλλά καί οἱ Πατέρες
τῆς ᾿Εκκλησίας. ῎Ετσι οἱ ᾿Απόστολοι καί τά μέλη τῆς ἀρχαίας ᾿Εκκλησίας γιά ἕνα
χρονικό διάστημα δέν ἑόρταζαν τή Γέννηση τοῦ Κυρίου(2).
Πόσο μεγάλο ἦταν αὐτό τό χρονικό διάστημα, εἶναι δύσκολο νά προσδιορισθεῖ μέ
ἀκρίβεια. Εἶναι σημαντικό ὅμως νά σημειωθεῖ ὅτι κατά τούς δύο πρώτους αἰώνες
μετά τό θάνατο τοῦ Χριστοῦ κανείς δέν γνώριζε, καί λίγοι ἐνδιαφέρονταν, γιά τόν
ἀκριβῆ προσδιορισμό τῆς ἄγνωστης ἡμερομηνίας τῆς Γεννήσεως του(3).
᾿Εκτός αὐτοῦ λόγω τῶν διωγμῶν καί τῶν μαρτυρικῶν θανάτων τῶν χριστιανῶν, κατά
τή συγκεκριμένη περίοδο θεωρεῖτο σημαντική ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου καί ἑορτάζονταν,
ὅπως καί μέχρι σήμερα, οἱ ἡμέρες τῆς θανάτωσης τῶν μαρτύρων σ’ αὐτόν τόν κόσμο
ὡς ἡμέρες γεννήσεως στήν ἔνδοξη καί οὐράνια ζωή, ἐνῶ ἡ ἡμέρα τῆς ἐπί γῆς
γεννήσεως θεωρεῖτο ἀσήμαντη(4).
᾿Εξ ἄλλου οἱ πρῶτοι χριστιανοί θέλοντας νά τονίσουν τή θεότητα τοῦ Χριστοῦ
σκόπιμα ὑποβίβαζαν τή σημασία τῆς σαρκικῆς του Γεννήσεως(5).
᾿Επίσης ἀπέφευγαν νά ἑορτάζουν γενικῶς τίς ἡμέρες τῶν γενεθλίων πιθανότατα λόγω
τῆς σχέσης τους μέ τήν ἀστρολογία καί τή μαντεία(6),
τῶν παγανιστικῶν συνηθειῶν τῆς ἐποχῆς(7) καί
ἴσως γιά λόγους ἀποστασιοποίησης ἀπό τίς γενέθλιες ἑορτές τῶν ρωμαίων
αὐτοκρατόρων(8).
Οἱ ἀντιρρήσεις αὐτές φαίνεται ὅτι δέν εἶχαν τόν τρίτο αἰώνα τήν ἴδια βαρύτητα
μέ ἐκείνη πού εἶχαν τούς προηγούμενους αἰῶνες· προφανῶς γιατί τότε ἡ
πλειονότητα τῶν χριστιανῶν ἦσαν ἐξ ἐθνικῶν πού θεωροῦσαν τούς ἑαυτούς τους
νομοταγεῖς Ρωμαίους, γιά τούς ὁποίους οἱ ἑορτασμοί τῶν γενεθλίων ἀποτελοῦσαν
μέρος τοῦ πολιτισμοῦ τους(9).
῾Ωστόσο ἐδῶ πρέπει νά παρατηρήσουμε ὅτι, μέ βάση τά βιβλικά κείμενα(10),
σέ καμιά περίπτωση ἡ Γέννηση τοῦ Κυρίου δέν γινόταν ἀντιληπτή μέ τόν ἴδιο τρόπο
πού γινόταν ἡ γέννηση ὁποιουδήποτε ἀνθρώπου(11).
᾿Εξ ἄλλου ἐφ᾿ ὅσον κατά τόν τρίτο αἰώνα στή ρωμαϊκή κοινωνία οἱ δομές εἶχαν
μεταβληθεῖ δραματικά, ἦταν δύσκολο οἱ ἀντιρρήσεις πού ἐπικρατοῦσαν ἐπί
κυριαρχίας τῆς εἰδωλολατρείας νά ἐξακολουθοῦν νά ἐμποδίζουν(12) τόν
ἑορτασμό μιᾶς τόσο σημαντικῆς στιγμῆς στήν ἱστορία τοῦ χριστιανισμοῦ, ὅπως ἡ
Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ(13),
πολύ περισσότερο μάλιστα ὅταν ὁ ἑορτασμός αὐτός δέν ἦταν ἀντίθετος μέ τήν Καινή
Διαθήκη(14)

Οἱ πρῶτες ἀναφορές περί ἑορτασμοῦ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ θεωρεῖαι, ἀπό
μερικούς ἐρευνητές, ὅτι ὑπάρχουν σέ κείμενα τοῦ πάπα Τελεσφόρου (125136)(15),
ἐνῶ ἄλλοι ἀρνοῦνται τήν ἐκδοχή αὐτή θεωρώντας ὅτι δέν πρόκειται γιά αὐθεντικά
στοιχεῖα, ἀλλά γιά μεταγενέστερες παρεμβολές(16).
῎Αλλοι πιθανολογοῦν τήν ἔναρξη τοῦ ἑορτασμοῦ στό δεύτερο αἰώνα(17) καί
ἄλλοι στόν τρίτο(18)

Πάντως κατά τήν ἔναρξη τοῦ ἑορτασμοῦ ἡ ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ σέ
πολλές ᾿Εκκλησίες ἦταν στενά συνδεδεμένη μέ τήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων καί
ἑορτάζονταν στήν ᾿Ανατολή ἀπό κοινοῦ, τήν 6η ᾿Ιανουαρίου, μέ τό ὄνομα Θεοφάνεια
ἤ ᾿Επιφάνεια(19).
Τά ὀνόματα αὐτά, ὅπως φαίνεται καί ἀπό τήν ἱστορία τῶν ἑορτῶν(20),
δείχνουν ὅτι ἀρχικά ἡ ἑορτή ἦταν ἀφιερωμένη στήν ἀνάμνηση τῆς ἐπί γῆς
φανερώσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ γενικῶς, καί εἰδικότερα σέ ὁρισμένα γεγονότα
τῆς ζωῆς του στά ὁποῖα κατ’ ἐξοχήν φανερωνόταν ἡ θεότητά του: ἡ Γέννηση, ἡ
προσκύνηση τῶν μάγων, ἡ Βάπτιση στόν ᾿Ιορδάνη μέ τήν φανέρωση τῆς ἁγίας
Τριάδος, τό ἐν Κανᾷ θαῦμα τῆς μεταβολῆς τοῦ ὕδατος σέ οἶνο, ὁ χορτασμός τῶν
πεντακισχιλίων ἀνθρώπων μέ πέντε ἄρτους κ. ἄ., ὅπου φανερώνεται ἡ θεία δύναμη
τοῦ Κυρίου(21).
῾Η ἑορτή λοιπόν τῶν Θεοφανείων ὑπῆρξε στήν ἀρχή συγκεντρωτική ἑορτή, κατά τήν
ὁποία ἑορτάζονταν πολλά γεγονότα καί γι᾿ αὐτό ἡ ὀνομασία της Θεοφάνεια
᾿Επιφάνεια εἶναι στόν πληθυντικό ἀριθμό(22).

῾Η ἑορτή τῶν Θεοφανείων ἄρχισε νά ἑορτάζεται κατά τήν τρίτη ἑκατονταετία στήν
᾿Ανατολή καί ἰδιαίτερα στήν Αἴγυπτο. Τήν πρώτη μαρτυρία γιά τήν ἑορτή βρίσκουμε
στό ἔργο Στρωματεῖς τοῦ Κλήμεντα ᾿Αλεξανδρέα († περί 250), ὁ ὁποῖος ἀναφέρει
ὅτι οἱ ὀπαδοί τοῦ γνωστικοῦ Βασιλείδη ἑόρταζαν στήν ᾿Αλεξάνδρεια τή Βάπτιση τοῦ
Κυρίου(23).
Φαίνεται ὅτι οἱ γνωστικοί ἄρχισαν νά ἑορτάζουν τή Βάπτιση τοῦ Κυρίου
ἀποδίδοντας σ᾿ αὐτή τή μεγαλύτερη σημασία ἀπ’ ὅλα τά γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ
Χριστοῦ, διότι σύμφωνα μέ τήν αἱρετική διδασκαλία τους ὁ Χριστός μέχρι τή
Βάπτισή του ἦταν συνήθης ἄνθρωπος, ὑποκείμενος στήν ἁμαρτία, καί ἔγινε Υἱός τοῦ
Θεοῦ κατά τήν ὥρα τῆς Βαπτίσεως καί τῆς καθόδου τοῦ ἁγίου Πνεύματος κατ᾿ αὐτήν.
Μποροῦμε ἀσφαλῶς νά ἰσχυρισθοῦμε ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι ἀντιδρώντας πρός τούς
γνωστικούς ἄρχισαν νά ἑορτάζουν στήν ᾿Ανατολή τήν ἑορτή τῆς Βαπτίσεως
ἀποδίδοντάς σ᾿ αὐτήν τήν ὀρθή σημασία· δηλαδή ὅτι ὁ Χριστός καί πρίν τή Βάπτιση
ἦταν Θεός, μόνο πού κατά τή Βάπτιση φανερώθηκε ἡ θεότητά του καί ἀκριβῶς γι’
αὐτό ἡ ἑορτή ἔλαβε τό ὄνομα ᾿Επιφάνεια ἤ Θεοφάνεια. ᾿Ενδιαφέρον εἶναι ὅτι ὁ
᾿Ωριγένης στά μέσα τοῦ τρίτου αἰώνα, ἀπαριθμώντας τίς χριστιανικές ἑορτές στό
ἔργο του Κατά Κέλσου, δέν ἀναφέρει τήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων(24).
Στό κείμενο Testamentum Domini nostri Jesu Christi (Διαθήκη τοῦ Κυρίου ἡμῶν
᾿Ιησοῦ Χριστοῦ) (I, 2628) ἀναφέρεται παράλληλα μέ τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα καί ἡ
ἡμέρα τῶν Θεοφανείων. ᾿Επίσης ὁμιλία πού ἀποδόθηκε στόν Γρηγόριο Νεοκαισαρείας
τόν θαυματουργό (†270), εἶναι ἀφιερωμένη στήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων(25) καί
λίγες δεκαετίες ἀργότερα ὁ ἅγιος Φίλιππος ἐπίσκοπος ῾Ηρακλείας (†304) μᾶς
πληροφορεῖ ὅτι ἡ ἑορτή ἑορταζόταν στή Θράκη(26).
Σέ νεότερη ἐποχή στήν πάλαι ποτέ ᾿Αρσινόη (σήμερα Faijûm) τῆς Αἰγύπτου βρέθηκε
πάπυρος τῶν ἀρχῶν τοῦ Δ΄ αἰ., στόν ὁποῖο μεταξύ ἄλλων ἀναφέρονται ἡ Γέννηση τοῦ
Χριστοῦ στή Βηθλεέμ, ὁ ἀστήρ, καί οἱ ποιμένες· περιέχει δέ καί ἀντίφωνο πού
ψαλλόταν κατά τήν ἑορτή τῶν ᾿Επιφανείων (6 ᾿Ιαν.) καί ὅπως φαίνεται, ἀποτελοῦσε
εἰσαγωγή στήν ἑορτή(27).
῾Ο ἅγιος ᾿Εφραίμ ὁ Σῦρος (†373) ἀναφέρεται ἀπό κοινοῦ στή Γέννηση, τή Βάπτιση
καί τό ἐν Κανᾷ θαῦμα(28).
Τό γνωστό ὁδοιπορικό τῆς Αἰθερίας (Peregrinatio Aetheriae ad loca sancta) τοῦ
τέλους τοῦ Δ΄ αἰ. μᾶς πληροφορεῖ γιά τήν ἑορτή τῶν ᾿Επιφανείων (6 ᾿Ιαν.) στά
῾Ιεροσόλυμα, ὁπότε ἑορταζόταν καί ἡ Γέννηση τοῦ Κυρίου.(29) ᾿Από
τίς παραπάνω μαρτυρίες βλέπουμε ὅτι ὁ ἑορτασμός τῶν ᾿Επιφανείων Θεοφανείων
ἀρχίζει κατά τόν Γ΄ αἰ. στήν ᾿Ανατολή καί συνεχίζει νά ἑορτάζεται ὡς κοινή
ἑορτή μέχρι τά τέλη περίπου τοῦ Δ΄ αἰώνα.

Κατά τόν Δ΄ αἰ. ἡ Δύση δέχθηκε τήν ἑορτή τῶν ᾿Επιφανείων (6 ᾿Ιαν.) ἀπό τήν
᾿Ανατολή καί, ὅπως θά δοῦμε στή συνέχεια, ἡ ἀνατολή λίγο ἀργότερα παρέλαβε ἀπό
τή Δύση τήν ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ (25 Δεκ.). ῾Ο ρωμαῖος ἱστοριογράφος
Ammianus Marcellinus (᾿Αμιανός Μαρκελλίνος) μᾶς πληροφορεῖ ὅτι τό 361 ἡ ἑορτή
τῶν ᾿Επιφανείων ἑορταζόταν ἤδη στή Γαλατία καί ὅτι παρευρέθηκε καί ὁ ᾿Ιουλιανός
ὁ ἀποστάτης, προφανῶς γιά νά καλύψει τήν ἀπομάκρυνσή του ἀπό τή χριστιανική
πίστη(30).
Στήν ῾Ισπανία ἡ σύνοδος τῆς Σαραγόσας (380) μέ τόν τρίτο κανόνα της ἐπιτάσσει
νά ἑορτάζονται τά ᾿Επιφάνεια ὡς μία ἀπό τίς πιό ἐπίσημες ἑορτές τοῦ ἔτους(31).
῎Ετσι περί τά τέλη τοῦ Δ΄ καί ἀρχές τοῦ Ε΄ αἰ. ἡ ἑορτή εἶχε ἐπικρατήσει στή
Δύση καί ἑορταζόταν παντοῦ πλήν τῶν δονατιστῶν, οἱ ὁποῖοι τήν ἀρνοῦνταν ὡς
νεωτερισμό.

Βλέπουμε λοιπόν ὅτι ἡ ἑορτή τῆς Βαπτίσεως καί τῆς Γεννήσεως τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ
μέχρι τά μέσα περίπου τοῦ Δ΄ αἰ. ἑορτάζονταν ὡς κοινή ἑορτή στίς 6 ᾿Ιανουαρίου.
Τό στενό σύνδεσμο τοῦ ἑορτασμοῦ τῶν δύο μεγάλων αὐτῶν ἑορτῶν διαπιστώνουμε καί
σήμερα ἀπό τίς ἀκολουθίες τους. Στήν ἀκολουθία τῶν Χριστουγέννων συναντοῦμε
στοιχεῖα πού ἁρμόζουν στά Θεοφάνεια καί στήν ἀκολουθία τῶν Θεοφανείων στοιχεῖα
πού ἁρμόζουν στά Χριστούγεννα.

᾿Από τά μέσα τοῦ Δ΄ αἰώνα ἔχουμε μαρτυρίες ὅτι ὁ κοινός ἑορτασμός τῶν δύο
μεγάλων γεγονότων τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου, τῆς Γεννήσεως καί τῆς Βαπτίσεως, ἄρχισε
νά ἑορτάζεται σέ μερικές ἐπαρχίες ξεχωριστά. Σέ χρονικό τοῦ ἔτους 354, γνωστό
ὡς χρονικό τοῦ Furius Dionysius Filocalus, καί συγκεκριμένα στό τμῆμα Depositio
martyrum τήν VII kalende (τήν 7η πρό τῶν Καλανδῶν δηλαδή τήν 25η Δεκεμβρίου)
ἀναφέρει ὡς «ἡμέρα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ στή Βηθλεέμ» (VII Kal. Ian. Natus
Christus in Bethleem Judae). Πρόκειται ἀσφαλῶς γιά τήν ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ
Κυρίου πού ἑορτάσθηκε ἀπό τόν πάπα Λιβέριο στή Ρώμη στίς 25 Δεκεμβρίου τοῦ 354,
ἐνῶ σέ ἄλλες τοπικές ᾿Εκκλησίες ἑορταζόταν ἀκόμη στίς 6 ᾿Ιανουαρίου(32).

῾Ο διαχωρισμός τῆς ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου ἀπό τῆς Βαπτίσεως τῆς 6ης
᾿Ιανουαρίου ἀποδίδεται συνήθως σέ δύο λόγους: ῾Ο πρῶτος θεωρεῖ ὅτι μετά τόν
τερματισμό τῶν διωγμῶν καί τῶν μαρτυρικῶν θανάτων τῶν χριστιανῶν ἄρχισαν νά
ὑποχωροῦν οἱ ἐνθουσιαστικές ἐσχατολογικές τάσεις καί νά ἐκτιμᾶται ὅλο καί
περισσότερο ἡ ἀνθρώπινη ζωή καί ὡς ἐκ τούτου ἡ ἡμέρα τῆς γεννήσεως ἄρχισε νά
γίνεται πιό σεβαστή, μέ συνέπεια νά καθιερωθεῖ καί ὁ ἑορτασμός τῶν
Χριστουγέννων. ῾Ο δεύτερος λόγος ἀναφέρεται στήν ἀνάγκη τῆς χριστιανικῆς
᾿Εκκλησίας νά καθιερώσει κάποια ἑορτή παράλληλη πρός τίς εἰδωλολατρικές ἑορτές
πού ἑορτάζονταν στίς 25 Δεκεμβρίου καί τίς προηγούμενες ἀπ’ αὐτήν ἡμέρες. Στή
Ρώμη ἀπό τή 17η ἕως τήν 23η Δεκεμβρίου ἄρχιζαν οἱ ἑορτές Saturnalia,
ἀφιερωμένες στό θεό Saturna (Κρόνο), πού περιλάμβαναν θεατρικές παραστάσεις καί
κορυφώνονταν τήν 24η καί 25η Δεκεμβρίου, ἡμέρα ἀφιερωμένη στό θεό Μίθρα, δηλαδή
τόν «ἀήττητο ἥλιο» (Sol invinctus), καθώς ἐπίσης καί οἱ ἑορτές Brumalia,
ἑορτασμός τῆς μικρότερης ἡμέρας τοῦ ἔτους (bruma) (33).
῾Ο θεός ῞Ηλιος ἑορταζόταν στή Ρώμη ὡς κρατικός καί αὐτοκρατορικός θεός καί
ἰδιαίτερα κατά τή βασιλεία τοῦ αὐτοκράτορα ᾿Ιουλιανοῦ (361363), μέ τήν ἐπέκταση
δέ τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας στή ᾿Ανατολή καθιερώθηκε ἡ συγκεκριμένη ἑορτή σέ
χῶρες ὅπου ἀργότερα ἀναπτύχθηκε ἡ χριστιανική ᾿Εκκλησία, ὅπως ἡ Αἴγυπτος καί ἡ
Συρία. ῾Η ἑορτή τοῦ ῾Ηλίου σημειώνεται καί στό χρονικό Filocalus πού
προαναφέραμε, ὡς γεννέθλιος ἡμέρα τοῦ «ἀήττητου θεοῦ ἡλίου» (Natalis solis
invincti), πού ἑορταζόταν τήν 25η Δεκεμβρίου. ῾Η συγκεκριμένη ἡμερομηνία τῆς
ἑορτῆς τοῦ ῾Ηλίου ἦταν ἀσφαλῶς συνδεδεμένη μέ τή θεωρία τῆς φυσικῆς ἐπιστήμης
ὅτι στό χειμερινό ἡλιοστάσιο (22 Δεκεμβρίου) σημειώνεται ἡ ἐτήσια μικρότερη
διάρρκεια τῆς ἡμέρας καί ἀντιστοίχως ἡ μεγαλύτερη διάρκεια τῆς νύχτας. Μετά τήν
παρέλευση δύο ἡμερῶν, μέ τήν ἴδια πρακτικῶς ἀναλογία ἡμέραςνύχτας, ἡ ἡμέρα
ἀρχίζει νά μεγαλώνει ἀπό τίς 25 Δεκεμβρίου μέχρι καί τήν ἀντιδιαμετρική
περίπτωση, τό θερινό ἡλιοστάσιο (21 ᾿Ιουνίου). Θεωρήθηκε δηλαδή ὅτι κατά τό
χειμερινό ἡλιοστάσιο ὁ ῞Ηλιος ἀρχίζοντας τή νικηφόρο πορεία του ξαναγεννιέται
καί γι’ αὐτό καθιερώθηκε ὡς γενέθλιος ἡμέρα του(34).

Τό φυσικό αὐτό φαινόμενο θεωρήθηκε ἀπό τούς χριστιανούς ὡς κατάλληλο σύμβολο
τῆς ἐμφάνισης τοῦ ῾Ηλίου τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ Χριστοῦ, πού διέλυσε τή μακρά
νύχτα τῆς ἁμαρτίας(35).
῎Ετσι ὁ Μ. Κωνσταντῖνος (274323), σέ ἀντίθεση μέ τούς προκατόχους του, ὅταν
καθιέρωσε τό χριστιανισμό, ἄρχισε νά ἀποδίδει τιμή ὄχι πλέον στόν εἰδωλολατρικό
θεό ῞Ηλιο, ἀλλά στόν δημιουργό τοῦ σύμπαντος Θεό Λόγο, τόν Χριστό, τόν «ἥλιο
τῆς δικαιοσύνης», κατά τούς λόγους τοῦ προφήτη Μαλαχία: «καί ἀνατελεῖ ὑμῖν τοῖς
φοβουμένοις τό ὄνομά μου ἥλιος τῆς δικαιοσύνης» (4,2)(36).
Οἱ χριστιανοί λοιπόν ἄρχισαν νά ἑορτάζουν κατά τήν ἡμέρα πού ἦταν ἀφιερωμένη
ἀπό τούς εἰδωλολάτρες στόν ἀήττητο θεό ῞Ηλιο (Natalis Solis invincti), τή
Γέννηση τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ὀνομαζόταν ὄχι μόνο «ἥλιος τῆς
δικαιοσύνης» ἀλλά καί «φῶς», τόσο ἀπό τούς προφῆτες («ὁ λαός ὁ πορευόμενος ἐν
σκότι, ἴδετε φῶς μέγα· οἱ κατοικοῦντες ἐν χῶρᾳ καί σκιᾷ θανάτου, φῶς λάμψει ἐφ᾿
ὑμᾶς» (῾Ησ. 9,2. Πρβλ. αὐτόθι 42,6· 49,6· 27,5· 46,13)), ὅσο καί ἀπό τούς
εὐαγγελιστές: «φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν» (Λουκ. 2,32)· φῶς «ἐξ ὕψους, ἐπιφᾶναι
τοῖς ἐν σκότει καί σκιᾷ θανάτου καθημένοις, τοῦ κατευθῦναι τούς πόδας ἡμῶν εἰς
ὁδόν εἰρήνης» (Λουκ. 1,7879)· «τό φῶς τοῦ κόσμου» (᾿Ιω. 8,12). ῾Ο παραλληλισμός
τοῦ Χριστοῦ ὡς ἡλίου καί φωτός τοῦ κόσμου πού ἐπικρατεῖ ἐπί τοῦ σκότους σέ
ἀντιπαράθεση μέ τόν εἰδωλολατρικό ῞Ηλιο, βλέπουμε νά ἀναπτύσεται ἀπό πολύ νωρίς
στή χριστιανική γραμματεία καί νά κυριαρχεῖ στήν ὑμνολογία εὐθύς ἀμέσως μετά
τήν ἐπικράτηση τῆς ἑορτῆς. ῎Ετσι ὁ Κλήμης ᾿Αλεξανδρέας († περί 250) ὀνομάζει
τόν Χριστό «τῆς ἀναστάσεως ἥλιο»(37),
ὁ Κυπριανός Καρθαγένης (+258) «sol verus»(38) (ἀληθινό
ἥλιο), ὁ ᾿Αμβρόσιος Μεδιολάνων (373/4397) «νέον ἥλιο»(39),
ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος «τό ἀληθινόν φῶς τό φωτίζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς
τόν κόσμον»(40) καί
ὁ ᾿Ιωάννης ὁ Δαμασκηνός «φῶς νοητόν καί ἥλιος δικαιοσύνης καί ἀνατολή ἐν ταῖς
γραφαῖς ὠνόμασται ὁ Χριστός»(41).
Στή δέ ἐκκλησιαστική ὑμνολογία καί ἰδιαίτερα στήν ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς τῶν
Χριστουγέννων ψάλλουμε: «…ἐξανέτειλε γάρ φῶς τοῖς ἐσκοτισμένοις…»(42),
«᾿Ανέτειλες Χριστέ ἐκ Παρθένου, νοητέ ῞Ηλιε τῆς δικαιοσύνης…»(43),
«…σέ προσκυνεῖν τόν ῞Ηλιον τῆς δικαιοσύνης…»(44)

῾Η χριστιανική ἀντίληψη γιά τό πρόσωπο τοῦ ἐναθρωπήσαντος Χριστοῦ, ὅπως
προκύπτει ἀπό τά πρῶτα χριστιανικά κείμενα καί τήν ὑμνολογία, μᾶς ὁδηγεῖ στό
συμπέρασμα ὅτι ἡ καθιέρωση τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου στίς 25
Δεκεμβρίου δέν ἔγεινε ἀποκλειστικά γιά λόγους ἀνταγωνιστικούς στήν
εἰδωλολατρική ἑορτή τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἀλλά ὅτι προῆλθε ἁπλῶς ἀπό τή σημασία
πού ἤδη οἱ χριστιανοί ἀπέδιδαν στήν ἑορτή, ἡ δέ ἀντιπαράθεση πρός τήν
εἰδωλολατρική ἑορτή ὑπῆρξε μόνον ἀφορμή. ῾Ο σκοπός τῆς ᾿Εκκλησίας δηλαδή δέν
ἦταν νά ἀντιπαρατάξει μιά χριστιανική ἑορτή σέ μιά ἐπικρατούσα εἰδωλολατρική,
ἀλλά νά ἀποσαφηνίσει τό μήνυμα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ στούς πιστούς
χριστιανούς καί νά δώσει συγχρόνως ἀπάντηση στίς πνευματικές ἀναζητήσεις τῶν
ἐθνικῶν(45).
᾿Επί τοῦ προκειμένου εἶναι πολύ χαρακτηριαστικά τά ὅσα λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος
Νύσσης συνδέοντας τήν ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, «τοῦ ἀληθινοῦ φωτός», μέ
τό χειμερινό ἡλιοστάσιο: «῞Οταν πλεονάζειν ἄρχηται τό ἡμερήσιον μέτρον κατά τήν
χειμέριον ὥραν, τοῦ ἡλίου πρός τόν ἄνω δρόμον ἀναποδίζοντος, τήν τοῦ ἀληθινοῦ
φωτός θεοφάνειαν, τοῦ διά σαρκός ἐπιλάμψαντος τῇ ἀνθρωπίνῃ ζωῇ ἑορτάζομεν»(46).

᾿Αλλά ἐνῶ στή Ρώμη τό 354 ἑορταζόταν ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων στίς 25
Δεκεμβρίου, στήν ᾿Ανατολή συνέχιζε νά ἑορτάζεται στίς 6 ᾿Ιανουαρίου μαζί μέ τά
᾿Επιφάνεια καί μόλις μερικές δεκαετίες ἀργότερα ἄρχισε νά ἑορτάζεται στίς 25
Δεκεμβρίου, στήν ἀρχή σέ κάποιες τοπικές ᾿Εκκλησίες τῆς ᾿Ανατολῆς. ῎Ετσι
βλέπουμε ὅτι ἡ ᾿Ανατολή ἔλαβε ἀπό τή Δύση τόν ἑορτασμό τῆς συγκεκριμένης
ἑορτῆς, ἐνῶ, ὅπως γνωρίζουμε, συνήθως ἡ Δύση λάμβανε ἀπό τήν Ανατολή τίς
χριστιανικές ἑορτές καί τίς ἡμερομηνίες πανηγυρισμοῦ τους(47)

Στήν Καππαδοκία φαίνεται ὅτι ὁ ἑορτασμός τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου στίς 25
Δεκεμβρίου ἄρχισε λίγο πρίν τό 380. Συγκεκριμένα ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τό 382
στό Λόγο του ’Επιτάφιος εἰς τόν μέγαν Βασίλειον περιγράφει τή Λειτουργία «τῶν
᾿Επιφανείων» κατά τήν ὁποία ἱερουργοῦσε ὁ Μ. Βασίλειος καί παρευρέθηκε καί ὁ
αὐτοκράτορας Οὐάλης (328378), ὁ ὁποῖος θαύμασε «τοῦ τε λαοῦ τό πέλαγος… καί
πᾶσαν τήν εὐκοσμίαν, ὅση τε περί τό βῆμα, καί ὅση πλησίον, ἀγγελικήν μᾶλλον ἤ
ἀνθρωπίνην»(48).
Bεβαίως στήν ὁμιλία αὐτή ὁ Γρηγόριος ἀναφέρει ἁπλῶς «ἦν δέ ἡμέρα τῶν
᾿Επιφανείων»(49),
πού θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ ὡς ἡ κοινή ἑορτή τῆς 6ης ᾿Ιανουαρίου· ἄν λάβουμε
ὅμως ὑπόψη τήν ὁμιλία 38 τοῦ Γρηγορίου, τήν ὁποίαν ἐπιγράφει Εἰς τά Θεοφάνεια,
εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος(50),
βλέπουμε ὅτι στό ἐσωτερικό της ἐπιβεβαιώνει τόν τίτλο λέγοντας «τά δέ νῦν
Θεοφάνεια, ἡ πανήγυρις, εἴτουν Γενέθλια»,(51) συνεπῶς
εἶναι προφανές ὅτι λέγοντας «᾿Επιφάνεια» ἐννοεῖ τήν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων. ῾Ο
ρῶσσος ἱστορικός Μ. Skaballanovič(52) θεωρεῖ
ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος εἰσήγαγε στήν Καισσάρεια τόν ἑορτασμό τῶν Χριστουγέννων
στίς 25 Δεκεμβρίου, βασιζόμενος σέ ὁμιλία του πού ἐπιγράφεται Εἰς τήν ἁγίαν τοῦ
Χριστοῦ Γέννησιν(53),
ἡ ὁποία ὅμως θεωρεῖται ἀμφιβαλλόμενη(54).
Πρέπει ὅμως νά παρατηρήσουμε ὅτι ἡ ὁμιλία αὐτή, πού ἀναφέρεται πράγματι στό
γεγονός τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, θά μποροῦσε νά ἔχει ἐκφωνηθεῖ καί κατά τήν
παραδοσιακή ἡμέρα τῆς ἑορτῆς, τήν 6η ᾿Ιανουαρίου.

῾Ο Γρηγόριος Νύσσης στόν πρόλογο τοῦ ᾿Επιταφίου Λόγου εἰς τόν ἴδιον ἀδελφόν τόν
Μέγαν Βασίλειον πού ἐκφώνησε τήν 1η ᾿Ιανουαρίου τοῦ 381(55),
ἀναφέρει τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων ὡς ἑορτή ξεχωριστή. Συγκεκριμένα ὁμιλεῖ
γιά τόν κύκλο τῶν ἑορτῶν λέγοντας ὅτι «Καλόν ἐπέθηκεν ὁ Θεός τήν τάξιν ταῖς
ἐτησίοις ταύταις ἡμῶν ἑορταῖς, ἅς διά τινος τεταγμένης ἀκολουθίας κατά τάς
ἡμέρας ταύτας ἤδη τε ἠγάγομεν καί πάλιν ἄγομεν. ῾Η δέ τάξις ἡμῖν ἐστι τῶν πνευματικῶν
πανηγύρεων…» καί τονίζει τήν ξεχωριστή θέση τῆς ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ
Κυρίου: «῾Η γάρ ἐπί τῇ θεοφανείᾳ τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ χάρις, ἡ διά τῆς ἐκ
Παρθένου γεννήσεως ἀναδειχθεῖσα τῷ κόσμῳ, οὐχ ἁπλῶς ἐστιν ἁγία πανήγυρις, ἀλλά
ἁγία ἁγίων, καί πανήγυρις πανηγύρεων. Οὐκοῦν τάς μετ᾿ αὐτήν ἀριθμήσωμεν…».
῎Ετσι ἀπαριθμεῖ τίς ἑορτές πού ἀκολουθοῦν τά Χριστούγεννα ἀρχίζοντας κατά τάξη
ἀπό τούς ἀποστόλους, τούς προφῆτες κ.λπ., καί θέτοντας πρῶτον τόν πρωτομάρτυρα
Στέφανο καί τελειώνοντας μέ τόν Βασίλειο: «εἶτα μετά τούτους φυλάξας τήν ἑαυτοῦ
τάξιν, ἐξάρχει τῆς παρούσης ἡμῖν πανηγύρεως ὁ ποιμήν καί διδάσκαλος (=ὁ
Βασίλειος)»(56).
Μέ δεδομένα α) ὅτι ὁ Λόγος ἐκφωνήθηκε τήν 1η ᾿Ιανουαρίου, ἡ ὁποία καί
καθιερώθηκε ὡς ἑορτή τοῦ Μ. Βασιλείου, ἄλλωστε τό λέγει ὁ ἅγιος Νύσσης «ἐξάρχει
(ὁ Βασίλειος) τῆς παρούσης ἡμῖν πανηγύρεως», καί β) ὅτι ὁ ἅγιος Στέφανος
ἑορταζόταν τήν ἑπομένη τῶν Χριστουγέννων (26 Δεκ.), πού τό ἀναφέρει ἐπίσης καί
σέ ἄλλη ὁμιλία του λέγοντας «χθές ἡμᾶς ὁ τοῦ παντός Δεσπότης εἱστίασε, σήμερον,
ὁ μιμητής τοῦ Δεσπότου (=ὁ Στέφανος)»(57),
εἶναι βέβαιο ὅτι ὁ ἑορτασμός τῶν Χριστουγέννων ἤδη τό 380 ἐτελεῖτο στήν
Καππαδοκία τήν 25η Δεκεμβρίου. ᾿Αλλά καί σέ μιά ἄλλη ὁμιλία του πρός τιμήν τοῦ
πρωτομάρτυρος Στεφάνου ὁ Γρηγόριος Νύσσης τοποθετεῖ μετά τήν ἑορτή τῶν
Χριστουγέννων τίς ἑορτές τῶν ἁγίων μιμητῶν τοῦ Χριστοῦ: «᾿Επεδήμησε Χριστός τῷ
κόσμῳ εἰς σωτηρίαν, καί μετ’ αὐτόν ἐβλάστησαν οἱ καρποί τῆς ᾿Εκκλησίας.
῎Ελαμψεν ὁ μάρτυς τῆς ἀληθείας, καί συνέλαμψαν οἱ μάρτυρες τῆς μεγάλης
οἰκονομίας. ᾿Ηκολούθησαν οἱ μαθηταί τῷ Διδασκάλῳ, τοῖς Κυριακοῖς ἴχνεσιν
ὁδεύοντες· μετά Χριστόν οἱ Χριστοφόροι· μετά τόν ἥλιον τῆς δικαιοσύνης οἱ
φωστῆρες τῆς οἰκουμένης»(58).
῾Η διαδοχή τῶν λειτουργικῶν ἑορτῶν πού ἀναφέρει τό κείμενο αὐτό («πρῶτος μέν
ἡμῖν ὁ Στέφανος… καί κορυφαῖοι ὁ Πέτρος, καί ὁ ᾿Ιάκωβος, καί ὁ ᾿Ιωάννης, οἱ
σήμερον ταῖς ὑπέρ Χριστοῦ μαρτυρίαις σεμνυνόμενοι…»(59)),
πού καί μέχρι σήμερα ἰσχύει, μᾶς παραπέμπει ἀσφαλῶς στό ξεχωριστό ἑορτασμό τῶν
Χριστουγέννων πού ἐτελεῖτο τότε στήν Καππαδοκία.

᾿Επίσης σέ ἄλλη ὁμιλία τοῦ Νύσσης, πού πιθανῶς ἐκφωνήθηκε τήν ἡμέρα τῶν
Θεοφανείων (6 ᾿Ιαν. τοῦ 383) καί ἐπιγράφεται Εἰς τήν ἡμέραν τῶν Φώτων(60),
ὁ ἱερός πατήρ ἀναφέρεται σαφέστατα στήν προηγηθείσα ἑορτή τῶν Χριστουγέννων,
πού ἀσφαλῶς εἶχε ἑορτασθεῖ στίς 25 Δεκεμβρίου: «᾿Εγεννήθη τοίνυν Χριστός, ὡς
πρό ὀλίγων ἡμερῶν, ὁ πρό πάσης οὐσίας αἰσθητῆς τε καί νοητῆς γεννηθείς.
Βαπτίζεται σήμερον παρά ᾿Ιωάννου, ἵνα τόν ἐῤῥυπομένον ἀποκαθάρῃ»(61).
῾Ο ξεχωριστός ἑορτασμός τῶν ἑορτῶν Γεννήσεως καί Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου
ὑποδηλώνεται μέ τόν πιό σαφῆ τρόπο καί ἀπό τόν ἐκ Καππαδοκίας ᾿Αστέριο
᾿Αμασείας: «Γενέθλιον ἑορτάζομεν… Φῶτα πανήγυριν ἄγομεν… χαίροντες
ἐκπομπεύομεν τῇ ἡμέρᾳ τῆς ᾿Αναστάσεως»(62).

῾Ο ἑορτασμός τῶν Χριστουγέννων ὡς ξεχωριστή ἑορτή ἀπό τά Θεοφάνεια καί ὁ
πανηγυρισμός της στίς 25 Δεκεμβρίου εἰσάγεται στήν ᾿Εκκλησία τῆς
Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο. Μετά τόν θάνατο τοῦ
Οὐάλεντος καί τήν ἄνοδο στόν αὐτοκρατορικό θρόνο τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου ἐκλέχθηκε
τό 379 ὁ Γρηγόριος στόν ἀρχιεπισκοπικό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, γιά νά
ἀποκαταστήσει τήν ὀρθοδοξία πού εἶχε πληγεῖ ἀπό τόν ἀρειανισμό. ῾Ο Γρηγόριος
ἀπό τό ναό τῆς ῾Αγίας ᾿Αναστασίας, τόν μόνο πού βρισκόταν στά χέρια τῶν
ὀρθοδόξων, ἄρχισε τήν κηρυγματική καί ἐν γένει ποιμαντική του δραστηριότητα.
᾿Εκεῖ ἑόρτασε γιά πρώτη φορά στίς 25 Δεκεμβρίου τοῦ 379 τήν ἑορτή τῆς Γεννήσεως
τοῦ Χριστοῦ καί ἐξεφώνησε τρεῖς ὁμιλίες· τήν ῾Ομιλία εἰς τά Θεοφάνεια, εἴτουν
Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος(63),
τήν ῾Ομιλία εἰς τά ἅγια Φῶτα(64) καί
τήν ῾Ομιλία εἰς τό ἅγιον Βάπτισμα(65).
῾Η πρώτη ἀφορᾶ τήν πανήγυρη τῆς Γεννήσεως στίς 25 Δεκεμβρίου, γιατί ἀφοῦ
ἀναγγέλλει τή Γέννηση τοῦ Κυρίου μέ τό χαρμόσυνο ὕμνο «Χριστός γεννᾶται,
δοξάσατε· Χριστός ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε· Χριστός ἐπί γῆς, ὑψώθητε»(66),
προανάγγέλει στή συνέχεια τήν προσεχῆ ἑορτή τῆς Βαπτίσεως: «Μικρόν μέν οὖν
ὕστερον ὄψει καί καθαιρόμενον ᾿Ιησοῦν ἐν τῷ ᾿Ιορδάνι τήν ἐμήν κάθαρσιν… Νυνί
δέ… καί τήν γέννησιν σεβάσθητι…»(67).
῾Η δεύτερη, ἡ ῾Ομιλία εἰς τά ἅγια Φῶτα, πού ἐκφωνήθηκε στίς 6 ᾿Ιανουαρίου τοῦ
381, ὑπενθυμίζει τήν προηγούμενη ἑορτή τῶν Χριστουγέννων: «Τῇ μέν οὖν γεννήσει
τά εἰκότα προεορτάσαμεν»(68) καί
ἀναφέρεται στό μυστήριο τῆς Βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ, πού παρέμεινε νά
πανηγυρίζεται στίς 6 ᾿Ιανουαρίου: «Νυνί δέ πρᾶξις ἄλλη καί ἄλλο μυστήριον…
Χριστός φωτίζεται… Χριστός βαπτίζεται»(69).
Καί τέλος ἡ Τρίτη, ἡ ῾Ομιλία εἰς τό ἅγιον Βάπτισμα, πού ἐκφωνήθηκε τήν ἑπόμενη
ἡμέρα, ὑπενθυμίζει μέ τόν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο τήν προηγούμενη ἑορτή τῶν Φώτων
«χθές τῇ λαμπρᾷ τῶν Φώτων ἡμέρᾳ πανηγυρίσαντες…»(70) καί
συνεχίζει νά κάνει λόγο γιά τό βάπτισμα: «σήμερον περί τοῦ βαπτίσματος βραχέα
διαλεξόμεθα… εἰ καί χθές ἡμᾶς ὁ λόγος παρέδραμε, τῆς ὥρας κατεπειγούσης καί
ἅμα τοῦ λόγου τόν κόρον φεύγοντος»(71).
᾿Αξιοσημείωτο εἶναι ὅτι στίς ὁμιλίες αὐτές ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος
ἀναγνωρίζει τόν ἑαυτό του ὡς εἰσηγητή τοῦ ξεχωριστοῦ ἑορτασμοῦ τῶν
Χριστουγέννων στήν Κωνσταντινούπολη: «ἐγώ τε ὁ τῆς ἑορτῆς ἔξαρχος»(72).

Μετά τήν ἀποχώρηση τοῦ Γρηγορίου ἀπό τό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τό 381
φαίνεται ὅτι ἡ ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου ἔπαυσε νά πανηγυρίζεται στίς 25
Δεκεμβρίου, ἄν λάβουμε σοβαρά ὑπ᾿ ὄψη μιά μεταγενέστερη εἴδηση, τοῦ ἐπισκόπου
Νικαίας ᾿Ιωάννη (ΙΒ΄ αἰ.), σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ ἑορτή εἰσήχθη στήν
Κωνσταντινούπολη ἀπό τόν βασιλέα ῾Ονώριο (395428), ὅταν ἐπισκέφθηκε στήν
Κωνσταντινούπολη τόν ἀδελφό του ᾿Αρκάδιο (395408) καί τόν ἔπεισε νά ἑορτάζονται
τά Χριστούγεννα κατά τό παράδειγμα τῆς Ρώμης. Τό γεγονός αὐτό θά πρέπει νά
συνέβη τό 395(73).

Στήν ᾿Αντιόχεια ὁ ἑορτασμός τῶν Χριστουγέννων στίς 25 Δεκεμβρίου εἰσάγεται ἀπό
τόν ᾿Ιωάννη τόν Χρυσόστομο. Οἱ πληροφορίες πού λαμβάνουμε ἀπό τίς ὁμιλίες του
σχετικά μέ τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων, εἶναι περισσότερο ἀκριβεῖς ἀπ᾿ ὅ,τι τῶν
ἄλλων πατέρων. Συγκεκριμένα σέ ὁμιλία του Εἰς τήν γενέθλιον ἡμέραν τοῦ Σωτῆρος,
πού ἐκφωνήθηκε στίς 25 Δεκεμβρίου τοῦ 386(74),
θεωρεῖ ὅτι ἡ 25η Δεκεμβρίου εἶναι ὄντως ἡ γενέθλιος ἡμέρα τοῦ Κυρίου καί
ἀναφέρει ὅτι ἡ ἑορτή ἔγινε γνωστή στήν ᾿Αντιόχεια κατά τήν τελευταία δεκαετία
(376386), πληροφορία πολύ ἐνδιαφέρουσα γιά τήν ἱστορία τῆς ἑορτῆς στήν
᾿Ανατολή: «Καίτοι γε οὔπω δέκατόν ἐστιν ἔτος, ἐξ οὗ δήλη καί γνώριμος ἡμῖν αὕτη
ἡ ἡμέρα γεγένηται»(75)

Στήν Αἴγυπτο στίς ἀρχές τοῦ Ε΄ αἰώνα, ὁ ᾿Ιωάννης Κασσιανός σέ ἔργο του σχετικό
μέ τό μοναχισμό τῆς Αἰγύπτου ἀναφέρει ὅτι ἡ ἑορτή τῶν ᾿Επιφανείων θεωρεῖτο καί
ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου· ὀνομάζει δέ τή συνήθεια αὐτή «antiqua traditio»
(παλαιά παράδοση)(76).
῾Η παράδοση αὐτή ὅμως λίγο ἀργότερα ἄλλαξε. Αὐτό μαρτυρεῖται ἀπό τήν ἐπίσκεψη
τοῦ ἐπισκόπου ᾿Εμέσης Παύλου στόν Κύριλλο ᾿Αλεξανδρείας (412444) καί τήν
ἐκφώνηση στόν Καθεδρικό ναό τῆς ᾿Αλεξανδρείας ὁμιλίας γιά τή Γέννηση τοῦ Κυρίου
κατά τό αἰγυπτιακό ἔτος 29 καί μήνα Χοιάκ, πού ἀντιστοιχεῖ στίς 25 Δεκεμβρίου
τοῦ 432(77).
Συνεπῶς τό 432 εἶχε ἤδη εἰσαχθεῖ στήν ᾿Αλεξάνδρεια ὁ ἑορτασμός τῆς 25ης
Δεκεμβρίου. 

῾Η παλαιά συνήθεια τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τῶν ΧριστουγέννωνΘεοφανείων διατηρήθηκε
γιά περισσότερο χρονικό διάστημα στήν ᾿Εκκλησία τῶν ῾Ιεροσολύμων. ῾Ο Βασίλειος
Σελευκείας σέ ὁμιλία του κατά τήν ἑορτή τοῦ ἁγίου Στεφάνου ἀναφέρει ὅτι τόν
ἑορτασμό τῶν Χριστουγέννων στίς 25 Δεκεμβρίου στά ῾Ιεροσόλυμα εἰσήγαγε ὁ
σύγχρονός του πατριάρχης ῾Ιεροσολύμων ᾿Ιουβενάλιος (425458), τόν ὁποῖο μάλιστα
ἐπαινεῖ γιά τήν πρωτοβουλία του αὐτή(78).
Φαίνεται ὅτι ὁ ᾿Ιουβενάλιος ἀναγκάσθηκε νά ἀκολουθήσει τό παράδειγμα τῶν ἄλλων
᾿Εκκλησιῶν ὡς πρός τήν ἀλλαγή τῆς ἡμερομηνίας τοῦ πανηγυρισμοῦ τῶν
Χριστουγέννων, λόγω τῆς δυσκολίας πού ἀντιμετώπιζαν στή λιτανεία τοῦ κοινοῦ
ἑορτασμοῦ Γεννήσεως καί Θεοφανείων. Ἡ παράδοση τοῦ ῾Ιεροσολυμιτικοῦ τυπικοῦ
ἀπαιτοῦσε κατά τίς πανηγύρεις τήν τέλεση λιτανειῶν στούς τόπους ὅπου συνέβησαν
τά ἑορταζόμενα γεγονότα. Κατά τόν κοινό ἑορτασμό τῆς 6ης ᾿Ιανουαρίου ἦταν πολύ
δύσκολο νά τελεσθοῦν λιτανεῖες ταυτόχρονα στή Βηθλεέμ καί στόν ᾿Ιορδάνη, λόγω
τῆς ἀποστάσεως τους ἀπό τά Ἱεροσόλυμα. Φαίνεται λοιπόν ὅτι λόγω αὐτῆς τῆς
δυσκολίας παραλειπόταν ἡ λιτανεία στόν ᾿Ιορδάνη καί προφανῶς γι᾿ αὐτό τό
ὁδοιπορικό τῆς Αἰθερίας γιά τή κοινή ἑορτή Γεννήσεως–Θεοφανείων τῆς 6ης
᾿Ιανουαρίου τίποτε δέν ἀναφέρει γιά λιτανεία στόν ᾿Ιορδάνη, ἐνῶ περιγράφει
λεπτομερῶς τή λιτανεία πού ἐτελεῖτο στή Βηθλεέμ(79).
Τόν ΣΤ΄ ὅμως αἰώνα ἔχουμε μαρτυρία τοῦ Γρηγορίου Τουρώνης (†543) γιά τέλεση
λιτανείας στόν ᾿Ιορδάνη κατά τήν πανήγυρη τῆς 6ης ᾿Ιανουαρίου(80)

῾Η καθιέρωση τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς 25ης Δεκεμβρίου ἀπό τόν ᾿Ιουβενάλιο φαίνεται ὅτι
ἦταν προσωρινή, ἄν λάβουμε ὑπ᾿ ὄψη δύο μεταγενέστερες μαρτυρίες. ῾Ο Κοσμᾶς
᾿Ινδικοπλεύστης γύρω στό 530 ἀναφέρει ὅτι ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων ἐνῶ παντοῦ
ἑορταζόταν στίς 25 Δεκεμβρίου, στά ῾Ιεροσόλυμα ἑορταζόταν μαζί μέ τά Θεοφάνεια(81).
᾿Επίσης σέ κάποια ὁμιλία του ὁ ᾿Αβράμιος ᾿Εφέσου λέγει ὅτι μόνο οἱ ῾Ιεροσολυμῖτες
δέν συμφωνοῦσαν μέ τόν ἤδη τότε καθιερωθέντα ἀπό τίς ἄλλες ᾿Εκκλησίες ἑορτασμό
τῆς 25ης Δεκεμβρίου(82).
Πάντως κατά τήν ἐποχή τοῦ πατριάρχου ῾Ιεροσολύμων Σωφρονίου (634638), σύμφωνα
μέ μαρτυρία του, ἡ ἑορτή ἔχει πλέον καθιερωθεῖ ὁριστικά στά ῾Ιεροσόλυμα(83).

Στήν Κύπρο περί τά τέλη τοῦ Δ΄ αἰώνα τά Χριστούγεννα ἑορτάζονταν ἀκόμη, κατά
τήν παλαιά συνήθεια, ξεχωριστά. ῾Ο ᾿Επιφάνιος Σαλαμῖνος μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἡ
Βάπτιση τοῦ Κυρίου ἑορταζόταν τό Νοέμβριο καί ἡ Γέννηση στίς 6 ᾿Ιανουαρίου(84)·
ταύτιζε δέ τά ᾿Επιφάνεια μέ τή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ(85).

᾿Επί πλέον θα πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι οἱ ἑορτές τῶν Χριστουγέννων καί τῶν
Θεοφανείων ἐμφανίσθηκαν στήν ᾿Εκκλησία μετά τίς ἑορτές τοῦ Πάσχα καί τῆς
Πεντηκοστῆς. Στή διάταξη τῶν αὐτοκρατόρων Οὐαλεντινιανοῦ, Οὐάλεντος καί
Γρατιανοῦ τοῡ ἔτους 380 πού καθορίζει τίς ἑορτάσιμες ἡμέρες ἀργίας τῶν
δικαστηρίων, βλέπουμε ὅτι δέν περιλαμβάνονται οἱ ἑορτές τῶν Χριστουγέννων καί
τῶν Θεοφανείων(86).
Μόλις τό ἔτος 389 σέ νόμο τῶν αὐτοκρατόρων Οὐαλεντινιανοῦ, Θεοδοσίου καί
Ἀρκαδίου ἀναφέρονται τά Χριστούγεννα ὡς ἡμέρα κατά τήν ὁποία ἀπαγορεύονταν οἱ
θεατρικές παραστάσεις(87)

᾿Από τά παραπάνω συνάγεται ὅτι στήν ᾿Ανατολή ὁ ἑορτασμός τῶν Χριστουγέννων στίς
25 Δεκεμβρίου εἰσήχθη ἀπό τά τέλη τοῦ Δ΄ (περί τό 380) μέχρι τά μέσα τοῦ Ε΄
αἰώνα, ἐνῶ παρέμεινε νά ἑορτάζεται στίς 6 ᾿Ιανουαρίου ἡ Bάπτιση τοῦ Κυρίου·
μόνον οἱ ᾿Αρμένιοι ἔμειναν πιστοί στόν κοινό ἑορτασμό Γεννήσεως καί Θεοφανείων
στίς 6 ᾿Ιανουαρίου(88).

2. Τά ὀνόματά τους

Οἱ ἑορτές τῶν Χριστουγέννων καί τῶν Θεοφανείων μᾶς ἔχουν παραδοθεῖ μέ πολλές
ὀνομασίες, τίς ὁποῖες συναντoῦμε κυρίως στά ἔργα τῶν Καππαδοκῶν πατέρων. Οἱ
κυριότερες εἶναι «ἡ γενέθλιος ἡμέρα», «τά Θεοφάνεια», «τά ᾿Επιφάνεια» καί «τά
Φῶτα»(89).

Οἱ ἐκφράσεις γενέθλιος ἡμέρα ἤ τά γενέθλια ἀπό τούς ἀρχαίους χρόνους εἶχαν τήν
ἔννοια ἑνός ἐπετειακοῦ ἑορτασμοῦ κάποιου γεγονότος, ὅπως τῆς γεννήσεως ἑνός προσώπου
ἤ τά ἐγκαίνια κάποιου ἱεροῦ κτηρίου συνήθως ἱεροῦ ναοῦ, ἤ γενικά κάποια ἐπέτειο
πού ἔχει σχέση μέ μιά ἱερή φανέρωση καί ὡς ἐκ τούτου λάμβανε θρησκευτική χροιά(90).
῾Ο μέγας Βασίλειος μιλώντας γιά τήν ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ τήν
ὀνομάζει «γενέθλιον ἡμέραν»(91) καί
ὁ ᾿Αστέριος ᾿Αμασείας ἀναφερόμενος στήν ἴδια ἑορτή λέγει «γενέθλιον ἑορτάζομεν»(92).
῾Ο Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γιά νά δηλώσει τήν ἡμέρα τῆς φανερώσεως τοῦ Θεοῦ στούς
ἀνθρώπους «διά γεννήσεως», χρησιμοποιεῖ τή λέξη γενέθλια ὡς ὅρο τεχνικό: «ἡ
πανήγυρις εἴτουν Γενέθλια… ἐφάνη γάρ Θεός ἀνθρώποις διά γεννήσεως»(93).
᾿Εδῶ βλέπουμε ὅτι ὁ Γρηγόριος, χρησιμοποιώντας τή συγκεκριμένη λέξη ὡς
νεοεισαχθείσα ὀνομασία γιά τή συγκεκριμένη ἑορτή, αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά τήν
ἐξηγήσει, προφανῶς γιά νά μπορέσει νά καθιερωθεῖ στό λειτουργικό λεξιλόγιο,
πράγμα πού ὅπως φαίνεται συνέβη πολύ σύντομα, ἀφοῦ ὁ ᾿Αμφιλόχιος Ἰκονίου
χρησιμοποιεῖ τήν ἴδια ὀνομασία χωρίς ἰδιαίτερη ἐξήγηση: «῾Η σήμερον τῶν ἁγίων
Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἡμῶν γενεθλίων ἐστίν ἑορτή»(94).

῾Η λέξη Θεοφάνεια χρησιμοποιεῖτο ἤδη στίς ἑλληνιστικές λατρεῖες, ἰδιαίτερα τοῦ
Διονύσου καί τοῦ ᾿Ασκληπιοῦ, μέ τήν ἔννοια κάποιας θεϊκῆς φανερώσεως(95).
Οἱ χριστιανοί τοῦ δ΄ αἰώνα θεωροῦσαν ὡς θεοφάνεια τά εὐαγγελικά γεγονότα, τίς
πράξεις τῶν μαρτύρων πού συναντοῦμαι στά μαρτυρολόγια καί γενικότερα τή
φανέρωση τῆς θεότητας στούς ἀνθρώπους(96),
ὅπως γιά παράδειγμα τή θεία φανέρωση στό Μωυσῆ ἐπάνω στό ὄρος Σινᾶ(97),
ἤ στόν Παῦλο κατά τήν πορεία του πρός τή Δαμασκό(98),
ἀλλά πρό πάντων τήν ᾿Ενανθρώπηση τοῦ Σωτήρα Χριστοῦ.

᾿Από τούς Καππαδόκες πατέρες ὁ Μέγας Βασίλειος δίνει μέ μεγαλύτερη σαφήνεια την
ὀνομασία Θεοφάνεια στή ἑορτή τῶν Χριστουγέννων ἐξηγώντας ταυτόχρονα καί τή
σημασία τοῦ περιεχομένου της: «ὄνομα θώμεθα τῇ ἑορτῇ ἡμῶν θεοφάνεια· ἑορτάσωμεν
τά σωτήρια τοῦ κόσμου, τήν γενέθλιον ἡμέραν τῆς ἀνθρωπότητος. Σήμερον ἐλύθη ἡ
καταδίκη τοῦ ᾿Αδάμ»(99).
῾Η φράση ὅμως πού ὁ ἱερός πατήρ χρησιμοποιεῖ, «τῇ ἑορτῇ ἡμῶν», δέν μᾶς βοηθᾶ νά
ἀντιληφθοῦμε ἄν μέ τή λέξη Θεοφάνεια χαρακτηρίζει τήν πανήγυρη τῆς 25ης
Δεκεμβρίου ἤ τῆς 6ης ᾿Ιανουαρίου. 

῾Ο Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐπίσης μέ τήν ἴδια σαφήνεια ἐξηγεῖ τό περιεχόμενο τῆς
λέξεως θεοφάνεια γιά τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων, πού ἑορταζόταν ὅμως στίς 25
Δεκεμβρίου: «Τά δέ νῦν Θεοφάνεια ἡ πανήγυρις… ᾿Εφάνη γάρ Θεός ἀνθρώποις διά
γεννήσεως· τό μέν ὤν, καί ἀεί ὤν ἐκ τοῦ ἀεί ὄντος, ὑπέρ αἰτίαν καί λόγον… τό
δέ, δι’ ἡμᾶς γενόμενος ὕστερον, ἵν᾿ ὁ τό εἶναι δούς, καί τό εὖ εἶναι
χαρίσηται… ῎Ονομα δέ τῷ φανῆναι, Θεοφάνεια»(100).
᾿Αλλά καί ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας πολύ νωρίτερα μιλώντας γιά τό σπήλαιο τῆς
Γεννήσεως ἀναφέρει «τῷ τῆς πρώτης θεοφανείας ἄντρῳ»(101).

῾Ο ἱερός Χρυσόστομος σέ ἀντίθεση πρός τούς Καππαδόκες ἀποφεύγει νά ὀνομάσει τήν
ἑορτή τῶν Χριστουγέννων Θεοφάνεια, ἀλλά χαρακτηρίζει Θεοφάνεια τήν ἑορτή τῆς
Βαπτίσεως, τήν ὁποία θεωρεῖ ἐξαρτώμενη ἀπό τήν ἑορτή τῆς Γεννήσεως: «῾Η κατά
σάρκα τοῦ Χριστοῦ γέννησις. ᾿Από γάρ ταύτης τά Θεοφάνεια καί τό Πάσχα τό ἱερόν
καί ἡ ᾿Ανάληψις καί ἡ Πεντηκοστή τήν ἀρχήν καί τήν ὑπόθεσιν ἔλαβον. Εἰ γάρ μή
ἐτέχθη κατά σάρκα ὁ Χριστός, οὐκ ἄν ἐβαπτίσθη, ὅπερ ἐστί τά θεοφάνεια»(102).

῾Η ὀνομασία τά ᾿Επιφάνεια σημαίνει γενικῶς κάποια ἐμφάνιση, φανέρωση. Στήν
Παλαιά Διαθήκη συναντοῦμε τή λέξη αὐτή μέ τήν ἔννοια τῆς ἐμφάνισης τοῦ Θεοῦ καί
τῆς θαυμαστῆς ἐπέμβασής του στόν κόσμο(103).
Στήν Καινή Διαθήκη σημαίνει εἴτε τή φανέρωση τοῦ Κυρίου, εἴτε τήν παρουσία του(104).
Κατά τόν Δ΄ αἰώνα ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας λέγοντας «τῆς ἐνσάρκου τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν
ἐπιφανείας» ὑποδηλώνει τήν ᾿Ενανθρώπηση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ(105).
Oἱ Καππαδόκες χρησιμοποιοῦν διαφόρους τύπους τῆς λέξεως, εἴτε μέ τή γενική
ἔννοια εἴτε μέ τή συγκεκριμένη τῶν θείων ἐμφανίσεων ἤ φανερώσεων. ῾Ο Γρηγόριος
Νύσσης κάνει συχνή χρήση τοῦ ρήματος «ἐπιφαίνομαι» μέ τήν ἔννοια τῆς ἐπί γῆς
θείας ἐπιφανεί ας (106),
ὁ δέ ᾿Αστέριος ᾿Αμασείας ἀναφέρει ὅτι «ὁ θεός ἐπεφάνη τῷ καρτερῷ…»(107).
῾Ο Μέγας Βασίλειος γιά τή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ λέγει «τῇ ἐπιφανείᾳ τοῦ Κυρίου»(108) καί
γιά τό Πάσχα «τήν μεγάλην ἡμέραν τῆς ἐπιφανείας αὐτοῦ (=τοῦ Κυρίου)»(109).
῾Ο Γρηγόριος ὁ θεολόγος γιά τήν ἑορτή τῆς ᾿Επιφανείας πρόκειται, ὅπως ἐξηγήσαμε
παραπάνω, γιά τήν ἑορτή τῆς Γεννήσεως ἀναφέρει «ἦν δέ ἡμέρα τῶν ᾿Επιφανείων»(110) καί
γία τήν Πεντηκοστή «τοῦ Πνεύματος τιμῆσαι τήν ἐπιφάνειαν»(111).

᾿Απ᾿ ὅσα ἀναφέραμε, δέν φαίνεται οἱ Καππαδόκες νά χρησιμοποιοῦν τήν ὀνομασία
᾿Επιφάνεια γιά μία μόνο συγκεκριμένη ἑορτή, ἀλλά μᾶλλον ὡς ἔνδειξη τῆς
φανερώσεως καί ἐπιφανείας τοῦ Κυρίου, σέ ὅποια ἑορτή καί ἄν ἅρμοζε. ῾Η πρώτη
μαρτυρία πού ἀναφέρει τά ᾿Επιφάνεια ὡς ἀποκλειστικά ἑορτή τῆς Βαπτίσεως τοῦ
Κυρίου εἶναι τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος περί τό 386 ἀναφέρει «οὐχί ἡ ἡμέρα
καθ᾿ ἥν ἐτέχθη, ἀλλ᾿ ἡ ἡμέρα καθ᾿ ἥν ἐβαπτίσθη, ἐπιφάνεια λέγεται. Αὕτη γάρ
ἐστιν ἡ ἡμέρα καθ᾿ ἥν ἐβαπτίσατο, καί τήν τῶν ὑδάτων ἡγίασε φύσιν»(112).
Τέλος ἡ ὀνομασία τά Φῶτα ἀποδίδει τό θέμα τῆς φανερώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ «ἐν
φωτί» καί εἶναι ἄμεσα συνδεδεμένη ἐξ ἀπόψεως ἐννοιολογικῆς μέ τά Θεοφάνεια(113),
χαρακτηρίζει ὅμως παραδοσιακά τήν ἑορτή τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου. ῾Ο Γρηγόριος
ὁ Θεολόγος ἀναφέρει: «῾Η ἁγία τῶν Φώτων ἡμέρα, εἰς ἥν ἀφίγμεθα, καί ἥν
ἑορτάζειν ἠξιώμεθα σήμερον… τιμήσωμεν τό Χριστοῦ βάπτισμα σήμερον»(114)·
καί θέλει ἀσφαλῶς νά δείξει ὄχι γενικῶς τήν εἰκόνα τῆς Βαπτίσεως, ἀλλά αὐτό πού
συμβολίζει τό Βάπτισμα τοῦ Κυρίου. Λέγει χαρακτηριστικά: «῾Η γάρ ἁγία τῶν Φώτων
ἡμέρα… ἀρχήν μέν τό τοῦ Χριστοῦ βάπτισμα λαμβάνει, τοῦ ἀληθινοῦ φωτός, τοῦ
φωτίζοντος πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον· ἐνεργεῖ δέ τήν ἐμήν
κάθαρσιν καί βοηθεῖ τῷ φωτί, ὅ παρ᾿ αὐτοῦ λαβόντες ἄνωθεν ἀπ᾿ ἀρχῆς, ἐκ τῆς
ἁμαρτίας ἐζοφώσαμέν τε καί συνεχέαμεν»(115).
῾Ο βαπτισθείς Κύριος δηλαδή, τό ἀληθινό φῶς, παρουσιάζεται ὡς λυτρωτής καί
φωτοδότης τοῦ κόσμου, πού μᾶς ἀξιώνει, ὅπως ἀλλοῦ ἀναφέρει, νά γινόμαστε καί
ἐμεῖς φῶτα πού θά φωτίζουν τόν κόσμο καί τούς συνανθρώπους μας: «ὡς φωστῆρες ἐν
κόσμῳ ζωτική τοῖς ἄλλοις ἀνθρώποις δύναμις»(116).

Γενικότερα ὁ ἅγιος Γρηγόριος μέ ἀφορμή τήν ἡμέρα τῶν Φώτων μᾶς δίνει τό
θεολογικό συμβολισμό τοῦ φωτός, ἀρχίζοντας ἀπό τό «φῶς τό ἀκρότατον καί
ἀπρόσιτον, καί ἄρρητον», δηλαδή τόν Θεό, καί φθάνοντας μέχρι τό «φῶς τοῦ
βαπτίσματος»(117).
Συνεπῶς ἡ ἑορτή τῶν Φώτων, ἄν καί σαφῶς συνδεδεμένη μέ τό βαπτισματικό
χαρακτήρα τῆς ἡμέρας, δέν ὀφείλει τήν ὀνομασία της στό βάπτισμα, ἀλλά στό
περιεχόμενο του, πού εἶναι ὁ φωτισμός τοῦ ἀνθρώπου καί ὁλόκληρης τῆς κτίσεως.
Γι’ αὐτό καί οἱ Καππδόκες πατέρες ἐπιμένουν στό μυστικό συμβολισμό τῆς ἑορτῆς,
πού ἀσφαλῶς εἶναι οἱ σωτήριες γιά τόν ἄνθρωπο θεολογικές ἀλήθειες. ῾Ο Γρηγόριος
ὁ Νύσσης λέγει χαρακτηριστικά: «… ἄγων καί περιφέρων ὁ χρόνος μνήμην ἁγίων
μυστηρίων, καθαιρόντων τόν ἄνθρωπον, ἅ καί τήν δυσέκνιπτον ἁμαρτίαν ἀπορρύπτει
τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος· ἐπανάγει δέ πρός τό ἐξ ἀρχῆς κάλλος, ὅπερ ὁ
ἀριστοτέχνης Θεός ἐφ᾿ ἡμῖν διεπλάσατο»(118).

῾Ο συμβολισμός αὐτός γίνεται σαφέστερος ἀπό τόν ᾿Αστέριο ᾿Αμασείας, ὁ ὁποῖος
δηλώνει συγχρόνως καί τό περιεχόμενο τῆς ἑορτῆς: «Φῶτα πανήγυριν ἄγομεν, ἐπειδή
τῇ τῶν ἁμαρτημάτων ἀφέσει, οἷον ἐκ σκοτεινοῦ τινος δεσμωτηρίου τοῦ προτέρου
βίου, πρός τό φωτεινόν καί ἀνεύθυνον ἀναγόμεθα»(119).

Συμπερασματικῶς ὡς πρός τήν ὀνομασία τῶν ἑορτῶν μας, σύμφωνα μέ τίς παραπάνω
μαρτυρίες, μποροῦμε νά παρατηρήσουμε ὅτι σέ γενικές γραμμές, μετά τό διαχωρισμό
τῶν δύο ἑορτῶν, τά Χριστούγεννα λαμβάνουν τήν ὀνομασία τά Γενέθλια ἤ τά
Θεοφάνεια, ἐνῶ ἡ ἑορτή τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου λαμβάνει τήν ὀνομασία τά
᾿Επιφάνεια ἤ τά Φῶτα. Οἱ ὀνομασίες αὐτές διατηροῦνται μέχρι σήμερα μέ ἐξέρεση
τά Θεοφάνεια, πού δηλώνει συνήθως τήν ἑορτή τῆς Βαπτίσεως, καί τήν προσθήκη τῆς
ὀνομασίας Χριστούγεννα γιά τήν ἑορτή τῆς Γεννήσεως.

3. ῾Ο ἑορτασμός τους ἀφορμή κατήχησης γιά χριστιανούς καί ἀπάντηση σέ
αἱρετικούς καί εἰδωλολάτρες

α) Κατήχηση γιά τούς χριστιανούς

῾Ο πανηγυρισμός κάθε ἑορτῆς ἀποτελοῦσε ἀνέκαθεν ἀφορμή νά ἀναπτυχθοῦν οἱ
δογματικές ἀλήθειες πού περικλείουν καί οἱ πνευματικές κατευθύνσεις πού
σηματοδοτοῦν. Οἱ Καππαδόκες Πατέρες, καί ὄχι μόνον, σέ μιά ἐποχή πού σταθερά
περνοῦσε ἀπό τήν εἰδωλολατρία στό χριστιανισμό, ἐκμεταλεύτηκαν μέ τόν καλύτερο
τρόπο τόν ἑορτασμό τῆς Γεννήσεως καί Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου γιά νά διατρανώσουν
μέ τίς θεολογικές τους ὁμιλίες τήν ἀλήθεια τοῦ μυστηρίου τῶν ἑορτῶν καί τίς
νέες δυνατότητες πού ἔδωσε αὐτή ἡ ἀλήθεια στή ζωή τῶν ἀνθρώπων. 

᾿Αλλά ἐνῶ ὁ θεολογικός τους λόγος εἶναι ἀρκούντως ἀποκαλυπτικός, οἱ πληροφορίες
πού μᾶς παρέχουν γιά τόν ἑορτασμό τῶν δύο αὐτῶν μεγάλων ἑορτῶν εἶναι πολύ
περιορισμένες γιά νά γνωρίσουμε τό ἑορταστικό πλαίσιο μέσα στό ὁποῖο
ἀναπτύχθηκε ἡ θεολογία τῶν ἑορτῶν. Κοινός τόπος ὅλων τῶν πατέρων εἶναι ὅτι οἱ
ἑορτές τῆς Γεννήσεως καί Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου ἀποτελοῦν πηγή ἀγαλλίασης καί
εὐφροσύνης(120),
εὐκαιρία λαμπρᾶς πανηγύρεως τῶν θείων μυστηρίων(121) καί
«ὑψηλότατη μυσταγωγία»(122),
μέ τή συμμετοχή πλήθους λαοῦ(123).
῾Ο Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅπως προαναφέραμε, περιγράφει, σέ γενικές ὅμως
γραμμές, τόν ἑορτασμό τῆς ἑορτῆς τῶν ᾿Επιφανείων στήν Καισάρεια κατά τό ἔτος
372 ἤ 373(124),
προεξάρχοντος τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί παρόντος τοῦ ἀρειανοῦ αὐτοκράτορα
Οὐάλεντος. Τά δεδομένα τῆς περιγραφῆς αὐτῆς εἶναι: «῏Ην δέ ἡμέρα τῶν
᾿Επιφανείων». ῾Ο αὐτοκράτωρ εἰσέρχεται στό ναό μέ τούς ἀκολούθους του. Τό
«πέλαγος τοῦ λαοῦ» στέκεται «προτεταγμένον ὄρθιον… ἀκλινῇ καί τό σῶμα, καί
τήν ὄψιν, καί τήν διάνοιαν», μέ «πᾶσαν εὐκοσμίαν» καί «ἐν φόβῳ τινί καί
σεβάσματι» γύρω ἀπό τό βῆμα, ψάλλοντας τούς ὕμνους καί προσφέροντας «τά δῶρα τῇ
θείᾳ τραπέζῃ». ῾Ο αὐτοκράτωρ βλέποντας αὐτή τήν ἀτμόσφαιρα τῆς εὐλάβειας καί
κοσμιότητας ἐθαύμασε τόσο, ὥστε «ἔπαθέ τι ἀνθρώπινον, σκότου καί δίνης
πληροῦται τήν ὄψιν καί τήν ψυχήν ἐκ τοῦ θάμβους»(125).
῾Η περιγραφή αὐτή δείχνει ὁπωσδήποτε τή μεγαλοπρέπεια τοῦ ἑορτασμοῦ, δίδοντας
κάποια στοιχεῖα τοῦ τυπικοῦ τῆς ἑορτῆς, χωρίς ὅμως νά ὑπεισέρχεται σέ
λεπτομέρειες. Πάντως μποροῦμε νά ἀντιληφθοῦμε ὅτι ἐπρόκειτο γιά μία ἀπό τίς
κορυφαῖες χριστιανικές ἑορτές, πού πανηγυριζόταν μέ μεγάλη ἐπισημότητα. 

Μέσα σέ μιά τέτοια ἀτμόσφαιρα καί ἐνώπιον τέτοιου πλήθους λαοῦ εἶναι πολύ
φυσικό οἱ ποιμένες νά διεγείρονται ἀπό τό ποιμαντικό πάθος καί νά αἰσθάνονται
ἐπιτακτική τήν ἀνάγκη νά κατηχήσουν τό ποίμνιο. ῾Ο Γρηγόριος ὁ Νύσσης μᾶς
περιγράφει ἐναργέστατα αὐτό τό πάθος πού τόν διακατεῖχε τήν ἡμέρα τῶν Φώτων:
«Πάθος γάρ ὁμολογῶ πάσχων ποιμαντικόν, καί βούλομαι ἐπί τῆς ὑψηλῆς ταύτης
καθήμενος σκοπιᾶς, κύκλῳ περί τούς πρόποδας τῆς κορυφῆς βλέπειν ἠθροισμένον τό
ποίμνιον… προθυμίας τε ἐμπίπλαμαι θαυμαστῆς, καί κάμνω τόν λόγον ἡδέως, ὡς οἱ
ποιμένες τά μέλη τά νομαῖα»(126).
Μ᾿ ἕνα τέτοιο λοιπόν πάθος οἱ πατέρες κατηχοῦν τό λαό τοῦ Θεοῦ. Τό βασικό θέμα
τῆς ἑορτῆς εἶναι ὅτι «Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί» (Α΄ Τιμ. 3,16), γεννώμενος ὡς
ἄνθρωπος, ὅμοιος μέ ἐμᾶς, ἀπό σάρκα καί αἷμα (῾Εβρ. 2,14), ἤ, ὅπως περίφημα τό
διατυπώνει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «Τοῦτό ἐστιν ἡμῖν ἡ πανήγυρις, τοῦτο
ἑορτάζομεν σήμερον, ἐπιδημίαν Θεοῦ πρός ἀνθρώπους ἵνα πρός Θεόν ἐνδημήσωμεν, ἤ
ἐπανέλθωμεν (οὔτω γάρ εἰπεῖν οἰκειότερον)»(127).
῾Ο ἑορτασμός τοῦ μεγάλου καί σωτηριώδους αὐτοῦ γεγονότος ἦταν ἡ κατάλληλη
ἀφορμή γιά νά γνωρίσουν ὅλοι τί σημαίνει ἡ κατά σάρκα Γέννηση τοῦ Υἱοῦ καί
Λόγου τοῦ Θεοῦ καί ποιός εἶναι ὁ σωτηριώδης σκοπός τῆς ἐνανθρωπήσεώς του. 

Κατ’ ἀρχάς οἱ Πατέρες ἑρμηνεύουν τά σχετικά ἐδάφια τῶν Εὐαγγελιστῶν, οἱ ὁποῖοι
τόνιζαν μέ ἰδιαίτερη ἔμφαση τήν ἱστορικότητα τῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ
καί τῆς Βαπτίσεώς του, θέλοντας νά δείξουν ὅτι ὁ Χριστός ὑπῆρξε ἱστορικό
πρόσωπο. ῾Ο Γρηγόριος ὁ Νύσσης ἐρωτᾶ: «Οὐκ ἆρα συντυχικῶς ταῦτα κατά τό συμβάν
καί γέγονεν, καί ἐπί τοῦ Χριστοῦ ἱστόρηται, καί οὐδείς ἔπεστι τῇ ἱστορίᾳ λόγος;
Τί βούλεται τῷ Δεσπότῃ ἡ ἐν σπηλαίῳ καταγωγή, ἡ ἐπί φάτνης ἀνάκλησις;». Καί
ἀπαντᾶ ὅτι πέρα ἀπό κάθε ἄλλο λόγο, ὅπως «ὅτι τῆς νομικῆς ἡμᾶς ἐξαιρεῖται
κατάρας, αὐτός ὑπέρ ἡμῶν κατάρα γενόμενος, καί τούς ἡμετέρους μώλωπας εἰς
ἑαυτόν μετατίθησιν, ἵνα τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰαθῶμεν…», ὁ Χριστός «ἐξ ᾿Ιούδα
ἡμῖν ἀνατέταλκε»(128),
δηλαδή τονίζει τήν ἱστορικότητα τοῦ γεγονότος, γιά νά δείξει ὅτι ἡ ἐνανθρώπηση
εἶναι πραγματικό γεγονός καί ὅτι ὁ Χριστός προσέλαβε τήν πραγματική ἀνθρώπινη
σάρκα καί ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος.

Τό ἀντικείμενο τοῦ ἑορτασμοῦ τοποθετεῖται ἀπό τούς Πατέρες στό πλαίσιο τοῦ
μυστηρίου τῆς θείας οἰκονομίας(129).
῾Ο θεολογικότατος Γρηγόριος, ἀφοῦ ἀναφέρει ὅτι «μή θεολογία τό προκείμενον
ἡμῖν, ἀλλ’ οἰκονομία»(130),
χειραγωγεῖ τό ποίμνιό του στό θεῖο μυστήριο, ἀρχίζοντας ἀπό τή δημιουργία τοῦ
ἀνθρώπου γιά νά καταλήξει στήν ἀναδημιουργία πού τοῦ πρόσφερε ἡ θεία
ἐνανθρώπηση: ῾Ο Θεός, λέγει, δημιούργησε τόν ἄνθρωπο, «ἔθετο (αὐτόν) ἐν τῷ
παραδείσῳ»(131) καί
τόν τίμησε μέ τό αὐτεξούσιο, δηλαδή τόν κατέστησε ἐλεύθερο νά ἄρχει σέ ὅλα τά
αἰσθητά ὄντα καί νά ἔχει θέση θεοῦ πάνω στή γῆ. Αὐτός ὅμως μέ τήν παρακοή καί
τήν πτώση του ἔγινε δοῦλος τῆς ἁμαρτίας, τοῦ θανάτου καί τοῦ διαβόλου («φθόνῳ
διαβόλου, καί γυναικός ἐπηρείᾳ… ἡττήθη… καί τοῦ παραδείσου, καί τοῦ Θεοῦ,
διά τήν κακίαν ἐξόριστος γίνεται»(132)).
῾Η παραμονή στήν ἁμαρτία συνετέλεσε στή σταδιακή ἀπανθρωποίησή του, ὥστε ἡ
ἀνθρωπότητα ὁλόκληρη νά ὁδηγεῖται σέ τελείως ἀντίθετη ὁδό ἀπ᾿ ἐκείνη πού ὁ Θεός
ἔβαλε τόν ἄνθρωπο μέ τή δημιουργία του, δηλαδή τήν ὁδό τῆς τελειώσεως
(«ἀλληλοφονίαις, μοιχείαις, ἐπιορκίαις, ἀνδρυμανίαις, τό πάντων ἔσχατον τῶν
κακῶν καί πρῶτον, εἰδωλολατρείαις καί τῇ μεταθέσει τῆς προσκυνήσεως ἀπό τοῦ
πεποιηκότος ἐπί τά κτίσματα»(133)).
Αὐτή ἡ συνεχής πτώση τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ ἀλλοίωση τοῦ ἔργου τοῦ Θεοῦ εἶχε ἀνάγκη
«μείζονος τοῦ βοηθήματος», γι’ αὐτό «μείζονος καί τυγχάνει». Δηλα δή μόνο ὁ
Δημιουργός Θεός, «ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος, ὁ προαιώνιος, ὁ ἀόρατος, ὁ ἀπερίληπτος, ὁ
ἀσώματος, ἡ πηγή τῆς ζωῆς καί τῆς ἀθανασίας, τό ἐκμαγεῖον τοῦ ἀρχετύπου
κάλους… ὁ τοῦ πατρός ὅρος καί λόγος» μποροῦσε μέ μιά ἀναδημιουργία νά ἐλεήσει
καί ἀναμορφώσει τό πλάσμα του καί γι’ αὐτό ἀκριβῶς ἔγινε ἡ ἐνανθρώ πηση. ῎Ετσι
ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ «σάρκα φορεῖ διά τήν σάρ κα, καί ψυχῇ νοερᾷ διά τήν
ἐμήν ψυχήν μίγνυται, τῷ ὁμοίῳ τό ὅμοιον ἀνακαθαίρων»(134)·
δηλαδή, χωρίς νά μεταβληθεῖ ἡ θεία φύση του, ἑνώνεται μέ τήν ἀνθρώπινη φύση καί
λαμβάνει ὅλα τά συστατικά τῆς ἀνθρώπινης φύσης γιατί ἔτσι μόνο μποροῦσε νά τά
θεραπεύσει(135) «πλήν
τῆς ἁμαρτίας»(136).
῾Η ἕνωση τῆς θείας μέ τήν ἀνθρώπινη φύση στήν ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου ὁ ὁποῖος
πλέον γνωρίζεται ὡς Θεάνθρωπος καί Χριστός ὀνομάζεται λαμβάνει χώρα κατά τή
σύλληψη τοῦ Χριστοῦ στήν παρθενική μήτρα τῆς Θεοτόκου, γιά νά τιμηθεῖ καί ἡ
γέννηση ἀλλά καί νά προτιμηθεῖ ἡ παρθενία («ἔδει γάρ καί γέννησιν τιμηθῆναι,
καί παρθενίαν προτιμηθῆναι»(137)).
᾿Ενώπιον αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου καί μέ τήν πεποίθηση ὅτι ὁρᾶ «μυστήριον ξένον καί
παράδοξον», ὁ ἅγιος Γρηγόριος λέγει μέ θαυμασμό: «῎Ω τῆς καινῆς μίξεως! ὤ τῆς
παραδόξου κράσεως! ὁ ὤν γίνεται, καί ὁ ἄκτιστος κτίζεται, καί ὁ ἀχώρητος
χωρεῖται, διά μέσης ψυχῆς νοερᾶς μεσιτευούσης θεότητι, καί σαρκός παχύτητι. Καί
ὁ πλουτίζων, πτωχεύει· πτωχεύει γάρ τήν ἐμήν σάρκα, ἵν᾿ ἐγώ πλουτήσω τήν αὐτοῦ θεότητα».
Μέ ταπεινότητα δέ ὁμολογεῖ τόν «πλοῦτο τῆς (θείας) ἀγαθότητος», πού οἰκονόμησε
τό μυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου: ῎Ελαβα, λέγει, τή θεία εἰκόνα καί δέν τή
φύλαξα. ᾿Αντ’ αὐτοῦ λαμβάνει ὁ Θεός Λόγος τή σάρκα μου, γιά νά σώσει καί τήν
εἰκόνα καί νά «ἀθανατίσῃ» καί τή σάρκα· ἔρχεται σέ «δευτέραν κοινωνίαν» πολύ
πιό παράδοξη ἀπό τήν προηγούμενη, τή δημιουργία, ἀφοῦ κατ’ αὐτήν «τοῦ
κρείττονος μετέδωκε», δηλαδή τή θεία εἰκόνα, τώρα δέ «μεταλαμβάνει τοῦ
χείρονος», δηλαδή τή σάρκα. Γι᾿ αὐτό ἡ θεία ἐνσάρκωση ἀποτελεῖ «τοῦ προτέρου
θεοειδέστερον» καί «τοῖς νοῦν ἔχουσιν ὑψηλότερον»(138).
Καί πράγματι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ Λόγου μπορεῖ νά κατανοηθεῖ μόνον ὡς κίνηση
θείας συγκατάβασης, ὡς ὑψοποιός κένωση καί φιλανθρωπία, ὡς θεία πτωχεία
προκειμένου νά ἀνέλθει ὁ ἄνθρωπος πρός τόν Θεό πλουτιζόμενος καί πληρούμενος
διά τῆς «αὐτοῦ θεότητος». Γι’ αὐτό, καταλήγει ὁ ἱερός πατήρ, σεβόμαστε τή θεία
Γέννηση καί προσκυνοῦμε τόν γεννηθέντα Κύριο, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἡ «τελείωσις καί
ἀνάπλασις, καί πρός τόν πρῶτον ᾿Αδάμ ἐπάνοδος» τοῦ ἀνθρώπου(139).

Οἱ Πατέρες τό γεγονός τῆς θείας ἐνσαρκώσεως δέν τό ξεχω ρίζουν ἀπό τό γεγονός
τῆς Βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτό ἄλλωστε ἑορτάζονταν στήν ἀρχή, ὅπως εἰδαμε,
ἀπό κοινοῦ. ῾Ο Γρηγόριος Νύσσης ἀναφέρει ὅτι «ἡ χάρις τοῦ Βαπτίσματος», ὅπως
ἄλλωστε καί τῆς Γεννήσεως, δέν κηρύθχθηκε μόνο μετά τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου,
ἀλλά καί πρό αὐτῆς, καί διηγεῖται ὅλα τά περιστατικά τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τά
ὁποῖα προτυπώνουν «τήν εἰκόνα» τοῦ Βαπτίσματος.(140) ῾Η
ἑορτή τῆς Βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ στόν ᾿Ιορδάνη ποταμό ἀπό τόν ᾿Ιωάννη τόν
Πρόδρομο γίνεται ἀφορμή νά τονισθεῖ ὅτι τό μυστήριο τῆς Γεννήσεως συμπληρώνεται
ἀπό τό μυστήριο τῆς Βαπτίσεως, ἀφοῦ κατά τή Βάπτιση τοῦ Κυρίου ἐμφανίζεται ἡ
ἁγία Τριάς καί διακηρύττεται μέ τόν πλέον ἐπίσημο τρόπο ὁ κατ’ εὐδοκία τοῦ Θεοῦ
Πατρός ἐνανθρωπήσας γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ: «Οὗτός
ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα» (Ματ. 3,17). ᾿Επί πλέον γίνεται
ἀφορμή νά τονισθοῦν καί τά σωτηριώδη ἀποτελέσματα τῆς Βαπτίσεως. Διά τοῦ
Βαπτίσματος τοῦ Κυρίου φανερώνεται «ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος πᾶσιν
ἀνθρώποις» (Τίτ. 2,11), φωτίζεται μέ αὐτή ὁ ἄνθρωπος καί ἀρχίζει ἡ ἀναγέννηση
καί ἡ «διά τοῦ λουτροῦ παλιγγενεσία» του(141).
Γι’ αὐτό ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει: «῾Η γάρ ἁγία τῶν Φώτων ἡμέρα, εἰς ἥν
ἀφίγμεθα, καί ἥν ἑορτάζειν ἠξιώμεθα σήμερον, ἀρχήν μέν τό τοῦ ἐμοῦ Χριστοῦ
βάπτισμα λαμβάνει, τοῦ ἀληθινοῦ φωτός, τοῦ φωτίζοντος πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον
εἰς τόν κόσμον· ἐνεργεῖ δέ τήν ἐμήν κάθαρσιν καί βοηθεῖ τῷ φωτί, ὅ παρ’ αὐτοῦ
λαβόντες ἄνωθεν ἀπ’ ἀρχῆς, ἐκ τῆς ἁμαρτίας ἐζοφώσαμέν τε καί συνεχέαμεν»(142).
Μάλιστα φιλοσοφώντας «περί (τῆς) διαφορᾶς (τῶν) βαπτισμάτων» ἀναφέρει ὅτι
ὑπάρχουν πέντε εἰδῶν βαπτίσματα: Τό πρῶτο εἶναι τό βάπτισμα τοῦ Μωυσῆ, πού ἦταν
ἀτελής κάθαρση, τό δεύτερο τοῦ ᾿Ιωάννη, πού ἦταν «εἰς μετάνοιαν», τό τρίτο τοῦ
᾿Ιησοῦ, πού εἶναι ἐν Πνεύματι ἁγίῳ καί γι᾿ αὐτό «τοῦτο ἡ τελειότης (ἐστίν)», τό
τέταρτο πού εἶναι «τό διά μαρτυρίου καί αἵματος» βάπτισμα καί τό πέμπτο πού
εἶναι «τό τῶν δακρύων» τῆς μετανοίας βάπτισμα(143).

Μέ ἀφορμή τήν ἑορτή τῶν Φώτων ὁ Γρηγόριος στέκεται κυρίως στό τρίτο εἶδος, στό
ἐν ἁγίῳ Πνεύματι βάπτισμα, καί λέγει ὅτι ὑπάρχει «διττή ἡ κάθαρσις, δι’ ὕδατός
τε καί πνεύματος»· αὐτή πού ἀφορᾶ τό ὕδωρ λαμβάνεται «θεωρητῶς καί σωματικῶς»
καί αὐτή πού ἀφορᾶ τό πνεῦμα λαμβάνεται «ἀσωμάτως καί ἀθεωρήτως». ῾Η πρώτη
εἶναι συμβολική, ἐνῶ ἡ δεύτερη εἶναι ἀληθινή «καί τά βάθη καθαίρει… καινούς
ἀντί παλαιῶν, καί θεοειδεῖς ἀντί τῶν νῦν ὄντων ἐργάζεται»(144)

Πέρα ἀπό αὐτά, ὁ Γρηγόριος Νύσσης διδάσκει τή σημασία τοῦ ὕδατος καί τῆς
τριπλῆς καταδύσεως στό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος: ᾿Από τά τέσσαρα στοιχεῖα τῆς
φύσεως, «πῦρ καί ἀήρ, γῆ καί ὕδωρ», ὁ Κύριος, ἐκπληρώνοντας «τήν ὑπέρ ἡμῶν
οἰκονομίαν… ὑπῆλθε τήν γῆν, ἵν’ ἐκεῖθεν τήν ζωήν ἀνατείλῃ». ᾿Εμεῖς
λαμβάνοντες τό βάπτισμα, κατά μίμηση τοῦ Κυρίου, δέν θαπτόμεθα στή γῆ ἡ ὁποία
γίνεται σκέπη μόνο τοῦ νεκροῦ σώματός μας μετά τό θάνατο ἀλλά βυθιζόμαστε καί
ἀναδυόμαστε στό πιό συγγενές πρός αὐτή στοιχεῖο, τό ὕδωρ, καί μάλιστα τρεῖς
φορές, γιά νά ἐξεικονίσουμε στούς ἑαυτούς μας «τήν τριήμερον τῆς ἀναστάσεως
χάριν». Καί ἡ τριπλή αὐτή κατάδυση καί ἀνάδυση γίνεται «οὐ σιωπῇ», ἀλλά στό
ὄνομα «τῶν τριῶν ἁγίων ὑποστάσεων… εἰς ἅς ἐπιστεύσαμεν, ἐφ’ αἷς καί
ἐλπίζομεν, ἐξ ὧν ἡμῖν καί τό νῦν εἶναι, καί τό πάλιν ἔσεσθαι περιγίνεται».
Βαπτιζόμαστε λοιπόν στό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος,
ἐπειδή ὁ Πατήρ εἶναι «ἀρχή τῶν πάντων», ὁ Υἱός «δημιουργός τῆς κτίσεως» καί τό
ἅγιο Πνεῦμα «τελειωτικόν τῶν πάντων». Καί ὑποκύπτουμε στόν Πατέρα, στόν Υἱό καί
στό ἅγιο Πνεῦμα ἀπό κοινοῦ «ἵνα ἁγιασθῶμεν», ἀφοῦ δέν ὑπάρχει διαφορά ἁγιασμοῦ
μεταξύ τῶν τριῶν ὑποστάσεων(145)

Μιλώντας λοιπόν γιά τίς δύο αὐτές ἑορτές τῆς Γεννήσεως καί Βαπτίσεως τοῦ
Χριστοῦ, μιλᾶμε στήν πραγματικότητα γιά τή δική μας ἀναγέννηση καί
ἀναδημιουργία. ῾Ομολογώντας τό μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως καί τοῦ θείου φωτισμοῦ,
ὁμολογοῦμε τή δική μας κάθαρση, τή δική μας θέωση καί κατά χάριν υἱοθεσία. Γιά
τούς Πατέρες κάθε ὁμολογία γιά τό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι
μόνο χριστολογική, ἀλλά καί ἀνθρωπολογική καί σωτηριολογική, ἀφοῦ ἀφορᾶ τή
σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. ῾Ο Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στέκεται
ἰδιαιτέρως στά σωτήρια ἀποτελέσματα πού μᾶς προσφέρει ἡ ἐνανθρωπηση τοῦ Θεοῦ
Λόγου καί «τό λουτρόν» τοῦ βαπτίσματος καί προτρέπει τό ποίμνιό του: ἀφοῦ
καθαρθοῦμε ἀπό τά πάθη μέ τήν τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν, νά ψηλαφίσουμε «τόν
σαρκωθέντα δι’ ἡμᾶς Λόγον» γιά νά ὁδηγηθοῦμε στήν ὁδό τῆς θεογνωσίας(146).
Τό λουτρόν τοῦ βαπτίσματος εἶναι «ἔκπλυσις» ὄχι μόνο τοῦ σώματος, ἀλλά καί τῆς
θείας εἰκόνος πού φέρουμε μέσα μας, δέν δίνει ἁπλῶς «ἐπικάλυψιν τῶν ἁμαρτιῶν,
ἀλλ’ ἀπαλλαγήν» τελείαν· γι’ αὐτό, συνεχίζει, «μή νεκρωθῇς πάλιν, καί γένῃ μετά
τῶν κατοικούντων ἐν τάφοις, μηδέ κατασφιγγῇς ταῖς σειραῖς τῶν οἰκείων
ἁμαρτημάτων», ἀλλά σύναψε στή ψυχή σου «πάσας τάς Χριστοῦ θεραπείας». Μήν
«ἀγνοήσῃς τό μέτρον τῆς χάριτος… μή σεαυτόν ἐλεεινόν καταστήσῃς διά τῆς ἁμαρτίας»,
ἀλλά «ἀεί φιλοπόθει τήν κάθαρσιν, ἀναβάσεις ἐν τῇ καρδίᾳ τιθέμενος». Τή δέ
δωρεά τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν πού ἔλαβες, συντήρησε μέ ἐπιμέλεια, ὥστε «τό μέν
ἀφεθῆναι σοι παρά Θεοῦ, τό δέ συντηρηθῆναι, καί παρά σοῦ γένηται»(147).
᾿Ασφαλῶς ἡ κάθαρση γιά τήν ὁποία μιλᾶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος εἶναι προϋπόθεση γιά τό
θεῖο φωτισμό καί τή θεία ἔλλαμψη, γι᾿ αὐτό λέγει «φύλασσέ μοι τήν κάθαρσιν…
ἵνα κλέψῃς τήν σωτηρίαν»(148),
«φιλοπόνει τήν κάθαρσιν, ἀναβάσεις ἐν τῇ καρδίᾳ τιθέμενος»(149).

β) ᾿Απάντηση στούς αἱρετικούς

῾Η ποιμαντική μέριμνα τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων γιά τήν πνευματική πρόοδο τῶν
πιστῶν ἐπεκτεινόταν καί στούς αἱρετικούς καί στούς εἰδωλολάτρες τῆς ἐποχῆς τους.
Οἱ αἱρέσεις πού συντάρασσαν τότε τήν ᾿Εκκλησία, δέν μπορούσαν νά ἀφήσουν
ἀδιάφορους τούς Πατέρες. ῾Η θεολογία πού ἀνέπτυσαν μέ ἀφορμή τίς ἑορτές τῶν
Χριστουγέννων καί Θεοφανείων, περιέχει καί τίς ἀνάλογες ἀπαντήσεις τόσο στούς
αἱρετικούς ὅσο καί στούς εἰδωλολάτρες· καί σ᾿ αὐτές διαπιστώνουμε ὅτι ἡ
ἀγωνιστική τους διάθεση γιά τήν ἐπικράτηση τῆς ἀληθινῆς πίστης δέν εἶχε μόνο
πολεμικό χαρακτήρα, ἀλλά καί σωτηριολογικό, ἀφοῦ καί οἱ αἱρετικοί καί οἱ
εἰδωλολάτρες ὡς πλάσματα τοῦ Θεοῦ εἶχαν δικαίωμα στή νέα ζωή πού χάρισε μέ τήν
ἐνάνθρώπησή του ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ στήν ἀνθρωπότητα.

῾Ο ἑορτασμός τῶν μεγάλων ἑορτῶν τῆς Γεννήσεως καί Βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ
σηματοδοτοῦσε ἀσφαλῶς τή διαφορά μεταξύ αἱρετικῆς διδασκαλίας καί ὀρθῆς
πίστεως. ῾Ο Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναφέρει ὀνομαστικά τούς αἱρετικούς Σαβέλλιο
καί ῎Αρειο, λέγοντας στούς χριστιανούς ὅτι πρέπει νά ἀπέχουμε ἐξ᾿ ἴσου ἀπό τή
διδασκαλία τους: «᾿Απέστω γάρ ἡμῶν ἐξ ἴσου, καί ἡ Σαβελλίου συναίρεσις, καί ἡ
᾿Αρείου διαίρεσις, τά ἐκ διαμέτρου κακά, καί ὁμότιμα τήν ἀσέβειαν»(150).
Μέ τή λέξη «συναίρεσις» ἐννοεῖ τήν αἱρετική διδασκαλία τοῦ Σαβελλίου, ἡ ὁποία
ἀρνεῖτο κάθε διάκριση μεταξύ τῶν τριῶν προσώπων τῆς ἁγίας Τριάδος, καί μέ τή
λέξη «διαίρεσις» ἐννοεῖ τήν ἀρειανική διδασκαλία, ἡ ὁποία θεωροῦσε τόν Χριστό
ὡς κτίσμα καί ποίημα τοῦ Πατρός, συνεπῶς ὄχι ὁμοούσιο πρός αὐτόν καί γι᾿ αὐτό
κατώτερο του(151).
Πρόκειται δηλαδή τόσο γιά τό τριαδικό ὅσο καί γιά τό χριστολογικό δόγμα, πού
ἐπληττονταν ἀπό τούς αἱρετικούς. ῾Ο Γρηγόριος ὁ Νύσσης μέ ἀφορμή τήν ἑορτή τῶν
Φώτων καί τήν ἀναφορά στήν τριπλή κατάδυση τῶν νεοφωτίστων», δέν χάνει τήν
εἰκαιρία νά ἐπιτιμήσει αὐτούς πού μάχονται «τήν δόξαν τοῦ Πνεύματος…
τολμηρῶς» καί δέν σέβονται «τόν Παράκλητον»(152).
῾Ο Μέγας Βασίλειος ἀπορεῖ μέ τούς χριστιανούς πού ἐκφράζουν τή δυσπιστία τους
«πῶς ἐν σαρκί Θεός, καί ποταπῇ σαρκί· καί εἴ τέλειος ἄνθρωπος ἤ ἀτελής ὁ
προσληφθείς;»(153).
Καί ὁ Θεολόγος Γρηγόριος ἐξεικονίζει ἐναργέστατα τίς χριστολογικές συγκρούσεις
τῆς ἐποχῆς του στό ἑξῆς χωρίο: «῾Υπό μέν τῶν, ὡς Θεός τιμᾶται καί συναλείφεται·
ὑπό δέ τῶν, ὡς σάρξ, ἀτιμάζεται καί χωρίζεται». Καί διερωτᾶται «Τίσιν ὀργισθεῖ
πλέον; Μᾶλλον δέ τίσιν ἀφῇ» ὁ Θεός; Αὐτούς οἱ ὁποῖοι «συναιροῦσι κακῶς»,
δηλαδή, ὅπως ἀναφέραμε προηγουμένως, ἀρνοῦνται τή διάκριση τῶν θείων προσώπων
ὡς ξεχωριστῶν ὑποστάσεων τῆς ἁγίας Τριάδος, ἤ αὐτούς οἱ ὁποῖοι «τέμνουσι»,
δηλαδή διαιροῦν ὡς πρός τή θεότητα τά τρία πρόσωπα; Θά ἔπρεπε νά δέχονται,
συνεχίζει, καί οἱ μέν τά τρία πρόσωπα ὡς ἰδιαίτερες ὑποστάσεις, καί οἱ δέ τήν
ὁμοουσιότητά τους, τήν κοινή θεία οὐσία τους: «Καί γάρ κἀκείνους διαιρεῖν ἔδει,
καί τούτους συνάπτειν· τούς μέν τῷ ἀριθμῷ, τούς δέ τῇ θεότητι». Σέ κάθε ἕναν
ξεχωριστά ἀπ’ αὐτούς τούς αἱρετικούς ὁ Γρηγόριος ἀναγκάζεται νά ἀπευθυνθεῖ μέ
αὐστηρότητα λέγοντας: «῏Ω δαιμόνων ἀπιστότερε, καί ᾿Ιουδαίων ἀγνωμονέστερε!»,
γιατί, ὅπως τούς ἐξηγεῖ, τό νά «προσκόπτεις τῇ σαρκί» εἶναι γνώρισμα τῶν
᾿Ιουδαίων καί τό νά «ἀπιστεῖς τῇ θεότητι» εἶναι γνώρισμα τῶν δαιμόνων(154).

῾Η αὐστηρότητα αὐτή τοῦ Γρηγορίου πρός τούς αἱρετικούς ὀφείλεται ὄχι μόνο στήν
ποιμαντική μέριμνα πού εἶχε γι᾿ αὐτούς, ἀλλά καί στό γεγονός ὅτι αὐτοί
ἐχλεύαζαν τούς ὀρθοδόξους γιά τῶν ἑορτασμό τῶν μέγάλων γεγονότων τῆς θείας
οἰκονομίας, ὅπως ἀναφέρει ὁ Γρηγόριος ὁ Νύσσης: «καταχλευάζουσι τῆς οἰκονομίας
τόν λόγον», διότι τάχα δέν εἶναι εὐπρεπές «σώματος ὑπελθεῖν φύσιν, καί διά
γεννήσεως ἑαυτόν τῇ ἀνθρωπίνῃ ζωῇ καταμῖξαι τόν Κύριον». ῾Ο ἅγιος Νύσσης, ἀφοῦ
συμβουλεύσει τούς πιστούς νά μή φοβοῦνται «τόν ὀνειδισμόν τῶν ἀνθρώπων καί τῷ
φαυλισμῷ αὐτῶν μή ἡττώμενοι», ἀπευθύνεται μέ πολλή συμπάθεια στούς αἱρετικούς
καταλογίζοντάς τους ἄγνοια, «ἀγνοοῦντες, ὡς ἔοικε, τό περί τούτου μυστήριον,
ὅπως ἡ τοῦ Θεοῦ σοφία τήν σωτηρίαν ἡμῶν ὠκονομήσατο», καί τούς προτρέπει νά μήν
«περιεργάζονται τόν τρόπον» τῆς θείας οἰκονομίας· προσπαθεῖ δέ, μέ ἔντονη
δοξολογική διάθεση, νά τούς μεταφέρει τήν ἐμπειρία τῆς θείας φιλανθρωπίας πού ὁ
ἴδιος ζοῦσε, καί νά τούς ἐξηγήσει τίς δωρεές τοῦ Θεοῦ πού ἀπέκτησε τό ἀνθρώπινο
γένος μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Θεου Λόγου: «᾿Επειδή γάρ ἄλλως οὐκ ἦν ἐξαιρεθῆναι
τῶν τοσούτων κακῶν τό ἀνθρώπινον· ὑπέμεινεν ὁ πάσης ἀπαθείας βασιλεύς, τήν
ἰδίαν δόξαν τῆς ἡμετέρας ζωῆς ἀνταλλάξασθαι. Καί ἡ μέν καθαρότης ἐν τῷ ἡμετέρῳ
γίνεται ῥύπῳ· ὁ δέ ῥύπος τῆς καθαρότητος οὐ προσάπτεται, καθώς φησι τό
Εὐαγγέλιον· ὅτι τό φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ ἔλαμψεν, ἡ δέ σκοτία αὐτό οὐ κατέλαβεν….
Τό θνητόν ὑπό τῆς ζωῆς καταπίνεται… οὐκ ἐκδαπανᾶται ἡ ζωή τῷ θανάτῳ. Τό
κατεφθαρμένον τῷ ἀφθάρτῳ συνδιασώζεται. ῾Η φθορά, τῆς ἀφθαρσίας οὐ προσάπτεται.
Διά ταῦτα κοινή πάσης γίνεται συνῳδία τῆς κτίσεως, ὁμόφωνον πάντων τήν
δοξολογίαν ἀναπεμπόντων τῷ Δεσπότῃ τῆς κτίσεως»(155).

Εἶναι πολύ χαρακτηριστική ἡ ἐμμονή τῶν πατερικῶν κειμένων στό θέμα τῆς θείας
ἐνανθρωπήσεως μέ ἀναφορά στίς αἱρέσεις καί κυρίως τόν ἀρειανισμό. Τό βασικό
ἐρώτημα πού ἀπασχολοῦσε ὄχι μόνο τούς αἱρετικούς ἀλλά καί τούς εἰδωλολάτρες,
ἦταν πῶς συμβιβάζεται ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ καί ἡ θεία φύση του. ῾Η πατερική
γραμματεία πού ἀπαντᾶ σ’ αὐτήν τήν ἐρώτηση, εἶναι τεράστια καί δέν εἶναι
δυνατόν νά ἀναπτυχθεῖ στό πλαίσιο τῆς παρούσης εἰσηγήσεως, γι’ αὐτό θά
πρασπαθήσουμε ἐρανιστικά καί ἐπιγραμματικά νά τήν ἀναφέρουμε.

῾Η ἐνανθρώπηση ἀποτελεῖ τό ὕψιστο τῶν θαυμάτων ἐνώπιον τοῦ ὁποίου «ὁ λογισμός
τῶν ἀνθρώπων ἀπορῶν (τυγχάνει)»(156),
ἀφοῦ ἡ «θαυμαστή ἱερουργία πάντα νοῦν ἀνθρώπων» ὑπερβαίνει(157).
Γι᾿ αὐτό ὁ Μέγας Βασίλειος προτείνει: «σιωπῇ τιμάσθω (τό μυστήριον)· μᾶλλον δέ
καί ταῖς ἐννοίαις ἡμῶν μή ζητεῖν ἐκεῖνα μηδέ πολυπραγμωνεῖν ἐπιτάξωμεν»(158).
᾿Αποτελεῖ ὅμως ἡ ἐνανθρώπηση τό ὕψιστο τῶν θαυμάτων, ὄχι μόνο γι᾿ αὐτό καθ’
αὑτό τό γεγονός, ἀλλά καί γιατί ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ θεοῦ δέ
ἐπέφερε καμία ἀλλαγή στή θεότητα. Μέ τό νά λάβει τήν ἀνθρώπινη φύση καί νά
γίνει «τέλειος ἄνθρωπος», ὁ Θεός Λόγος δέν ἔχασε τή θεότητά του, ἀλλά παρέμεινε
καί «τέλειος Θεός» κατά πάντα, ἕνα πρόσωπο σέ δύο φύσεις, τή θεία καί τήν
ἀνθρώπινη καί ὄχι ἐκ δύο φύσεων (159).
Γιά νά ἀντιληφθοῦμε τό μυστήριο αὐτό τῆς ἑνώσεως τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων, τῆς
θείας καί τῆς ἀνθρώπινης, δηλαδή τό πῶς ὁ Χριστός ἦταν συγχρόνως τέλειος Θεός
καί τέλειος ἄνθρωπος, οἱ Πατέρες δίνουν τό ἑξῆς παράδειγμα: ῎Ας ἀναλογισθοῦμε
τόν προφορικό λόγο τοῦ ἀνθρώπου καί τίς ἀκτίνες τοῦ ἡλίου. ῞Οπως ὁ λόγος ἑνός
ἀνθρώπου μεταδίδεται στούς ἄλλους, ἀλλά συγχρόνως παραμένει ὁλόκληρος σ’ αὐτόν
τόν ἴδιο, καί ὅπως ἡ ἀκτίνα τοῦ ἡλίου μεταδίδεται στή γῆ, στή θάλασσα καί στόν
ἀέρα, ἀλλά συγχρόνως μένει ἀχώριστη ἀπό τόν ἡλιακό δίσκο, ἔτσι καί ὁ Υἱός καί
Λόγος τοῦ Θεοῦ μένοντας ἀχώριστος ἀπό τόν Πατέρα καί τό ἅγιο Πνεῦμα ὡς Θεός
στόν οὐρανό, ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος καί ἦλθε στή γῆ καί συνανεστράφη μέ τούς
ἀνθρώπους ὡς ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς(160).
῾Η ἐνανθρώπηση λοιπόν τοῦ Θεοῦ δέν συνεπάγεται ἀπώλεια ἤ κάποια μείωση τῆς
θεότητος, οὔτε εἶναι μετάβαση ἀπό τή θεότητα στήν ἀνθρωπότητα, οὔτε μετάβαση
ἀπό τόν οὐρανό στή γῆ. ῾Η ἐνανθρώπηση εἶναι, ὅπως λένε οἱ Πατέρες, «ἀμετάβατη
παρουσία», «παρουσία χωρίς ἀπουσία», εἶναι παρουσία τοῦ ῾Ενός προσώπου τῆς
ἁγίας Τριάδος ἀποκαλυπτική καί σωστική(161).
᾿Αποκαλυπτική, γιατί μέ τό νά γίνει ἄνθρωπος ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτει στόν
κόσμο τήν ἁγία Τριάδα, δηλαδή τόν Θεό Πατέρα, τόν ῾Εαυτό του καί τό ἅγιο
Πνεῦμα· καί σωστική, γιατί ἡ παρουσία του στή γῆ, ὡς τέλειου Θεοῦ καί ἀνθρώπου,
ἔγινε γιά τή σωτηρία τῆς ἀνθρωπότητας. ῾Ο Θεός λοιπόν χωρίς νά χάσει αὐτό πού
ἦταν, δηλαδή τή θεότητα, ἔλαβε αὐτό πού δέν ἦταν, δηλαδή τήν ἀνθρωπότητα, καί
ἔτσι ὡς τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος, δηλαδή ὡς θεάνθρωπος, πραγματοποίησε
τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπινου γένους(162).

Οἱ βασικές αὐτές θέσεις τῶν Πατέρων, πού ἀσφαλῶς ἐκφράζουν τήν ὀρθόδοξη
διδασκαλία τῆς Νικαίας, ἀποτελοῦν τόν κορμό τῆς ἀπαντήσεως στά θεολογικά
ἐρωτήματα τῶν αἱρετικῶν ἤ τίς φιλοσοφικές ἀνησυχίες τῶν εἰδωλολατρῶν. 

γ) ᾿Απάντηση στούς εἰδωλολάτρες

Οἱ εἰδωλολάτρες τοῦ δευτέρου μισοῦ τοῦ Δ΄ αἰώνα, ζώντας σέ ἐποχή παρακμῆς τοῦ
εἰδωλολατρικοῦ κόσμου, κατά τήν ὁποία ὁ ᾿Ιουλιανός θέλησε νά ἐντάξει τό
παγανιστικό παρελθόν σέ μιά νέα πνευματικότητα ἀνανεώνοντας τίς θρησκευτικές
πεποιθήσεις, εἶχαν ἀσφαλῶς πνευματικές ἀναζητήσεις. Τό πῶς ὁ ἄπειρος καί
τέλειος Θεός γίνεται παθητός, ἦταν παράδοξο καί σκανδάλιζε τούς ἐπηρεασμένους
ἀπό τήν ἑλληνική φιλοσοφία. Τό παράδειγμα τοῦ εἰδωλολάτρη Κέλσου, ὁ ὁποῖος
παρουσιάζεται ἀπό τόν ᾿Ωριγένη νά ἐλέγχει τούς χριστιανούς καί νά «ὀνειδίζει τῷ
σωτῆρι ἐπί τῷ πάθει»(163),
εἶναι ἀντιπροσωπευτικό. ῏Ηταν λοιπόν πολύ φυσικό οἱ Καππαδόκες Πατέρες, πού
εἶχαν, παράλληλα μέ τή θεολογική τους κατάρτηση καί τόν ποιμαντικό τους ζῆλο,
μιά ἄριστη κλασική παιδεία, νά προσπαθήσουν νά φέρουν τόν εἰδωλολατρικό κόσμο
πιό κοντά στόν χριστιανισμό. Χωρίς νά μετατρέψουν τόν ἱερό ἄμβωνα σέ βῆμα
προπαγάνδας ἤ νοσηρῆς ἀντιπαράθεσης, ἤθελαν νά δώσουν μέσα ἀπό τή θεολογία τῶν
ἑορτῶν, πού ἤδη ἀναφέραμε μέ ἀφορμή τήν κατήχηση τῶν χριστιανῶν καί τῶν
αἱρετικῶν, τή δυνατότητα νά ἀνακαλύψουν οἱ εἰδωλολάτρες τόν ἀληθινό Θεό.

῾Η ἑορτή τοῦ χειμερινοῦ ἡλιοστασίου, ὅπου θεωρεῖτο, ὅπως ἀναφέραμε πραπάνω, ὅτι
ὁ ἥλιος ξαναγεννιόταν καί ἄρχιζε τή νικηφόρα πορεία του, σέ συνδυασμό μέ τήν
ἑορτή τῶν Χριστουγέννων δίνει ἀφορμή στόν Γρηγόριο Νύσσης νά μιλήσει γιά τό
ἀληθινό φῶς, τόν ἐνανθρωπήσαντα Χριστό καί τό εὐαγγέλιό του: «῾Ορᾷς ἐπί τό
ἀκρότατον μῆκος προελθοῦσαν τήν νύκτα… ὁρᾷς τήν τοῦ φωτός ἀκτῖνα διαρκεστέραν,
καί ὑψηλότερον τῆς συνηθείας τόν ἥλιον; Νόει τοῦ ἀληθινοῦ φωτός τήν παρουσίαν,
τοῦ τοῖς εὐαγγελικαῖς ἀκτῖσι πᾶσαν τήν οἰκουμένην καταφωτίζοντος»(164).
᾿Εδῶ δέν φαίνεται νά θέλει ὁ ἅγιος Νύσσης νά ἐναντιωθεῖ στήν ἑορτή, ἀλλά
ἐλπίζει τό ἀλληγορικό κήρυγμά του νά ἔχει κάποια ἐπίδραση καί στούς
εἰδωλολάτρες. 

Δέν λείπει ὅμως ἀπό τά κείμενα τῶν Πατέρων καί ἡ αὐστηρή κριτική τῶν
παγανιστικῶν ἐθίμων, ἡ ὁποία γινόταν, ὅπως θά δοῦμε, χάριν τῆς ἀλήθειας ἀλλά
καί τῆς μέριμνάς τους γιά τή διαφύλαξη τῆς χριστιανικῆς ἀρετῆς, πού ἡ ᾿Εκκλησία
ἐπαγγελλόταν στό ποίμνιό της. ῎Ετσι μέ ἀφορμή τίς ἑορτές τῶν Χριστουγέννων καί
τῶν Θεοφανείων ἀναφέρονται καί στηλιτεύονται οἱ παγανιστικές συνήθειες. ῾Ο
Γρηγόριος ὁ Νύσσης ἀναφερόμενος αὐτή τή φορά σέ κάποια ἐκτροπή τοῦ ποιμνίου
του, τό ὁποῖο τήν Κυριακή πρό τῶν Φώτων συμμετεῖχε στήν παγανιστική ἑορτή τῶν
Καλανδῶν, ὀνομάζει τά εἰδωλολατρικά ἔθιμα «ἔξω πλάνην» καί παραπονούμενος στά
πνευματικά του τέκνα λέγει «ἔξω πλάνην ἦτε πλανώμενοι, ὡς ὑπόγυιον ἐπί τῆς
παρελθούσης Κυριακῆς πεποιήκατε, σχετλιάζω πολλά καί τήν σιωπήν ἀσπάζομαι»(165)

Οἱ εἰδωλολατρικές ἑορτές τῶν Καλανδῶν, πού ἦταν ἀπό τίς πιό δημοφιλεῖς στήν
᾿Ανατολή περί τά τέλη τοῦ Δ΄ αἰώνα, δίνουν ἀφορμή καί σέ ἄλλους ἱεράρχες νά
καταδικάσουν τά εἰδωλολατρικά ἔθιμα. ῾Ο ᾿Αστέριος ᾿Αμασείας, γιά παράδειγμα,
ἀντιπαραθέτει τίς δύο ἑορτές τῶν Καλανδῶν καί τῶν Χριστουγγένων τονίζοντας τίς
ἀντιθέσεις τους: «῾Η μέν (τῶν Καλανδῶν) ἐστιν τοῦ ἔξωθεν συρφετοῦ, πολύ
συνάγουσα τοῦ μαμωνᾶ τό ἀργύριον, καί τήν ἄλλην καπηλείαν ἐφελκομένη, τήν
ἀγοραῖόν τε καί ἀνελεύθερον· ἡ δέ (τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου) τῆς ἁγίας καί
ἀληθοῦς θρησκείας, οἰκείωσιν τήν πρός Θεόν, καί τήν κεκαθαρμένου βίου τήν
ἀρετήν ἐκπαιδεύουσα». ῾Η ἀντιπαράθεση αὐτή φανερώνει ἀπό τή μιά μεριά τή
«ματαιότητα τῆς τρυφῆς… τήν μωράν καί βλάπτουσαν τέρψιν» πού ὁδηγεῖ στό
θάνατο, καί ἀπό τήν ἄλλη μεριά τήν καθαρότητα τοῦ βίου πού προσφέρει ἡ
᾿Εκκλησία, τήν ὁποία ἀναγορεύει σέ «ἀληθινή θρησκεία», θέλοντας νά δείξει τό
ψεῦδος τῆς εἰδωλολατρείας(166).

᾿Επίσης ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναφερόμενος στά παγανιστικά ἔθιμα τά ὀνομάζει
«ἑλληνική πλάνη καί μέθη»(167)·
παρακινώντας δέ τούς πιστούς νά ἑορτάζουν τή Γέννηση τοῦ Κυρίου «μή κοσμικῶς,
ἀλλ’ ὑπερκοσμίως…», ἀναφέρει τίς ἁμαρτωλές συνήθειες τῶν εἰδωλολατρῶν πού
διέπρατταν κατά τίς ἑορτές τους. Χοροί, πολυτέλεια ἐνδυμάτων καί μύρων,
πορνεῖες, γαστριμαργίες, οἰνοποσίες, μέθες, μαγγανεῖες εἶναι μερικές ἀπό τίς
ἑορταστικές συνήθειες πού ἀποδίδει στούς εἰδωλολάτρες. Καί προσθέτει: «ταῦτα
μέν ῞Ελλησι παρῶμεν, καί ῾Ελληνικοῖς κόμποις, καί πανηγύρεσιν· οἵ καί θεούς
ὀνομάζουσι κνίσσαις χαίροντας, καί ἀκολούθως τό θεῖον τῇ γαστρί θεραπεύουσι,
πονηροί πονηρῶν δαιμόνων… τυγχάνοντες». ῞Οσον ἀφορᾶ ὅμως ἐμᾶς τούς
χριστιανούς, συνεχίζει, τό ἀντικείμενο τῆς λατρείας μας εἶναι ὁ Θεός Λόγος, καί
ἄν πρέπει νά αἰσθανθοῦμαι κάποιες ἑόρτιες χαρές, θά τίς λάβουμε ἀπό τό θεῖο
λόγο καί ἀπό τό νόημα τῆς ἑορτῆς· «κἄν δέῃ τρυφᾶν, ἐν λόγῳ τρυφήσωμεν καί θείῳ
νόμῳ καί διηγήμασι τοῖς τε ἄλλοις καί ἐξ ὧν ἡ παροῦσα πανήγυρις…»(168).

᾿Εξ ἄλλου ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ἐγκρατέστατος τῆς ἑλληνικῆς παιδείας καί γνώστης
τῆς παγανιστικῆς ἰδεολογίας, δίδει μιά ὁλοκληρωμένη κριτική τῆς εἰδωλολατρικῆς
θρησκείας, τῆς ὁποίας οἱ βασικές θέσεις εἶναι: Κάθε τελετή καί μυστήριο
εἰδωλολατρικό εἶναι «λῆρος… δαιμόνων εὕρημα σκοτεινόν, καί διανοίας ἀνάπλασμα
κακοδαίμονος»(169).
Οἱ θεοί τους ἀπορρίπτονται λόγῳ τῆς φαύλης ὑπο στάσεώς τους· «Οὐ Διός ταῦτα
γοναί καί κλοπαί, τοῦ Κρητῶν τυράννου, κἄν ῞Ελληνες ἀπαρέσκονται… οὐδέ
Διόνυσος ταῦτα, καί μηρός, ὠδίνων ἀτελές κύημα, ὥσπερ ἄλλο τι κεφαλή
πρότερον… οὐδέ ᾿Αφροδίτης πορνικά μυστήρια, τῆς αἰσχρῶς, ὡς αὐτοί λέγουσι,
καί γεννωμένης καί τιμωμένης…»(170).
Οἱ δῆθεν θεῖες ἐμφανίσεις καί θαυματουργίες εἶναι ψεῦδος· «Ποῦ δέ θήσεις τήν
Πέλοπος κρεουργίαν, πεινῶντας θεούς ἑστιῶσαν, καί φιλοξενίαν πικράν καί
ἀπάνθρωπον… οὐδέ Θρακῶν ὄργια ταῦτα, παρ᾿ ὧν καί τό θρησκεύ ειν, ὡς λόγος…
οὐδέ ᾿Ορφέως τελεταί καί μυστήρια, ὅν τοσοῦτον ῞Ελληνες ἐν σοφίᾳ ἐθαύμασαν…»(171).
Οἱ τελετές καί πανηγύρεις τους μετέχουν «τῆς κακοδαιμονίας ἐφ’ ἅπασιν» καί ὅσοι
μετέχουν σ᾿ αὐτές εἶναι «βδελυκτότεροι τῆς εὐτελείας τῶν προσκυνουμένων καί
σεβομένων…»(172).
Τέλος ἡ πλάνη τους εἶναι τόσο μεγάλη καί δαιμο νική, ὥστε γιά τίς ἁμαρτίες καί
τά πάθη τους θεωροῦν τούς θεούς συνηγόρους, «ἵνα μή μόνον ἀνεύθυνον τό
ἁμαρτάνειν, ἀλλά καί θεῖον νομίζεται» (173).

᾿Ασφαλῶς μιά τέτοια κριτική σκόπευε νά ἀποκαθηλώσει τήν εἰδωλολατρία ἀπό τό
ὕψος μιᾶς ἀνώτερης θρησκείας καί εἶχε ὡς ἀποδέκτες καί τούς εἰδωλολάτρες καί
τούς χριστιανούς· τούς μέν γιά νά ἀντιληφθοῦν τό μέγεθος τῆς πλάνης τους, τούς
δέ γιά νά διακρίνουν τήν ἀλήθεια ἀπό τό ψεῦδος, τή σωτηρία ἀπό τήν ἀπώλεια. ῾Η
ἀλήθεια καί ἡ σωτηρία δίδεται ἀπό τόν Κύριο, ἀλλά προϋποθέτει, ὅπως συμπληρώνει
ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ἀγώνα καί καθαρότητα: «Τέως δέ καθαιρώμεθα καί προτελώμεθα
τῷ Λόγῳ, ἵν᾿ ὅτι μάλιστα αὐτούς ἡμᾶς εὐεργετῶμεν, θεοειδεῖς ἐργαζόμενοι, καί
ἥκοντα τόν Λόγον ὑποδεχόμενοι· οὐ μόνον δέ, ἀλλά καί κρατοῦντες, καί τοῖς
ἄλλοις προφαίνοντες»(174)

Τέλος ὁ ᾿Αμφιλόχιος ᾿Ικονίου θεωρεῖ ὅτι οἱ εἰδωλολάτρες ἔχουν πολλά νά
ὠφεληθοῦν ἀπό τούς χριστιανούς, «τόν νέον καί ἐκλεκτόν λαόν», βλέποντας «ὅσῳ
κάλλει κεκόσμηται πνευματικῷ, ὅσῃ λαμπρότητι καταυγάζει τόν κόσμον». ῾Ο Θεός
ἐπέτρεψε στούς χριστιανούς νά εἶναι «μεμιγμένοι ἐν τοῖς ἔθνεσιν», ὥστε νά
διαπιστώνεται ἀπό τούς ἐθνικούς «πόσον ἰσχύει Πνεύματος ἁγίου συνοίκησις». Γι’
αὐτό ὁ ἱερός Πατήρ, ἀπευθυνόμενος στό ποίμνιό του λέγει, ἐπαναλαμβάνοντας τόν
᾿Απόστολο Παῦλο (Α΄ Κορ. 5, 68): «Οὕτω δέ πολιτευσάμενοι γενησόμεθα ζύμη ἁγία,
καί δι᾿ ἡμῶν ζημωθήσεται ὁ κόσμος εἰς σωτηρίαν»(175).

᾿Επίλογος

᾿Από τήν ἀνωτέρω σύντομη ἱστορικοθεολογική θεώρηση πού ἐπιχειρήσαμε, μποροῦμε
συμπερασματικά νά ποῦμε: Οἱ ἑορτές τῶν Χριστουγέννων καί τῶν Θεοφανείων μέχρι
τόν Δ΄ αἰώνα ἑορτάζονταν ἀπό κοινοῦ. Τό 330 γιά πρώτη φορά στή Ρώμη ἄρχισε νά
ἑορτάζεται στίς 25 Δεκεμβρίου ἡ Γέννηση τοῦ Κυρίου ξεχωριστά ἀπό τήν ἑορτή τῶν
Θεοφανείων, ἡ ὁποία συνέχισε νά ἑορτάζεται στίς 6 ᾿Ιανουαρίου καί ἔλαβε ἔκτοτε
χαρακτήρα βαπτισματικό. Σταδιακά μέχρι τά μέσα τοῦ ΣΤ΄ αἰώνα ὅλες οἱ τοπικές
᾿Εκκλησίες υἱοθέτησαν ὁριστικά αὐτή τή διάκριση τοῦ ἑορτασμοῦ. ῾Η ἀνάλυση τῶν
πατερικῶν ὁμιλιῶν γιά τίς δύο αὐτές ἑορτές δείχνει ὅτι τό κέντρο τῆς λατρείας
τῆς ᾿Εκκλησίας, κατά τόν Δ΄ τουλάχιστον αἰώνα, ἦταν τό γεγονός τῆς
ἐνανθρωπήσεως τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο συνοψιζόταν στήν ὁμολογία ὅτι ὁ Θεός
Λόγος «ἐνηνθρώπησεν ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν»(176).
Οἱ ἱεροί Πατέρες ἐκστασιασμένοι μπροστά στό μυστήριο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως
διδάσκουν τούς πιστούς τή θεολογία τοῦ μυστηρίου. Τό ἰδεολογικό πλαίσιο τῆς
ἐποχῆς ἀπαιτοῦσε ἀντιμετώπιση τῶν αἱρετικῶν καί εἰδωλολατρῶν. ῾Ο πανηγυρισμός
τῶν δύο μεγάλων αὐτῶν ἑορτῶν ἀποτέλεσε τήν κατάλληλη εὐκαιρία νά ἐκθέσουν
ἐμμέσως πλήν σαφῶς τήν πίστη τῆς ᾿Εκκλησίας στή σύνοδο τῆς Νικαίας, ἀπαντώντας
ἔτσι στούς διαφόρους αἱρετικούς. Τούς εἰδωλολάτρες ἀντιμετώπισαν μέ αὐστηρότητα
ἀλλά καί μέ οἰκοδομητική διάθεση, ἀφοῦ ὁ Θεός Λόγος σαρκώθηκε γιά τή σωτηρία
ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας. Πάνω ἀπ’ ὅλα ὅμως οἱ Πατέρες ἀπαιτοῦσαν καθαρότητα
ζωῆς, ἀπαραίτητη γιά τήν οἰκείωση ὅσων προσέφερε ὁ ἐνανθρωπήσας Χριστός.

Οἱ ἑορτές τῶν Χριστουγέννων καί τῶν Θεοφανείων δέν προσφέρονται γιά σκέψεις
εὐσεβεῖς καί ἀναλύσεις συναισθηματικές, ἀλλά γιά νά συνειδητοποιήσουμε τή
ζωτική σημασία τους καί νά μετάσχουμε στά ἑορταζόμενα γεγονότα· νά βιώσουμε ὅτι
ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος γιά τή δική μας σωτηρία, ὅτι μᾶς ἔδωσε μιά νέα ζωή, πού
εἶναι ἡ δυνατότητα νά γίνουμε θεοί κατά χάριν.

Κάθε ἐκκλησιαστική ἑορτή εἶναι ἀνάμνηση ἑνός θείου γεγονότος, ἀνάμνηση ὅμως πού
ἐνῶ ἔγινε στό παρελθόν ἐφάπαξ, φανερώνεται, βιώνεται καί ἑορτάζεται μυστηριακῶς
στό παρόν καί μᾶς δίνει τή δυνατότητα νά μετέχουμε βιωματικά σ᾿ αὐτό, δηλαδή ὡς
αὐτόπτες μάρτυρες. Καί ἐν προκειμένῳ μποροῦμε νά γίνουμε μάρτυρες τῆς θείας
Ἐπιφανείας, νά γίνουμε οἱ ἴδιοι «θεοφανικό γεγονός», πράγμα ἄλλωστε πού
ἀποτελεῖ καί τό σκοπό τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως. 

Γι’ αὐτό τελειώνοντας θά ἤθελα νά κλείσω μέ τά λόγια τοῦ ἁγίου Γργηγορίου τοῦ
Θεολόγου. ᾿Αδελφοί καί πατέρες «τοίνυν ἑορτάζωμεν, μή πανηγυρικῶς, ἀλλά θεϊκῶς·
μή κοσμικῶς, ἀλλ᾿ ὑπερκοσμικῶς· μή τά ἡμέτερα, ἀλλά τά τοῦ ἡμετέρου, μᾶλλον δέ
τά τοῦ δεσπότου· μή τά τῆς ἀσθενείας, ἀλλά τά τῆς ἰατρείας· μή τά τῆς πλάσεως,
ἀλλά τά τῆς ἀναπλάσεως»(177).

Εἶναι πολύ πιθανόν ὁ κοινός ἑορτασμός τῆς 6ης ᾿Ιανουαρίου νά ὀφείλεται στίς
χριστιανικές ἀντιλήψεις πού ἐπικρατούσαν τούς πρώτους μετά Χριστόν αἰῶνες. ῾Η
χριστιανική ἀντίληψη γιά τόν ἄνθρωπο καί τήν ἀνθρώπινη ζωή, ἰδιαίτερα κατά τήν
ἐποχή τῶν μαρτυρίων καί τῶν ἰσχυρῶν ἐσχατολογικῶν ἐνθουσιασμῶν, δέν ἔδινε τόσο
σημασία στήν σωματική γέννηση καί στήν ἐν γένει σωμα-τική ζωή ὅσο στήν πνευματική
γέννηση, πού θεωρεῖτο ἡ βάπτιση, καί στό σωματικό θάνατο ὡς γέννηση γιά τήν
αἰώνια πνευματική ζωή, γι’ αὐτό καί ὁ θάνατος κατ’ ἀρχάς τῶν μαρτύρων καί στή
συνέχεια ὅλων τῶν ἁγίων ὀνομαζόταν γενέθλιος ἡμέρα (natalitia). Συνεπῶς ἡ ἡμέρα
τῆς γεννήσεως δέν θεωρεῖτο ἡμέρα μεγάλης χαρᾶς ἐπειδή γεννήθηκε ἕνας ἀκόμη
ἁμαρτωλός, ὁ ὁποῖος μόνο μέ τή βάπτισή του εἶχε τή δυνατότητα πνευματικῆς
ἀναγεννήσεως καί γι᾿ αὐτό ἡ ἡμέρα τῆς βαπτίσεως ἀποτελοῦσε ἡμέρα χαρᾶς. Χωρίς
τή βάπτιση οἱ χριστιανοί θά μποροῦσαν νά ἐπαναλαμβάνουν τούς λόγους τοῦ ᾿Ιώβ
«ἀπόλοιτο ἡ ἡμέρα, ἐν ᾖ ἐγεννήθην» . Mέ αὐτές τίς χριστιανικές ἀντιλήψεις
πιστεύω ὅτι δικαιολογεῖται γιατί οἱ χριστιανοί τῶν πρώτων αἰώνων δέν
αἰσθάνονταν τήν ἀνάγκη νά θεωρήσουν ἰδιαίτερη ἑορτή τήν ἡμέρα τῆς Γεννήσεως τοῦ
Κυρίου καί νά τήν ἑορτάσουν ξεχωριστά, ἀλλά τήν συνεόρταζαν μέ τό σπουδαῖο
γεγονός τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου. 



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. ΙΩ.
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Πρός τούς ἀπολιμπανομένους τῶν θείων συνάξεων, PG 49, 365. 

2. J.
C. MCCOLISTER, The Christian book of Why, London 2000, σ. 205. J. M. GOLBY, The
Making of the modern Christmas, London 2000, σ. 234. D. L. JEFFREY,
“Christmas”, A Dictionary of Tradition in English Literature, Grand Rapids,
Mich: W. B. Eerdmans, 1992. 

3. ῾Η
ἡμερομηνία Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι γνωστή. Tά εὐαγγέλια δέν ἀναφέρουν
οὔτε τήν ἡμέρα οὔτε τό μήνα Γεννήσεως. Tό ἐνδιαφέρον γιά τόν προσδιορισμό τῆς
ἡμερομηνίας τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἀναπτύχθηκε σταδιακά μετά τόν τρίτο
αἰώνα, ἄν καί ἀκόμη μετά τό 410 βλέπουμε τόν ἅγιο ῾Ιερώνυμο νά ἀντιτίθεται σέ
μιά τέτοια προσπάθεια (βλ. Σχόλια ᾿Ιεζεκιήλ, PL 25, 18) . ᾿Από τήν πλούσια
σχετική βιβλιογραφία βλ. ἐνδεικτικῶς D. L. JEFFREY, “Christmas”, A Dictionary
of Tradition in English Literature, αὐτόθι. Δ. ΑΝΑΤΟΛΙΚΙΩΤΗ, «῾Η πραγματική
ἡμερομηνία τῆς τοῦ Χριστοῦ Γεννήσεως», Συμβολή εἰς τήν τάξιν τῆς ὀρθοδόξου
λατρείας, 15 (2006), σσ. 17-28. Σ. ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ-Μ. ΔΑΝΕΖΗΣ, Στά ἴχνη τοῦ Ι.Χ.Θ.Υ.Σ.,
᾿Αθήνα 2000, σσ. 532-557, ὅπου παρατίθεται ἡ σχετική ἐπιχειρηματολογία καί
πλούσια βιβλιογραφία. Βλ. ἐπίσης τό λῆμμα “Christmas” στίς ἐγκυκλοπαίδειες New
Catholic Encyclopedia καί World Book Encyclopedia. 

4. Σ.
ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ-Μ. ΔΑΝΕΖΗ, Στά ἴχνη τοῦ Ι.Χ.Θ.Υ.Σ., σσ. 532-533. Βλ. τό λῆμμα
“Birthday”, στό Unger’s Bible Dictionary, Moody Press 1974.

5. Βλ.
CH. PANATI, Sacred origins of profound things: The stories behind the rites and
rituals of the word’s religions, Penguin publications (χωρίς ἡμερ.), σ. 216. ῾Ο
ἀπολογητής ᾿Αρνόβιος ὁ πρεσβύτερος (Γ΄-Δ΄αἰ.) ἀπό τή Νουμιδία σέ ἔργο του «Κατά
᾿Εθνικῶν» ἀναφέρει ὅτι δέν εἶναι ἴδιον ἑνός Θεοῦ νά γεννιέται μιά συγκεκριμένη
ἡμερομηνία ὡς ἁπλός ἄνθιρωπος (Arnobius, Disputationes adversus Nationes,
Philologische Wochenschrift, Leipzig 1935, 1082-84 παρά Σ. ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ-Μ. ΔΑΝΕΖΗ,
Στά ἴχνη τοῦ Ι.Χ.Θ.Υ.Σ., σ. 532). 

6. Βλ.
τό λῆμμα “Birthday” στήν ἐγκυκλοπαίδεια McClintock and Strong. Aug. Neander,
The history of the christian religion and Church during the three first
centuries, σ. 190.

7. J.
C. MCCOLISTER, The Christian book of Why, ὅ. π. σ. 205. J. M.GOLBY, The Making
of the modern Christmas, ὅ. π. σ. 234. ῾Ο ᾿Ωριγένης συχνά χρησιμοποιεῖ τίς
λέξεις γενέθλια, γενεθλιαλογία συνδυάζοντας τή χρήση τους πάντοτε μέ
παγανιστικά παραδείγματα. Γιά παράδειγμα ἡ λέξη γενέθλια συνδυάζεται μέ τήν
«ἀπατηλό γενεθλιαλογία» (Κατά Κέλσου, 6, LXXX, BEΠΕΣ 9, σ. 113 (PG
11,………..), ἐννοώντας τή μαντική χρήση τῆς γενέθλιας ἡμέρας ὡς μέσο
πρόβλεψης μέ τή βοήθεια τῶν πλανητῶν. ῾Η «γενεθλιαλογία» μέ τήν ἔννοια τῆς
σημερινῆς «ἀστρολογίας» καταδικάζεται ἀπό τήν ᾿Εκκλησία (βλ. λϛ΄ κανών τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου). 

8. Α.
ΝEANDER, The history of the christian religion and Church during the three
first centuries, London (χωρίς ἡμερ.), σ. 190. D. L JEFFREY, “Christmas”, A
Dictionary of biblical tradition in English Literature, Grand Rapids, Mich.: W.
B. Eerdmans, 1992. Εἶναι ἀξιοπαρατήρητο ὅτι οἱ σαφεῖς ἀναφορές σέ γενέθλια στά
βιβλικά κείμενα ἀφοροῦν μόνο εἰδωλολάτρες. Βλ. σχετικά τά χωρία Γεν. 40,20
(γενέθλια τοῦ Φαραώ)· Β΄ Μακ. 6,7 (μηνιαῖος ἑορτασμός γενεθλίων τοῦ ᾿Αντιόχου
Δ΄)· Μάρκ. 6, 21 (δεῖπνο γιά τά γενέθλια τοῦ ῾Ηρώδη ᾿Αντίπα).

9. J.
F. KELLY, The origins of Christmas, Liturgical Press 2004, σ. 53.

10. Βλ.
ἐνδεικτικά ᾿Ιω. 1,14· ῾Εβρ. 1,6.

11. ῾Ο
Κλήμης ὁ ᾿Αλεξανδρεύς, ὁ μοναδικός, ἀπ’ ὅ,τι ἐρευνήσαμε, ἐκτός ἀπό τόν
᾿Ωριγένη, ἐκκλησιαστικός συγγραφέας πού χρησιμοποιεῖ κατά τόν Β΄ αἰώνα τή λέξη
γενέθλια, δέ φαίνε-ται νά ἀντιμετωπίζει πρόβλημα στό συνδυασμό τῆς ἔννοιας τῆς
γενέθλιας ἡμέρας μέ τή χριστια-νική διδασκαλία: «᾿Επεί δε γενεθλίου ἡμέρας
εἰκών ἡ ἀνατολή κακεῖθεν τό φῶς αὔξεται ἐκ σκότους λάμψαν τό πρῶτον, ἀλλά καί
τοῖς ἐν ἀγνοίᾳ καλινδουμένοις ἀνέτειλεν γνώσεως ἀληθείας ἡμέρα» (Στρωματεῖς,
VII, VII, PG 9, 416A). ᾿Εδῶ φαίνεται σαφῶς ἡ διαφορά μέ τήν ὁποία γινόταν
ἀντιληπτή στήν ᾿Εκκλησία ἡ γέννηση ἤ τά γενέθλια τῶν (φαύλων) ἀνθρώπων ἀπό τή
Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἤ τή γενέθλια ἡμέρα ὡς γενική ἔννοια. ᾿Ακόμη καί ὁ
᾿Ωριγένης, ὁ ὁποῖος, ὅπως εἴδαμε, συνδυάζει τόν ἑορτασμό τῶν γενεθλίων μέ τόν
παγανισμό, τιμᾶ καί ξεχωρίζει τή Γέννηση τοῦ Κυρίου: «Εἰκός οὖν καί κατά τήν
τοῦ ᾿Ιησοῦ γένεσιν, ἐπί “πλῆθος στρατιᾶς οὐρανίου”, ὡς ὁ Λουκᾶς ἀνέγραψε κἀγώ
πείθομαι, ᾔνεσε τόν Θεόν καί ἔλεγε· “δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη,
ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία”, διά τοῦτο οἱ δαίμονες ἠτόνησαν καί ἐξησθένησαν,
ἐλεγχθείσης αὐτῶν τῆς γοητείας καί καταλυθείσης τῆς ἐνεργείας… ὑπό τῆς ψυχῆς
τοῦ ᾿Ιησοῦ καί τῆς ἐν αὐτῷ θειότητος» (Κατά Κέλσου, A, LX, BEΠΕΣ 9, σ. 113 (PG
11, 769BC).

12. J.
F. KELLY, The origins of Christmas, ὅ. π., σ. 53.

13. ῞Οπως
καταγράφεται στά Ματ. 1,8 κ. ἑξ.· Λουκ. 2,1-7· Φιλ. 2, 6-7 κ. ἀ.

14. Πουθενά
στήν Καινή Διαθήκη δέν συναντᾶται κάποια σχετική ἀπαγόρευση, ἀντιθέτως ὁ
᾿Απόστολος Παῦλος ἀναφέρει: «Μή οὖν τις ὑμᾶς κρινέτω ἐν βρώσει ἤ ἐν πόσει ἤ ἐν
μέρει ἑορτῆς» (Κολ. 2,16).

15. Οἱ
Σ. ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ-Μ. ΔΑΝΕΖΗΣ (Στά ἴχνη τοῦ Ι.Χ.Θ.Υ.Σ., ὅ. π. σ. 533) ἀναφέρουν: «Τό
οὐσιαστικό πρόβλημα ἀνέκυψε ὅταν ὁ πάπας Τελεσφόρος (125-136 μ. Χ.), γιά πρώτη
φορά γύρω στό 135 μ.Χ., ἀποφάσισε νά μνημονεύσει τό ἰδιαίτερο γεγονός τῆς
ἔλευσης τοῦ Θεανθρώ-που στόν κόσμο, θεσπίζοντας τή γιορτή τῶν Χριστουγέννων,
ἐπί βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα ᾿Αδριανοῦ (117-138 μ.Χ.)». Πρβλ. A. COLINS,
Stories behind the Great traditions of Christmas, Zondervan 2003, σσ.
12-13. 

16. J.
G. R. FORLOG, “Christmas”, Encyclopedia of religions of faiths of man,
Kessinger Publishing 2003, c 1906, 459.

17. J.
I. PACKER, Nelson’s illustrated manners and customs of the Bible, Thomas Nelson
1977, σ. 40. Σ. ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ-Μ. ΔΑΝΕΖΗ, Στά ἴχνη τοῦ Ι.Χ.Θ.Υ.Σ., σ. 533.

18. F.
L. CROSS, “Christmas”, The Oxford Dictionary of the Christian Church, London
1957, σ. 277.

19. Οἱ
μαρτυρίες ἀναφέρουν ὅτι ἡ γενέθλιος ἡμέρα τοῦ Σωτῆρος ἀπό μερικούς ἑορταζόταν
τόν μῆνα Μάιον (Κλήμης ὁ ᾿Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς Ι, ΧΧΙ, PG 8, 884ΑΒ, 888ΑΒ),
καί ἀπό ἄλλους ἑορταζόταν τήν ἕκτη ᾿Ιανουαρίου (Παῦλος ᾿Εμέσης, ῾Ομιλία
λεχθεῖσα κθ΄ Χοιάκ ἐν τῇ μεγάλῃ ἐκκλησία ᾿Αλεξανδρείας, καθημένου τοῦ μακαρίου
Κυρίλλου, εἰς τήν γέννησιν τοῦ Κυρίου καί Σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, PG 77,
1433, 1437). 

20. Γιά
τήν ἱστορική ἐξέλιξη τῶν ἑορτῶν βλ. F. SMIRNOV, Proishoždenie i značenie
prazdnika Roždestva Hristova, Kiev 1883. Μ. SKABALLANOVIČ, Hristianskie
prazdniki. Roždestvo Hristovo, Kiev 1916, σσ. 177-182. H. KELLNER, Heortologie
oder das Kirchenjahr und die Heiligenfeste in ihrer geschichtlichen
Entwicklung, Freiburg 1911, σσ. 82-106. B. BOTTE, Les origines de la Noël et de
l’ Epiphanie, Louvain, Mont César 1932. L. MIRKOVIĆ, Heortologija ili
istorijski razvitak i bogosluženje praznika pravoslane istočne Crkve, Beograd
1961, σσ. 83-95, 105-111. 

21. ΕΦΡΑΙΜ
ΣΥΡΟΥ, Sermo in trasfigurationem domini et dei salvatoris nostri Jesu Christi,
ἔκδ. Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας, Θεσσαλονίκη 1998, 24,4-25,5 (μετφρ. ἀπό τήν
πρωτότυπη ἔκδ. DUP. ASSEMANI, Sancti patris nostri Ephraem Syri opera Omnia,
vol. 2, Rome 1732). ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Κατά αἱρέσεων, II, I, PG 41, 921CD-922A.

22. ῾Η
ἔκφραση dies epiphaniarum sive manifestationum ἦταν γνωστή ἀκόμα καί στούς
εἰδωλο-λάτρες. Βλ.Ammianus Marcellinus, 21, 2 παρά L. MIRKOVIĆ, Heortologija,
σ. 105.

23. «Οἱ
δέ ἀπό Βασιλείδου καί τοῦ βαπτίσματος αὐτοῦ τήν ἡμέραν ἑορτάζουσι,
προδια-νυκτερεύοντες ἀναγνώσι…» ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΩΣ, Στρωματεῖς Ι, ΧΧΙ, PG
8, 888Α. Πρβλ. Μ. SKABALLANOVIČ, Hristianskie prazdniki, σ. 178. 

24. ΩΡΙΓΕΝΟΥΣ,
Κατά Κέλσου Α΄, Η΄, ΧΧΙΙ, ΒΕΠΕΣ 10, σ. 191. (PG 11,1549C-1552Β).

25. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΝΕΟΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Εἰς τά ἅγια Θεοφάνεια (ἀμφ.), PG 10, 1177-1189.

26. ΤΗ.
RUINART, Acta martyrum. Passio sancti Philippi Heracleae, Pers secunda,
Augustae Vindelicorum MDCCII, σ. 438.

27. L.
MIRKOVIĆ, Heortologija, σ. 106.

28. ΕΦΡΑΙΜ
ΣΥΡΟΥ, Sermo in trasfigurationem domini et dei salvatoris nostri Jesu Christi,
ὅ. π., 24,4-25,5. 

29. Ιtinerarium
Aetheriae, ἔκδ. Sources Chrétiennes (στό ἑξῆς S C) 21, σσ. 202 κ. ἑξ. Βλ. H.
PÉTRÉ, Introduction, αὐτόθι, σσ. 63 κ. ἑξ.

30. Ammianus
Marcellinus, Rerum Gestarum XXI, 2, 5, παρά A. G. MARTIMORT, L’ Église en
prière. Introduction à la Liturgie, Desclée, Paris 1961, σ. 729.

31. παρά
L. MIRKOVIĆ, Heortologija, σ. 107.

32. Βλ.
H. STERN, Le calendrier de 354. Étude sur son texte et sur ses illustrations,
Paris 1953. ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Πατρολογία Β΄, ᾿Αθήνα 1990, σσ. 178-179. H.
Kellner, Heortologie, σ. 87, 92. A. G. MARTIMORT, L’ Église en prière, σ. 728.
L. MIRKOVIĆ, Heortologija, σ. 85. ῾Ο Β. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ ἀναφέρει (᾿Εκκλησιαστική
῾Ιστορία, ᾿Αθῆναι 1959, σ. 313) ὅτι «ἡ ἐκκλησια-στική ἑορτή τῶν Χριστουγέννων
τῆς 25ης Δεκεμβρίου εἰσήχθη περί τό 335 ἐν Ρώμῃ… ᾿Εκ τῆς Ρώμης… μετεδόθη
εἰς τήν ἐπίλοιπον Δύσιν καί εἰς τήν ᾿Ανατολήν». ῾Η ὕπαρξη ἀρχαίων ὕμνων μέ
χριστουγενιάτικη θεματολογία μᾶς ὁδηγοῦν στήν ὑπόθεση ὅτι τά πρῶτα βήματα πού
ὁδή-γησαν στόν ἑορτασμό ἔγιναν κατά τόν Γ΄ αἰώνα. Βλ. ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ,
Πατρολογία, τόμ. Α΄, ᾿Αθήνα 1982, σ. 474: «῾Ο πάπυρος Rainer 542 παραδίδει
τρεῖς ἀρχαίους ὕμνους, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν μᾶλλον στόν Γ΄ αἰώνα, ἀφοῦ ὁ πάπυρος
εἶναι τῶν ἀρχῶν τοῦ Δ΄… Πιθανόν νά πρόκειται γιά ὕμνο στά Χριστούγεννα: ῾Ο
γεννηθείς ἐν Βηθλεέμ / καί ἀνατραφείς ἐν Ναζαρέτ / καί οἰκήσας ἐν τῇ
Γαλιλαίᾳ… Ποιμένες ἀγραυλοῦντες / ἐθαύμασαν οὖν / γονυπεσόντες ἔλεγον…».

33. F.
SMIRNOV, Proishoždenie i značenie, σ. 179. A. G. MARTIMORT, L’ Église en
prière, σ. 728. PH. SCHAFF – D. SCHLEY SCHAFF, History of the christian Church,
vol. III, σ. 233. J. F. KELLY, The origins of Christmas, ὅ. π., σσ. 68-70. Σ.
ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ-Μ. ΔΑΝΕΖΗ, Στά ἴχνη τοῦ Ι.Χ.Θ.Υ.Σ, σσ. 536-537.

34. H.
KELLNER, Heortologie, σ. 99. PH. SCHAFF, History of the christian Church, vol.
I: Apostolic Christianity A. D. 1-100, σσ. 80, 294 vol. III: Nicene and
Post-Nicene Christianity A. D. 311-600, σσ. 232-233. W. MCAFEE, Tά πέντε μεγάλα
ζωντανά θρησκεύματα, μτφρ. Σ. ᾿Αγουρίδη, ῎Αρτος Ζωῆς, ᾿Αθήνα 2001, σ. 192. Σ.
ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ-Μ. ΔΑΝΕΖΗ, Στά ἴχνη τοῦ Ι.Χ.Θ.Υ.Σ., σσ. 535-536. Γιά τίς ἑορτές τῶν
ἡλιοστασίων Βλ. ἐπίσης Σ. ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ-Μ. ΔΑΝΕΖΗ, Μετρώντας τόν ἄχρονο χρόνο. ῾Ο
χρόνος στήν ᾿Αστρονομία, ᾿Αθήνα, 1994.

35. Γιά
τόν ἴδιο πιθανότατα λόγο ἐπιλέχθηκε ἀργότερα τό θερινό ἡλιοστάσιο (24 ᾿Ιουνίου)
γιά τήν ἑορτή τοῦ γενεθλίου τοῦ Βαπτιστοῦ ᾿Ιωάννη, ὡς ἡ καταλληλότερη
ὑπενθύμιση τῶν λόγων του «ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμέ δέ ἐλαττοῦσθαι» (᾿Ιω.
3,30). Βλ. PH. SCHAFF, History of the christian Church, αὐτοθι.

36. Πρβλ.
Ζαχ. 6,12: «ἀνατολή ὄνομα αὐτῷ»· Ψαλ. 18,6: «ἐν τῷ ἡλίῳ ἔθετο τό σκήνωμα
αὐτοῦ».

37. Προτρεπτικός
πρός ῞Ελληνας, 9, PG 8, 196B.

38. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ
ΚΑΡΘΑΓΕΝΗΣ, De orat. Dom. 35.

39. PL
17, 637.

40. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος ΛΘ΄ εἰς τά ἅγια Φῶτα, PG 36, 336A, 392A.

41. ῎Εκδοσις
ἀκριβής ὀρθοδόξου πίστεως 85, ἔκδ. B. Kotter, σ. 190 (PG 94, 1133….)

42. Στιχηρόν
᾿Ιδιόμελον Λιτῆς ῾Εσπερινοῦ ἑορτῆς Χριστουγέννων, Μηναῖον Δεκεμβρίου, ἔκδ. …,
σ. 386.

43. Τροπάριον
῾Εσπερινοῦ ἑορτῆς Χριστουγέννων, αὐτόθι, σ. 383.

44. ᾿Απολυτίκιον
ἑορτῆς Χριστουγέννων, αὐτόθι, σ. 387.

45. J.
MOSSAY, Les fêtes de Noël et d’ Épiphanie d’ après les sources littéraires
cappadociennes du IVe siècle, Louvain: Abbaye du Mont César 1965, σ. 2. Παρ’
ὅλα αὐτά ὁ πάπας Γρηγόριος ὁ Μέγας (590-640) πίστευε ὅτι «αἱ ἑορταί τῶν ἐθνικῶν
πρέπει νά μετατραπῶσι βαθμιαίως εἰς χριστιανικάς» παρά Σ. ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ-Μ. ΔΑΝΕΖΗ,
Στά ἴχνη τοῦ Ι.Χ.Θ.Υ.Σ, σ. 535.

46. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΝΥΣΣΗΣ, ᾿Επιστολή Δ΄ Πρός Εὐσέβιον, PG 46, 1025Α.

47. L.
MIRKOVIĆ, Heortologija, σ. 86.

48. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Εἰς τόν μέγαν Βασίλειον ἐπιτάφιος, PG 36, 561C-564A.

49. Αὐτόθι,
561C.

50. PG
36, 312.

51. Αὐτόθι,
313C.

52. Μ.
SKABALLANOVIČ, Tolkovii tipikon, I, Kiev 1910, σ. 300. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Hristianskie
prazdniki, σ. 180.

53. PG
31, 1457-1476. Πρβλ. Σ. ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ-Μ. ΔΑΝΕΖΗ, Στά ἴχνη τοῦ Ι.Χ.Θ.Υ.Σ., ὅ. π., σ.
537.

54. Βλ.
Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, ῾Ελληνική Πατρολογία, τόμ. Δ΄, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 53. ΣΤ.
ΠΑΠΑΔΟ-ΠΟΥΛΟΥ, Πατρολογία Β΄, σ. 400. 

55. Γιά
τή χρονολόγηση τοῦ ἔργου βλ. J. DANIELOU, «La chronologie des sermons de
Grégoire de Nysse», Revue des sciences religieuses, 29 (1955), σ. 351. J.
QUASTEN, Initiation aux Pères de l’ Église, III, Paris 1963, σ. 397. ΣΤ.
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Πατρολογία Β΄, σ. 621. Η. ΜΟΥΤΣΟΥ-ΛΑ, «Γρηγόριος Νύσσης
(335/340-395/400)», Βιβλιοθήκη ῾Ελλήνων Πατέρων καί ᾿Εκκλησιαστι-κῶν Συγγραφέων
(ΒΕΠΕΣ) 65 , σ. 299.

56. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΝΥΣΣΗΣ, ᾿Επιτάφιος Λόγος εἰς τόν ἴδιον ἀδελφόν τόν Μ. Βασίλειον, PG 46,
788C-789A. Βλ. H. KELLNER, Heortologie, σ. 84. L. MIRKOVIĆ, Heortologija, σ.
87. Βλ. καί Β. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ, ᾿Εκκλησιαστική ῾Ιστορία, ὅ. π., σ. 778: «376
(περίπου) καθιεροῦται καί ἐν ᾿Ανα- τολῇ ὁ ἑορτασμός τῶν Χριστουγέννων κατά τήν
25ην Δεκεμβρίου». 

57. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΝΥΣΣΗΣ, ᾿Εγκώμιον εἰς τόν ἅγιον Στέφανον τόν Πρωτομάρτυρα, PG 46, 701C-704A.
Γιά τήν ἱστορική ἐξέλιξη τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Στεφάνου βλ. L. MIRKOVIĆ,
Heortologija, σσ. 96-98.

58. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΝΥΣΣΗΣ, ᾿Εγκώμιον ἕτερον εἰς τόν ἅγιον Στέφανον τόν Πρωτομάρτυρα, PG 46, 721Α.

59. Αὐτόθι,
721Α, 729Β. Τό θέμα τῆς διαδοχῆς τῶν λειτουργικῶν ἑορτῶν συνατοῦμε καί στόν
᾿Αστέριο ᾿Αμασείας (᾿Εγκώμιιον εἰς τούς ἁγίους κορυφαίους ἀποστόλους Πέτρον καί
Παῦλον, PG 40, 264-300). Πρβλ. J. MOSSAY, Les fêtes, σσ. 18-19.

60. Γιά
τήν αὐθεντικότητα τῆς ὁμιλίας καί τήν ἡμερομηνία ἐκφωνήσεως βλ. J. QUASTEN,
Initiation aux Pères de l’ Église, III, σ. 395. J. MOSSAY, Les fêtes, σ. 12. Π.
ΧΡΗΣΤΟΥ, ῾Ελληνική Πατρολογία, τόμ. Δ΄, σ. 178. ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Πατρολογία
Β΄, σ. 622. Η. ΜΟΥΤΣΟΥ-ΛΑ, «Γρηγόριος Νύσσης (335/340-395/400)», σ. 268.

61. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΝΥΣΣΗΣ, Εἰς τήν ἡμέραν τῶν Φώτων, PG 46, 580BC.

62. ΑΣΤΕΡΙΟΥ
ΑΜΑΣΕΙΑΣ, Λόγος κατηγορικός τῆς ἑορτῆς τῶν Καλανδῶν, PG 40, 217C.

63. PG
36, 312-333.

64. PG
36, 356-360.

65. PG
36, 360-425.

66. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος ΛΗ΄ εἰς τά Θεοφάνεια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, PG 36, 312A.

67. Αὐτόθι,
329ΒD.

68. ΤΟΥ
ΙΔΙΟΥ,Λόγος ΛΘ΄ εἰς τά ἅγια Φῶτα, PG 36, 349Β.

69. Αὐτόθι,
349C.

70. ΤΟΥ
ΙΔΙΟΥ, ῾Ομιλία Μ΄ εἰς τό ἅγιον Βάπτισμα, PG 36, 360Β.

71. Αὐτόθι.

72. ΤΟΥ
ΙΔΙΟΥ, ῾Ομιλία ΛΘ΄ εἰς τά ἅγια Φῶτα, PG 36, 349Β.

73. Βλ.
ΙΩΑΝΝΟΥ ΝΙΚΑΙΑΣ, Περί τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ πρός Ζαχαρίαν τόν Καθολικόν τῆς
μεγάλης ᾿Αρμενίας, PG 96, 1445C-1448A: “ἐλθών ῾Ονώριος ἐν τῷ Βυζαντίῳ εἰς ἔργον
τι, διηγήσατο τῇ μητρί καί τῷ ἀδελφῷ, ὅτι πῶς οἱ ῾Ρωμαῖοι ἑορτάζουσι τήν
Γέννησιν εἰς τήν ἡμέραν αὐτῆς, μετά ἀναγνωσμάτων τελείων, καί πολλῶν τροπαρίων
καί στοιχαρίων…. ᾿Εφάνη-σαν δέ τά ῥήματα αὐτοῦ τοῦ ῾Ονωρίου, ἐνώπιον τῆς μητρός
αὐτοῦ, καί ᾿Αρκαδίου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, ἀρεστά. Δεικύουσι τήν δύναμιν τοῦ ἔργου
᾿Ιωάννῃ τῷ Χρυσοστόμῳ τῷ ἁγίῳ πατριάρχῃ. Αὐτός δέ, ἐν πολλῇ ἀγχινοίᾳ καί
προθυμίᾳ δεξάμενος τόν λόγον… ἐχάρη. ῎Αγουσιν ἐκ τῆς Κύπρου τόν μακάριον
᾿Επιφάνιον, ὅς ἐκ τῆς τῶν ῾Εβραίων γραφῆς, καί ᾿Ιωσήπου τοῦ χρονο-γράφου τῆς
ἱστορίας, βεβαιώσας τόν λόγον, ὥρισε τήν γέννησιν τοῦ Σωτῆρος Δεκεμβ. κε΄».
Πρβλ. H. KELLNER, Heortologie, σ. 86. BAUMSTARK, «Die zeit einführung des
Weihna-chtsfestes in Konstantinopel», Oriens Christianus 11(1902), σ. 441. V.
GRUMEL, «les invectives contre les Arméniens du “Catholicos Isaac”», Revue des
Études Byzntines XIV (1956), σσ. 179-180. L. MIRKOVIĆ, Heortologija, σ. 87.

74. Γιά
τή χρονολογία Βλ. J. QUASTEN, Initiation aux Pères, σ. 637. Π. ΧΡΗΣΤΟΥ,
῾Ελληνική Πατρολογία, τόμ. Δ΄, σ. 274.

75. ΙΩ.
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Λόγος πανηγυρικός εἰς τήν γενέθλιον ἡμέραν τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ
Χριστοῦ, PG 49, 351. Βλ. M. SKABALLANOVIČ, Hristianskie prazdniki, σ. 180. L.
MIRKOVIĆ, Heortologija, σ. 88. Πρβλ. Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, ῾Ελληνική Πατρολογία, αὐτόθι.

76. JOANNIS
CASSIANI, Collationes 10, PL 49, 820A. ῾Ελληνική μετάφραση: ᾿Αββᾶ Κασσιανοῦ,
Συνομιλίες μέ τούς Πατέρες τῆς ἐρήμου, τόμ. Α΄, ἔκδ. «῾Ετοιμασία», ῾Ι. Μονή
Τιμίου Προδρόμου Καρέας 2004, σ. 364.

77. ΠΑΥΛΟΥ
ΕΜΕΣΗΣ, ῾Ομιλία λεχθεῖσα κθ΄ Χοιάκ ἐν τῇ μεγάλῃ ἐκκλησία ᾿Αλεξανδρείας,
καθημένου τοῦ μακαρίου Κυρίλλου, εἰς τήν γέννησιν τοῦ Κυρίου καί Σωτῆρος ἡμῶν
᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, PG 77, 1433C. H. KELLNER, Heortologie, σ. 83. L. MIRKOVIĆ,
Heortologija, σ. 89.

78. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΣΕΛΕΥΚΕΙΑΣ, ᾿Εγκώμιον εἰς τόν ἅγιον πρωτομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ Στέφα-νον, PG 85,
469. Βλ. H. USENER, Religionsgeschichtliche Untersuchungen, I, Das
Weihnachtsfest, Bonn 1911, σ. 333. H. KELLNER, Heortologie, σ. 103.

79. Ιtinerarium
Aetheriae, ἔκδ. SC 21, σ. 202 κ. ἑξ.

80. GREGORI
TURONENSIS, Libri Miraculorum 1, 88, PL 71, 783ABC. Πρβλ. L. MIRKOVIĆ,
Heortologija, σσ. 89-90.

81. ΚΟΣΜΑ
ΙΝΔΙΚΟΠΛΕΥΣΤΟΥ, Χριστιανική Τοπογραφία, 5, PG 88, 197ΑΒC.

82. «…μόνον
δέ μέχρι τήμερον Παλαιστιναῖοι καί οἱ προσκείμενοι τούτοις ῎Αραβες οὐ
συμφωνοῦσι τῇ κοινῇ τῶν πάντων γνώμῃ καί τήν ἡμετέραν ἑορτήν τῆς ἁγίας τοῦ
Χριστοῦ γεννήσεως οὐχ ἑορτάζουσιν», ΑΒΡΑΜΙΟΥ ΕΦΕΣΟΥ, Λόγος εἰς τόν Εὐαγγελισμόν
τῆς Θεοτόκου, PO 16, 443. Πρβλ. M. JUGIE, «Abraham d’ Éphèse et ses écrts», Byzantinische
Zeitschrift, 22 (1913), σσ. 37-59. Πρβλ. M. JUGIE, «La première fête mariale en
Orient et en Occident, l’ Avent primitif», Echos d’ Orient 22 (1923), σ. 130.
L. MIRKOVIĆ, Heortologija, σ. 90.

83. ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ
ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Εἰς τούς ἁγίους Πέτρον καί Παῦλον, PG 87, 3361Β.

84. «Καί
μετά τόν ἄλλον ἐνιαυτόν ὑπερβάς ἀπό τῆς τῶν γενεθλίων αὐτοῦ ἡμέρας, τουτέστιν
᾿Επιφανίων, ἥτις τυγχάνει ἕκτη ᾿Ιανουαρίου μηνός» (ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Κατά
αἱρέσεων, ΙΙ, Ι, ἔκδ. Hinrichs, Leipzig 1922, 2, 298, 17-20 (PG 41, 936C). «καί
μετά ταῦτα ὡς πληρωθέντος τοῦ διετοῦς χρόνου μετά τό βάπτισμα, καί τήν αὐτοῦ
γέννησιν, ἀπό Νοεμβρίου μηνός, καί ἀπό ᾿Ιανουαρίου μηνός» (αὐτόθι, ἔκδ.
Hinrichs, Leipzig 1922, 2, 295, 10-12. PG 41, 933B)

85. «ἐκ
πολλῶν δέ ἠναγκάσθημεν παραστῆσαι διά τούς ἀπειθοῦντας ὅτι τά ᾿Επιφάνεια καλῶς
εἴρηται ἡ ἔνσαρκος γέννησις τοῦ Σωτῆρος ἡ ἐν Βηθλεέμ γενομένη, ὀγδόῃ ὥρᾳ
γεννηθέντος αὐτοῦ καί ἐπιφανέντος τοῖς ποιμέσι καί τῷ κόσμῳ διά τῆς ἀγγέλων
μαρτυρίας» (αὐτόθι, 2, 287, 4-7). Πρβλ. Μ. SKABALLANOVIČ, Hristianskie
prazdniki, αὐτόθι. A. G. MARTIMORT, L’ Église en prière, σ. 731.

86. Cod.
Justin. 3, 12, 5.

87. Cod.
Justin. 3, 12, 6. 

88. L.
MIRKOVIĆ, Heortologija, σσ. 90-91.

89. Τό
οὐδέτερο πληθυντικοῦ πού παρατηροῦμε, χρησιμοποιεῖται γιά τίς ὀνομασίες τῶν
ἑορτῶν καί ὅ,τι αὐτές περιλαμβάνουν. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικά τά ὅσα ἀναφέρει
ὁ Γρηγόριος ὁ θεολόγος: Τίς ἐτήσιες ἑορτές τίς ὀνομάζει «τά ἐτήσια», τήν ἑορτή
τῶν γενεθλίων «τά γενέθλια», τήν ἑορτή τοῦ γάμου «τά γαμήλια», τήν ὀνομαστική
ἑορτή «τά ὀνομαστήρια», τήν ἑορτή τῶν ἐγκαινίων κατοικίας «τά κατοικέσια», κάθε
χαρμόσυνη ἑορτή «τά χαρμόσυνα» κ.ο.κ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος Μ΄ εἰς τό ἅγιον
Βάπτισμα, PG 36, 360Β.

90. K.
KEYSSNER, «Natalis templi», Real-Encyclopädie, XXXXII (1935), 1800-18002. CHR.
MOHRMANN, Epiphania, Nijmegen, Dekker & Van de Vegt, 1953, σσ. 647, 663. 

91. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ,
Εἰς τήν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Γέννησιν, PG 31, 1473Α.

92. ΑΣΤΕΡΙΟΥ
ΑΜΑΣΕΙΑΣ, Λόγος κατηγορικός τῆς ἑορτῆς τῶν Καλανδῶν, PG 40, 217C.

93. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ, ῾ΟμιλίαΛΗ΄ εἰς τά Θεοφάνεια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, PG 36,
312C.

94. ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ
ΙΚΟΝΙΟΥ, Λόγος Α΄ εἰς τά Γενέθλια τοῦ μεγάλου Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ
Χριστοῦ, PG 39, 37ΑΒ. Πρβλ. J. MOSSAY, Les fêtes, σσ. 23-24.

95. A.
GRABAR, Martyrium. Recherches sur le culte des reliques et l᾿ art chrétien
antique, II vol. Iconographie, Paris 1946, σσ. 144-145, 152.

96. Αὐτόθι,
Ι, σ. 28· ΙΙ, σ. 136.

97. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΝΥΣΣΗΣ, Λόγος εἰς τήν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ, PG 46, 1136Β: «…τῇ γενομένῃ διά
τοῦ φωτός αὐτῷ θεοφανείᾳ Μωυσέως». Πρβλ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ ΑΜΑΣΕΙΑΣ, ᾿Εγκώμιον εἰς τούς
ἁγίους κορυφαίους ἀποστόλους Πέτρον καί Παῦλον, PG 40, 288Β: «Κακεῖ γάρ ὁ αὐτός
οὗτος Θεός τῷ Μωυσεῖ ἐμφανίζων, ἐν πυρί ἐλάλει· καί τόν νόμον διδούς ἐπί τοῦ
Σινᾶ, πυρί κατα-λάμπων».

98. ΑΣΤΕΡΙΟΥ
ΑΜΑΣΕΙΑΣ, αὐτόθι, 284D-285Α: «καί περιλάμψας αὐτόν αἰφνίδιον τῷ φωτί,
καταπλήττει καί μεταβάλλει πρός ταπεινότητα, στήσας μέν τοῦ δρόμου διά τόν
φόβον, τούς δέ τό πυρῶδες καί θυμοειδές βλέποντας ὀφθαλμούς σωφρονίσας τῷ
σκότῳ».

99. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ,
Εἰς τήν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Γέννησιν, PG 31, 1473Α.

100. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Εἰς τά Θεοφάνεια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, PG 36, 313C.

101. EΥΣΕΒΙΟΥ
ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Εἰς Κωνσταντῖνον τόν βασιλέα τριακονταετηρικός, Θ΄, PG 20,
1369C. 

102. ΙΩ.
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τόν μακάριον Φιλογόνιον, PG 48, 752. Πρβλ. J. MOSSAY, Les
fêtes, σσ. 21-23.

103. Βλ.
Β΄ Μακ. 2,21· 3,24· 5,4· 12,22· 14,15· 15,27. Γ΄ Μακ. 2,9· 5,8.

104. Βλ.
Ρωμ. 16,26· Α΄ Τιμ. 3,16· Β΄ Τιμ. 1,10· Β΄ Θεσ. 2,8 κ. ἀ.

105. ΕΥΣΕΒΙΟΥ
ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, ᾿Εκκλησ. ῾Ιστορία, 1, 5, ἔκδ. SC 31, σ. 20 (PG 20, 81Α). Πρβλ. ΤΟΥ
ΙΔΙΟΥ, Εἰς τόν βίον Κωνσταντίνου τοῦ βασιλέως, 3, 41, 20, 1101Α. 

106. «…
τότε ἐπεφάνη ἡ χάρις, τότε ἡ τοῦ ἀληθινοῦ φωτός ἀκτίς ἀνέτειλε. Τότε ἐπέφανε
τῆς δικαιοσύνης ὁ ἥλιος…» (ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Λόγος εἰς τήν Γέννησιν τοῦ
Χριστοῦ, PG 46, 1132C). «…τό νῦν ἐπιφανῆναι τῇ ἀνθρωπίνῃ ζωῇ τήν θείαν ζωήν»
(αὐτόθι, 1129C). 

107. ΑΣΤΕΡΙΟΥ
ΑΜΑΣΕΙΑΣ,᾿Εγκώμιον εἰς τόν ἅγιον πρωτομάρτυρα Στέφανον, PG 40, 345C.

108. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ,
Εἰς τήν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Γέννησιν, PG 31, 1469C.

109. ΤΟΥ
ΙΔΙΟΥ, ῾Ομιλία ΙΔ΄ κατά μεθυόντων, αὐτόθι, 445C.

110. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Εἰς τόν μέγαν Βασίλειον ἐπιτάφιος, PG 36, 561C.

111. ΤΟΥ
ΙΔΙΟΥ, Λόγος Μ΄ εἰς τό ἅγιον Βάπτισμα, PG 36, 392ΒC.

112. ΙΩ.
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Πρός τούς ἀπολιμπανομένους τῶν θείων συνάξεων, καί εἰς τό ἅγιον
καί σωτήριον βάπτισμα, PG 49, 365. Πρβλ. J. MOSSAY, Les fêtes, σσ. 27-29.

113. CHR.
MOHRMANN, Epiphania, σσ. 649-650.

114. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ, ΛόγοςΛ Θ΄ εἰς τά ἅγια Φῶτα, PG 36, 336 Α, 357D.

115. Αὐτόθι,
336Α.

116. Αὐτόθι,
360Α. Τό θέμα αὐτό εἶναι πολύ ἀγαπητό σ᾿ ὅλους τούς Καππαδόκες Πατέρες. Βλ.
ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ ΙΚΟΝΙΟΥ, Λόγος Α΄ εἰς τά Γενέθλια τοῦ μεγάλου Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν
᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, PG 39, 44 Α: «ἵνα φαινόμεθα ὡς φωστῆρες ἐν κόσμῳ». Πρβλ.
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, ᾿Εγκώμιον εἰς τόν ἅγιον Στέφανον τόν πρωτομάρτυρα, PG 46,
728Α κ. ἑξ.· 729Β κ. ἑξ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος Μ΄ εἰς τό ἅγιον Βάπτισμα, PG
36, 409C.

117. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος Μ΄ εἰς τό ἅγιον Βάπτισμα, PG 36, 364Β-365Β.

118. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΝΥΣΣΗΣ, Εἰς τήν ἡμέραν τῶν Φώτων, PG 46, 577C-580Α.

119. ΑΣΤΕΡΙΟΥ
ΑΜΑΣΕΙΑΣ, Λόγος κατηγορικός τῆς ἑορτῆς τῶν Καλανδῶν, PG 40, 217C. Πρβλ. J.
MOSSAY, Les fêtes, σσ. 24-27.

120. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΝΥΣΣΗΣ, Λόγος εἰς τήν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ, PG 46, 1148C.

121. ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ
ΙΚΟΝΙΟΥ, Λόγος Α΄ εἰς τά Γενέθλια τοῦ μεγάλου Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ
Χριστοῦ, PG 39, 36ΑΒ.

122. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΝΥΣΣΗΣ, αὐτόθι. Πρβλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος ΛΘ΄ εἰς τά ἅγια Φῶτα, PG 36,
336C-337ΑΒ.

123. ῾Ο
Γρηγόριος Νύσσης λέγει συγκεκριμένα: «καί στενοχωρεῖ μέν ὁ λαός τόν οἷκον, εἴσω
τῶν ἱερῶν ἀδύτων γινόμενος· πληροῖ δέ τόν ἔξω χῶρον ἐν τοῖς προτεμενίσμασιν,
ὅσον οὐ χωρεῖται παρά τῶν ἔνδον, κατά τήν εἰκόνα τῶν μελισσῶν. Αἱ μέν γάρ ἔνδον
ἐργάζονται, αἱ δέ ἔξωθεν περιμβοβοῦσι τό σμῆνος» (Εἰς τήν ἡμέραν τῶν Φώτων, PG
46, 577Α).

124. Γιά
τίς ἡμερομηνίες βλ. MARIE-MADELEINE HAUSER-MEURY, Prosopographie zu den
Schriften Gregors von Nazianz, Bonn, σσ. 41-42, σημ. 47. E. STEIN, Histoire du
Bas-Empire, I, Paris et Bruges 1959, σσ.179, 509 σημ. 104. Πρβλ. J. MOSSAY, Les
fêtes, σ. 32.

125. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Εἰς τόν μέγαν Βασίλειον ἐπιτάφιος, PG 36, 561C-564A. Τό ἴδιο γεγονός
περιγράφει εὐσύνοπτα καί ὁ Θεοδώρητος Κύρου: «εἰς τε τόν θεῖον νεών εἰσελήλυθε
καί… τῷ θυσιαστηρίῳ τά εἰωθότα προσενήνοχε δῶρα» (᾿Εκκλ. Ἱστ., PG 82, 1161C).

126. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΝΥΣΣΗΣ, Εἰς τήν ἡμέραν τῶν Φώτων, PG 46, 577ΑΒ. ῾Ο ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος
ἐκφράζει τό ἴδιο πάθος παρομοιάζοντας τόν ἑαυτό του μέ ἑστιάτορα πού προσ-φέρει
στό ποίμνιό του λαμπρή τράπεζα, ἡ ὁποία περιέχει τό λόγο τοῦ Θεοῦ: «῎Η βούλεσθε
(καί γάρ ἐγώ σήμερον ἑστιάτωρ ὑμῖν) ἐγώ τόν περί τούτων περατῶ λόγον τοῖς
καλοῖς ὑμῖν δαιτυμόσιν, ὡς οἷόν τε δαψιλῶς τε καί φιλοτίμως, ἵν’ εἰδῆτε, πῶς
δύναται τρέφειν ὁ ξένος τούς ἐγχωρίους,, καί τούς ἀστικούς ὁ ἄγροικος… καί
τούς περιουσίᾳ λαμπρούς, ὁ πένης καί ἀνέστιος; ῎Αρξομαι δέ ἐντεῦθεν· καί μοί
καθήρασθε, καί νοῦν, καί ἀκοήν καί διάνοιαν, ὅσοι τρυφᾶτε τά τοιαῦτα· ἐπειδή
περί Θεοῦ, καί θεῖος ὁ λόγος· ἵν᾿ ἀπέλθητε τρυφήσαντες ὄντως τά μή κενούμενα»
(Λόγος ΛΗ΄ εἰς τά Θεοφάνεια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, PG 36, 317Α). 

127. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος ΛΗ΄ εἰς τά Θεοφάνεια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, αὐτόθι,
316Α. 

128. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΝΥΣΣΗΣ, Εἰς τήν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ, PG 46, 1141C- 1144A. ῾Ερμηνεία τῶν
εὐαγγελικῶν γεγονότων ἐκτός τοῦ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, αὐτόθι, 1141Β-1148Β βλ.
ἰδιαίτερα ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Εἰς τήν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Γέννησιν, PG 31,
1461C-1476A. 

129. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος ΛΗ΄ εἰς τά Θεοφάνεια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, PG 36,
316Α-325D. Πρβλ. ἐνδεικτικῶς Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, 4,
PG 52, 789. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Εἰς τήν ἡμέραν τῶν Φώτων, PG 46, 586. ΙΩ.
ΧΡΥΣΟΣΤΟ- ΜΟΥ, Εἰς τήν ᾿Ανάληψιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, PG 52, 789.

130. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος ΛΗ΄ εἰς τά Θεοφάνεια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, PG 36,
320Β. 

131. Αὐτόθι,
324Β.

132. Αὐτόθι,
324C. 

133. Αὐτόθι,
325A.

134. Αὐτόθι,
325B.

135. Εἶναι
πολύ χαρακτηριστική ἡ φράση πού χρησιμοποιεῖ ἐπί τοῦ προκειμένου: «τό γάρ
ἀπρόσληπτον, ἀθεράπευτον· ὅ δέ ἥνωται τῷ Θεῷ τοῦτο καί σώζεται» (᾿Επιστ. 101
Πρός Κληδόνιον πρεσβύτερον, PG 37, 181).

136. ΤΟΥ
ΙΔΙΟΥ, Λόγος ΛΗ΄ εἰς τά Θεοφάνεια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, PG 36, 325Β

137. Αὐτόθι,
325B.

138. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος ΛΗ΄ εἰς τά Θεοφάνεια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, PG 36,
324Β-325D.

139. Αὐτόθι,
329CD-332A.

140. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΝΥΣΣΗΣ, Εἰς τήν ἡμέραν τῶν Φώτων, PG 46, 588Β κ. ἑξ.

141. Αὐτόθι,
592C-593Α.

142. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος ΛΘ΄ εἰς τά ἅγια Φῶτα, PG 36, 336Α.

143. Αὐτόθι,
353C-356A.

144. Αὐτόθι,
368ΑΒ.

145. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΝΥΣΣΗΣ, Εἰς τήν ἡμέραν τῶν Φώτων, PG 46, 585ΑΒCD.

146. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Εἰς τό ἅγιον Βάπτισμα, PG 36, 413BC.

147. Αὐτόθι,
PG 36, 404C-408D. Πρβλ. αὐτόθι, 409A-425D.

148. Αὐτόθι,
405Β.

149. Αὐτόθι,
408CD.

150. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος ΛΘ΄ εἰς τά ἅγια Φῶτα, PG 36, 348Α.

151. Βλ.
ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Πατρολογία, Α΄ σσ. 384, 447, Β΄, σσ. 114-115. Π. ΧΡΗΣΤΟΥ,
῾Ελληνική Πατρολογία, τόμ. Γ΄, Θεσσαλονίκη 1987, σσ. 387-391. J. QUASTEN,
Initiation aux Pères, σσ. 29-37. B. ALTANER, Précis de Patrologie, Paris 1941,
σ. 236-238.

152. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΝΥΣΣΗΣ, Εἰς τήν ἡμέραν τῶν Φώτων, PG 46, 585Β.

153. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ,
Εἰς τήν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Γέννησιν, PG 31, 1473C.

154. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος ΛΗ΄ εἰς τά Θεοφάνεια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, PG 36,
329A. 

155. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΝΥΣΣΗΣ, Λόγος εἰς τήν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ, PG 46, 1148C-1149C. Πρβλ. J.
MOSSAY, Les fêtes, σσ. 45-46.

156. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΝΥΣΣΗΣ, Εἰς τήν ἡμέραν τῶν Φώτων, 584CD.

157. Αὐτόθι,
592Α.

158. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ,
Εἰς τήν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Γέννησιν, PG 31, 1457C.

159. «῾Ο
Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστός, ὁ τοῦ Θεοῦ Υἱός, καί Θεός καί ἄνθρωπός ἐστιν. Θεός
ἐστιν ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός πρό αἰώνων γεννηθείς, καί ἄνθρωπός ἐστιν ἐκ τῆς
οὐσίας τῆς μητρός ἐν χρόνῳ γεννηθείς. Τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος…
῎Ισος τῷ Πατρί κατά τήν θεότητα… ῞Ος, εἰ καί Θεός ὑπάρχει καί ἄνθρωπος, ὅμως
οὐ δύο, ἀλλ᾿ εἷς ἐστι Χριστός. Εἷς δέ, οὐ τροπῇ τῆς θεότητος εἰς τήν σάρκα,
ἀλλά προσλήψει τῆς ἀνθρωπότητος εἰς τόν Θεόν. Εἷς πάντως, οὐ συγχύσει τῶν
φύσεων, ἀλλ’ ἑνότητι τῆς ὑποστάσεως… Θεός καί ἄνθρωπος εἷς ἐστι Χριστός»
᾿Αθανασιανόν Σύμβολον, Ι. ΚΑΡΜΙΡΗ, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς
ὀρθοδόξου ᾿Εκκλησίας, τόμ. Ι, ᾿Εν ᾿Αθήναις 1960, σσ. 103-104.

160. ΙΩΣΗΦ
ΒΡΥΕΝΝΙΟΥ, Λόγος Γ΄ εἰς τόν Εὐαγγελισμόν, Τά Εὑρεθέντα Β΄, ἔκδ. Εὐγενίου
Βουλγάρεως, ᾿Εν Λειψίᾳ 1768, σ. 233.

161. Αὐτόθι,
Λόγος Β΄ εἰς τόν Εὐαγγελισμόν, σσ. 149-150.

162. Αὐτόθι,
Λόγος εἰς τήν σωτήριον Σταύρωσιν, σ. 172.

163. ΩΡΙΓΕΝΟΥΣ,
Κατά Κέλσου Α΄, LIX, ΒΕΠΕΣ 9, σσ. 108 κ. ἑξ.· Β΄ ΧΧΧΙΙΙ, αὔτόθι, σσ.149 κ. ἑξ.·
Β΄ ΧΧΙΙΙ, αὐτόθι, σσ. 143 κ. ἑξ. (PG 11, 760C κ. ἑξ.· 848B κ. ἑξ.· 841B κ.
ἑξ.). ῾Ο ᾿Ωριγένης ἀπό χριστιανικῆς πλευρᾶς ἀναφέρεται «τοῖς τοῦ ἀπαθοῦς πάθεσιν»,
᾿Εκλογαί Ψαλμ. ΚΑ΄, ΒΕΠΕΣ, 15, σ. 344 (PG 12, 1253A). Πρβλ. H. CROUZEL, «La
Passion de l’ Impassible», L’ homme devant Dieu. Mélanges offerts au P. H. de
Lubac. Exégèse et patristique (Τhéologie, 56), Paris 1963, σσ. 272-273. J.
MOSSAY, Les fêtes, σ. 46.

164. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΝΥΣΣΗΣ, Λόγος εἰς τήν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ, PG 46, 1129CD.

165. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΝΥΣΣΗΣ, Εἰς τήν ἡμέραν τῶν Φώτων, 577Β.

166. ΑΣΤΕΡΙΟΥ
ΑΜΑΣΕΙΑΣ, Λόγος κατηγορικός τῆς ἑορτῆς τῶν Καλανδῶν, PG 40, 216Β.

167. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος ΛΘ΄ εἰς τά ἅγια Φῶτα, PG 36, 336Α.

168. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Εἰς τά Θεοφάνεια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, PG 36, 316ΒCD. Οἱ
εἰδωλολατρικές καταχρήσεις πού ἀναφέρει ὁ Γρηγόριος, ἀντιστοιχοῦν μέ τίς τέρ-ψεις
τῆς ἑορτῆς τῶν Καλανδῶν πού περιγράφει ὁ Λιβάνιος (Oratio IX, 6-14, ἔκδ. R.
FOERSTER, I, 2, σσ. 394-397). Πρβλ. J. MOSSAY, Les fêtes, σ. 50.

169. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος ΛΘ΄ εἰς τά ἅγια Φῶτα, PG 36, 336C.

170. Αὐτόθι,
337ABC.

171. Αὐτόθι,
340AB.

172. Αὐτόθι,
341A.

173. Aὐτόθι,
341C.

174. Αὐτόθι,
345Β. Πρβλ. J. MOSSAY, Les fêtes, σσ. 48, 54-56.

175. ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ
ΙΚΟΝΙΟΥ, Λόγος Α΄ εἰς τά Γενέθλια τοῦ μεγάλου Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ
Χριστοῦ, PG 39, 44 ΑΒ.

176. ΜΕΓΑΛΟΥ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, ΒΕΠΕΣ 30, σ. 119 (PG 25 192Β).

177. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος ΛΗ΄ εἰς τά Θεοφάνεια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, PG 36,
516ΑΒ.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

– D. L. JEFFREY, “ …..”, A Dictionary of Tradition in English Literature,
Grand Rapids, Mich: W. B. Eerdmans, 1992, σ……..

– D. L JEFFREY, “Christmas”, A Dictionary of biblical tradition in English
Literature, Grand Rapids, Mich.: W. B. Eerdmans, 1992, σ. …. 

-…………. J. M. GOLBY, The Making of the modern Christmas, …….2000,
σ……. 

-J. C. MCCOLISTER, The Christian book of Why, …………2000, σ. 205.

-[1]……… “Christmas”, New Catholic Encyclopedia, σ. ……. 

-………. “Christmas”, World Book Encyclopedia, Deluxe 2005, σ…. 

-PH. SCHAFF – D. SCHLEY SCHAFF, History of the christian Church, vol. III,
Kessinger Publishing 2004, σ. 233. 

– ……………… “Birthday”, Unger’s Bible Dictionary, Moody Press 1974, σ.
…… 

– Βλ. CH. PANATI, Sacred origins of profound things: The stories behind the
rites and rituals of the word’s religions, Penguin publications, ………..σ.
216. 

-…………… Cyclopaedia McClintock and Strong, ………………………

– Α. ΝEANDER, The history of the christian religion and Church dyring the three
first centuries, ….. σ. 190.

-J. F. KELLY, The origins of Christmas, Liturgical Press 2004, σ. 53. 

-A. COLINS, Stories behind the Great traditions of Christmas, Zondervan 2003,
σ. 12-13. 

-J. G. R. FORLOG, “ ……….”, Encyclopedia of religions of faiths of man,
Kessinger Publishing 2003, c 1906, 459

– J. I. PACKER, Nelson’s illustrated manners and customs of the Bible, Thomas
Nelson 1977, σ. 40. 

– F. L. CROSS – E. A. LIVINGSTONE, “……….”, The Oxford Dictionary og the
Christian Church, Oxford University Press 2005, σ. 557.

 

Πηγή 


Λόγος στην Γέννηση του Χριστού – Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου

Άγιος
Νικόδημος ο Αγιορείτης

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΙΝ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
ΧΡΙΣΤΟΥ



Σκήτη Προφήτη Ηλία Ιεράς Μονής Παντοκράτορος Αγίου Όρους

Κεντητό ωμοφόριο με παράσταση Γέννησης στην πλάτη, 19ος αιώνας. 

Σκέψου, αγαπητέ μου, ότι όπως
είναι συναρμολογημένος άπ’ όλα τα κτίσματα αυτός ό αισθητός απέραντος κόσμος,
έτσι ακόμη είναι καμωμένος ένας άλλος κόσμος νοητός πού αποτελείται από
αμαρτωλούς, του οποίου τα στοιχεία είναι οι τρεις διεστραμμένοι έρωτες, πού αναφέρει
ό Θεολόγος Ιωάννης, δηλαδή:

α) ό έρωτας των ηδονών, β) ό έρωτας του πλούτου καί γ) ό έρωτας της δόξας.

“Πάν εν τω κοσμώ ή επιθυμία
της σαρκός καί ή επιθυμία των οφθαλμών καί η αλαζονεία του βίου” (Α ‘Ίω.
2, 16)

Αυτός ό πονηρός κόσμος που
εξουσιάζεται από τον εωσφόρο (ό όποιος γι’ αυτό καί ονομάζεται κοσμοκράτορας)
είναι ό μεγάλος εχθρός, τον όποιο ο σαρκωθείς Λόγος του Θεού και Πατρός
 γεννήθηκε στη γη για να πολεμήσει πρώτα με το
παράδειγμά του το σιωπηλό και μετά, στον κατάλληλο καιρό, με τον λόγο καί τη
διδασκαλία Του.

1. Με τη φτώχεια γιατρεύει τον
έρωτα του πλούτου

Συλλογίσου λοιπόν πώς πρώτα
πολεμάει με την φτώχεια του τον άτακτο έρωτά του πλούτου. Ό κοσμικός άνθρωπος
νομίζει πώς κάθε καλό το βρίσκει στα πρόσκαιρα αγαθά• γι’ αυτό για να τ’ αποτυπώσει
ή για να μη τα χάσει ξοδεύει σχεδόν όλο τον καιρό, πού του έδωσε όμως ό Θεός
για να κερδίσει τα αιώνια αγαθά.

Και ιδού πού ό προαιώνιος Λόγος
καί Υιός του Θεού και Πατρός κατεβαίνει από τον ουρανό για να μας λυτρώσει άπ’
αυτή την πλάνη καί να ξεριζώσει από τις καρδιές μας την καταραμένη ρίζα όλων
των κακών, την φιλαργυρία, όπως την χαρακτηρίζει ό Απόστολος Παύλος• “Ρίζα
πάντων των κακών εστίν ή φιλαργυρία” (Α’ Τιμ. 6,16). Πρόσεξε όμως σε τι
είδους ταλαιπωρία κατάντησε από αγάπη για μας Εκείνος πού διαμοιράζει τα πλούτη
καί τους θησαυρούς στην παρούσα καί στη μέλλουσα ζωή• “έμόν γαρ, το
άργύριον και έμόν το χρυσίον, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ” (Άγγ. 2,8).

Στοχάσου που είναι το παλάτι πού
γεννήθηκε;

Που είναι οί προετοιμασίες;

Που οί μαίες;

Που το βασιλικό στρώμα;

Πού τα βρεφικά λουσίματα;

Που είναι ή ακολουθία των δούλων;

Που ή θαλπωρή καί ή ανάπαυση;

Που είναι ή συμπαράσταση των
συγγενών καί φίλων;

Έλα μέσα καί δες το φτωχότατο
σπήλαιο οπού γεννήθηκε καί την ευτελέστατη φάτνη οπού “άνεκλίθη”.

Σίγουρα όχι μόνο δεν θα βρεις
κανένα περιττό, αλλά αντίθετα θα διαπιστώσεις μεγάλη έλλειψη άπ’ όλα τα
αναγκαία• γιατί ό γλυκύτατος μου Ιησούς γεννιέται σε τόπο σχεδόν ξέσκεπο, τα
μεσάνυχτα στην καρδιά του χειμώνα, μόνος με μόνη την μητέρα του καί τον θεωρούμενο
πατέρα του, χωρίς σκεπάσματα, χωρίς ζεστά φαγητά πού συνηθίζονται στις
γεννήσεις καί των πιο φτωχών παιδιών χωρίς τις ελάχιστες εκείνες ανέσεις του
φτωχικού σπιτιού πού είχε στη Ναζαρέτ.

Καί το πιο σημαντικό είναι ότι,
εκτός από αυτή τη φτώχεια πού προτίμησε ό Ιησούς εκουσίως, θέλησε ακόμη καί
άλλη περισσότερη πτώχεια σχεδόν βίαιη καί αφύσικη: παραγγέλλει εκεί στο σπήλαιο
να μη του γίνει καμιά υποδοχή καί φιλοξενία από κανένα άνθρωπο• ήθελε να
διαφέρει από τους συμπατριώτες του πού ανέβηκαν στην Βηθλεέμ για απογραφή• όλοι
αυτοί είχαν πολλές προμήθειες μαζί τους καί ξεκουράζονταν φιλοξενούμενοι μέσα
στα σπίτια καί στα πανδοχεία.

“ουκ ην αυτοίς τόπος εν τω καταλύματι”
(Λουκ. 2, 7).

Άλλα επειδή ό κόσμος, όχι μόνο
βδελύσσεται την φτώχεια καί την θεωρεί μεγάλη ντροπή, παρακινώντας ακόμη τους
φτωχούς να υποκρίνονται καί να παριστάνουν τους πλουσίους, γι’ αυτό ακριβώς ό
Ιησούς Χριστός δεν νοιώθει ντροπή για την φτώχεια του, αντίθετα κάνει επίδειξη
της φτώχειας του• καί από μεν τους ουρανούς φωνάζει τους Αγγέλους, από τους
αγρούς δε καί τα χωράφια καλεί τους ποιμένες για να τον προσκυνήσουν, όταν
γεννήθηκε σε κείνη την κατάσταση της ένδειας καί της εγκατάλειψης, σε κείνο το
θρόνο μιας ευτελέστατης φάτνης καί σε κείνη την αυλή ενός πενιχρότατου
σπηλαίου!

Ω πτώχεια ύπέρπλουτος! Ω
συγκατάβασης υπερύψιστος!

Τώρα εσύ πού μελετάς αυτές τις
αλήθειες, τι έχεις να πεις; Ποιός από αυτούς τους δύο νομίζεις πώς δικαιούται
να σε νικά καί να σε κυριεύει; Ό κόσμος ή ό Χριστός πού νίκησε τον κόσμο; Ό
κόσμος σε προτρέπει να ζητάς πρώτα τα επίγεια αγαθά καί να τα θεωρείς μεγάλη
ευτυχία. Ό Χριστός πάλι σε συμβουλεύει με το παράδειγμα του καί την διδασκαλία
του να ζητείς πρωτίστως την Βασιλεία του Θεού καί να καταφρονείς όλα τα καλά
της γης σαν ένα πηλό• “Ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού καί την
δικαιοσύνην αυτού” (Ματθ. 6,33).

Ακόμη σου ζητά να στερείσαι τα
γήινα αγαθά ή μερικά άπ’ αυτά δίνοντας τα ελεημοσύνη στους φτωχούς ή ακόμη
αποτασσόμενος τα πάντα για την καλογερική ζωή καί εξαγοράζοντας ένα θησαυρό
στον παράδεισο. “Πώλησόν σου τα υπάρχοντα καί δός πτωχοίς καί έξεις θησαυρόν
εν ούρανώ καί δεύρο ακολουθεί μοι” (Ματθ. 19, 21). Καί πάλι “πάς εξ
υμών, ος ουκ αποτάσσεται πάσι τοις εαυτού ύπάρχουσιν, ου δύναται είναι μου
μαθητής” (Λουκ. 14, 33).

Λοιπόν εσύ καί σαν μαθητής του
Χριστού καί σαν φρόνιμος καί στοχαστικός άνθρωπος, πρέπει ν’ αποφασίσεις να
ακούσεις καί να κάνεις πράξη εκείνο πού σου λέγει ό Χριστός καί όχι ότι σου
επιβάλλει ό κόσμος. Γιατί δεν θα σωθούν αυτοί πού άκούουν μόνο τον νόμο του
Θεού, άλλ’ αυτοί πού τον εφαρμόζουν στην πράξη. (Ρωμ. 2,13).

Είναι αλήθεια πώς δεν είσαι
υποχρεωμένος, αν είσαι λαϊκός, να είσαι ακτήμων καί πάμπτωχος• είσαι όμως
υποχρεωμένος να εκτιμάς τόσο λίγο τα πλούτη καί τα χρήματα, ώστε για όλα αυτά
ποτέ να μην παρακινηθείς να παραβείς ούτε μία εντολή του Θεού• τόσο δε να
είναι αποκολλημένη ή καρδιά σου άπ’ αυτά, ώστε να τα αποκτάς καί να τα έχεις με
τόση άπροσπάθεια σαν να μη τα έχεις καί να μη τα ξοδεύεις στα μάταια καί
περιττά καί πάνω από όσα χρειάζεσαι πράγματα καθώς λέγει ό Παύλος• Ό καιρός
συνεσταλμένος το λοιπόν εστίν … ίνα ώσιν οι χρώμενοι τω κοσμώ τούτω ως μη
καταχρώμενοι• παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου” (Α’ Κορ. 7, 29, 31).

Άλλα γι’ αυτό το θέμα να
συζητήσεις με το Πανάγιο βρέφος, τον Ιησού, καί να νοιώσεις ντροπή μπροστά του,
πού ως τώρα είχες σε τόση υπόληψη καί αγάπη εκείνα τα πλούτη πού το Θείον
Βρέφος τόσο καταφρονεί κι’ ακόμη πώς ένοιωθες τόσο μίσος καί καταφρόνηση για
την πτώχεια εκείνη καί την ευτέλεια πού αυτό τόσο αγαπά. Ζήτησε Του αμέσως
συγχώρεση για όλα τα κακά πού έκανες για ν’ αποκτήσεις πλούτο κι’ επίγεια αγαθά
ή για να τα χρησιμοποιήσεις, παρακάλεσε Τον να σου δώσει χάρη• γιατί, όπως ό
Ίδιος από πλούσιος έγινε φτωχός από αγάπη για σένα, έτσι καί συ να γίνεις
φτωχός για την αγάπη Του, για να πλουτίσεις από τη Θεότητα Του• “Γινώσκετε
γαρ την χάριν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ότι δι’ υμάς έπτώχευσε πλούσιος
ων, ίνα υμείς τη εκείνου πτώχεια πλουτήσητε” (Β’ Κορ. 2,9).

Ακόμη να τον παρακαλέσεις να μη
σ’ αφήσει ξανά να πλανηθείς από τον κόσμο• αλλά όταν έχεις τα υπάρχοντα σου ή
όταν τα στερείσαι για την αγάπη του Κυρίου, να μη τα μεταχειρίζεσαι για άλλο
σκοπό, παρά μόνον καί μόνο για να εξαγοράσεις με αυτά την αιώνια ευδαιμονία,
καθώς είναι γραμμένο• “Λύτρον ανδρός ψυχής ό ίδιος πλούτος” (Παροιμ.
13, 8).

2. Γιάτρεψε τον έρωτα των ηδονών

Συλλογίσου αδελφέ, ότι ό Χριστός
με τη γέννηση του ήρθε να πολεμήσει τον άτακτο έρωτα των ηδονών με τις οδύνες
καί τους πόνους πού δοκίμασε• ό σαρκικός άνθρωπος πιστεύει πώς ή μόνη απόλαυση
είναι εκείνη των αισθήσεων γι’ αυτό δεν κυριαρχεί πάνω σ’ αυτές, όπως ταιριάζει
σε λογικό όν, αλλά αφήνει τον εαυτό του να συμπεριφέρεται όπως ένα άλογο ζώο
καί να παρασύρεται από τις αισθήσεις του: τρέχει αχαλίνωτα για να χαίρεται καί
να απολαμβάνει όλες τις παρανομίες• επιζητεί την ηδονή σαν σκοπό καί την θεωρεί
έντιμη, αν καί τη βρίσκει μέσα στις μεγαλύτερες ατιμίες καί βρωμιές. Ό
Υιός του Θεού από συμπόνια για την τύφλωση αύτη του ανθρώπου ήρθε για να τον
γιατρεύσει από ένα τέτοιο μεγάλο σφάλμα.

Γι’ αυτό, ενώ μπορούσε να
γεννηθεί μ’ ένα σώμα σκληραγωγημένο ωρίμου ανδρός, θέλησε να γεννηθεί μ’ ένα απαλό
σώμα βρέφους για να αισθανθεί την οδύνη (της τρυφερής σάρκας) καί ακολούθως για
να υποφέρει περισσότερο. Καί υστέρα από την βασανιστική φυλακή πού υπέφερε μέσα
στην κοιλιά της Παρθένου, θέλησε να υποφέρει κι’ όλα τα βάσανα καί τις
δοκιμασίες της νηπιακής ηλικίας, σα να στερείτο την χρήση του λογικού.

Εξ αρχής έπρεπε ό Ιησούς να λάβει
ένα σώμα, όχι μόνο τελειότερο από το σώμα του Αδάμ, αλλά ένα σώμα απαθές,
ανώδυνο, μακάριο καί άξιο κατοικητήριο της παρόμοιας μακαριάς ψυχής Του. Παρ’
όλα αυτά στη θέση εκείνου παίρνει ένα σώμα πολύ απαλό, πολύ λεπτό καί
τρυφερότατο, κατάλληλο να αντιλαμβάνεται δια των αισθήσεων κάθε ταλαιπωρία καί
καμωμένο έτσι ώστε να μπορεί να δέχεται άπ’ όλες τις αισθήσεις όλους τους
πόνους, όπως το πέλαγος δέχεται όλους τους ποταμούς. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο
παρομοιάζει τον εαυτό του με το σκουλήκι, όχι μόνο γιατί γεννήθηκε χωρίς σπέρμα
(όπως γεννιούνται τα σκουλήκια), αλλά καί γιατί ή σάρκα του είχε την αίσθηση
καί την τρυφερότητα των σκουληκιών. « εγώ δε ειμί σκώληξ και ούκ άνθρωπος»
Ψαλμός 21.6

Εξ’ αιτίας αυτής της απαλότητας
μόλις γεννήθηκε δέχτηκε με την αφή την προσβολή του ψυχρού αέρος καί της
υγρασίας του σπηλαίου• με τη φωνή κλαίει• με την όσφρηση αισθάνεται την έντονη
κακοσμία της φάτνης καί των ζώων, με την δράση βλέπει μία σκοτεινή καί άχαρη
σπηλιά• καί με την ακοή δεν ακούει άλλο από τις τραχιές φωνές των αγρίων ζώων.
 Καί για να συνοψίσουμε μόλις γεννήθηκε ό Ιησούς, αφιερώνει την αρχή της
ζωής του σε ένα χώρο υπερβολικά στενό καί σε μια έλλειψη όλων των αναπαύσεων
καί σε κάθε είδος οδύνης καί βασάνων πού μπορούσε να δεχθεί ή τρυφερή εκείνη
ηλικία του
. “Ω! αφήστε με να πάω
κοντά στη φάτνη καί να πω στον Ιησού• “τι είναι αυτή ή άκρα συγκατάβασης
σου, γλυκύτατε μου Ιησού; Εσύ είσαι εκείνος ό επιθυμητός Μεσσίας από όλα τα
έθνη καί ευθύς να γεννηθείς με τοιαύτα βάσανα;” Ναι, μου αποκρίνεται• αυτό
ήταν από την αρχή το θέλημα του Ουρανίου Πατρός μου• να καταργηθεί ή ηδονή με
την οδύνη• αυτό το πατρικό θέλημα ήρθα να εκπληρώσω ευθύς μόλις γεννήθηκα στον
κόσμο, καθώς εκ μέρους μου προείπε ό Δαβίδ καί με τον Δαβίδ ό Απόστολος•
“Διό εισερχόμενος εις τον κόσμον θυσίαν καί προσφορά ουκ ήθέλησας, σώμα δε
κατηρτίσω μοι’ τότε είπον ιδού ήκω του ποιήσαι ό θεός το θέλημα σου” (Έβρ.
10, 5,7), (Ψαλμ. 39,7• 8).

Εδώ τώρα, εσύ αγαπητέ, να γίνεις
κριτής ανάμεσα στο Χριστό καί στον κόσμο καί να αποφασίσεις ποιος θα σ’
εξουσιάζει, ό Χριστός ή ό κόσμος; Ποιόν πρέπει ν’ ακολουθείς, εκείνον πού θέλει
τη σωτηρία σου με την οδύνη, ή εκείνον πού ζητεί την απώλεια σου με την ηδονή;
Είναι φανερό ότι το πρώτο• “εις τούτο γαρ εκλήθητε, ότι καί Χριστός έπαθε
υπέρ ημών, υμίν ύπολιμπάνων ύπογραμμόν, ίνα έπακολουθήσητε τοις ίχνεσιν
αυτού” (Α’ Πέτρ. 2, 21). Όμως ό κόσμος είναι τόσο τυφλός, πού όχι μόνο δεν
γνωρίζει την αλήθεια, αλλά ούτε μπορεί να την γνωρίσει, καθώς λέγει ή ίδια ή
αύτοαλήθεια• «καί εγώ ερωτήσω τον πατέρα καί άλλον παράκλητον δώσει υμίν, ίνα
μένη μεθ’ υμών εις τον αιώνα, το Πνεύμα της αληθείας, ο ό κόσμος ου δύναται
λαβείν, ότι ου θεωρεί αυτό ουδέ γιγνώσκει αυτό” (Ίω. 14, 16-17). Εάν
λοιπόν εσύ θέλεις να θεραπευθείς μέσα σ’ αυτόν τον τυφλό κόσμο καί είσαι
ικανοποιημένος να κυβερνάς τη ζωή σου με τα ψεύτικα διατάγματα του, ω
ταλαίπωρος πού είσαι! Μόνος σου παραδόθηκες στα χέρια του θανατηφόρου εχθρού
σου, όπως έκανε ό Σαμψών πού παραδόθηκε στα χέρια των αλλοφύλων κι ακόμη έγινες
μόνος σου φανερός αποστάτης του Κυρίου, του μόνου ευεργέτου σου• γιατί θέλησες
να υπηρετείς τίς αισθήσεις σου με τίς ηδονές και προτίμησες μια ζωή τρυφηλή,
μαλθακή και η-δονική, την οποία τόσο πολύ μίσησε ό Ιησούς μόλις γεννήθηκε, αν
και αυτή ή ζωή θεωρείται από τους άφρονες αλάνθαστη και αθώα!

“Αχ αδελφέ μου! Και
πιστεύεις εσύ ποτέ πώς ή άπειρη σοφία του Θεού θέλησε να βασανίσει τόσο πολύ το
Πανάγιον της σώμα, όχι μόνο κατά την γέννηση του αλλά και σ’ ολόκληρη τη ζωή
του και στο θάνατο του, εάν δεν ήταν αναγκαίο σε σένα να αποφεύγεις τίς ηδονές και
να σκληραγωγείς το σώμα σου; Και σε τι θα ωφελήσει ή ασεβής σου πρόφαση πού λες
πώς ό Χριστός δεν σε προστάζει με εντολή να απέχεις από τίς ηδονές και τίς
αναπαύσεις των αισθήσεων και του σώματος, αλλά ότι σε συμβουλεύει μόνο λέγοντας
“όστις θέλει οπίσω μου άκολουθείν, άπαρνησάσθω εαυτόν και άράτω τον
σταυρόν αυτού, και άκολουθείτω μοι”; (Μάρκ. 8,36). Καλά, και έτσι
υπολογίζεις εσύ τίς συμβουλές της άκτίστου σοφίας, προφασιζόμενος προφάσεις εν
αμαρτίαις θέλοντας να εξουσιάζεις (και να υπερασπίζεσαι) την τρυφηλή ζωή σου;

Να ξέρεις λοιπόν ότι πρέπει να
μιμείσαι τον Ιησού Χριστό
, αν θέλεις να είσαι προορισμένος για την Βασιλεία
των ουρανών. Άκουσε τώρα εκείνες τίς φοβερές αποφάσεις πού φωνάζει με δυνατή
φωνή μέσα από τη φάτνη το Βρέφος ό Ιησούς• “Ουαί υμιν τοις πλουσίοις, ότι
απέχετε την παράκλησιν υμών Ουαί υμιν οι έμπεπλησμένοι, ότι πεινάσετε• Ουαί
υμιν οί γελώντες νυν, ότι πενθήσετε και κλαύσατε• Ουαί, όταν καλώς υμάς ειπωσιν
πάντες οί άνθρωποι” (Λουκ. 6,24-26), Τι απαντάς σ’ αυτά εσύ, πού θέλεις να
περνάς τη ζωή σου με ανέσεις κι’ έπειτα επιδιώκεις γι’ αυτό να βρίσκεις ακόμη
και δικαιολογίες; Θεωρείς πώς αυτά πού λέγει ό Κύριος είναι λόγια κενά και πώς
ό Θεός μίλησε χωρίς να μπορούν να εκπληρωθούν τα λόγια του; Αυτό βγάλτο από το
μυαλό σου. “Ό ουρανός και ή γη παρελεύσονται, οί δε λόγοι μου ου μη
παρέλθωσι” (Ματθ. 24,35). Να αισχύνεσαι λοιπόν, να αισχύνεσαι για όλες τίς
ηδονές και απολαύσεις και να θεωρείς τον εαυτό σου ανάξιο του ονόματος του
Χριστιανού, επειδή με τη ζωή καί τα έργα σου πρόσβαλες πολύ την χριστιανική σου
ιδιότητα καί τόσες φορές προτίμησες να υπηρετήσεις τη σάρκα σου παρά το Θεό. Με
την συμπεριφορά σου αυτή έγινες αιτία να βλασφημείται από τα έθνη ό
χριστιανισμός καί το ύπερύμνητον όνομα του Θεού, καθώς αυτός ό ίδιος
παραπονείται καί λέγει• “δι’ υμάς δια παντός το όνομα μου βλασφημείται εν
τοις έθνεσιν” (Ήσ. 52, 5).

Γι’ αυτό αποφάσισε επιτέλους να
απαρνηθείς όλες τις ηδονές πού αποδεδειγμένα δεν είναι απαραίτητες στη ζωή σου
καί να δεχτείς στο έξης ευχαρίστως όλους τους σταυρούς καί τις θλίψεις πού θα
σου στείλει ό θεός• να αγκαλιάσεις την σκληραγωγία πού περιλαμβάνει ή αληθινή
μετάνοια καί να μη λογαριάζεις τίποτε άλλο για να την αγαπάς, παρά να
λογαριάζεις μόνο την αγάπη πού έδειξε ό Χριστός γι’ αυτήν ήδη από την γέννηση
του. Ευχαρίστησε τον Κύριο, πού για την αγάπη σου θέλησε να γεννηθεί με τέτοια
βάσανα• καί προπάντων παρακάλεσε Τον να σου δώσει χάρη να καταλάβεις καλά από
το παράδειγμα του αυτή την αλήθεια• ότι δηλ. ή παρούσα ζωή είναι καιρός για να
κλαις καί να θλίβεσαι κι όχι για να γελάς καί να ξεφαντώνεις καθώς τονίζει ό
Εκκλησιαστής “καιρός
του κλαίειν” (3, 4) καί με τον
 Εκκλησιαστή καί ό
Απόστολος• “ό καιρός συνεσταλμένος το λοιπόν εστίν, ινα καί οι έχοντες
γυναίκα, ως μη έχοντες ώσι, καί οι κλαίοντες ως μη κλαίοντες, καί οι χαίροντες
ως μη χαίροντες… παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου” (Α’ Κορ. 7,
29).

3. Γιάτρεψε τον ερωτά της δόξης

Σκέψου ακόμη ότι ό Χριστός με την
γέννηση του ήρθε να πολεμήσει με την ταπείνωση του τον άτακτο έρωτα της δόξας.
Ό κοσμικός άνθρωπος επιδιώκει να υπερέχει από τους άλλους, να τιμάται καί να
δοξάζεται καί γενικά να φαίνεται ότι είναι ό εκλεκτότερος των υπολοίπων να
δίνει διαταγές με δεσποτική αλαζονεία, να μιλάει άφ’ υψηλού καί να
παρουσιάζεται ως αυθεντία. Αν καμιά φορά τύχει κι έρθουν σε αντιπαράθεση ή δόξα
του Θεού καί ή δόξα ή δική του, τότε αυτός καταφρονεί την δόξα του Θεού καί εκ
των προτέρων προτιμά τη δική του δόξα.

Αυτά όλα είναι ανόητες θέσεις καί
διδασκαλίες πού διδάσκει ό κόσμος
 στους
μαθητές του καί αυτά τα σφάλματα ήρθε να θεραπεύσει ό λυτρωτής μας, αφότου
άρχισε να ζει στον κόσμο. Μπορούσε ό ίδιος ασφαλώς καί βρέφος ακόμη να κάνει
έργα ωρίμου ανδρός• μπορούσε δηλ. μόλις γεννήθηκε να μιλάει με καθαρή άρθρωση•
μπορούσε να καταλαβαίνει καί να μιλάει τις γλώσσες όλων των λαών μπορούσε να έχει
γύρω του χιλιάδες καί μυριάδες ηλιόμορφων Αγγέλων για να τον παραστέκονται
ολοφάνερα καί να τον υπηρετούν όχι μόνον ως Θεό, αλλά καί ως άνθρωπο. Ακόμη
μπορούσε από την πρώτη στιγμή της ζωής του να χρησιμοποιεί τον χρόνο με το να
τρέχει στον κόσμο να τον γεμίζει από τα μεγαλεία των θαυμάτων του, να τον
φωτίζει με τις λάμψεις της διδασκαλίας του, να τον διδάσκει με την αγιότητα των
παραδειγμάτων του καί να τον μεταστρέφει με τη δύναμη του κηρύγματος του. Μ’
αυτά όλα μπορούσε να δοξάσει το όνομα του περισσότερο άπ’ όλους τους ανθρώπους
πού υπήρχαν φιλόδοξοι στον κόσμο• καί οι βασιλείς καί οι άρχοντες καί οί
μεγιστάνες του κόσμου καί όλοι οί λαοί να ξεκινούν από τα πέρατα της οικουμένης
καί να έρχονται στην Ιερουσαλήμ για ν’ ακούσουν την ουράνια σοφία πού διδάσκει
ένα βρέφος, όπως ή βασίλισσα του Νότου πού ξεκίνησε μέσα από την Ευδαίμονα
Αραβία καί ήρθε να ακούσει τη σοφία του δωδεκαετούς παιδιού, του Σολομώντος• να
έρχονται να δουν ένα νήπιο να φωτίζει τυφλούς, να καθαρίζει λεπρούς, να
ανορθώνει χωλούς, να γιατρεύει αρρώστους, να ανασταίνει νεκρούς καί γενικά να
κάνει παράδοξα καί φρικτά θαύματα, ώστε όλοι να το επαινούν, όλοι να το
δοξάζουν, όλοι να το ευφημούν.

Άλλα ό Ιησούς δεν ήθελε τέτοια
ανθρώπινη καί μάταιη δόξα
. “Όχι!
‘Αλλά “σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος έταπείνωσεν εαυτόν”, καθώς λέγει
ό
 θείος Παύλος (Φιλιπ. 2,8)
καί κρύβεται με τον ερχομό του σ’ ένα τόπο από τους πιο αφανείς της Ιουδαίας
καί σ’ ένα ενδιαίτημα των αλόγων ζώων σκεπάζει δε όλους τους θησαυρούς της
σοφίας του μέσα σ’ ένα κομμάτι σάρκας καί κάτω από την διανοητική αδυναμία ενός
άγνωστου άφωνου νηπίου• “εν ω είσι πάντες οί θησαυροί της σοφίας καί της
γνώσεως απόκρυφοι”! (Κολ. 2,3) Δι’ αυτό καί ό Ησαΐας για την νηπιώδη
αγνωσία του παιδιού αυτού λέγει• “…πριν ή γνώναι το παιδίον καλεί πατέρα
ή μητέρα…” (Ήσ. 8, 4). Καί κατά την εποχή πού οί βασιλείς της γης -εννοώ
ό Αύγουστος Καίσαρ- κυβερνούν το κράτος τους με απογραφές καί εκδίδουν στους
λαούς νόμους καί φαίνονται παντού ένδοξοι, αυτός, πού είναι ό βασιλεύς των
βασιλευόντων, γεννιέται καί ζει εντελώς άγνωστος καί θεωρείται σαν ένα
μηδενικό. “Ω της ανυπέρβλητης ταπεινώσεώς σου, ω γλυκύτατο όνομα, ω
γλυκύτατε υπεράνθρωπε Ιησού! Αύτη ή ταπείνωση σου έκανε τον προφήτη Αββακούμ να
χάσει σχεδόν το μυαλό του καί να λέει• “Κύριε, κατενόησα τα έργα σου καί
έξέστην. Εν μέσω δύο ζώων γνωσθήση” (Άββακ. 3,2).

Αύτη ή ταπείνωση παρακίνησε τον
οσίον σου Ισαάκ να πει τα υψηλά αυτά λόγια• “ή ταπεινοφροσύνη στολή
θεότητας εστίν ό γαρ Λόγος ό ένανθρωπήσας αυτήν ένεδύσατο καί ώμίλησεν ημίν δι’
αυτής εν τω σώματι ημών.. ίνα μη ή κτίσης τη αυτοί θεωρία καταφλεχθή”
(Λογ. κ’). Επειδή καί ή αιτία της πτώσεως των αγγέλων στον ουρανό καί των
ανθρώπων στη γη υπήρξε ή διαφορά ανάμεσα στο μεγαλύτερο καί στο μικρότερο, γι’
αυτό εσύ, ό Λόγος του Θεού, με τη γέννηση σου σηκώνεις από τον κόσμο αυτό το
μεγάλο σκάνδαλο της απώλειας του κόσμου• καί Σύ, ο ανώτερος καί “υπέρ τα
οντά ων”, αφού έγινες κατώτερος καί έσχατος όλων, κανείς μ’ αυτό τον
τρόπο όμοια όλα σου τα κτίσματα, τόσο τα μεγαλύτερα καί ανώτερα, όσο καί τα
μικρότερα καί κατώτερα καί καταδεικνύεις ως άριστη οδό υψώσεως, την ταπείνωση,
καθώς θεολογεί ό δικός σου της
 Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ό Παλαμάς λέγοντας•
“Ελευθερώνει με παράδοξο τρόπο ό Θεός από την αιτία της αρχικής πτώσεως
(τον άνθρωπο)• καί αυτή (ή αιτία) ήταν ή υπεροχή καί ή κατωτερότητα πού
ενυπάρχει στα όντα• καί από εδώ ξεκινάει ό φθόνος καί ό δόλος καί οι φανερές
καί κρυφές αντιπαλότητες.

Ό Θεός λοιπόν ευδόκησε πρόσφατα
(με την ενανθρώπηση του Χρίστου) να διαλύσει την αιτία της υπερηφάνειας πού
καταστρέφει τα λογικά του κτίσματα• εξομοιώνει δηλ. τα πάντα με τον εαυτό του
καί επειδή βέβαια ό ίδιος με τον εαυτό του είναι ίσος καί όμοιος κατά φύσιν,
κάνει καί την φύση ίση κατά χάριν με τον εαυτό της. Καί αυτό πώς έγινε; Ό ίδιος
ό εκ Θεού Θεός Λόγος, αφού άδειασε τον εαυτό του απόρρητα καί μυστικά, κατέβηκε
από ψηλά στην εσχάτη ανθρώπινη ύπαρξη καί αυτή αφού την έδεσε μαζί του κατά
τρόπο άλυτο καί αφού ταπεινώθηκε καί πτώχευσε σαν άνθρω¬πος (όμοιος μας) έκανε
τα κάτω πάνω, μάλλον δε συνένωσε καί τα δύο σε ένα. Με τη Θεότητα δηλ. συνένωσε
την ανθρωπότητα καί έτσι υπέδειξε σε όλους την ταπείνωση ως δρόμο πού οδηγεί
προς τα άνω, αφού πρόσφερε τον εαυτό του σήμερα υπόδειγμα μπροστά στους
ανθρώπους καί στους αγίους Αγγέλους” (Λόγος στη Γέννηση του Χριστού).

Τώρα, εσύ αγαπητέ, μπορείς να
βρεις μεγαλύτερη άπ’ αυτή τη διαφορά μεταξύ του Θεού καί του κόσμου;Λοιπόν,
από αυτούς τους δύο ποιος είναι δίκαιο να σ’ εξουσιάζει; Ό Χριστός ή ό κόσμος;
 Βέβαια ό
Χριστός• γιατί ό Χριστός ούτε πλανά ούτε πλανάται, ενώ ό κόσμος καί πλανά καί πλανάται.
“Έπειτα, σκέψου, πώς για τον Χριστό δεν ήταν αρκετό πού γεννήθηκε υπήκοος
του Καίσαρος Αυγούστου, αλλά θέλησε ακόμη να γεννηθεί καί στην εποχή πού
γινόταν επίσημη δήλωση έμπρακτης υποταγής• ενταίς ημέρες εκείνες εξήλθε δόγμα
παρά Καίσαρος Αυγούστου απογράφεστε πάσαν την οικουμένη” (Λουκ. 2, 1) καί
θέλησε να φέρει άνω – κάτω όλα τα πράγματα, κυρίως όμως να βάλει τον εαυτό του
κάτω άπ’ αυτήν την υποταγή. “Ανέβει δε καί Ιωσήφ από της Γαλιλαίας εκ ι
πόλεως Βηθλεέμ… άπογράψασθαι συν Μαριάμ τη μεμνηστευμένη αύτω γυναικί οΰση
έγκύω” (Λουκ. 2,4).

Εσένα όμως αδελφέ φαίνεται πώς σ’
ευχαριστεί να τα κάνεις όλα άνω κάτω, να συγχύζεις όλο τον κόσμο, μόνο για να
εκπληρώσεις την επιθυμία σου, μόνο για να υποτάξεις όλους στη γνώμη σου, μόνο
για να γίνεις μεγάλος καί για να αποκτήσεις δόξα στον κόσμο• μ’ αυτό πού κάνεις
φαίνεσαι να λες• εγώ προτιμώ ν’ ακολουθήσω το παράδειγμα του κόσμου από το
παράδειγμα του Χριστού” εγώ επιλέγω την δόξα των ανθρώπων από τη δόξα
του Θεού.

“Ω πόσο θα σου φανεί βαριά
αύτη ή παράλογη εκλογή σου, όταν στο φως της κρίσεως του Θεού θα δεις τα
πράγματα όπως ακριβώς είναι κι όχι καθώς τώρα σου φαίνονται καί όταν αυτό το
βρέφος, πού τώρα βλέπεις μέσα στη φάτνη άδοξο καί ταπεινό, έρθει ως μέγας
βασιλεύς με δύναμη καί δόξα πολλή για να κρίνει όλο τον κόσμο.

Άλλα τι απαντάς;

Ναι εγώ πρέπει να παραβλέπω την τιμή μου καί να ταπεινώνομαι για το Χριστό, αλλά ό
κόσμος είναι χωρίς διάκριση καί με περιφρονεί καί δεν με υπολογίζει για τίποτε.
Εύγε, σωστά απάντησες. “Άφησε λοιπόν να είναι κρυμμένη καί καταφρονημένη
άπ’ αυτόν τον κόσμο ή δική σου τιμή καί ή ζωή, για να φανερωθείς καί συ με τιμή
καί δόξα, όταν φανερωθεί ό Χριστός. Απεθάνετε γαρ, καί ή ζωή υμών κέκρυπται συν
τω Χριστώ εν τω Θεώ• όταν ό Χριστός φανερωθή, ή ζωή ημών, τότε ύμεΐς συν αύτω
φανερωθήσεσθε εν δόξη” (Κολ. 3, 3-4).

Ας λέει ό κόσμος τα δικά του• τι
σε νοιάζει;
 Εσύ ν’ ακολουθείς την οδηγία της σοφίας του Χριστού κι όχι της μωρίας του
κόσμου, πού είναι καί δικός σου εχθρός καί εχθρός του αλυτρώτου σου• είναι τόσο
μεγάλος εχθρός του πού ό ίδιος ό Χριστός στο καιρό του πάθους του, ενώ παρακάλεσε
τον ουράνιο Πατέρα ακόμη καί για τους σταυρωτές του, όμως για τον κόσμο δεν
θέλησε να παρακαλέσει• “ου περί του κόσμου ερωτώ” (Ίω. 17,9). Γι’
αυτό πρέπει να διαλέξεις ένα από τα δύο, αν είσαι φίλος του Ιησού, πρέπει να
είσαι εχθρός του κόσμου• καί αν αντίθετα θελήσεις να είσαι φίλος του κόσμου,
εξάπαντος θα είσαι εχθρός του Ιησού• “μοιχοί καί μοιχαλίδες! ουκ οιδατε
ότι ή φιλία του κόσμου έχθρα του Θεού εστίν; ός αν ο βουληθεί φίλος είναι
του κόσμου εχθρός του Θεού καθίσταται” (:Ιακώβ. 4,4).
 Μα σου κακοφαίνεται επειδή σε καταφρονεί καί σε μισεί ό κόσμος; Ανόητος
πού είσαι!
Αυτό το μίσος καί αυτή ή
καταφρόνηση (του κόσμου) είναι καλό σημάδι• πώς δηλ. δεν είσαι μαθητής του
κόσμου, αλλά μαθητής του Χριστού• “Ει εκ του κόσμου είτε, ό κόσμος αν το
ίδιον έφίλει• ότι δε εκ του κόσμου ουκ έστέ, άλλ’ εγώ έξελεξάμην υμάς εκ του
κόσμου, δια τούτο μισεί υμάς ό κόσμος” (Ίω. 15,19).

Αδελφέ μου, άνοιξε μία φορά τα
μάτια σου για το καλό της ψυχής σου καί αποφάσισε να μην εμπιστεύεσαι πια τον
ψεύτη καί επίβουλο κόσμο, καθώς σε συμβουλεύει καί ό σοφός Σειράχ. “Μη
πιστεύσης τω έχθρώ σου εις τον αιώνα” (Σοφ. Σειρ. 12,10). Πάρε σταθερή
απόφαση να μελετάς πάντοτε καί να ακολουθείς την οδηγία του φωτός των
παραδειγμάτων, του Ίησοΰ Χριστου ό όποιος μέσα από τα βρεφικά σπάργανα σου
φωνάζει με γλώσσα ψελλίζουσα εκείνο το φοβερό έλεγχο. “Πώς δύνασθε ύμεΐς
πιστεύσαι, δόξα παρά αλλήλων λαμβάνοντες καί την δόξα την παρά του μόνου θεού
ου ζητείτε;” (Ιωάννης. 6,44)

Καί επειδή αυτός (ό Ιησούς
Χριστός) έπαθε τόσα για να σε διδάξει την αλήθεια, παρακάλεσε τον να σου δώσει
χάρη να καταλάβεις σ’ όλο το βάθος το παράδειγμα του καί την διδασκαλία του,
για να αγαπάς την ταπείνωση του, ή οποία είναι γεμάτη από αληθινό ύψος καί
δόξα• να μισείς όμως καί να αποστρέφεσαι την δόξα καί την τιμή του κόσμου, ή
οποία είναι αληθινή ατιμία καί άδοξία• γιατί όχι μόνο σου στερεί την ουράνια
δόξα, αλλά καί γιατί στο τέλος της ζωής, καταλήγει (ή δόξα του κόσμου) στο χώμα
και στην κοπριά σύμφωνα με τη Δαβιτική εκείνη κατάρα.” Καταδιώξω άρα ό
εχθρός την ψυχήν μου… και την δόξα μου εις χουν κατασκηνώσαι”
(Ψαλμ.1,5).

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ
1999

 

Ο Λόγος σαρξ εγένετο – Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς

Κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο ( Ἰωάν.
1, 14). Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη καὶ ἡ μεγαλυτέρα χαρμόσυνος ἀγγελία, τὸ πιὸ μεγάλο
«εὐαγγέλιον», ποὺ ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ ὁ Θεὸς εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ ὁ οὐρανὸς εἰς
τὴν γῆν. Ἐὰν θέλετε, ὁλόκληρον τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς
ἀποτελεῖται ἀπὸ τέσσαρες λέξεις: «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο». Ἔξω ἀπὸ αὐτὸ καὶ χωρὶς
αὐτό, ἄλλος εὐαγγελισμὸς δὲν ὑπάρχει διὰ τὸν ἄνθρωπον, οὔτε εἰς αὐτὸν οὔτε εἰς
τὸν ἄλλον κόσμον.

Ἐδῶ εὑρίσκεται κάθε τί, τὸ ὁποῖον εἶναι αἰωνίως ἀναγκαῖον διὰ
τὴν ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν εἰς ὅλους τοὺς κόσμους. Μοναδικὸν χαρμόσυνον μήνυμα διὰ
τὴν ὕλην εἰς ὅλας τὰς μορφάς της. Ἀπὸ τὴν πλέον σκληρὰν καὶ πυκνὴν ὕλην τοῦ
ἀδάμαντος, μέχρι τὴν πλέον λεπτὴν καὶ ἀφανὴ τοῦ ἠλεκτρονίου καὶ φωτονίου. «Ὁ
Λόγος σὰρξ ἐγένετο». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Λόγος ἔγινε Θεοσάρξ, οὕτως ὥστε οὔτε ὁ
Θεὸς παύει νὰ εἶναι Θεός, οὔτε ἡ σὰρξ νὰ εἶναι σάρξ. Μόνον ποὺ ἡ σὰρξ ἐν τῇ
μυστικῇ ἀλλὰ πραγματικῇ ἑνώσει της μὲ τὸν Θεὸν ζῇ καὶ ἀκτινοβολεῖ ὅλας τὰς
τελειότητας τοῦ Θεοῦ. «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο» σημαίνει: ὁ Λόγος ἔγινε ψυχή,
Θεο-ψυχή, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα ὁ Θεὸς παραμένει Θεὸς καὶ ἡ ψυχὴ ψυχή. Μόνον ποὺ ἡ
ψυχὴ περιπατεῖ εἰς τοὺς δρόμους τῶν αἰωνίων καὶ χαροποιῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ
εἰς ὅλους τοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀοράτους κόσμους.

«Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο», σημαίνει καὶ τοῦτο: ὁ Λόγος ἔγινεν
αἴσθησις, Θεο-αἴσθησις. Ἐν τούτοις, ὁ Θεὸς δὲν παύει νὰ εἶναι Θεός, ἂν καὶ
ἔγινεν ἀνθρωπίνη αἴσθησις, ἐνῷ πάλιν ἡ αἴσθησις παραμένει ἀνθρωπίνη αἴσθησις.
Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἡ αἴσθησις ζῇ ὅλον τὸ θεῖον ἄπειρον ὡς ἰδικόν της.

«Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο», σημαίνει ἀκόμη καὶ τοῦτο: ὁ Λόγος ἔγινε
κτίσμα, Θεο-κτίσμα, «ὁ ὢν γίνεται, ὁ ἄκτιστος κτίζεται, ὁ ἀχώρητος χωρεῖται»
(ἁγ. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 45, 9. ΡG 36, 633-6). Μὲ αὐτὸ ἡ φύσις τοῦ Θεοῦ
δὲν χάνει τὰ θεῖα της ἰδιώματα, ὅπως καὶ ἡ φύσις τοῦ κτίσματος δὲν χάνει τὰ
κτιστά της ἰδιώματα. Μόνον ποὺ τὸ κτίσμα περνᾶ διὰ μέσου θαυμαστῶν
μεταμορφώσεων, αἱ ὁποῖαι τὸ ὁδηγοῦν ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν.

«Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο», τέλος, σημαίνει: ὁ Λόγος ἔγινεν
ἄνθρωπος, πλήρης ἄνθρωπος, Θεάνθρωπος. Ἐν τούτοις, ὁ Θεὸς παραμένει εἰς τὰ ὅριά
Του καὶ ὁ ἄνθρωπος εἰς τὰ ἰδικά του, ἂν καὶ εἶναι ἡνωμένοι στενώτατα,
ἀδιαιρέτως καὶ ἀχωρίστως. Μόνον πὼς ὁ ἄνθρωπος οἰκειοποιεῖται ὅλας τὰς
ἀπορρήτους τελειότητας τοῦ Θεοῦ καὶ ἀποκτᾶ τὴν θείαν αἰωνιότητα καὶ τὴν θείαν
δόξαν, γίνεται «ὁμόθεος», κατὰ τὴν ἔκφρασιν τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ὁ Θεὸς Λόγος
ἔγινεν ἄνθρωπος διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν ἄνθρωπον πρὸς τὸ ἀρχέτυπόν του, πρὸς τὸν
Δημιουργόν του, διότι ὁ ἄνθρωπος ἐδημιουργήθη εἰς τὴν ἀρχὴν διὰ τοῦ Θεοῦ Λόγου
ἔχων τὸν χαρακτήρα τοῦ Θείου Λόγου (Γεν. 1, 26-27. Ἰωάν. 1, 9. Κολ. 3, 10).

Ὁ Θεὸς Λόγος ἔγινε σὰρξ διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν σάρκα εἰς τὴν
πρωταρχικήν της logosnost, διότι πᾶν ὃ γέγονεν διὰ τοῦ Θεοῦ Λόγου γέγονεν
(Ἰωάν. 1, 3. Κολ. 1, 16). Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς Λόγος εἶναι ὁ δημιουργὸς ὅλης τῆς
κτίσεως, Αὐτὸς εἶναι καὶ τὸ θεμέλιον ὁλοκλήρου τοῦ κοσμικοῦ οἰκοδομήματος
(πρβλ. ἁγ. Μαξίμου, ΡG 91, 668 καὶ 1308-9).

Ἡ ἁμαρτία καὶ τὸ κακὸν ἀποτελοῦν τὴν τραγικὴν καὶ παράλογον
ἀπόπειραν τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀπομακρύνῃ τὸν Θεὸν Λόγον ἐκ τῶν θεμελίων τοῦ
σύμπαντος. Ὁ Θεὸς Λόγος ἐσαρκώθη διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν κτίσιν πρὸς τὸν
Δημιουργόν, διότι Αὐτὸς εἶναι τὸ πρῶτον θεμέλιόν της καὶ ἡ βάσις της. Διὰ τοῦτο
δικαίως εὐαγγελίζεται ὁ θεῖος Ἀπόστολος Παῦλος ὅτι ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς
ἀποτελεῖ τὸ μοναδικὸν ἀρραγὲς καὶ αἰώνιον θεμέλιον καὶ ὅτι «θεμέλιον ἄλλον
οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον» (Α΄ Κορ. 3, 11).

Ὅποιος θεμελιώνει καὶ οἰκοδομεῖ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀρραγοῦς καὶ
ἀσαλεύτου Πέτρας τοῦ σύμπαντος εἶναι «ἀνὴρ φρόνιμος», ἡ προσωπικότης του ἔχει
λογοποιηθῇ, ἔχει δηλαδὴ ἑνωθῇ μὲ ὅλα τὰ αἰώνια ἰδιώματα τοῦ Θεοῦ Λόγου, διὰ
τοῦτο καὶ παραμένει ἀκλόνητος εἰς ὅλας τὰς θυέλλας καὶ τὰς καταιγίδας τῶν
ἀνθρωπίνων σεισμῶν καὶ τοῦ χάους (πρβλ. Ματθ. 5, 24 – 25. Ρωμ. 8, 35 – 39). Μὲ
τὴν ἐνανθρώπησίν Του ὁ Θεὸς Λόγος ἔδειξεν ὅτι ὁ Θεῖος Λόγος εἶναι ἡ οὐσία τῆς
φύσεώς μας, τὸ θεμέλιον τοῦ ἀνθρωπίνου εἶναι μας, ἡ βάσις τῆς ἀνθρωπίνης μας
ζωῆς καὶ ὑπάρξεως.

Ἡ καταγωγή μας εἶναι ἀπὸ τὸν Θεόν, διὰ τοῦτο καὶ τὸ εἶναι μας
καὶ ἡ ζωή μας καὶ ἡ ὕπαρξίς μας ἐξαρτῶνται ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὸν Θεὸν (πρβλ.
Πράξ. 17, 28. Κολ. 3, 1-4). Πράγματι, κατὰ τὸ ἀρχέτυπόν της καὶ κατὰ τὴν
ἐσωτάτην οὐσίαν της, ὅλη ἡ κτίσις εἶναι ἀπὸ τὸν Λόγον καὶ διὰ τὸν Λόγον (Κολ.
1, 16-17). Εἰς Αὐτόν, δι’ Αὐτοῦ καὶ ἐν Αὐτῷ τὰ πάντα ἐπαναφέρονται εἰς τὴν
ἔλλογον (logosni) καταγωγὴν καὶ ὕπαρξίν των
εἰς τὴν ἀρχέγονον ἁγιότητα καὶ τὸ κάλλος καὶ τὴν δύναμίν των εἰς ἐκεῖνο τὸ «γενηθήτω» καὶ «ἐγένετο» εἰς τὸν ἰδικόν των παράδεισον. Διότι εἰς τὸν Λόγον εὑρίσκεται παράδεισος, ἐνῷ ἐκτὸς τῆς λογικότητος, ἡ κόλασις. […] Δι’ ὅλα αὐτὰ ἡ
ἡμέρα τῆς Γεννήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου ἐν σαρκὶ – τὰ Χριστούγεννα – εἶναι ἑορτὴ
θαυμαστὴ καὶ διὰ τὸ μεγαλεῖον της καὶ διὰ τὸ μυστήριόν της καὶ διὰ τὸ νόημά
της.

Ἑορτάζοντες τὰ Χριστούγεννα, οὐσιαστικῶς ὁμολογοῦμεν καὶ
δοξάζομεν τὸ μοναδικὸν ἀληθινὸν νόημα καὶ τὸν λόγον τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως,
τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, τῆς ἀνθρωπίνης σκέψεως, τῆς ἀνθρωπίνης αἰσθήσεως, τῆς
ἀνθρωπίνης ζωῆς. Διότι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς τοῦ Κυρίου Γεννήσεως «ἀνέτειλε τῷ
κόσμῳ τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως», τοῦ θείου νοήματος, καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν κόσμον
μέχρι τῶν περάτων του, καὶ ἀπεκάλυψεν εἰς ἡμᾶς τὸ αἰώνιον νόημα καὶ τὸν λόγον
αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἐν τῷ κόσμῳ ἀνθρώπου.

Εἰς τὴν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ μας ἐδόθη ἡ ἀποκάλυψις καὶ τὸ νόημα
τόσον τοῦ μυστηρίου τοῦ ἀνθρώπου, ὅσον καὶ τοῦ μυστηρίου τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς
γῆς. Διὰ τοῦτο μᾶς εἶναι ἀγαπητὸς ὁ ἄνθρωπος: διότι ἀνήκει εἰς τὸν Θεὸν Λόγον
καί, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, εἶναι λογικός
Ἀλλὰ μᾶς εἶναι ἀγαπητὴ καὶ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, διότι ἀνήκει καὶ
αὐτὴ εἰς τὸν Λόγον καί, δι’ αὐτό, εἶναι λογική
καὶ σκέψις τοῦ ἀνθρώπου μᾶς εἶναι ἀγαπητή, διότι ἀνήκει εἰς τὸν Λόγον καί, δι’ αὐτὸ εἶναι, λογική καὶ αἴσθησις τοῦ ἀνθρώπου ἐπίσης, διότι ἀνήκει εἰς τὸν Λόγον καί, δι’ αὐτὸ εἶναι καὶ αὐτὴ λογική κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον καὶ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, διότι εἶναι τοῦ Λόγου, καὶ δι’ αὐτὸ λογική μᾶς εἶναι ἀγαπητὸς καὶ κόσμος ἀκόμη, διότι εἶναι τοῦ Θεοῦ Λόγου, καὶ δι’ αὐτὸ καὶ αὐτὸς λογικός καθὼς καὶ οὐρανός, διότι καὶ αὐτὸς εἶναι τοῦ Λόγου, καὶ διὰ τοῦτο, λογικός.

Μὲ τὴν γέννησιν τοῦ Θεοῦ ἐν σώματι, ἐγεννήθη εἰς αὐτὸν τὸν
κόσμον ὅλος ὁ Θεός, ὅλη ἡ Ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, ὅλη ἡ Δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ὅλη ἡ
Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅλη ἡ Ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ, ὅλον τὸ Ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Διὰ τοῦτο ὅλοι
οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὸν Θεὸν καὶ τὴν Δικαιοσύνην Αὐτοῦ, μέσα εἰς τὴν
πνευματικὴν ἔξαρσιν καὶ τὴν ἄπειρον χαράν των, χαιρετίζουν ὅλα τὰ ὄντα καὶ ὅλην
τὴν κτίσιν μὲ τὸν χριστουγεννιάτικον χαιρετισμόν: Χριστὸς ἐγεννήθη! ἐνῷ ἀπὸ τὰ
χριστονοσταλγικὰ βάθη τῶν ὄντων καὶ τῆς κτίσεως ἀντηχεῖ συγκινητικὴ ἡ
ἀπάντησις: Ἀληθῶς ἐγεννήθη!

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος»,

ἐκδ. «Ἀστήρ»

 

Περί ελεημοσύνης – Άγιος Ιωάννης Κρονστάνδης

 

τνισε τν δελφν σου μ γπη κα οκτιρμος κα βοθησ τον πρθυμα. Εναι μλος το Χριστο κα δικ σου «λλλων μλη σμν» (φ. 4, 25), εναι νας το γου Πνεματος. Θες τν γαπ κα τν πολπτεται πως κα σνα.



Δν δνεις τποτε τ ληθιν δικ σου. Δνεις ,τι νκει στν Θεν, στ πενμενα παιδι το Θεο. Δν εσαι τποτε λλο παρ οκονμος κα διαχειριστς τς θεας περιουσας. Ν θεωρς τν αυτ σου ταπειν πηρτη τν «λαχστων» δελφν το Κυρου

 

Ν μ δδης στος λλους νλογα μ τν ξα τους, λλ νλογα μ τς νγκες τους.

 

λεημοσνη κνει καλ, πρν π λα, στν διο τν λεμονα.

 

ληθιν λεμων εναι ποιος λα τ ναγκαλζεται κα δν φνει κανναν νθρωπον ξω π τν καρδι του. Πς εναι δυνατν ξως, «μετ πστεως κα γπης», ν δεχθς μσα σου τ Σμα το Χριστο, ταν περιφρονς κα δν γαπς τ μλη Του; λοι ο Χριστιανο εναι μλη το Χριστο, νμεσ τους κα πτωχς. γπα τ μλη Του, χε συμπθεια γι ατ κα Κριος θ σ ξιση τ πλοσιο λες Του

 

Κνε τ καλ κμη κα στος χαρστους κα τος κακος, στε ν εσαι γνσιο παιδ το ψστου

 

Τ εναι ψευδς εγνωμοσνη στν Θε; Τ ν εχαριστ κανες τν Θε μονχα μ τ χελη γι τ γαθ πο λαβε κα ν χρησιμοποι ατ τ γαθ μονχα γι τν αυτ του, χωρς ν νοιζεται γι τν πλησον τουΤ ν τς κνη Θες τς εχαριστες μας, ταν δεχνουμε χαριστα στν πρξι; ταν δν δνουμε στος λλους π κενα πο μς δνει;

 

Θεα σοφα, τλος, εναι ν μ σωρεουμε πλοτη γι τν αυτ μας, λλ ν δνουμε στν φτωχ, στε ν θησαυρζουμε θησαυρος συλτους κα φθρτους στν οραν, πως λγει τ Εαγγλιο (Λουκ. 12, 33).

 

Κριε, δδαξ με ν κτελ τ ργα τς γπης πρς τν πλησον μ προθυμα κα χαρ κα ν πιστεω τι προσφροντας στος λλους δν χνω, λλ κερδζωΚριε, δξου τς προσφορς μου στ πρσωπο τν πτωχν

Ν εσαι ζηλωτς τς γπηςλα θ παρλθουν, γπη μως θ μενη, στν αἰῶνα, πως κα Θες, πο εναι γπη.

 

 Πηγή 

Πού παραδινόμαστε; Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης


Την ζωή μας την έχουμε κάνει παιδικό παιχνίδι· όχι όμως αθώο, αλλά
αμαρτωλό. Γιατί, ενώ γνωρίζουμε τον σκοπό της ζωής μας, τον παραμελούμε και
ασχολούμαστε με μάταια και άσκοπα ζητήματα.



*  Παραδινόμαστε στην απόλαυση των ενδυμάτων, αντί να σκεπάζουμε άνετα
και ευπρεπώς το σώμα μας και έτσι να το προστατεύουμε από επιβλαβείς
επιδράσεις.

 

*   Παραδινόμαστε στην απόλαυση του χρυσού και του αργύρου,
θαυμάζοντάς τα στα θησαυροφυλάκια. Αντί να το χρησιμοποιούμε μόνον για τις
πραγματικές μας ανάγκες και να δίνουμε τα τυχόν περισσεύματα σε όσους έχουν
ανάγκη.

 

*    Παραδινόμαστε στην απόλαυση των κατοικιών μας. Αντί να
έχουμε απλώς ασφαλή, άνετη και ευπρεπή στέγη για την προστασία μας από τα στοιχεία
της φύσης.

 

*   Παραδιδόμαστε στην απόλαυση των διανοητικών μας χαρισμάτων,
του νου και της φαντασίας και τα μεταχειριζόμαστε για να υπηρετήσουμε απλώς την
αμαρτία και την ματαιότητα του κόσμου τούτου. Αντί να χρησιμοποιήσουμε αυτά,
προ παντός, για να γνωρίσουμε τον Πάνσοφο Δημιουργό του σύμπαντος κόσμου για
προσευχή· για ικεσία για δοξολογία του Θεού· και για να εσωτερικεύσουμε
αμοιβαία αγάπη και σεβασμό.

 

*    Παραδινόμαστε στην απόλαυση της γνώσεως της κοσμικής
ματαιότητας και για την απόκτηση της γνώσεως αυτής δαπανούμε πολύτιμο καιρό, ο
οποίος μας δόθηκε για να ετοιμασθούμε για την αιωνιότητα.

 

* Παραδινόμαστε στην απόλαυση ωραίων ανθρωπίνων προσώπων και πολλές φορές
τα μεταχειριζόμαστε για ικανοποίηση των παθών μας.

 

*   Παραδινόμαστε, τέλος, στην απόλαυση των εαυτών μας, με το να
θεωρούμε είδωλα τους εαυτούς μας, ενώπιον των οποίων υποκλινόμαστε (και
θαυμάζουμε!). Και, επιπλέον, περιμένουμε (και κάποτε απαιτούμε!) και οι άλλοι
να υποκλίνονται).

 

Ποιός μπορεί, με τρόπο ικανοποιητικό, να περιγράψει και να θρηνήσει τη
μεγάλη ματαιότητα και αθλιότητα, στις οποίες εκούσια ρίχνουμε τους εαυτούς μας;

 

Ποιά απάντηση θα δώσουμε στον αθάνατο Βασιλέα Χριστό, τον Θεό μας, ο Οποίος
θα έλθει πάλι για να κρίνει ζώντες και νεκρούς; Και να αποκαλύψει τις κρυμμένες
σκέψεις όλων των καρδιών και να λάβει από μας απάντηση και απολογία για κάθε
λόγο και έργο μας;

 

Αλλοίμονο σε μας, οι οποίοι φέρομε το όνομα του Χριστού, δεν ακολουθούμε
όμως την διδασκαλία του Ευαγγελίου! Ας είναι ευλογημένο το όνομα του Σωτήρα μας
Ιησού Χριστού, ο Οποίος μας προσκαλεί συνεχώς κοντά του και μας ενισχύει
ποικιλοτρόπως σε αυτή μας την πορεία.

 

(Από το βιβλίο του: «Η εν Χριστώ ζωή»)

 Πηγή 

Περί του ανθρώπου, ο οποίος πλάσθηκε δυνάμει ηθικά ελεύθερο ον και ότι οφείλει να αποβεί και ενεργώς ηθικά ελεύθερος

 ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ

 

Ο άνθρωπος, εφόσον έχει πλασθεί να εικονίζει σαν σε
μικρογραφία στη γη τη θεία εικόνα του Δημιουργού, κατά συνέπεια οφείλει να
φέρει και ο ίδιος, σε κάποια σχετική αντιστοιχία, τις ιδιότητες του Θεού. Σαν
εικόνα του Θεού, ο άνθρωπος, πρέπει να είναι ύπαρξη με νου αυτεξούσιο,
αυτοσυνείδητο και ηθικά ελεύθερο. Διότι
 ον χωρίς νου, εξαρτημένο, δίχως
συνείδηση και ηθικά ανελεύθερο, είναι ανάξιο της υψηλής κλήσης στην οποία
φαίνεται ότι έχει κληθεί και στον σπουδαίο προορισμό για τον οποίο προορίσθηκε
και την υψηλή θέση στην οποία ανυψώθηκε ο άνθρωπος, από την εξαίσια βούληση του
θείου Δημιουργού
. Ο άνθρωπος πλάσθηκε άξιος
της κλήσης και της υψηλής θέσης που του δόθηκε, αφού αποδεικνύεται ύπαρξη νοερή
και αυτεξούσια, η οποία έχει συνείδηση του εαυτού της.

Οι ξεχωριστές αυτές ηθικές δυνάμεις φανερώνουν
τον άνθρωπο ως δυνάμει ηθικά ελεύθερο αλλά και ικανό να γίνει ηθικά ελεύθερος,
με τη θέλησή του και την ορθή χρήση του αυτεξουσίου του. Η ηθική ελευθερία
είναι αποτέλεσμα της κλήσης και της αποστολής του ανθρώπου και των ηθικών
δυνάμεων που φέρει μέσα του. Διότι θα ήταν μάταιη τούτη η αφθονία των ηθικών
δυνάμεων δίχως την ηθική ελευθερία! Η ηθική ελευθερία είναι καρπός του δέντρου,
για τον οποίο και φυτεύτηκε το δέντρο. Χωρίς αυτή, ο άνθρωπος θα συμβάδιζε με
τη μοίρα των αλόγων ζώων. Τότε το λογικό του θα τον έκανε πιο θηριώδη, πιο
ζωώδη και περισσότερο εμπαθή. Δεν θα μπορούσε να είναι σε ανώτερη θέση απ’ αυτή
των ζώων.
 Μόνη η ηθική ελευθερία εξευγενίζει τον άνθρωπο και τον
ανυψώνει
 σε θέση, στην οποία κανένα από
τα ζώα δεν μπορεί να ατενίσει. Αν ο άνθρωπος δεν πλάσθηκε έτσι ώστε να μπορεί
να είναι ηθικά ελεύθερος, τότε δεν πλάσθηκε ούτε ηθικός άνθρωπος, γιατί την
έννοια της ηθικής ελευθερίας, ακολουθεί η έννοια του ηθικού ανθρώπου. Όπως και
την έννοια του ηθικού ανθρώπου ακολουθεί η έννοια της ηθικής ελευθερίας. Αυτός
που αρνείται στον άνθρωπο την ηθική ελευθερία, είναι σαν να του αρνείται την
ηθικότητα, καθότι χωρίς την ηθική ελευθερία, ηθικός νόμος δεν μπορεί να σταθεί,
για τον λόγο ότι μόνο η ηθική ελευθερία μπορεί να τηρήσει τον ηθικό νόμο. Όπου
αυτή λείπει, λείπει και ο ηθικός νόμος, εκεί τότε βασιλεύουν οι φυσικοί νόμοι,
εκεί δεν υφίσταται κανένα από τα πνευματικά αγαθά, εκεί βασιλεύουν οι νόμοι της
ύλης και η δύναμή τους διέπει τα πάντα.
 Χωρίς ηθική ελευθερία ο
άνθρωπος θα κατέληγε δούλος από ηθική άποψη. Και την ηθική του υποδούλωση
θα ακολουθούσε η πνευματική του δουλεία. Αυτή η δουλεία θα υπέτασσε τις
ενέργειές του, αλλά και τις σκέψεις του θα τις περιόριζε σε πολύ στενά πλαίσια
. Οι ιδέες του καλού, του αγαθού, του αληθινού, του
δίκαιου, θα του ήταν άγνωστες. Θα αγνοούσε τι είναι το αισχρό, τι το κακό, τι
το ψευδές, τι το άδικο κ.λπ., γιατί αυτές τις έννοιες μόνο ο ηθικός νόμος και η
ηθική ελευθερία διδάσκουν. Η λέξη «ηθική» θα διαγραφόταν από το λεξιλόγιό του,
γιατί
 κάθε πράξη που είναι αποτέλεσμα έμφυτης ορμής, ενέργεια
δηλαδή που τελείται από ανάγκη, κατά κανένα λόγο δεν προδίδει ηθικό χαρακτήρα
. Οι λεγόμενες ηθικές πράξεις όταν στερούνται τον
ηθικό χαρακτήρα τους, την ηθική προδιάθεση, δεν προξενούν καμία εντύπωση, καμία
αίσθηση στον νου και την καρδιά. Σαν αποτέλεσμα,
 η αναισθησία θα
καθιστούσε τη μεν καρδιά ασυνείδητη, τον δε νου νωθρό και αδρανή
. Η ασυνειδησία και η νωθρότητα, σαν
γκρίζα σύννεφα θα σκέπαζαν και θα κάλυπταν τη θαυμαστή εικόνα του θείου
Δημιουργού
, η οποία καλλιτεχνήθηκε τόσο
λαμπρά και θαυμάσια από τη δημιουργική Του χάρη και στην οποία διαλάμπει η
αγαθότητα, η σοφία και η παντοδυναμία,
 θα τον εμπόδιζαν να δει
καθαρά και να γνωρίσει εν εικόνι τον Πλάστη του και δημιουργό του
σύμπαντος
. Θα αγνοούσε τον Θεό και Τα θεία
Του ιδιώματα και ποτέ δεν θα μπορούσε να συλλάβει την έννοια του θείου. Η
δημιουργία, χωρίς νου και συναίσθηση, ποτέ δεν θα αντιλαμβανόταν το θείο,
ούτε συνειδητά θα υμνούσε, θα λάτρευε και θα δόξαζε τον Θεό, ευχαριστώντας
Τον για την αφθονία των θείων Του δωρεών.
 

Ο άνθρωπος χωρίς την ηθική ελευθερία θα ήταν δούλος των παθών του
. Η ηθική ελευθερία τον αναδεικνύει ύπαρξη ηθική,
ηθικά ελεύθερη, εικόνα Θεού.
 Η νοερή του φύση δίχως την ηθική
ελευθερία, θα ήταν άπτερο πτηνό και έκτρωμα της φύσης
. Η νοερή φύση χωρίς ηθική ελευθερία θα μαρτυρούσε
κάποια ατέλεια της δημιουργίας, μια ιδιότητα άσκοπη, ένα έργο τελείως ανάρμοστο
με τη θεία σοφία και αγαθότητα.

Η νοερή φύση του ανθρώπου θέλει το αυτεξούσιο
σαν αναγκαίο επακόλουθό της και του επιβάλλει την υποχρέωση να αναδειχθεί
 με
τη θέλησή του
 ύπαρξη ηθικά ελεύθερη.
Επειδή λοιπόν ο άνθρωπος είναι ύπαρξη νοερή, είναι και αυτεξούσιος, για να
γίνει με τη θέλησή του και ηθικά ελεύθερος.


Όποιος είναι εξαρτημένος και ανελεύθερος, όποιος υπόκειται στις ορμές
των ενστίκτων του και τις ωθήσεις τους, αδυνατεί να κινηθεί προς το αγαθό, αφού
είναι υπόδουλος στην έμφυτη ορμή
. Όταν
λοιπόν οι ορμές του επιβάλλουν να επιλέξει το πάθος και όχι την αρετή, δεν
αχρηστεύεται η δύναμη του νοητικού, που σκοπό έχει να διακρίνει την ποιότητα
των πράξεων του;
 Προς τί τότε το
νοητικό; Δουλική υποταγή στις έμφυτες ορμές από τη μια, και λογικός νους από
την άλλη, είναι δυο έννοιες που
αλληλοαποκλείονται, γιατί και οι δυο εκφράζουν δύναμη που φαίνεται να
είναι δυνατότερη η μια της άλλης. Αν λοιπόν ο άνθρωπος υπακούει στις ορμές του,
τότε προς τί το λογικό; Αν όμως, είναι λογικό ον, πώς υπακούει στις ορμές; Το
γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι λογικό ον, δεν αμφισβητείται από κανέναν΄ αφού δε
η έννοια του λογικού συνεπάγεται και την έννοια του αυτεξούσιου, άρα
 ο
άνθρωπος δεν πρέπει να υπακούει στις έμφυτες ορμές του, γιατί το πνεύμα είναι
φύσει ελεύθερο και ανεξάρτητο και δεν υποτάσσεται σε τίποτα
.

 

Ο άνθρωπος που αφήνεται στις έμφυτες ορμές
του, δεν μπορεί να έχει λογική ψυχή, γιατί η λογική ψυχή, θέλει να ενεργεί
ελεύθερα
. Η νοερή φύση κινείται από μόνη της και γι’ αυτό είναι ελεύθερη. Επειδή δε
είναι αυτοκίνητη, έχει και ελεύθερη θέληση΄ οτιδήποτε πράττει, το πράττει κατά
προαίρεση και όχι από ανάγκη. Άρα, η λογική ψυχή επειδή είναι νοερή, αυτοκίνητη
και ελεύθερη, είναι και ηθικά ελεύθερη και έχει συνείδηση του εαυτού της,
συνείδηση της ποιότητας των πράξεών της. Η δίχως ελευθερία ύπαρξη,
επειδή εξουσιάζεται από άλλον, κατευθύνεται από άλλον κι έτσι στερείται την
ηθική ελευθερία και τη δική της θέληση
. Τα ανελεύθερα όντα είναι
ασυνείδητα, δεν έχουν συνείδηση του εαυτού τους και της ποιότητας των πράξεών
τους. Ωστόσο, ο άνθρωπος μαρτυρείται απ’ όλους ως ον λογικό, ον αυτεξούσιο,
γιατί εκδήλωσε με λαμπρότητα τις αρετές αυτές. Συμπερασματικά, ο άνθρωπος είναι
ον νοερό και αυτεξούσιο, έχει λογική ψυχή, ελεύθερη θέληση, συνείδηση του
εαυτού του, της ποιότητας των πράξεών του και επομένως είναι ηθικά ελεύθερο ον.

 

(ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ, “ΤΟ ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ. ΚΕΙΜΕΝΑ
ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ)

Πηγή 

 

Μεταξωτοί άνθρωποι

 

 

Το είχε πει σε μια συνέντευξή του ο
αείμνηστος Νίκος Καρούζος: «Μεταξωτοί άνθρωποι». 

 

Μιλούσε για κάποιους χωρικούς που είχε
συναντήσει στη Λέσβο. 

Αγράμματοι ήταν, αλλά σοφοί. Και, προπάντων,
τρυφεροί με τους άλλους. Απαλοί, χωρίς γωνίες που κόβουν, χωρίς καχυποψία,
δίχως έπαρση και επιθετική ειρωνεία που πληγώνει. Μεταξωτοί άνθρωποι …;

 

Μου ‘μεινε αυτός ο χαρακτηρισμός.
Χαράχτηκε μέσα μου. Κι από τότε ένα νέο κριτήριο λειτουργεί στις αξιολογήσεις
μου για τους ανθρώπους: η συμπεριφορά και η στάση τους σε «ασήμαντα» πεδία της
καθημερινότητας. Αυτά που συνήθως τα προσπερνάμε ή δεν τα παρατηρούμε, γιατί
δεν μας απασχόλησαν ποτέ οι εκφάνσεις της «μεταξωτής συμπεριφοράς» …; Βέβαια
οι άνθρωποι δεν συγκροτούν ως χαρακτήρες ένα συμπαγές όλον, αλλά ένα αντιφατικό
σύνθεμα, στο οποίο συνυπάρχουν «μεταξωτά» στοιχεία και ακάνθινες απολήξεις. Γι’
αυτό και είναι κάπως παρακινδυνευμένα τα άμεσα και οριστικά συμπεράσματα για το
«είναι» των ανθρώπων …;

 

Παρ’ όλα αυτά, προσωπικά, διακινδυνεύω
την εξαγωγή συμπερασμάτων παρατηρώντας μικρές «ασήμαντες» κινήσεις στις παρέες,
στον εργασιακό χώρο και στο «δάσος» του καθεμέρα, όταν συγχρωτίζομαι με
αγνώστους. Και συνήθως δεν πέφτω έξω. Διότι τα γνωρίσματα αυτά αποκαλύπτουν
πειστικά τον εσωτερικό κόσμο του άλλου. Τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό …;

 

Φερ’ ειπείν, «σκλαβώνομαι» από εκείνους
που δεν ορμάνε να πιάσουν την καλύτερη θέση στο τραπέζι μιας ταβέρνας. Θεωρώ
την κίνηση αυτή απότοκο καταγωγικής ευγένειας και γενναιοδωρίας, η οποία
αδιαφορεί για το ιδιωφελές και συμφέρον. Αντίθετα, οι άνθρωποι που σπεύδουν
φουριόζοι για μια καλή θέση καταχωρίζονται μέσα μου σαν αρπακτικά. Και -το ‘χω
παρατηρήσει- έτσι συμπεριφέρονται, σαν αρπακτικά, και σε άλλα ζωτικά και
κρίσιμα πεδία… Κάποτε βρέθηκα σ’ ένα τραπέζι, στο οποίο κυριαρχούσαν οι
«επώνυμοι». Απέναντί μου καθόταν ένας πολύ γνωστός καλλιτέχνης, μεγάλο όνομα, ο
οποίος ούτε φλυαρούσε ούτε ακκιζόταν όπως κάποιοι άλλοι στη συντροφιά. Όταν
άρχισαν να καταφθάνουν τα πρώτα κοινά πιάτα, ήταν ο μόνος που δεν επέπεσε για
να εξασφαλίσει τη μερίδα του, αλλά ρωτούσε τους διπλανούς του και μοίραζε πρώτα
στους άλλους και μετά, ό,τι έμενε, κρατούσε για τον εαυτό του. «Μεταξωτός
άνθρωπος», σκέφτηκα…

 

Η μεταξωτή συμπεριφορά δεν παραπέμπει
απαραιτήτως -ή κυρίως- στο σαβουάρ βιβρ και στους «καλούς τρόπους» εν γένει.
Τέμνεται σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά δεν αποτελεί αποτύπωμα διδαχθείσης
μεθόδου για το φέρεσθαι.

 

Εδώ, το «μετάξι» είναι αυτοφυές ή προϊόν
δουλεμένου χαρακτήρα. Είναι ο τρόπος που ο άλλος βλέπει τους συνανθρώπους του.
Είναι η θέαση του κόσμου χωρίς τα εγωιστικά γυαλιά του προσωπικού ωφελιμισμού.
Είναι, ευρύτερα, η υποταγή του ατομικού συμφέροντος στη συλλογικότητα, χωρίς
βέβαια η «μεταξωτή συμπεριφορά» να φτάνει σε σημείο υπονόμευσης προσωπικών
δικαιωμάτων και δικαίων. Κανένας δεν έχει δικαίωμα να αδικεί τον εαυτό του…
Όμως, προσέξτε μια λεπτή απόχρωση: ποτέ ένας «μεταξωτός άνθρωπος» δεν νιώθει
κορόιδο, όταν άλλοι τον προσπερνούν -στη σειρά μιας καντίνας ή στην ιεραρχία-
χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα και μεθόδους.

 

Το «άφες αυτοίς» είναι ριζωμένο μέσα
του. Αποτελεί μέρος του αξιακού του κώδικα. Ξέρει τι γίνεται στην «αγορά». Αλλά
συνειδητά δεν συμμετέχει στο εξοντωτικό αυτό παιχνίδι. Απέχει χωρίς να
κλαυθμηρίζει.

 

Γιατί, εκτός από μετάξι, τέτοιοι
άνθρωποι διαθέτουν και ένα σκληρό κοίτασμα, που τους επιτρέπει να είναι
ταυτόχρονα στωικοί και γρανιτένιοι. Ένας από αυτούς έγινε φίλος μου – και το
κατάλαβα από την πρώτη στιγμή ότι θα συμβεί αυτό. Πρώτη μέρα στη μονάδα γύρισε
από τη σκοπιά και μπήκε στη σειρά για φαγητό. Ήταν τρίτος από το τέλος. Τότε
ακούστηκε ο μάγειρας να λέει ότι έμειναν μονάχα δύο μερίδες. Ο Κωστής πλησίαζε,
ήταν ένας από τους δύο τυχερούς. Αλλά μόλις άκουσε τον μάγειρα, έφυγε αθόρυβα
παραχωρώντας τη θέση του στον επόμενο. Έτσι. Αθόρυβα, αυτοθυσιαστικά,
γενναιόδωρα, χωρίς να το κάνει θέμα…

 

Οι «μεταξωτοί άνθρωποι», λοιπόν. Που
μιλούν ελάχιστα για τον εαυτό τους. Που χαίρονται με τις επιτυχίες των άλλων.
Που δεν σπεύδουν χαιρέκακα να «κάνουν πλάκα», δήθεν χαριεντιζόμενοι, με
εξωτερικά γνωρίσματα που πονάνε τους άλλους… Εκείνοι, που δεν σπερμολογούν
διακινώντας φήμες. Εκείνοι που υπερασπίζονται σθεναρά κάποιον απόντα όταν
λοιδορείται σε μια παρέα, χωρίς να είναι φίλος τους, αλλά επειδή νιώθουν ότι
αδικείται…

 

Οι μεταξωτοί άνθρωποι. Όσοι προσέχουν τι
λες, και δεν είναι ωσεί παρόντες στην κουβέντα, με το μυαλό τους στο τι θα πουν
οι ίδιοι για να εντυπωσιάσουν. Άνθρωποι με ανοιχτούς πόρους και πλατιά
καρδιά… Υπεράνθρωποι; Όχι. Απλώς, μεταξωτοί… Φαίνονται από μακριά. Αρκεί να
προσέξεις «μικρές», «ασήμαντες» κινήσεις στο φέρεσθαι των ανθρώπων…

 

Του Γιάννη Τριάντη


Πηγή