ΣΕΒΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ

1. Γενικά

Ο σεβασμός προς τον άνθρωπο εκδηλώνεται καταρχήν ως σεβασμός προς την ζωή του. Ο σεβασμός αυτός εκδηλώνεται με θετικό και αρνητικό τρόπο. Ο θετικός τρόπος αφορά ενέργειες που προστατεύουν και υπερασπίζονται τη ζωή. Ο αρνητικός τρόπος αφορά ενέργειες που αποτρέπουν ενδεχόμενη απειλή ή καταστροφή του. Ο άνθρωπος έχει έμφυτο σεβασμό προς τη ζωή και κινείται αυθόρμητα για τη προστασία της.

Δυστυχώς στις μέρες μας οι απειλές κατά της ανθρώπινης ζωής αυξήθηκαν (πόλεμοι, διαμάχες, φόνοι κ.α.). Ταυτόχρονα όμως αυξήθηκαν και οι κινήσεις για τη προστασία της. Όμως οι κινήσεις αυτές θεωρούν την ανθρώπινη ζωή ανεξάρτητα απο την πνευματική φύση και προοπτική του ανθρώπου. Και η θεώρηση αυτή δεν είναι ούτε χριστιανική,. αλλά ούτε και ανθρώπινη. Η αξία του ανθρώπου δεν περιορίζεται στη βιολογική του παρουσία, αλλά βρίσκεται στην προσωπικότητα του. Η αξία του ανθρώπου έγκειται στην «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Θεού υπόσταση του.

2.  Έννοια και ιερότητα της ζωής.

Η ζωή δεν είναι κάτι που μπορεί να οριστεί, διότι δεν είναι κάτι που μπορεί να περιοριστεί. Η ζωή μπορεί να οριστεί σε αντιπαράθεση με το θάνατο: το τέλος της ζωής είναι ο θάνατος.

Για τους χριστιανούς η έννοια της ζωής κατέχει κεντρική θέση. Ο Θεός είναι ο δημιουργός της ζωής. Ο Χριστός είναι η φανέρωση της ζωής: «Εγώ ειμι η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14,6).

Η προέλευση της ζωής φανερώνει και την ιερότητα της. Και η αναγνώριση της ιερότητας της ζωής αποτελεί την προϋπόθεση για σεβασμό της. Χωρίς την αναγνώριση αυτή σεβασμός της καταντά μια συμβατική έννοια. Γι’ αυτό και παρουσιάζεται το παράδοξο φαινόμενο του υπερβολικού ενδιαφέροντος για τα ζώα με παράλληλη περιφρόνηση του ανθρώπου.

3. Παραβίαση και περιφρόνηση της ζωής.

Α. Φόνος

Φόνος είναι η σκόπιμη θανάτωση του ανθρώπου με βίαιο τρόπο. Αποτελεί τη βασικότερη μορφή παραβίασης της ανθρώπινης ζωής. Ο φόνος απαγορεύεται τόσο στην Παλαιά Διαθήκη (8η εντολή: «ου φονεύσεις»), όσο και στην Καινή Διαθήκη. Ο Χριστός θέλοντας να κόψει το κακό από τη ρίζα του, που είναι η οργή, καλεί τον άνθρωπο να μην οργίζεται εναντίον του συνανθρώπου του: « Εγω δε λέγω υμίν ότι πας ο οργιζόμενος τω αδελφώ αυτού εική ένοχος έσται τη κρίσει» (Ματθ. 5, 22).

Μια μορφή ακούσιου φόνου ή ακούσιας αυτοκτονίας είναι τα τροχαία ατυχήματα, τα οποία στοιχίζουν τη ζωή σε πολλούς ανθρώπους. Οφείλονται σε απροσεξία ή αδιαφορία.

Β. Αμβλώσεις

Άμβλωση είναι διακοπή της κύησης του εμβρύου με διάφορες μεθόδους. Η άποψη ότι η γυναίκα έχει τι δικαίωμα να αποφασίζει για το σώμα της και για το έμβρυο που κυοφορεί, είναι απαράδεκτη από κάθε άποψη. Το έμβρυο δεν αποτελεί ιδιοκτησία ούτε της γυναίκας, ούτε του άνδρα. Από την άλλη και οι κίνδυνοι από μια άμβλωση για τη ζωή της γυναίκας είναι μεγάλοι. Τέλος δεν είναι λογικό να χαρακτηρίζεται ως ανθρώπινο δικαίωμα, κάτι το οποίο συνεπάγεται στέρηση του δικαιώματος της ζωής μιας ανθρώπινης ύπαρξης που άρχισε να διαμορφώνεται. Η αδυναμία του εμβρύου να υπερασπιστεί τον εαυτό του δεν νομιμοποιεί την καταστροφή του.

Η Εκκλησία χαρακτήρισε εξαρχής την άμβλωση ως φόνο και την συνεργία σε αυτή ως συνεργία σε φόνο. Από την στιγμή της συλλήψεως υπάρχει μια νέα  ύπαρξη, ένας νέος άνθρωπος. Βέβαια το βρέφος δεν είναι τέλειος άνθρωπος, αλλά το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για το αρτιγέννητο βρέφος. Για την Εκκλησία λοιπόν ο άνθρωπος από την στιγμή της σύλληψης του, εισέρχεται στη προοπτική της αιωνιότητας.

Δυστυχώς οι αμβλώσεις έχουν νομιμοποιηθεί σε πολλές χώρες του κόσμου και στην Κύπρο. Για να κατανοήσουμε το μέγεθος του εγκλήματος αναφέρουμε πως στην Ελλάδα γίνονται ετησίως περίπου 300.000 αμβλώσεις, ενώ στην Αμερική 1.600.000.

Σίγουρα υπάρχουν όμως και διλληματικές περιπτώσεις. Σε κάποια ακραία περίπτωση θα μπορούσε η διατήρηση της ζωής του εμβρύου να αποτελέσει θανάσιμο κίνδυνο για τη μητέρα. Μόνο η υπεύθυνη αντιμετώπιση ενός τα τέτοιου θέματος από τους γονείς, τους ιατρούς και τον Πνευματικό Ιερέα θα οδηγήσει σε διέξοδο. Επίσης προβάλλονται και διάφοροι κοινωνικοί, ψυχολογικοί, οικονομικοί και άλλοι λόγοι για τη διακοπή της κυήσεως, οι οποίοι όσο σοβαροί και αν είναι δεν μπορούν να θεωρηθούν ηθικά επαρκείς. Εδώ εντάσσονται και οι προληπτικοί λόγοι που ανακύπτουν από την εφαρμογή του προγεννητικού ελέγχου. Είναι απαράδεκτο όμως να θανατωθεί το έμβρυο επειδή διαπιστώθηκε κάποια ασθένεια ή σύνδρομο. Πολλές φορές γίνονται και λάθη. Επίσης σε οποιαδήποτε φάση της ζωής του ο άνθρωπος μπορεί να παρουσιάσει κάποια ασθένεια και μάλιστα σοβαρή και βασανιστική για τον ίδιο και τους δικούς του. Τι θα γίνει τότε; Επειδή ασθένησε σοβαρά κάποιος, σημαίνει ότι πρέπει να θανατωθεί;

Γ. Θανατική ποινή

Η θανατική ποινή επιβάλλεται σε ορισμένες χώρες σε βαριές μορφές εγκληματικών πράξεων. Στις μέρες μας αυξήθηκαν οι υποστηρικτές της, ιδιαίτερα όπου υπάρχει έξαρση της βίας. Παράλληλα όμως αυξήθηκαν και οι φωνές που ζητούν κατάργηση της.

Η θανατική ποινή είναι βάρβαρη, αφιλάνθρωπη και αντιχριστιανική, διότι: 1) στερεί από τον άνθρωπο το αναφαίρετο δικαίωμα της ζωής, 2) δεν επιδέχεται διαβάθμιση, ούτε επανορθώνεται σε περίπτωση δικαστικής πλάνης, 3) δεν αποδεικνύεται ότι λειτουργεί κατασταλτικά, 4) σύμφωνα με την χριστιανική διδασκαλία η επίγεια ζωή του ανθρώπου είναι αποτελεί ευκαιρία μετάνοιας και τελειώσεως. Με την διακοπή της διακόπτεται και οποιαδήποτε δυνατότητα προς την κατεύθυνση αυτή.

Το κράτος δεν έχει απόλυτη εξουσία στον άνθρωπο. Η πρόταση του χριστιανισμού είναι ότι η πρόληψη του εγκλήματος αποτελεί και την ορθότερη αντιμετώπιση του.  Η σωστή ανατροφή και ιδιαίτερα η χριστιανική, καλλιεργεί και εμφυτεύει στον άνθρωπο από την παιδική ηλικία το σεβασμό προς τον άλλο, την αγάπη και την ανοχή.

Δ. Βασανιστήρια

Αποτελούν μια ακόμη μορφή παραβίασης της ζωής. Η Εκκλησία τα απορρίπτει προβάλλοντας την ελευθερία του προσώπου. Ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα. Ιδιαίτερα όταν ο σκοπός αυτός αποβλέπει στην επιβολή μιας θρησκευτικής, ιδεολογικής ή άλλης αρχής.

4. Επίλογος – Συμπέρασμα

Ο Θεός είναι ο δημιουργός της ζωής. Η προέλευση της ζωής φανερώνει και την ιερότητα της. Δυστυχώς σήμερα, είτε λόγω συμφερόντων, είτε για άλλους λόγους, η  ανθρώπινη ζωή περιφρονείται. Δεν νοείται κάποιος να ονομάζεται χριστιανός και να μην σέβεται τη ζωή, τόσο τη δική του, όσο και των συνανθρώπων του, ανεξαρτήτως φυλής, θρησκείας και ιδεολογίας. Ο Θεός είναι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου. Πρέπει παράλληλα να τονίσουμε ότι η ζωή του ανθρώπου δεν ταυτίζεται με τη βιολογική παρουσία του, αλλά εκτείνεται στην αιωνιότητα. Υπάρχει και μετά θάνατον ζωή. Αυτό όμως δεν δικαιολογεί την αφαίρεση της ζωής από κάποιο άνθρωπο, ούτε περιφρόνηση της παρούσας ζωής, διότι και η παρούσα ζωή έχει αξία κατά τη χριστιανική διδασκαλία. Αποτελεί ουσιαστικά το προστάδιο της αιωνιότητας.

 

πηγή

Τι μας εμποδίζει να γνωρίσουμε το Θεό (Οσίου Σιλουανού του Αθωνίτου)

Η απιστία προέρχεται από την υπερηφάνεια. Ο υπερήφανος ισχυρίζεται πως θα γνωρίσει τα πάντα με το νου του και την επιστήμη, αλλά η γνώση του Θεού παραμένει ανέφικτη γι’ αυτόν, γιατί ο Θεός γνωρίζεται μόνο με αποκάλυψη του Αγίου Πνεύματος. 

Ο Κύριος αποκαλύπτεται στις ταπεινές ψυχές. Σ’ αυτές δείχνει τα έργα Του, που είναι ακατάληπτα για το νου μας. Με τον φυσικό μας νου μπορούμε να γνωρίσουμε μόνο τα γήινα πράγματα, κι αυτά μερικώς, ενώ ο Θεός και όλα τα ουράνια γνωρίζονται με το Άγιο Πνεύμα.

Μερικοί μοχθούν σ’ όλη τους τη ζωή για να μάθουν τι υπάρχει στον ήλιο ή στη σελήνη ή κάτι παρόμοιο, αλλ’ αυτά δεν ωφελούν την ψυχή. Αν όμως προσπαθούσαμε να γνωρίσουμε τι υπάρχει μέσα στον άνθρωπο, τότε θα βλέπαμε στην ψυχή του αγίου τη βασιλεία των ουρανών, ενώ στην ψυχή του αμαρτωλού σκοτάδι και κόλαση. Και είναι ωφέλιμο να το ξέρουμε, γιατί θα είμαστε αιώνια είτε στη βασιλεία είτε στην κόλαση.

Ο νωθρός στην προσευχή εξετάζει με περιέργεια τα πάντα, όσα βλέπει στη γη και στον ουρανό, αλλά δεν γνωρίζει ποιος είναι ο Κύριος ούτε προσπαθεί να το μάθει. Κι όταν ακούει διδασκαλία για το Θεό, λέει:

“Μα πώς είναι δυνατό να γνωρίσουμε το Θεό; Κι εσύ από που Τον γνωρίζεις;”.

Θα σου πω: Μαρτυρεί το Άγιο Πνεύμα, Αυτό γνωρίζει και μας διδάσκει.

“Άλλα μήπως το Πνεύμα είναι ορατό;”.

Οι απόστολοι Το είδαν να κατεβαίνει σε πύρινες γλώσσες, κι εμείς Το αισθανόμαστε μέσα μας. Είναι γλυκύτερο από καθετί γήινο. Αυτό γεύονταν οι προφήτες και μιλούσαν στο λαό, και ο λαός τους πρόσεχε. Οι άγιοι απόστολοι έλαβαν Άγιο Πνεύμα και κήρυξαν σωτηρία στον κόσμο χωρίς να φοβούνται τίποτα, γιατί τους ενίσχυε αυτό το Πνεύμα. Το ίδιο και οι μάρτυρες και οι ασκητές πήγαιναν χαρούμενοι στο μαρτύριο και την κακοπάθεια. Γιατί το Άγιο Πνεύμα, το αγαθό και γλυκύ, έλκει την ψυχή στην αγάπη του Κυρίου. Κι έτσι η ψυχή, χάρη στη γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος, δεν φοβάται τα βασανιστήρια.

Πολλοί άνθρωποι λένε σήμερα πως δεν υπάρχει Θεός. Μιλούν έτσι γιατί στην καρδιά τους ζει υπερήφανο πνεύμα, που τους υποβάλλει ψέματα εναντίον της Αλήθειας και της Εκκλησίας του Θεού. Νομίζουν πως είναι σοφοί, ενώ στην πραγματικότητα δεν αντιλαμβάνονται καν ότι τέτοιοι λογισμοί δεν είναι δικοί τους, αλλά προέρχονται από τον εχθρό. Αν όμως κανείς τους δεχθεί στην καρδιά του και τους αγαπήσει, τότε γίνεται συγγενής με το πονηρό πνεύμα. Και είθε να μη δώσει ο Θεός σε κανένα να πεθάνει σε τέτοια κατάσταση.

Αντίθετα, στην καρδιά των αγίων ζει η χάρη του Αγίου Πνεύματος, που τους κάνει συγγενείς του Θεού. Οι άγιοι νιώθουν ολοκάθαρα πως είναι πνευματικά παιδιά του ουράνιου Πατέρα, και γι’ αυτό λένε: “Πάτερ ημών…”. 

Η υπερηφάνεια εμποδίζει την ψυχή να μπει στο δρόμο της πίστεως. Στον άπιστο δίνω μια συμβουλή. Ας πει: “Κύριε, αν υπάρχεις, φώτισε με, και θα Σε υπηρετήσω μ΄ όλη μου την καρδιά και μ’ όλη μου την ψυχή”. Και ο Κύριος θα φωτίσει οπωσδήποτε μια τέτοια ταπεινή σκέψη και προθυμία για την υπηρεσία του Θεού. Δεν πρέπει όμως να λέει: “Αν υπάρχεις, παίδεψέ με”. Γιατί αν έρθει η τιμωρία, είναι δυνατό να μη βρει τη δύναμη να ευχαριστήσει το Θεό και να μετανοήσει.

Όταν ο Κύριος σε φωτίσει, τότε η ψυχή σου θα Τον αισθανθεί, θα αισθανθεί πως την συγχώρησε και την αγαπάει. Θα το μάθεις με την πείρα σου, και η χάρη του Αγίου Πνεύματος θα μαρτυρεί στην ψυχή τη σωτηρία, και θα θέλεις τότε να διακηρύσσεις σ’ όλο τον κόσμο: “Πόσο πολύ μας αγαπάει ο Κύριος!”.

Ο Απόστολος Παύλος, όσο δεν γνώριζε τον Κύριο, Τον καταδίωκε. Όταν όμως Τον γνώρισε, τότε γύρισε σ΄ όλη την οικουμένη κηρύσσοντας το Χριστό.

Για να σωθείς, είναι ανάγκη να ταπεινωθείς. Γιατί τον υπερήφανο, και με τη βία να τον βάλεις στον παράδεισο, κι εκεί δεν θα βρει ανάπαυση. Κι εκεί δεν θα είναι ικανοποιημένος και θα λέει: “Γιατί δεν είμαι εγώ στην πρώτη θέση;”. Αντίθετα, η ταπεινή ψυχή είναι γεμάτη αγάπη και δεν επιδιώκει πρωτεία, αλλά επιθυμεί για όλους το καλό και ευχαριστιέται με όλα. 

Δείξαμε μεγάλη αμέλεια και δεν καταλαβαίνουμε πια αν υπάρχει η κατά Χριστόν ταπείνωση και αγάπη. Βέβαια, η ταπείνωση αυτή και η αγάπη γίνονται γνωστές μόνο με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Εμείς όμως δεν ξέρουμε ότι, για να προσελκύσουμε τη χάρη κοντά μας, πρέπει να την ποθήσουμε μ’ όλη μας την ψυχή. Άλλα πώς θα ποθήσουμε κάτι που δεν το γνωρίζουμε καθόλου; Και όμως, όλοι μας τη γνωρίζουμε τη χάρη, έστω και λίγο, γιατί το Άγιο Πνεύμα κινεί κάθε ψυχή στην αναζήτηση του Θεού.

Ω, πώς πρέπει να παρακαλούμε τον Κύριο να δώσει στην ψυχή το ταπεινό Άγιο Πνεύμα! Η ταπεινή ψυχή έχει μεγάλη ανάπαυση, ενώ η υπερήφανη βασανίζει η ίδια τον εαυτό της. Ο υπερήφανος δεν γνωρίζει την αγάπη του Θεού και βρίσκεται μακριά Του. Υπερηφανεύεται πως είναι πλούσιος ή επιστήμων ή ένδοξος, μα δεν ξέρει την τραγικότητα της φτώχειας και της απώλειάς του, αφού δεν γνώρισε το Θεό. Απεναντίας, εκείνον που αγωνίζεται εναντίον της υπερηφάνειας, τον βοηθάει ο Κύριος να νικήσει αυτό το πάθος. 

Είναι αδύνατο ν’ αγαπήσουμε και να γνωρίσουμε τον Κύριο, αν δεν ζήσουμε σύμφωνα με τις εντολές Του. Ο άνθρωπος όμως από μόνος του είναι ανίκανος να τηρήσει τις εντολές του Θεού. Γι’ αυτό ο Ιησούς είπε: «Αιτείτε, και δοθήσεται υμίν” (Ματθ. 7, 7). Αν δεν ζητάμε, βασανίζουμε μόνοι μας τον εαυτό μας και χάνουμε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. 

Στον αγώνα μας πρέπει να είμαστε ανδρείοι. Ο Κύριος αγαπάει την ανδρεία και συνετή ψυχή. Αν δεν έχουμε ανδρεία και σύνεση, τότε πρέπει να τα ζητάμε από το Θεό και να υπακούμε στους πνευματικούς, γιατί σ΄ αυτούς ζει η χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο άνθρωπος μάλιστα, που ο νους του έπαθε βλάβη από δαιμονική ενέργεια, ιδίως αυτός πρέπει να υπακούει στον πνευματικό και να μην εμπιστεύεται καθόλου τον εαυτό του.

Οι ψυχικές συμφορές μας έρχονται από την υπερηφάνεια, ενώ τις σωματικές τις παραχωρεί πολλές φορές ο Θεός από αγάπη για μας, όπως έγινε με τον πολύαθλο Ιώβ.

Είναι πολύ δύσκολο να διαγνώσεις μέσα σου την υπερηφάνεια. Να όμως μερικά συμπτώματα: Αν σε προσβάλλουν δαίμονες ή σε βασανίζουν κακοί λογισμοί, αυτό σημαίνει πως δεν έχεις ταπείνωση. Γι’ αυτό, έστω κι αν δεν αντιλήφθηκες την υπερηφάνειά σου, ταπεινώσου. Αν είσαι οξύθυμος ή, όπως λένε, νευρικός, αυτό είναι αληθινή συμφορά. Κι αν πάσχεις από παροξυσμούς και φοβίες, θα γιατρευτείς με τη μετάνοια, με το ταπεινό φρόνημα και με την αγάπη για τον αδελφό σου, ακόμα και για τους εχθρούς. Όποιος δεν αγαπάει τους εχθρούς, σε αυτόν δεν έχει κατοικήσει ακόμα η χάρη του Θεού. 

Στην πλάνη πέφτει κανείς είτε από απειρία είτε από υπερηφάνεια. Κι αν είναι από απειρία, ο Κύριος θεραπεύει γρήγορα αυτόν που πλανήθηκε. Αν όμως είναι από υπερηφάνεια, τότε θα υποφέρει για πολύν καιρό η ψυχή, ώσπου να μάθει την ταπείνωση, και τότε θα θεραπευθεί από τον Κύριο.

Στην πλάνη πέφτουμε, όταν νομίζουμε πως είμαστε πιο συνετοί και έμπειροι από τους άλλους, ακόμα κι από τον πνευματικό μας πατέρα. Έτσι σκέφτηκα κι εγώ με την απειρία μου, και γι’ αυτό υπέφερα. Ευχαριστώ βαθιά το Θεό, γιατί έτσι με ταπείνωσε, με νουθέτησε και δεν πήρε το έλεός Του από μένα. Και τώρα σκέφτομαι πως χωρίς εξομολόγηση στον πνευματικό δεν είναι δυνατό ν΄ απαλλαγούμε από την πλάνη, γιατί στον πνευματικό έδωσε ο Θεός τη χάρη του “δεσμείν και λύειν”.

πηγή

Όσιος Παϊσιος αποφθέγματα

Η φαγωμάρα των Ελλήνων

Οι Τούρκοι μόνοι τους δεν μπορούσαν να φάνε τους Έλληνες, αν οι Έλληνες δεν ήταν φαγωμένοι μεταξύ τους.

 

Άμυνα κατά του Διαβόλου

Να κλείνετε τις πόρτες και τα παράθυρα να μην μπαίνει απ’ εκεί ο Διάβολος. Εκεί είναι τα αδύνατα σημεία. Εάν αφήσεις μια σχισμή, μπορεί να μπει και να σου κάνει ζημιά. Εγώ αγωνίζομαι όλο το εικοσιτετράωρο, για να κλείσω όλες τις πόρτες του Σατανά («πόρτες και παράθυρα» είναι οι αισθήσεις).

 

Η ευχή αγιάζει

Όταν η νοικοκυρά λέει την ευχή, κάνοντας τις δουλειές του σπιτιού, όλα αγιάζονται. Και το φαγητό της και αυτοί που τρώνε το φαγητό της.

 

Πρόσκληση από τον πάπα

Αμερικανίδα καθηγήτρια διαβίβασε σε Ορθόδοξο κληρικό την επιθυμία του πάπα να προσκαλέσει τον Γέροντα Παΐσιο και Γέροντα Πορφύριο να πάνε στο Βατικανό. Η απάντηση και των δύο ήταν η εξής: «Όχι δεν μπορούμε να πάμε. Διότι η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και ο Πάπας δεν είναι έτοιμοι. Έχουν πολύ εγωισμό. Όχι μόνο θέλουν να μας υποτάξουν, αλλά και δεν πιστεύουν ότι έχουμε την αλήθεια εμείς. Δεν χρειάζεται να πάμε. Καλύτερα θα βοηθήσουμε την υπόθεση με την προσευχή μας».

 

Δεν αγιάζονται όλα

Μόνον αυτά που δέχονται αγιασμό, αυτά μόνο αγιάζονται. Όπως το νερό, δέχεται αγιασμό και γίνεται Αγιασμός τα ούρα δεν δέχονται αγιασμό. Η πέτρα με θαύμα γίνεται ψωμί. Η ακαθαρσία δεν δέχεται αγιασμό.

 

Η μάχαιρα του Προφήτη Ηλία

– Γέροντα, το απολυτίκιο του Προφήτη Ηλία λέει ότι είναι ο «δεύτερος Πρόδρομος της παρουσίας Χριστού». Θα έρθει ο Προφήτης Ηλίας στη γη;
– Ο Προφήτης Ηλίας τροχάει τώρα τη μάχαιρα. Πρώτα θα αρχίσει από τους Πατριάρχες, Δεσποτάδες, παπάδες, μοναχούς.

 

Οι μιναρέδες της Πόλης

– Γέροντα, είπατε ότι θα πάρουμε την Πόλη. Τι θα γίνουν οι μιναρέδες της; Θα τους γκρεμίσουμε; Θα γίνουν καμπαναριά;
– Γέροντας (χαμογελώντας):Όχι! θα γίνουν στύλοι για τους Στυλίτες και θα κρέμονται τα κομποσχοίνια μέχρι κάτω!

Κώλυμα ιεροσύνης

– Γέροντα, αφού η εξομολόγηση τα σβήνει όλα, τότε γιατί αυτός που κάνει μεγάλη σαρκική αμαρτία δε μπορεί να γίνει ιερέας;
– (Εκείνη τη στιγμή ο γέροντας έτυχε να κρατάει δύο ανοξείδωτα κύπελλα που κερνούσε νερό στους προσκυνητές). Δε μου λες, αν το κύπελλο σπάσει και το ηλεκτροκολλήσω τότε δε θα γίνει γερό;
– Ναι, και μάλιστα πιο γερό από ότι ήταν πριν.
– Τότε, να που το ένα με την κόλληση έγινε πολύ γερό, ενώ το άλλο, που δεν έχει κόλληση, δεν είναι μεν τόσο γερό, αλλά είναι απείραχτο. Όταν έλθει ο Βασιλιάς, με ποιο ποτήρι θα του δώσουμε να πιει νερό;
– Με το δεύτερο, το απείραχτο, που δεν έχει κολληθεί.
– Ε, για αυτό κάνουμε ιερείς εκείνους, που δεν έκαναν αμαρτία ασχέτως εάν δεν είναι τόσο θερμοί, όσο εκείνοι που έκαναν αμαρτία.

Η μαύρη γραμμή της πιστωτικής κάρτας

– Γέροντα, είναι κακό να έχει κανείς πιστωτικές κάρτες; (Ο Γέροντας, αφού εξέτασε την κάρτα, απάντησε):
– Όχι ευλογημένε, δεν είναι σφράγισμα αυτό. Άλλα βλέπεις αυτή τη μαύρη γραμμή κάτω από το όνομα; Σου αρέσει να φοράς πένθος χωρίς να έχεις κηδεία;

 

Τα ονόματα αυτών που δεν γιορτάζουν

– Γέροντα, πότε γιορτάζουμε; Όταν γεννηθήκαμε ή όταν βαφτισθήκαμε;
– Γιορτάζουμε, όταν γιορτάζει ο άγιος μας, το όνομα του οποίου πήραμε στο βάπτισμα.
– Τότε, τι γίνεται με όσους έχουν ονόματα, που δεν είναι ονόματα αγίων;
– Όσων ανθρώπων τα ονόματα δεν εορτάζουν, αυτοί είναι υποχρεωμένοι να αγιάσουν!

 

Το τηλέφωνο του Γέροντα

Ο Γέροντας έδωσε δώρο ένα κομποσχοίνι σε κάποιον προσκυνητή λέγοντας: Είναι το τηλέφωνο σου. Όταν είναι ανάγκη θα παίρνεις τηλέφωνο με αυτό!

Να μη βιαζόμαστε στα πνευματικά

– Γέροντα, τι θα γίνει με εμένα, δε βλέπω προκοπή.
– Εσύ σήμερα φύτεψες την κληματαριά και θέλεις αμέσως να πιεις κρασί. Πρέπει να περιμένεις, να βγει το σταφύλι, να ωριμάσει, να το ραντίσεις, να το κόψεις, να το πατήσεις, να το βάλεις στο βαρέλι, να γίνει καλό κρασί και μετά να πιεις. Μη βιάζεσαι λοιπόν. Ακόμα είσαι αρχάριος. Βρε παιδί μου, ζαλίζεσαι έτσι και, ενώ το στομάχι σου δεν μπορεί να χωνέψει το γάλα, πας να φας μπριζόλα!

 

Τα παιδιά που δε θηλάζουν

Τα παιδιά που δε θηλάζουν και δε μεγαλώνουν στην αγκαλιά της μάνας τους, γίνονται βλαμμένα, δε στέκουν σταθερά στη ζωή τους και όταν μεγαλώσουν μετά το μπουκάλι του γάλακτος, πιάνουν το μπουκάλι της μπύρας.

 

Οι πονηριές της Τουρκίας

Η Τουρκία είναι σαν την αλεπού. Όλο πονηριές κάνει. Όταν καταλάβει ότι έχουν στήσει δόκανα για να την πιάσουν, αρχίζει να πηδάει και με τα τέσσερα πόδια κι έτσι πιάνεται και με τα τέσσερα. Αυτό θα πάθει και η Τουρκία.

Το «φουστάνι» της Παναγίας

– Παππούλη, πως να σωθώ;
– Να πιαστείς από το φουστάνι της Παναγίας. Δηλαδή, με απόλυτη εμπιστοσύνη, όπως αυτή που έχει ένα παιδάκι στη μάνα του.

Η εγκράτεια των νέων

Τη γενετήσια ορμή πρέπει να τη βάζουμε στο ψυγείο μέχρι το γάμο και να κάνουμε τίμιο αγώνα ενώπιον του Θεού, για την αγάπη του Θεού. Και μόνο έτσι θα βρούμε λύση στο πρόβλημα αυτό.

Η πραγματική αγάπη είναι άσχημη

Αν έχεις κοπέλα και λες ότι την αγαπάς, για να δεις αν πραγματικά την αγαπάς, φαντάσου το πρόσωπο της καμένο και παραμορφωμένο σε μια άμορφη και άσχημη μάζα. Αν βλέποντας το άσχημο πρόσωπο συνεχίζεις να την αγαπάς το ίδιο, όπως πριν, τότε να είσαι σίγουρος ότι την αγαπάς αληθινά.

Να μην τρέχουμε στο Θεό οριζόντια αλλά κάθετα

(Παρατήρηση του Γέροντα σε γνωστό του που ασχολιόταν πολύ με το τρέξιμο). Να μην τρέχουμε οριζόντια, αλλά κάθετα προς το Θεό!

Η «πολυγλωσσία» τον Γέροντα

Μια παρέα αλλοδαπών, ένας Άγγλος, ένας Ιταλός και ένας Γάλλος, επισκέφθηκε το Γέροντα. Κάποιος Έλληνας γλωσσομαθής προσφέρθηκε να κάνει το διερμηνέα. Ό Γέροντας του είπε ότι δε χρειάζεται. Τους πήρε σε μια γωνιά έξω από την αυλή του και άρχισε να συνομιλεί μαζί τους. Μίλησε αρκετή ώρα. Επιστρέφοντας είπε στο «διερμηνέα»: «Τα είπαμε, τα είπαμε μ’ αυτούς! Εγώ τους μιλούσα στα Ελληνικά. Αυτοί καταλάβαιναν στη γλώσσα τους και έτσι συνεννοηθήκαμε!».

Τι τον θέλεις τον Παΐσιο;

Ένας νεαρός ρώτησε το Γέροντα ποιος ήταν ο Γέρων Παΐσιος και πήρε την εξής απάντηση: Τι τον θέλεις τον Παΐσιο; Σαν πολλή αξία του δώσατε. Τον Παΐσιο ο ένας, τον Παΐσιο ο άλλος… Παρατάτε τον, μην του δίνετε καμία σημασία….

Να προσέχουμε τους φίλους μας

Μια μέρα δύο φίλοι πήγαιναν βόλτα. Ο ένας είχε κουστούμι και ήταν καθαρός. Ο άλλος φορούσε παλιόρουχα και ήταν λερωμένος. Σε κάποιο σημείο συνάντησαν λάσπη. Τότε ο λερωμένος πήρε λάσπη και λέρωσε τον άλλο που ήταν καθαρός. Ο κακός άνθρωπος θέλει και οι ενάρετοι να γίνουν σαν κι αυτόν, δηλαδή κακοί. Γι’ αυτό να προσέχετε στη ζωή σας και να διαλέγετε ως φίλους σας τους ενάρετους.

Οι Ευαγγελικοί δεν έχουν πνεύμα αλλά οινόπνευμα

Κάποια παρέα πιστών σύχναζε σε καφενείο, όπου επίσης σύχναζε και κάποιος ευαγγελικός που τους ενοχλούσε με τις θεωρίες του. Είπαν στο Γέροντα:
– Γέροντα, στο καφενείο που πάμε έχουμε πρόβλημα.
– Τι;
– Έρχεται ένας ευαγγελικός και μας λέει διάφορα.
– Πίνει αυτός;
– Πίνει Γέροντα. Μπύρες και άλλα ποτά.
– Να του μεταφέρετε ότι ένας Γέροντας είπε πως εσείς οι Ευαγγελικοί δεν έχετε μέσα σας πνεύμα, αλλά οινόπνευμα….

Ο νέος που ήθελε να βρει γυναίκα

– Γέροντα, θέλω να με βοηθήσετε. Θέλω να βρω γυναίκα να παντρευτώ.
– Τι θέλεις να κάνω δηλαδή; Εσείς από μοναχό θα με καταντήσετε προξενητή….

Η αγάπη δεν πουλιέται στα σούπερ μάρκετ

Η γυναίκα έχει λιγότερη λογική και περισσότερη καρδιά. Ο άντρας έχει περισσότερη λογική και λιγότερη καρδιά. Το ευαγγέλιο μόνο τη γυναίκα λέει «πόρνη» και όχι τον άντρα, διότι η γυναίκα στον έρωτα δίνει και την καρδιά της, ενώ ο άντρας δίνει μόνο το σώμα του, συνήθως για να ικανοποιήσει τις ορμές του. Η γυναίκα θέλει αγάπη και πρέπει να της δίνουμε αγάπη. Ο άντρας πρέπει να δίνει αγάπη στη γυναίκα του, γιατί τα σούπερ μάρκετ δεν πουλάνε αγάπη.

Πουλιά του κλουβιού και πουλιά του κλαδιού

Υπάρχουν πουλιά του κλουβιού και πουλιά του κλαδιού. Κάποιοι μοναχοί μοιάζουν με τα πουλιά του κλουβιού και επιζητούν τα μοναστήρια (κοινόβια), ενώ άλλοι μοιάζουν με τα πουλιά του κλαδιού και επιζητούν μια ελεύθερη ζωή στην έρημο. Εκεί, βέβαια, υπόκεινται σε περισσότερους πειρασμούς.

Χωρίς το τούβλο σωριάζεται ο τρούλος

– Εσύ εξομολογείσαι, εκκλησιάζεσαι;
– Εγώ, πάτερ, αυτά τα θεωρώ τυπικά πράγματα.
– Α, όχι! Αυτά είναι όπως το κεντρικό τούβλο του τρούλου, το κλειδί! Έτσι και το αφαιρέσεις, όλος ό τρούλος σωριάζεται.

Η δύναμη τον Διαβόλου

Με το μικρότερο ταγκαλάκι (=διαβολάκι) δεν μπορούν να τα βγάλουν διακόσιοι δικηγόροι.

Ενόχληση από λογισμούς

– Γέροντα, με ενοχλούν οι λογισμοί!
– Άσε το σκύλο να γαβγίζει!

Ο Γέροντας και το αγριογούρουνο

Μια φορά ένα αγριογούρουνο πήγε κοντά του. Ο Γέροντας το χάιδεψε κι αυτό έφυγε. Κάποιος τον ρώτησε:
– Γέροντα, τι κάνεις εκεί;
– Ήρθε το καημένο να με ευχαριστήσει. Δε θα ζούσε από τις σφαίρες των κυνηγών, αλλά προσευχήθηκα να αστοχήσουν και έτσι ζει.

 

Το «ψυγείο» του Γέροντα

Κοντά στην καλύβα του Γέροντα κάτι κοκκίνιζε κάτω από ένα θάμνο. Ένας προσκυνητής ρώτησε με περιέργεια:
– Τι είναι αυτό γέροντα;
– Αυτό; Είναι το «ψυγείο» μου! (Ήταν καλοκαίρι και είχε βάλει εκεί τις ντομάτες για να είναι δροσερές!).

 

Ο εγωισμός είναι σαν το στενό ρούχο

Η ταπείνωση είναι η βάση όλων των αρετών. Θαύμα είναι η υπέρβαση των νόμων της φύσεως. Ο εγωισμός είναι πάθος που δύσκολα αποβάλλει ο άνθρωπος. Είναι σαν ένα στενό ρούχο που φοράει ο άνθρωπος και το βγάζει με μεγάλη δυσκολία, γιατί του είναι πολύ στενό.

 

Ο πνευματικός τουρισμός

– Γέροντα, πείτε μας για τις πνευματικές σας εμπειρίες.
– Γιατί, βρε παιδί μου, να σας πω; Για να αυξήσουμε τον πνευματικό τουρισμό του τόπου;

 

Το κόψιμο του τσιγάρου με στραγάλια

Για να κόψεις το τσιγάρο πρέπει να κάνεις πολλή προσευχή. Επίσης να γεμίσεις στραγάλια ένα άδειο πακέτο και κάθε φορά που θα αισθάνεσαι την ανάγκη να καπνίσεις, να βάζεις ένα στραγάλι στο στόμα σου.

 

Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Βιογραφία
Ο Όσιος πατήρ Παΐσιος ο Αγιορείτης γεννήθηκε από ευλαβείς γονείς, τον Πρόδρομος και την Ευλαμπία Ενζεπίδη, στα Φάρασα της Καππαδοκίας στις 25 Ιουλίου του 1924 μ.Χ., λίγες μέρες πριν από τη φυγή των Φαρασιωτών από την πατρώα γη για την Ελλάδα. Στη βάπτισή του, ο Όσιος Αρσένιος ο Καππαδόκης (βλέπε 10 Νοεμβρίου), ο πλήρης ημερών και αγιότητος βίου κοσμούμενος ιερέας των Φαράσων, τον ονόμασε Αρσένιο, «για να τον αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είπε.

Στην Ελλάδα, η οικογένεια του μικρού Αρσενίου εγκαταστάθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου, όπου ο ίδιος πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Γαλουχούμενος με τις διηγήσεις για το θαυμαστό βίο του Αγίου Αρσενίου, έλεγε ότι θα γίνει μοναχός από την ηλικία των 5 ετών! Και αφού έμαθε να διαβάζει, αγαπημένη του ασχολία υπήρξε η ανἀγνωση των βίων των Αγίων, των οποίων εμιμείτο τους ασκητικούς αγώνες με θερμό ζήλο.

Μετά από τις εγκύκλιες σπουδές του δε θέλησε να συνεχίσει στα γράμματα, αλλά προτίμησε να μιμηθεί το Χριστό και μαθήτευσε στην τέχνη του ξυλουργού, την οποία άσκησε με επιμέλεια και δεξιοσύνη. Στην ηλικία των 15 ετών αξιώθηκε της θέας του Κυρίου, για ένα μόνο φιλότιμο λογισμό, μέσω του οποίου απέκρουσε μία δαιμονική προσβολή του πειρασμού της απιστίας. Από τότε φούντωσε μέσα του ακόμη περισσότερο η φλόγα της αγάπης του Θεού και ο πόθος για τη μοναχική ζωή.

Ακολούθησαν καιροί ταραχής και αναστάτωσης για την Ελλάδα, λόγω της ξένης Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου. Ο Όσιος όμως, τόσο ως πολίτης όσο και ως στρατιώτης κατά τη θητεία του (1945 – 1949 μ.Χ.), επέδειξε απαράμιλλο θάρρος και αυτοθυσία. Ήταν πρόθυμος να δώσει κάθε στιγμή και τη ζωή του ακόμα για τη σωτηρία των άλλων. Ευρισκόμενος μάλιστα συχνά μέσα στον καταιγισμό των φονικών πυρών, συνέβη να σώσει με τις θερμές προσευχές του πολλούς στρατιώτες, αλλά να σωθεί και ο ίδιος με τρόπο θαυμαστό.

Επειδή το μεγαλύτερο διάστημα της στρατιωτικής του θητείας το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή, πολλές εκδόσεις αφιερωμένες στη ζωή του Γέροντα τον αναφέρουν ως «Ασυρματιστή του Θεού». Μάλιστα, ο Γέροντας φέροντας ως παράδειγμα την ειδικότητα του στον στρατό, απάντησε σε κάποιον που αμφισβητούσε τη χρησιμότητα της μοναχικής ζωής ότι οι μοναχοί είναι «ασυρματιστές του Θεού», εννοώντας την θερμή τους προσευχή και την έγνοια τους για την υπόλοιπη ανθρωπότητα.

Ύστερα και από αυτές τις περιπέτειες, θέλησε να καταταγεί στο αγγελικό τάγμα των μοναχών, με τα φτερά που δίνει ο θείος έρωτας. Έτσι, μετέβη στο Άγιο Όρος, αναζητώντας έναν οδηγό για τη ζωή της κατά Θεόν ησυχίας. Δεν κατάφερε όμως να εκπληρώσει αμέσως τον πόθο του. Παράλληλα, οι δικοί του βρέθηκαν την ίδια περίοδο σε μεγάλη οικονομική δυσκολία, οπότε τον κάλεσαν να τους βοηθήσει. Έτσι, επέστρεψε στην Κόνιτσα και εργάστηκε ως μαραγκός. Μετά από 3 χρόνια όμως (1953 μ.Χ.), σε ηλικία 29 ετών πλέον, εγκατέλειψε τα πράγματα του κόσμου και επέστρεψε στην Αθωνική Πολιτεία.

Αφού περιήλθε σκήτες και καλύβες, ακολούθησε τελικά τη συμβουλή ενός σεβάσμιου γέροντα και εντάχθηκε στην αδελφότητα της Ιερά Μονή Εσφιγμένου, γνωστής τότε για την αυστηρή της τάξη. Εκεί έζησε μέσα στην ολοτελή υπακοή και επιδόθηκε σε υπέρμετρη άσκηση, υπερβάλλοντας σε κόπους για χάρη του Χριστού και των αδελφών του. Έτσι, στις 27 Μαρτίου 1954 μ.Χ. εκάρη μοναχός. Έλαβε ρασοευχή και το όνομα Αβέρκιος. Έχοντας όμως άσβεστο μέσα του τον πόθο για τον ησύχιο και απράγμονα βίο, πήρε την ευλογία του Ηγουμένου και πήγε να μονάσει στην Ιερά Μονή Φιλοθέου, που ήταν τότε σε κατάσταση ιδιόρρυθμη. Εκεί προετοιμάστηκε για τη ζωή του ερημίτη, κάτω από την καθοδήγηση ενός διακριτικού και σοφού γέροντα, του γέροντα Συμεών. Στις 12 Μαρτίου 1956 μ.Χ., εκάρη μικρόσχημος μοναχός και έλαβε το όνομα «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του.

Τον Αύγουστο του 1958 μ.Χ., υπακούοντας σε θεία βουλή, δεν εγκαταστάθηκε στην έρημο, για την οποία προετοιμαζόταν, αλλά στην κατεστραμμένη Ιερά Μονή της Παναγίας του Στομίου, που βρίσκεται κοντά στην Κόνιτσα. Σε αυτήν έζησε 4 χρόνια, ζώντας ισάγγελο βίο, παλεύοντας με τους πειρασμούς, ευεργετώντας τους ανθρώπους της περιοχής, σώζοντας πολλούς από τις διδασκαλίες των προτεσταντικών ομάδων που δρούσαν εκεί, και ανακαινίζοντας με πολύ μόχθο το Μοναστήρι.

Τo 1962 μ.Χ., όταν και ολοκληρώθηκε το έργο της ανακαίνισης και ο κίνδυνος από τις ετερόδοξες ομάδες εξέλιπε, ο Όσιος παρακαλούσε μέσα στους πειρασμούς, που καθημερινά τον πολιορκούσαν, θερμά το Θεό να του δείξει το δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει. Έτσι, δέχθηκε ως θεόσταλτη την πρόσκληση κάποιου ιεροδιακόνου να τον συνοδεύσει στο θεοβάδιστο Όρος του Σινά. Πάνω σε κείνον τον άνυδρο και ξερό τόπο, στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης, έζησε επιτέλους αυτό που χρόνια ποθούσε, την προς Θεόν μόνωση.

Αγωνιζόμενος με πολλή ταπείνωση, διαρκή νηστεία, ακατάπαυστη αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή, κατάφερε να υπερνικήσει τις παγίδες του μισόκαλου εχθρού, και να απολαύσει την ένωση με το Θεό. Γεμάτος από τη χάρη της θείας παρακλήσεως, απολάμβανε την κατά Θεόν ευφρόσυνη μέσα στο καμίνι της απαράκλητης ερήμου. Έγινε μάλιστα ιδιαίτερα αγαπητός στους Βεδουίνους, δίνοντάς τους τρόφιμα με χρήματα από την πώληση στους προσκυνητές ξύλινων σταυρών που έφτιαχνε ο ίδιος.

Δεν θα υπήρχε, έτσι, κανένας λόγος να εγκαταλείψει το στάδιο εκείνο της αρετής, εάν – φεύ! – δεν ενέσκηπτε η σωματική ασθένεια από το τραχύ κλίμα, η οποία τον ανάγκασε να επιστρέψει στην κατά σάρκα πατρίδα του. Επανερχόμενος στο Άγιο Όρος το 1964 μ.Χ., δεν ελάττωσε το πλήθος των ασκητικών αγώνων του, παρά την καταβολή του σώματος, καθώς στο πνεύμα διατηρούσε την πρότερη ζέση του. Ζώντας λοιπόν ως ξένος και παρεπίδημος στη γη, έφτασε να γίνει πολίτης του ουρανού.

Έχοντας, συνεπώς, την πράξη ως την «επίβασιν» της θεωρίας, έφτασε σε υψηλά μέτρα και έγινε κοινωνός θείων μυστηρίων. Εντρύφησε έτσι και στην ωραιότητα του Κυρίου, ενώ επιπλέον έτυχε και της Θεομητορικής ευλογίας. Συνομίλησε με αγίους που εμφανίστηκαν μπροστά του, βίωσε την όραση του Άγγελου Φύλακά του, άκουσε αγγελικούς ύμνους και καταυγάσθηκε από το ουράνιο φως.

Το 1966 μ.Χ. ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βορείου Ελλάδας (Νοσοκομείο Παπανικολάου). Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μ.Χ. μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπατίου (Βλάχικα).

Στις 12 Αυγούστου 1968 μ.Χ. ο Όσιος Παΐσιος, εισήλθε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα και μόνασε στο κελί του Τιμίου Σταυρού.

Το 1979 μ.Χ. αφήνει τον Τίμιο Σταυρό και αναζητώντας κελί πηγαίνει στην εγκαταλελειμμένη «Παναγούδα». Εκεί ο Όσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο γέροντας στενοχωρείτο πολύ, γιατί από τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.

Σε όλη αυτήν την καθημερινή κούραση του γέροντος Παϊσίου έρχονται να προστεθούν και τα προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούσαν. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του οι πόνοι από τις διάφορες αρρώστιες όπως κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά, βουβωνοκήλη και κυρίως από τον καρκίνο που του είχε διαγνωσθεί, γίνονταν όλο και περισσότεροι. Παρ’ όλ’ αυτα όμως αυτός ήταν ήρεμος και υπέμενε χωρίς να διαμαρτύρεται καθόλου. Αντιθέτως συνέχιζε να προσεύχεται για όλους.

Μετά το 1993 μ.Χ. παρουσίαζε αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Το Νοέμβριο του ίδιου έτους βγήκε για τελευταία φορά από το Άγιον Όρος και πήγε στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί έμεινε για λίγες μέρες και ενώ ετοιμαζόταν να φύγει ασθένησε και μεταφέρθηκε στο Θεαγένειο, όπου έγινε διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Θεώρησε τον καρκίνο εκπλήρωση αιτήματός του προς το Θεό και ωφέλιμο για την πνευματική του υγεία. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 μ.Χ. χειρουργήθηκε. Παρότι η ασθένεια δεν έπαυσε, αλλά παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ, ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.

Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοίνωσαν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Κοιμήθηκε την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 μ.Χ. και ώρα 11:00 και ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης.

Στις 13 Ιανουαρίου 2015 συνήλθε η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπόλεως και αποφάσισε την κατάταξη του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η ανακοίνωση της Ιεράς Συνόδου έχει ως εξής:

«Συνῆλθεν, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τήν τακτικήν συνεδρίαν αὐτῆς σήμερον, Tρίτην, 13ην Ἰανουαρίου 2015, πρός ἐξέτασιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων θεμάτων.

Κατ᾿ αὐτήν, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος: α) ὁμοφώνως ἀποδεχθεῖσα εἰσήγησιν τῆς Κανονικῆς Ἐπιτροπῆς ἀνέγραψεν εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τόν μοναχόν Παΐσιον Ἁγιορείτην καί β) προτάσει τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου, διά ψήφων κανονικῶν ἐξελέξατο παμψηφεί τόν Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτην κ. Εἰρηναῖον Ἀβραμίδην, διακονοῦντα ἐν Παρισίοις, Βοηθόν Ἐπίσκοπον παρά τῷ Σεβασμιωτάτῳ Μητροπολίτῃ Γαλλίας κυρίῳ Ἐμμανουήλ, ὑπό τόν τίτλον τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Ρηγίου.

Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, τῇ 13ῃ Ἰανουαρίου 2015
Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου»

πηγή

ΤΟ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ ΑΝΤΙΔΩΡΟ

Η ιστορία, που θα σας αφηγηθώ είναι πέρα για πέρα αληθινή όσα απίστευτα στοιχεία και αν έχει. Συνέβη πριν μερικούς μήνες. Συγκεκριμένα ήταν αρχές Δεκέμβρη 2007.

  Οι έννοιες και οι φροντίδες της καθημερινότητας με είχαν καταβάλει εκείνο τον καιρό και ιδιαίτερα κάποιες οικογενειακές υποθέσεις μου είχαν προκαλέσει μεγάλη στεναχώρια. Τέλος πάντων σκεφτόμουν, τα έχει αυτά η ζωή. Αυτό, όμως, που ένοιωσα εκείνο το πρωί ήταν για μένα -έτσι σκεφτόμουν τότε- τελειωτικό.

  Από την προηγούμενη είχα κάποιες εκκρεμότητες να φέρω σε πέρας και μάλιστα οικονομικές, που με είχαν στεναχωρήσει και με είχαν αγχώσει πολύ. Είχα πάει στο ταμείο των υπαλλήλων της υπηρεσίας που εργάζομαι και είχα εισπράξει το ποσό ενός δανείου 20.000 ευρώ, προκειμένου να εξοφλήσω την τράπεζα η οποία μας έβγαλε το εξοχικό σπίτι σε πλειστηριασμό και προχώρησε σε κατάσχεση. Ήμουν πολύ στεναχωρημένη, γιατί αυτό το σπίτι είχε φτιαχτεί με πολύ μόχθο και κάθε καλοκαίρι πηγαίναμε με τα παιδιά εκεί για διακοπές. Δεν ήθελα με κανένα τρόπο να το χάσω, αν και οικονομικά ήμουν σε πολύ δύσκολη κατάσταση, αφού βασιζόμουν μόνο στο μισθό μου. Τέλος πάντων ζήτησα από τη υπηρεσία δάνειο, για το οποίο μου κρατάνε κάθε μήνα 250 ευρώ από το μισθό. Μόλις το εισέπραξα σε μετρητά πήγα στην τράπεζα και έστειλα 6.000 ευρώ σε έναν θείο, που είχε καταβάλει εγγύηση για να μη γίνει η κατάσχεση και τα υπόλοιπα 14.000 θα τα έβαζα σε λογαριασμό της τράπεζας τον οποίο όμως δεν είχα και έπρεπε να τηλεφωνήσω να μου τον πουν. Και ώσπου να τελειώσω με όλα αυτά η τράπεζα έκλεισε. Έτσι σκέφθηκα να αφήσω τα χρήματα, μαζί με όλα τα χαρτιά, όπως ήταν, μέσα στο αυτοκίνητό μου, στο τσεπάκι της πόρτας του οδηγού. Εκεί ποιος να τα πειράξει. Άλλωστε πρωί-πρωί θα πήγαινα να τα καταθέσω. Ποτέ δεν είχα χάσει κάτι από το αυτοκίνητο. Μάλιστα τα έβαλα σε ένα φάκελο από αυτούς των δημοσίων υπηρεσιών καθώς τους φύλαγα, όταν η ταμίας μας πλήρωνε και μας έβαζε τα χρήματα στο φάκελο. Εγώ πάντα της γκρίνιαζα γι’ αυτό ότι ο τρόπος αυτός είναι απηρχαιωμένος, αλλά εκείνη εξακολουθούσε το σύστημά της. Έτσι κρατούσα τους φακέλους κι όλο και κάπου μου χρησίμευαν. Ίσως σας κουράζω με λεπτομέρειες αλλά θα δείτε παρακάτω γιατί σας τις αναφέρω.

Εκείνο το πρωί λοιπόν ξεκίνησα να πάω στη τράπεζα για την κατάθεση των χρημάτων. Το αυτοκίνητο, ενώ συνήθως το παρκάρω στην πυλωτή της πολυκατοικίας, εκείνο το βράδυ το είχα παρκάρει λίγο παραπέρα από το σπίτι, γιατί κάποιος μου είχε πιάσει το πάρκιν. Πηγαίνω εκεί που το είχα παρκάρει, πολύ κοντά στο σπίτι και σε σίγουρο μέρος, αλλά το αυτοκίνητο πουθενά. Κοπήκανε τα πόδια μου. Δεν ήταν δυνατόν. Στη γειτονιά. Λίγα μέτρα από το σπίτι. Ποτέ κανείς δεν είχε παραπονεθεί για κλοπές. Είμαστε ήσυχη γειτονιά. Κόντεψα να τρελαθώ. Δεν ήταν μόνο το αυτοκίνητο που έχασα, κι αν το εύρισκα και πως θα το εύρισκα, και πως θα πηγαίνω στη δουλειά και πως θα πηγαίνει ο γιος μου στο σχολείο που τον πήγαινα εγώ κάθε πρωί, δεν ήταν που δεν είχα καθόλου χρήματα να αγοράσω άλλο, ήταν ότι είχα μέσα και τις 14.000 ευρώ. Πήγα να τρελαθώ πραγματικά. Και εκτός αυτού και το σπίτι θα έχανα, αφού δεν πρόλαβα να στείλω τα χρήματα στην τράπεζα. Και το αυτοκίνητο και τα χρήματα, αλλά και θα μου κρατούσαν κι από τον μισθό μου 250 ευρώ το μήνα γι’ αυτό το δάνειο. Τρελάθηκα. Ένοιωσα δύσπνοια, κιτρίνισα. Γύρισα στο σπίτι και κάθισα μουδιασμένη. Τώρα τι να κάνω. Παίρνω αμέσως το 100 και καταγγέλλω τη κλοπή. -Τι να σας πω κυρία μου, μου λέει στην άλλη άκρη της γραμμής ο αστυνομικός, στην Αθήνα κάθε μέρα κλέβονται 100 αυτοκίνητα. Θα δώσουμε τα στοιχεία στα περιπολικά κι αν τύχει και πέσουμε επάνω.. αν είστε τυχερή… πηγαίνετε και στο αστυνομικό τμήμα να κάνετε και μήνυση κατά αγνώστων. Όλα μαύρα…Πηγαίνω στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής μου, κι εκεί τα ίδια. Εκεί ένα παιδί, νέος αστυνομικός, μου φέρνει ένα μπουκαλάκι νερό -πως θα με είδε το παιδί- και μου λέει.

 -Ηρεμήστε μπορεί και να το βρείτε…

 Γυρίζω σπίτι και περιμένω…Στη στιγμή άρχισα να σκέφτομαι τα γεγονότα. Πως συνέβη αυτό, γιατί συνέβη αυτό, γιατί ο Θεός να μου δώσει αυτή τη δοκιμασία…Εκεί μου ήρθε τότε στο νου μια κουβέντα, που μου είχε πει ένα σεβάσμιος γέροντας κάποτε, που πήγα κοντά του να εξομολογηθώ. Ήμουν τότε πολύ στενοχωρημένη και ανήσυχη για τα παιδιά μου, για τη ζωή μου…έκλαιγα, μιλούσα κι έκλαιγα…τότε μου λέει.

-Μην κλαις. Ο Θεός μας δίνει τις δοκιμασίες για κάποιο λόγο. Είναι, όμως, πατέρας μας και αγαπάει τα παιδιά του. Το καλό μας θέλει. Πρέπει να του έχουμε εμπιστοσύνη. Για κάποιο λόγο μας τα στέλνει όλα τούτα. Μην κλαις. Είναι αμαρτία, γιατί δείχνεις ότι δεν τον εμπιστεύεσαι…Να κάνεις την προσευχή σου και να αφήνεσαι με εμπιστοσύνη στο θέλημά του.

Εγώ, όμως, είμαι ένας άνθρωπος κοσμικός. Ψάχνω βέβαια τα πνευματικά μονοπάτια, αλλά πολύ μικρή είναι η πίστη μου. Θυμήθηκα τα λόγια τούτα του γέροντα και σκέφτηκα ξανά τα γεγονότα κάτω από άλλη ματιά. Για πιο λόγο γίνονται όλα, για κάποιο λόγο μας στέλνει ο Θεός τις δοκιμασίες. Για λίγο όμως, γιατί ξανά με κυρίευσε η απελπισία, αλλά πάλι ξανασκέφτηκα τα λόγια του γέροντα.. Και τότε ξαφνικά θυμήθηκα ότι μου είχε δώσει μια προσευχή να διαβάζω στα δύσκολα αλλά… και στα εύκολα μου είχε πει. Έψαξα πού την είχα καταχωνιάσει εδώ και τόσα χρόνια -θα είχαν περάσει 8-9 χρόνια από τότε. Τη βρήκα όμως, δεν την είχα πετάξει. Την διάβασα πολλές φορές. Ήταν η προσευχή των πατέρων της Όπτινα. Σε λίγο ξαναπήρα τηλέφωνο το 100. Τίποτα. Το αστυνομικό τμήμα τίποτα. Ήρθε μεσημέρι. Γύρισαν τα παιδιά από τα σχολεία τους. Του είπα τα καθέκαστα. Στεναχωρέθηκαν πολύ. Εγώ μουδιασμένη, αλλά κάπου άρχισα να σκέφτομαι ότι πρέπει να αποδέχομαι αυτά που μου τυχαίνουν στην ζωή. Να έχω εμπιστοσύνη στο Θεό. Μάλλον, όμως, το ’κανα και αναγκαστικά, αφού δεν μπορούσα να κάνω και τίποτε άλλο. Όμως αυτή η κουβέντα του γέροντα όλο και μεγάλωνε στο μυαλό μου…Όλα γίνονται για κάποιο σκοπό… Όλα γίνονται για κάποιο σκοπό. Άρα πρέπει να σκεφτώ ποιος είναι ο σκοπός, είπα εγώ στον εαυτό μου, αφού αυτή είναι η πάγια τακτική μου, όλα να τα εξηγώ. Έλα, όμως, που ορισμένα είναι πάνω από τη δύναμη του νου μου.

Έτσι πέρασε η μέρα. Κάνοντας τηλεφωνήματα, αγωνιώντας, ξανακάνοντας προσευχή.

Κατά τις 11:30 η ώρα το βράδυ ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο.

-Κυρία μου είμαστε από το αστυνομικό τμήμα Κάτω Πατησίων. Έχετε ένα αυτοκίνητο άσπρο, τάδε μάρκα με τάδε νούμερα. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει.
Ναι. Τι έγινε· Έχουμε εδώ δυο άτομα που είχαν το αυτοκίνητό σας· τους σταματήσαμε για έλεγχο και βρήκαμε το δίπλωμα και τα χαρτιά σας. Ελάτε αμέσως.
Έτρεξα κατευθείαν εκεί. Ήταν δυο νεαροί -όχι κακά παιδιά- με σκυμμένο το κεφάλι.

Κυρία μου, μού λέει ο διοικητής τι είχατε στο αυτοκίνητό σας εκτός από τα χαρτιά σας; Χρήματα κύριε διοικητά. Πόσα; 14.000 ευρώ. Καλά κυρία μου, αφήνουμε τόσα λεφτά στο αυτοκίνητο; Τι να του πω δίκιο είχε. Βγάζει τότε από το συρτάρι του ένα φάκελο, τον φάκελο της υπηρεσίας μου, που είχα βάλει μέσα τα χρήματα και μου λέει. Μετρήστε τα. Κοπήκανε τα πόδια μου. Μα ήταν δυνατόν; Αρχίζω και μετράω. Τα χρήματα ήταν όλα εκεί δεν έλειπε ούτε ένα ευρώ. Δεν είναι δυνατόν λέω. Πως έγινε αυτό; Ρωτάει τότε ο διοικητής τους νεαρούς. Τι έγινε παιδιά; Πως και δεν πειράξατε τα χρήματα; Δεν τα βρήκατε; Όχι απαντάει ο ένας. Δηλαδή βρήκαμε τον φάκελο, αλλά δεν τον ανοίξαμε. Γιατί τους ρωτά ο αστυνομικός. Να καθώς ψάχναμε το αυτοκίνητο, στο ντουλαπάκι μπροστά, του συνοδηγού βρήκαμε τα διπλώματα της κυρίας και των παιδιών της, την άδεια του αυτοκινήτου και βρήκαμε κι έναν φάκελο ίδιο που είχε μέσα ένα κομμάτι ψωμί από την εκκλησία, ξερό.

-Αντίδωρο το λένε ρε βλάκα, του λέει ο άλλος.

-Ναι αντίδωρο. Ε, και καθώς ψάχναμε βρήκαμε στο τσεπάκι στο πλάι του αυτοκινήτου και αυτό τον φάκελο και είπαμε ότι αντίδωρο θα ’χει πάλι μέσα αυτή, όπως είχε στο άλλο. Φαίνεται ότι θα ’ναι καμιά θρήσκα… Και έτσι δεν ανοίξαμε τον φάκελο..

Μείναμε όλοι άφωνοι. Μαζεύτηκαν όλοι οι αστυνομικοί γύρω-γύρω και κοιτούσαν παραξενεμένοι. Κανείς δε μιλούσε.
Δεν θα σας κουράσω με άλλες λεπτομέρειες. Σε λίγο ήρθαν οι γονείς τους -καλοί άνθρωποι- απέσυρα τη μήνυση και γύρισα σπίτι. Εκεί έγινε πάλι άλλο σκηνικό. Τα παιδιά μου δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι το αυτοκίνητο βρέθηκε άθικτο, μόνο η βενζίνη είχε τελειώσει, και τα χρήματα όλα. Ήταν συγκλονιστικό. Δηλαδή ένα μικρό κομματάκι αντίδωρο μπόρεσε να ανατρέψει μια σειρά γεγονότων. Γιατί, αν είχαν βρει τα χρήματα, σίγουρα τα πράγματα θα έβαιναν αλλιώς. Και πότε το είχα βάλει εκεί το αντίδωρο ούτε που θυμόμουν. Εκείνο το ντουλαπάκι σπάνια το ανοίγω. Και το αντίδωρο θα το είχα από το καλοκαίρι ίσως, που πηγαίνω καμιά φορά σε κάποιο προσκύνημα. Αλλά πάλι πως το έβαλα μέσα στο φάκελο. Ούτε που μπορώ να θυμηθώ.

συμβαίνουν στη ζωή. Το περιστατικό έγινε αιτία να επηρεαστούν αρκετοί άνθρωποι. Πρώτη εγώ. Μετά τα παιδιά μου, που συνήθως με κοντράρουν πάνω σ’ αυτά τα ζητήματα, τώρα όλο και συζητούν θέματα πνευματικά και ο μικρός -τελειόφοιτος λυκείου- εφέτος για πρώτη φορά νήστεψε. Αυτό τον καιρό συμμετέχω σε κάποιο μεταπτυχιακό πρόγραμμα και επειδή εκείνη την ημέρα δεν πήγα στο μάθημα εξήγησα στον καθηγητή μου τι είχε συμβεί. Την άλλη μέρα, όταν του είπα την συνέχεια, κούνησε σκεφτικός το κεφάλι και με παρότρυνε να πάω να κοινωνήσω, πράγμα που έκανα καθώς πλησίαζε η γιορτή του αγίου Νικολάου. Περιττό να πω ότι ανέφερε το γεγονός σε όλο το τμήμα και έμειναν να με κοιτάζουν όλοι κατάπληκτοι. Η μητέρα του ενός από τα παιδιά, που είχαν πάρει το αυτοκίνητό μου τηλεφώνησε λίγο μετά τα Χριστούγεννα και μου είπε πως ο γιος της τής ζήτησε να νηστέψει και να πάει να κοινωνήσει, γιατί του έκανε λέει μεγάλη εντύπωση το γεγονός με το αντίδωρο και το ότι δεν είχε συνέπειες η κακή του αυτή πράξη για την οποία και είχε μετανιώσει πικρά… Οι συνάδελφοι στη δουλειά άκουσαν το γεγονός, ορισμένοι μπορεί να το ξέχασαν, ορισμένοι, όμως, που και μου το θυμίζουν και συχνά κουβεντιάζουμε για το αν υπάρχουν δυνάμεις πάνω από μας, που ρυθμίζουν τις ζωές μας. Και ακόμα η διήγηση του γεγονότος αυτού με έκανε να έρθω κοντά με μια φίλη, που με βοηθά να βαδίσω στον δρόμο τον πνευματικό με όλο και πιο σίγουρα βήματα. Τη λένε Αγγελική.

Τα λόγια αυτά του γέροντα, τα λόγια της προσευχής, τα θυμάμαι πάντα στα δύσκολα, αλλά και στα εύκολα. Αυτή η προσευχή τυπώθηκε στο νου και στην καρδιά μου και τη ψιθυρίζω από τότε συχνά, σχεδόν κάθε μέρα…

«Κύριε…Στις απρόοπτες καταστάσεις μη μ’ αφήσεις να ξεχάσω ότι όλα παραχωρούνται από σένα… Δίδαξε με να δέχομαι με ακλόνητη πεποίθηση ότι τίποτε δεν συμβαίνει, χωρίς να το επιτρέψεις εσύ…
Κύριε, δος μου τη δύναμη να υποφέρω τον κόπο της ημέρας αυτής σε όλη τη διάρκειά της. Καθοδήγησε τη θέλησή μου και δίδαξε με να προσεύχομαι, να πιστεύω, να υπομένω, να συγχωρώ και ν’ αγαπώ. ΑΜΗΝ»

Και μέσα στο τρέξιμο της καθημερινότητας δεν βάζει ο νους του ανθρώπου τι μπορεί να του ξημερώσει και τι πράγματα μπορεί να του συμβούν.

 Φίλη της ενορίας μας.

«ΕΝΟΡΙΑΚΑ ΝΕΑ» Αγίου Γεωργίου Διονύσου Αττικής 
Ιούλιος – Αύγουστος 2008

πηγή

.

 

 

Η θρησκεία της χαράς – Γελαστοί άγιοι

Αφορμή γι’ αυτό το post έδωσε ένα δημοσίευμα αντιχριστιανικού blog, μετά την κοίμηση του αγίου Γέροντα Ιωσήφ του Βατοπαιδινού.

Όταν έγινε γνωστό ότι ο άγιος χαμογέλασε μετά θάνατον, γνωστός δημοσιογράφος, που νόμιζε πως έτσι προσφέρει «ενημέρωση» για το «αμαρτωλό Βατοπαίδι» (που ήταν το μοναστήρι του Γέροντα), έδωσε στη δημοσιότητα μια παλιά συκοφαντική κατηγορία για τον άγιο, ότι δήθεν ήταν παιδεραστής! [Ανατροπή αυτής της κατηγορίας (που προερχόταν μάλιστα από εκκλησιαστικούς κύκλους!) δες εδώ].

Φανατικό αντιχριστιανικό blog παρουσίασε το θέμα, τονίζοντας ότι ο άγιος Γέροντας γέλασε μετά θάνατον (κάτι που προφανώς δεν πιστεύουν οι διαχειριστές του blog) «επειδή είναι αμαρτία να γελάς όσο ζεις»!…

Ας σχολιάσουμε λοιπόν λίγο το θέμα. 

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

 

Η Ορθοδοξία είναι η θρησκεία της χαράς. Θρησκεία της χαράς δεν είναι ο παγανισμός, με τις οργιαστικές τελετουργίες του (δίπλα στις ανθρωποθυσίες και τη λατρεία δαιμονικών «θεοτήτων»), αλλά η Ορθοδοξία – στην οποία εντάσσω και την παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας, των πρώτων χιλίων ετών, ανατολής καιδύσης.

Η ορθόδοξη υμνογραφία, εκτός από ύμνος προς το Θεό, είναι και ένας ύμνος στη χαρά: «Ευφραίνεσθε, δίκαιοι· ουρανοί αγαλλιάσθε· σκιρτήσατε, τα όρη, Χριστού γεννηθέντος!». «Τα σύμπαντα σήμερον χαράς πληρούνται». «Χαίρετε, λαοί, και αγαλλιάσθε». «Χορεύουσιν άγγελοι πάντες εν ουρανώ». «Τέρπου, χόρευε και αγάλλου, Ιερουσαλήμ». «Δέχου παρ’ ημών χαράς ευαγγέλια της αναστάσεως Χριστού!». «Ησαΐα, χόρευε».

Ίσως βέβαια ένας αθεϊστής θεωρήσει σκανδαλώδες ότι αιτίες των παραπάνω χαρμόσυνων εκφράσεων είναι η γέννηση και η ανάσταση του Χριστού. Ασφαλώς σ’ εκείνον θα έδινε μεγαλύτερη χαρά ένα μεγάλο χάμπουργκερ. Αν είναι πιο εκλεπτυσμένος, θα προτιμούσε μια όπερα ή μια έκθεση ζωγραφικής – τι να κάνουμε, ο καθένας χαίρεται με ό,τι προτιμά. Μόνο που η δική μας χαρά είναι η αιώνια χαρά, ενώ η δική του –ας μου επιτραπεί να το πω– είναι υποκατάστατο…

Ο άγιος ιερέας π. Δημήτριος Ντούπκο, που φυλακίστηκε και βασανίστηκε ποικιλότροπα από το αθεϊστικό καθεστώς της ΕΣΣΔ, λέει για το θέμα μας: 

Ο χριστιανισμός είναι πριν απ’ όλα η θρησκεία της χαράς. Το ζήτημα μόνο είναι, πώς εννοούμε τη χαρά; Αν την εννοούμε μ’ ένα τρόπο χωμάτινο, τη χαρά της μέθης ή της ακολασίας, ο χριστιανισμός δεν χρειάζεται μια τέτοια χαρά. Σ’ αυτές ακριβώς τις περιπτώσεις, πρέπει να θλιβόμαστε και να ζητούμε τρόπο να ελευθερωθούμε από τη μέθη ή την ακολασία. Ο χριστιανισμός είναι η θρησκεία της χαράς που νοιώθει κανείς όταν ελευθερώνεται από την αμαρτία. Μόνο όταν ελευθερωθεί ο άνθρωπος από την αμαρτία, νοιώθει αληθινά τη χαρά. Τη χαρά της αναστάσεως, από την αμαρτία και το θάνατο, τη χαρά της αιωνιότητας. Ο Θεός να δώσει να μην έχομε πια αυταπάτες για τη χαρά, αλλά να την εννοούμε όπως πρέπει και τότε ο χριστιανισμός δεν θα μας φαίνεται πια η θρησκεία της λύπης.

ΓΕΛΟΥΝ ΟΙ ΑΓΙΟΙ;

Είναι αλήθεια ότι οι άγιοι Πατέρες δε συμπαθούν τον «άτακτο γέλωτα»(χαχανητό), γιατί τον θεωρούν ξέσπασμα κι όχι έκφραση αυθεντικής χαράς. Και το ξέσπασμα αυτό μπορεί να φανερώνει επιπολαιότητα, να έχει ως αιτία χυδαία ή χοντροκομμένα αστεία ή να είναι κοροϊδία σε βάρος του συνανθρώπου. Ο γέλωτας αυτός συμβαίνει σε συμπόσια και είναι αποτέλεσμα μέθης, συνοδεύεται από “χοντρά αστεία”, παρέα με γυναίκες ελευθέρων ηθών κ.λπ. κ.λπ.

Λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο γίγαντας της φιλανθρωπίας:

Επειδή γαρ ως τα πολλά εν συμποσίοις ο διάβολος εφεδρεύει μέθην και αδηφαγίαν έχων αυτώ συμμαχούσαν, και γέλωτα άτακτον, και ψυχήν ανειμένην, μάλιστα τότε δει και προ τραπέζης, και μετά τράπεζαν, επιτειχίζειν αυτώ την από των ψαλμών ασφάλειαν, και κοινή μετά της γυναικός και των παίδων αναστάντας από του συμποσίου, τους ιερούς αδειν ύμνους τω Θεώ (Χρυσόστομος, Εις τους Ψαλμούς, PG 55,157).

Σε απλά νεοελληνικά: 

«Επειδή τις πιο πολλές φορές στα γλέντια καραδοκεί ο διάβολος, έχοντας συμμάχους το μεθύσι, την πολυφαγία, το άτακτο γέλιο και την ψυχή που αγαπά την αμαρτία [ανειμένη = χωρίς περιορισμούς], κυρίως τότε πρέπει (και πριν το φαγητό και μετά το φαγητό) να οχυρώνεται ο άνθρωπος με ψαλμούς, να σηκώνεται από το γλέντι μαζί με τη γυναίκα και τα παιδιά του και να ψάλλει».

Το εκπληκτικό αυτό απόσπασμα ΔΕΝ αποτρέπει τους ανθρώπους από το να διασκεδάσουν, αλλά προτρέπει τους άντρες να διασκεδάσουν μαζί με τη γυναίκα και τα παιδιά τους, δηλ. με την οικογένειά τους!!! Όχι μόνο με τους φίλους τους, γιατί τότε καραδοκεί ο κίνδυνος εκτροπής! Και φυσικά να συνοδεύσουν το γλέντι τους με προσευχή (πάλι όλοι μαζί), για να προστατευτούν από πράξεις που δεν ταιριάζουν με την προσευχή [ευχαριστώ το φίλο που μου επισήμανε το χωρίο].

Όμως, ακόμη και τον «άτακτο γέλωτα» οι άγιοι δεν τον θεωρούν αμαρτία – πολύ περισσότερο, το γέλιο γενικά δεν θεωρείται αμαρτία: αλλιώς θα υπήρχαν εκκλησιαστικοί κανόνες, που θα ζητούσαν να απέχει από τη θεία Μετάληψη για ένα διάστημα όποιος γελά, ή έστω όποιος χαχανίζει. Κάτι τέτοιο όμως (που θα ήταν και παράλογο) δεν υπάρχει. Ας σημειώσουμε εδώ ότι το τρανταχτό γέλιο του σύγχρονου αγίου Ευμένιου Σαριδάκη, που θα αναφέρουμε παρακάτω (το οποίο μάλιστα μετέδιδε και στους άλλους), φανερώνει ότι μια αθώα καρδιά γελάει όπως θέλει χωρίς να βλάπτεται ψυχικά. Η Ορθοδοξία δεν έχει αλύγιστους ηθικούς νόμους, αλλά μόνο ψυχοθεραπευτικές συμβουλές.

Αυθεντική έκφραση χαράς, κατά τους ορθόδοξους αγίους, είναι η ιλαρότητα (φωτεινότητα του προσώπου). Γι’ αυτό και στον εσπερινό ο Χριστός εξυμνείται με έναν αρχαίο χριστιανικό ύμνο, στον οποίο χαρακτηρίζεται “Φως ιλαρόν” (=χαρούμενο).

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό βέβαια της Ορθοδοξίας είναι η έντονη παρουσία τηςχαρμολύπης (συνύπαρξης χαράς και λύπης). Η χαρμολύπη οφείλεται σε ταυτόχρονες αιτίες για να είναι χαρούμενος και για να είναι λυπημένος. Είμαι χαρούμενος π.χ. γιατί είμαι υγιής, γιατί βλέπω την ομορφιά της μέρας ή της φύσης, γιατί βρίσκομαι κοντά στους αγαπημένους μου, γιατί (ακόμη κι αν δεν είμαι υγιής ούτε κοντά στους δικούς μου) ζω την παρουσία του Χριστού στην καρδιά μου, είμαι όμως ΚΑΙ λυπημένος γιατί δεν ξεχνώ πως είμαι αμαρτωλός, καθώς και γιατί γύρω μου υπάρχουν άλλοι άνθρωποι που κουβαλάνε πληγές και λύπες. 

Ίσως γι’ αυτό ο π. Ευμένιος, ο Γελαστός Άγιος, είπε σε κάποια που παρατήρησε γι’ αυτόν πως γελούσε πολύ και τον σύγκρινε με κάποιον άλλο, που δε γελούσε: «Αυτούς που δε γελάνε, τους αγαπάει πιο πολύ ο Θεός». Το είπε ασφαλώς από ταπείνωση, επειδή ο ίδιος γελούσε πάρα πολύ, ενώ πρέπει και να ξέρουμε πως ο Θεός αγαπάει εξίσου όλους τους ανθρώπους (άπειρα), όμως θα εννοούσε πως η συνειδητοποίηση των αμαρτιών μας και ο πόνος των συνανθρώπων (για τον οποίο συχνά έχουμε κι εμείς ευθύνη) παρακινεί τους πιο ευαίσθητους σε σοβαρότητα και αυτή η σοβαρότητα (ετοιμότητα για μετάνοια [δηλ. αλλαγή προς το καλύτερο] καισυμμετοχή στον πόνο του άλλου) ανοίγει την καρδιά μας προς το Θεό. Αυτή τη σοβαρότητα την είχε πολλές φορές και ο ίδιος, αν και τόσο γελαστός, όπως θα δούμε πιο κάτω.

[Αν τα παραπάνω λόγια σκανδαλίζουν κάποιον αδελφό μας, άθεο ή έστω αρνητικό προς «τους παπάδες», έχω να του πω ότι δε θα σκανδαλιζόταν αν είχε μπροστά του έναν καλλιτέχνη μονίμως συνοφρυωμένο λόγω της τέχνης του ή ένανερευνητή πάντα σκεφτικό ή έναν ακτιβιστή μελαγχολικό (ή και οργισμένο) λόγω του ανθρώπινου πόνου, με τον οποίο παλεύει. Ας μη βιάζεται λοιπόν να σκανδαλίζεται και για τα λόγια ενός αγίου, έστω κι αν δεν τα καταλαβαίνει ή αν «δε συμφωνεί» μ’ αυτά].

Επίσης υπάρχει το παράδοξο χάρισμα των δακρύων, που εκδηλώνεται όταν η ψυχή έχει γίνει πάρα πολύ λεπτή & ευαίσθητη μπροστά 

α) στις δικές της αμαρτίες 

β) στη δυστυχία των άλλων, 

γ) στον κίνδυνο να μη σωθεί όχι μόνον η ίδια, αλλά και ο αμαρτωλός συνάν-θρωπος,

δ) στη χαρμόσυνη επίσκεψη του ολόφωτου και ηθικά πεντακάθαρου Θεού, του Χριστού, που έρχεται να γιατρέψει τις ηθικές πληγές της ψυχής του αμαρτωλού  και ώς τότε απελπισμένου ανθρώπου (για την αυθεντικότητα αυτής της εμπειρίας δες εδώ).

Τα δάκρυα αυτά ξεπλένουν την ψυχή και, κατά τους αγίους Πατέρες, δεν απελπίζουν, αλλά γιατρεύουν την απελπισία και αναζωογονούν (1).

 

Στα βιβλία των αγίων Πατέρων υπάρχουν πολλά σημεία όπου κάνουν χιούμορ.

Από τις βιογραφίες σύγχρονων αγίων Γερόντων, όπως ο Παΐσιος, ο Πορφύριος, η Γερόντισσα Γαβριηλία κ.ά., ξέρουμε ότι γελούσαν και έκαναν χιούμορ. Επίσης, μια από τις πιο γνωστές φωτο του (γενικά μάλλον εσωστρεφούς) αγίου ΓέρονταΣωφρόνιου του Essex είναι εκείνη που τον εμφανίζει να γελάει, και μάλιστα με ένα γέλιο εντελώς παιδικό (την είδες πιο πάνω)! Γελάει στη φωτογραφία της και η αγία Μαρία Σκόμπτσοβα, η ακτιβίστρια της Γαλλίας και Νεομάρτυρας (από τους Ναζί).

Οι βιογραφίες των παλαιών αγίων συνήθως δεν είναι τόσο αναλυτικές, ώστε να ξέρουμε «αν γελούσαν». Ωστόσο είναι φανερό, από μια συγκριτική μελέτη βιογραφιών παλαιών και σύγχρονων αγίων, ότι όλοι είχαν και έχουν το ίδιο πνεύμα. Οι σύγχρονοι άγιοι είναι παρόμοιοι με τους παλιούς. Άρα, όπως σήμερα έχουμε γελαστούς αγίους, είχαμε πάντα. 
«Χαρά μου, Χριστός ανέστη!» ήταν η φράση, με την οποία χαιρετούσε τους ανθρώπους ο μεγάλος άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ (1759-1833).
Φυσικά μπορεί ένας άγιος να είναι μελαγχολικός ή και αγέλαστος λόγω ιδιοσυγκρασίας – μήπως πρέπει να τον λασπολογήσουμε γι’ αυτό ως δήθεν «άνθρωπο που καταπνίγει τη χαρά της ζωής»; Αστείο πράγμα.

 

ΤΡΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

 

Υπενθυμίζω μερικά περιστατικά, που έχουν να πουν κάτι για το θέμα μας:

 

1) Κάποτε ένας κυνηγός είδε στην έρημο το Μέγα Αντώνιο να παίζει με τους μαθητές του (δηλ. με αρχάριους αναχωρητές, ενήλικες προφανώς, που είχαν τεθεί υπό την πνευματική του καθοδήγηση). Ο κυνηγός σκανδαλίστηκε και σκέφτηκε ότι οι ασκητές έπρεπε να είναι πάντα σοβαροί και εσωστρεφείς, όχι να παίζουν. Ο άγιος, που έπιασε τη σκέψη του, τον κάλεσε κοντά του.

«Τέντωσε το τόξο σου» του είπε. Ο κυνηγός το τέντωσε. «Τέντωσέ το κι άλλο. Κι άλλο». «Δε μπορώ να το τεντώσω άλλο» είπε στο τέλος ο κυνηγός, «γιατί θα σπάσει».

«Και την ψυχή του ανθρώπου» είπε ο άγιος «δε μπορείς να την τεντώνεις διαρκώς, γιατί θα σπάσει».

 

2) Ο άγιος Μωυσής ο Αιθίοπας, πρώην ληστής που μετανόησε, μπήκε στην έρημο κι έγινε μεγάλος ερημίτης της αρχαίας εποχής, ήταν πολύ φιλόξενος και «εδέχετο μετά χαράς» τους επισκέπτες του (προφανώς όχι αγέλαστος και σκυθρωπός), γνωστούς και άγνωστους, τους οποίους περιποιόταν με όσα μέσα είχε και έκανε μαζί τους ωφέλιμες συζητήσεις. Αντίθετα, ο άγιος Αρσένιος ο Μέγας ήταν εσωστρεφής, ζούσε μακριά από τους άλλους και δύσκολα του παίρνανε κουβέντα οι επισκέπτες του, ακόμη και αναχωρητές που έρχονταν να τον δουν επειδή είχαν ακούσει για την αγιότητά του. [Για τους αναχωρητές εκείνης της εποχής δες εδώ].

Ένας αναχωρητής, που είχε επισκεφτεί και τους δύο Γέροντες, απορούσε πώς γίνεται να είναι και οι δύο άγιοι. Έτσι, είδε ένα όραμα: δυο όμοια πλοία έπλεαν σε ποτάμι και στο καθένα βρισκόταν ο ένας άγιος· ο άγιος Αρσένιος ήταν γαλήνιος και πανευτυχής, γεμάτος από τη θεία χάρη, ενώ ο άγιος Μωυσής είχε μια συντροφιά αγγέλους που τον τάιζαν κερήθρες με μέλι!

Το όραμα αυτό φανερώνει ότι και οι δύο ήταν άγιοι, απλά με διαφορετικό τρόπο ο καθένας. Οι άγιοι δεν είναι φωτοτυπίες – κι αν αυτό δεν είναι αποδοχή της διαφορετικότητας, τότε τι είναι; Κι αν ο άγιος Μωυσής δεν είναι απάντηση στο θέμα της χαράς, τότε τι είναι;

3) Με το χιούμορ στα έργα και στην αλληλογραφία των Τριών Ιεραρχώνασχολείται ο Κωνσταντίνος Νικολακόπουλος στα Ερμηνευτικά μελετήματα από ρητορικής και υμνολογικής απόψεως, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 231-254.

Εκεί εντοπίζει σημεία όπου οι τρεις μεγάλοι άγιοι (αλλά και επιστήμονες και φιλόσοφοι και αγωνιστές της φιλανθρωπίας) κάνουν χιούμορ, είτε μεταξύ τους (οι άγιοι Βασίλειος και Γρηγόριος, που ήταν φίλοι – ενώ ο Χρυσόστομος έζησε μια γενιά μετά) είτε προς άλλους.

Γράφει μεταξύ άλλων:

Ενυπωσιακά παραδείγματα γραφής του παιδαγωγικού χιούμορ και των Τριών Αγίων βρίσκουμε σε όλα τα είδη των κειμένων τους και σε όλες τις συνάφειες περιεχομένου, όπως στην αλληλογραφία με φίλους, στα εποικοδομητικά ποιμαντικά κηρύγματά τους, στα θέματα εκκλησιαστικής πολιτικής ή ακόμη και στα αντιαιρετικά τους έργα.

Από τα παραδείγματα που αναφέρει τα πιο χαριτωμένα φυσικά είναι όσα περιέχονται στην αλληλογραφία τους. Επιλέγω ένα:

Ένα αντιπροσωπευτικό χωρίο, σχετικά με τη χιουμοριστική αντιμετώπιση των δυσκολιών της ζωής, μας έχει διασωθεί στα κείμενα του αγίου Γρηγορίου, ο οποίος υπέφερε από αρθρίτιδα. Αναφερόμενος λοιπόν περιπεκτικά και αυτοσαρκαστικά στην αρρώστια του, δικαιολογείται και δηλώνει αδυναμία να παρευρεθεί σε κάποιον γάμο, χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του «παντελώς άωρον και ου γαμικόν, δύο ποδαλγοί περιφερόμενοι και γελώμενοι» [=εντελώς αταίριαστο και μη γαμήλιο, δυο πονεμένα πόδια που θα τριγυρνάνε και θα τα κοροϊδεύουν].

 

Ο ΚΑΤ’ ΕΞΟΧΗΝ «ΓΕΛΑΣΤΟΣ ΑΓΙΟΣ» π. ΕΥΜΕΝΙΟΣ ΣΑΡΙΔΑΚΗΣ

 

Ο μεγάλος αυτός σύγχρονος δάσκαλος της ορθόδοξης αγιότητας ήταν Κρητικός και ζούσε στο Νοσοκομείο Λοιμωδών στην Αγία Βαρβάρα Αττικής, όπου λειτουργούσε και συμπαραστεκόταν στους λεπρούς και τους άλλους ασθενείς, στους επισκέπτες και τους συγγενείς των ασθενών, αλλά και σε πλήθος ανθρώπων που τον είχαν γνωρίσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και τον επισκέπτονταν για πνευματική ωφέλεια. Μάλιστα, είχε εισαχθεί αρχικά στο νοσοκομείο λεπρός, θεραπεύτηκε με φαρμακευτική αγωγή και μετά δεν έφυγε, αλλά, συγκλονισμένος από τον ψυχικό και σωματικό πόνο που αντίκρισε, αποφάσισε να αφιερώσει την υπόλοιπη ζωή του στην υπηρεσία των ανθρώπων που ζούσαν εκεί (εγώ θα έφευγα τρέχοντας με 1000, δυστυχώς – γι’ αυτό εγώ είμαι αμαρτωλός, ενώ ο π. Ευμένιος είναι άγιος). Είχε μάλιστα ως δικό του Γέροντα (=πνευματικό δάσκαλο) ένα λεπρό και τυφλό άγιο, τον άγιο Νικηφόρο. Ήταν τελείως άφραγκος και η απόλυτη παιδική ψυχή! Η βιογραφία του εδώ και αναφορά στην προσευχή του για αυτόχειρα εδώ.

Ο άγιος αυτός Γέροντας λοιπόν είχε χαρακτηριστικό του το τρανταχτό γέλιο! Έτσι φανερώνεται και η διάκριση ανάμεσα στο αληθινό γέλιο, που δεν πειράζει την αθώα ψυχή, και στο «άτακτο γέλιο» που είναι ξέσπασμα πάθους, το οποίο απορρίπτουν οι άγιοι Πατέρες. Στο βιβλίο του π. Σίμωνος Μοναχού π. Ευμένιος – Ο κρυφός άγιος της εποχής μας, σελ. 137-146 [για το βιβλίο, και αποσπάσματα, κλικ εδώ] αναφέρεται σχετικά:

 

«Ο παππούλης μας γελούσε, γελούσε πολύ. Γελούσε με εμάς τους ανθρώπους και μας μετέδιδε τη χαρά του. Γελούσε με τους αγίους, με την Κυρία Θεοτόκο, με τους αγγέλους και μας μετέδιδε πάλι τη χαρά των αγίων, της Κυρίας Θεοτόκου, των αγγέλων, γι’ αυτό, όταν πηγαίναμε εκεί, μπορεί να ήμαστε στενοχωρημένοι και κουρασμένοι ψυχικά ή σωματικά, αλλά φεύγαμε… πετώντας.

Ο π. Ευμένιος γελούσε πολλές φορές και κατά τη διάρκεια των ακολουθιών, μπορεί την ώρα που διάβαζε το ιερό ευαγγέλιο ή όταν εθυμίαζε την Κυρία Θεοτόκο στην «Τιμιωτέρα» [σημαντικό τροπάριο για την Παναγία, που ψάλλεται σε ειδικό σημείο της καθημερινής πρωινής ακολουθίας (όρθρου)] ή την ώρα των παρακλήσεων [παράκληση ή “παρακλητικός κανόνας” = μουσικό + ποιητικό έργο, που αποτελεί προσευχή προς την Παναγία ή προς έναν άγιο (οι χριστιανοί συχνά διαβάζουν παρακλήσεις στο σπίτι τους, αλλά ψάλλονται & στην εκκλησία – δες πολλά δείγματα εδώ)]».

Χαρμολύπη

 

«Ήταν πολύ χαριτωμένος και είχε το χάρισμα των δακρύων, της χαρμολύπης. Ενώ κάναμε ακολουθίες, πολλές φορές, ο Γέροντας ήταν μέσα στο Ιερό και προσευχόταν με το κομποσχοίνι και παρακολουθούσε και όσα διαβάζαμε. Εμείς απ’ έξω τον ακούγαμε που έκλαιγε. Και όταν έφτανε στο τέλος η ακολουθία, έβγαινε έξω από το Ιερό και έβλεπες τα μάτια του ή βουρκωμένα ή να τρέχουν δάκρυα. Και να χαμογελάει. Το συνηθισμένο χαρακτηριστικό του χαμόγελο. Εβίωνε την χαρμολύπη. Όπως το αντιλήφθηκα εγώ, τα δάκρυα της μετάνοιας, της κατάνυξης, ήταν που δημιουργούσαν αυτή την ανέκφραστη, την ανεκλάλητη χαρά. Τα ζούσε παράλληλα και τα δύο ο Γέροντας. Ήταν κάτι μοναδικό, που δεν το έχω ζήσει σε άλλους Γέροντες. Να γελάει τόσο πολύ και την ίδια στιγμή, παράλληλα, να κλαίει».

 

Ασυγκράτητα γέλια

 

«Όποιος τον πλησίαζε, έβλεπε έναν ιερέα, έναν καλόγερο, με έντονη χαρά στο πρόσωπό του. Αυτή η χαρά, πολλές φορές, εκφραζόταν με πολλά γέλια, που αναμιγνύονταν με τα λόγια του ή ξεχύνονταν από τις άκρες των κλειστών χειλιών του, όταν έμενε σιωπηλός. Το καταλάβαινες ότι ήταν γέλια ενός χαριτωμένου ανθρώπου [δηλ. ανθρώπου με θεία χάρη], μιας καρδιάς ξέχειλης από αληθινή, θεία γαλήνη και χαρά, που χυνόταν έξω και δρόσιζε, ξενίζοντας[=παραξενεύοντας] τους άλλους.

Ήταν εμφανές ότι ο π. Ευμένιος προσπαθούσε να συγκρατηθή από ταπείνωσι, να μη φανή αυτή η αγία ιδιαιτερότητα, μα δεν το κατάφερνε πάντοτε.

Όποτε τον επισκεπτόμουν έπαιρνα αυτό το δώρο, τη χαρά δηλαδή και τα «αλλιώτικα» γέλια του, που κυλούσαν ώς την δική μου καρδιά. Όταν φορούσε την ιερατική του στολή και έβγαινε στην Ωραία Πύλη για το «Ειρήνη πάσι» ή θυμίαζε την Παναγία μας στο τέμπλο, το πρόσωπό του, συγκρινόμενα με τα απαστράπτοντα άμφια, έλαμπε περισσότερο. Ιδιαίτερα μπροστά στην Θεοτόκο, στην Τιμιωτέρα ή στους Χαιρετισμούς, την χαιρετούσε πραγματικά πλημμυρισμένος χαρά και γελούσε μόνος αυτός, σαν να του είπε η Θεοτόκος μιαν ευχάριστη είδηση. […]»

 

Τα θεϊκά γέλια

 

«Το πρόσωπό του, φωτεινό, χαρούμενο και γελαστό. Κάποτε τον ερώτησε η σύζυγός μου Μαρία: «Γέροντα, πώς το καταφέρνετε αυτό;». Και η απάντηση δόθηκε αμέσως: Αυτά, ευλογημένη, είναι τα θεϊκά γέλια».

 

Μεγάλη κατάνυξι

 

«Υπήρχαν στιγμές, που ερχόταν σε κατάνυξη μεγάλη και τον άκουγα να κλαίει, είχε και φορές που τον άκουγα να γελά. Μια φορά, με κάποιον, κάναμε ο ένας στον  άλλο ένα πείραγμα, κάναμε ένα λογοπαίγνιο, αλλά τόσο χαμηλόφωνα, που μόνον οι δυο μας το ακούγαμε. Το αποτέλεσμα ήταν ν’ ακούσουμε ένα ακατάσχετο γέλιο του Γέροντα μέσα στο Ιερό, γι’ αυτό που εμείς κάναμε απ’ έξω μυστικά. Και διορθώματα επίσης των λαθών τα έκανε από το Ιερό.

Όταν έβγαινε έξω, έβλεπες έναν άνθρωπο αλλοιωμένο να βγαίνη από την πόρτα του Ιερού, να είναι βρεγμένα τα μάγουλά του, τα γένια του, να είναι μυσταγωγημένος. Νόμιζες ότι κατέβαινε ένας άνθρωπος από πάνω, αυτό αισθανόσουν. Ήταν τόσο συγκλονιστική η στιγμή, που έλεγες: «Τώρα, πώς θα βγη ο Γέροντας από κει μέσα;». Τις περισσότερες φορές έβγαινε πάρα πολύ κατανενυγμένος και δακρύβρεκτος. Ήταν πάρα πολύ ωραίο περιβάλλον, δηλαδή, και αυτό εντός του ναού, και αυτό που ακολουθούσε αργότερα, με την τράπεζα. Τις περισσότερες φορές ήταν κλίμα χαράς».

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Το χρώμα του blog μας είναι μαύρο κι έχει για σημαία ένα οστεοφυλάκιο με κρανία κι ένα καντήλι. Το μαύρο, σε μας, είναι το χρώμα του πένθους. Τι σχέση έχουν αυτά με το γέλιο και τη χαρά;
Κι όμως έχουν! Ακόμα κι αυτό το πένθος οι άγιοι Πατέρες το ονομάζουν«χαροποιόν πένθος» = πένθος που δημιουργεί χαρά! Είναι μια εκδήλωση της ορθόδοξης χαρμολύπης.
Για να καταλάβεις πώς συνδέονται όλα αυτά, πέρνα μια βόλτα απ’ αυτά τα ιδρυτικά μας posts:
Κάτι τύποι με μαύρα που ζουν στον κόσμο τους
και
«Νεκρός για τον κόσμο»: τι σημαίνει;

Τότε θα καταλάβεις πως αυτά είναι τα ειρηνικά όπλα που σκοτώνουν το πένθος και τη λύπη (την κατάθλιψη, τη μελαγχολία, την κατήφεια…) κι ανασταίνουν την αιώνια και ουράνια χαρά. Αυτήν που ο σοφός λαός μας ονομάζει χαρά Θεού. Και είναι πολύ πιο αληθινή και ποιοτική απ’ τις καταναλωτικές ή σεξιστικές απολαύσεις που προπαγανδίζει -για ύποπτους λόγους- ο σύγχρονος κόσμος. Αν και είμαι ανάξιος αμαρτωλός, ας προσκαλώ σ’ αυτήν!
Χαρά μου, Χριστός ανέστη!

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

(1) Από το βιβλίο Η ΕΝΤΟΣ ΗΜΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ του π. Κάλλιστου Ware[το βρήκα εδώ]:

Τα πνευματικά δάκρυα, όπως δείχνει το όνομά τους, είναι δώρο της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, και όχι απλώς αποτέλεσμα των δικών μας προσπαθειών, και συνδέονται στενά με την προσευχή μας. Τα πνευματικά δάκρυα μας οδηγούν στην καινούρια ζωή της Ανάστασης.
Τα πνευματικά δάκρυα, σύμφωνα με την διδασκαλία των Πατέρων, ανήκουν σε δύο κύριους τύπους.

Στο κατώτερο επίπεδο είναι πικρά στο υψηλότερο επίπεδο, είναι γλυκά. Στο κατώτερο επίπεδο αποτελούν μια μορφή εξαγνισμού. Στο ανώτερο είναι δάκρυα φωτισμού. Στο κατώτερο επίπεδο εκφράζουν συντριβή, λύπη για την αμαρτία, θλίψη για τον χωρισμό μας από τον Θεό – είναι δάκρυα του Αδάμ που θρηνεί έξω από τις πύλες του Παραδείσου. Στο ανώτερο επίπεδο εκφράζουν τη χαρά για την αγάπη του Θεού, την ευχαριστία για την αποκατάστασή μας στην υιοθεσία του Θεού που δεν αξίζουμε.

Παράδειγμα του κατώτερου επιπέδου είναι ο άσωτος υιός που βρίσκεται στην εξορία και θρηνεί για την χαμένη του πατρίδα·παράδειγμα του ανώτερου επιπέδου είναι το κλάμα του ασώτου για τη χαρά της γιορτής στο σπίτι του πατέρα του.

Στο κατώτερο επίπεδο είναι σαν «το αίμα που τρέχει από τις πληγές της ψυχής μας», όπως λέει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Στο ανώτερο επίπεδο, δηλώνουν τις κεκαθαρμένες αισθήσεις και διαμορφώνουν μιαν όψη της καθολικής μεταμόρφωσης του ανθρώπινου προσώπου από την θεούσα [θεοποιό] Χάρη.
Λυπούμενοι, αεί δε και χαίροντες.

πηγή

Η δικτατορία των “πρέπει” – ή αλλιώς: ζήσε με έρωτα!

Είχα πάει ν’ακούσω μια ομιλία για την προσευχή. Ακούστηκαν πολλά σπουδαία πράγματα. Ρητά, αποσπάσματα αγιογραφικά, παραδείγματα από βιβλία. Ο ομιλητής στάθηκε ιδιαίτερα στο “αδιαλείπτως προσεύχεσθε” [=να προσεύχεστε συνεχώς (φράση από την Καινή Διαθήκη, γραμμένη από το μέγα διδάσκαλο της αγάπηςαπόστολο Παύλο)]. 

 
Τι σημαίνει αυτό; Πώς γίνεται να προσευχόμαστε συνεχώς; Και ξανά πάλι ρητά και πάλι συμβουλές κλπ. Μου έκανε κακή εντύπωση το ότι ακούστηκαν πολλά “πρέπει”! “Πρέπει” να κάνουμε αυτό, “πρέπει” να κάνουμε το άλλο…
 
Και συνεχώς αναρωτιόμουν: Γίνονται αυτά; Είναι δυνατόν να ζούμε με τα “πρέπει”; Είναι η ζωή μας ένα σύνολο αξιώσεων και θέσεων κανονιστικού περιεχομένου  που άμα δεν τις τηρήσουμε θα πάμε στην κόλαση; Ή ανάποδα: αν τα τηρήσουμε θα πάμε στον Παράδεισο; 
 
Η ζωή μας θέλει έρωτα! Χωρίς αυτόν όλα γίνονται νωθρά, ψεύτικα, ανούσια, άχρωμα. Ο άνθρωπος που ζει χωρίς έρωτα είναι ένας σχεδόν νεκρός άνθρωπος. Είναι μισο-ζωντανός, μισο-πεθαμένος. Και θυμήθηκα και αυτό το φοβερό που λέει ο Θεός στην Αποκάλυψη: ότι αυτούς που είναι μέτριοι στη Δευτέρα Παρουσία θα τους κάνει εμετό (“εμμέσει αυτούς”)! Καλύτερη μοίρα θα’χουν οι γνήσιοι αμαρτωλοί παρά οι ψευτοχριστιανοί (όπως είμαστε οι περισσότεροι δυστυχώς).
 
 
Θυμάμαι (σχετικά με τα “πρέπει”) αυτό που έλεγε και ο σπουδαίος συγγραφέας Εξιπερύ. Έλεγε πως αν θέλεις να βάλεις τους ανθρώπους να κατασκευάσουν ένα καράβι, μην τους πιέσεις, μην τους απειλήσεις, μην τους βιάσεις. Δείξε τους και έμπνευσέ τους τη μαγεία, την απεραντοσύνη και το υπέροχο της θάλασσας! Αυτό αρκεί και μόνο!
 
Με ξένισε, λοιπόν, το “πρέπει”. Με απωθεί αυτός ο Χριστιανισμός που -δυστυχώς- καθιερώθηκε στη συνείδηση των περισσότερων σήμερα. Ο Χριστός κάθε άλλο παρά αυτά μας δίδαξε!! Στην παραβολή του Ασώτου (αυτή τη σπουδαία, ασύγκριτη παραβολή) ο Πατέρας (δλδ, ο Θεός) άφησε το γιο του τον μικρό να φύγει! Να πάει σε χώρα μακρινή! Τον άφησε να αμαρτήσει. Δεν τον πίεσε να μείνει κοντά του, αλλά του έδωσε και τη μισή του περιουσία. Το διανοείσαι αυτό;; Το φαντάζεσαι;; 
 
Στέκεται στην πόρτα της ψυχής και κρούει! Δεν φωνάζει, δεν ωρύεται, δεν απαιτεί, δεν πιέζει. Και, αν δεν του ανοίξεις, διακριτικά θα σ’αφήσει να κάνεις αυτό που θες. Θα σεβαστεί την ελευθερία σου. Αυτό το χαοτικό δώρο ασύλληπτου βάθους που μας έχει χαρίσει.
 
Αυτός είναι ο Χριστός! Ο τόσο -δυστυχώς- παρεξηγημένος στην εποχή μας…
 
Ας επιστρέψουμε, όμως, λίγο και στο “αδιαλείπτως προσεύχεσθε”… Είναι δυνατόν να προσευχόμαστε αδιαλείπτως; Γίνεται να’σαι στην προσευχή συνεχώς; Ακόμη και όταν δουλεύεις; Ακόμα και όταν κοιμάσαι; Δεν είναι αυτό πρακτικά αδύνατο και λογικά ανεφάρμοστο;
 
Όπως ανέφερα και παραπάνω, τα πάντα εξαρτώνται απ’τον έρωτα! Κι εδώ: θείο έρωτα (θεϊκό έρωτα = έτσι ονομάζεται στην Ορθοδοξία η μεγάλη λαχτάρα του ανθρώπου να ενωθεί με το Θεό). Όταν είσαι ερωτευμένος, σκέφτεσαι συνεχώς τον/την αγαπημένο/η σου. Ο νους σου εκεί! Κολλημένος στην εικόνα του άλλου προσώπου. Δεν πιέζεσαι, ο νους πηγαίνει αυτόματα! Σε κλάσμα του δευτερολέπτου. Μου έλεγε μια φίλη ότι όταν είχε πρωτογνωρίσει το μεγάλο έρωτα της ζωής της, προχωρούσε στο δρόμο και χανόταν. Μια φορά μάλιστα παραλίγο να την χτυπήσουν τα αυτοκίνητα, αφού -χωρίς να το καταλάβει- ξεκίνησε να περάσει μια διάβαση με κόκκινο και παραλίγο να την πατήσει ένα λεωφορείο.
 
Και μου θύμισε το παράδειγμα που λέει ο σεβαστός μας π. Ανδρέας Κονάνος με τογέροντα Σωφρόνιο που, στη Γαλλία, στο αυτοκίνητό του προσευχόταν και χανόταν στους δρόμους. Παρασυρόταν απ’τη γλύκα της προσευχής και μετά δεν ήξερε που βρισκόταν!
 
Ο Χριστός είναι μια αγάπη! Πάνω απ’όλες τις αγάπες αυτού του κόσμου, αφού είναι όχι χοϊκής φύσης η αγάπη αυτή, αλλά θεϊκή. Δεν εξηγούνται αυτά τα πράγματα με τη λογική, γιατί είναι υπέρλογα. Δεν έχουν θεωρητικές τοποθετήσεις και θεμελιώσεις, αφού είναι θέμα βιώματος, εμπειρίας και καρδιάς.
 
Όταν αγαπήσουμε το Χριστό, τότε θα νιώσουμε την παρουσία του μέσα μας. Θα τη νιώσουμε και δε θα θέλουμε μετά με τίποτα να τον αφήσουμε. [Αλλά και αν τη χάσουμε, μπορούμε να επανασυνδεθούμε διαμέσου της εξομολόγησης]. Πείνα και δίψα πνευματική, ακόρεστη. Όσο θα νιώθουμε μέσα μας αυτή τη χαρά (τη γλύκα της προσευχής) τόσο πιο πολύ θα θέλουμε να προσευχόμαστε. Θα γεμίζουμε από μια χαρά τέτοια που η καρδιά μας θα πηγαίνει να σπάσει!! Πώς να χωρέσει μια τέτοια θεϊκή χαρά σε μια τόσο μικρή και χοϊκή καρδιά; Είναι ανεπανάληπτα πράγματα αυτά…
 
***
 

Μα θα μου πεις “αυτά τα πράγματα δε γίνονται”. “Είναι ψιλά γράμματα, είναι για κάποιους μοναχούς ασκητές”. “Εμείς εδώ στον κόσμο δυσκολευόμαστε πολύ. Δουλειά, υποχρεώσεις, οικογένεια, τρεξίματα, λογαριασμοί, άγχος, τρέλα…. Πού να βρούμε την όρεξη να προσευχηθούμε;”. Μου’πε μάλιστα ένας γνωστός μου: “με το ζόρι, αφού βάλω τα παιδιά μου για ύπνο, λέω ένα Κύριε ελέησέ με και πριν προλάβω καν να το τελειώσω έχω αποκοιμηθεί απ’την κούραση”. Και του’πα ένα θαυμαστό περιστατικό που μου΄πε ένας άγιος παππούλης στο άγιο Όρος (θα στην πω άλλη φορά αναλυτικά).

 
Και του’πα μετά ότι άμα θέλουμε να βρούμε χρόνο, μπορούμε! Πώς το’λεγε ο γέροντας Πορφύριος; “Η αγάπη είναι εφευρετική”! Μπορούμε να προσευχόμαστε όταν είμαστε στο δρόμο για τη δουλειά, στο ασανσέρ, όταν φτιάχνουμε καφέ. (Μάλιστα, ένας καλός φίλος μου έλεγε ότι προσεύχεται όταν είναι στο γυμναστήριο και κάνει διάδρομο)! Είναι λίγες απ’τις “χαμένες στιγμές” της ημέρας που μπορούμε να τις κάνουμε στιγμές μοναδικά δικές μας και να τις μετατρέψουμε σε νότες αιωνιότητας. Ο γέροντας Εφραίμ στο Σεράι έλεγε ότι ο ήχος αυτός (της ευχής) δεν χάνεται, αλλά μένει αιώνιος στο σύμπαν. 
 
 

Θυμάσαι και το περιστατικό που το συναντάμε σε πολλούς αγίους και σύγχρονους μεγάλους ασκητές; Προσεύχονταν για ώρες και απ’την κούραση έπεφταν για ύπνο. Και το πρωί που ξυπνούσαν συνέχιζαν την ευχή από εκεί που την είχαν σταματήσει. (“Κύριε Ιησού”….. Και το πρωί: “Χριστέ ελέησέ με”). Τόσο πολύ έντονο βίωμα τους είχε γίνει η προσευχή. Αυτό δείχνει το πόσο θεϊκά-ερωτικά ήταν φλογισμένες οι καρδιές τους. Ή το άλλο το αδιανόητο για μας τους ελαφροχριστιανούς: προσεύχονταν ακόμη και όταν κοιμόντουσαν. Και η ευχή σαν το ποτάμι έρεε. Οι κόμποι του κομποσκοινιού προχωρούσαν και κυλούσαν και γίνονταν φωτιά κι αέρας και ανέβαινε η προσευχή τους ταπεινά μέχρι το θρόνο του Θεού…

 
Νομίζεις ότι αυτά είναι πράγματα ανεφάρμοστα; Και όμως γίνονται! Δεν είναι ιστορίες κατασκευασμένες απ’τους παπάδες για να μας παίρνουν τα λεφτά και να μας κρατούν με το φόβο και το ζόρι στο “συνάφι” τους. Είναι πέρα για πέρα αληθινές. Μη ζητάς να στο αποδείξω! Είπαμε και πριν: αυτά τα πράγματα τα ζεις. Τα βιώνεις. Η πίστη μας είναι προσωπική σχέση με τον προσωπικό Θεό. “Είναι προσωπική υπόθεση της καρδιάς και όχι του μυαλού” που είπε κάποτε και μια καλή φίλη σε σχόλιό της εδώ στην αόρατη γωνιά.
 
 

Και γύρω μας υπάρχουν άνθρωποι που δε σου γεμίζουν το μάτι (αχ… πόσο έχουμε μάθει να ασχολιόμαστε, να κρίνουμε τους άλλους αντί να εστιάζουμε στα δικά μας παραπτώματα) κι όμως έχουν κάνει σπουδαίο αγώνα και έχουν συνάψει αληθινή σχέση με το Χριστό. Χωρίς τυμπανοκρουσίες. Μόνοι τους μόνω Θεώ… Πού να σου λέω ιστορίες να τρελαθείς!

 
Η προσευχή γίνεται, λοιπόν, βίωμα. Είναι, όμως, και χάρισμα απ’το Θεό. Υπήρχαν και υπάρχουν άγιοι άνθρωποι (δεν είναι εξωγήινοι! Σαν κι εμάς ήταν!) που προσεύχονταν ώρες ολόκληρες χωρίς σταματημό… Ξημέρωνε και ακόμη προσεύχονταν… Με δάκρυα πολλά. Άλλοι ζούσαν τη προσευχή τόσο έντονα που και χαλασμός κόσμου να γινόταν, εκείνοι δεν καταλάβαιναν τίποτα… Θείος έρωτας… Έρωτας…
 
Να σου πω κάτι; Μη ζοριστείς για το Χριστό. Μην κάνεις πράγματα για το Χριστό με το ζόρι. Ποτέ σου! Δεν το θέλει ο Χριστός αυτό. Θέλει την προαίρεσή σου. Αυτό ζητάει. Και το ζητάει ευγενικά χωρίς να σε πιέζει. Θέλει να του δείξουμε μόνοι μας ότι θέλουμε να τον γνωρίσουμε και να τον ζήσουμε. Μας το έδειξε με την (τρελή για όσους δεν πιστεύουν) θυσία του πάνω στο Σταυρό. Δεν έχει όρια η αγάπη φίλε/η… Ποτέ δε σταματά και πουθενά… 
 
 

Έτσι και με την προσευχή. Άμα κάνεις λίγη προσπάθεια και επιμείνεις, θα νιώσεις σε ανύποπτο χρόνο τη γλύκα της. Νομοτελειακά πράγματα… Σίγουρα πράγματα… Αλλά απόφυγε το εξής λάθος: το να θεωρήσεις την προσευχή ως συναλλαγή. Ως εμπόριο “σου δίνω-δώσε μου κι εσύ”. Αυτό σημαίνει υστεροβουλία. Σημαίνει νοθεία και ψευτιά και εγωισμός και πονηριά. Και εκεί δεν ανθεί η προσευχή. Δεν αναπαύεται ο Χριστός στις καρδιές που σκέφτονται με πονηριά και ιδιοτέλεια.

 
Αυτό ως παρένθεση. Ως παρέκταση.
 
Το συμπέρασμα είναι: απόφυγε τα “πρέπει” στην προσευχή! Απόφυγε τα “πρέπει” στη ζωή σου γενικότερα! Μάθε να ζεις καθαρά, γνήσια. Και μετά θα δεις που όλη σου η ζωή θα γίνει φωτεινή, στραμμένη στον μόνο αληθινό επαναστάτη: το Χριστό. Θα δεις μετά ότι η προσευχή θα πηγάζει από μέσα σου μόνη της! Σαν το δροσερό νερό βουνίσιας πηγής. Και θα δροσίζεται η ψυχή σου! Και θα νιώθεις το Χριστό μέσα σου! Και όλα τα προβλήματα και οι φασαρίες και οι δυσκολίες και η αμαρτία θα ξεθωριάζουν μέσα σου! Θα’χεις άλλου ουρανού ελπίδα! Και δε θα φοβάσαι τίποτα. Γιατί θα’χεις ζήσει. Θα΄χεις νιώσει…
 
Συγγνώμη που σε κούρασα και σήμερα τόσο πολύ… 
 

Γιατί κλαῖς, Ἑρμιόνη μου;

Ἕνας-ἕνας οἱ ἔνοικοι τῆς καινούργιας πολυκατοικίας ἔπαιρναν τὰ διαμερίσματά τους. Ὅλα μὲ θέα στὴν πλατεία τῆς ὡραίας ἐπαρχιακῆς πόλης τῆς Πελοποννήσου. Φωτερά, ἥ­συχα, χω­ρὶς κανένα πρόβλημα. Ἐξοπλισμένα μὲ ὅλα τὰ ἐξαρτήματα καὶ τίς ἀ­νέσεις τῆς σύγχρονης τεχνολογίας ὑ­πόσχονταν μιὰ ἄνετη ζωὴ στοὺς ἐνοίκους ποὺ ἦταν καὶ ἰδιοκτῆτες τῶν διαμερισμάτων τους.
    Στὸν τρίτο ὄροφο στὸ ἀριστερὸ διαμέρισμα ἔμενε ἡ Ἀγγελική, ποὺ εἶχε κηδέψει ἀπὸ καιρὸ τὸν ἄντρα της.Εἶχαν ἔλθει ἀπὸ χρόνια στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό. Τὰ δυό τους κορίτσια εἶχαν παντρευτεῖ καὶ ἔμεναν στὴν Πάτρα.
    Στὸ δεξιὸ διαμέρισμα ἦλθε καὶ ἔμεινε μιὰ ἡλικιωμένη κυρία, σοβαρὴ καὶ ἀμίλητη.
    Ὅσες φορὲς συναντήθηκαν στὸ διάδρομο ἡ Ἀγγελικὴ μὲ τὴ γειτόνισσα, δὲν τῆς ἄνοιγε αὐτὴ συζήτηση. Παρουσιαζόταν ἀπρόσιτη καὶ ἀπαγορευτική, κλειστή. Τὸ μόνο ποὺ τόλμησε νὰ τὴ ρωτήσει καὶ νὰ μάθει ἡ Ἀγγελικὴ ἦταν τὸ ὄνομά της· τὴν ἔλεγαν Ἑρμιόνη.
    Ἡ Ἀγγελικὴ ἦταν πιστὴ Χριστιανὴ καὶ δὲν ἔχανε ποτὲ θεία Λειτουργία. Παρακολουθοῦσε ὅμως καὶ μιὰ συγκέντρωση ποὺ γινόταν στὴν ἐνορία τους, ὅπου μα­ζὶ μὲ ἄλλες κυρίες μελετοῦσαν τὸν λό­γο τοῦ Θεοῦ καὶ συζητοῦσαν ἐνδια­φέ­ροντα κοινωνικὰ καὶ οἰκογενειακὰ θέ­­μα­τα. Κάθε μέρα στὴν προσευχή της ἔκανε λόγο στὸ Θεὸ καὶ γιὰ τὴν Ἑρμιόνη. Τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὴ βοηθεῖ καὶ νὰ τὴν προστατεύει.
    Οἱ μέρες κυλοῦσαν ἤρεμα. Οἱ σχέσεις ὅμως τῶν δύο γειτονισσῶν ἦταν ἐν­­τε­λῶς τυπικές. Τὸ πολύ-πολὺ μιὰ «καλημέρα» ἢ μιὰ «καλησπέρα», τίποτα παραπάνω.
    Κάποτε ἡ ἀγγελικὴ πῆρε τὴν πρωτοβουλία καὶ τὴ ρώτησε:
    –Μήπως χρειάζεστε τίποτε, κυρία Ἑρμιόνη, ἀπέξω; Βγαίνω νὰ ψωνίσω. Μπορῶ νὰ σᾶς ἐξυπηρετήσω.
    –Ὄχι, εὐχαριστῶ πολύ, ἀπάντησε κοφτὰ ἐκείνη.
    Ἔτσι παγωμένες παρέμεναν οἱ σχέσεις τους, πράγμα ποὺ στενοχωροῦσε πολὺ τὴν πιστὴ Ἀγγελική. Κάποτε καὶ μέσα στὸ ἀσανσὲρ συναντήθηκαν καὶ κατέβηκαν στὸ ἰσόγειο χωρὶς νὰ ποῦν λέξη!
    Ἡ Ἀγγελικὴ δὲν ἡσύχαζε. Ρώτησε τὸν Πνευματικό της, κι ἐκεῖνος τὴ συμβούλεψε νὰ προσευχηθεῖ πολὺ καὶ θὰ φέρει ὁ Θεὸς στὰ πράγματα ἄλλη τροπή. «Μὴ βιάζεσαι ὅμως», τῆς εἶπε. «Ὅποτε τὴ συναντᾶς, νὰ τῆς δείχνεις ἀγάπη. Δὲν ξέρεις τί κρύβει μέσα της».
   Περνοῦσε ὁ καιρὸς καὶ ἡ Ἀγγελικὴ συνέχιζε νὰ προσεύχεται μὲ θέρμη γιὰ τὴ γειτόνισσά της.
   Κάποια ὅμως ἀνησυχία ἄρχισε νὰ σκιάζει τὴν ψυχή της τελευταῖα. Τὶς τελευταῖες δυὸ μέρες δὲν ἀκουγόταν καν­εὶς θόρυβος στὸ διαμέρισμα τῆς ἄλλης. Τὴν προηγούμενη μέρα μάλιστα ἄκουσε καὶ κάποια βογγητά. Ἡ πιστὴ Ἀγγελικὴ χωρὶς δισταγμὸ κάνοντας τὸν σταυρό της πῆγε καὶ χτύπησε ἀμέσως τὸ κουδούνι τῆς πόρτας τοῦ διαμερίσματός της. Ἐπειδὴ δὲν ἀκουγόταν τίποτε, ξαναχτύπησε τὸ κουδούνι καὶ περίμενε.
    Σὲ λίγο, χωρὶς νὰ ἀνοίξει ἡ πόρτα, ἀκούστηκε βραχνὴ ἡ φωνὴ τῆς Ἑρμιόνης:
    –Ποιὸς εἶναι;
    –Ἐγὼ εἶμαι, κυρία Ἑρμιόνη, ἡ γειτόνισσά σας ἡ Ἀγγελική. Δὲν σᾶς εἶδα δυὸ μέρες καὶ φοβήθηκα μήπως πάθατε τίποτε!
    –Δὲν αἰσθάνομαι καλά. Πονάω παν­τοῦ!
    –Ἔχω ἕνα συγγενή μου γιατρό, θὰ τὸν καλέσω ἀμέσως νὰ σᾶς δεῖ, κυρία Ἑρμιόνη!
    –Εὐχαριστῶ πολύ.
    Ὁ γιατρός, ποὺ ἦρθε σύντομα, τὴν ἐξ­έτασε προσεκτικά, τῆς ἔκανε καὶ μερικὲς ἐρωτήσεις καὶ τελικὰ ἀποφάνθηκε ὅτι πρόκειται γιὰ ἀρχομένη μυοπάθεια.
    –Θὰ πρέπει νὰ εἰσαχθεῖτε ὅμως καὶ στὸ Νοσοκομεῖο γιὰ καλύτερη διάγνωση, πρόσθεσε.
    –Θὰ πᾶμε μαζί, τῆς εἶπε ἀμέσως ἡ Ἀγγελική.
   Αὐτὸ καὶ ἔγινε. Καὶ ὅσες μέρες χρειάστηκε νὰ μείνει στὸ Νοσοκομεῖο, ἡ Ἀγγελικὴ δὲν ἔλειψε ἀπὸ δίπλα της. Τὰ ἀποτελέσματα τῶν νοσοκομειακῶν ἐξετάσεων ἦταν σύμφωνα μὲ αὐτὸ ποὺ εἶδε ὁ γιατρὸς στὸ σπίτι: Μυοπάθεια. Δηλαδὴ σιγά-σιγὰ μπορεῖ νὰ ἔφθανε καὶ σὲ παράλυση!
   –Μὴ φοβάστε, κ. Ἑρμιόνη, τῆς εἶπε ἡ Ἀγγελική. Ἡ ἐπιστήμη ἔχει προοδέψει πο­λύ. Καὶ ὁ Θεὸς εἶναι μεγάλος. Ἐγὼ θὰ σταθῶ δίπλα σας. Θὰ εἶμαι πάντα κοντά σας. Δὲν θὰ σᾶς ἀφήσω μόνη σας ποτέ. Θὰ μένουμε στὸ ἑξῆς μαζί!
    Τὸ εἶπε καὶ τὸ ἔκανε. Ἡ πιστὴ γυναίκα τὴ φρόντιζε τὴν ἄρρωστη καλύτερα κι ἀπὸ ὅ,τι ἂν ἦταν μάνα της. Τὴν ἔπλενε, τὴν καθάριζε, τῆς μαγείρευε, τῆς ἔλεγε ἱστορίες ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, τὴν παρηγοροῦσε ὅσο μποροῦσε.
    Ἕνα ἀπόγευμα ὅμως, ἐνῶ τῆς διάβαζε κάτι ἀπὸ ἕνα Ὀρθόδοξο Περιοδικό, τὴν εἶδε ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ συγκρατήσει τὰ δάκρυά της καὶ τὴ ρώτησε:
    –Γιατί κλαῖς, Ἑρμιόνη μου;
   –Κλαίω! Πῶς νὰ μὴν κλαίω, καλή μου Ἀγγελική; Ξύπνησε ἡ μνήμη μου! Μπο­ρῶ νὰ μὴν κλαίω; Μόνα τους ἔρ­χον­ται τὰ δάκρυα! Κι ἐγὼ πήγαινα, Ἀγ­γελική μου, κάποτε στὴν ἐκκλησία καὶ στὶς ὁμιλίες καὶ στοὺς κύκλους, μὰ ἔπειτα ξεστράτισα! Τὰ ξέχασα ὅλα! Εἶχα κακὸ γάμο. Πέθανε ὁ ἄντρας μου κι ἀ­πόμεινα ἕρμη. Καλὰ νὰ πάθω, ἀφοῦ ἔφυγα ἀπὸ τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ!
    –Ὑπάρχει καὶ ὁ δρόμος τοῦ γυρισμοῦ, Ἑρμιόνη μου! Εἶναι ἀνοιχτὴ ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὑπάρχει μετάνοια, εἶπε δακρυσμένη ἡ Ἀγγελική.
    –Τώρα πιὰ εἶναι ἀργά! Πολὺ ἀργά, Ἀγγελική!
    –Ὄχι, Ἑρμιόνη μου! Ποτὲ δὲν εἶναι ἀρ­γά! Ὁ Θεὸς πάντα μᾶς περιμένει. Τὸν ληστὴ τὸν ἔσωσε τὴν τελευταία στιγμὴ πάνω στὸ Σταυρό. Ἔχω ἕνα καλὸ Πνευματικό, στὸν ὁποῖο ἐξομολογοῦμαι ἀπὸ χρόνια. Θὰ πᾶμε μὲ ταξί, ἂν δὲν μπορεῖ νὰ ρθεῖ ἐδῶ, γιὰ νὰ ἐξομολογηθεῖς ὁτιδήποτε ἔκανες καὶ βαραίνει τὴν ψυχή σου.
    Συζήτησαν ἀρκετὰ καί, ἀφοῦ ἑτοιμάσθηκε ψυχικὰ ἡ Ἑρμιόνη καὶ τηλεφώνησε στὸν Πνευματικὸ ἡ Ἀγγελική, πῆγαν καὶ ἄνοιξε ἡ ἄρρωστη τὰ φυλλοκάρδια της στὸν Πνευματικό. Καὶ σὲ τρεῖς μῆνες, ἐξομολογημένη καὶ κοινωνημέ­νη πολλὲς φορές, ἔφυγε γιὰ τὴν αἰωνιό­τητα…

πηγή

Γιὰ νὰ ζήσουμε ὡς ἔθνος

Καθὼς μελετοῦμε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη τὴν ἱστορία τοῦ λαοῦ τῶν Ἑβραίων, διαπιστώνουμε τὴν ἰ­διαίτερη στοργὴ καὶ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς αὐτούς, ἰδιαιτέρως κατὰ τὰ σαράν­τα χρόνια ποὺ περιπλανιόντουσαν στὴν ἔρημο.
    Τώρα πλέον ἔχουν ἐγκατασταθεῖ στὴν πολυπόθητη γῆ Χαναάν, ὕστερα ἀπὸ πολλὲς θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις προστασίας τους ἀπὸ τὸν Θεό. Οἱ γεροντότεροι καὶ αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ, ποὺ διαδέχθηκε τὸν Μωυσῆ στὴν ἡγεσία τοῦ λαοῦ, ἔχουν πεθάνει. Ἔμειναν πλέον οἱ νεότεροι στὴν ἡλικία. «Ἀνέστη γενεὰ ἑτέρα» (Κριτ. β΄ 10), γενεὰ ποὺ δὲν ἔζησε τὶς θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις τοῦ Θεοῦ στοὺς προγόνους τους.
    Ἡ νεότερη γενιὰ τὰ εἶχε βρεῖ ὅλα ἕτοιμα. Ἐγκαταστάθηκε μὲ ἀσφάλεια σ᾿ αὐτὴ τὴν περιοχή. Δὲν ἔλαβε ὅμως στὰ σοβαρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐδῶ κατοικοῦσαν πλῆθος εἰδωλολατρικῶν λαῶν – οἱ Χαναναῖοι, οἱ Χετταῖοι, οἱ Ἀμορραῖοι, οἱ Φερεζαῖοι, οἱ Εὐαῖοι καὶ οἱ Ἰεβουσαῖοι – ποὺ εἶχαν τὶς δικές τους συνήθειες καὶ θρησκεῖες. Λάτρευαν τὸν Βάαλ καὶ τοὺς ἄλλους ψευδοθεούς. Ἔτσι ἡ καθημερι­νὴ ἐπικοινωνία μὲ αὐτοὺς ἀσυναίσθητα ἄρχισε νὰ τοὺς ἐπηρεάζει στὴ ζωή τους, καθὼς καὶ στὴν πίστη καὶ λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, τοῦ Θεοῦ τῶν πατέρων τους.
    Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη χρησιμοποιεῖ βαρεῖς χαρακτηρισμοὺς γιὰ τὸ κατάντημα αὐτὸ τῶν Ἑβραίων: «Καὶ ἐποίησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου καὶ ἐλάτρευσαν τοῖς Βααλίμ» (Κριτ. β΄ 11)· ἔκαναν αὐτὸ ποὺ εἶναι πονηρὸ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ καὶ λάτρεψαν τὰ ἀγάλματα τοῦ Βάαλ. «Ἐξεπόρνευσαν ὀπίσω θεῶν ἑτέρων» (Κριτ. β΄ 17)· ἐγκατέλειψαν τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ἐξαχρειώθηκαν λατρεύοντας ψευδοθεούς. Ὁ ξεπεσμὸς τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰσραὴλ στὴν εἰδωλολατρία περιγράφεται μὲ τὴ φρι­κια­στικὴ λέξη «ἐξεπόρνευσαν».
    Ἡ συμβίωση μὲ τοὺς εἰδωλολάτρες, οἱ καθημερινὲς συχνὲς συναλλαγὲς μὲ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λαοὺς συνετέλεσαν στὸ νὰ κάνουν στενὲς φιλίες καὶ γνωριμίες μεταξύ τους. «Ἔλαβον τὰς θυγατέρας αὐτῶν ἑαυτοῖς εἰς γυναῖκας καὶ τὰς θυγατέρας αὐτῶν ἔδωκαν τοῖς υἱοῖς αὐτῶν» (Κριτ. γ΄ 6). Δηλαδὴ ἄρχισαν τὰ συνοικέσια. Πῆραν αὐτοὶ γυναῖκες ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ τὶς κόρες τους τὶς ἔδωσαν στὰ παιδιὰ τῶν εἰδωλολατρῶν.
    Δὲν λάμβαναν ὑπ᾿ ὄψη τους ὅτι αὐτοὶ μὲν πιστεύουν καὶ λατρεύουν τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ βρίσκονται στὸ φῶς τῆς ἀλήθειας, ἐνῶ οἱ ἄλλοι λατρεύουν τὰ εἴ­δωλα καὶ βρίσκονται στὸ ψέμα καὶ στὸ σκοτάδι. Τὰ ἀντιμετώπιζαν ἐπιπόλαια καὶ χωρὶς νὰ δίνουν βαρύτητα στὸ τί θὰ ἐπακολουθοῦσε μὲ αὐτὸ τὸν ἄφοβο συγχρωτισμό τους. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ τοὺς ἐγκαταλείπει ὁ Θεὸς στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν τους καὶ νὰ περιέρχονται σὲ κατάσταση σκλαβιᾶς καὶ δυσ­τυχίας γιὰ πολλὰ χρόνια. Ὅταν κάποτε συνειδητοποιοῦσαν τὸ κατάντημά τους καὶ κατέφευγαν μὲ μετάνοια στὸν Κύριο, Ἐκεῖνος, φιλεύσπλαχνος καὶ ἐλεήμων, ἄκουε τὴν κραυγὴ τῆς ἀγωνίας τους καὶ τοὺς ἐλευθέρωνε (Κριτ. γ΄ 15).
    Ἀσφαλῶς πολλὰ ἔχουν νὰ μᾶς διδάξουν αὐτὰ τὰ γεγονότα καὶ μᾶς τοὺς σημερινοὺς Ὀρθόδοξους Ἕλληνες.
    Τὰ τελευταῖα χρόνια τὴ χώρα μας τὴν κατακλύζουν πλήθη ἀλλοεθνῶν προσ­φύγων καὶ λαθρομεταναστῶν.Πολλοὶ παραμένουν ὡς μόνιμοι κάτοικοι. Ἄλλοι συνεχίζουν τὸ ταξίδι τους στὶς ἄλλες εὐ­ρωπαϊκὲς χῶρες. Ταυτόχρονα ἡ ἐλεύθε­ρη διακίνηση μεταξὺ τῶν κρατῶν – με­λῶν τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως δί­νει τὴ δυνατότητα στοὺς πολίτες της νὰ ἐγκαθίστανται στὴ χώρα τῆς προτιμήσεώς τους καὶ νὰ ἀναπτύσσουν ἐκεῖ ἐπαγγελματικὲς καὶ ὅποιες ἄλλες δραστηριότητες. Ὅλα αὐτὰ δημιουργοῦν πρόβλημα στὴν αὐτοσυνειδησία μας ὡς Ἑλλήνων καὶ μάλιστα Ὀρθοδόξων, ὅπως ζήσαμε μέσα ἀπὸ ἀμέτρητες δυσ­κολίες τόσους αἰῶνες.
    Τώρα πιὰ καλούμαστε νὰ συμβιώ­σουμε καὶ νὰ συνεργασθοῦμε μὲ πλῆ­θος λαῶν καὶ μάλιστα ἀλλόδοξων καὶ ἀλ­λόθρησκων. Αὐτὸ ὀφείλουμε νὰ τὸ λά­­βουμε πολὺ σοβαρὰ ὑπ᾿ ὄψη μας. Διατρέχουμε κίνδυνο νὰ χάσουμε τὸν προσανατολισμό μας, τὴν πίστη μας, τὴν ἀλήθεια. Τὸ νὰ ἔχεις γνωρίσει τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὴ βρεφικὴ ἡλικία, ἀπὸ γονεῖς καὶ προγόνους ποὺ πίστευαν καὶ λάτρευαν τὸν ἀληθινὸ Θεό, νὰ ἔχεις ἀ­κούσει θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις τοῦ Θε­οῦ γιὰ τὴν προστασία τοῦ ἔθνους σου, καὶ τώρα νὰ Τὸν ἀρνεῖσαι καὶ νὰ παρασύρεσαι σὲ ἄλλα ρεύματα, τάχα προοδευτικά, εἶναι βαρὺ καὶ ἀσυγχώρητο σφάλμα. Καὶ θὰ πληρωθεῖ πολὺ ἀκριβά.
    Λοιπόν, χρειάζεται πολλὴ προσοχὴ καὶ συνεχὴς ἐπαγρύπνηση. Νὰ μὴν κάνουμε ἀβαρίες στὰ θέματα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ λατρείας μας. Νὰ μένουμε πιστοὶ στὴν παράδοση τῶν Πατέρων μας, Χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι καὶ Ἕλληνες. Μόνο μὲ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις θὰ μπορέσουμε νὰ ἐπιζήσουμε ὡς ἔθνος. Καὶ ὄχι μόνο νὰ ἐπιζήσουμε, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀκτινοβολήσουμε τὴν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας μας στὴν Εὐρώπη καὶ σὲ ὅλο τὸν κόσμο.

πηγή

Για το λάθος πολλών, που νομίζουν για αρετή την μικροψυχία

Επιπλέον, πλανώνται πολλοί, όσοι λογαριάζουν για αρετή την μικροψυχία και την υπερβολική λύπη, που ακολουθεί σ’ αυτούς ύστερα από την αμαρτία. Μην ξέροντας ότι αυτή προέρχεται από απόκρυφη υπερηφάνεια και πρόληψη, θεμελιωμένη πάνω στην ελπίδα και το θάρρος, που έχουν στον εαυτό τους, και στις δυνάμεις τους. Γιατί, αυτοί λογαριάζοντας τον εαυτό τους πως είναι κάτι, ξεθάρρεψαν πολύ, βλέποντας δε με τη δοκιμή της πτώσης, ότι δεν έχουν καμιά δύναμη, ταράσσονται και θαυμάζουν, σαν με κανένα πράγμα καινούργιο και μικροψυχούν, με το να βλέπουν πεσμένο στη γη, εκείνο το ακούμπισμα (τον εαυτό τους δηλαδή) πάνω στο οποίο είχαν αποθέσει το θάρρος και την ελπίδα τους. Αυτό όμως, δεν ακολουθεί και στον ταπεινό, ο οποίος μόνο στο Θεό έχει την ελπίδα και το θάρρος του, χωρίς να έχει καμιά ελπίδα στον εαυτό του. Γι’ αυτό, όταν ξεπέσει σε κάθε λογής σφάλμα, αν και αισθάνεται πόνο και λύπη, ωστόσο, δεν ταράζεται ούτε θαυμάζει. Γιατί ξέρει ότι, όλο αυτό του συνέβη από την αθλιότητα και αδυναμία του εαυτού του, η οποία γνωρίζεται πολύ καλά με το φως της αλήθειας.

Νικόδημος ο Αγιορείτης

πηγή