Μας λείπουν τα λεφτά; – π Δημητρίου Μπόκου

Τὸ νὰ εἶ­σαι φτω­χός, δὲν ἐμ­πο­δί­ζει νὰ εἶ­σαι ἐ­λε­ή­μων καὶ φι­λάν­θρω­πος.
Σή­με­ρα νο­μί­ζου­με, ὅ­τι γιὰ νὰ βο­η­θᾶς τὸν συ­νάν­θρω­πό σου, πρέ­πει νὰ ἔ­χεις.
Τό­σα πολ­λά, ποὺ νὰ σοῦ πε­ρισ­σεύ­ουν. Ἀλ­λι­ῶς τί νὰ δώ­σεις;

Πα­λι­ό­τε­ρα ὅ­μως οἱ Χρι­στια­νοὶ ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κοί. Δὲν κοί­τα­ζαν
ἂν πε­ρισ­σεύ­ει κά­τι γιὰ νὰ δώ­σουν. Ἀλ­λ’ ἀ­π’ αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χαν, λί­γο ἢ πο­λύ,
βο­η­θοῦ­σαν καὶ τὸν φτω­χό. Ἡ ἀ­γά­πη, ἡ φι­λαν­θρω­πί­α, ἦ­ταν πάν­τα ὑ­πό­θε­ση καρ­διᾶς, ὄ­χι χρη­μά­των.

Ὁ με­γά­λος Ρῶ­σος συγ­γρα­φέ­ας Μα­ξὶμ Γκόρ­κη, ποὺ ξε­κί­νη­σε τὴ ζω­ή
του πάμ­φτω­χος καὶ ὀρ­φα­νός, ἀ­να­φέ­ρει συ­χνὰ στὰ γρα­πτά του τὴ για­γιά
του. Μιὰ φτω­χειὰ θε­ο­φο­βού­με­νη γυ­ναί­κα, ποὺ τὸν μά­θαι­νε ἔμ­πρα­κτα τὴ
μυ­στι­κὴ φι­λαν­θρω­πί­α. Γρά­φει λοι­πὸν ὁ Γκόρ­κη στὸ ἔρ­γο του «Στὰ ξέ­να χέ­ρια»:

«Κα­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα ἡ για­γιὰ μὲ ξύ­πνη­σε χα­ϊ­δευ­τι­κά.

–   Πᾶ­με; Ἅ­μα μο­χθή­σεις γιὰ τὸν κο­σμά­κη, τὰ χέ­ρια σου θὰ
γι­ά­νου­νε πιὸ γρή­γο­ρα (ὁ Γκόρ­κη εἶ­χε ζε­μα­τί­σει τὰ χέ­ρια του μὲ βρα­στὸ
νε­ρό).

Μὲ πῆ­ρε ἀ­π’ τὸ χέ­ρι καὶ μὲ ὁ­δή­γη­σε μὲς στὸ σκο­τά­δι σὰν τυ­φλό. Ἡ νύ­χτα
ἦ­ταν μαύ­ρη, ὑ­γρή, φύ­σα­γε ἀ­στα­μά­τη­τα… Ἡ για­γιὰ κον­το­ζύ­γω­νε προ­σε­χτι­κὰ
στὰ σκο­τει­νὰ πα­ρά­θυ­ρα, στὰ φτω­χό­σπι­τα, σταυ­ρο­κο­πι­ό­ταν τρεῖς φο­ρές,
ἄ­φη­νε στὸ περ­βά­ζι πέν­τε κα­πί­κια (λε­πτὰ) καὶ τρί­α κου­λου­ρά­κια, ξα­να­σταυ­ρο­κο­πι­ό­ταν
κοι­τά­ζον­τας τὸν δί­χως ἄ­στρα οὐ­ρα­νὸ καὶ ψι­θύ­ρι­ζε:

–   Πα­να­γί­α, Δέ­σποι­να τῶν Οὐ­ρα­νῶν, βο­ή­θη­σε τὸν κο­σμά­κη!
Ὅ­λοι μας, …ὂ­λοι μας εἴ­μα­στε ἁ­μαρ­τω­λοὶ μπρο­στά σου, μη­τε­ρού­λα!
 

Ὅ­σο ξε­μα­κραί­να­με ἀ­π’ τὸ σπί­τι, τό­σο πιὸ ἔ­ρη­μα καὶ νε­κρω­μέ­να γί­νον­ταν
ἕ­να γύ­ρω… Δώ­δε­κα φο­ρὲς σί­μω­σε ἡ για­γιὰ στὰ πα­ρά­θυ­ρα, ἀ­φή­νον­τας
στὰ περ­βά­ζια τὴν «κρυ­φὴ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη». Ἄρ­χι­σε
νὰ χα­ρά­ζει, μὲς ἀ­π’ τὸ σκο­τά­δι φυ­τρώ­να­νε γκρί­ζα σπί­τια…

–   Κου­ρά­στη­κε ἡ γριά, ἔ­λε­γε ἡ για­γιά, και­ρὸς νὰ γυ­ρί­σου­με
σπί­τι. Θὰ ξυ­πνή­σουν αὔ­ριο οἱ νοι­κο­κυ­ρά­δες καὶ θὰ δοῦν πὼς ἡ Με­γα­λό­χα­ρη κά­τι ἔ­χει φέ­ρει γιὰ τὰ παι­δά­κια
τους. Ὅ­ταν σοῦ λεί­πουν ὅ­λα, καὶ τὸ λί­γο πιά­νει τό­πο! Ὤχ, μι­κρέ μου Ἀ­λι­ό­σα
(αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα τοῦ Γκόρ­κη), με­γά­λη φτώ­χεια στὸν κο­σμά­κη
καὶ δὲν τὸν γνοι­ά­ζε­ται κα­νέ­νας.

Ὁ πλού­σιος τὸν Κύ­ριο δὲν σκέ­φτε­ται

τὴν τρο­με­ρή του κρί­ση δὲν φαν­τά­ζε­ται

τὸν φτω­χὸ δὲν τὸν ἔ­χει δι­κὸ μη­δὲ ἀ­δερ­φὸ

γι­ο­μί­ζει μο­νά­χα σα­κοῦ­λες χρυ­σὸ

τὸ χρυ­σί­ον θὰ γί­νει στὴν κό­λα­ση κάρ­βου­νο!

–   Ἔ­τσι εἶ­ναι! Πρέ­πει νὰ ζεῖ ὁ φί­λος γιὰ τὸν φί­λο κι ὁ Θε­ὸς
γιὰ ὅ­λους!…

Νοι­ώ­θω ἀ­ό­ρι­στα πὼς πῆ­ρα μέ­ρος σὲ κά­τι ποὺ δὲν
θὰ τὸ ξε­χά­σω πο­τέ…
 Κά­τσα­με δί­πλα στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα, σ’ ἕ­να
παγ­κά­κι… κι ἡ για­γιὰ μοῦ ’­λε­γε:

–   Εἶ­ναι ’­δῶ μιὰ Ὁ­βριὰ κι ἔ­χει ἐν­νιὰ ψυ­χὲς παι­διά, τό ’­να
μι­κρό­τε­ρο ἀ­π’ τ’ ἄλ­λο. Τὴ ρω­τά­ω: Πῶς τὰ φέρ­νεις βόλ­τα, Μο­σέβ­να; Κι
αὐ­τὴ μοῦ λέ­ει: Μὲ τὸν Θε­ό μου ζῶ, μὲ ποι­ὸν ἄλ­λο νὰ ζή­σω;

Ἔ­γει­ρα στὸ ζε­στὸ πλευ­ρὸ τῆς για­γιᾶς καὶ μὲ πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος…

…Στὸ δά­σος ὅ­λο τὸ κα­λο­καί­ρι ὣς ἀρ­γὰ τὸ φθι­νό­πω­ρο μά­ζευ­ε χόρ­τα,
βα­τό­μου­ρα, μα­νι­τά­ρια καὶ φουν­τού­κια… Ἡ για­γιὰ τὰ πού­λα­γε καὶ βγά­ζα­με
τὸ ψω­μί μας… Ἀ­πὸ κά­τι γρα­τζου­νι­ὲς στὴ φλού­δα τοῦ δέν­τρου ποὺ μό­λις τὶς
ξε­χώ­ρι­ζες, μοῦ ’­δει­χνε τὶς κου­φά­λες τοῦ σκί­ου­ρου καὶ ’­γὼ σκαρ­φά­λω­να
στὸ δέν­τρο κι ἄ­δεια­ζα τὴ φω­λιά του, παίρ­νον­τάς του τὶς προ­μή­θει­ες γιὰ
τὸν χει­μώ­να σὲ φουν­τού­κια…

Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μά­ζευ­ε λί­γα χρή­μα­τα ἀ­π’ τὰ μα­νι­τά­ρια καὶ τὰ φουν­τού­κια
ποὺ πού­λα­γε, τ’ ἄ­φη­νε στὰ περ­βά­ζια κά­νον­τας τὶς «κρυ­φὲς ἐ­λε­η­μο­σύ­νες» της. Κι αὐ­τή, ἀ­κό­μα
καὶ τὶς γι­ορ­τά­δες, φό­ρα­γε κου­ρέ­λια καὶ μπα­λω­μέ­να.

–   Χει­ρό­τε­ρη κι ἀ­πὸ ζη­τιά­να γυ­ρί­ζεις, μὲ ντρο­πιά­ζεις! 
γκρί­νια­ζε ὁ παπ­πούς.

–   Δὲν πει­ρά­ζει, δὲν εἶ­μαι κό­ρη σου κι οὔ­τε πά­ω γιὰ νύ­φη».

Ἡ καρ­διὰ τῆς για­γιᾶς αὐ­τῆς ἦ­ταν γε­μά­τη ἀ­γά­πη. Γι’ αὐ­τὸ δὲν ἔ­βλε­πε
τὴ φτώ­χεια τὴ δι­κή της, ἀλ­λὰ σκε­φτό­ταν πρῶ­τα τὴ φτώ­χεια
τοῦ ἄλ­λου,
 ὅ­πως πα­ραγ­γέλ­λει τὸ ἅ­γιο Εὐ­αγ­γέ­λιο (Α΄
Κορ. 10, 24). Ἡ ἀ­γά­πη της τὴν ἔ­σπρω­χνε νὰ βρί­σκει
τοὺς πιὸ πε­ρί­ερ­γους τρό­πους γιὰ νὰ βο­η­θή­σει. Ἂν κοί­τα­ζε τὸν ἑ­αυ­τό
της, δὲν θὰ τῆς πε­ρίσ­σευ­ε πο­τὲ καὶ γιὰ κα­νέ­ναν τί­πο­τε. Εἶ­χε ὅ­μως καρ­διὰ
καὶ οὔ­τε ποὺ ἔ­νοι­ω­θε νὰ τῆς λεί­πουν τὰ λε­φτά.

Ὑ­πέ­ρο­χες ψυ­χές!

Σί­γου­ρα σή­με­ρα ἐ­μεῖς ἔ­χου­με πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­π’ τὴ για­γιά,
ποὺ  πρό­σμε­νε νὰ τὴν τα­ΐ­σουν οἱ σκί­ου­ροι. Σὰν τί ἀ­πο­λο­γί­α θά ’­χου­με
λοιπὸν γι’ αὐτὸν τὸν μί­ζε­ρο ἐγ­κλει­σμό μας στὸ κα­βού­κι τοῦ ἑ­αυ­τού­λη
μας; Τί χει­ρό­τε­ρο κα­κὸ ἄλ­λω­στε ἔ­κα­νε καὶ ὁ ἄ­φρων πλού­σιος τῆς πα­ρα­βο­λῆς;
(Λουκ. 12, 13-21).

Καιρὸς ν’ ἀ­φή­σου­με τὴ φί­λαυ­τη καὶ στεί­ρα λο­γι­κή μας. Ἂς δώ­σου­με
πι­ό­τε­ρη ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸν Θε­ό, ποὺ λέ­ει πὼς πλου­τί­ζει καὶ δὲν φτω­χαί­νει ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη (Τωβ. 4, 9-10· 12, 8-10).

Ὄ­χι Χρι­στού­γεν­να λοιπὸν καὶ Πά­σχα μόνο, ἀλ­λὰ πάν­το­τε ἂς δί­νου­με
δυ­να­μι­κὰ τὸ «πα­ρών», ἁ­μιλ­λώ­με­νοι σὲ προ­σφο­ρὰ ἀ­γά­πης. Δὲν τρῶνε μό­νο
στῶν γι­ορ­τῶν τὶς μέρες οἱ φτωχοί, μὰ ὁ­λό­κλη­ρο τὸν χρό­νο, ὅ­πως ὅ­λοι μας.
Καὶ στοὺς καιροὺς τῆς κρί­σης δὲν λι­γο­στεύ­ουν, μὰ πληθαίνουν πάντα οἱ φτω­χοί.
Τότε χρειάζεται ν’ αὐξάνουμε τὶς καλωσύνες μας κι ἐμεῖς, ἀν­τὶ νὰ τὶς στε­ρεύ­ου­με.

Τὸ χέ­ρι τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ν’ ἁ­πλω­μέ­νο ἀ­δι­ά­κο­πα, ζη­τι­α­νεύ­ον­τας
τὴν ὅ­ποι­α προ­σφο­ρά μας.

Λεφτὰ ὑπάρχουν! Ὅπου ὑπάρχει καὶ καρδιά!

Μόνο νὰ θέ­λου­με! Καὶ ἡ ἀ­γά­πη πάν­το­τε θὰ βρί­σκει
τρό­πο!

(Σαρανταήμερο 2013)

 Πηγή

Μεσίτες, Οι Κρητικοί που προλαμβάνουν τις βεντέτες

Στα χωριά του Ψηλορείτη μέχρι σήμερα κρατά μια ξεχωριστή παράδοση των κρητικών που μεσολαβούν σε συμβιβασμούς αντίπαλων πλευρών για να μην κλιμακωθεί η βία. 

{youtube}ZfJcJYGuTyk{/youtube}

Οι συμφιλιωτές της βεντέτας στην Κρήτη


Ρεπορτάζ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Φωτογραφίες-Video: ENRI CANAJ

Ο ορεσίβιος γέροντας με το παχύ μουστάκι ξέρει να μετρά τις λέξεις. Τι κι αν δεν τελείωσε το δημοτικό, στα σοκάκια των Λιβαδίων μπορεί με τις κουβέντες του να πείθει.

«Εδώ είμαστε ορεινοί, έχουμε το φιλότιμο αλλά και τον εγωισμό και δεν ανεχόμαστε να μας προσβάλει ο άλλος. Έτσι δημιουργούνταν καταστάσεις και γίνονταν πολλές φορές και φόνοι», λέει όταν τον συναντάμε σε ένα καφενείο του χωριού, μόνο, να κοιτάζει στον ορίζοντα.

Στα 85 του χρόνια, ο Χρήστος Χνάρης υπήρξε κτηνοτρόφος και διετέλεσε πρόεδρος του τοπικού αγροτικού συνεταιρισμού. Οι Λιβαδιώτες όμως τον είχαν ξεχωρίσει για την ψυχραιμία του. Από τη δεκαετία του ’60 του ζητούσαν να παρεμβαίνει για να αμβλύνει διαφορές. Κατέχει σε αυτό το χωριό της Κρήτης τον ρόλο του «μεσίτη»: εδώ και μισό αιώνα μεσολαβεί και συμφιλιώνει αντιμαχόμενες πλευρές για να μη μιλήσουν τα όπλα.

Σε κάθε γειτονικό οικισμό υπάρχουν τουλάχιστον δυο-τρεις άντρες σαν κι αυτόν που λειτουργούν ως ειρηνοποιοί. Ένας ξυλοδαρμός, μια ζωοκλοπή ή καταπάτηση εδαφών, κάποια παρεξήγηση, ακόμα και το σκαμπίλι ενός παιδιού, θα μπορούσε να θεριέψει σε αλυσιδωτές συγκρούσεις, εάν οι «μεσίτες» δεν αναλάμβαναν την αποκλιμάκωση. Μόνο σε περίπτωση φόνου δεν μπορεί να γίνει συμφιλίωση.

Στα Λιβάδια, στα γειτονικά Ανώγεια και σε άλλα κρητικά χωριά οι συμβιβασμοί που επιτυγχάνουν «μεσίτες» σαν τον Χνάρη αποκαλούνται «σασμοί». Είναι μια διαδικασία που το ξεκίνημά της χάνεται στα βάθη του χρόνου και διατηρείται μέχρι τις μέρες μας. Ένας πολύπλοκος θεσμός που έχει ριζώσει στο θυμικό των ντόπιων και συχνά δρα παράλληλα με την αυτεπάγγελτη λειτουργία των Αρχών, ή επηρεάζει αποφάσεις δικαστηρίων. Ακόμα και σε περιπτώσεις ξυλοδαρμού ο σασμός προλαμβάνει την καταγγελία στις Αρχές.

Νομικοί της Κρήτης εκτιμούν ότι κάθε χρόνο με τις ενέργειες των συμφιλιωτών αποτρέπονται δεκάδες νέα κακουργήματα. Πριν από τρία χρόνια στο Αμάρι Ρεθύμνου, σε συμπλοκή δύο οικογενειών, ένας άντρας πυροβόλησε και τραυμάτισε έναν άλλο στο γόνατο. Οταν έφτασε η ώρα της εκδίκασης, οι οικογένειες είχαν ήδη συμφιλιωθεί. Το δικαστήριο επέβαλε μικρότερη ποινή στον κατηγορούμενο για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης και όχι για απόπειρα ανθρωποκτονίας.

«Τα τελευταία 16 χρόνια που δικηγορώ στην Κρήτη ο σασμός λειτουργεί με αμείωτη ένταση. Στο βαθμό που έχει επέλθει καταλαγή τα δικαστήρια το λαμβάνουν πολύ σοβαρά στην ποινική μεταχείριση,» λέει ο νομικός Νίκος Κοτζαμπασάκης.

Άλλες φορές οι «μεσίτες» καλούνται να παίξουν τον ρόλο του διαπραγματευτή, αναζητώντας φυγόδικους ή έχουν τελέσει συμβιβασμούς και μέσα στις φυλακές. Ο Κοτζαμπασάκης πάντως δεν βλέπει ανταγωνιστικά με το επάγγελμά του τον θεσμό του σασμού. Ο «μεσίτης» άλλωστε δεν αναλαμβάνει ρόλο δικαστή. Δεν μοιράζει ενοχές. Γεφυρώνοντας τις δύο πλευρές φροντίζει να μη θίξει τον εγωισμό τους και να μη σπιλώσει την εικόνα τους στην υπόλοιπη κοινωνία. «Προέχει η κοινωνική ειρήνη. Δεν έχει αξία να αναλάβεις μια φορά, μια υπόθεση, που μπορεί να είναι οικογενειακή τραγωδία», λέει.

«Εμείς το δικαστήριο το θεωρούσαμε δευτερεύον. Μπορεί να λύσει οικονομικές διαφορές αλλά δεν κάνει βαφτίσεις. Υπάρχουν περιπτώσεις επαέ που χάνουν και οι δύο το δίκιο τους»,λέει ο Στεφανής Χαιρέτης κτηνοτρόφος και πρόεδρος του τοπικού συνεταιρισμού στα Ανώγεια.  «Στο δικαστήριο πας όταν εξαντλείς τα περιθώρια. Τα μεταχειρίζονται στους κάμπους. Οχι στην ορεινή Κρήτη», προσθέτει.

 

Η ζωή στα χωριά του Ψηλορείτη

Στα ρεθυμνιώτικα κεφαλοχώρια των 2.000 κατοίκων, όπου ο άνεμος σμιλεύει την πέτρα και αυλακώνει τα πρόσωπα, η καθημερινότητα ακολουθεί άλλο βηματισμό. Γίνονται προσπάθειες να περιοριστεί η οπλοφορία, ωστόσο σε γλέντι μπορεί να τύχεις κάποιον που κουβαλάει πιστόλι στη ζώνη του. Οι περισσότεροι ντόπιοι παντρεύονται νέοι και γίνονται πολύτεκνοι. Σχεδόν όλοι ασχολούνται με την κτηνοτροφία και στους δρόμους στα τρία αυτοκίνητα τα δύο είναι αγροτικά 4Χ4. Με αυτά σκαρφαλώνουν στις πλαγιές για να σαλαγήσουν τα πρόβατά τους στα οροπέδια. Η ζωοκλοπή ήταν για χρόνια –και παραμένει– βασική πηγή προβλημάτων. Είναι ένας τρόπος να ανακοπεί ο ανταγωνισμός ειδικά όταν κάποιος έχει αυξήσει αισθητά το ζωικό του κεφάλαιο και εισβάλει με αυτό στον ζωτικό χώρο του διπλανού του. Από τη δεκαετία του ’60 οι χωριανοί στα Λιβάδια είχαν συμφωνήσει να σταματήσουν οι αρπαγές των ζώων. Το 2011 όμως δηλώθηκαν στην αστυνομία 47 ζωοκλοπές και το 2012 άλλες 26 σε όλο τον νομό Ρεθύμνου.

Δέκα ημέρες πριν από την επίσκεψή μας στα Λιβάδια και στα Ανώγεια σημειώθηκε ακόμα ένα κρούσμα ζωοκλοπής. Δεν είναι σίγουρο ότι οι Αρχές θα αναλάβουν τη λύση του. Μπορεί να μη δηλωθεί καν. Όπως ορίζει η τοπική παράδοση, «μεσίτες» έχουν ήδη μεσολαβήσει. Θα ρωτήσουν ποιος πήρε τα πρόβατα και αφού τον βρουν θα τον πείσουν να παραδώσει μεγάλο αριθμό τους. Ο κλέφτης ενδεχομένως να κρατήσει λίγα ζώα –για τον κόπο του– ενώ το θύμα δεν πρόκειται να μάθει το όνομα του παραβάτη. Μια μέρα θα του υποδείξουν οι μεσολαβητές το σημείο όπου βρίσκεται το κοπάδι του για να το πάρει.

Πριν από 20 χρόνια ο Γιώργος Μανουράς γνώριζε τον δράστη μιας ζωοκλοπής.

«Μας είχαν κλέψει πρόβατα και είχαμε παρεξηγηθεί. Μου είχανε κάμει τότε σασμό. Από τη μια κουβέντα στην άλλη άμα δεν γίνεται σασμός οι ανθρώποι μπορεί να σκοτωθούνε»,λέει ο 43χρονος κτηνοτρόφος όταν τον συναντάμε στο οροπέδιο που έχει το μαντρί του. «Παίζει σημασία το πώς θα μιλήσεις σε κάθε άνθρωπο και θα τον φέρεις να καταλάβει τι συμβαίνει», προσθέτει.

 

Τα σεβάσμια πρόσωπα και το τελετουργικό

«Είναι μετρητοί, λίγοι, αυτοί που έχουν την ειδικότητα του μεσίτη», λέει ο Χνάρης.

«Αν δεν ξέρεις να μιλήσεις μπορεί να πας για καλό και να κάνεις ζημιά. Μια κουβέντα μπορεί να εξορίσει μια υπόθεση».Ο ίδιος, όπως και όλοι οι μεσίτες, είναι αυτοδίδακτος. «Είμαστε διαβασμένοι από τη φύση, από τα περιστατικά και ξέρουμε κάθε περίπτωση πού πονάει», λέει.

Το 1992 ο καθηγητής Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης Άρης Τσαντηρόπουλος έζησε ένα χρόνο στο χωριό του Χνάρη μελετώντας το έθιμο του σασμού.

Αφού τον εμπιστεύτηκαν οι ντόπιοι έγινε και ομοτράπεζός τους σε συμβιβασμούς παρακολουθώντας από μέσα τη διαδικασία. Όπως εξηγεί, τον ρόλο του «μεσίτη» αναλαμβάνουν πρόσωπα κύρους στην τοπική κοινωνία. Εκείνοι που σύμφωνα με την κρητική διάλεκτο έχουν το «κόζι», δηλαδή αξιοσύνη και κοινωνική δύναμη. Συνήθως είναι άνω των 30 ετών και κτηνοτρόφοι, όχι γεωργοί καθώς οι πρώτοι θεωρούνται ελεύθεροι ενώ οι δεύτεροι στατικοί και εγκλωβισμένοι στη γη που καλλιεργούν. «Μεσίτες» γίνονται και δάσκαλοι, γιατροί και ιερείς.

Ο πατέρας Αντρέας Κόκκινος έχει αναλάβει αρκετές μεσιτείες στα Λιβάδια. «Ο σασμός σημαίνει ότι ακόμα υπάρχει λόγος και αξιοπρέπεια», λέει.

«Αν έλειπε από την Κρητή δεν θα είχαμε ισορροπία σήμερα». Συχνά ένας συμβιβασμός επικυρώνεται με μια βάφτιση, συντεκνιά όπως την αποκαλούν στην Κρήτη. Στα καφενεία των Ανωγείων οι ντόπιοι διηγούνται την ιστορία μιας γυναίκας. Εξήντα χρόνια πριν, εβδομήντα κατ’ άλλους, δύο χωριανοί τσακώθηκαν και πρόλαβε ο ένας να μπήξει στον άλλον το μαχαίρι. Και οι δύο ήταν δύσκολοι άνθρωποι, «αγύριστες κεφαλές» όπως λένε οι σύγχρονοί τους. Η γυναίκα του τραυματία πρόλαβε να δώσει ένα της παιδί στον θύτη και να το βαφτίσει προτού πάρει εξιτήριο ο άντρας της από το νοσοκομείο. Συντεκνιές σαν κι αυτή έχουν γίνει σε απρόσμενες ώρες προκειμένου να αποτραπεί μια σύγκρουση. Ο πατέρας Αντρέας έχει κάνει βάφτιση ακόμα και μετά τα μεσάνυχτα. «Οι οικογένειες είναι μεγάλες εδώ, υπάρχουν πολλά παιδιά και πολλοί νέοι και δεν μπορείς να τους δαμάσεις όλους με μια συζήτηση. Χρειάζονται και τα μυστήρια», λέει ο 40χρονος ιερέας.

Το τελετουργικό που ακολουθούν οι «μεσίτες» προσαρμόζεται πάντα στην υπόθεση που αναλαμβάνουν. Οι πρώτες διερευνητικές επαφές και παρεμβάσεις ξεκινούν μόλις γίνει γνωστή μια διαμάχη. Συχνά οι «μεσίτες» αξιοποιούν και περιφερειακά πρόσωπα, συγγενείς ή φίλους, για να πλησιάσουν τις δύο πλευρές. Οι διαπραγματεύσεις διαρκούν μέρες, ή μήνες. Σε αυτό το διάστημα μπορεί να ζητηθεί από τον ένα εμπλεκόμενο να μην περνά από ορισμένους δρόμους για να μην ανταμώσει τον αντίπαλό του. Εφόσον οι δύο πλευρές δεχτούν να μπουν στο σασμό ορίζεται ως χώρος συνάντησης ένα ουδέτερο σπίτι, συχνά αυτό του μεσολαβητή. Όπως περιγράφει ο Αρης Τσαντηρόπουλος στο βιβλίο του «Η βεντέτα στη σύγχρονη ορεινή κεντρική Κρήτη», ακολουθεί γεύμα στο οποίο παρίστανται οι πιο ισχυροί κοινωνικά εκπρόσωποι κάθε οικογένειας. Με το τσούγκρισμα των ποτηριών, το εβίβα, οι δύο πλευρές συμφιλιώνονται.

Στη θέση των δύο αντιπάλων μπορεί να βρεθεί κάποια στιγμή και ο «μεσίτης» για προσωπικές του διαφορές. Στα μάτια του τα δικά του προβλήματα μπορεί να φαντάζουν δυσεπίλυτα. Όπως ο ψυχολόγος ζητάει τη βοήθεια συναδέλφων του για να ψυχαναλυθεί, έτσι και ο «μεσίτης» απευθύνεται στην αμεροληψία άλλου διαμεσολαβητή.

 

«Σασμός» ακόμη και στον εμφύλιο

Ο Χνάρης, ο γηραιότερος «μεσίτης» στα Λιβάδια, ανιχνεύει τις απαρχές του σασμού στα χρόνια της Κατοχής. 

«Επεράσαμε αναρχικές εποχές. Υπήρχαν εποχές που δεν λειτουργούσαν οι νόμοι και έπρεπε να αυτοπροστατευτούμε και εμείς οι ίδιοι γιατί αλλιώς θα ήταν ζούγκλα»,λέει.

Ο Τσαντηρόπουλος βρίσκει τις πρώτες αναφορές συμβιβασμών στην κρητική κοινωνία στα χρόνια της ενετοκρατίας. «Δύο οικογένειες υπέγραφαν ένα συμφωνητικό ενώπιον νοτάριου (συμβολαιογράφου) ότι δεν θα συνεχιστεί η έχθρα», λέει. Τριάντα τρία σχετικά έγγραφα της περιόδου 1612-1639 βρέθηκαν στα αρχεία του νοτάριου Ιωάννη Κρούσου του Γιώργη. Ο ίδιος τα χαρακτήριζε «ιστρουμέντια της αγάπης». Συντάσσονταν με πρωτοβουλία των εμπλεκομένων ή μεσολαβητών και αφορούσαν κλοπές, φιλονικίες, βεντέτες, βιασμούς.

Αιώνες αργότερα συναντάται στην Κρήτη μια ακόμη παραλλαγή συμφιλίωσης. Προτού επεκταθεί στο νησί ο εμφύλιος πόλεμος που είχε ξεσπάσει στην υπόλοιπη χώρα, ολόκληρα χωριά δήλωναν δημόσια ότι προέχει η ειρήνη και ζητούσαν να σταματήσει οποιαδήποτε αντιπαλότητα. Και πάλι πρόσωπα κύρους από την κοινότητα εγγυούνταν τη συμφωνία και τα πρακτικά συμφιλίωσης δημοσιεύονταν στον Τύπο.

Ενδεικτικό είναι το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Ελεύθερη Κρήτη», οργάνου του πολιτικού συνασπισμού των κομμάτων του ΕΑΜ, στις 16 Μαΐου 1947.

Πρώτη είδηση είναι το πρακτικό συμφιλίωσης των κατοίκων του Σκαλανίου. Είχαν μαζευτεί πέντε ημέρες νωρίτερα στο χωριό και παρουσία ιερέα και δασκάλου αποφάσισαν: «1) Να ζήσωμεν εις το μέλλον περισσότερον αγαπημένοι και ηνωμένοι. 2) Η συμφιλίωσίς μας θα βασίζει εις τον αλληλοσεβασμόν των πολιτικών φρονημάτων μας».

Μέσα στα χρόνια, εκεί όπου δεν πρόφτασαν οι ντόπιοι να κάνουν σασμό, αψιμαχίες κατέληξαν σε βεντέτες. Υπάρχουν μέχρι και σήμερα οικογένειες που δεν έβγαλαν τα μαύρα, χωριά που ερήμωσαν και μέρη όπου δεν τελούνται άλλο τοπικά πανηγύρια. Ο θάνατος από βεντέτα είναι όπως λέει ο Τσαντηρόπουλος «τσαλακωμένος θάνατος». Δεν έχει τίποτα το ηρωικό. Το τραύμα που προκαλεί σαλεύει ακόμα στο παρόν.

Γι’ αυτό και οι «μεσίτες» συχνά αγωνιούν πριν τελέσουν ένα σασμό. Εάν αποτύχουν ρισκάρουν να στιγματίσουν την εικόνα τους. Θα φανεί ότι ο λόγος τους δεν μετράει. Νιώθουν συνυπεύθυνοι, καθώς το πρόβλημα του ξένου γίνεται και δικό τους. Ο Χρήστος Χνάρης στα 85 του χρόνια πια δεν θέλει να παίρνει άλλα ρίσκα. Κινείται καμαρωτά στους δρόμους του χωριού και γραπώνει το χέρι του συνομιλητή του όποτε κάνει χειραψία. Μέχρι πριν από τρία χρόνια ήταν ενεργός συμφιλιωτής. «Δεν έλειπα από κανένα σασμό», λέει.

«Τώρα σιγά- σιγά αποσύρομαι γιατί θέλω να προστατεύσω τον εαυτό μου. Μπορεί να πω τις κουβέντες μου, να δώσω οδηγίες. Αν δεν πάει καλά μια δουλειά όμως και αύριο τραυματιστούν ή σκοτωθούν φέρεις την ευθύνη».

Παρά την απόσυρσή του ο Χνάρης δεν ξεχνά τις υποθέσεις που ανέλαβε. Έχει τύχει να συνεργαστεί και με άλλους «μεσίτες» από γειτονικά χωριά. Όταν του ζητάμε όμως να μιλήσει για τα περιστατικά αποφεύγει να μπει σε βάθος. «Αυτά τώρα κοιμούνται και δεν θέλω να τα ξυπνήσω», λέει.

{youtube}H-8yjlOCh8k{/youtube}
 

Πηγή 

π. Δημήτριος Στανιλοάε ο Θεός της αγάπης

{youtube}8Mhr7-aywac{/youtube}

( Γιά ἑλληνικούς ὑπότιτλους ἐπιλέξτε τό κουμπί στά δεξιά μέ τό ἄσπρο δείκτη καί μετά τήν μεσσαία ἐπιλογή)
Τὸ γύρισμα τῆς γλώσσας στὰ ἑλληνικά εἶναι πρωτοβουλία τοῦ www.agiazoni.gr

Αγιότητα είναι…..

Αγιότητα είναι……..

του π. Λίβυου 

Αγιότητα είναι μια βαθιά ευαισθησία. Μια βαθιά ποιητική ματιά που μπορεί να μεταμορφώνει τα πάντα σε άγγιγμα ψυχής. Ο άγιος είναι ποιητής και ευαίσθητος. «Για να γίνει κανείς Χριστιανός, πρέπει να έχει ποιητική ψυχή, πρέπει να γίνει ποιητής. «Χοντρές» ψυχές κοντά Του ο Χριστός δεν θέλει.» αγ. Πορφύριος. Αγαπάει ακόμη και τα μη αξιαγάπητα. Εκείνο που όλοι θα περιφρονούσαν με μεγάλη χαρά, η αγιότητα το μαζεύει, το αγκαλιάζει, το φιλά με πάθος μέχρι να το θεραπεύσει.
Η αγιότητα μεταμορφώνει τα έρημα. Κυκλώνει τα διεσπαρμένα. Ενώνει τα διαιρεμένα. Μπορεί και αντέχει πάνω και περά από τις πληγές και τις καταστροφές. Κοιτάει εκεί που δεν κοιτάει κανείς άλλος. Δεν χωρίζει τα πράγματα σε καλά και κακά. Δεν τους βάζει ταμπέλες. Δεν κατηγοριοποιεί την ζωή σε ανώτερη και κατώτερη. Δεν διχάζει, δεν μοιράζει, δεν αποσπά, ενώνει, συνενώνει, και δυναμώνει το αδύνατο να συμβεί και το όνειρο να πραγματωθεί.
Η αγιότητα είναι μια βαθιά ποίηση που συντονίζει το σύμπαν στους στίχους του δημιουργού Του. Είναι ο ίδιος ο Χριστός που μέσα από τον άγιο μιλάει ξανά για την αγάπη. Που μέσα από την ματιά του αγίου στέλνει το τρυφερό βλέμμα του σε όλους τους κουρασμένους. Στους αποτυχημένους και τους κουρελιασμένους στις μάχες της ζωής. Μια τεράστια αγκαλιά να ξαποστάσουν πάντες.
Η αγιότητα είναι μεταξένια αίσθηση της ζωής. Ευαισθησία που αναγεννά την πρωπτωτική ματιά. Τότε που τα πάντα ήταν έκπληξη και θαυμασμός. Τότε που τίποτε δεν ήταν βαρετά το ίδιο ή επαναλήψιμο. Η αγιότητα αναδεικνύει ξανά την ξεχασμένη μας παιδικότητα. Εκείνο το ξάφνιασμα μπροστά στο μυστήριο της ζωής.
Η αγιότητα δεν είναι τελειότητα μα αποδοχή της ασημαντότητας. Δεν είναι επιτυχία μα δώρο. Δεν είναι κατόρθωμα αλλά χάρισμα. Δεν είναι δύναμη μα κένωση και άδειασμα. Ταπείνωση και εκούσια απόσυρση από τα φώτα του ψεύτικου, πρόσκαιρου και μάταιου.
Δεν αγιάζουν οι αναμάρτητοι μα εκείνοι που άντεξαν να δουν τις αμαρτίες τους. Να τις ακουμπήσουν δίχως να φοβούνται μην λερωθούν και χαλάσει το προφίλ τους. Είναι ανώτερος λέει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος εκείνος που είδε τις αμαρτίες του, από εκείνο που ανέστησε νεκρούς.
Ο άγιος δεν ξέρει ότι είναι άγιος. Εάν το ήξερε απλά δεν θα ήταν. Όπως ο αθώος δεν γνωρίζει την αθωότητα του. Πολλώ δε μάλλον δεν την προασπίζει. Αθωότητα που προασπίζεται είναι “ευγενής “ναρκισσισμός. Ο άγιος το μόνο που γνωρίζει είναι η έντονη παρουσία του Χριστού εντός του.
Ο άγιος βιώνει μια εσωτερική αποδοχή του Θεού. Μια αγκαλιά που δεν το κρίνει, παρά μονάχα τον καλύπτει από το ψύχος του κόσμου τούτου.
Ο άγιος μονάχα αγαπά. Γιατί ο ίδιος έχει βιώσει την αγάπη του Θεού. Ξέρει από πάθη και οδύνη. Γνωρίζει τι σημαίνει αστοχία υπαρξιακή, λάθος, σφάλμα και πτώση, γιατί δεν γεννήθηκε άγιος, ούτε τέλειος, μα ούτε προνομιούχος. Πόνεσε, έπεσε, έπαθε, έμαθε. Έτσι μας καταλαβαίνει μας κατανοεί και ποτέ δεν μας κρίνει. Μονάχα μας αγαπά. Παντού και πάντοτε.
Ο άγιος δεν απορρίπτει. Αποδέχεται απόλυτα, διακρίνοντας την πράξη από το πρόσωπο. Την πράξη την επικρίνει, το ανθρώπινο πρόσωπο, ποτέ. Το καταλαβαίνει και το συμπαθεί. Όχι ηθικά. Μα οντολογικά. Γνωρίζει ότι αυτός είναι ο άνθρωπος. Φοβισμένος, τραυματισμένος, χαμένος και πτωτικός. Εκφράζοντας το πνεύμα του Χριστού, συγχωρεί όχι μια πράξη, αλλά τον όλο άνθρωπο. Όπως το έκανε ο Χριστός. Δεν σώζει τον άνθρωπο από τις αμαρτίες του απλώς, αλλά από την ίδια του την φύση.
Η αγιότητα είναι ένα παράθυρο για να μπορούν εκεί που θέλουν και επιθυμούν, να κοιτάζουν την βασιλεία του Θεού.

Ο Χριστός και ο Μίσα!

Ο Χριστός και ο Μίσα!


















Εικόνα:
Η Γέννησις του Χριστού. Παρεκκλήσιον Αγίου Ιωάννου Θεολόγου.

Βατοπαιδινό
Κελλί Αγίου Προκοπίου


Το παρακάτω περιστατικό συνέβη σ΄ένα ορφανοτροφείο στη Ρωσία, όπου
περιθάλπονται μικρά παιδάκια, εγκαταλελειμμένα και κακοποιημένα. Στο
ορφανοτροφείο, λοιπόν, αυτό, πήγε παραμονές Χριστουγέννων ένας καθηγητής να
μιλήσει στα παιδιά για τη μεγάλη αυτή γιορτή. Τα περισσότερα άπ’ αυτά άκουγαν
για πρώτη φορά για το Χριστό και για τη Γέννηση του. Ένα αγοράκι έξι χρονών, ο
Μίσα, άκουγε με ιδιαίτερη προσοχή τα λόγια του καθηγητή.

Στη συνέχεια δόθηκαν στα παιδιά υλικά για να φτιάξουν τη σπηλιά, τη φάτνη και
όλα τα σχετικά.

Παρακολουθώντας ο καθηγητής τα χειροτεχνήματα των παιδιών, πρόσεξε κάτι πού του
έκαμε εντύπωση σε εκείνο του Μίσα. Μέσα στη φάτνη τοποθέτησε δύο μωρά.

– Ο ένας είναι ο Χριστός, του είπε ο καθηγητής. Ποιό είναι το άλλο παιδάκι στην
κούνια;

Τότε ο μικρός Μίσα άρχισε να του λέγει την ιστορία της Γέννησης του Χριστού πού
πριν λίγο είχε ακούσει από το στόμα του καθηγητή, προσθέτοντας, όμως, και κάτι
δικό του. Όταν έφτασε στο σημείο όπου η Θεοτόκος τοποθέτησε το βρέφος στη φάτνη
συνέχισε με αυτά τα λόγια: «Τότε ο μικρός Χριστός
γύρισε, με κοίταξε και με ρώτησε αν είχα ένα μέρος να μείνω. Εγώ του είπα ότι
δεν έχω ούτε μητέρα, ούτε πατέρα, ούτε πουθενά για να μείνω. Τότε ο Χριστός μου
είπε να μείνω μαζί του.

Εγώ τότε σκέφτηκα πώς δεν είχα κανένα δώρο να του δώσω, όπως οι άλλοι. Πώς θα
με κρατούσε μαζί του;

Το μόνο δώρο πού μπορούσα να του προσφέρω ήταν να τον κρατήσω ζεστό. Γι΄ αυτό
τον ρώτησα:

– Αν σε κρατάω ζεστό, είναι για σένα αυτό ένα καλό δώρο; Ο Ιησούς μου
απάντησε:

– Αν με κρατήσεις ζεστό, αυτό θα είναι το καλύτερο δώρο πού μου έχει δώσει
κανείς ποτέ.

Έτσι μπήκα στη μικρή κούνια, κι αφού γύρισε και με κοίταξε ο Ιησούς μου είπε
ότι μπορούσα να μείνω μαζί του για πάντα».

Όταν τέλειωσε την ιστορία ο μικρός Μίσα, τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα πού
έτρεχαν ασυγκράτητα στα μαγουλάκια του. Έσκυψε πάνω στο τραπέζι, κάλυψε το
πρόσωπο με το χέρι κι έκλαιγε γοερά. Το μικρό ορφανό είχε βρει, επί τέλους,
κάποιον πού δε θα τον εγκατέλειπε ποτέ, πού δε θα τον κακοποιούσε
. Κάποιον
πού θα του έλεγε να μείνει μαζί του για πάντα.

Πηγή 

Μια υπέροχη Χριστιανική ιστορία

Vsen2
Το ακόλουθο κείμενο δημοσιεύτηκε την 21 Σεπτεμβρίου του 1957 στην εφημερίδα της Άρτας “Ελεύθερος Λόγος” από τον Αρτινό Ιατρό Κωνσταντίνο Κοντογιάννη(1912-1979), χειρούργο και γενικό διευθυντή του Νοσοκομείου του Μονάχου την περίοδο 1954-1961.
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Άρτα, δίπλα σ’ ανθρώπους φτωχούς αλλά έντιμους, που στερήθηκαν πολλά για να μου δώσουν μια καλύτερη ζωή. Μεγαλώνοντας με ψωμί κι αλάτι, κόπιασαν για να έχει το μοναχοπαίδι τους μόρφωση και αξία στην κοινωνία. Ο πατέρας μου δούλευε για το μεροκάματο απ’ τα χαράματα ως το σούρουπο στον κάμπο της Άρτας, και τον θυμάμαι να γυρίζει στα σκοτάδια, τσακισμένος από την κούραση αλλά πάντα με το χαμόγελο, σαν να ήξερε ότι ο μόχθος ο δικός του ήταν η δικιά μου η λευτεριά.
Πηγαίναμε κάθε Κυριακή στην εκκλησία, εγώ αυτός και η μάνα μου. Όταν αυτή πέθανε, ο πατέρας μου συνέχισε να με πηγαίνει και να ακούμε την λειτουργία του παπα-Γιάννη, γιατί όπως μου έλεγε πάντα “ο Θεός έχει κοντά του τη μάνα σου, γιατί εμείς προσευχόμαστε κι ανάβουμε ένα κεράκι για την ψυχή της”. Πάντα γελαστός, ακόμα και στα δύσκολα, μου έδινε κουράγιο για να προχωρήσω και να μορφωθώ. Με θυμάμαι πιο μεγάλο να ξενυχτάω στο φως το καντηλιού, ανάμεσα στα βιβλία, και το πρωί να πηγαίνω με τον πατέρα μου για δουλειά στα χωράφια.
Όταν πήγα στην Ιατρική Σχολή, ήξερα ότι τα χρώσταγα όλα στην οικογένειά μου. Ο πατέρας μου δε πρόλαβε να με δει γιατρό, πέθανε ένα χρόνο πριν τελειώσω τις σπουδές μου, αλλά ορκίστηκα να προσεύχομαι στο Θεό κάθε βράδυ, και γι αυτόν και για τη μάνα μου. Ο καιρός πέρασε και δεν ξαναγύρισα στην Άρτα, αλλά έμεινα στην Αθήνα που οι ευκαιρίες για τη δουλειά μου ήταν πιο πολλές. Έκανα περιουσία και παντρεύτηκα την Ευδοξία, κόρη ενός πλούσιου εμπόρου. Όμως ο Θεός δεν την είχε ευλογήσει με όλα τα δώρα του και παρ’ όλες τις προσπάθειες και τις προσευχές μας, δε καταφέραμε ποτέ να κάνουμε ένα γιο, που ήταν και η ευχή του πατέρα μου.
Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος με τον Μουσολίνι, με στρατολόγησαν για να προσφέρω τις γνώσεις μου στους πολεμιστές μας που αντιστεκόταν στον Ιταλό δικτάτορα και με έστειλαν για μια περίοδο σε μία μονάδα κοντά στο Δυρράχιο. Ένιωθα περήφανος στην αρχή, αλλά εκείνα τα πράγματα που αντίκρισαν τα μάτια μου με είχαν κάνει να χάσω τον ύπνο μου. Κάποιοι μου έλεγαν πως τα βράδια έκλαιγα αλλά δε θυμόμουν ποτέ τίποτα το πρωί.
Εκείνη την εποχή άρχισα να αμφιβάλλω για κείνες τις Κυριακές στην εκκλησία με τη μάνα και τον πατέρα μου. Όσο περνούσε ο καιρός, σταμάτησα να προσεύχομαι. Που ήταν ο Θεός να ακούσει τις κραυγές των ετοιμοθάνατων; Αν δεν άκουγε αυτούς, πως θα μπορούσε να ακούσει την προσευχή μου; Σταμάτησα να προσεύχομαι και για τη μάνα μου και τον πατέρα μου, παρ’ όλο που είχα ορκιστεί να μη το αμελήσω ποτέ. Άρχισα να ξεχνάω, και το μόνο που είχε μείνει από αυτούς ήταν το ρολόι που μου είχε δώσει ο πατέρας μου. Όταν κάποια στιγμή μου έσπασε κι αυτό, ήταν να σαν να είχα γίνει ένας άλλος άνθρωπος, γνωστικός και χωρίς τις πλάνες του Θεού.
Η γυναίκα μου πέθανε τον χειμώνα του 41 στην Αθήνα, μαζί με τόσους άλλους. Όταν τελείωσε ο πόλεμος, δεν υπήρχε τίποτα που να κρατάει στην Ελλάδα, και έφυγα μετανάστης στη Γερμανία. Έκλαιγα όταν έφευγα. Πολεμούσα τόσα χρόνια τον Γερμανό και τώρα πήγαινα να δουλέψω γι αυτούς. Σκληροί άνθρωποι οι Γερμανοί, αγέλαστοι. Δεν ήθελαν ποτέ να κάνουν φίλους, ήθελαν μόνο τα χέρια μας. Όμως δούλεψα σκληρά και κέρδισα τον σεβασμό τους, και πρόκοψα. Έγινα γνωστός χειρούργος, και μετά διευθυντής σε μεγάλο νοσοκομείο στο Μόναχο. Δε ξαναπαντρεύτηκα ποτέ όμως.Μου έλειπε πάντα ο τόπος μου, οι άνθρωποι, πάντα πρόσχαροι και με φιλότιμο, έτοιμοι να σε βοηθήσουν. Ο Γερμανός δεν ήξερε από τέτοια.
Κάποια στιγμή επέστρεψα στον τόπο μου για λίγες μέρες. Ήταν καλοκαίρι και τα πανυγήρια έδιναν και έπαιρναν σε όλα τα χωριά. Ένιωσα σαν να μην είχα φύγει ποτέ. Μόνο το πατρικό μου ήταν σε κακά χάλια, διαλυμένο και ερημωμένο. Είχα κάνει περιουσία στην Γερμανία, τα λεφτά δε μου έλειπαν και ξόδεψα αρκετά για να το φτιάξω όπως το θυμόμουνα.
Μια μέρα περπατούσα μέσα στην πόλη και βρέθηκα μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Βασιλείου. Σαν να θυμήθηκα τις δύσκολες εποχές της νιότης μου, θέλησα να μπω μέσα, παρ’ όλο που δεν είχα την ανάγκη να προσευχηθώ. Ήμουν άπιστος πια. Προχώρησα και είδα κάποιον παπά να κάθεται όρθιος μπροστά στην Αγία Τράπεζα. Μόλις με είδε μου χαμογέλασε και ήρθε προς το μέρος μου. Εγώ ένιωσα άβολα και θέλησα να φύγω αλλά ντράπηκα και δε το έκανα. Άρχισε να μου μιλάει.
-Ήρθες να προσευχηθείς; μου είπε.
Δεν ήξερα τι να του πω αλλά σαν να με ώθησε ο διάβολος, του απάντησα “Δε πιστεύω σ’ αυτά παπά”.
Με κοίταξε και χαμογέλασε. “Όλοι μας είμαστε παιδιά του Θεού” μου είπε “και όλοι μας έχουμε τον Χριστό που μας καθοδηγεί”.
-“Όχι εγώ”, του απάντησα. “Εγώ ξέρω πως δεν υπάρχει Θεός”. Βλασφημούσα μέσα στον Ιερό Χώρο σαν να με καθοδηγούσε μια διαβολική φωνή. Νόμισα πως ο παπάς θα με έδιωχνε αλλά αντί γι αυτό συνέχισε να χαμογελάει και να μου μιλάει.
-“Όμως βαφτίστηκες Χριστιανός. Γιατί Τον ξέχασες; Γιατί Τον απέρριψες”;
-“Ήμουν στον πόλεμο παπά”, του είπα. “Νέα παιδιά πέθαιναν από τις σφαίρες και το κρύο. Προσεύχονταν στο Θεό κάθε μέρα, και γω μαζί τους, και ο Θεός δεν βοήθησε ποτέ, δεν απάντησε καν. Είμαι άνθρωπος σπουδαγμένος, και ξέρω πως αν κάτι δε το βλέπεις, σίγουρα δεν υπάρχει”.
Ο παπάς μου αποκρίθηκε. “Αυτή τη στιγμή πως ζεις; Ακούς την καρδιά σου να χτυπάει”;
Δεν ήξερα τι να του πω και συνέχισε. “Μερικές φορές τα πράγματα τα καθημερινά είναι τόσο σημαντικά, αλλά εμείς δε τους δίνουμε καμία σημασία. Η καρδιά σου χτυπάει, και αυτό είναι χάρη στον αέρα που αναπνέεις. Όπως είπες είσαι σπουδαγμένος άνθρωπος, και το ξέρεις”.
Έμεινα άφωνος απ’ την απόκρισή του. Δε σταμάτησε εκεί: “Ο αέρας που αναπνέεις είναι η ζωή, όμως ποτέ δε τον βλέπεις, κι όμως ξέρεις πως είναι εκεί, για σένα και για όλους μας. Έτσι είναι κι ο Θεός μας, ζωοδόχος και άπειρος. Μας δίνει κουράγιο, μας περιτριγυρίζει σε κάθε μας στιγμή. Κι όπως τα βράδια, καθώς ξαπλώνεις στο κρεβάτι σου μετά από μια κουραστική μέρα, μπορείς να ακούσεις τον χτύπο της καρδιάς σου πιο καθαρά, έτσι είναι κι η προσευχή. Μπορείς να δεις και να ακούσεις, αρκεί να ξέρεις πως να ζητήσεις”.
Σάστισα. Ξαφνικά ένιωσα πως όλα αυτά τα χρόνια μου μακριά από το Θεό με είχαν οδηγήσει μακριά από το μονοπάτι της αλήθειας Του. Ήθελα να δακρύσω αλλά συγκρατήθηκα γιατί εκείνη η αόρατη δύναμη με παρακινούσε να αντισταθώ.
-“Παπά, δε ξέρω αν είναι αυτά τα πράγματα όπως τα λες. Πάντα προσευχόμουν στο Θεό μας, κι μόνο δυσκολίες και κακά γνώρισα σ’ αυτή τη ζωή. Έφυγα στα ξένα, έζησα ανάμεσα σε κακούς και μοχθηρούς ανθρώπους, και ποτέ δεν ένιωσα την αγάπη Του”.
-“Έτσι και ο Γιός Του”, μου είπε. “Ήρθε στον κόσμο μας, έζησε ανάμεσα σε αμαρτωλούς και εξιλέωσε τον άνθρωπο με το Πάθος Του”. Ανατρίχιασα στο άκουσμα των λόγων του και δεν είχα λέξεις να του πω. Όμως αυτός είχε πολλές ακόμη. “Ο Ρωμιός είναι καταδικασμένος να υποφέρει, γιατί τον φθονούν εκείνοι που ξέρουν πως δε μπορούν ποτέ να τον φτάσουν. Μας ξενίτεψαν για να μας καταστρέψουν και δε τα κατάφεραν. Θα το ξανακάνουν πάλι σε πολλά χρόνια από τώρα. Θα προσπαθήσουν να μας διαβάλλουν, να μας μολύνουν. Θα προσπαθήσουν να μας χωρίσουν, να βάλουν τον αδερφό εναντίον αδερφού ξανά. Αυτό θα προσπαθούν να το κάνουν για πολλά χρόνια ακόμα, και κάποια στιγμή σχεδόν θα το καταφέρουν”.
Ξαφνιάστηκα με τα λόγια του. Μιλούσε σαν τους τρελούς του χωριού που βλέπουν το τέλος του κόσμου και τα πράγματα του μέλλοντος. Τα λόγια του άρχισαν να χάνουν την αξία τους.
-“Παπά, και συ που τα ξέρεις αυτά; Μη μου πεις πως στα είπε ο Θεός, γιατί ξέρω κι άλλους τέτοιους”.
Μου χαμογέλασε και δεν απάντησε. “Η έλλειψη πίστης, στο Έθνος και στο Θεό είναι αυτό που θα μας οδηγήσει εκεί. Η έλλειψη της δικής σου πίστης και όλων αυτών που θα ακολουθήσουν. Όμως είμαστε Έλληνες και αν και χάνουμε συχνά το δρόμο μας, πάντα επιστρέφουμε σ’ αυτόν. Εσύ θα επιστρέψεις σ’ αυτόν. Οι μελλοντικές γενεές θα επιστρέψουν σ’ αυτόν. Θα έρθει η παρακμή, η απαξίωση.
Όμως θα βρεθούν εκείνοι οι Έλληνες, που θα βάλουν τα πράγματα στη σειρά. Έλληνες που δεν ξέχασαν ποτέ την Πατρίδα τους, την Σημαία τους, τη Σημαία του Ιησού Χριστού, αυτή που κυματίζει περήφανα στα χώματα τα ματωμένα από το αίμα αυτών που την προστάτεψαν. Αυτοί οι άνθρωποι θα χλευαστούν, θα κυνηγηθούν, θα φυλακιστούν. Όμως στο τέλος θα θριαμβεύσουν, γιατί αυτοί οι άνθρωποι είναι η Ελλάδα μας, και ότι είναι Ελληνικό είναι καταδικασμένο να είναι αιώνιο”.
Είχα συγκλονιστεί τόσο πολύ που δε μπόρεσα να κρατηθώ και βγήκα τρέχοντας από την εκκλησία. Ένιωσα τον καθαρό αέρα να χτυπάει στο πρόσωπό μου και άρχισα να ανακτώ τα λογικά μου. Έκανα να φύγω, αλλά τότε ένιωσα άσχημα για τον παπά. Τρελός ή όχι, ήταν ένας γέροντας και θα έπρεπε να τον χαιρετίσω τουλάχιστον πριν φύγω. Ξαναμπήκα στην εκκλησία, δεν ήταν κανένας εκεί, όμως ήμουν σίγουρος πως ο παπάς δεν είχε βγει.
Πλησίασα προς την Αγία Τράπεζα και είδα πάνω της κάτι να γυαλίζει. Πλησίασα και τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια μου. Ήταν το ρολόι του πατέρα μου, μόνο που δεν ήταν σπασμένο αλλά δούλευε όπως τότε που μου το είχε πρωτοδώσει. Κάθισα στο σκαλοπάτι του Ιερού και έκλαιγα για ώρες, προσευχόμενος στον Θεό να με συγχωρήσει για τις αμαρτίες μου.
Έφυγα ξανά για τη Γερμανία, αλλά πάντα με έτρωγε μέσα μου το σαράκι να πω την ιστορία. Λίγοι θα με πιστέψουν, και κινδυνεύω να γίνω το θέμα χλεύης όλων εκείνων που σαν εμένα κάποτε, απομακρύνθηκαν από το δρόμο Του. Όμως πιστεύω τα λόγια του παπά, όποιος κι αν ήταν αυτός.Πως θα έρθει η ώρα και η στιγμή που ο δρόμος του Θεού θα είναι πια φανερός σε όλους, όπως φανερώθηκε σε μένα εκείνη τη μέρα, τη σπουδαιότερη μέρα της ζωής μου.
ΑΠΟΛΛΩ ΜΟΝΑΧΟΣ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ
63087 ΔΑΦΝΗ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ
Πηγή 

Η Ορθοδοξία στην σημερινή εποχή

{youtube}osW51ynL7z4{/youtube}

A talk given by Fr. Peter Alban Heers in November 2014

Διαβάστε το βιβλίο “Η Ορθοδοξία και η Θρησκεία του Μέλλοντος” του Ιερομονάχου Σεραφείμ Ρόουζ εδώ
και τα ενημερωτικά φυλλάδια για τον Οικουμενισμό και τον Παπισμό από την Ιερά Μονή Παρακλήτου εδώ και εδώ 

Η Παναγία και ο ληστής

Η Παναγία και ο ληστής.

.Στα χρόνια τα παλιά, στα δύσκολα τα μέρη ετούτα και άγονα ,υπήρχε ένας ληστής. Τον φώναζαν Δράκο.Πολλές οι ιστορίες που έχουν ειπωθεί για αυτόν στα τόσα χρόνια. Λέγανε ήταν τρομερός στην όψη ,με μαύρα μακριά μαλλιά και γένια και με μια δυνατή φωνή που έσκιαζε και σκύλο.

Χρόνια ολάκερα αυτός και οι άντρες του ήταν ο φόβος και ο τρόμος στην περιοχή μας. Πράγμα παράξενο όμως , το έχουν και το λένε ακόμα, δεν έβλαψε ποτέ φτωχό κι ανήμπορο. Τους πλούσιους ταλαιπωρούσε μόνο. 

Είχαν να λένε όσοι τον ήξεραν, ότι η καρδιά του είχε δυο όψεις. Εκεί που ήτανε θεριό ανήμερο και σκόρπαγε φόβο και τρόμο σε όποιον βρισκότανε εμπρός του ,εκεί στα ξαφνικά μπορούσε να κλάψει στην θέα ενός παγιδευμένου και ανήμπορου ζώου που είχε πιαστεί σε κάποια παγίδα και έσκιζε τις σάρκες του στην προσπάθεια του να ελευθερωθεί. Δεν του άρεσε να βλέπει πονεμένες ψυχές .Δεν το μπορούσε.



Μυστήριο μεγάλο η ψυχή του κάθε ανθρώπου. Μόνο ο θεός ξέρει πραγματικά από τι υλικό είναι φτιαγμένη!!

Κάποια μέρα λοιπόν, όπως μας λέει η ιστορία μας , ο Δράκος με τα παλικάρια του μπήκαν κρυφά στο σπίτι του Μαμαλη του Μεγάλου Τσιφλικά και άρπαξαν από το σεντούκι του χρυσά και χρήματα. Όλοι ήταν στα χωράφια και κανείς δεν κατάλαβε τίποτα. Ποιος να περίμενε εξάλλου μέρα μεσημέρι ότι θα πάθαιναν τέτοιο κακό. Φεύγοντας όμως τους κατάλαβαν τα σκυλιά και άρχισαν να φωνάζουν, τα σκυλιά τα άκουσαν κάτι υπηρέτριες και σε λίγο ένα ολόκληρο απόσπασμα από τους ανθρώπους του Μαμαλη ξεχύθηκε στο κατόπι τους. Βέβαια ο Δράκος με τα παλικάρια του είχαν το προβάδισμα και θα γλίτωναν σίγουρα αν…

Καθώς τρέχανε με τα άλογα είδαν στο αλώνι του Μαμαλη λίγο παρακάτω μια γριούλα κουλουριασμένη και μερικά παιδιά του χωριού να την κοροϊδεύουν και να της πετούν πέτρες.
Τραβάτε εσείς. Λέει στους άντρες του. Και έρχομαι και εγώ σε λίγο.

Τι κάνεις καπετάνιε ; Τρελάθηκες ; Αποκρίνονται αυτοί. Έλα να φύγουμε γρήγορα. Θα σε πιάσουνε. Τραβάτε ορέ ,σας είπα. Έρχομαι. Φύγανε κι αυτοί. Άλλο που δεν θέλανε, τόσοι που τους κυνηγούσαν και ο Δράκος έτρεξε αμέσως στο αλώνι και στην γριούλα.

Τι κάνετε εδώ ρε χαϊβάνια ; Τι σας έκανε ρε μούλικα η γιαγιά και την χτυπάτε ; Κατουρήθηκαν από το φόβο τους τα παιδιά και λάκισαν κατά το χωριό φωνάζοντας.

Ο Δράκος.

Αυτός δεν έδωσε σημασία. Κατέβηκε από το άλογο και έπιασε αμέσως την γριούλα να την συνεφέρει. Της σκούπιζε το πρόσωπο από τα αίματα και της χάιδευε τα μαλλιά με αγάπη και πόνο. Σχορατα γιαγιακα. Σχορατα. Δεν φταίνε αυτά. Οι πατεράδες τους τα έκαναν έτσι.. Μικρά είναι. Σχορατα.

Γύρισε η γριούλα και τον κοίταξε στα μάτια. Να ‘χεις την ευχή μου παιδί μου. Να’ χεις την ευχή μου. Την κοίταξε κι αυτός στα μάτια και η ψυχή του σπαρτάρισε με μιας. Χάθηκε μέσα στα μάτια της.

Όλη η αγάπη και ο πόνος του κόσμου ήτανε μέσα σε αυτά τα δυο μάτια που κοίταγε μπροστά του. Και έμεινε εκεί σαν χαμένος κρατώντας την γριούλα να την κοιτά στα μάτια …..ενώ από τα δικά του μάτια άρχισαν να κυλούν ποτάμια τα δάκρυα.

Ο Δράκος, ο φόβος και ο τρόμος του τόπου όλου ,έκλαιγε σαν μωρό παιδί. Ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να καταλάβει τι του είχε συμβεί. Έκλαιγε και έκλαιγε και έκλαιγε.

Έτσι τον βρήκαν οι άνθρωποι του Μαμαλη. Να κρατά την γριούλα αγκαλιά και να κλαίει.
Εκείνη την εποχή το δίκιο δινότανε γρήγορα. Και μάλιστα για τον Δράκο ένας λόγος παραπάνω. Πολύ γρήγορα. Σκοινί, θηλιά, κάποιο δέντρο και πάει ο Δράκος.

Το τελευταίο πράγμα που θυμότανε ,ήταν η γριούλα που τον κοίταγε από κάποια απόσταση. Το τελευταίο πράγμα που θυμότανε ήταν τα μάτια της. Και με έναν αναστεναγμό έκλεισε τα δικά του καθώς τεντώθηκε το σκοινί.

Και μετά τα ξανάνοιξε!!

Μα…. Που βρισκότανε ; Δεν ήταν κρεμασμένος σε ένα δέντρο. Ήτανε σε έναν μεγάλο κατάλευκο διάδρομο και δεξιά αριστερά τα ομορφότερα λουλούδια και δέντρα που είχε δει ποτέ του. Δεν πόναγε καθόλου και αισθανότανε πάρα πολύ ελαφρύς. Σαν πούπουλο. Τι είναι όλα αυτά ; Σκέφτηκε. Τι συμβαίνει;

Και….ποιοι είναι αυτοί που έρχονται προς τα μένα ; Μια γυναικεία φιγούρα πλημμυρισμένη στο φως πλησίαζε μπροστά απ’ όλους και πίσω της, δεξιά της και αριστερά της ,χιλιάδες πανέμορφοι άγγελοι να πετούν και να την συνοδεύουν ψέλνοντας. Η γυναίκα τον πλησίασε γρήγορα και του άπλωσε το χέρι χαμογελώντας. Έλα του είπε.

Καλώς ήρθες στο σπίτι του παιδιού μου. Στο σπίτι σου.!!

Παναγιά μου!!!!!!! Του βγήκε η φωνή από μέσα του. Και γονάτισε εμπρός της σκύβοντας το κεφάλι.

Αν μπορούσε να κλάψει εκεί που βρισκότανε σίγουρα θα ξέσπαγε σε κλάματα.
Μα εκεί δεν κλαίνε!!!!!!

Αυτή τον ακούμπησε απαλά .Έλα, του είπε πάλι. Μα Παναγιά μου, εγώ; Τι θέλω εγώ ανάμεσα σας ; Εγώ είμαι κακούργος, είμαι ληστής, έχω βλάψει κόσμο. Εμένα πρέπει να με τιμωρήσετε, όχι να με καλοδεχτείτε.

Του είπε τότε η Παναγιά.
Ξεχνάς ότι ο πρώτος που μπήκε στο Βασίλειο του γιου μου ήταν ληστής ; Αυτό το Βασίλειο φτιάχτηκε παιδί μου για τους ληστές, τους κλέφτες και όλους τους παράνομους και αμαρτωλούς……που μετανοούνε.

Μα εγώ δεν πρόλαβα να μετανιώσω. Είπε πάλι ο Δράκος πάντα με σκυμμένο το κεφάλι.
Σταμάτησες να βοηθήσεις την ανήμπορη γερόντισσα ,ενώ μπορούσες να φύγεις και να σωθείς. Αυτό ήταν το εισιτήριο σου για το Βασίλειο του παιδιού μου.

Της καθάρισες το πρόσωπο και καθάρισες τις αμαρτίες σου.

Και τα δάκρυα που έριξες κρατώντας στην αγκαλιά σου την γριούλα ήταν η μετάνοια σου. Με όλα αυτά καθάρισες την ψυχή σου. Έλα παιδί μου. Με τιμές και δόξα πολύ, θα μπεις στον Παράδεισο!

Σήκωσε το κεφάλι ο Δράκος για πρώτη φορά να αντικρίσει την Παναγιά και…..είδε τα μάτια της γριούλας από το αλώνι να του χαμογελούν. Τα μάτια της Παναγιάς!!!!

Κι ενώ οι Άγγελοι τον σήκωναν ψηλά ψέλνοντας ύμνους με μαγευτικές μελωδίες και ουράνια ακούσματα, ξεκινώντας όλοι μαζί προς την τεράστια φωτεινή πύλη που φαινότανε στο τέλος του διαδρόμου, ο Δράκος κοιτώντας πάντα την Παναγιά στα μάτια, ήταν η μόνη ψυχή που πέρασε ποτέ στον παράδεισο κλαίγοντας. Από χαρά και ευτυχία. Η πιο αγνή ψυχή!

Λένε ακόμα ιστορίες για τον Δράκο στην γη μα και στον παράδεισο που θα ζει αιώνια. 

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος: Εάν η πνευματική ζωή δεν είναι ερωτική ζωή, δεν είναι τίποτα

·       
Το να ζεις σημαίνει να μην
αποδίδεις ευθύνη στους άλλους.

·       
Προσπαθούμε να μην ζήσουμε
αποδίδοντες ευθύνη αλλού
 και φοβόμενοι τα ρίσκα.

·       
Γεμίζουμε κενό γιατί η ζωή
που κάνουμε δεν είναι εδραιωμένη στις βασικές ανάγκες του ανθρώπου αλλά σε
πάθη.

·       
Τα πάθη είναι υποκατάστατα
της παρουσίας του Θεού.

·       
Αυτό που ονομάζουμε ζωή
είναι στην πραγματικότητα ψυχοναρκωτικό, μια διασκέδαση , ένα σκόρπισμα.

·       
Η αποκάλυψη του Θεού είναι τρόπος ζωής σε πληρότητα.
Αναστάσιμη.

·       
Οι περισσότεροι Χριστιανοί δεν την ζούμε αυτή την
χαρά, την πληρότητα , είμαστε όμως σε έναν αγώνα.

·       
Δεν την ζούμε γιατί ζούμε
Θρησκευτική και όχι Εκκλησιαστική ζωή.

·       
Η Θρησκευτική ζωή εξαντλείται
σε τήρηση εξωτερικών κανόνων/νόμων πειθαρχίας.

·       
Αντίθετα ο Χριστός μας καλεί να υπακούσουμε σε έναν
εσωτερικό νόμο.

·       
Ο Θεός δημιουργός επειδή
γνωρίζει την κατασκευή του ανθρώπου δίνει εντολές που θα βοηθήσουν τον άνθρωπο
να φτάσει στην πληρότητα.

·       
Οι άνθρωποι της Θρησκείας
κολλάνε στο εξωτερικό και έχουν σκληρότητα.

·       
Οι άνθρωποι της θρησκείας σε
στριμώχνουν σε δυσκολεύουν, αισθάνεσαι πως σε κρίνουν.

·       
Πολλές φορές θεωρούμε τον
απόμακρο, τον βλοσυρό  ως πνευματικό.

·       
Αντίθετα , ο άνθρωπος της
Εκκλησίας είναι εξωστρεφής, είναι άνθρωπος της χαράς.

·       
Αν δεν βλέπετε χαρά σε έναν
άνθρωπο της Εκκλησίας, δεν έχει το Αγ. Πνεύμα.

·       
«’Ολα να τα χαίρεστε, το μπάνιο, τα πουλιά, το φαγητό. Από τις μικρές αγάπες πάμε στις μεγάλες» —
Άγιος Πορφύριος

·       
«Πρέπει να μάθεις να χαίρεσαι για το ότι κοιμάσαι, για
ένα χάδι, για ένα φρούτο» Γερ. Αιμιλιανός

·       
Αν δεν ξέρει να χαρείς και ο Χριστός να σου εμφανιστεί
θα τον παραμορφώσεις.

·       
Ο ένας δρόμος είναι «δώσε
αίμα , λάβε πνεύμα» , ο άλλος δρόμος, όπως μας λέει ο Αγ. Πορφύριος είναι ο
δρόμος της Χαράς και της θετικότητας.

·       
«Μια φορά σκέφθηκα πως θα πάω στην κόλαση και έκλαιγα
γοερά» . Αγ. Πορφύριος.

·       
Αλλά και ο δρόμος της πάλης δεν είναι έτσι όπως
νομίζουμε.

·       
Επειδή δεν έχουμε διάκριση διαβάζουμε κείμενα και δεν
τα κατανοούμε.

·       
Οι πατέρες όταν μιλάνε για αυτόν τον Αγώνα, ο πόνος
αυτός έχει μία χαρά που δεν την καταλαβαίνουμε.

·       
Όταν ξεκινάει η νηστεία στην αρχή πολλές φορές
τσακωνόμαστε. Εμείς λέμε ότι μας πειράζει ο διάβολος. Αν θέλουμε να το δούμε
βαθύτερα οφείλεται στο ότι οικειοποιούμαστε μία ζωή που δεν την έχουμε
διαλέξει, που δεν την θέλουμε. Αλλιώς θα είχαμε χαρά.

·       
Αν η πνευματική ζωή δεν
είναι ερωτική, δεν είναι τίποτα.

·       
Ο Έρωτας ο ανθρώπινος έχει
κάποια στοιχεία που μοιάζουν με τον πνευματικό. Όχι σε επίπεδο οντολογικό, αλλά
ψυχικών κινήσεων.

·       
Είναι και ο διάβολος, αλλά
κάπου πατάει. Πρέπει να υπάρχει κάτι μέσα μας για να το αναδείξει σε διαβολή.

·       
Ένα 70% στον χώρο της
Εκκλησίας δεν πάει εκεί για τον Χριστό. Πάει για λόγους ανθρώπινους,
κατανοητούς, αλλά δεν είναι ο Χριστός στο κέντρο.

·       
Πάει για να είναι καλά να διοριστεί το παιδί του (τώρα
έχασε η Εκκλησία ένα κομμάτι με τις ιδιωτικοποιήσεις…)

·       
Μέσα σε ένα αεροπλάνο αναπτύσσεται η καλύτερη σχέση με
τον Θεό. Όταν δεν είναι ο Χριστός ο πόθος και το κέντρο της αναζήτησης
κουράζεσαι.

·       
Μέσα στην Εκκλησία πολλές φορές είμαστε γεμάτοι φόβο,
για τα έσχατα, για τους εχθρούς, για να μην αμαρτήσουμε κτλ.

·       
Θα έπρεπε να κάνουμε έναν κατάλογο : αμαρτοφοβάι,
εσχατοφοβία, διαβολοφοβία. Είναι φυσικό βέβαια, αφού η Εκκλησία είναι
θεραπευτήριο .

·       
Στην Εκκλησία έχουμε γεμίσει από υπέροχους» και δεν
χωράνε οι υπόλοιποι που είναι αποτυχημένοι.

·       
Οι φοβίες αναπτύσσονται μέσα στον κόσμο.

·       
Ο Φόβος της αμαρτίας. Μας χωρίζει η αμαρτία από τον
Θεό, αλλά είναι και εγγενές στον άνθρωπο.

·       
Στην Ελλάδα κυριάρχησε ο
ηθικισμός γιατί νομίζουμε ότι σωζόμαστε από τις αρετές μας. Είναι φαρισαϊσμός
αυτό.

·       
Οι αρετές είναι δώρα που σου
δίνει ο Θεός. Όχι επειδή τα αξίζεις.

·       
Στην Εκκλησία δεν σωζόμαστε
επειδή είμαστε κάποιοι, αλλά επειδή μας αγαπάει Κάποιος πάρα πολύ.

·       
Η άσκηση δεν είναι για καταξίωση,
αλλά κατάθεση ερωτική προς τον Θεό.

·       
Η Σωτηρία είναι δώρο
ευλογία.

·       
Φοβόμαστε την αμαρτία , όχι
επειδή μας χωρίζει από τον Θεό, αλλά επειδή σπάει την βιτρίνα μας.

·       
Στην Εκκλησία πάω για να
καταθέσω την πτώση μου

·       
Η Αγιότητα δεν κρατάει κουδούνια ούτε πάει στα
παζάρια.

·       
Το χάρισμα το έχω για να το
κοινωνήσω με κάποιον άλλον. Αλλιώς δεν είναι χάρισμα.

·       
Να φοβάμαι την αμαρτία ως
υπαρξιακή αστοχία, επειδή αποτυγχάνω να κοινωνήσω την ζωή που μου χάρισε ο
Θεός.

·       
Και στην μετάνοια έχουμε
προσθέσει ένα νομικίστικο πνεύμα.

·       
Η μετάνοια δεν μπορεί να
έχει σχέση με τις ενοχές. Αν πάνε μαζί είναι παθολογικό. Η μετάνοια έχει χαρά. Χαρμολύπη.

·       
Στους μεγάλους πειρασμούς αισθανόμαστε και μία χαρά
που δεν μας αφήνει να απελπιστούμε.

·       
Είναι σοκαριστικό να αντιληφθούμε πως μια ζωή
προσπαθούμε κάτι έξω από την ζωή του ευαγγελίου. Όταν το αντιληφθείς πως μια
ζωή την ζήσαμε νομικιστικά , τότε πρέπει να γίνει κάτι συγκλονιστικό.

·       
Ο ανθρώπινος νους είναι
φοβερός στο να φτιάχνει λογικοφανή επιχειρήματα για να δικαιολογηθεί.

·       
Η επιθετικότητα των Χουλιγκάνων που μετατρέπεται μέσα
στην Εκκλησία σε επιθετικότητα των φανατικών

·       
Πως μετατρέπουμε το γήπεδο σε Θεό. Ο επιθετικός που πλέον γίνεται αντιαιρετικός
ζηλωτής.

·       
Ντύνουμε τις κακίες μας με
αρετές.

·       
Η Οργή ως θεραπεία της
κατάθλιψης. Η εν Χριστώ Οργή.

·       
Μας εκνευρίζουν (στους
άλλους) τα πάθη που έχουμε και εμείς

·       
Ο ταπεινός δεν έχει κάτι να
αποδείξει σε κανέναν. Έχει λεβεντιά

·       
Ο έπαινος και η συκοφαντία είναι η ίδια φυλακή.

·       
Άλλο αρετές άλλο φυσικά
χαρίσματα.

·       
Ο χαμηλών τόνων άνθρωπος δεν
είναι απαραίτητα ταπεινός

·       
Ο νευρώδης μπορεί να είναι
ενάρετος.

·       
Στην Εκκλησία θέλουμε να επιβάλλουμε τα τελευταία
χρόνια μία κλωνοποίηση.

·       
Τα πάθη ΔΕΝ ΞΕΠΕΡΝΙΟΥΝΤΑΙ.
Μεταμορφώνονται.

·       
Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία ήταν μία πολύ ερωτική γυναίκα
που δεν διοχέτευε τον ερωτισμό της σωστά.

·       
Την οργή σου στρέψτην στον
κακό εαυτό σου.

·       
Ο Αθώος και ο Άγιος δεν το
ξέρουν πως είναι.

·       
Η Αθωότητα είναι
αναγνωρίσιμη από τον άλλον, όχι από εμάς.

·       
Ο Άγιος είναι ξαρμάτωτος.
Δεν έχει τίποτα. Δεν τον ενδιαφέρει να έχει εξουσία και να επιδεικνύεται. Είναι
σαν το άρωμα.

·       
Έχουμε φτιάξει έναν πολιτισμό Depon . Οι μεταπολεμικές κοινωνίες για να μην
στερήσουν τα παιδιά τους, τα κατέστρεψαν

·       
Χωρίς έλλειψη δεν υπάρχει
τίποτα, ούτε σοφία , ούτε πολιτισμός ούτε αγιότητα.

·       
Ο Πόνος είναι ευλογία.
Βασικό κομμάτι ύπαρξης της ζωής.

·       
Η ζωή είναι
σταυροαναστάσιμη. Ούτε ο Χριστός εξαιρείται από τον πόνο. Εμείς θέλουμε
Εκκλησία χωρίς πόνο.

·       
Προσκυνάμε τον Σταυρό του
Χριστού, ματωμένο , σε απόρριψη.

·       
Όποιος έχει πίστη δεν
πονάει; Ο Χριστός κλαίει.

·       
Γιατί δεν μπορούμε να έχουμε
μια ενσυναίσθηση του άλλου ανθρώπου; μέσα στον πόνο του και στην κακομοιριά
του;

·       
Μου έλεγαν κάποιοι «έλα στην
Εκκλησία και θα σου φύγουν όλα τα προβλήματα». Αυτό είναι πλάνη. Η Εκκλησία δεν
είναι απουσία πόνου, αλλά η δυνατότητα να πονάς και να μην απελπίζεσαι.

·       
Πρέπει να μετατρέψουμε τον
πόνο σε δρόμο.

·       
Ο πόνος για να έρθει θέλει
κάτι να σου πει. Ο πόνος δεν έρχεται τυχαία.

·       
Μια αρρώστια είναι βολικότερη από την υγεία, γιατί
έχουμε φτιάξει την εικόνα ενός άρρωστου εαυτού για να κερδίζουμε την συμπάθεια
των άλλων. Ο πολιτισμός μας είναι πολιτισμός δυστυχίας.

·       
Έχουμε εκπαιδευτεί στο να είμαστε δυστυχισμένοι, από
μικροί. Δεν αντέχουμε την χαρά. Όταν κλαις σου δίνουν σημασία.

·       
Γι’αυτό πολλοί Χριστιανοί στην Εκκλησία νοιώθουμε
ένοχοι που έχουμε χαρά.

·       
Ο Θεός δεν κατασκευάζει
συμφορές. Επιτρέπει κάποια πράγματα γιατί γνωρίζει καλύτερα .

·       
Μας αρέσει περισσότερο η μιζέρια και η μουρμούρα.

·       
Αυτό συμβαίνει γιατί υπάρχει μέσα μας ένα
αυτοκαταστροφικό στοιχείο που δεν το ελέγχουμε.

·       
Δεν θέλουμε το χάρισμα,
γιατί έχει ευθύνη. Θέλουμε να είμαστε μίζεροι.

·       
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.  Θέλει
διάκριση από τον πνευματικό, ο οποίος δεν πρέπει να κρύψει το πρόσωπο του
Χριστού με το δικό του πρόσωπο και να σεβαστεί την ελευθερία του.

·       
Ο πνευματικός δεν πρέπει να νταντεύει , παίρνοντας τις
ευθύνες. Πρέπει να τον ενηλικιώνει. Πρέπει να καταστρέψουμε όλα τα δεκανίκια και να στηριζόμαστε μόνο στον
Χριστό.

·       
Δεν μπορεί να αποφασίζει μικρολεπτομέρειες της ζωής ο
πνευματικός. Θα εκφράσει μια άποψη για ένα θέμα πνευματικό .

·       
Γελοιοποιούμε την υπακοή
όταν ρωτάμε π.χ. τι αμάξι θα πάρουμε.

·       
Πρέπει να είναι
συμβουλευτική η καθοδήγηση του πνευματικού.

·       
Άλλη η υπακοή στον κόσμο και
άλλη στα μοναστήρια

·       
Στο κλουβί στην γυάλα, Θεό δεν συναντάς. Η ζωή δεν
φυλακίζεται.

·       
Ο Χριστιανός δεν πρέπει να φοβάται την ζωή.

·       
Πρέπει τα πάντα να τα
μεταμορφώσουμε σε σχέση με τον Θεό.

·       
Το πρόβλημα είναι η
προαίρεση μας.
 Η ζωή
δεν είναι κακή, εμείς την κάνουμε κόλαση με την κακή χρήση.

·       
Για να ζήσεις πνευματική ζωή
δεν είναι ανάγκη να φύγεις από τον κόσμο, αλλά να τον μεταμορφώσεις.

·       
Οι νεοέλληνες έχουμε πρόβλημα με τον χρόνο. Τον
βιώνουμε ως βάρος.

·       
Λέμε «ουφ, πέρασε αυτή η μέρα». Την βιώνουμε σαν
κατάρα.

·       
Οι άλλοι άνθρωποι είναι δώρα
και ας μας βασανίζουνε.

·       
Όταν είχα πάει να δω τον Γερ. Παϊσιο με είχαν
προετοιμάσει και είχα πάθει «τραμπάκουλο» . Ο Γέροντας όμως ήταν χαρά Θεού.

·       
Η αγκαλιά του Γερ. Παϊσιου ήταν το θαύμα , όχι τα όσα
μου είπε. Η Αγάπη λυτρώνει, όχι τα
λόγια.

·       
Όλοι τα λέμε πολύ ωραία.
Αλλά δεν τα κάνουμε. Γιατί μας λείπει η αγάπη.

 

Ποιὸς ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος;


Ἡ μεγάλη εἴδηση ποὺ καθημερινὰ εὐαγγελίζεται στὸν κόσμο ὁ χριστιανισμός, εἶναι ὅτι ἕνα πράγμα ἀξιολογεῖται πλήρως ὡς πρὸς τὴν ἀξία του, ἂν κρίνεται ὄχι κατὰ τὰ ἐξωτερικὰ φαινόμενα, ἀλλὰ κατὰ τὴν οὐσία του. 

Νὰ ἀξιολογεῖτε τὰ πράγματα, ὄχι ἀνάλογα μὲ τὸ χρῶμα καὶ τὸ σχῆμα τους, ἀλλὰ ἀνάλογα μὲ τὸ νόημά τους. Νὰ ἀξιολογεῖτε τὸν κάθε ἄνθρωπο ὄχι κατὰ τὴν ἰδιότητα καὶ τὴν περιουσία του, κατ’ ὄψιν δηλαδή, ἀλλὰ κατὰ τὴν καρδιὰ του – ἐκεῖ, ὅπου τὰ αἰσθήματα, ὁ νοῦς καὶ ἡ βούλησή του ἑνώνονται.

Μὲ αὐτὸ τὸ μέτρο (ποὺ ἀποτελεῖ πάντοτε ἕνα νέο δίδαγμα γιὰ τὸν κόσμο), ἐκεῖνος ποὺ ἐξωτερικὰ εἶναι ὑποδουλωμένος δὲν εἶναι δοῦλος, καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἐξωτερικὴ -σωματικὴ- ἐλευθερία, δὲν εἶναι ἐλεύθερος. Ἀνάλογα μὲ τὴν κοσμικὴ κατανόηση, δοῦλος εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἀπολαμβάνει ἐλάχιστα τὸν κόσμο καὶ ἐλεύθερος αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἀπολαμβάνει πολὺ τὸν κόσμο. 

Ὅμως, κατὰ τὴ χριστιανικὴ ἀντίληψη, δοῦλος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀπολαμβάνει ἐλάχιστα ἀπὸ τὸν ζῶντα Χριστό, ἐνῶ ἐλεύθερος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀπολαμβάνει ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο τὸν ζῶντα Χριστό. 

Ἐπίσης, σύμφωνα μὲ τὴν κοσμικὴ κατανόηση τῶν ὅρων, δοῦλος εἶναι ὅποιος συνήθως δὲν κάνει τὸ δικό του θέλημα, ἀλλὰ κάνει τὸ θέλημα τῶν ἄλλων· ἐνῶ ἐλεύθερος εἶναι ὅποιος συνήθως κάνει τὸ δικό του θέλημα καὶ σπανιότερα τὸ θέλημα τῶν ἄλλων. 

Κατὰ τὴ χριστιανικὴ ἀντίληψη, δοῦλος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ συνήθως κάνει τὸ δικό του θέλημα καὶ λιγότερο συχνὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· ἐνῶ ἐλεύθερος ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ πιὸ συχνὰ ἀπ’ ὅ,τι τὸ δικό του. 

Τὸ νὰ εἶσαι δοῦλος Κυρίου εἶναι ἡ μόνη ἐλευθερία ποὺ ἀξίζει γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ ἡ μόνη ἀληθινή· ἐνῶ τὸ νὰ εἶσαι δοῦλος τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἑαυτοῦ σου, δοῦλος τῶν παθῶν καὶ τῆς ἁμαρτίας, εἶναι ἡ μόνη μοιραία σκλαβιά. 

Ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ, ἀναλογιζόμενος τοὺς βασιλιάδες στὸ θρόνο τους, νὰ σκεφθεῖ: ἄραγε ὑπάρχουν ἄλλοι ἄνθρωποι πιὸ ἐλεύθεροι ἀπ’ αὐτοὺς σ’ ὅλη τὴ γῆ; Κι ὅμως, πολλοὶ βασιλιάδες ἦταν οἱ πιὸ ποταποὶ καὶ οἱ πιὸ ἀνάξιοι δοῦλοι στὴ γῆ! 

Γιὰ τοὺς ἁλυσοδέσμιους χριστιανοὺς στὰ μπουντρούμια, μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος νὰ σκεφθεῖ: ἄραγε ὑπάρχουν σκλάβοι πιὸ δυστυχισμένοι ἀπ’ αὐτοὺς σὲ ὅλη τὴ γῆ; Κι ὅμως, οἱ χριστιανοὶ μάρτυρες στὶς φυλακὲς ἔνιωθαν ἐλεύθεροι ἄνθρωποι καὶ ἔσφυζαν ἀπὸ πνευματικὴ χαρά! Ἔψαλλαν ψαλμοὺς καὶ ἀνέπεμπαν προσευχὲς δοξολογίας κι εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸ Θεό. 

Ἡ ἐλευθερία ποὺ εἶναι συνυφασμένη, μὲ τὴ λύπη, καὶ τὴ δυστυχία, δὲν εἶναι ἐλευθερία, ἀλλὰ δουλεία. Μόνον ἡ ἐλευθερία ἐν Χριστῷ συνυφαίνεται μὲ τὴν ἀνεκλάλητη χαρά. Ἡ ἄληκτη χαρά: αὐτὴ εἶναι ἡ σφραγίδα τῆς ἀληθινῆς ἐλευθερίας.

Κύριε Ἰησοῦ, ὁ Μόνος Ἀγαθὸς Κύριος, ποὺ χορηγεῖς τὴν ἐλευθερία ὅταν μᾶς κάνεις δέσμιους σὲ Σένα, κάνε μας δούλους Σου τὸ ταχύτερο δυνατόν, ὥστε νὰ πάψουμε νὰ εἴμαστε δοῦλοι σὲ ἀδυσώπητους καὶ ἀνελεήμονες ἀφέντες.

Γιατί σὲ σένα ἀνήκει ὅλη ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνηση στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.


Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς Επίσκοπος Αχρίδος, Δρ Θεολογίας, Δρ Φιλοσοφίας