Όταν δε γονατίζουμε, ούτε μπροστά στο Θεό

Κυριακή της Πεντηκοστής («γονυκλισίας»)

Επιμέλεια: Θ. Ι. Ρηγινιώτης

Η Ορθοδοξία, ό,τι πιο φωτεινό και απελευθερωτικό έχει εμφανιστεί ποτέ στη γη (το γράφω σε πείσμα εκείνων που τη θεωρούν μισαλλόδοξη και σκοτεινή), για να περάσει στους ανθρώπους το μήνυμα της ελευθερίας, θεσμοθέτησε κάτι πολύ παράξενο: εκατό μέρες το χρόνο (περίπου το ένα τρίτο του έτους), όπου ο άνθρωπος καλείται να μη γονατίζει όταν απευθύνεται στο Θεό, αλλά να στέκεται μπροστά Του και να προσεύχεται ενώπιος ενωπίω!

Οι μέρες αυτές είναι: κάθε Κυριακή (το έτος έχει 52) και οι 50 μέρες από την Κυριακή του Πάσχα μέχρι την Κυριακή της Πεντηκοστής (περίοδος του πεντηκοσταρίου). Το θέσπισμα αυτό (να μη γονατίζουμε κατά τις μέρες αυτές) προέρχεται ήδη από την αρχή του χριστιανισμού και μαρτυρείται το 2ο αιώνα από τον άγιο Ειρηναίο της Λυών (για τις Κυριακές) και το 325 μ.Χ. από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (για την περίοδο του πεντηκοσταρίου).

Έτσι, όλες αυτές τις μέρες, τις αφιερωμένες στην ανάσταση του Χριστού, οι χριστιανοί απευθύνονται στο Θεό όρθιοι και όχι γονατιστοί: σαν ελεύθεροι άνθρωποι και όχι σαν δούλοι.

Το μήνυμα της Εκκλησίας είναι σαφές και ταιριάζει με τις πολλές αναφορές του αποστόλου Παύλου στην ελευθερία: «ο Χριστός μας ελευθέρωσε», «ο Θεός μας κάλεσε επ’ ελευθερία». Δεν είμαστε πια δούλοι, ούτε στα πάθη μας, ούτε στην αμαρτία, ούτε στο θάνατο, ούτε στο σατανά, ούτε στο θρησκευτικό νόμο, ούτε σε κανέναν άνθρωπο!!! (Για τη σχετική διδασκαλία του αποστόλου Παύλου, δες εδώ:http://www.oodegr.com/oode/grafi/kd/pavlos_douleia_1.htm).

Σήμερα, κάτι τέτοιο θεωρείται αυτονόητο, αλλά σε εποχές δουλείας το μήνυμα ήταν εκπληκτικό – σκεφτείτε στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, που είχε εκατομμύρια δούλους, αλλά και στην Τουρκοκρατία και στις άλλες περιόδους δουλείας των ορθόδοξων λαών κατά καιρούς, παλιές και νεότερες.

Έτσι, την Κυριακή της Πεντηκοστής, μετά τη λειτουργία, γίνεται ο εσπερινός που προετοιμάζει για τη γιορτή της Δευτέρας (του Αγίου Πνεύματος) και για πρώτη φορά απ’ το Πάσχα οι χριστιανοί (ιερείς και λαϊκοί) γονατίζουν και απευθύνουν στο Θεό τρεις πολύ σημαντικές προσευχές, για ζωντανούς και νεκρούς. (Ο εσπερινός αυτός ανήκει στο λειτουργικό κύκλο της Δευτέρας – και αρχικά γινόταν το βράδυ της Κυριακής –  γι’ αυτό δεν ανατρέπει το ότι δεν γονατίζουμε τις Κυριακές).

 

Για τις μετάνοιες, να πούμε ένα δυο πράγματα:

Είναι γνωστό πως οι χριστιανοί συνηθίζουμε να προσευχόμαστε όχι μόνο όρθιοι, αλλά και γονατιστοί. Το γονάτισμα αυτό («μετάνοια») είναι δείγμα ικεσίας. Τολμώ μάλιστα να πω πως δεν πρόκειται για προσκύνηση προς το Θεό, αλλά για ένδειξη εξουθένωσης, εξαιτίας της οποίας ο άνθρωπος δε μπορεί πια να στέκεται όρθιος, δεν αντέχει άλλο, και πέφτει στα γόνατα.

Πρέπει βέβαια να ξεχωρίσουμε την προσκύνηση που γίνεται με υπόκλιση και που δείχνει τιμή ή δέος κι όχι συντριβή, από τη γονυκλισία (γονάτισμα).

Έτσι, βλέπουμε να γονατίζουν μπροστά στο Χριστό: ο Πέτρος, παρακαλώντας το Χριστό να φύγει από κοντά του, νιώθοντας δέος από την αγιότητά του και ομολογώντας πως ο ίδιος είναι αμαρτωλός (Λουκ. 5, 8). Ένας πατέρας, που παρακαλούσε το Χριστό να γιατρέψει το παιδί του (Ματθ. 17, 14). Η Χαναναία, παρακαλώντας επίσης για τη θεραπεία του παιδιού της (Μάρκ. 7, 25). Ένας λεπρός, που παρακαλούσε για τη θεραπεία του (Μάρκ. 1, 40). Δαιμονισμένοι, κατευθυνόμενοι από τα δαιμόνια, που παρακαλούσαν το Χριστό να τα λυπηθεί ή ομολογούσαν συντετριμμένα πως είναι ο υιός του Θεού (Λουκ. 8, 28, Μάρκ. 3, 11). Η αιμορροούσα, ομολογώντας δημόσια τη θεραπεία της (ενώ αρχικά ήθελε να γίνει κρυφά, γιατί φοβόταν να μιλήσει στο Χριστό, Λουκ. 8, 47). Και άλλοι.

Επίσης προσκύνησαν το Χριστό ο εκ γενετής τυφλός, τον οποίο Εκείνος είχε θεραπεύσει (Ιωάν. 9, 38), οι μαθητές Του –και άλλοι;– που βρίσκονταν στο πλοίο, όπου ήρθε περπατώντας στα νερά και κόπασε η θύελλα (Ματθ. 14, 33), οι μυροφόρες πλημμυρισμένες χαρά, αγάπη, αλλά ασφαλώς και δέος («αγκάλιασαν τα πόδια Του και τον προσκύνησαν», Ματθ. 28, 9), οι μαθητές Του που τον συνάντησαν μετά την ανάσταση (Ματθ. 28, 17), ο Θωμάς κατά την ιδιαίτερη εμφάνιση προς αυτόν κ.ά. Αλλά και οι Μάγοι το είχαν κάνει (γονατίζοντας), όταν Τον είδαν βρέφος (Ματθ. 2, 11).

Παρότι αρμόζει να προσκυνήσουμε το Θεό (και στην Αποκάλυψη η ουράνια Εκκλησία, που εμφανίζεται στο όραμα του Ιωάννη, φαίνεται πολλές φορές να το κάνει αυτό), όμως ο Χριστός δεν ζητάει από τους ανθρώπους να γονατίζουν μπροστά Του. Εκείνοι το κάνουν, λόγω της ψυχικής τους εξάντλησης, όπως είπαμε, ικετεύοντας για βοήθεια. Ο Χριστός τους παρέχει τη βοήθεια και τους ενθαρρύνει (εκτός της Χαναναίας, που επίσης την ενθαρρύνει, αλλά πρώτα τη δοκιμάζει, αρνούμενος δήθεν να τη βοηθήσει, για να δείξει σε όλους πόσο θερμή πίστη είχε, αν και ειδωλολάτρισσα).

Τιμητικά βλέπουμε να γονατίζουν άνθρωποι και μπροστά στους αποστόλους (π.χ. Πράξεις των αποστόλων, 10, 25-26) ή σε αγγέλους (Αποκάλυψις, 22, 8-9), όπου εκείνοι δεν δέχονται την προσκύνηση.

 

Αν όμως ο Χριστός δεν ζητάει απ’ τους ανθρώπους να γονατίζουν, ενώ οι άγιοι δεν δέχονται να τους προσκυνούν, πρέπει ή όχι να γονατίζουμε εμείς κατά την προσευχή μας ή να υποκλινόμαστε πριν ασπαστούμε την εικόνα του Χριστού, της Παναγίας ή ενός αγίου;

Απαντώ: καλά κάνουν οι ταπεινοί άνθρωποι του λαού μας (όλων των ορθόδοξων λαών) που γονατίζουν ή υποκλίνονται όταν απευθύνονται στο Χριστό και τα άλλα ιερά πρόσωπα. Και τούτο, γιατί εγώ (ο τόσο εγωιστής και ικανοποιημένος με τον εαυτό μου και τα «κατορθώματά μου») δεν είμαι καλύτερος από τους αδύναμους ή αμαρτωλούς που αναφέρει το ευαγγέλιο πως γονάτιζαν και ζητούσαν βοήθεια.

Βέβαια, μπορεί να γονατίζω υποκριτικά, αλλά φυσικά δεν αναφέρομαι σε τέτοιες καταστάσεις, που απορρίπτονται έτσι κι αλλιώς, αλλά σε ειλικρινείς γονυκλισίες, που φανερώνουν αυτό που έχω στ’ αλήθεια μέσα στην ψυχή μου. Γονατίζω γιατί η καρδιά μου δεν αντέχει άλλο – είμαι το ίδιο εξουθενωμένος με τους ανθρώπους του ευαγγελίου. Νιώθω το ίδιο δέος μπροστά στο θείο μεγαλείο και τη θεία ταπείνωση, που ένιωθαν και εκείνοι που συνάντησαν το Χριστό. Θέλω να γονατίσω.

Αν εσύ, αδελφέ μου, νιώθεις πως μειώνεσαι αν γονατίσεις για να προσευχηθείς στο Χριστό ή στην Παναγία (πολύ περισσότερο, αν νιώθεις μειονεκτικά γονατίζοντας μπροστά σε μια εικόνα των προσώπων αυτών, κι αν νιώθεις περιφρόνηση ή «συμπάθεια» βλέποντας έναν αγράμματο χριστιανό να γονατίζει), τότε είναι ακόμη πιο επείγον να γονατίσεις, γιατί ο εγωισμός σου έχει χτυπήσει κόκκινο… (Ή μήπως δεν αξίζει να γονατίσω μπροστά το Χριστό;). Καιμε σημαία τον εγωισμό (όπως κι αν τον ονομάζουμε ή τον μεταμφιέζουμε) δε μπαίνουμε στη βασιλεία των ουρανών, γιατί ο Θεός είναι ταπεινός και μόνο ταπεινοί μπορεί να τον πλησιάσουν.

Το κάλεσμα του Χριστού για ταπεινότητα είναι η πιο μεγάλη μάχη του ανθρώπου ενάντια στο Θεό, σε όλες τις εποχές. Μια μάχη που πρέπει να δώσει, στην πραγματικότητα, ενάντια στον εαυτό του. Ο ίδιος ο Χριστός ήταν πολύ ταπεινός, κι ας είπε «εγώ είμαι το φως του κόσμου», γιατί μόνο ένας ταπεινός Θεός θα γινόταν άνθρωπος και θα στεκόταν να του κάνουν κυριολεκτικά ό,τι θέλουν, για να σώσει ακόμη κι εκείνους που τον σταύρωσαν ή που συναίνεσαν να σταυρωθεί! Ο εγωισμός, αντίθετα, προκάλεσε όλα τα δεινά (ο εγωισμός του παπισμού π.χ. έφερε το Μεσαίωνα, ο εγωισμός των βασιλέων είναι γνωστός σε όλη την ιστορία), ενώ σήμερα έφερε τον κόσμο (την κοινωνία, το περιβάλλον, τις οικογένειες, τα άτομα) σ’ αυτό το χάλι, μεταμορφώνοντάς τον σε κόλαση, αν αυτό σου λέει κάτι. Αν όχι, ας κοιτάξουμε γύρω μας και ας είμαστε ειλικρινείς.

 

Στην αρχαία Εκκλησία οριζόταν γονυκλισίες για ανθρώπους με βαριές αμαρτίες. Οι μετάνοιες αυτές δεν ήταν μόνο δείγμα ταπείνωσης και αίτησης του ελέους του Θεού, αλλά είχαν και το συμβολισμό της πτώσης και της ανόρθωσης! «Με κάθε γονυκλισία», γράφει ο Μέγας Βασίλειος, «δείχνουμε ότι, με την αμαρτία, πέσαμε στη γη και, με το έλεος του Θεού, ανυψωθήκαμε στον ουρανό» (λεπτομέρειες εδώ: http://xristodoulos.antibaro.gr/egyklioi/goniklisia.html, όπου και λεπτομερής ανάλυση του θέματος της γονυκλισίας τις Κυριακές, με πολλές αναφορές και παράθεση διαφόρων απόψεων).

Οι αναστάσιμες ημέρες είναι ημέρες χαράς, όχι μετάνοιας ή πένθους ή εξουθένωσης. Δε χωράνε λοιπόν γονυκλισίες σ’ αυτές. Ο Χριστός μας ελευθέρωσε. Ας μείνουμε ελεύθεροι – ελεύθεροι από τα πάθη, την αμαρτία, το θάνατο, ακόμη κι από θρησκευτικό νόμο, όπως έλεγε ο Παύλος. Ναι, ελεύθεροι: ο Χριστός δεν δίνει «10 εντολές», αλλά μόνο την εντολή «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου… και τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ματθ. 22, 35-40, προς Ρωμαίους, 13, 8-10). Κι αυτό μάλιστα, λέει ο Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ, δεν είναι εντολή, αλλά αποκάλυψη στους ανθρώπους  του τρόπου ζωής του Θεού, της αγάπης.

Όταν ο Χριστός μας ελευθέρωσε, κανείς δε μπορεί να μας κάνει δούλους, ακόμη κι αν εξωτερικά ζούμε ως δούλοι. Πολλοί δούλοι (εσωτερικά ελεύθεροι) αγίασαν: ο άγιος Ονήσιμος, Οι άγιοι Πρωτάς και Υάκινθος, ευνούχοι της αγίας Ευγενίας, μαρτύρησαν στη Ρώμη και τιμώνται στις 11 Σεπτεμβρίου, η αγία Δούλη (αγνώστου ονόματος), μάρτυρας στη Νικομήδεια, τιμάται στις 25 Φεβρουαρίου κ.π.α…

Δούλος υπήρξε και ο άγιος απόστολος Θωμάς, κατά την περιοδεία του στις Ινδίες. Οι άγιοι Παυλίνος της Καμπανίας, Σεραπίων ο Σινδόνιος και Πέτρος ο Τελώνης έγιναν δούλοι με τη θέλησή τους, για να βοηθήσουν κάποιους συνανθρώπους τους. Ο άγιος Αγάπιος ο Βατοπεδινός επέστρεψε στον αφέντη του, από τον οποίο είχε απελευθερωθεί θαυματουργικά. Δούλος ήταν και ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος, ενώ ο άγιος Μωυσής ο Ούγγρος (1043) προτίμησε μακροχρόνια βασανιστήρια από το να ενδώσει στις ερωτικές προθέσεις της κυρίας του.

Η πνευματική και ηθική ελευθερία (η ελευθερία από τα πάθη μας, και κυρίως απ’ τον εγωισμό και την κακία, τη ζήλεια, το αποκλειστικό ενδιαφέρον για «το συμφέρον μας») είναι η πραγματική ελευθερία, ακόμη και υπό συνθήκες πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής ή οικογενειακής καταπίεσης. Ας μείνουμε λοιπόν ελεύθεροι – ας μείνουμε δικοί Του.

Πεντηκοστή και Πατρικές νουθεσίες

 

Μετά από ολίγες ημέρες, η  Ορθόδοξος εκκλησία μας, θα εορτάσει πανηγυρικά την μεγάλην και λαμπροφόρον ημέρα, της πεντηκοστής καθ’ην το πνεύμα το άγιον, εκατέβη εις τους αγίους αποστόλους, εν είδη πυρήνων γλωσσών και τους ανέδειξε από αγράμματους, σοφούς, από αδύνατους ανθρώπους σε λεοντάρια του Θεού. Έχουμε μια απόδειξη αυτού του θαύματος, δηλαδή της ανθρώπινης αδυναμίας και την έκφραση της δυνάμεως του Θεού, το πώς όταν επισκιάσει τον άνθρωπο τον αδύνατο τον κάνει δυνατό, ισχυρό και ωφέλιμο άνθρωπο.

Ο απόστολος Πέτρος σαν άνθρωπος, πάνω στην αδυναμία του, αρνήθηκε τον Χριστό. Όταν όμως το πνεύμα το άγιον επεφοίτησε κατά την ημέρα της πεντηκοστής, έγινε λιοντάρι και εκήρυξε το Ευαγγέλιο, εκήρυξε τον Χριστό μας και εμαρτύρησε με σταυρικό θάνατο. Και ακριβώς η ημέρα της πεντηκοστής, είναι η μέρα που πανηγυρίζει η εκκλησία μας, την αγία τριάδα, πανηγυρίζει το άγιο πνεύμα, το οποίο επεφοίτησε και ανέδειξε τους αγίους μας αποστόλους πανσόφους και σωτήρας του κόσμου. Και επ’αυτού του θέματος, επ’αυτής της εορτής, έχω σημειώσει κάτι και το οποίο θα σας διαβάσω επειδή και έρχεται αυτή η μεγάλη μέρα και δεν θα είμαι εδώ για να ακούσετε κάτι. Γιατί την μεγάλη και πάνφωτον ημέρα του αγίου πνεύματος που κάθε ψυχή που είναι προετοιμασμένη το δέχεται αυτό το άγιο πνεύμα και γίνεται και αυτός φώς και φωστήρας του Χριστού. 

Πεντηκοστή, εορτάζουμε πάντοτε μέσα στην Ορθόδοξη εκκλησία μας. Ο ιερός υμνογράφος δανείζεται φράσεις, από το λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στη Πεντηκοστή και λέγει. Πεντηκοστήν εορτάζομεν και πνεύματος επιδημίαν και προθεσμίαν επαγγελίας και ελπίδοσην πλήρωσιν. Και το μυστήριον όσον ως μεγα τε και σεβάσμιον διο βοώμεν Σοι δημιουργέ του παντός κύριε δόξα Σοι. Θα το ακούσομε την Κυριακή. 

Η Πεντηκοστή είναι φανέρωση του αγίου πνεύματος κατά τον ζωηρότερο τρόπο που θα μπορούσε να εξαχθεί. Και επειδή με την επιφοίτηση του αγίου πνεύματος, συμπληρώνεται και η αποκάλυψη και των τριών προσώπων της αγίας τριάδος, γι’ αυτό η ημέρα του αγίου πνεύματος η επομένη της πεντηκοστής θεωρείται ως ημέρα της αγίας τριάδος. Διότι τόσο τον πατέρα όσο και τον υιό τους γνωρίζουμε μόνο με τον φωτισμό του αγίου πνεύματος. 

Η ψηλή κορυφή ενός βουνού είναι σκεπασμένη από τα σύννεφα, υπό την έννοια είναι πάρα πολύ ψηλή. Δεν φαίνεται. Ξαφνικά βγαίνει ο ήλιος και αποκαλύπτεται το μεγαλείο και το ύψος αυτής της κορυφής. Έτσι και εδώ η ψηλότερη κορυφή στον κόσμο είναι η αγία τριάς. Τα σύννεφα του σκοτεινιασμένου μυαλού μας και της αχόρταστης καρδιάς μας δεν μας αφήνουν να βλέπουμε και να θαυμάσουμε το ακρόριο το υψηλότερο της Θεολογίας που είναι η αγία τριάδα. 

Και έρχεται το πνεύμα το άγιο και φωτίζει το νού και καθαρίζει την καρδιά και ο πιστός βλέπει με την πίστη την αγία τριάδα γι’ αυτό και στου αίνους του όρθρου της Πεντηκοστής ψάλουμε «Διού πατήρ γνωρίζεται και υιός δοξάζεται και παρά πάντων γινόσκεται μια δύναμη, μια σύνταξις μία προσκύνηση της αγίας τριάδος». Ο Χριστός μας φεύγοντας με την ανάληψη του στους ουρανούς, υποσχέθηκε ότι θα μας στείλει άλλον παράκλητον για να μένει μεθ’ημών, για να μένει μαζί μας, εις τους αιώνας, πάντοτε. Και τον παράκλητο, το πνεύμα το άγιο, μας το έστειλε την ημέρα αυτή της μεγάλης εορτής της Πεντηκοστής. Και παραμένει εις τον αιώνα μέσα στην εκκλησία μέσα στα μυστήρια. 

Γι’αυτό δεχόμενοι ημοίς οι άνθρωποι, παίρνοντας τα άγια μυστήρια και ιδιαίτερα την Θεία Ευχαριστία, το άγιο σώμα και το αίμα του Χριστού, παίρνομε όλη την αγία τριάδα και δή το πνεύμα το άγιο που αγιάζει το τίμιο το αίμα και από άρτο και οίνο τον μεταβάλλει σε σώμα και αίμα Χριστού.Αν η εκκλησία είναι το μυστικό σώμα του Χριστού, το πνεύμα το άγιον είναι η καρδιά της εξουσίας. 

Αν η εκκλησία είναι το πλοίο του Ιησού, το πλοίο αυτό ως ιστιοφόρο της χάριτος πνέει με την πνοή του αγίου πνεύματος.Αν η εκκλησία είναι ο στρατός του Ιησού, η δύναμη με την οποία νικά η στρατευομένη εκκλησία, η εκκλησία που είναι επάνω στην γη, οχι η θριαμβεύουσα στους ουρανούς, ημοίς η εκκλησία,  είναι το πνεύμα το άγιο. Και αν η ζωντανή δράση της εκκλησίας στον κόσμο αρχίζει με την πεντηκοστή, η ζωντανή αυτή δράσις της φαίνεται να συνεχίζεται μέσα στην λειτουργία. Κάθε θεία λειτουργία είναι και μία Πεντηκοστή.

Βεβαίως η θεία λειτουργία γίνεται εν ονόματι και των τριών προσώπων της αγίας τριάδος. Η πύλη που μπαίνομε στην θεία λειτουργία είναι αγιοτριαδική. Μεγαλοπρεπή η αρχή της. 

Ευλογημένη η βασιλεία του πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος. Έτσι αρχίζει η θεία λειτουργία. Και όλες οι ευχές και οι εκφωνήσεις καταλήγουν, σε τριαδική δοξολογία. «Ότι πρέπει συ πάσα δόξα τιμή και προσκύνησις, των πατρί και τω υιό και το αγίω πνεύματι νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν» Αλλά η δύναμις εκείνη που τελεί την φρικτή θυσία της θείας λειτουργίας και πυρακτώνει, δηλαδή κάνει φωτιά τον ναό και τον ιερέα, είναι το άγιο πνεύμα. 

Η Πεντηκοστή είναι συνδυασμένη με την φωτιά, πυρακτωμένο κάρβουνο από το θυσιαστήριο του Θεού,πήρε ο άγγελος και το άγγιξε στα χείλη του προφήτου Ησαϊα για να αρχίζει την ιερουργία του λόγου. Πυρακτωμένες γλώσσες όπως αναφέρεται στο άγιον ευαγγέλιον,και ο απόστολος Παύλος, πυρακτωμένες γλώσσες διένειμε ο Θεός στους αποστόλους για να αρχίσουν την ιερουργία του μυστηρίου της σωτηρίας που συνεχίζει η Ορθόδοξος εκκλησία μας. 

Το πνεύμα το άγιον ήρθε εν είδη πυρήνων γλωσσών. Η χάρις του ονομάζεται γλωσσοπυσρόμωρφος και οι δωρεές και τα χαρίσματα που δίνονται, με την διανομή του πυρός και οι δωρεές και τα χαρίσματα, τα χαρίσματα του, του αγίου πνεύματος, δίνονται με την διανομή του πυρός με τις γλώσσες επάνω εις τας κεφαλάς των αγίων αποστόλων και οι απόστολοι κατά σειρά και κατά κανόνα και κατά εντολή του Χριστού, εις τους Επισκόπους, εις τους ιερείς, εις τους ποιμένας και δια του μυστηρίου,  εις τους χριστιανούς. Πυρ διαιρούμενο εις νομάς χαρισμάτων. 

Έτσι μέσα στην θεία λειτουργία όλα είναι πυρακτωμένα. Όλα με το άγιο πνεύμα έχουνε την φωτιά την πνευματική, την αγιαστική, που καυστηριάζει την αμαρτία και κάθε μικρόβιο, που χαλά την ψυχή, την ψυχική υγεία, του ανθρώπου. 

Πυρακτωμένη η ύπαρξις του ιερέως που τελεί την θεία λειτουργία. Όλα μέσα στην θεία λειτουργία γίνονται και ψάλλει η εκκλησία μας «πάντα χορηγεί το πνεύμα το άγιο». Βρύει… προφητείας τυχάζει…προφητείας , ιερέας τελεί, τους τελειώνει του αναδεικνύει του κάμνει αγίους αγράμματους σοφίας εδίδαξε τους αποστόλους και όσοι δέχονται το πνεύμα το άγιο άσχετα αν είναι αγράμματοι, γίνονται σοφοί κατά Θεόν. Αλιείς θεολόγους ανέδειξε. Όλως συγκροτεί τον θεσμό της εκκλησίας το άγιον πνεύμα. 

Όλα τα λεγόμενα και πραττόμενα στην θεία λειτουργία με τελετουργό το άγιο πνεύμα. Ο άνθρωπος με την θεία λειτουργία προσφέρει ανθρώπινα υλικά στοιχεία. Προσφέρει το ζυμωτό πρόσφορο, το θυμίαμα, το κρασί, το νερό, τις δεήσεις, τις ικεσίες. Προσφέρει τον εαυτόν του. Όλες αυτές οι προσφορές δεν είχαν αξία αν δεν υπήρχε η Θεϊκή αντιπροσφορά. Ο άνθρωπος προσφέρει ύλη. Ο Θεός αντιπρσφέρει πνεύμα. Γι’αυτό ο ιερεύς λέγει: «Ο προσδεξάμενος αυτά εις το άγιον και υπερουράνιον και νοερόν αυτού θυσιαστήριον, αντικαταπέψει μει την θείαν χάριν και την δωρεάν του αγίου πνεύματος δεηθώμεν» Αυτό λέγει ο ιερέυς εμπρός εις την θεία τράπεζα όταν έχει τα ιερά δώρα. 

Στην συνέχεια έρχεται η μεγάλη στιγμή, η στιγμή του θαύματος, όπου μεταβάλλεται το κρασί και το ψωμί, σε αίμα και σώμα Χριστού. «Μεταβαλλών το πνεύματι Σου το αγίω» λέγει ο ιερεύς γεμάτος δέος. Αν το πνεύμα το άγιο μετέβαλε τον άψυχο πρωτόπλαστο, τον άψυχο πρωτόπλαστο άνθρωπο, εις ψυχή ζώντων όπως θα έχετε υπ’όψην σας κατά την δημιουργία του ανθρώπου, όταν έπλασε ο Θεός το σώμα του ανθρώπου, λέγει η γραφή και ενφυσήσας εις τους νιπτήρας αυτού, έγινε ο άνθρωπος, το απλό σώμα, εις ψυχήν ζώσαν. 

Και έτσι η ψυχή του ανθρώπου έχει κάτι ξεχωριστό, ευγενικότερο από τους αγγέλους, γιατί οι άγγελοι έγιναν δια του λόγου, είπε ο Θεός και εγένετο, το δε σώμα και η ψυχή του ανθρώπου κατά ιδιαίτερη επιμέλεια του Θεού εγένετο. Αν το πνεύμα το άγιο μετέβαλε την μήτρα της παρθένου της Παναγίας μας, σε ναό της σαρκωμένης θεότητος, του Χριστού μας κατά λόγον του αγγέλου, πνεύμα άγιο επελεύσετε επι σε και δύναμις υψίστου επισκιάζεται. Το πνεύμα το άγιο μεταβάλλει και το κρασί και το ψωμί σε θεανθρώπινο σώμα και αίμα στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας. Φοβερό το μυστήριο! Να αξιώνεται ο άνθρωπος ο θνητός, ο αμαρτωλός, ο εγκληματίας, ο βλάστημος, ο γεμάτος αμαρτίας, ο γεμάτος ασθένειες και πληγές και βρωμιές, αξιώνεται να κοινωνήσει σώμα και αίμα Χριστού δια της επελεύσεως του αγίου πνεύματος με το μέσο του ιερέως. 

Αν είχαμε μάτια πίστεως, μάτια αγίου Αντωνίου καθαρά και κατακάθαρα, θα βλέπαμε την ώρα εκείνη το πνεύμα το άγιο να κατεβαίνει και να πυρπολεί την αγία τράπεζα. Διαβάζοντας το γεροντικό, ότι υπήρχε ένας άγιος ιερομόναχος, σε ασκητήρι,  σε μοναστήρι τέλως πάντων, όταν έκαμνε την θεία λειτουργία, λόγω της αγιότητος του, λόγω της μεγάλης του καθαρότητος, λόγω της ασκητικής του ζωής, λόγω λόγω πολλών χαρίτων και χαρισμάτων, έβλεπε την ώρα που θα εκατέβενε το πνεύμα το άγιον να αγιάζει τα τίμια δώρα, έβλεπε έναν αετό να κατεβαίνει από τον ουρανό, επάνω στην αγία τράπεζα. Και αυτό ήτανε το σημείο και το τεκμήριο και η απόδειξις ότι όντως κατέβηκε το πνεύμα το άγιο εις τα τίμια δώρα. Κάποτε λειτουργούσε με ένα διάκονο. Ο δε διάκονος δεν πρόσεξε σε κάποια περίπτωση και με την σκέψη του αμάρτησε. Και όταν ο ιερεύς αυτός ο άγιος γονάτισε και επικαλέστη το πνεύμα το άγιο κατά την ευχή της θείας λειτουργίας δεν είδε τον αετό να κατεβαίνει. Και είπε μα γιατί. Βλέποντας τον εαυτό του είδε ότι δεν ετέλεσε κάτι, μα γιατί δεν κατεβαίνει; Προσεύχεται πάλι, γονατίζει ξανά κλαίει μετά δακρύων, το πνεύμα το άγιο δεν κατεβαίνει. Τότε φωτίστηκε και λέει στον διάκονο: παραμέρισε παιδί μου λίγο από την αγία τράπεζα. Γονατίζει προσεύχεται, να ο αετός και κατέβηκε. Και αυτό έδωσε την πληροφορία ότι η αμαρτία του διακόνου εμπόδιζε την επέλαση του αγίου πνεύματος και αυτό όχι γιατί δεν κατέβαινε, γιατί δεν μπορούσε να μην κατέβει, αλλά το έκαμε αυτό για να πληροφορηθεί ο άγιος την αμαρτία του διακόνου του, αλλά και για παράδειγμα το οποίο θα έμενε στα γραπτά για να ωφελήσει πολλούς ανθρώπους ιερωμένους. 

Επαναλαμβάνω εδώ. Με ποια μάτια βλέπουμε τα τελούμενα στην θεία λειτουργία. Χρειάζεται μάτια πίστεως. Δηλαδή να πιστεύουμε αυτό το οποίο τελεσιουργείται πάνω στην αγία τράπεζα. Να πιστεύουμε πράγματι ότι ο άρτος και ο οίνος με την χάρη του αγίου πνεύματος έγιναν σώμα και αίμα Χριστού και ότι μεταλαμβάνουμε σώμα και αίμα Χριστού και αγιαζόμεθα.

Ένας πατέρας κατά το ιερόν Ευαγγέλιο είχε ένα άρρωστο παιδί. Και όταν ο Χριστός μας κατέβηκε από το όρος όπου επήγε να προσευχηθεί και ήρθε πάλι ανάμεσα στον όχλο, στο λαό, να και ο πατέρας καταφθάνει και πέφτει στα γόνατα και παρακαλεί τον Χριστό μας και του λέει: Διδάσκαλε έχω ένα παιδί άρρωστο το πήγα στους μαθητές σου τους παρακάλεσα να μου το κάμουν καλά και δεν ηδυνήθισαν, δεν μπόρεσαν. Τώρα ήρθα σε σένα και ότι μπορείς κάνε στο παιδί μου. Καί ο Χριστός του λέει: Πιστεύεις ότι μπορώ εγώ να το κάμω καλά; Εκείνος προβληματίστηκε. Τί να απαντήσει. Έπρεπε να απαντήσει όμως τί πιστεύει. Πιστεύω Κύριε. Δούλεψε ο λογισμός. Μήπως δεν πιστεύω καλά και δυνατά και δεν θα γίνει το παιδί μου καλά; Και φωνάζει. Κύριε βοήθει μη τη απιστία μου. Δηλαδή ενίσχυσε την πίστη μου, την μικρή μου πίστη κάντη μεγάλη και την λίγη καντην πολλή να πιστέψω ώστε να γίνει το θαύμα στο παιδί μου. Και ο Χριστός του απαντά: Ως επίστευσας γένηθήτω. Όπως πιστεύεις να γίνει το θαύμα στο παιδί σου. Και επειδή πίστευε ο άνθρωπος ολόψυχα, το παιδί του κάτω στην πόλη έγινε καλά. 

Και ημείς αν πιστεύουμε ότι κοινωνούμε σώμα και αίμα Χριστού, σώμα και αίμα Χριστού θα πάρουμε εις ζωήν αιώνιο. Αν όμως μέσα μας δυσπιστούμε δεν πρόκειται να πάρουμε την χάρη την αγιαστική του αγίου πνεύματος του αγίου σώματος και αίματος του Χριστού. 

Δηλαδή η πίστις είναι αυτή που κάνει το θαύμα μέσα μας. Τι μεγάλη τιμή για τον ιερέα να κατεβάζει το πνεύμα το άγιο στο θυσιαστήριο κάνει έργο που ούτε οι άγγελοι μπορούν να το κάνουν. Αλλά στην εποχή μας ο ιερεύς χλευάζεται από τις μάζες των νεαρών όπως όλοι γνωρίζουμε μόλις εμφανιστεί σε δημόσιο χώρον. Κανένας αλήτης δεν αντιμετωπίζει την κοροϊδία και τις βρισιές δυστυχώς που γίνεται κατά πολύ στην αγαπητή μας πατρίδα που αντιμετωπίζει ένας λειτουργός του Θεού. Αυτό το γνωρίζουμε όλοι. Αλλά όταν χλευάζουν τον ανώνυμο κληρικό, στο πρόσωπο του χλευάζουν τον Θεό που εκπροσωπεί ο κληρικός. Αλλά γιατί ο ιερεύς να περιμένει καλύτερη συμπεριφορά από τον όχλο από εκείνη που έδειξε ο όχλος προς αυτόν τον κύριο της δόξης. Είναι αλήθεια αυτό. 

Ν’ χετε υπόψη σας ότι πολλές φορές πολλοί χριστιανοί εν τη αγνοία τους και δη νεαροί όταν βλέπουν πρωϊ-πρωϊ τον ιερέα ξέρετε κάνουν πολλές άσχημες χειρονομίες δήθεν ότι βλέποντας τον ιερέα η μέρα θα πάει κακώς. Και κάνουν μια χειρονομία να μην τους αγγίξει το κακό που θα συναντήσουν. Κάνοντας αυτό προς τον ιερέα και βλαστημώντας τον κληρικό του Θεού στον λειτουργό του Θεού, έρχεται ο διάβολος και τους κάνει κακό. Και το αποδίδουν γιατί είδαν τον ιερέα. Ενώ είναι διότι εχλεύασαν τον ιερέα του Θεού. 

Τί τιμή στον ιερέα αλλά και τι ευθύνη για τον ιερέα! Αυτό ανήκει σε μένα. Τα χέρια του θα αγγίξουν το ιερό θυσιαστήριο. Πρέπει να είναι πεντακάθαρα. Η γλώσσα του να μεταδώσει τον λόγο του αγίου πνεύματος. Πρέπει να είναι αγνή. Η ψυχή του θα υποδεχτεί το άγιο πνεύμα στην θεία λειτουργία. Πρέπει να είναι αμόλυντη. Σαν άγγελος πρέπει να ζεί ο ιερεύς. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο. Αυτό είναι το αλίμονο σε μένα. Αγαπητοί μου Χριστιανοί. Είναι μεγάλο δώρο και μεγάλη ευκαιρία η θεία λειτουργία. Και δεν πρέπει να απουσιάζουμε. 

Γι’αυτό όταν έρχεται η Κυριακή μέρα, η μέρα της καταπαύσεως, ο σαββατισμός της Ορθοδόξου εκκλησίας, πρέπει κάθε χριστιανός συνειδητός ένας χριστιανός που ποθεί σωτηρία όχι μόνον τον εαυτόν του να πάρει στην εκκλησία αλλά να πάρει και τους οικείους. Δεν πρέπει να απουσιάζουν από την θεία λειτουργία κατά την Κυριακή και τις μεγάλες γιορτές, για να αγιαζόμεθα και συνεπώς να γινόμεθα καινούργιοι άνθρωποι στην ψυχή. Αλλά όχι μόνο στην ψυχή αλλά και στο σώμα. 

Διπλά ωφελείται ο άνθρωπος. Παίρνοντας το πνεύμα το άγιο, όχι μόνον η ψυχή μας θεραπεύεται, αλλά και σωματικά γινόμεθα καλά, αρκεί νά’χουμε πίστη. Είναι μεγάλο δώρο και μεγάλη ευκαιρία η θεία λειτουργία. Μας ξαναφέρνει στο υπερώο της Πεντηκοστής. Με την Πεντηκοστή, ανθρωπάκια με παθάκια, δηλαδή εμείς οι άνθρωποι με τα πάθη μας, έγιναν πλέοντες…πλέοντες. Και ποιοί είναι αυτοί; Οι απόστολοι. Ήσαν μικροί σαν άνθρωποι με πάθη και αδυναμίες αλλά έγιναν λιοντάρια. Έγιναν γίγαντες του πνεύματος. Πρόκειται για τους αποστόλους. Έτσι και εμείς μέσα στην θεία λειτουργία γινόμαστε κοινωνοί του αγίου πνεύματος. Όποιος κοινωνεί με προετοιμασία, με πίστη συχνά τα άχραντα μυστήρια, αυτός δεν είναι μόνος. Είναι ντυμένος την αλεξίσφαιρο στολή του αγίου πνεύματος. Υπάρχουν αστυνομικοί που φορούν αλεξίσφαιρο και όταν τους κτυπάν οι αντίπαλοι με σφαίρες δεν σκοτώνονται. Ούτω πως κι’ όταν ο δαίμονας με τα πάθη, με τις αδυναμίες μας κτυπάει, έχοντας το αλεξίσφαιρο, την θεία κοινωνία την χάρη του αγίου πνεύματος από την θεία λειτουργία, δεν σκοτωνόμεθα ψυχικά….

Μετά χαρά και λέγουν: «Ίδωμεν το φως το αληθινόν,ελάβομεν πνεύμα επουράνιον. Εύρομεν πίστην αληθήν, αδιαίρετον τριάδαν προσκυνούντες, αύτη γαρ ημάς έσωσεν». Αμήν γένοιτο εις πάντας ημάς αυτή η χάρη του αγίου πνεύματος, τω δε Θεώ δόξα ημοίς εις τους αιώνας των αιώνων. Αυτά. Δι’ευχών…

Ο απόστολος Παύλος, είναι το στόμα του Χριστού μας. Οι πεφωτισμένες επιστολές του είναι κατάφορτες από πνευματική ωφέλεια από πνευματικό φώς και χαράζουν τον πιο φωτεινό δρόμο της σωτηρίας. Μέσα στις επιστολές του γράφει και την εξής φράση: «Οι δε τέκνα και κληρονόμοι. Κληρονόμοι δε Θεού, συγκλιρονόμοι δε Χριστού» Προς Ρωμαίους. Τι λοιπόν να πρωτοθαυμάσει κανείς. Το τί είναι κληρονομία Θεού, την οποία κληρονομούμεν; Το πως γινόμεθα παιδιά του Θεού, εμείς τα απόπαιδα της αμαρτία; και πως γινόμεθα όλοι κληρονόμοι του Θεού; Επίσης οχι το πως να θαυμάσουμε αλλά να συλλάβουμε, ει δυνατόν με τον ασθενικό μας και περιορισμένο νού, το πως άλλος πλήρωσε τον φόρο της κληρονομίας, ο Χριστός μας πάνω στον σταυρό κατέβασε τον φόρο της κληρονομίας, για να γίνουμε εμείς όχι κάτοχοι, αλλά μέτοχοι της αιωνίου ζωής. Μπορούμε να συλλάβουμε το νόημα, το τί είναι κληρονομία, συγκληρονομία μετά του Χριστού του Θεού; Γνωρίζουμε το τί κληρονομούμεν; Αυτό είναι το μεγάλο δίλημα εις την σύλληψην του νοήματος. Και πόσοι είναι οι κληρονόμοι του Θεού; Όσα είναι τα παιδιά του Θεού. Και πόσα είναι τα παιδιά του Θεού; Όσοι και οι άνθρωποι. Όλοι είναι, ή μάλλον όλοι μπορούν να γίνουν παιδιά του Θεού. Αν ο πατέρας σερβίρει στο τραπέζι μερίδα για όλα τα παιδιά του, φταίει ο πατέρας εάν ορισμένα παιδιά του δεν έχουν όρεξη και περιφρονούν την μερίδα τους; Ο Θεός πατέρας για όλους έστρωσε τραπέζι της σωτηρίας. Ο υιός του ήλθε για όλους. 

Αν τώρα πολλοί περιφρονούν το τραπέζι της αγάπης του Θεού, ασφαλώς δεν φταίει ο Θεός. Φταίνε οι καταφρονητές. Όσοι πιστοί, οι λίγοι πιστοί, ευχαριστούν μαζί με τον απόστολο Παύλο τον Θεό, διότι έχουν μερίδα στον κλήρο των αγίων. Και ποιοί είναι αυτοί που έχουν μερίδα και κλήρο εις την κληρονομίαν του Θεού μετά του αποστόλου Παύλου; Εκείνοι που τηρούν, όχι μόνο το Ευαγγέλιο, αλλά και τις παραγγελίες αυτού του μεγάλου αποστόλου. Ο Θεός έστειλε στην γη τον μονογενή του ιυό. Τον κύριο ημών Ιησού Χριστό. Για να μας κάνει κληρονόμους της βασιλείας του. Δεν ήταν εύκολο αυτό το πράγμα. Αυτό το κατόρθωμα, αυτό το μεγάλο και ασύλληπτο κατέβασμα, του υιού του Θεού από τους ουρανούς στην γη. Όχι βέβαια σαν άνθρωπος ότι ήταν στην γη. Σαν Θεός ήτανε και στον ουρανό και στην γή. Και εν θρόνο και εν πόλω. Ο Θεός έστειλε στην γη τον μονογενή του υιό, τον κύριο ημών Ιησού Χριστό, για να μας κάνει κληρονόμους της βασιλείας του. Έστειλε τον υιό του στην γη για να μαζέψει στον ουρανό, τον άσωτο υιό του, το αλητόπαιδο της αμαρτίας, εμένα και σένα. Κάποτε στην Παλαιά Διαθήκη, ζήτησε ο Θεός από τον Αβραάμ, να υπογράψει την πίστη του, με το αίμα του μονάκριβου παιδιού του του Ισαάκ.Κι ήταν έτοιμος να το κάνει. Αλλά την τελευταία στιγμή δεν τον άφησε ο Θεός. Τον σταμάτησε. Γιατί τον σταμάτησε; Διότι είδε στην πράξη την πίστη του. Το χέρι Του κράτησε το μαχαίρι και αυτό που ζήτησε από τον Αβραάμ και δεν τον άφησε να το κάνει, το έκανε ο ίδιος στο δικό του παιδί. Στο μονάκριβο παιδί Του. Τον Ιησού Χριστό. Το θυσίασε πάνω στον σταυρό. Για να σφραγίζει τη επαγγελία, την αξιοπιστία του, την Διαθήκη Του. Μπορούμε να συλλάβουμε το μεγαλείο αυτό της αγάπης του Θεού σε μάς; Εάν δούμε το πως εμείς συμπεριφερόμεθα στον Θεό, απέναντι σ’αυτήν την άπειρη αγάπη Του, πρέπει να μας καταλάβει κατεσχύνη και ντροπή.

Ο Θεός πατέρας θυσίασε τον μονογενή Του υιό, πάνω στον σταυρό και ημοίς οι οποίοι απολαύσαμε αυτήν την θυσία και κερδίσαμε την συγκληρονομία μετά του υιού Του, φθάνουμε στο, φθάνουμε στο σημείο, να βλαστημούμε τον υιό του Θεού. Αυτόν που θυσιάστηκε επάνω στον σταυρό. 

Εάν θα ρίξουμε μία ματιά – ας αφήσουμε του απίστους στους Ορθοδόξους θα έρθω – εάν ρίξουμε μία ματιά, μια έρευνα, μια εξακρίβωση και θα δούμε ότι εις του δέκα άνδρες Ορθοδόξους Χριστιανούς, οι εννέα βλαστημούν το όνομα του Θεού. Είναι το μεγαλύτερο έγκλημα που μπορεί να διαπράξει ο Ορθόδοξος Χριστιανός. Όταν το διαπράττει αυτό, απλώς νομίζει ότι κάνει μια κακή πράξη. Λέει ότι δεν το θέλω να το κάνω. Ξέρω ότι είναι κακό, μα το κάνω από συνήθεια, μα δεν το κάνω σοβαρά, δεν θέλω να βλαστημήσω. Ναί, αλλά, εσένα άνθρωπε αν σε βλαστημήσει μια φορά το παιδί σου, αμέσως θα σηκώσεις το χέρι σου να το κτυπήσεις, να διαμαρτυρηθείς και θα πείς χίλια δυο πράγματα. Εσύ βλασφημείς ολόκληρα χρόνια τον Θεό, τον Χριστό μας, την Παναγία και ο Χριστός δεν κατέβασε το χέρι Του να σε τιμωρήσει. Όταν όμως αποφασίσει και το κατεβάσει, δεν θα γυρίσει πίσω άδειο. Θα κτυπήσει σοβαρά προς δυμμόρφωση, όχι για εκδίκηση. Ο Θεός δεν εκδικείται, αλλά μόνο και μόνο από αγάπη για να συνέλθεις να το σταματήσεις αυτό το έγκλημα, διότι εάν σε’βρει ο θάνατος δίκαια και αληθινά από το κρεβάτι θα οδηγηθείς στην κόλαση.

 Άνθρωπε, όταν έχεις ένα σπυράκι και σε πονάει και λές σπυράκι είναι, με πονάει λίγο δεν είναι τίποτε. Δεν παίρνεις σοβαρή θέση στην θεραπεία του. Όταν όμως περάσεις από τις ακτίνες και σου πεί ο γιατρός ότι είναι καρκίνος, αμέσως θα λάβεις όλα τα μέτρα να ξεκινήσεις θεραπεία και σωτηρία. Όταν σου πεί ο πνευματικός ότι δεν είναι απλή ύβρις το όνομα του Θεού και της Παναγίας, αλλά είναι έγκλημα Θείο, τότε πρέπει να αναλάβεις τον αγώνα το να σταματήσεις αυτό το έγκλημα. Και ερχόμεθα πάλι στην αγάπη του Θεού και στην ανάλυση της συκληρονομία μετά του Χριστού μας. Τί άλλο θέλουμε για να πιστέψουμε στην αγάπη Του Θεού; Μας κάνει κληρονόμους. Το σχετικό συμβόλαιο υπογράφει με το αίμα του υιού Του. Ο αρραβών της κληρονομίας ημών. Τί προσφέρουμε εμείς για την Διαθήκη αυτή; Την πίστη μας, που και αυτή δεν είναι δική μας. Είναι δωρεάν του Θεού. Ε τότε, γιατί δεν γίνονται όλοι κληρονόμοι του Θεού; Διότι δεν θέλουν. Δηλαδή ποιός θέλει; Εκείνος που έχει τις προϋποθέσεις για να γίνει κληρονόμος. Η επίγνωσις του Χριστού είναι προυπόθεσις. Να εξετάζουμε, να ξέρουμε τι είναι ο Χριστός. Τί ζητεί ο Χριστός από μας. Μας ζητεί να αγαπούμε του αδελφούς μας. Να τους αγαπώμεν μέχρι θυσίας. Με ταπείνωση και να μήν κατακρίνωμεν ο ένας τον άλλο. Πότε δύο αδελφοί λέγονται αδελφοί. Όταν έχουν το ίδιο αίμα. Μέσα στις φλέβες τρέχει αίμα αδελφικό. Κάτι τέτοιο και απείρως σπουδαιότερο έκανε ο Ιησούς Χριστός. 

Άνοιξε τις φλέβες του και μετάγγισε το αίμα του σε μας. Και το αίμα αυτό υπάρχει πάντοτε κατά μετάγγιση μέσα στην εκκλησία, την Ορθόδοξη εκκλησία. Αδελφοί μου, την ειδοποίηση αυτή ακούμε σε κάθε θεία λειτουργία. «ποίετε εξ’αυτού πάντες, τούτο εστί το αίμα μου το της Καινής Διαθήκης, το υπερ ημών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν την αιώνιο». Ελάτε όλοι όσοι πάσχετε από μεσογειακή αναιμία που λέγεται αμαρτία από την αμαρτία που μεταδίδει στο αίμα μας στο είναι μας στο μικρόβιο του θανάτου. Βεβαίως. Η αμαρτία γεννά τα μικρόβια όχι μόνο τα ψυχικά τα οποία μετδίδουν ψυχική αρρώστια, αλλά και σωματικά. Η αμαρτία δημιουργεί ασθένειες οι οποίες επιφέρουν βέβαιο θάναντο. Ελάτε και δεχθείτε την μετάνοια. Είναι το αίμα του Χριστού που μεταγγίζεται το πεντακάθαρο. Αυτό σας κάνει αδελφούς του Ιησού Χριστού.  Αυτό σας χαρίζει την αιώνιο ζωή και δόξα. Σας κάνει κληρονόμους μεν Θεού, συγκληρονόμους δε Χριστού. Να γιατί μετά την θεία κοινωνία γινόμεθα αδελφοί του Χριστού και κληρονόμοι του. Γιατί το αίμα του Χριστού παίρνοντας το με την θεία κοινωνία γινόμεθα αδελφοί του Χριστού και επομένως συγκληρονόμοι του Θεού πατέρα. 

Να γιατί μέσα στην εκκλησία την Ορθόδοξη νοιώθομε ως μέλη του Χριστού. Όταν έρθει η χάρις του Θεού, η χάρις του αγίου πνεύματος και ιδιαίτερα στην θεία λειτουργία, ίσως να το έχετε γνωρίσει εν πράξη, όταν έρχεται η ευλογημένη χάρις του Θεού, νοιώθουμε να αγαπάμε όλους τους ανθρώπους και σε κατάσταση εί δυνατόν να αγκαλιάζουμε όλους τους ανθρώπους και να τους δώσουμε αυτό που εμείς νοιώθουμε μέσα μας. Αυτό φανερώνει και χαρακτηρίζει την αδελφοσύνη η οποία γεννάται μέσα στην εκκλησία και ιδιαίτερα μετά την θεία κοινωνία. Ο Χριστός μας είναι η κεφαλή. Η εκκλησία εμείς όλοι. Όλοι εμείς ήμεθα το σώμα του Χριστού. Αφού αναστήθηκε η κεφαλή, θα αναστηθούμε και τα μέλη, όλοι εμείς. Γι’αυτό ο απόστολος Παύλος δεν ονομάζει τον Χριστό μας μόνο πρωτότοκο υιόν του Θεού, τον ονομάζει και πρωτότοκο εκ των νεκρών. Δόξα ο Χριστός, δοξασμένοι και εμείς. Κληρονόμος εκείνος κληρονόμοι και εμείς.

 Ο Χριστός μας στην λίστα της αγάπης του μας έχει βάλει στην πρώτη θέση, βαθιά μες την καρδιά του. Γι’αυτό μας ανέχεται και μακροθυμοί στα τόσα που του κάνουμε. Εμείς οι πιστοί στην λίστα της αγάπης μας, έχουμε τον Ιησούν Χριστό μας πρώτο; Ίνα γένοιτε εν πολλοίς πρωτεύων; Πρώτος στην καρδιά μας που σημαίνει το κέντρο της αγάπης μας. Ο πρώτος έρωτας μας να είναι ο Χριστός. Πρώτος στο σπίτι μας, που σημαίνει στο σαλόνι του σπιτιού μας να δεσπόζει η εικόνα του Χριστού. Τη ζωή του σπιτιού μας να την κυβερνάει ο Χριστός. Εάν το τιμόνι της οικογένειας το δώσουμε στον μεγάλο κυβερνήτη τον Χριστό μας, το σπίτι το καράβι του σπιτιού μας θα πάει ίσια. Και στις φουρτούνες που συναντάει το καράβι και η οικογένεια στην ζωή, θα τύχει καλής οδηγήσεως με αποτέλεσμα να φτάσει στο λιμάνι της σωτηρίας. Συνεχίζω. Πρώτος στην εκλογή μας, που σημαίνει ψηφίζουμε για αρχηγό μας τον Χριστό μας. Πρώτος στην σκέψη μας που σημαίνει να σκεφτόμεθα να κάνουμε ότι θέλει ο Χριστός. Εάν σε κάθε πράξη μας σκεφτόμεθα, αυτό που θα κάνω, αυτό που θα πω, αυτή την πράξη που θα εκτελέσω, την θέλει ο Χριστός, τότε να την κάνω. Όταν όμως η συνείδηση μου πεί ότι αυτή η πράξη δεν του αρέσει του Χριστού, δεν πρέπει να την κάνω. Κι όμως εγώ την κάνω. Πρώτος ο Χριστός μας στον προυπολογισμό μας, που σημαίνει το μεγαλύτερο κονδύλιο στην ελεημοσύνη, στα έργα του Χριστού. Πρώτος παντού. Και γιατί να μην είναι πρώτος; Το αξίζει. Όχι μόνο γιατί είναι Θεός μας, αλλά και για το ότι μας κάνει κληρονόμους του. Πως το γνωρίζουμε ; Μας δίνει στην ζωή αυτή την προκαταβολή της κληρονομίας. Και ποιά είναι η προκαταβολή της κληρονομίας; Η άφεσις των αμαρτιών μας, η απολύτρωση. Η τελεία απαλλαγή από την κόλαση και η είσοδος εις την βασιλεία των ουρανών. Ήδη μας έχει κάνει την σπουδαία μετάθεση. Μας πήρε από το σκοτάδι και μας μετέθεσε στο φως. Αυτός που μας λυτρώνει από την αμαρτία μας σώζει και από τον θάνατο και μας κάνει κληρονόμους της αιωνίας ζωής και βασιλείας. Μας λυτρώνει από τον θάνατο, τον ψυχικό θάνατο, που σημαίνει τελεία αλλωτρίωσις από του Θεού. Αιώνιος χωρισμός από του Θεού. Τελεία αποξένωσις με ότι έχει σχέση με τον Θεό. Αυτό λέγεται ψυχικός θάνατος. Εμείς οι άνθρωποι δεν έχουμε συλλάβει και πρώτος εγώ, δεν έχουμε συλλάβει το νόημα, τί θα πεί ψυχικός θάνατος και σε πόσο καιρό μπορεί να μας συμβεί. Όπως είπαμε ο ψυχικός θάνατος είναι ο χωρισμός, ο αιώνιος από τον Θεό και μπορεί να συμβεί μέσα στις στιγμές του χρόνου, να μας έβρει ο θάνατος ο σωματικός, ανεξομολόγητους και αδιόθρωτους. Παρ’ ότι είμεθα αδιόρθωτοι ον πρώτος είμαι εγώ και πιστεύουμε ότι ο θάνατος μπορεί να μας έρθει μετά από στιγμές, παρά ταύτα το σκοτάδι της άγνοιας, δεν θα πω άγνοια, αλλά μάλλον από αδιαφορία και από το ότι δεν έχουμε συλλάβει σοβαρά το θέμα της σωτηρίας, μας κάνει να βρισκόμεθα ανά πάσα στιγμή, στην επικίνδυνο θέση να χάσουμε την ψυχή μας συγχρόνως. 

Μεταθέτουμε την εξομολόγηση, την διόρθωση, του καλού έργου για αργότερα. Και λέει η γραφή ότι : Κάτι που έχεις να κάνεις αύριο, μην το αφήσεις για την αύριο. Δεν ξέρεις αν θα την συναντήσεις την αύριο για να κάνεις αυτό το έργο. Σήμερα κάντο το καλό έργο. Αυτή την στιγμή εί δυνατόν. Και έχοντας αυτό το σοβαρότατον πρόβλημα ο καθένας μας, το θέμα της σωτηρίας, πρέπει να το κρατήσουμε με όλη την δύναμη του πιστεύω μας και να φροντίζουμε ανά πάσα στιγμή να είμεθα έτοιμοι. Να εξομολογούμεθα, η οποία εξομολόγηση είναι λουτρό, είναι αυτό που μας δίνει την δυνατότητα, μας δίνει το κλειδί με το οποίο ανοίγουμε την πόρτα της βασιλείας των ουρανών. Χωρίς αυτό το κλειδί δεν ανοίγει η πόρτα. Όσα καλά έργα κι αν κάνουμε, όσες θείες κοινωνίες και αν πάρουμε, εάν δεν θα οδηγηθεί το κλειδί αυτό να ανοίξει την θύρα της μετάνοιας της επιστροφής, σωτηρία δεν τυχάνουμε, δεν παίρνουμε. Γι’αυτό ακριβώς και ο Χριστός μας εις το άγιον Ευαγγέλιο μας φωνάζει, μας κράζει και μας λέγει «γρηγορείτε, ουκ είδατε την ημέρα, ουδέ την ώρα εν ή ο υιός του ανθρώπου έρχετε να σου κτυπήσει την θύρα της ζωής. 

Να ευχηθώ με όλη μου την καρδιά, να μας χαρίσει ο καλός Χριστός μας, ο μεγάλος μας αδελφός, ο συκληρονόμος της βασιλείας του Θεού και πατρός, να μας δώσει αυτή την αγιασμένη συναίσθηση, να καταλάβουμε το πόσο πρέπει να ετοιμαστούμε και να μας καταστήσει ετοίμους και μας πάρει σε μια στιγμή μετάνοιας και σωτηρίας. Αμήν.

ΠΑΤΕΡ ΕΦΡΑΙΜ

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΦΙΛΟΘΕΟΥ

πηγή

 

Όσιος Πορφύριος, Μελαγχολία, θλίψη, άγχος

Στις 2 Δεκεμβρίου τιμάται η μνήμη του νέου Οσίου Γέροντος Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου

Μελαγχολία, θλίψη, άγχος

του Αγίου Γέροντος Πορφυρίου
Το σπουδαίο είναι να μπούμε στην Εκκλησία. Να ενωθούμε με τους συνανθρώπους μας, με τις χαρές και τις λύπες όλων. Να τους νιώθουμε δικούς μας, να προσευχόμαστε για όλους, να πονάμε για την σωτηρία τους, να ξεχνάμε τους εαυτούς μας. Να κάνομε το παν γι’ αυτούς, όπως ο Χριστός για μας. Μέσα στην Εκκλησία γινόμαστε ένα με κάθε δυστυχισμένο και πονεμένο κι αμαρτωλό. Κανείς δεν πρέπει να θέλει να σωθεί μόνος του, χωρίς να σωθούν και οι άλλοι. Είναι λάθος να προσεύχεται κανείς για τον εαυτό του, για να σωθεί ο ίδιος. Τους άλλους πρέπει να αγαπάμε και να προσευχόμαστε να μη χαθεί κανείς· να μπούν όλοι στην Εκκλησία. Αυτό έχει αξία. Και μ’ αυτή την επιθυμία πρέπει να φύγει κανείς απ’ τον κόσμο, για να πάει στο μοναστήρι η στην έρημο……
Μέσα στην Εκκλησία, που έχει τα μυστήρια που σώζουν, δεν υπάρχει απελπισία. Μπορεί να είμαστε πολύ αμαρτωλοί. Εξομολογούμαστε, όμως μας διαβάζει ο παπάς κι έτσι συγχωρούμαστε και προχωρούμε προς την αθανασία, χωρίς καθόλου άγχος, χωρίς καθόλου φόβο.

Όποιος ζει τον Χριστό, γίνεται ένα μαζί Του, με την Εκκλησία Του. Ζει μια τρέλα! Η ζωή αυτή είναι διαφορετική απ’ τη ζωή των ανθρώπων. Είναι χαρά, είναι φως, είναι αγαλλίαση, είναι ανάταση. Αυτή είναι η ζωή της Εκκλησίας, η ζωή του Ευαγγελίου, η Βασιλεία του Θεού. «Η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστίν» (Λουκ. 17,21). Έρχεται μέσα μας ο Χριστός κι εμείς είμαστε μέσα Του. Και συμβαίνει όπως μ’ ένα κομμάτι σίδηρο που τοποθετημένο μές στη φωτιά γίνεται φωτιά και φως· έξω απ’ τη φωτιά, πάλι σίδηρος σκοτεινός, σκοτάδι.

Όσοι κατηγορούν την Εκκλησία για τα λάθη των εκπροσώπων της, με σκοπό δήθεν να βοηθήσουν για την διόρθωση, κάνουν μεγάλο λάθος. Αυτοί δεν αγαπούν την Εκκλησία. Ούτε, βέβαια τον Χριστό. Τότε αγαπάμε την Εκκλησία, όταν με την προσευχή μας αγκαλιάζουμε κάθε μέλος της και κάνομε ό,τι κάνει ο Χριστός. Θυσιαζόμαστε, αγρυπνούμε, κάνομε το παν, όπως εκείνος, ο οποίος «τις λοιδορίες δεν τις ανταπέδιδε, και όταν έπασχε δεν απειλούσε» (Α΄ Πετρ. 2,23).

Να προσέχουμε και το τυπικό μέρος. Να ζούμε τα μυστήρια, ιδιαίτερα το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας. Σ’ αυτά βρίσκεται η Ορθοδοξία. Προσφέρεται ο Χριστός στην Εκκλησία με τα μυστήρια και κυρίως με την Θεία Κοινωνία.

Για πολλούς, όμως, η θρησκεία είναι ένας αγώνας, μια αγωνία κι ένα άγχος. Γι’ αυτό πολλούς απ’ τους «θρήσκους» τους θεωρούνε δυστυχισμένους, γιατί βλέπουνε σε τι χάλια βρίσκονται. Και πράγματι. Γιατί αν δεν καταλάβει κανείς το βάθος της θρησκείας και δεν την ζήσει, η θρησκεία καταντάει αρρώστεια και μάλιστα φοβερή. Τόσο φοβερή, που ο άνθρωπος χάνει τον έλεγχο των πράξεών του, γίνεται άβουλος κι ανίσχυρος, έχει αγωνία κι άγχος και φέρεται υπό κακού πνεύματος (δηλ. δαιμονικής ενέργειας). Κάνει μετάνοιες, κλαίει, φωνάζει, ταπεινώνεται τάχα, κι όλη αυτή η ταπείνωση είμαι μια σατανική ενέργεια. Ορισμένοι τέτοιοι άνθρωποι ζούνε τη θρησκεία σαν ένα είδος κολάσεως. Μέσα στην εκκλησία κάνουν μετάνοιες, σταυρούς, λένε, «είμαστε αμαρτωλοί, ανάξιοι», και μόλις βγούνε έξω, αρχίζουν να βλασφημάνε τα θεία, όταν κάποιος λίγο τους ενοχλήσει. Φαίνεται καθαρά ότι υπάρχει στο μέσον δαιμόνιο.

Στην πραγματικότητα, η χριστιανική θρησκεία μεταβάλλει τον άνθρωπο και τον θεραπεύει. Η κυριότερη, όμως, προϋπόθεση, για να αντιληφθεί και να διακρίνει ο άνθρωπος την αλήθεια, είναι η ταπείνωση. Ο εγωισμός σκοτίζει το νού του ανθρώπου, τον μπερδεύει, τον οδηγεί στην πλάνη, στην αίρεση. Είναι σπουδαίο να κατανοήσει ο άνθρωπος την αλήθεια.

Στις αιρέσεις πάνε όλοι οι μπερδεμένοι. Μπερδεμένα παιδιά μπερδεμένων γονέων.

Πολλές φορές ούτε ο κόπος, ούτε οι μετάνοιες, ούτε οι σταυροί προσελκύουν τη χάρη. Υπάρχουν μυστικά. Το ουσιαστικότερο είναι να φύγεις απ’ τον τύπο και να πηγαίνεις στην ουσία. Ό,τι γίνεται, να γίνεται από αγάπη.

Όταν δεν ζείς με τον Χριστό, ζείς μές στη μελαγχολία, στη θλίψη, στο άγχος, στη στενοχώρια. δεν ζείς σωστά. Τότε παρουσιάζονται πολλές ανωμαλίες και στον οργανισμό. Επηρεάζεται το σώμα, οι ενδοκρινείς αδένες, το συκώτι, η χολή, το πάγκρεας, το στομάχι. Σου λένε: «Για να είσαι υγιής, πάρε το πρωί το γάλα σου, το αυγουλάκι σου, το βουτυράκι σου με δύο-τρία παξιμάδια». Κι όμως, αν ζείς σωστά, αν αγαπήσεις τον Χριστό, μ’ ένα πορτοκάλι κι ένα μήλο είσαι εντάξει. Το μεγάλο φάρμακο είναι να επιδοθεί κανείς στην λατρεία του Χριστού. Όλα θεραπεύονται. Όλα λειτουργούν κανονικά. Η αγάπη του Θεού όλα τα μεταβάλλει, τα μεταποιεί, τα αγιάζει, τα διορθώνει, τα αλλάζει, τα μεταστοιχειώνει.

Ο έρωτας προς τον Χριστό είναι κάτι άλλο. Δεν έχει τέλος, δεν έχει χορτασμό. Δίνει ζωή, δίνει σθένος, δίνει υγεία, δίνει, δίνει, δίνει… Κι όσο δίνει, τόσο πιο πολύ ο άνθρωπος θέλει να ερωτεύεται. Ενώ ο ανθρώπινος έρωτας μπορεί να φθείρει τον άνθρωπο, να τον τρελάνει. Όταν αγαπήσομε τον Χριστό, όλες οι άλλες αγάπες υποχωρούν. Οι άλλες αγάπες έχουν κορεσμό.. Η αγάπη του Χριστού δεν έχει κορεσμό. Η σαρκική αγάπη έχει κορεσμό. Μετά μπορεί ν’ αρχίσει η ζήλια, η γκρίνια, μέχρι κι ο φόνος. Μπορεί να μεταβληθεί σε μίσος. Η εν Χριστώ αγάπη δεν αλλοιώνεται. Η κοσμική αγάπη λίγο διατηρείται και σιγά σιγά σβήνει, ενώ η θεία αγάπη ολοένα μεγαλώνει και βαθαίνει. Κάθε άλλος έρωτας μπορεί να φέρει τον άνθρωπο σε απελπισία. Ο θείος έρως, όμως, μας ανεβάζει στη σφαίρα του Θεού, μας χαρίζει γαλήνη, χαρά, πληρότητα. Οι άλλες ηδονές κουράζουν, ενώ αυτή διαρκώς δεν χορταίνεται. Είναι μία ηδονή ακόρεστος, που δεν την βαριέται κανείς ποτέ. Είναι το άκρον αγαθόν.

Όταν αγαπάς τον Χριστό, παρόλες τις αδυναμίες και τη συναίσθηση που έχεις γι’ αυτές έχεις τη βεβαιότητα ότι ξεπέρασες τον θάνατο, γιατί βρίσκεσαι στην κοινωνία της αγάπης του Χριστού.

Τον Χριστό να τον αισθανόμαστε σαν φίλο μας. Είναι φίλος μας. Το βεβαιώνει ο ίδιος, όταν λέει: «Εσείς είστε φίλοι μου…» (Ιω. 15,14). Σαν φίλο να τον ατενίζομε και να τον πλησιάζομε. Πέφτομε; Αμαρτάνομε; Με οικειότητα, με αγάπη κι εμπιστοσύνη να τρέχομε κοντά του· όχι με φόβο ότι θα μας τιμωρήσει αλλά με θάρρος, που θα μας το δίδει η αίσθηση του φίλου. Να του πούμε: «Κύριε, το έκανα, έπεσα, συγχώρεσέ με». Αλλά συγχρόνως να αισθανόμαστε ότι μας αγαπάει, ότι μας δέχεται τρυφερά, με αγάπη και μας συγχωρεί. Να μη μας χωρίζει απ’ τον Χριστό η αμαρτία. Όταν πιστεύουμε ότι μας αγαπάει και τον αγαπάμε, δεν θα αισθανόμαστε ξένοι και χωρισμένοι απ’ Αυτόν, ούτε όταν αμαρτάνουμε. Έχουμε εξασφαλίσει την αγάπη Του κι όπως και να φερθούμε, ξέρομε ότι μας αγαπάει.

Το Ευαγγέλιο, βέβαια, λέει με συμβολικές λέξεις για τον άδικο ότι θα βρεθεί εκεί, όπου υπάρχει «ο τριγμός και ο βρυγμός των οδόντων», διότι μακράν του Θεού έτσι είναι. Και από τους νηπτικούς Πατέρες της Εκκλησίας πολλοί ομιλούν για φόβο θανάτου και κολάσεως. Λένε: «Έχε μνήμη θανάτου πάντοτε». Αυτές οι λέξεις, αν τις εξετάσομε βαθιά, δημιουργούν τον φόβο της κολάσεως. Ο άνθρωπος προσπαθώντας ν’ αποφύγει την αμαρτία, κάνει αυτές τις σκέψεις, για να κυριευθεί η ψυχή του απ’ το φόβο του θανάτου, της κολάσεως και του διαβόλου.

Όλα έχουν τη σημασία τους, το χρόνο και την περίστασή τους. Η έννοια του φόβου είναι καλή για τα πρώτα στάδια. Είναι για τους αρχάριους, γι’ αυτούς που ζει μέσα τους ο παλαιός άνθρωπος. Ο άνθρωπος ο αρχάριος, που δεν έχει ακόμη λεπτυνθεί, συγκρατείται απ’ το κακό με το φόβο. Και ο φόβος είναι απαραίτητος, εφόσον είμαστε υλικοί και χαμερπείς. Αλλ’ αυτό είναι ένα στάδιο, ένας χαμηλός βαθμός σχέσεως με το θείον. Το πάμε στη συναλλαγή, προκειμένου να κερδίσομε τον Παράδεισο η να γλιτώσομε την κόλαση. Αυτό, αν το καλοεξετάσομε, δείχνει κάποια ιδιοτέλεια, κάποιο συμφέρον. Εμένα δε μου αρέσει αυτός ο τρόπος. Όταν ο άνθρωπος προχωρήσει και μπεί στην αγάπη του Θεού, τι του χρειάζεται ο φόβος; Ό,τι κάνει, το κάνει από αγάπη κι έχει πολύ μεγαλύτερη αξία αυτό. Το να γίνει καλός κάποιος από φόβο στον Θεό κι όχι από αγάπη δεν έχει τόση αξία.

Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής. Αν στραπατσαρισθεί η ψυχή και γίνει ανάξια της αγάπης του Χριστού, διακόπτει ο Χριστός τις σχέσεις, διότι ο Χριστός «χοντρές» ψυχές δεν θέλει κοντά Του.

Κανείς να μη σάς βλέπει, κανείς να μην καταλαβαίνει τις κινήσεις της λατρείας σας προς το θείον. Όλ’ αυτά κρυφά, μυστικά, σαν τους ασκητές. Θυμάστε που σάς έχω πεί για τ’ αηδονάκι; Μές στο δάσος κελαϊδάει. Στη σιγή. Να πεί πως κάποιος τ’ ακούει, πως κάποιος το επαινεί; Πόσο ωραίο κελάηδημα στην ερημιά! Έχετε δεί πως φουσκώνει ο λάρυγγάς του; Έτσι γίνεται και μ’ αυτόν που ερωτεύεται τον Χριστό. Άμα αγαπάει, «φουσκώνει ο λάρυγγας, παθαίνει, μαλλιάζει η γλώσσα». Πιάνει μια σπηλιά, ένα λαγκάδι και ζει τον Θεό μυστικά, «στεναγμοίς αλαλήτοις».

Περιφρονήστε τα πάθη, μην ασχολείσθε με τον διάβολο. Στραφείτε στον Χριστό.

Η θεία χάρις μας διδάσκει το δικό μας χρέος. Για να την προσελκύσουμε, θέλει αγάπη, λαχτάρα. Η χάρις του Θεού θέλει θείο έρωτα. Η αγάπη αρκεί, για να μας φέρει σε κατάλληλη «φόρμα» για προσευχή. Μόνος Του θα έλθει ο Χριστός και θα εγκύψει στην ψυχή μας, αρκεί να βρει ορισμένα πραγματάκια που να Τον ευχαριστούν· αγαθή προαίρεση, ταπείνωση και αγάπη. Χωρίς αυτά δεν μπορούμε να πούμε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με»

Ο παραμικρός γογγυσμός κατά του πλησίον επηρεάζει την ψυχή σας και δεν μπορείτε να προσευχηθείτε. Το Πνεύμα το Άγιον, όταν βρίσκει έτσι την ψυχή, δεν τολμάει να πλησιάσει.

Να ζητάμε να γίνει το θέλημα του Θεού· αυτό είναι το πιο συμφέρον, το πιο ασφαλές για μας και για όσους προσευχόμαστε. Ο Χριστός θα μας τα δώσει όλα πλούσια. Όταν υπάρχει έστω και λίγος εγωισμός, δεν γίνεται τίποτα.

Όταν ο Θεός δεν μας δίδει κάτι που επίμονα ζητάμε, έχει το λόγο Του. Έχει κι ο Θεός τα «μυστικά» Του.

Αν δεν κάνετε υπακοή (σε ιερέα-πνευματικό) και δεν έχετε ταπείνωση, η ευχή (δηλ. το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με) δεν έρχεται και υπάρχει και φόβος πλάνης.

Να μην γίνεται η ευχή (το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με) αγγαρεία. Η πίεση μπορεί να φέρει μία αντίδραση μέσα μας, να κάνει κακό. Έχουν αρρωστήσει πολλοί με την ευχή, γιατί την έκαναν με πίεση. Και γίνεται, βέβαια, κι όταν το κάνεις αγγαρεία· αλλά δεν είναι υγιές.

Δεν είναι ανάγκη να συγκεντρωθείτε ιδιαίτερα για να πείτε την ευχή. Δεν χρειάζεται καμιά προσπάθεια όταν έχεις θείο έρωτα. Όπου βρίσκεσθε, σε σκαμνί, σε καρέκλα, σε αυτοκίνητο, παντού, στον δρόμο, στο σχολείο, στο γραφείο, στη δουλειά μπορείτε να λέτε την ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», απαλά, χωρίς πίεση, χωρίς σφίξιμο.

Σημασία στην προσευχή έχει όχι η χρονική διάρκεια αλλά η ένταση. Να προσεύχεσθε έστω και πέντε λεπτά, αλλά δοσμένα στο Θεό με αγάπη και λαχτάρα. Μπορεί ένας μία ολόκληρη νύχτα να προσεύχεται κι αυτή η προσευχή των πέντε λεπτών να είναι ανώτερη. Μυστήριο είναι αυτό βέβαια, αλλά έτσι είναι.

Ο άνθρωπος του Χριστού όλα τα κάνει προσευχή. Και τη δυσκολία και τη θλίψη, τις κάνει προσευχή. Ό,τι και να του τύχει αμέσως αρχίζει: «Κύριε Ιησού Χριστέ…». Η προσευχή ωφελεί σε όλα, και στα πιο απλά. Για παράδειγμα, πάσχεις από αυπνία· να μη σκέπτεσαι τον ύπνο. Να σηκώνεσαι, να βγαίνεις έξω και να έρχεσαι πάλι μέσα στο δωμάτιο, να πέφτεις στο κρεβάτι σαν για πρώτη φορά, χωρίς να σκέπτεσαι αν θα κοιμηθείς η όχι. Να συγκεντρώνεσαι, να λες τη δοξολογία και μετά τρεις φορές το «Κύριε Ιησού Χριστέ…» κι έτσι θα έρχεται ο ύπνος.

Όλα είναι μέσα μας, και τα ένστικτα και τα πάντα, και ζητούν ικανοποίηση. Αν δεν τα ικανοποιήσομε, κάποτε θα εκδικηθούν, εκτός και τα διοχετεύσομε αλλού, στο ανώτερο, στον Θεό.

Δεν γίνεσθε άγιοι κυνηγώντας το κακό. Αφήστε το κακό. Να κοιτάζετε προς τον Χριστό κι Αυτός θα σάς σώσει. Αντί να στέκεσθε έξω από την πόρτα και να διώχνετε τον εχθρό, περιφρονήστε τον. Έρχεται από δώ το κακό; Δοθείτε μά τρόπο απαλό από εκεί. Δηλαδή έρχεται να σάς προσβάλει το κακό, δώστε εσείς την εσωτερική σας δύναμη στο καλό, στον Χριστό. Παρακαλέστε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Ξέρει εκείνος πως να σάς ελεήσει, με τι τρόπο. Κι όταν γεμίζετε απ’ το καλό, δεν στρέφεσθε πια προς το κακό. Γίνεσθε μόνοι σας, με τη χάρη του Θεού, καλοί. Που να βρει τόπο τότε το κακό; Εξαφανίζεται!

Σάς πιάνει φοβία κι απογοήτευση; Στραφείτε στον Χριστό. Αγαπήστε τον απλά, ταπεινά, χωρίς απαίτηση και θα σάς απαλλάξει ο Ίδιος.

Να μη διαλέγετε αρνητικούς τρόπους για τη διόρθωσή σας. Δεν χρειάζεται ούτε τον διάβολο να φοβάσθε, ούτε την κόλαση, ούτε τίποτα. Δημιουργούν αντίδραση. Έχω κι εγώ μία μικρή πείρα σ’ αυτά. Ο σκοπός δεν είναι να κάθεσθε, να πλήττετε και να σφίγγεσθε, για να βελτιωθείτε. Ο σκοπός είναι να ζείτε, να μελετάτε, να προσεύχεσθε, να προχωράτε στην αγάπη, στην αγάπη του Χριστού, στην αγάπη της Εκκλησίας.

Τις αδυναμίες αφήστε τις όλες, για να μην παίρνει είδηση το αντίθετο πνεύμα (δηλ. ο διάβολος) και σάς βουτάει και σάς καθηλώνει και σάς βάζει στη στενοχώρια. Να μην κάνετε καμιά προσπάθεια ν’ απαλλαγείτε από αυτές. Ν’ αγωνίζεσθε με απαλότητα και απλότητα, χωρίς σφίξιμο και άγχος. Μη λέτε: «Τώρα θα σφιχτώ, θα κάνω προσευχή ν’ αποκτήσω αγάπη, να γίνω καλός κ.λπ.». Δεν είναι καλό να σφίγγεσαι και να πλήττεις, για να γίνεις καλός. Έτσι θ’ αντιδράσετε χειρότερα. Όλα να γίνονται με απαλό τρόπο, αβίαστα και ελεύθερα. Ούτε να λέτε: «Θεέ μου, απάλλαξέ με απ’ αυτό», παραδείγματος χάριν, τον θυμό, την λύπη. Δεν είναι καλό να προσευχόμαστε η και να σκεπτόμαστε το συγκεκριμένο πάθος. κάτι γίνεται στην ψυχή μας και μπλεκόμαστε ακόμη περισσότερο. Ρίξου με ορμή, για να νικήσεις το πάθος και θα δείς τότε πως θα σ’ αγκαλιάσει, θα σε σφίξει και δεν θα μπορέσεις να κάνεις τίποτα.

Η ελευθερία δεν κερδίζεται, αν δεν ελευθερώσομε το εσωτερικό μας απ’ τα μπερδέματα και τα πάθη.

Αυτό είναι η Εκκλησία μας, αυτή είναι η χαρά μας, αυτό είναι το παν για μας. Και ο άνθρωπος σήμερα αυτό ζητάει. Και παίρνει τα δηλητήρια και τα ναρκωτικά, για να έλθει σε κόσμους χαράς. αλλά ψεύτικης χαράς. Κάτι αισθάνεται εκείνη τη στιγμή και αύριο είναι τσακισμένος. Το ένα τον τρίβει, τον τρώει, τον τσακίζει, τον ψήνει. Ενώ το άλλο, δηλαδή το δόσιμο στον Χριστό, τον ζωογονεί, του δίνει χαρά, τον κάνει να χαίρεται τη ζωή, να νιώθει δύναμη, μεγαλείο.

Είναι μεγάλη τέχνη να τα καταφέρετε να αγιασθεί η ψυχή σας. Παντού μπορεί ν’ αγιάσει κανείς. Και στην Ομόνοια μπορεί ν’ αγιάσει, αν το θέλει. Στην εργασία σας, όποια και να είναι, μπορείτε να γίνετε άγιοι. Με την πραότητα, την υπομονή, την αγάπη. Να βάζετε κάθε μέρα νέα σειρά, νέα διάθεση, με ενθουσιασμό και αγάπη, προσευχή και σιωπή. Όχι να έχετε άγχος και να σάς πονάει το στήθος.

Να εργάζεσθε με εγρήγορση, απλά, απαλά, χωρίς αγωνία, με χαρά κι αγαλλίαση, με αγαθή διάθεση. Τότε έρχεται η θεία χάρις.

Όλα τα δυσάρεστα, που μένουν μέσα στην ψυχή σας και φέρνουν άγχος, μπορούν να γίνουν αφορμή για τη λατρεία του Θεού και να παύσουν να σάς καταπονούν. Να έχετε εμπιστοσύνη στον Θεό.

Δεν είναι ανάγκη να προσπαθείτε και να σφίγγεσθε. Όλη σας η προσπάθεια να είναι ν’ ατενίσετε το φως, να κατακτήσετε το φως. Έτσι, αντί να δίδεσθε στη στενοχώρια, που δεν είναι του Πνεύματος του Θεού, να δίδεσθε στη δοξολογία του Θεού.

Η στενοχώρια δείχνει ότι δεν εμπιστευόμαστε τη ζωή μας στον Χριστό.

Η επικοινωνία με τον Χριστό, όταν γίνεται απλά, απαλά, χωρίς πίεση, κάνει τον διάβολο να φεύγει. Ο σατανάς δεν φεύγει με πίεση, με σφίξιμο. Απομακρύνεται με την πραότητα και την προσευχή. Υποχωρεί, όταν δεί την ψυχή να τον περιφρονεί και να στρέφεται με αγάπη προς τον Χριστό. Την περιφρόνηση δεν μπορεί να τη υποφέρει, διότι είναι υπερόπτης. Όταν, όμως, πιέζεσθε, το κακό πνεύμα σάς παίρνει είδηση και σάς πολεμάει. Μην ασχολείσθε με τον διάβολο, ούτε να παρακαλείτε να φύγει. Όσο παρακαλείτε να φύγει, τόσο σάς αγκαλιάζει. Τον διάβολο να τον περιφρονείτε. Να μην τον πολεμάτε κατά μέτωπον. Όταν πολεμάς με πείσμα κατά του διαβόλου, επιτίθεται κι εκείνος σαν τίγρης, σαν αγριόγατα. Όταν του ρίχνεις σφαίρες, αυτός σου ρίχνει χειροβομβίδα. Όταν του ρίχνεις βόμβα, σου ρίχνει πύραυλο. Μη κοιτάζετε το κακό. Να κοιτάζετε την αγκαλιά του Θεού και να πέφτετε στην αγκαλιά Του και να προχωρείτε.

Ο ταπεινός έχει συνείδηση της εσωτερικής του καταστάσεως και, όσο κι αν είναι άσχημη, δεν χάνει την προσωπικότητά του. Δεν χάνει την ισορροπία του. Το αντίθετο συμβάνει με τον εγωιστή, τον έχοντα αισθήματα κατωτερότητος. Στην αρχή μοιάζει με τον ταπεινό. Λίγο, όμως, αν τον πειράξει κανείς, αμέσως χάνει την ειρήνη του, εκνευρίζεται, ταράζεται.

Όταν ο άνθρωπος ζει χωρίς Θεό, χωρίς γαλήνη, χωρίς εμπιστοσύνη, αλλά με άγχος, αγωνία, κατάθλιψη, απελπισία, αποκτάει ασθένειες σωματικές και ψυχικές. Η ψυχασθένεια, η νευρασθένεια, ο διχασμός είναι δαιμονικές καταστάσεις. Δαιμόνιο είναι επίσης και η ταπεινολογία. Το λένε αίσθημα κατωτερότητος. Η αληθινή ταπείνωση δεν μιλάει, δεν λέει ταπεινολογίες, δηλαδή, «είμαι αμαρτωλός, ανάξιος, ελάχιστος πάντων…». Φοβάται ο ταπεινός μήπως με τις ταπεινολογίες πέσει στην κενοδοξία. Η χάρις του Θεού δεν πλησιάζει εδώ. Αντίθετα, η χάρις του Θεού βρίσκεται εκεί όπου υπάρχει αληθινή ταπείνωση, η θεία ταπείνωση, η τέλεια εμπιστοσύνη στον Θεό. Η εξάρτηση από Εκείνον.

Ο κενόδοξος την ψυχή του την αποξενώνει απ’ την αιώνια ζωή. Τελικά ο εγωισμός είναι σκέτη κουταμάρα! Η κενοδοξία μας κάνει κούφιους. Όταν κάνομε κάτι για να επιδειχθούμε, καταντούμε άδειοι ψυχικά. Ό,τι κάνομε, να το κάνομε για να ευχαριστήσομε τον Θεό· ανιδιοτελώς, χωρίς κενοδοξία, χωρίς υπηρηφάνεια, χωρίς εγωισμό, χωρίς, χωρίς…

Δεν πρέπει η ψυχή μας ν’ αντιστέκεται και να λέει, «γιατί το έκανε αυτό ο Θεός, γιατί το άλλο αλλιώς, δεν μπορούσε να το κάνει διαφορετικά;». Όλ’ αυτά δείχνουν μία εσωτερική μικροψυχία και αντίδραση. Δείχνουν την μεγάλα ιδέα που έχομε για τον εαυτό μας, την υπερηφάνειά μας και τον μεγάλο εγωισμό μας. Αυτά τα «γιατί» πολύ βασανίζουν τον άνθρωπο, δημιουργούν αυτό που λέει ο κόσμος «κόμπλεξ». παραδείγματος χάριν, «γιατί να είμαι πολύ ψηλός» η – το αντίθετο – «πολύ κοντός;». Αυτό δεν φεύγει από μέσα. Και προσεύχεται κανείς και αγρυπνεί, αλλά γίνεται το αντίθετο. Και υποφέρει και αγανακτεί χωρίς αποτέλεσμα. Ενώ με τον Χριστό, με την χάρη φεύγουν όλα. Υπάρχει αυτό το «κάτι» στο βάθος, δηλαδή το «γιατί», αλλ’ η χάρις του Θεού επισκιάζει τον άνθρωπο κι ενώ η ρίζα είναι το κόμπλεξ, εκεί πάνω φυτρώνει τριανταφυλλιά με ωραία τριαντάφυλλα κι όσο ποτίζεται με την πίστη, με την αγάπη, με την υπομονή, με την ταπείνωση, τόσο παύει να έχει δύναμη το κακό και παύει να υπάρχει· δηλαδή δεν εξαφανίζεται, αλλά μαραίνεται. Όσο δεν ποτίζεται η τριανταφυλλιά, τόσο μαραίνεται, ξηραίνεται, χάνεται και αμέσως ξεπετάγεται αγκάθι.

Εκπειράζουμε τον Θεό, όταν ζητούμε κάτι από Εκείνον, αλλά η ζωή μας είναι μακράν του Θεού. Τον εκπειράζομε, όταν ζητούμε κάτι, αλλά η ζωή μας δεν είναι σύμφωνη με το θέλημά Του-πράγματα, δηλαδή, ενάντια στον Θεό. άγχος, αγωνία, απ’ το ένα μέρος, κι απ’ το άλλο παρακαλούμε.

Μπορεί να σου πεί ο πνευματικός: «Πως θα ήθελα να ήμασταν σε ένα ήσυχο μέρος, να μην είχα ασχολίες και να μου έλεγες τη ζωή σου από την αρχή, από τότε που αισθάνθηκες τον εαυτό σου· όλα τα γεγονότα που θυμάσαι και ποια ήταν η αντιμετώπισή τους από σένα, όχι μόνο τα δυσάρεστα αλλά και τα ευχάριστα, όχι μόνο τις αμαρτίες αλλά και τα καλά. Και τις επιτυχίες και τις αποτυχίες. Όλα. Όλα όσα απαρτίζουν την ζωή σου».

Πολλές φορές έχω μεταχειρισθεί αυτή τη γενική εξομολόγηση και είδα θαύματα πάνω σ’ αυτό. Την ώρα που λες στον εξομολόγο, έρχεται η θεία χάρις και σε απαλλάσσει από όλα τα άσχημα βιώματα και τις πληγές και τα ψυχικά τραύματα και τις ενοχές· διότι, την ώρα που τα λες ο εξομολόγος εύχεται θερμά για την απαλλαγή σου.

Ας μη γυρίζουμε πίσω στις αμαρτίες που έχουμε εξομολογηθεί. Η ανάμνηση των αμαρτιών κάνει κακό. Ζητήσαμε συγγνώμη; Τελείωσε. Ο Θεός όλα τα συγχωρεί με την εξομολόγηση. Κι εγώ σκέπτομαι ότι αμαρτάνω. Δεν βαδίζω καλά. Ό,τι όμως με στενοχωρεί, το κάνω προσευχή, δεν το κλείνω μέσα μου, πάω στο πνευματικό, το εξομολογούμαι, τελείωσε! Να μη γυρίζομε πίσω και να λέμε τι δεν κάναμε. Σημασία έχει τι θα κάνομε τώρα, απ’ αυτή τη στιγμή και έπειτα.

Η απελπισία και η απογοήτευση είναι το χειρότερο πράγμα. Είναι παγίδα του σατανά, για να κάνει τον άνθρωπο να χάσει την προθυμία του στα πνευματικά και να τον φέρει σε απελπισία.

Όλες σχεδόν οι αρρώστιες προέρχονται από έλλειψη εμπιστοσύνης στον Θεό και αυτό δημιουργεί άγχος. Το άγχος το δημιουργεί η κατάργηση του θρησκευτικού αισθήματος. Αν δεν έχετε έρωτα για τον Χριστό, αν δεν ασχολείσθε με άγια πράγματα, σίγουρα θα γεμίσετε με μελαγχολία και κακό.

Ένα πράγμα που μπορεί να βοηθήσει τον καταθλιπτικό είναι και η εργασία, το ενδιαφέρον για τη ζωή. Ο κήπος, τα φυτά, τα λουλούδια, τα δέντρα, η εξοχή, ο περίπατος στην ύπαιθρο, η πορεία, όλ’ αυτά βγάζουν τον άνθρωπο απ’ την αδράνεια και του δημιουργούν άλλα ενδιαφέροντα. Επιδρούν σαν φάρμακα. Η ασχολία με την τέχνη, τη μουσική κ.λπ. κάνει πολύ καλό. Σ’ εκείνο, όμως, που δίδω τη μεγαλύτερη σημασία είναι το ενδιαφέρον για την Εκκλησία, για τη μελέτη της Αγίας Γραφής, για τις ακολουθίες. Μελετώντας τα λόγια του Θεού, θεραπεύεται κανείς χωρίς να το καταλάβει.

Να μην αποθαρρυνόμαστε, ούτε να βιαζόμαστε, ούτε να κρίνομε από πράγματα επιφανειακά και εξωτερικά. Αν, για παράδειγμα, βλέπετε μια γυναίκα γυμνή η άσεμνα ντυμένη, να μη μένετε στο εξωτερικό, αλλά να μπαίνετε, στο βάθος, στην ψυχή της. Ίσως να είναι πολύ καλή ψυχή κι έχει υπαρξιακές αναζητήσεις, που τις εκδηλώνει με την έξαλλη εμφάνιση. Έχει μέσα της δυναμισμό, έχει τη δύναμη της προβολής, θέλει να εκλύσει τα βλέμματα των άλλων. Από άγνοια, όμως, έχει διαστρέψει τα πράγματα. Σκεφθείτε να γνωρίσει αυτή τον Χριστό. Θα πιστέψει, κι όλη αυτή την ορμή θα τη στρέψει στον Χριστό. Θα κάνει το παν, για να ελκύσει τη χάρη του Θεού. Θα γίνει αγία.

Πολλές φορές με την αγωνία μας και τους φόβους μας και την άσχημη ψυχική μας κατάσταση, χωρίς να το θέλομε και χωρίς να το καταλαβαίνομε, κάνομε κακό στον άλλον, έστω κι αν τον αγαπάμε πάρα πολύ, όπως, για παραδείγματος χάριν, η μάνα το παιδί της. Η μάνα μεταδίδει στο παιδί όλο το άγχος της για τη ζωή του, για την υγεία του, για την πρόοδό του, έστω κι αν δεν του μιλάει, έστω κι αν δεν εκδηλώνει αυτό που έχει μέσα της. Αυτή η αγάπη, η φυσική αγάπη, μπορεί κάποτε να βλάψει. Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο με την αγάπη του Χριστού, που συνδυάζεται με την προσευχή και με την αγιότητα του βίου. Η αγάπη αυτή κάνει άγιο τον άνθρωπο, τον ειρηνεύει, διότι αγάπη είναι ο Θεός.

Βίος και Λόγοι, έκδ. Ιεράς Μονή Χρυσοπηγής Χανίων.
2003
Γέρων Πορφύριος

 

Δίψα Θεού – Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

Διψά η ψυχή μου τον Κύριο και με δάκρυα Τον ζητώ. Πως να μη Σε ζητώ; Συ με ζήτησες πρώτος και μου έδωσες να γευθώ την γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος, και η ψυχή μου Σε αγάπησε έως τέλους.

Βλέπεις, Κύριε, τη λύπη και τα δάκρυά μου… Αν δεν με προσείλκυες με την αγάπη Σου, δεν θα Σε ζητούσα όπως Σε ζητώ. Αλλά το Πνεύμα Σου το Άγιο μου έδωσε το χάρισμα να Σε γνωρίσω και χαίρεται η ψυχή μου, γιατί Συ είσαι ο Θεός μου και ο Κύριος μου και Σε διψώ μέχρι δακρύων.

Ποθεί η ψυχή μου τον Θεό και Τον ζητώ, με δάκρυα. Εύσπλαχνε Κύριε, Συ βλέπεις την πτώση μου και τη θλίψη μου. Ταπεινά όμως παρακαλώ το έλεός Σου: Χορήγησέ μου, του αμαρτωλού, την χάρη του Αγίου Σου Πνεύματος. Η θύμησή της οδηγεί το νου μου να ξαναβρή την ευσπλαχνία Σου.

Κύριε, δώσε μου πνεύμα ταπεινώσεως, για να μη ξαναχάσω τη χάρη Σου και ξαναρχίσω να την θρηνώ, όπως θρηνούσε ο Αδάμ για τον παράδεισο και τον Θεό.

Τον πρώτο χρόνο της ζωής μου στο Μοναστήρι, η ψυχή μου γνώρισε τον Κύριο εν Πνεύματι Αγίω.

Πολύ μας αγαπά ο Κύριος· αυτό το έμαθα από το Άγιο Πνεύμα που μου έδωσε ο Κύριος κατά το μέγα έλεος Του.

Εγέρασα και ετοιμάζομαι για το θάνατο και γράφω την αλήθεια από αγάπη για τον λαό.

Το Πνεύμα του Χριστού, που μου έδωσε ο Κύριος, θέλει να σωθούν όλοι, να γνωρίσουν όλοι τον Θεό.

Ο Κύριος έδωσε στον ληστή τον παράδεισο· έτσι θα δώσει τον παράδεισο και σε κάθε αμαρτωλό. Εγώ ήμουν χειρότερος κι από ένα βρωμερό σκύλο, εξαιτίας των αμαρτιών μου· σαν άρχισα όμως να ζητώ συγχώρεση από τον Θεό, Αυτός μου έδωσε όχι μόνο τη συγχώρεση, αλλά και το Άγιο Πνεύμα, και έτσι, εν Πνεύματι Αγίω εγνώρισα τον Θεό.

Βλέπεις αγάπη που έχει ο Θεός για μας; Ποιος, στ’ αλήθεια, θα μπορούσε να περιγράψει αυτή την ευσπλαχνία Του;

Αδελφοί μου, πέφτω στα γόνατα και σας παρακαλώ, πιστεύετε στο Θεό, πιστεύετε πώς υπάρχει το Άγιο Πνεύμα, που μαρτυρεί για το Θεό σ’ όλες τις εκκλησίες μας και στην ψυχή μου.

Το Άγιο Πνεύμα είναι αγάπη. Κι αυτή η αγάπη πλημμυρίζει όλες τις ψυχές των ουρανοπολιτών αγίων. Και το ίδιο Άγιο Πνεύμα είναι στη γη, στις ψυχές όσων αγαπούν τον Θεό.

Εν Πνεύματι Αγίω όλοι οι ουρανοί βλέπουν τη γη, ακούγουν τις προσευχές μας και τις προσκομίζουν στον Θεό.

 

Ο Κύριος είναι ελεήμων, αυτό το ξέρει η ψυχή μου, μα δεν μπορώ να το περιγράψω. Είναι στο έπακρον πράος και ταπεινός και όταν Τον δη η ψυχή, τότε αλλάζει και γεμίζει από αγάπη για τον Θεό και τον πλησίον και γίνεται κι η ίδια πράη και ταπεινή. Μα αν χάση ο άνθρωπος αυτή τη χάρη, τότε θα κλαίει σαν τον Αδάμ μετά την έξωση του από τον παράδεισο. Οδυρόταν ο Αδάμ και όλη η έρημος άκουγε τους στεναγμούς του, τα δάκρυά του ήταν πικρά από την θλίψη και έκλαιγε για πολλά χρόνια.

Έτσι και η ψυχή που γνώρισε τη χάρη του Θεού και μετά την έχασε, πονά για τον Θεό και λέγει:

«Διψά η ψυχή μου τον Κύριο και με δάκρυα Τον αναζητώ».

Είμαι μεγάλος αμαρτωλός, και όμως είδα την άμετρη αγάπη και το έλεος του Θεού για μένα.

Από τα παιδικά μου χρόνια προσευχόμουν για όσους με πρόσβαλλαν και έλεγα: «Κύριε, μη τους καταλογίζεις αμαρτίες για όσα μου κάνουν». Όμως, παρότι μου άρεσε να προσεύχομαι, δεν απόφυγα τις αμαρτίες. Ο Κύριος όμως δεν θυμήθηκε τις αμαρτίες μου και μου έδωσε αγάπη για τους ανθρώπους. Η ψυχή μου επιθυμεί να σωθεί όλη η οικουμένη, να εισέλθουν όλοι στη Βασιλεία των Ουρανών, να δουν την δόξα του Κυρίου και να απολαύσουν την αγάπη του Θεού.

Κρίνω από την δική μου εμπειρία: Αν ο Κύριος αγάπησε εμέ τόσο πολύ, αυτό σημαίνει πως αγαπά όλους τους αμαρτωλούς, όπως αγάπησε κι εμένα.

Ω, η αγάπη του Κυρίου! Δεν έχω δυνάμεις να την περιγράψω, γιατί είναι άπειρα μεγάλη και θαυμαστή.

Η χάρη του Θεού δίνει δύναμη για ν’ αγαπάς τον Αγαπημένο. Τότε η ψυχή έλκεται αδιάκοπα προς την προσευχή και δεν μπορεί να λησμονήσει τον Κύριο ούτε δευτερόλεπτο.

Φιλάνθρωπε Κύριε, πώς δεν ελησμόνησες τον αμαρτωλό δούλο Σου, αλλά γεμάτος έλεος με είδες από τη δόξα Σου και μου εμφανίστηκες με ακατάληπτο τρόπο.

Εγώ πάντα Σε πρόσβαλλα και Σε λυπούσα. Συ όμως, Κύριε, για τη μικρή μου μετάνοια μου έδωσες να γνωρίσω τη μεγάλη Σου αγάπη και την άμετρη αγαθότητά Σου.

Το ιλαρό και πράο βλέμμα Σου έθελξε την ψυχή μου.

Τι να σου ανταποδώσω, Κύριε, ή ποιόν αίνο να Σου προσφέρω;

Συ δίνεις την χάρη Σου, για να καίγεται αδιάλειπτα η καρδιά από αγάπη – και δεν βρίσκει πια ανάπαυση ούτε νύχτα ούτε μέρα από την θεϊκή αγάπη.

Η θύμησή Σου θερμαίνει την ψυχή μου, που τίποτε στη γη δεν την αναπαύει εκτός από Σένα. Γι’ αυτό με δάκρυα Σε ζητώ, και πάλι Σε χάνω, και πάλι ποθεί ο νους μου την γλυκύτητά Σου, αλλά Συ δεν εμφανίζεις το Πρόσωπό Σου, που επιθυμεί νύχτα και μέρα η ψυχή μου.

Κύριε, δώσε μου να αγαπώ μόνον Εσένα.

Συ με έκτισες, Συ με φώτισες με το άγιο βάπτισμα, Συ συγχωρείς τα αμαρτήματά μου και μου δίνεις τη χάρη να κοινωνώ το τίμιο Σώμα και Αίμα Σου. Δώσε μου τη δύναμη να μένω πάντα κοντά Σου.

Κύριε, δώσε μου τη μετάνοια του Αδάμ και την άγια ταπείνωσή Σου.

Η ψυχή μου πλήττει στη γη και ποθεί τα ουράνια.

Ο Κύριος ήρθε στη γη για να μας πάρει εκεί που μένει Αυτός, η Πανάχραντη Μητέρα Του, η Οποία Τον υπηρέτησε στη γη για τη δική μας σωτηρία, και οι μαθητές και ακόλουθοι του Κυρίου.

 

Εκεί μας καλεί ο Κύριος, παρ’ όλες τις αμαρτίες μας.

Εκεί θα δούμε τους αγίους Αποστόλους, που δοξάζονται ως κήρυκες του Ευαγγελίου. Εκεί θα δούμε τους αγίους προφήτες και ιεράρχες, τους διδασκάλους της Εκκλησίας. Εκεί θα δούμε τους οσίους, που αγωνίστηκαν να ταπεινώσουν με τη νηστεία τη ψυχή τους. Εκεί δοξάζονται οι δια Χριστόν σαλοί, που νίκησαν τον κόσμο.

Εκεί θα δοξάζονται όλοι, όσοι νίκησαν τον εαυτό τους, όσοι προσεύχονταν για όλο τον κόσμο και σήκωσαν πάνω τους τη θλίψη όλου του κόσμου, γιατί είχαν την αγάπη του Χριστού – κι η αγάπη δεν μπορεί να υποφέρει την απώλεια έστω και μιας ψυχής.

Εκεί θέλει να κατασκηνώσει η ψυχή μου. Εκεί όμως δεν θα μπει τίποτε ακάθαρτο, γιατί μπαίνουν με μεγάλες θλίψεις, με πολλά δάκρυα, με συντριβή πνεύματος. Μονάχα τα παιδιά, που φύλαξαν τη χάρη του αγίου βαπτίσματος, περνούν εκεί χωρίς θλίψεις και γνωρίζουν εν Πνεύματι Αγίω τον Κύριο.

Νοσταλγεί η ψυχή μου τον Θεό και προσεύχεται μέρα και νύχτα, γιατί το όνομα του Κυρίου είναι γλυκό και πολυπόθητο για την προσευχόμενη ψυχή και την ελκύει στην αγάπη του Θεού.

Έζησα πολύ καιρό στη γη και άκουσα και είδα πολλά. Άκουσα πολλή μουσική που εγλύκαινε την ψυχή μου. Και σκεφτόμουν πώς, αν αυτή η μουσική είναι τόσο γλυκιά, τότε πολύ περισσότερο πρέπει να ευχαριστεί την ψυχή η ουράνια μελωδία, εκεί που δοξάζουν εν Πνεύματι Αγίω τον Κύριο για τα πάθη Του.

Η ψυχή ζει πολύ στη γη και αγαπά τα γήινα κάλλη. Αγαπά τον ουρανό και τον ήλιο, αγαπά τους όμορφους κήπους, τη θάλασσα και τα ποτάμια, τα δάση και τα λειβάδια. Αγαπά, ακόμη, και τη μουσική η ψυχή, κι όλα αυτά τα επίγεια την ευφραίνουν. Όταν όμως γνωρίσει τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, τότε δεν θέλει πια να βλέπει τα επίγεια.

… Κύριε πόσο πολύ αγαπάς τον άνθρωπο!…

… Ω Κύριε, κάνε μας άξιους για τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, για να κατανοήσομε τη δόξα Σου και να ζήσομε στη γη με ειρήνη και αγάπη. Ας μην υπάρχουν πόλεμοι, κακία κι εχθροί κι ας βασιλεύσει μονάχα η αγάπη – έτσι δεν θα χρειάζονται πια στρατός και φυλακές και η ζωή θα είναι εύκολη σ’ όλη τη γη….

… Γνωρίζω, Κύριε, πως αγαπάς τον λαό Σου, αλλά οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν την αγάπη Σου και θορυβούνται όλοι οι λαοί της γης και οι σκέψεις τους είναι σαν τα σύννεφα που τα παρασύρει ο άνεμος σ’ όλα τα μέρη….

… Πόσο απέραντο είναι το έλεος του Θεού για μας!…

… Πολλοί πλούσιοι και ισχυροί θα πλήρωναν πολλά για να δουν τον Κύριο ή την Πανάχραντη Μητέρα Του, αλλά ο Θεός εμφανίζεται στην ταπεινή ψυχή και όχι στον πλούτο….

… Υπάρχουν άνθρωποι που εύχονται για τους εχθρούς τους ή για τους εχθρούς της Εκκλησίας την απώλεια και τα βάσανα στη φωτιά της κολάσεως. Σκέφτονται έτσι, γιατί δεν εδιδάχθηκαν από το Άγιο Πνεύμα την αγάπη του Θεού. Όποιος την εδιδάχθηκε πραγματικά, αυτός χύνει δάκρυα για όλο τον κόσμο.

Λέγεις ότι είναι κακούργος κι ας καεί στη φωτιά του Άδη. Σ’ ερωτώ όμως: αν ο Θεός δώσει σ’ εσένα μια καλή θέση στον παράδεισο και δεις πεταμένο στις φλόγες εκείνον για τον οποίο τα ευχόσουν αυτά, άραγε δεν θα λυπηθείς τότε γι’ αυτόν, όποιος κι αν ήταν, έστω και εχθρός της Εκκλησίας;…

… Κύριε, όλοι οι λαοί είναι έργο των χειρών Σου. Απομάκρυνε τους από την έχθρα και το μίσος και δώσε τους μετάνοια, για να γνωρίσουν όλοι την αγάπη Σου….

… Κύριε, σκόρπισε τη χάρη Σου στη γη. Δώσε σ’ όλους τους λαούς της γης να γευθούν την αγάπη Σου, να μάθουν πως Συ μας αγαπάς σαν μητέρα κι ακόμη περισσότερο. Γιατί μπορεί κι η μητέρα να ξεχάσει το παιδί της, αλλά Συ ποτέ, γιατί αγαπάς απείρως το πλάσμα Σου και η αγάπη δεν μπορεί να λησμονήσει….

… Αν γνώριζε ο κόσμος τη δύναμη των λόγων του Χριστού:

«Μάθετε απ’ εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία», τότε όλος ο κόσμος, όλη η οικουμένη, θα εγκατέλειπαν όλες τις επιστήμες και θα μάθαιναν μόνον αυτή την ουράνια επιστήμη….

… Κι αν κανείς δεν μάθει την ταπείνωση, την αγάπη και την ακακία, τότε ο Κύριος δεν θα του δώσει τη γνώση του Εαυτού Του. Ψυχή όμως που γνώρισε αληθινά εν Πνεύματι Αγίω τον Κύριο και πληγώθηκε από την αγάπη Του, δεν μπορεί πια να Τον λησμονήσει, αλλά όπως ο άρρωστος θυμάται διαρκώς την ασθένειά του, έτσι και η ψυχή που αγαπά τον Κύριο πάντα θυμάται τον Κύριο και την αγάπη Του για όλο το ανθρώπινο γένος….

«Τώρα δεν αντιλαμβάνεστε την αγάπη μου για σας, αλλά θ’ αρθεί η ώρα, οπότε το Άγιο Πνεύμα θα σας δώσει να την καταλάβετε».

«Μην αργείτε, ελάτε κοντά μου. Σας περιμένω με πόθο σαν παιδιά αγαπημένα και θα σας δώσω την ειρήνη μου και θα έχετε χαρά και η χαρά σας θα είναι αιώνια»….

… Γι’ αυτό, αδελφοί, με όλες τις δυνάμεις σας φυλάγετέ την ειρήνη του Θεού, που σας δόθηκε δωρεάν. Κι αν κάποιος μας κακοποιεί, ας τον αγαπούμε, έστω και με κόπο, και ο Κύριος βλέποντας τον κόπο μας θα μας βοηθήσει με τη χάρη Του….

… Πόση χαρά είναι για μας ότι ο Κύριος όχι μόνο συγχωρεί τα αμαρτήματά μας, αλλά και δίνει στην ψυχή την γνώση Του, αρκεί μόνο να ταπεινωθεί. Κι ο τελευταίος φτωχός μπορεί να ταπεινωθεί και να γνωρίσει τον Θεό με το Άγιο Πνεύμα. Δεν χρειάζονται ούτε χρήματα, ούτε τίτλοι για να γνωρίσει κανείς τον Θεό, αλλά μονάχα η ταπείνωση. Ο Κύριος δίνεται δωρεάν, μόνο χάρη στο έλεος Του. Πριν δεν το ήξερα, αλλά τώρα βλέπω καθημερινά κάθε ώρα, κάθε λεπτό ολοφάνερα το έλεος του Θεού. Ο Θεός χαρίζει ειρήνη ακόμη και την ώρα του ύπνου και χωρίς τον Θεό δεν υπάρχει ειρήνη στην ψυχή….

… Συ εστόλισες τον ουρανό με τα άστρα, τον αιθέρα με τα σύννεφα, τη γη με τις θάλασσες, τα ποτάμια και τους πράσινους κήπους όπου κελαηδούν τα πουλιά, αλλά η ψυχή μου αγάπησε μονάχα Εσένα και δεν ποθεί τον κόσμο αυτό, έστω κι αν είναι ωραίος….

… Πού κατοικείς, Φως μου; Βλέπεις πως Σε αναζητώ με δάκρυα. Αν δεν εμφάνιζες Συ τον Εαυτό Σου σε μένα, δεν θα μπορούσα να Σε ζητώ τώρα όπως Σε ζητώ. Αλλά Συ ο ίδιος με αναζήτησες, εμέ τον αμαρτωλό και μου έδωσες να γνωρίσω την αγάπη Σου. Μ’ άφησες να δω πως η αγάπη Σου για μας Σε οδήγησε στο Σταυρό και πέθανες μέσα σε πόνους για χάρη μας. Συ μου έδωσες να γνωρίσω πως η αγάπη Σου Σε κατέβασε από τους ουρανούς στη γη, ακόμη και στον Άδη, για να δούμε την δόξα Σου….

… Η αμαρτωλή ζωή είναι ο θάνατος της ψυχής, ενώ η αγάπη του Θεού είναι ο παράδεισος εκείνος της τρυφής, στον οποίο ζούσε πριν από την πτώση ο πατέρας μας Αδάμ….

Η ΕΙΡΗΝΗ

Όλοι επιθυμούν την ειρήνη, μα δεν ξέρουν πώς να την αποκτήσουν. Ο Μέγας Παΐσιος κυριεύθηκε από θυμό και παρακάλεσε τον Κύριο να τον ελευθερώσει από αυτό το πάθος. Ο Κύριος εμφανίστηκε σ’ αυτόν και του είπε: «Παΐσιε, αν θέλεις να μην οργίζεσαι, μην επιθυμείς τίποτε, μη κρίνεις και μη μισήσεις κανένα και θα έχεις την ειρήνη». Έτσι κάθε άνθρωπος που κάνει το θέλημα του να υποχωρεί έναντι του Θεού και των ανθρώπων, θα είναι πάντα ειρηνικός στην ψυχή. Όποιος όμως αγαπά να κάνει το θέλημά του, αυτός δεν θάχει ειρήνη.

Ψυχή που παραδόθηκε στο θέλημα του Θεού υποφέρει εύκολα κάθε θλίψη και κάθε ασθένεια· γιατί τον καιρό της ασθένειας παραμένει στη θέα του Θεού και προσεύχεται: «Κύριε, Συ βλέπεις την ασθένειά μου. Εσύ ξέρεις πόσο αμαρτωλός και αδύνατος είμαι· βοήθησέ με να υπομένω και να ευχαριστώ την αγαθότητά Σου». Και ο Κύριος ανακουφίζει τον πόνο και η ψυχή αισθάνεται την εγγύτητα του Θεού και μένει κοντά στον Θεό γεμάτη χαρά και ευγνωμοσύνη.

Αν υποστείς καμιάν αποτυχία, σκέψου: «Ο Κύριος βλέπει την καρδιά μου και αν είναι θέλημά Του, όλα θα είναι για το καλό το δικό μου και των άλλων». Έτσι η ψυχή σου θα έχει πάντα ειρήνη. Αλλ’ αν αρχίζει κανείς να παραπονείται: αυτό δεν είναι καλό, εκείνο δεν είναι όπως πρέπει, τότε ποτέ στην ψυχή του δεν θα υπάρχει ειρήνη, έστω κι αν νηστεύει και προσεύχεται πολύ….

… Ο Κύριος μας αγαπά κι έτσι μπορούμε να μη φοβόμαστε τίποτε, εκτός από την αμαρτία· γιατί εξαιτίας της αμαρτίας χάνεται η χάρη και χωρίς την χάρη του Θεού ο εχθρός παρασύρει την ψυχή, όπως παρασύρει ο άνεμος τα ξερά φύλλα ή τον καπνό….

… Το κατόρθωνε γιατί αγαπούσε τον λαό και δεν έπαυε να προσεύχεται γι’ αυτόν:

«Κύριε, δώσε την ειρήνη Σου στον λαό Σου».

«Κύριε, δώσε στους δούλους Σου το Πνεύμα Σου το Άγιο, για να θάλπει τις ψυχές τους με την αγάπη Σου και να τους οδηγεί σ’ όλη την αλήθεια και σε κάθε αγαθό»….

… Έτσι, προσευχόμενος συνεχώς για τον λαό, διαφύλασσε την ειρήνη της ψυχής, ενώ εμείς την στερούμαστε, γιατί δεν υπάρχει μέσα μας αγάπη για τον λαό. Οι Άγιοι Απόστολοι και όλοι οι Άγιοι ποθούσαν την σωτηρία του λαού και, όταν βρίσκονταν ανάμεσα σ’ ανθρώπους, προσεύχονταν διακαώς γι’ αυτούς. Το Άγιο Πνεύμα τους έδινε τη δύναμη ν’ αγαπούν τον λαό. Κι εμείς, αν δεν αγαπούμε τον αδελφό, δεν θα έχουμε ειρήνη….

… Ο Όσιος Παΐσιος ο Μέγας προσευχόταν για ένα μαθητή του που αρνήθηκε τον Χριστό. Ενώ λοιπόν προσευχόταν, του εμφανίστηκε ο Κύριος και του είπε: «Παΐσιε, για ποιόν παρακαλείς; Δεν ξέρεις πώς μ’ έχει αρνηθεί;» Ο Παΐσιος όμως εσυνέχιζε να λυπάται τον μαθητή του και τότε του είπε ο Κύριος: «Παΐσιε, έγινες όμοιος με μένα στην αγάπη».

Έτσι αποκτάται η ειρήνη και εκτός απ’ αυτόν δεν υπάρχει άλλος δρόμος….

… Ψυχή αμαρτωλή, αιχμάλωτη στα πάθη, δεν μπορεί να έχει ειρήνη και χαρά εν Κύριω, έστω κι αν έχει όλα τα πλούτη της γης, έστω κι αν βασιλεύει σ’ όλο τον κόσμο. Αν σ’ ένα τέτοιο βασιλιά, την ώρα που διασκεδάζει σε συμπόσιο με τους πρίγκιπες του καθισμένος στο θρόνο του δοξασμένος, αν του πούμε ξαφνικά: «Βασιλιά, πεθαίνεις σε λίγο», τότε η ψυχή του θα ταραζόταν, θα έτρεμε από το φόβο και θα έβλεπε την αδυναμία του.

Πόσοι όμως υπάρχουν φτωχοί, αλλά πλούσιοι σε αγάπη για τον Θεό, που αν τους έλεγαν: «Τώρα πεθαίνεις», θα απαντούσαν ειρηνικά: «Ας γίνει το θέλημα του Κυρίου. Ας είναι δοξασμένος ο Κύριος, γιατί με θυμήθηκε και θέλει να με πάρει εκεί, όπου πρώτος μπήκε ο ληστής»….

… Δόξα Σοι, Κύριε, γιατί τώρα έρχομαι σε Σένα και θα βλέπω αιώνια με ειρήνη και αγάπη το Πρόσωπό Σου. Το ιλαρό, πράο βλέμμα Σου αιχμαλώτισε την ψυχή μου και αυτή λιώνει για Σένα»….

… Αν όμως συνηθίσουμε να προσευχόμαστε θερμά για τους εχθρούς μας και να τους αγαπούμε, θα παραμείνει για πάντα η ειρήνη στις καρδιές μας.

Δεν μπορεί να έχει ειρήνη η ψυχή, αν δεν μελετά μέρα και νύχτα τον νόμο του Θεού. Γιατί αυτός ο νόμος γράφτηκε από το Πνεύμα του Θεού και το Πνεύμα του Θεού πηγαίνει από τη Γραφή στην ψυχή. Κι η ψυχή αισθάνεται γλυκύτητα και ευχαρίστηση γι’ αυτό και δεν θέλει πια ν’ αγαπά τα επίγεια, γιατί η αγάπη για τα επίγεια ερημώνει τον νου. Η ψυχή τότε καταλαμβάνεται από αθυμία, αγριεύει και παύει να προσεύχεται. Κι ο εχθρός, βλέποντας πώς η ψυχή απομακρύνθηκε από τον Θεό, την σαλεύει και εύκολα συγχύζει τον νου με διάφορους άτακτους λογισμούς κι έτσι περνά ολόκληρη τη μέρα και δεν μπορεί να βλέπει καθαρά τον Κύριο.

Όποιος έχει μέσα του την ειρήνη του Αγίου Πνεύματος, σκορπίζει ειρήνη και στους άλλους. Όποιος όμως έχει μέσα του πνεύμα κακό, σκορπά και στους άλλους το κακό….

… Ο θυμώδης άνθρωπος υποφέρει ο ίδιος μεγάλο μαρτύριο από πονηρό πνεύμα, εξαιτίας της υπερηφάνειας του. Ο υφιστάμενος, όποιος κι αν είναι, πρέπει να το καταλαβαίνει και να προσεύχεται για τον ψυχικά άρρωστο προϊστάμενό του και τότε ο Κύριος, βλέποντας την υπομονή του, θα του δώσει άφεση αμαρτιών και αδιάλειπτη προσευχή. Είναι μέγα έργον ενώπιον του Θεού, το να προσεύχεται κανείς γι’ αυτούς που τον αδικούν και τον προσβάλλουν. Εξαιτίας αυτού θα του δώσει ο Κύριος τη χάρη και θα γνωρίσει με το Άγιο Πνεύμα τον Κύριο. Κι έτσι θα υπομείνει τότε, χάριν του Κυρίου, με χαρά όλες τις θλίψεις και θα του δώσει ο Κύριος αγάπη για όλο τον κόσμο και θα επιθυμεί ολόψυχα το καλό για όλους και θα προσεύχεται για όλους όπως για την ψυχή του.

Ο Κύριος μας έδωσε την εντολή ν’ αγαπούμε τους εχθρούς και όποιος αγαπά τους εχθρούς εξομοιώνεται με τον Κύριο. Η αγάπη για τους εχθρούς δεν είναι δυνατή παρά μόνο με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό, μόλις σε προσβάλει κανείς, προσευχήσου γι’ αυτόν στον Θεό κι έτσι θα διατηρήσεις την ειρήνη του Θεού στην ψυχή σου….

… Αν κάποιος ως προϊστάμενος αναγκαστεί να δικάσει έναν άλλο για κάποιο παράπτωμα, πρέπει να παρακαλεί τον Κύριο να του δώσει συμπάσχουσα καρδιά, την οποία αγαπά ο Κύριος, και τότε θα κρίνει σωστά. Αν κρίνει όμως λαμβάνοντας υπόψη μόνο τα έργα του υποδίκου, τότε θα πέσει σε λάθη και δεν θ’ αρέσει στον Κύριο.

Πρέπει να κρίνει κανείς με σκοπό τη διόρθωση του ανθρώπου και συνεπώς είναι ανάγκη να συμπονή ο δικαστής κάθε ψυχή, κάθε πλάσμα και κτίσμα του Θεού και να έχει καθαρή συνείδηση σ’ όλες τις πτυχές της ζωής του και τότε θα βρει βαθιά ειρήνη στην ψυχή και τον νου….

… Αν εγνώριζαν οι βασιλιάδες και οι κυβερνήτες των λαών την αγάπη του Θεού, δεν θα έκαναν ποτέ πόλεμο. Ο πόλεμος προέρχεται από τις αμαρτίες και όχι από την αγάπη. Ο Κύριος μας εδημιούργησε κατά την αγάπη Του και μας παρήγγειλε να ζούμε με αγάπη.

Αν οι άρχοντες τηρούσαν τις εντολές του Κυρίου και ο λαός και οι υπήκοοι υπάκουαν με ταπείνωση, θα υπήρχε μεγάλη ειρήνη και αγαλλίαση πάνω στη γη. Εξαιτίας όμως της φιλαρχίας και της ανυπακοής των υπερήφανων υποφέρει όλη η οικουμένη….

Η ΧΑΡΗ

… Καλότυχοι εμείς, οι ορθόδοξοι χριστιανοί, γιατί μας αγαπά πολύ ο Κύριος και μας δίνει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Και με το Άγιο Πνεύμα βλέπομε την δόξα του Κυρίου. Για να φυλάμε όμως τη χάρη, οφείλομε ν’ αγαπούμε τους εχθρούς και σ’ όλες τις στενοχώριες μας να ευχαριστούμε τον Θεό….

… Για να έχει την χάρη, πρέπει να είναι εγκρατής σε όλα ο άνθρωπος: στις κινήσεις, στην ομιλία, στην όραση, στους λογισμούς, στην τροφή. Για κάθε είδους εγκράτεια βοηθάει η μελέτη του λόγου του Θεού, όπως λέγει η Γραφή: «ουκ επ’ άρτο μόνο ζήσετε ο άνθρωπος, αλλ’ επί ρήματι εκπορευομένο δια στόματος Θεού».

Η Οσία Μαρία η Αιγύπτια επήρε με τα δάκτυλά της λίγους κόκκους σιτάρι από τον Άγιο Ζωσιμά και είπε: «Αρκετό με τη χάρη του Θεού». Πρέπει να μάθομε να τρώμε όσο γίνεται λιγότερο – αλλά με διάκριση κι αυτό, ανάλογα με την εργασία μας….

… Ω, πώς είναι ασθενική η ψυχή μου και δεν έχει δυνάμεις, για ν’ ανεβώ στον Κύριο και να σταθώ μπροστά Του με ταπείνωση, να κλαίω μέρα και νύχτα! Ψυχή που γνώρισε τον Θεό, τον Δημιουργό και Ουράνιο Πατέρα της, δεν βρίσκει ανάπαυση στη γη. Και συλλογίζεται η ψυχή: «Όταν θα εμφανισθώ στον Κύριο, θα ικετεύσω το έλεός Του για όλο το γένος των χριστιανών». Και ταυτοχρόνως σκέφτεται: «Όταν δω το αγαθό Του Πρόσωπο, τότε δεν θα μπορέσω από τη χαρά μου ν’ αρθρώσω λέξη. Γιατί ο άνθρωπος από την πολλή αγάπη δεν μπορεί να μιλήσει». Αλλά και πάλι σκέφτεται: «Θα προσεύχομαι για όλο το ανθρώπινο γένος, για να επιστρέψουν όλοι οι άνθρωποι στον Κύριο και ν’ αναπαυθούν κοντά Του, γιατί η αγάπη του Θεού «πάντας θέλει σωθήναι»….

… Όποιος τηρεί όλες τις εντολές, η καρδιά του θα αισθάνεται πάντα τη χάρη, έστω και λίγο. Η χάρη όμως αφαιρείται εξαιτίας της ματαιοδοξίας, ακόμη κι εξαιτίας ενός μόνον υπερήφανου λογισμού. Μπορεί να νηστεύει κανείς πολύ, να προσεύχεται πολύ, να κάνει πολλά καλά· αν όμως υπερηφανεύεται γι’ αυτά, θα γίνει όμοιος με κύμβαλο που αλαλάζει, αλλά μέσα είναι αδειανό. Η κενοδοξία ερημώνει από τη χάρη την ψυχή και χρειάζεται πολλή πείρα και μεγάλος αγώνας για να νικήσεις αυτό το πάθος….

… Πώς να λησμονήσομε τον Κύριο, εφόσον Αυτός είναι μέσα μας; Και οι Απόστολοι εκήρυτταν στους λαούς: «Μορφωθήτω ο Χριστός εν υμίν»….

… Ο Όσιος Σεραφείμ του Σαρώφ ήταν είκοσι επτά ετών όταν είδε τον Κύριο και Τον αγάπησε τόσο η ψυχή του, ώστε από τη γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος άλλαξε ολόκληρος. Μετά όμως, καταλαβαίνοντας ότι δεν είχε πια εκείνη τη χάρη, βγήκε στην έρημο και καθόταν επί τρία έτη σε μια πέτρα προσευχόμενος: «Ο Θεός ίλεως γενού μοι τω αμαρτωλώ»….

… Οι άνθρωποι εκτιμούν υπερβολικά τις γήινες επιστήμες ή τη γνωριμία με κάποιον επίγειο βασιλιά και χαίρονται όταν κάνουν παρέα μαζί του – αλλά αληθινά μεγάλο είναι μόνο το να γνωρίζομε με το Άγιο Πνεύμα τον Κύριο και το θέλημά Του….

…Πόσο μεγάλο έλεος! Ο Κύριος θέλει να βρισκόμαστε κοντά σ’ Αυτόν και στον Πατέρα και η ψυχή μας αισθάνεται πώς ο Κύριος είναι κοντά μας.

Αλλά τι έχομε κάνει, Κύριε, για Σένα ή σε τι Σε ευχαριστήσαμε, ώστε να θέλεις, να είσαι μέσα μας και εμείς κοντά Σου; Εμείς Σε σταυρώσαμε με τις αμαρτίες μας και Συ θέλεις να είμαστε μαζί Σου; Ω, πόσο μεγάλο έλεος έδειξες σ’ εμένα! σ’ εμένα, που μου αξίζει ο Άδης και τα βάσανά του, Εσύ δίνεις τη χάρη του Αγίου Πνεύματος….


Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου
Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ
Ι.Μ. ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
ΕΣΣΕΞ ΑΓΓΛΙΑΣ

πηγή

Με την εξομολόγηση ο άνθρωπος λυτρώνεται

– Γέροντα, στα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού οι Χριστιανοί έκαναν δημόσια εξομολόγηση. Βοηθάει αυτό;

– Άλλα τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού και άλλα τώρα. Σήμερα αυτό δεν βοηθάει.

– Γιατί, Γέροντα; Τότε είχαν πιο πολύ ζήλο;

– Και πιο πολύ ζήλο είχαν και δεν είχαν αυτά που έχουν σήμερα οι άνθρωποι. Τώρα, βλέπεις, τα ανδρόγυνα χωρίζουν στα καλά καθούμενα, δεν είναι όπως παλιά.

Έχουν απομακρυνθή οι άνθρωποι από το μυστήριο της εξομολογήσεως, γι’ αυτό και πνίγονται από τους λογισμούς και τα πάθη. Πόσοι έρχονται και ζητούν να τους βοηθήσω σε κάποιο πρόβλημα τους, και ούτε εξομολογούνται ούτε εκκλησιάζονται! «Εκκλησιάζεσαι καθόλου;», τους ρωτάω. «Όχι», μου λένε. «Εξομολογήθηκες καμμιά φορά;». «Όχι. Ήρθα να με κάνης καλά». «Μα πως; Πρέπει να μετανοήσης για τα σφάλματά σου, να εξομολογήσαι, να εκκλησιάζεσαι, να κοινωνάς, όταν έχης ευλογία από τον πνευματικό σου, και εγώ θα κάνω προσευχή να γίνης καλά. Ξεχνάς ότι υπάρχει και άλλη ζωή και πρέπει να ετοιμασθούμε για ‘κεί;». «Κοίταξε, πάτερ, αυτά που λες, εκκλησίες, άλλη ζωή κ.λπ., εμένα δεν με απασχολούν. Αυτά είναι παραμύθια. Έχω πάει σε μάγους, σε μέντιουμ και δεν μπόρεσαν να με κάνουν καλά. Έμαθα ότι εσύ μπορείς να με κάνης καλά». Άντε τώρα! Τους μιλάς για εξομολόγηση, για την μέλλουσα ζωή, και σου λένε «αυτά είναι παραμύθια», και από την άλλη μεριά: «Βοήθησέ με, παίρνω χάπια». Εμ πως, με μαγικό τρόπο θα γίνουν καλά;

Και βλέπεις, πολλοί, ενώ έχουν προβλήματα που τα προκάλεσαν οι αμαρτίες τους, δεν πηγαίνουν στον πνευματικό που μπορεί να τους βοηθήση θετικά, αλλά καταλήγουν να εξομολογούνται στους ψυχολόγους. Λένε το ιστορικό τους, τους συμβουλεύονται για τα προβλήματά τους και, αν έχουν να περάσουν ένα ποτάμι, τους ρίχνουν μέσα και ή πνίγονται ή βγαίνουν , αλλά που βγαίνουν… Ενώ, αν πάνε να εξομολογηθούν στον πνευματικό, θα περάσουν στην άλλη όχθη από την γέφυρα άνετα, γιατί με το μυστήριο της εξομολογήσεως ενεργεί η Χάρις του Θεού και λυτρώνονται.

– Γέροντα, μερικοί λένε: «Δεν βρίσκουμε καλούς πνευματικούς, γι’ αυτό δεν πάμε να εξομολογηθούμε».

– Αυτά είναι δικαιολογίες. Κάθε πνευματικός έχει θεία εξουσία, εφόσον φοράει πετραχήλι. Τελεί το μυστήριο, έχει την θεία Χάρη και, όταν διαβάση την συγχωρητική ευχή, ο Θεός σβήνει όλες τις αμαρτίες τις οποίες εξομολογηθήκαμε με ειλικρινή μετάνοια. Από μας εξαρτάται πόσο θα βοηθηθούμε από το μυστήριο της εξομολογήσεως. Ήρθε εκεί στο Καλύβι μια φορά κάποιος που είχε ψυχολογικά προβλήματα, με τον λογισμό ότι έχω διορατικό χάρισμα και θα μπορούσα να τον βοηθήσω. «Τι προβλέπεις, μου λέει, για μένα;». «Να βρης, του λέω, έναν πνευματικό να εξομολογήσαι, για να κοιμάσαι σαν το πουλάκι και να μην παίρνης χάπια». «Δεν υπάρχουν, μου λέει, σήμερα καλοί πνευματικοί. Παλιά υπήρχαν». Έρχονται με καλό λογισμό, ότι θα βοηθηθούν, αλλά δεν δέχονται αυτό που τους λες, και κρίμα στα ναύλα.

Βλέπω όμως και μια καινούργια τέχνη του διαβόλου. Βάζει στους ανθρώπους τον λογισμό ότι, αν κάνουν κάποιο τάμα και το εκπληρώσουν, αν πάνε και κανένα προσκύνημα, είναι εντάξει πνευματικά. Και βλέπεις πολλούς να πηγαίνουν με λαμπάδες και με τάματα στα μοναστήρια, στα προσκυνήματα, να τα κρεμάνε εκεί, να κάνουν και μεγάλους σταυρούς, να κλαίνε και λιγάκι, και να αρκούνται σ’ αυτά. Δεν μετανοούν, δεν εξομολογούνται, δεν διορθώνονται, και χαίρεται το ταγκαλάκι.

– Γέροντα, ένας άνθρωπος που δεν εξομολογείται μπορεί να είναι εσωτερικά αναπαυμένος;

– Πώς να είναι αναπαυμένος; Για να νιώση κανείς ανάπαυση, πρέπει να πετάξη τα μπάζα από μέσα του. Αυτό θα γίνη με την εξομολόγηση. Ανοίγοντας ο άνθρωπος την καρδιά του στον πνευματικό και λέγοντας τα σφάλματά του, ταπεινώνεται, και έτσι ανοίγει την πύλη του Ουρανού, έρχεται πλούσια η Χάρις του Θεού και ελευθερώνεται.

Πριν από την εξομολόγηση στην κορυφή του υπάρχει ομίχλη, βλέπει θαμπά και δικαιολογεί τα σφάλματά του. Γιατί, όταν ο νους του είναι σκοτισμένος από τις αμαρτίες, δεν βλέπει καθαρά. Με την εξομολόγηση κάνει μια «φούουου», φεύγει η ομίχλη και καθαρίζει ο ορίζοντας. Γι’ αυτό, όσους έρχονται να συζητήσουμε ένα θέμα ή να μου ζητήσουν μια συμβουλή κ.λπ., αν δεν έχουν εξομολογηθή ποτέ, τους στέλνω πρώτα να εξομολογηθούν και μετά να έρθουν να μιλήσουμε. Μερικοί μου λένε: «Γέροντα, αφού εσύ μπορείς να καταλάβης τι πρέπει να κάνω γι’ αυτό το θέμα, πες μου». «Και να καταλάβω εγώ τι πρέπει να κάνης, τους λέω, δεν θα καταλάβης εσύ τι θα σου πω. Γι’ αυτό πήγαινε πρώτα να εξομολογηθής και ύστερα έλα να συζητήσουμε». Γιατί, πώς να επικοινωνήσης και να συνεννοηθής με έναν άνθρωπο, όταν βρίσκεται σε άλλη συχνότητα;

Με την εξομολόγηση πετάει ο άνθρωπος από μέσα του ό,τι άχρηστο έχει και καρποφορεί πνευματικά. Μια μέρα έσκαβα τον κήπο μου, για να φυτέψω λίγες ντοματιές. Εκείνη την ώρα ήρθε κάποιος και μου λέει: «Τι κάνεις, Γέροντα;». «Τι να κάνω; του λέω, εξομολογώ τον κήπο μου». «Καλά, Γέροντα, μου λέει, χρειάζεται και ο κήπος εξομολόγηση;». «Ασφαλώς χρειάζεται. Έχω διαπιστώσει πως, όταν τον εξομολογώ, βγάζω δηλαδή έξω πέτρες, αγριάδες, αγκάθια κ.λπ., τότε βγάζει επίσημα κηπευτικά, αλλιώς οι ντομάτες γίνονται κιτρινιάρικες, καχεκτικές!»… 

πηγή

«Η Πόλις εάλω» – Ο Ελληνισμός και η Χριστιανοσύνη ζουν

Πεντακόσια εξήντα χρόνια από την αποφράδα ημέρα – 

Η απάντηση Κωνσταντίνου Παλαιολόγου προς τον Μωάμεθ Β’ λίγο πριν από την πτώση της Βασιλεύουσας

Πέρασαν 560 χρόνια από την αποφράδα εκείνη ημέρα της 29ης Μαΐου 1453. Την ημέρα  που ακούστηκε το “Εάλω η Πόλις” και η Βασιλεύουσα, η «Πόλη των Αγίων», η «Θεοσκέπαστη», η «Πόλη του Ελληνισμού και της Χριστιανοσύνης» έπεσε στα χέρια των Οθωμανών.

 Από τότε αναφερόμαστε σε αυτήν την ημερομηνία με θρήνο και οδυρμό. Η άλωση της Πόλης κατέλαβε στη συνείδηση όλως των Ελλήνων την πιο κεντρική θέση σαν η μεγαλύτερη εθνική απώλεια.

Η Τρίτη της 29ης Μαΐου 1453 είναι αποφράς ημέρα και όταν σήμερα επισκεπτόμαστε την Κωνσταντινούπολη, την Πόλη όπως την αποκαλούμε εμείς οι Έλληνες, με αβάσταχτη μελαγχολία θυμόμαστε ότι «κάποτε ήταν δικά μας».

Όταν ο Μωάμεθ ο Β’ με ισχυρό στράτευμα (πεζούς, ιππικό, πυροβολικό και ναυτικό) άρχισε, στις 6 Απριλίου 1453, να πολιορκεί την Κωνσταντινούπολη, το βυζαντινό κράτος ήταν σκιά του εαυτού του, μικρότερο και ασθενέστερο παρά ποτέ. Ουσιαστικά ολόκληρο το κράτος ήταν η πόλη και ο πληθυσμός της, αλλά και αυτός αποδεκατισμένος από τις επιδρομές και τις επιδημίες.

Αλλά επί Κωνσταντίνου ΙΑ΄ και γενικότερα την εποχή των Παλαιολόγων το κράτος της Κωνσταντινούπολης ήταν ελληνικό, πιο ελληνικό από ποτέ!

Το χρονικό της Άλωσης

Στις 28 Μαΐου 1453, μεγάλη λιτανεία πραγματοποιείται στη Βασιλεύουσα με κεφαλή τον Αυτοκράτορα. Όλος ο λαός και ο κλήρος, με δάκρυα στα μάτια, περιδιαβαίνει τα μισογκρεμισμένα τείχη και στο τέλος ο Κωνσταντίνος απευθύνει ψυχωμένο λόγο σε όλους, τους τελευταίους Έλληνες και Φιλέλληνες υπερασπιστές, τονώνοντας το ηθικό τους, κάνοντας όλα τα μάτια να δακρύσουν, ανάμεσα στις λαμπάδες και τα θυμιάματα που τύλιγαν τη Θεοσκέπαστη εκείνη τη νύχτα… Την τελευταία νύχτα της Πόλης μας…

«Σώσον Κύριε τον λαόν σου…» έβγαινε με θέρμη και πίστη από χιλιάδες στόματα Ελλήνων και Φιλελλήνων…

Η Βασιλεύουσα θρηνούσε βλέποντας το τέλος να έρχεται.

«Συγχώρεσέ με Κύριε», ψιθύρισε με φόβο και δέος ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. «Συγχώρεσέ με …και δώσε μου ανδρείο τέλος».

Πίσω του όλοι οι αξιωματικοί και οι αξιωματούχοι, όλος ο λαός, μεταλάμβανε το Σώμα και το Αίμα του Ιησού Χρηστού, ζητώντας συγχώρεση.

«Σαν να μην ήθελε να ξημερώσει η μέρα»

Εκείνο το πρωί, σαν να μην ήθελε ο ήλιος να φανεί, σαν να φοβόταν ακόμα και η μέρα.

Δεν είχε ακόμα ξημερώσει, όταν οι άπιστοι ουρλιάζοντας σαν δαιμονισμένοι, ρίχτηκαν και πάλι στους ελάχιστους υπερασπιστές, που αναγκάζονταν να είναι διασπαρμένοι σε όλο το μήκος των τειχών, γιατί οι επιθέσεις εκδηλωνόταν ή μπορούσαν να εκδηλωθούν οπουδήποτε.

Καθώς οι Τούρκοι ορμούσαν, έβγαιναν ξοπίσω οι γενίτσαροι, τα αρπαγμένα παιδάκια που τα είχαν μεγαλώσει ως θηρία οι Τούρκοι…

Όμως οι λίγοι γενναίοι Έλληνες και Φιλέλληνες, με τον Ιουστινιάνη και μπροστάρη τον ίδιο τον Παλαιολόγο, αμύνονταν με ηρωισμό τέτοιο, που δεν έχει όμοιό του στην Ιστορία των λαών…

Πανηγύρισαν οι πολιορκημένοι! Είχαν αποκρούσει την πρώτη επίθεση με επιτυχία!

«Κρατάτε αδερφοί μου! Υποχωρούν”, φώναξε γεμάτος χαρά ο βασιλιάς. Οι χρυσοκίτρινες σημαίες με το Δικέφαλο αετό στα κάστρα της Πόλης πλατάγισαν προς στιγμήν! Η χαρά όμως δεν κράτησε πολύ…

Οι εχθροί ήταν ασταμάτητοι. Τώρα ο Μεχμέτης έστελνε ξεκούραστους, τις ειδικές του δυνάμεις, τον επίλεκτο στρατό με συνοδεία δέκα χιλιάδων Γενιτσάρων, χτυπώντας στο πιο αδύνατο όπως πάντα σημείο των τειχών. Την Πύλη του Αγίου Ρωμανού, δίπλα στην κοιλάδα του ποταμού Λύκου!

“Εάλωωω! Η Πόλις εάλωωωω”!

Η Πόλη είχε πέσει πια στα χέρια των Οθωμανών.

Ο Κωνσταντίνος γύρισε το κεφάλι του. Ήταν πια ολομόναχος! Όλοι σχεδόν γύρω του είχαν πέσει σαν ήρωες! Ως Έλληνες!

«Δεν υπάρχει κανείς Χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι;» φώναξε με όλη τη δύναμή του καθώς το σπαθί του κατέβαινε με ορμή σε έναν ακόμη Γενίτσαρο, φοβούμενος μην πέσει ζωντανός στα χέρια των Τούρκων!

Πεντακόσια εξήντα  χρόνια μετά, το Γένος είναι ακόμα ζωντανό, αλλά η Κωνσταντινούπολη  και η Αγιά Σοφιά παραμένουν σε ξένα χέρια.

Σήμερα τιμούμε τους πεσόντες κατά την πολιορκία και κατά την Άλωση, διαβάζουμε τους θρήνους και τους θρύλους και διδασκόμαστε. Αυτή είναι άλλωστε η αξία της ιστορικής μνήμης.

Απάντηση Κωνσταντίνου Παλαιολόγου προς τον Μωάμεθ Β’ λίγο πριν από την πτώση της Βασιλεύουσας

Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοι δοῦναι…

 Πρωτότυπο κείμενο (ακολουθεί η απόδοση στη Ν. Ελληνική):

 Ἀπαρτίσας οὖν τὰ πάντα, ὡς αὐτῷ ἐδόκει καλῶς, ἔπεμψεν ἔνδον λέγων τῷ βασιλεῖ «Γίνωσκε τὰ τοῦ πολέμου ἤδη ἀπήρτησθαι· καὶ καιρός ἐστιν ἀπό τοῦ νῦν πρᾶξαι τὸ ἐνθυμηθὲν πρὸ πολλοῦ παρ’ ἡμῖν νῦν· τὴν δὲ ἔκβασιν τοῦ σκοποῦ τῷ Θεῷ ἐφίεμεν. Τί λέγεις; Βούλει καταλιπεῖν τὴν πόλιν καὶ ἀπελθεῖν, ἔνθα καὶ βούλει, μετὰ τῶν σῶν ἀρχόντων καὶ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῖς, καταλιπὼν τὸν δῆμον ἀζήμιον εἶναι καὶ παρ’ ἡμῶν καὶ παρά σοῦ; ἤ

ἀντιστῆναι καὶ σὺν τῇ ζωῇ καὶ τὰ ὑπάρχοντα ἀπολέσεις σύ τε καὶ οἱ μετὰ σέ, ὁ δὲ δῆμος αἰχμαλωτιστθεὶς παρὰ τῶν Τούρκων διασπαρῶσιν ἐν πάσῃ τῇ γῇ;»

 Ὁ βασιλεὺς δ’ ἀπεκρίνατο σὺν τῇ συγκλήτῳ· «Εἰ μἐν βούλει, καθὼς καὶ οἱ πατέρες σου ἔζησαν, εἰρηνικῶς σὺν ἡμῖν συζῆσαι καὶ σύ, τῷ Θεῷ χάρις. Ἐκεῖνοι γὰρ τοὺς ἐμοὺς γονεῖς ὡς πατέρας ἐλόγιζον καὶ οὕτως ἐτίμων, τὴν δὲ πόλιν ταύτην ὡς πατρίδα· καὶ γὰρ ἐν καιρῷ περιστάσεως ἅπαντες ἐντὸς ταύτης εἰσιόντες ἐσώθησαν καὶ οὐδεὶς ὁ ἀντισταίνων ἐμακροβίω. Ἔχε δὲ καὶ τὰ παρ’ ἡμῖν ἁρπαχθέντα ἀδίκως κάστρα καὶ γῆν ὡς δίκαια καὶ ἀπόκοψον καὶ τοὺς φόρους τόσους, ὅσους κατὰ τὴν ἡμετέραν δύναμιν, κατ’ ἔτος τοῦ δοῦναι σοι καὶ ἄπελθε ἐν εἰρήνῃ. Τί γὰρ οἶδας, εἰ θαῤῥῶν κερδᾶναι εὐρεθῇς κερδανθείς; Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοι δοῦναι, οὔτ’ ἐμόν ἐστιν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ· κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν».

Απόδοση:

 (Ο Μεχεμέτ), αφού ετοίμασε τα πάντα όπως καλύτερα νόμιζε, έστειλε μήνυμα λέγοντας στο βασιλιά: «Μάθε ότι έχουν τελειώσει οι πολεμικές προετοιμασίες. Ήρθε πια η ώρα να κάνουμε πράξη αυτό που θέλουμε εδώ και πολύ καιρό. Την έκβασή του την αφήνουμε στο Θεό. Τι λες; Θέλεις να εγκαταλείψεις την Πόλη και να φύγεις, όπου θέλεις, μαζί με τους άρχοντές σου και τα υπάρχοντά τους, αφήνοντας αζήμιο το λαό και από μένα και από σένα; Ή θέλεις να αντισταθείς και να χάσεις τη ζωή σου και τα υπάρχοντά σου και συ και οι μετά σου, κι ο λαός αφού αιχμαλωτιστεί από τους Τούρκους, να διασκορπιστεί σ’ όλη τη γη;» Κι ο βασιλιάς με τη σύγκλητο αποκρίθηκε: «Αν θέλεις να ζήσεις μαζί μας ειρηνικά, όπως και οι πρόγονοί σου, ας έχεις την ευλογία του Θεού. Γιατί εκείνοι θεωρούσαν τους γονείς μου ως πατέρες τους και τους τιμούσαν ανάλογα, κι αυτή την πόλη τη θεωρούσαν ως πατρίδα τους. Σε καιρό ανάγκης όλοι τους έτρεχαν μέσα να σωθούν και κανένας αντίπαλός της δεν έζησε πολλά χρόνια. Κράτα τα κάστρα και τη γη που μας άρπαξες άδικα, όρισε και ετήσιους φόρους ανάλογα με τη δύναμή μας κα φύγε ειρηνικά. Σκέφτηκες ότι ενώ νομίζεις πως θα κερδίσεις μπορεί να βρεθείς χαμένος; Το να σου παραδώσω την Πόλη ούτε δικό μου δικαίωμα είναι ούτε κανενός άλλου από τους κατοίκους της· γιατί όλοι με μια ψυχή προτιμούμε να πεθάνουμε με τη θέλησή μας και δε λυπόμαστε για τη ζωή μας».

πηγή

Χριστιανισμός και δουλεία

Απόσπασμα από το “Αγάπη, ελευθερία και δουλεία στον απόστολο Παύλο”  που ανέβασε αναγνώστης. Λέει:

Ελευθερία και δουλεία

Μετά την αγάπη, η επόμενη βασική έννοια στην ηθική σκέψη του Παύλου (δε λέω “ηθικό σύστημα”, γιατί δεν είχε τέτοιο, απλώς στοχαζόταν κάθε φορά πάνω στα ζητήματα που προέκυπταν) είναι η ελευθερία. Ελευθερία όμως, για τον Παύλο, είναι η ελευθερία από την αμαρτία και τη συνέπειά της, το θάνατο, πνευματικό και σωματικό. Είναι η ηθική ωριμότητα να επιλέγεις το καλό, δηλαδή να μην υποδουλώνεσαι στα πάθη και τις μικρότητές σου (τις εξαρτήσεις σου, σωματικές, ψυχικές και ηθικές) αλλά να αναγνωρίζεις την αξία του αδελφού σου, δηλαδή κάθε συνανθρώπου σου, και να μπορείς ακόμα και να παραιτείσαι από τα δικαιώματά σου για χάρη του (“κανείς ας μη ζητάει το δικό του, αλλά ο καθένας του άλλου”, Α΄ Κορινθ. 10, 24, “όλα μου επιτρέπονται, αλλά τίποτα δε θα με εξουσιάσει”, Α΄ Κορινθ. 6, 12 –θυμάστε και τις προτροπές του για τα ειδωλόθυτα). Δουλεία για τον Παύλο είναι να παραμένεις κακός, μικρόψυχος, ανώριμος ηθικά και πνευματικά, με δυο λόγια μακριά απ’ το Θεό, ενώ ελευθερία είναι να πλησιάζεις το Θεό μέσω της αγάπης και της υπέρβασης του συμφέροντός σου (βλ. Ρωμαίους 6, 16-23, Γαλάτας 4, 1-7 κ.α.). [“Νεκρός”: για τις παραπομπές στην Καινή Διαθήκη μπες εδώ].

Δουλεία θεωρεί και τους νόμους, ακόμα και τους θρησκευτικούς (βλ. τη θεολογία περί νόμου στην προς Ρωμαίους, Γαλάτας κ.α.), ενώ ελευθερία το να επιλέγεις υπεύθυνα και ώριμα την καλοσύνη, χωρίς να χρειάζεσαι εντολές και απαγορεύσεις. Αυτή την ελευθερία, γράφει, την έχουν κατορθώσει και “τα έθνη” (οι μη χριστιανοί), όταν, χωρίς να ξέρουν το θέλημα του Θεού, εφαρμόζουν την αγάπη από μόνοι τους, λόγω του πανανθρώπινου νόμου της συνείδησης που έχει εγκαταστήσει ο Θεός μέσα τους από καταβολής κόσμου (Ρωμ. 2, 13-15). Έτσι ο Παύλος θεμελιώνει και την ισοτιμία των ανθρώπων ανεξάρτητα από τη θρησκεία, στην οποία ανήκουν.

Θέμα δουλείας ανθρώπου σε άνθρωπο δεν τίθεται καθόλου για τον Παύλο. Θεωρεί αυτονόητο ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι! “Δεν υπάρχει Ιουδαίος και Έλληνας” (εθνικός) “ούτε δούλος και ελεύθερος ούτε αρσενικό και θηλυκό, όλοι είστε ένας εν Χριστώ Ιησού” (Γαλάτας 3, 28). Νομίζω πως είναι ο πρώτος αρχαίος συγγραφέας που θεωρεί αυτονόητα ελεύθερους τους δούλους (ούτε στον Πλάτωνα ή τον Αριστοτέλη ή τους άλλους μεγάλους φιλοσόφους συμβαίνει αυτό). Ίσως πριν απ’ αυτόν να υπήρξε κανένας σοφιστής που το έγραψε… Γεγονός είναι πάντως ότι, στο νου του, οι δούλοι είναι απόλυτα ισότιμοι με τους ελεύθερους και με τους ίδιους τους κυρίους τους, και αυτό είναι που καθορίζει και τις μεταξύ τους σχέσεις. Μιλώντας ο Παύλος για την αγάπη, για τον άνθρωπο και τις ανθρώπινες σχέσεις, για τη θεία Μετάληψη, το θάνατο και την ανάσταση, τη χάρη του Θεού, την ελευθερία και την ειρήνη, δεν ξεχωρίζει ελεύθερους και δούλους. Ομοίως, δούλοι και ελεύθεροι, όπως και πλούσιοι και φτωχοί, συμμετείχαν ισότιμα στη θεία Μετάληψη, αλλά και στα κοινά δείπνα, τις γνωστές “αγάπες”.

Άλλωστε ο ίδιος ο Παύλος και οι συνεργάτες του, καθώς και όλοι οι απόστολοι, υπηρετούσαν τους άλλους, δεν εξουσίαζαν. Ενεργούσαν “εν υπομονή πολλή, εν θλίψεσιν, εν ανάγκαις, εν στενοχωρίαις, εν πληγαίς, εν φυλακαίς” κ.τ.λ., κι όμως θεωρούσαν τον εαυτό τους ελεύθερο απ’ όλα: “εν αγάπη ανυποκρίτω, εν λόγω αληθείας, εν δυνάμει Θεού, δια των όπλων της δικαιοσύνης των δεξιών και αριστερών, δια δόξης και ατιμίας, δια δυσφημίας και ευφημίας, ως πλάνοι και αληθείς… ως αποθνήσκοντες και ιδού, ζώμεν, ως παιδευόμενοι και μη θανατούμενοι, ως λυπούμενοι και πάντοτε χαίροντες, ως πτωχοί και πολλούς πλουτίζοντες, ως μηδέν έχοντες και πάντα κατέχοντες” (Β΄ Κορινθ. κεφ. 6).

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Παύλος, όπως τον μέμφονται, δεν προτρέπει στους χριστιανούς δούλους να απαιτήσουν, η έστω να επιδιώξουν, την ελευθερία τους και δεν απαιτεί από τους χριστιανούς που έχουν δούλους να τους ελευθερώσουν. Τονίζει όμως: “οι δούλοι να αγαπάτε τους κυρίους σας και οι κύριοι τους δούλους, ξέροντας οι δούλοι ότι είστε πλέον ελεύθεροι (σας ελευθέρωσε ο Χριστός, δίνοντας το αίμα Του στο σταυρό) και οι κύριοι ότι έχετε κι εσείς Κύριο στον ουρανό. Είστε λοιπόν ίσοι μ’ εκείνους που θεωρείτε δούλους σας και πρέπει να τους συμπεριφέρεστε ανάλογα, γιατί αυτός ο Κύριος δεν κάνει διακρίσεις και δε μεροληπτεί” (βλ. Α΄ Κορινθ., 7, 17-24, Εφεσίους 6, 5-9). “Ο Χριστός μας ελευθέρωσε για να μείνουμε ελεύθεροι. Μείνετε λοιπόν ελεύθεροι και μην ξαναπέσετε στο ζυγό της δουλείας” γράφει. Ο Θεός κάλεσε τους ανθρώπους “επ’ ελευθερία”, αλλά η ελευθερία αυτή πραγματοποιείται όταν υπηρετούμε ο ένας τον άλλον δια της αγάπης (Γαλάτας, 5, 1, 13 και εξής). “Δέξου τον Ονήσιμο” (το δραπέτη δούλο) “όχι ως δούλο, αλλά ως αγαπητό αδελφό, σα να δεχόσουν εμένα”, γράφει ο Παύλος από τη φυλακή προς το χριστιανό Φιλήμονα (επιστολή προς Φιλήμονα). Ο άγιος Ονήσιμος, προστάτης άγιος των φυλακισμένων, παρέμεινε δούλος, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να είναι ελεύθερος, δηλαδή άγιος.

“Αυτός που ονομάζεται δούλος απελευθερώθηκε από το Χριστό”, γράφει ο Παύλος, “και εκείνος που ονομάζεται ελεύθερος είναι δούλος του Χριστού. Εξαγοραστήκατε” (=με το αίμα του Χριστού, άρα απελευθερωθήκατε). Και προσθέτει τη φράση κλειδί: “μη γίνεστε δούλοι ανθρώπων” (Α΄ Κορινθ. 7, 22)!
Με δυο λόγια, αγαπητέ μου φίλε, ο Παύλος πήρε τους δούλους ως res (όχι ανθρώπους αλλά περιουσιακά στοιχεία, χωρίς κανένα δικαίωμα στον ελληνορωμαϊκό κόσμο) και τους ανέδειξε σε “όχι πια δούλους, αλλά αγαπητούς αδελφούς”, ονομάζοντάς τους μαζί και ισότιμα με τους κυρίους τους “φωστήρες εν κόσμω” (Φιλιππησίους, 2, 15) και τονίζοντας την ισότητα και την αξία της ηθικής ελευθερίας! “Δεν είσαι πια δούλος, αλλά παιδί του Θεού”, γράφει προς Γαλάτας, 4, 7.
Τοποθετεί όμως τους «ανδραποδιστές» (εκείνους που υποδουλώνουν ανθρώπους) ανάμεσα στους «ανόμους», τους «ασεβείς» και «αμαρτωλούς», που αντιτίθενται στην «υγιαίνουσα διδασκαλία» (Α΄ προς Τιμόθεον 1, 9-11).

Ξέρω ότι αυτό σε πολλούς δεν αρκεί. Ίσως και δεν τους αρέσει. Θα θέλανε να σηκώσει σπαθί ο Παύλος και να φωνάξει “ελευθερία η θάνατος! Καθάρματα, αφήστε τους δούλους σας ήσυχους! Δούλοι, ξυπνάτε, για ν’ ανακτήσετε την ελευθερία σας! Ο Χριστός μαζί μας!”.
Αυτό θα ήταν ωραίος σοσιαλισμός ή γαλλικός Διαφωτισμός, αλλά, ως χριστιανικό κήρυγμα, έχει δύο προβλήματα. Πρώτον, συνεπάγεται σφαγή. Όχι μόνο βέβαιη σφαγή των δούλων από τις ανίκητες ρωμαϊκές λεγεώνες (πρβ. την περίπτωση του Σπάρτακου), αλλά και των ίδιων των ελεύθερων, πράγμα που, για τους χριστιανούς, σημαίνει απλά και μόνο σφαγή –γιατί κι ο κακός είναι αδελφός μας και θέλουμε τη σωτηρία του, όχι την τιμωρία του ή την εκδίκηση απ’ αυτόν.
Δεύτερον, τον πρώτο αιώνα οι χριστιανοί περίμεναν από μέρα σε μέρα τη δευτέρα παρουσία (“είναι ήδη ώρα να ξυπνήσουμε” λέει ο Παύλος, Ρωμ. 13, 11). Γιατί λοιπόν να βάψουν τα χέρια τους με αίμα, αφού πολύ σύντομα ο “παρών κόσμος”, ο κόσμος της αδικίας και της πτώσης, θα έσβηνε απ’ το χάρτη;

Υπήρξαν ελεύθεροι δούλοι;

Το ότι η ιδέα του Παύλου (που είναι μέρος της διδασκαλίας της πρώτης Εκκλησίας) για την πνευματική έννοια της ελευθερίας δεν ήταν κούφια λόγια, φαίνεται από το πλήθος των δούλων που αγίασαν, τόσο στους πρώτους αιώνες, όσο και στους νεώτερους. Οι άγιοι Παυλίνος της Καμπανίας, Σεραπίων ο Σινδόνιος και Πέτρος ο Τελώνης έγιναν δούλοι με τη θέλησή τους, για να βοηθήσουν κάποιους συνανθρώπους τους. Ο άγιος Αγάπιος ο Βατοπεδινός επέστρεψε στον αφέντη του, από τον οποίο είχε απελευθερωθεί θαυματουργικά, δούλος ήταν και ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος, ενώ ο άγιος Μωυσής ο Ούγγρος (1043) προτίμησε μακροχρόνια βασανιστήρια από το να ενδώσει στις ερωτικές προθέσεις της κυρίας του. Οι άγιοι Πρωτάς και Υάκινθος, ευνούχοι της αγίας Ευγενίας, μαρτύρησαν στη Ρώμη και τιμώνται στις 11 Σεπτεμβρίου, η αγία Δούλη (αγνώστου ονόματος), μάρτυρας στη Νικομήδεια, τιμάται στις 25 Φεβρουαρίου κ.π.α.
 
Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρουμε πόσο εκτεταμένη ήταν στους πρώτους χριστιανούς η πρακτική της απελευθέρωσης των δούλων. Σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο ήταν πολύ εκτεταμένη: καταγγέλλοντας τη δουλεία και την κοινωνική αδικία της εποχής του (4ος-5ος αι.), ο άγιος τονίζει ότι οι πρώτοι χριστιανοί «ελευθέρωναν τους δούλους και τους εξίσωναν με τον εαυτό τους» (Ομιλία 11, στις Πράξεις των αποστόλων, κεφ. 4).
 
Στα επόμενα χρόνια αναφέρονται ρητά πολλές περιπτώσεις αγίων που απελευθέρωσαν τους δούλους τους (π.χ. ο άγιος Γεώργιος, ο Μέγας Βασίλειος, η αγία Μακρίνα κ.τ.λ.), ενώ πρέπει να το θεωρήσουμε αυτονόητο και για πολλούς άλλους, ιδίως εκείνους που απαρνήθηκαν τον πλούτο η την κοινωνική τους θέση και έγιναν μοναχοί. 
 
Πατερικές πινελιές

Αργότερα, οι Πατέρες της Εκκλησίας μίλησαν αλλιώς για τη δουλεία. Αναφερθήκαμε ήδη στον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο. Επίσης, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (329-390 μ.Χ.) χαρακτηρίζει τη διάκριση αφέντη και δούλου “φαύλη τομή”, με το ακαταμάχητο θεολογικό επιχείρημα ότι ο Ίδιος Θεός δημιούργησε ελεύθερους και δούλους, άντρες και γυναίκες, και οι δυο είναι εικόνες του Θεού, ο Χριστός σταυρώθηκε και για τους δυο, ο θάνατος είναι ίδιος για όλους, η σωτηρία, η αγιότητα, η ανάσταση των νεκρών θα είναι ίδια για όλους. Οι διακρίσεις των ανθρώπων είναι γι’ αυτόν “αρρωστήματα” και “επινοήματα κακίας”, η οποία “επεισήλθε στο γένος των ανθρώπων” σε μεταγενέστερες εποχές, ενώ η αρχική και αυθεντική δομή της ανθρωπότητας χαρακτηριζόταν από ισοτιμία και ελευθερία (βλ. ομιλία 14, ηθικό έπος 34 κ.λ.π.).

Ο Μέγας Βασίλειος (“Ηθικά η Όροι”, PG 31,808B κ.ε.) αναφέρει:
“Όσα κατά συνάφειαν απαγορεύονται […] ανδραποδισταίς […] και ει τι έτερον την υγιαίνουση διδασκαλία αντίκειται” (επαναλαμβάνει το Α΄ Τιμ. 1, 9-11).
Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης (“Εξήγησις ακριβής εις τον Εκκλησιαστήν”, ομιλία Δ’, PG 44,664 κ.εξ.) προσθέτει:
“Εκτησάμην γαρ, φησί, δούλους και παιδίσκας… Οράς τον όγκον της αλαζονείας; Θεώ άντικρυς η τοιαύτη φωνή αντεπαίρεται […] ως ανδρών τε άμα και γυναικών εαυτόν κύριον οίεσθαι, τι άλλο και ουχί διαβαίνει τη υπερηφανία την φύσιν” (PG 44,664C) […] “Δουλεία καταδικάζεις τον άνθρωπον, ου ελευθέρα η φύσις και αυτεξούσιος, και αντινομοθετείς τω θεώ, ανατρέπων αυτού τον επί τη φύσει νόμον. τον γαρ επί τούτω γενόμενον, εφ’ ώτε κύριον είναι της γης και εις αρχήν τεταγμένον παρά του πλάσαντος, τούτον υπάγεις τω της δουλείας ζυγώ, ώσπερ αντιβαίνων τε και μαχόμενος τω θείω προστάγματι.” (PG 44,664D) […] “Εκτησάμην γαρ δούλους και παιδίσκας. ποίας, ειπέ μοι, τιμής; τι εύρες εν τοις ούσι της φύσεως ταύτης αντάξιον; (PG 44,665A) […] “εκ των αυτών σοι η γένεσις, ομοιότροπος η ζωή, κατά το ίσον επικρατεί τα τε της ψυχής και τα του σώματος πάθη […] οδύναι και ευθυμίαι, ευφροσύναι και αδημονίαι, λύπαι και ηδοναί, θυμοί και φόβοι, νόσοι και θάνατοι. μη τις εν τούτοις διαφορά προς τον δούλον τω κυριεύοντι; ου τον αυτόν έλκουσιν αέρα δια του άσθματος; ουχ ωσαύτως ορώσι τον ήλιον; […] ου μία κόνις οι δύο μετά τον θάνατον;…ο ουν εν πάσι το ίσον έχων εν τίνι το πλέον έχεις, ειπέ, ώστε άνθρωπον όντα δεσπότην ανθρώπου σεαυτόν οίεσθαι;” (PG 44,665D-668A)”.
 
Μετάφραση:
“Απόκτησα δούλους και υπηρέτριες… Βλέπεις το μέγεθος της αλαζονείας; Ο λόγος αυτός αποτελεί ανταρσία κατά του θεού… αφού νομίζει τον εαυτό του κύριο ανδρών και γυναικών, αν μη τι άλλο, ξεπερνά σε υπερηφάνεια την ανθρώπινη φύση […] Καταδικάζεις σε δουλειά τον άνθρωπο, που η φύση του είναι ελεύθερη και αυτεξούσια και ορθώνεις δικό σου νόμο απέναντι στο νόμο του Θεού ανατρέποντας το νόμο του που διέπει τη ζωή των ανθρώπων. Αυτόν που πλάστηκε γι’ αυτό ακριβώς, για να είναι κύριος της γης και που ορίστηκε από τον Πλάστη του να άρχει, αυτόν τον υποτάσσεις στο ζυγό της δουλείας που αντιβαίνει και αντιμάχεται τη θεία διαταγή.” […] “Απόκτησα δούλους και υπηρέτριες… Με ποια τιμή, πες μας. Τι βρήκες αντάξιό τους στη φύση; […] Κάποιοι γέννησαν εκείνους κι εσένα, κοινή η ζωή σας, ισχύουν εξίσου τα πάθη ψυχής και του σώματος, οδύνη και ευθυμία, χαρά κι αδημονία, λύπη και ηδονή, θυμός και φόβος, νόσος και θάνατος. Διαφέρει καθόλου σ’ αυτά ο κύριος από το δούλο; Δεν ανασαίνουν τον ίδιο αέρα; Δεν βλέπουν όμοια τον ήλιο;… Ίδια σκόνη δε θα γίνουν και οι δύο μετά το θάνατο;…Αφού σε όλα είσαι ίσος με τους άλλους, πες μου που πλεονεκτείς ώστε, ενώ είσαι άνθρωπος, να θεωρείς τον εαυτό σου κύριο ανθρώπου;”
 
Συμπλήρωμα:
 
Χρυσόστομος, Υπόμνημα στην επιστολή προς Φιλήμονα (του Παύλου), Ομιλία Γ΄, P.G. 62, 711:
“Αν λοιπόν ο Παύλος δε ντρέπεται να ονομάζει τέκνο και σπλάχνο του και αδελφό και αγαπητό (το δραπέτη δούλο Ονήσιμο), εμείς πώς μπορούμε να ντραπούμε; Και τι λέω “ο Παύλος”; Ο Κύριος του Παύλου δε ντρέπεται να ονομάζει αδελφούς του τους δικούς μας δούλους, κι εμείς ντρεπόμαστε;
Κοίτα πώς μας τιμάει: ονομάζει τους δούλους μας αδελφούς του, φίλους και συγκληρονόμους. […] Πρόσεχε λοιπόν: ό,τι κι αν κάνεις, το κάνεις στο σύν-δουλό σου [δηλ. που είστε κι οι δύο δούλοι του ίδιου Κυρίου, του Χριστού].”
Εξήγηση: αυτή η ιδέα ότι είμαστε δούλοι του Χριστού οφείλεται στο ότι ο Χριστός “μας εξαγόρασε” από τη δουλεία στο διάβολο και στο θάνατο δίνοντας το αίμα του. Κι επειδή δε μπορεί κάποιος να είναι δούλος σε δύο Κυρίους, άρα δεν είμαστε και δούλοι ανθρώπων, άσχετα αν ζούμε σε καθεστώς δουλείας.
 
περισσότερα εδώ
 

 

Πρόσωπο ή Προσωπείο…;

Πρόσωπο… Προς και όψη… Μιλώντας πιο απλά, δύο μάτια, μια μύτη και χείλια… Κι όμως, το πρόσωπο είναι κάτι τόσο πιο βαθύ απ’ αυτό που επιφανειακά αντιλαμβανόμαστε, όταν αντικρίζουμε κάποιον. Είναι ο καθρέφτης της ψυχής μας, το κάτοπτρο των βαθύτερων σκέψεων και επιθυμιών μας, ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, η στάση μας μέσα σ’ αυτό. Θεολογικά μεταφράζεται ως εικόνα Θεού, εικόνα του Αγίου Πνεύματος που κατοικεί μέσα στον καθένα μας και χρειάζεται την δική μας συναίνεση για να φανερωθεί… Αυτό είναι το μεγάλο «στοίχημα» για κάθε χριστιανό: η απαλλαγή από κάθε πάθος, η δημιουργία κοινωνίας με τον Θεό που είναι συνώνυμα με την μετάβασή του απ’ το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωση, στην απόκτηση του αληθινού Χριστιανικού προσώπου, του προσώπου του Χριστού… Εδώ, βέβαια, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο ο καθένας από μας έχει πραγματικά πλησιάσει, έστω και στο ελάχιστο, σ’ αυτή την ιδανική κατάσταση, σ’ αυτό το ιδανικό πρόσωπο. Η ίδια η καθημερινότητά μας έρχεται να μας απαντήσει…

Είναι μεσημέρι, μια απλή συνηθισμένη μέρα, ένας πολυσύχναστος δρόμος της Αθήνας. Κόσμος πηγαίνει κι έρχεται, κίνηση, φασαρία, σκοτούρες, χαμός… Όλα κυλούν φυσιολογικά δηλαδή… Και τι πιο σύνηθες επομένως από έναν άνθρωπο στην μέση του δρόμου που ζητάει βοήθεια;; …Μέσα σε αυτό το χάος, λοιπόν, βρίσκομαι και εγώ χαμένη.. Και τότε μια δυνατή φωνή με ξυπνά ή μάλλον τραβά για λίγο το βλέμμα μου!

Ήταν η φωνή που σπάραζε «πεινάωωω». Στάθηκα σε μια γωνιά, και απλά κοιτούσα. Παρακολουθούσα αμήχανα τους ανθρώπους, κάποιους να κοιτούν και να προσπερνούν επιταχύνοντας το βηματισμό τους. Είδα, όμως, και κάποιον που κι αυτός στάθηκε, είδε, έσκυψε, βοήθησε, όμως είπε: «πάλι καλά που υπάρχουν άνθρωποι σαν κι εμένα, που βοηθούν απλόχερα, αλλιώς τι θα ‘κανες και συ φουκαρά;» Δίπλα μου, κάποιος τον πλησιάζει. είναι ένα παιδάκι και κάτι φαίνεται να του δίνει και να του ψιθυρίζει…! Άργησα να συνειδητοποιήσω, ότι αυτό το παιδί θα ήταν ο καλός Σαμαρείτης αυτού του ζητιάνου, χάρη της ταπείνωσης αυτού του άγνωστου διαβάτη..!.. Τρείς άνθρωποι, τρία πρόσωπα, τρεις Χριστιανοί…

Τρεις Χριστιανοί; Κι όμως ναι, τρεις Χριστιανοί! Εύκολα θα λέγαμε ότι ο Χριστιανός είναι ο τρίτος, ο ελεήμων, ο ταπεινός, ο εκφραστής του Ευαγγελίου! Μήπως έτσι εύκολα θα αφήναμε στο περιθώριο χιλιάδες χριστιανών που αγωνιζόμενοι καθημερινά δεν έχουν φτάσει ακόμα στα όρια τους, να ξεπεράσουν τον αδύναμο εαυτό τους, και να έρθουν σε κοινωνία με τον Θεό. Μήπως τελικά αυτά τα τρία πρόσωπα μπορούν να εναλλάσσονται στην ζωή του χριστιανού;

Δεν ξέρουμε ποια είναι η απάντηση, και αν αυτή υπάρχει.. Μα σίγουρα, ένα τέτοιο ερώτημα γεννά ποικίλους προβληματισμούς! «Στενή και τεθλιμμένη η οδός» αναφέρει κάπου ο Κύριος. Πράγματι, ζω στο Χριστιανισμό, σημαίνει βρίσκομαι σε ένα συνεχή αγώνα, σε μια πάλη με τον ίδιο μου τον εαυτό, ότι και αν αυτό σημαίνει, τα πάθη μου, τις αδυναμίες μου, τις ενορμήσεις μου, τα ένστικτά μου. Αγώνας δύσκολος που αντανακλά την διάθεση μας για προσπάθεια. Διάθεση που ίσως γεννάται από τον φόβο του θανάτου, θερμαίνεται από τις τύψεις, και κορυφώνεται από την αγάπη, την αληθινή πίστη μας στο πρόσωπου του Θεού.

Ένας «στίβος μετ’ εμποδίων» η ζωή του Χριστιανού… Κάποιος πάντα θα ναι πιο μπροστά, κάποιος πιο πίσω, ο στόχος όμως κοινός, η έκβαση άγνωστη! Κι αυτό γιατί τα εμπόδια-πάθη στέκονται κάποιες φορές μπροστά μας σα τείχη απροσπέλαστα! Είναι η προσκόλληση στο πρόσωπό μας, η άμετρη αγάπη στο εγώ μας που μας αναγκάζει να στρέφουμε την προσοχή μας μόνο σε ότι μας αφορά και μας «βολεύει». Αισθανόμαστε ασφάλεια, στο προστατευτικό μας κέλυφος που μας κρατά σε απόσταση από τον διπλανό μας. Μοιάζουμε με κάποιον χαμένο μες στο πλήθος που δεν ανέχεται να κοιτάξει κανέναν γύρω του, παρά μονάχα αρκείται στον καθρέφτη που κρατά και θαυμάζει τον εαυτό του! Η αδιαφορία αυτή προς τον πλησίον δεν είναι η μόνη απόρροια του εγωκεντρισμού μας. Γιατί αν το σκεφτούμε, ο εγωισμός είναι η πηγή όλων των αδυναμιών μας, είναι το σαράκι που τρώει σιγά-σιγά την ψυχή μας, που μας απομακρύνει από το στόχο μας, δηλαδή το καθ’ ομοίωση, κατακερματίζοντας το πρόσωπο μας που είναι κατ’ εικόνα Θεού. Έτσι εύκολα πέφτουμε στην παγίδα του δεύτερου χριστιανού της ιστορίας μας. Αυτός έχοντας υπερμεγενθύνει το εγώ του νοιάζεται για το «φαίνεσθαι» και όχι για το «είναι». Δρα υποκριτικά απορρίπτοντας στην ουσία την ίδια του την πράξη, γιατί το μόνο του ενδιαφέρον είναι το πώς θα φανεί, θα δειχτεί, θα δοξασθεί…

«Τα χρήματα εμίσησαν πολλοί, την δόξα ουδείς», όπως λέει και ο λαός… Είναι αυτή η «δόξα», η άποψη που έχουν οι άλλοι για μας, μια δύναμη που κινεί κάθε μας πράξη, ενώ ταυτόχρονα την αλλοιώνει γιατί και πάλι τοποθετούμε στο επίκεντρο τον εαυτό μας. Η συμπεριφορά αυτή δεν οφείλεται μόνο στον εγωισμό, αλλά και στην ανεπαρκή πίστη μας στο πρόσωπο του Χριστού, στην ολιγοπιστία, η οποία συχνά μας οδηγεί στην διπροσωπία… Γινόμαστε με άλλα λόγια χριστιανοί με δύο πρόσωπα, άλλο εντός και άλλο εκτός της εκκλησίας, χριστιανοί που ακροβατούν μεταξύ της κοσμικής και της πνευματικής ζωής, που αδυνατούν να σταθούν στην πίστη τους-στα πό δια τους και κρύβονται πίσω από ένα ψεύτικο πρόσωπο… Η διπροσωπία μας, λοιπόν, όπως και η αδιαφορία, ο εγωισμός, η περηφάνια και κάθε πάθος που μας κυριεύει, αμαυρώνει την εικόνα μας αλλοιώνει το πρόσωπό μας, αποπροσανατολίζει την πορεία μας…

Τόσες αδυναμίες, τόσα εμπόδια, τόσοι πειρασμοί, κι όμως, ένας μόνο άνθρωπος! Γίνεται;… Είναι δυνατόν να βγει νικητής; Η ζωή μας, ένα ταμπλό από επιτραπέζιο παιχνίδι, σαν «το φιδάκι». Υπάρχουν πολλές σκάλες που σε ανεβάζουν, πολλά φίδια που σε κατεβάζουν, στόχος ένας: το «100» -ο παράδεισος! Λέμε ότι σε αυτό το παιχνίδι για να τα καταφέρεις χρειάζεσαι την τύχη με το μέρος σου και τύχη, όπως διαβάζουμε στον Γέροντα Πορφύριο, είναι το καλλιτεχνικό όνομα του Θεού. Και ναι, η «τύχη» είναι με το μέρος μας, αρκεί «μια ζαριά», μια προσπάθεια από την δική μας πλευρά κι η χάρη του Θεού θα ‘ναι η σκάλα που θα μας ανεβάζει σιγά-σιγά όλο και πιο κοντά του, που θα «φέρνει στη γη λίγο ουρανό». Δεν είναι ακατόρθωτο, άλλωστε τόσοι και τόσοι άγιοι τα κατάφεραν. Άγιοι, που έζησαν μέσα στον κόσμο χωρίς υπερφυσικές ικανότητες. Ήταν άνθρωποι, αδύναμοι σαν εμάς. Σε κάθε στιγμή της ζωής μας, λοιπόν, σε κάθε ζαριά που ρίχνουμε βρισκόμαστε σε μια επιλογή. Πάντα κάτι έχουμε να χάσουμε, κάτι να κερδίσουμε. Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, σε κάθε μας ζαριά να κερδίζουμε λίγο ουρανό, λίγο παράδεισο!

Επιμέλεια:

Ιωάννα Χατζηχριστοδούλου

φοιτ. Ιατρικής Αθηνών

Μαρία Παπαδημητρίου

φοιτ. Φιλολογίας Αθηνών

 

πηγή

Τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ στὴν καθημερινή μας ζωή

Δὲν εἶναι χωρὶς ἐξήγηση τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Εκκλησία μας καὶ οἱ χριστιανοὶ περιβάλλουμε τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ μὲ τὴ μέγιστη τιμὴ καὶ εὐλάβεια· κάνουμε δὲ χρήση του, τόσο συχνὰ κατὰ τὶς διάφορες Ἀκολουθίες, ὅπως καὶ στὴν καθημερινή μας ζωή. Ἀναφέρουμε τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ, τῆς Παναγίας, τῶν Ἁγίων καὶ σχηματίζουμε τὸ σημεῖο τοῦ τιμίου Σταυροῦ. Ἀρχίζουμε ἡ τελειώνουμε τὴν ἡμέρα μας μ᾿ αὐτό. Πρὶν καὶ μετὰ τὸ φαγητό μας, στὴν ἔναρξη καὶ λήξη τῆς ἐργασίας μας, καθὼς περνᾶμε ἔξω ἀπὸ ἱερὸ ναό. Καὶ παντοῦ ἀντικρύζουμε τὸ ζωοποιὸ σχῆμα του: Στοὺς τρούλους τῶν ἐκκλησιῶν, στὰ κοιμητήρια, σὲ εἰκονοστάσια κατὰ μῆκος τῶν δρόμων, ἀτὸ λαιμὸ ἄντρων, γυναικῶν καὶ παιδιῶν, στὰ κρεβάτια ὑγιῶν καὶ ἀσθενῶν, στὶς ἐπιγραφὲς τῶν νοσοκομείων, στὶς προσόψεις τῶν φαρμακείων, σὲ κορυφὲς λόφων…

Ὑπάρχουν βέβαια καὶ «χριστιανοὶ» ποὺ μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὴ συμπεριφορά τους δείχνουν ἀσέβεια πρὸς τὸν ζωοποιὸ Σταυρό. Εἴτε μὲ τὸν τρόπο ποὺ κάνουν τὸ σημεῖο τοῦ ἀνευλαβῶς, χωρὶς νὰ τὸν σχηματίζουν κανονικὰ (ἑνωμένα τὰ τρία πρῶτα δάχτυλα, ἀκουμπισμένα τὰ ἀλλὰ δύο στὴν παλάμη, καί. κινώντας ἔτσι. Τὸ δεξὶ χέρι ἀπὸ τὸ μέτωπο στὴν κοιλιὰ καὶ μετὰ στὸν δεξιὸ καὶ ἀριστερὸ ὦμο), εἴτε μὲ τὸ νὰ ντρέπονται νὰ κάνουν τὸν σταυρό τους δημόσια, εἴτε -χειρότερα- μὲ τὸ νὰ βλασφημοῦν τὸν πανάγιο Σταυρό!

Ὡς πρὸς τοὺς βαθύτερους συμβολισμοὺς γιὰ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ ποὺ κάνουμε οἱ χριστιανοί, ἂς ἀκούσουμε τί ἀκριβῶς ἔλεγε, μὲ ἁπλὸ ἀλλὰ ἰδιαίτερα βαθὺ θεολογικὸ τρόπο, ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ διδάχος τοῦ Γένους·στὴν Ε´ διδαχή του:

«Ἀκούσατε, χριστιανοί μου, πῶς πρέπει νὰ γίνεται ὁ σταυρὸς καὶ τί σημαίνει. Μᾶς λέγει τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον πὼς ἡ Ἁγία Τριάς, ὁ Θεός, δοξάζεται εἰς τὸν οὐρανὸν περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους. Τί πρέπει νὰ κάμῃς καὶ ἐσύ; Σμίγεις τὰ τρία σου δάκτυλα μὲ τὸ δεξιόν σου χέρι καὶ μὴ μπορώντας νὰ ἀνεβῇς εἰς τὸν οὐρανὸν νὰ προσκυνήσῃς, βάνεις τὸ χέρι σου εἰς τὸ κεφάλι σου, διατὶ τὸ κεφάλι σου εἶναι στρογγυλὸ καὶ φανερώνει τὸν οὐρανὸν καὶ λέγεις μὲ τὸ στόμα: Καθὼς ἐσεῖς οἱ ἄγγελοι δοξάζετε τὴν Ἁγίαν Τριάδα εἰς τὸν οὐρανόν, ἔτσι καὶ ἐγώ, ὡς δοῦλος ἀνάξιος, δοξάζω καὶ προσκυνῶ τὴν Ἁγία Τριάδα. Καὶ καθὼς αὐτὰ τὰ δάκτυλα, εἶναι τρία εἶναι ξεχωριστά, εἶναι καὶ μαζὶ ἔτσι καὶ ἡ Ἁγία Τριάς, ὁ Θεός, τρία πρόσωπα, καὶ ἕνας μόνος Θεός, Κατεβάζεις τὸ χέρι σου ἀπὸ τὸ κεφάλι καὶ τὸ βάνεις εἰς τὴν κοιλίαν σου καὶ λέγεις: Σὲ προσκυνῶ καὶ σὲ λατρεύω, Κύριέ μου, ὅτι κατεδέχθης καὶ ἐσαρκώθης εἰς τὴν κοιλίαν τῆς Θεοτόκου διὰ τὰς ἁμαρτίας μας. Τὸ βάζεις πάλιν εἰς τὸν δεξιόν σου ὦμον καὶ λέγεις: Σὲ παρακαλῶ, Θεέ μου, νὰ μὲ συγχωρήσῃς καὶ νὰ μὲ βάλῃς εἰς τὰ δεξιά σου μὲ τοὺς δικαίους. Βάνοντάς το πάλι εἰς τὸν ἀριστερὸν ὦμον, λέγεις: Σὲ παρακαλῶ, Κύριέ μου, μὴ μὲ βάλης εἰς τὰ ἀριστερὰ μὲ τοὺς ἁμαρτωλούς.Ἔπειτα, κύπτοντας κάτω εἰς τὴν γῆν: Σὲ δοξάζω, Θεέ μου, σὲ προσκυνῶ καὶ σὲ λατρεύω, ὅτι, καθὼς ἐβάλθηκες εἰς τὸν τάφον, ἔτσι θὰ βαλθῶ καὶ ἐγώ. Καὶ ὅταν σηκώνεσαι ὀρθός, φανερώνεις τὴν Ἀνάστασιν καὶ λέγεις: Σὲ δοξάζω, Κύριέ μου, σὲ προσκυνῶ καὶ σὲ λατρεύω, πὼς ἀναστήθηκες ἀπὸ τοὺς νεκρούς, διὰ νὰ μᾶς χαρίσῃς τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον. Αὐτὸ σημαίνει ὁ πανάγιος σταυρός».

Σύμφωνα μὲ ἄλλη ἑρμηνεία, τὰ μὲν τρία ἑνωμένα δάκτυλα συμβολίζουν τὸν ἕνα Θεὸ μὲ τὶς τρεῖς ὑποστάσεις ποὺ εἶναι τρία πρόσωπα ὁμοούσια καὶ ἑνωμένα, «ἀχωρίστως» καὶ «ἀδιαιρέτως», τὰ δὲ ἄλλα δύο συμβολίζουν τὶς δύο φύσεις (θεία καὶ ἀνθρώπινη), τὶς δύο θελήσεις καὶ ἐνέργειες τοῦ Κυρίου μας. Σχηματίζοντας ἔτσι τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ ἀκουμπώντας τὸ χέρι μας στὸ μέτωπο (τὸ διανοητικό μας κέντρο), τὴν κοιλιὰ (κέντρο τῶν ἐπιθυμιῶν) καὶ τοὺς δύο ὤμους (μέσον τῶν σωματικῶν δραστηριοτήτων μας), ὁμολογοῦμε ὅτι οἱ σκέψεις, οἱ ἐπιθυμίες καὶ οἱ πράξεις μας ἀνήκουν στὸν Θεὸ καὶ θέλουμε νὰ βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὴν εὐλογία του.

* * *

Ὁ σταυρός, λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «ἀνεῖλε τὴν ἁμαρτίαν, καθάρσιον τῆς οἰκουμένης ἐγένετο, καταλλαγὴ χρονίας ἔχθρας, ἀνέωξε τοῦ οὐρανοῦ τὰς πύλας, τοὺς μισουμένους φίλους ἐποίησεν, εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπανήγαγεν, ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου ἐκάθισε τὴν ἡμετέραν φύσιν, μυρία ἕτερα παρέσχεν ἡμῖν ἀγαθά» (Migne Ε.Π. 48, 867).Ἔτσι ἐξηγεῖται γιατὶ ἡ πεποίθηση τῶν χριστιανῶν θεωρεῖ τὸν τίμιο Σταυρὸ «θέλημα τοῦ Πατρός, δόξα τοῦ Μονογενοῦς, ἀγαλλίαμα τοῦ Πνεύματος, κόσμημα τῶν ἀγγέλων, ἀσφάλεια τῆς Ἐκκλησίας, καύχημα τοῦ Παύλου, τεῖχος τῶν ἁγίων, φῶς ὅλης τῆς οἰκουμένης» (Ἱερὸς Χρυσόστομος, Ε.Π. 49, 396).

Παρόλο ὅτι στὴν ἐποχή μας φαίνεται πὼς «ἡ τοῦ κόσμου σοφία τὰ πρωτεῖα φέρεται, παρωσαμένη τὸ καύχημα τοῦ σταυροῦ» (Μέγας Βασίλειος, Migne Ε.Π. 32, 473), ἐντούτοις θὰ συμφωνήσουμε ἀπόλυτα μὲ τὴ διαπίστωση ἔγκυρου θεολόγου (τοῦ Βασιλείου Μουστάκη, †) ποὺ ἔγραψε:

«Ἀπὸ ὅλους τους θησαυροὺς ποὺ ἀνωρύχθηκαν ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τῆς γῆς ἢ θὰ ἀνορυχθοῦν στὸ μέλλον, δὲν ὑπάρχει ἀσφαλῶς πιὸ πολύτιμος ἀπὸ τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, ποὺ ἡ ἁγία αὐτοκράτειρα Ἑλένη ἀνέσυρε στὸ ψῶς τοῦ ἡλίου. Ὁ Σταυρὸς εἶναι τὸ καύχημα τὴκ χριστιανοσύνης. Τὸ πανάκριβο κόσμημα ποὺ ἔλαβε σὰν δῶρο καὶ σὰν ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης του ἀπὸ τὸν θεῖο Νυμφίο της ἡ Ἐκκλησία… Αὐτὸ τὸ σύμβολο τῆς ἀτιμώσεως καὶ τῆς καταδίκης, ποὺ προκαλοῦσε φρίκη στοὺς ἀρχαίους λαούς, ἀπέβη, μὲ τὸν θάνατο τοῦ Σωτῆρος πάνω του, ἡ πηγὴ τῆς χαρᾶς, τῆς δυνάμεων καὶ τῆς δόξης. Ἔγινε τὸ κλειδί, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ ἐξωσμένος Ἀδὰμ ξανάνοιξε τὶς πύλες τῆς Ἐδέμ… Τὸ πανίσχυρο ὅπλο, μὲ τὸ ὁποῖο κατατροπώνονται οἱ δυνάμεις τοῦ κακοῦ. Ἡ καθέδρα, ἀπ᾿ ὅπου διδάχθηκε στὶς ψυχὲς ἡ μοναδικὴ ἀλήθεια. Τὸ κατάρτι, πάνω στὸ ὁποῖο ἰσαρίσθηκε σὰν πανὶ ἡ περγαμηνὴ τοῦ Εὐαγγελίου, γιὰ νὰ γίνει κατορθωτὸς ὁ πλοῦς τῆς ἀνθρωπότητος πρὸς τὸ λιμάνι τῆς ἄνω ζωῆς… Ὁ Σταυρός, ἡ ὡραιότης τῆς Ἐκκλησίας, Ὅπως τὸν ἀποκαλεῖ ἕνα τροπάριο, ἂς γίνει ἡ ὀμορφιὰ τῆς ζωῆς τοῦ καθενός μας. Αὐτὸς πράγματι εἶναι ἡ ὕλη, ποὺ πάνω της συνέθεσε ἡ θεία ἀγάπη τὸ ἀριστούργημα τῆς ἀπολυτρώσεως. Χωρὶς αὐτὸν εἶναι ἀδύνατο νὰ τὸ κάνει δικό του ὁ καθένας» (Θ.Η.Ε. 11, 439).

Γι᾿ αὐτὸ κι ἐμεῖς ψάλλουμε: «.Τὸν Σταυρόν σου προσκυνοῦμεν, Δέσποτα, καὶ τὴν ἁγίαν σου Ἀνάστασιν δοξάζομεν»!

πηγή

Η Παναγία, όποτε έχουµε ανάγκη, απαντά αµέσως στην προσευχή µας

– Γέροντα, γιατί η Παναγία άλλοτε µου δίνει αµέσως αυτό που της ζητώ και άλλοτε όχι;

– Η Παναγία, όποτε έχουµε ανάγκη, απαντά αµέσως στην προσευχή µας∙ όποτε δεν έχουµε, µας αφήνει, για να αποκτήσουµε λίγη παλληκαριά.

Όταν ήµουν στην Μονή Φιλοθέου, µια φορά, αµέσως µετά την αγρυπνία της Παναγίας µε έστειλε ένας Προϊστάμενος να πάω ένα γράµµα στην Μονή Ιβήρων. Ύστερα έπρεπε να πάω κάτω στον αρσανά της µονής και να περιµένω ένα γεροντάκι που θα ερχόταν µε το καραβάκι, για να το συνοδεύσω στο µοναστήρι µας – απόσταση µιαµιση ώρα µε τα πόδια.

Ήµουν από νηστεία και από αγρυπνία. Τότε την νηστεία του Δεκαπενταυγούστου την χώριζα στα δύο∙ µέχρι της Μεταµορφώσεως δεν έτρωγα τίποτε, την ηµέρα της Μεταµορφώσεως έτρωγα, και µετά µέχρι της Παναγίας πάλι δεν έτρωγα τίποτε. Έφυγα λοιπόν αµέσως µετά την αγρυπνία και ούτε σκέφθηκα να πάρω µαζί µου λίγο παξιµάδι. Έφθασα στην Μονή Ιβήρων, έδωσα το γράµµα και κατέβηκα στον αρσανά, για να περιµένω το καραβάκι. Θα ερχόταν κατά τις τέσσερις το απόγευµα, αλλά αργούσε να έρθη.

Άρχισα εν τω µεταξύ να ζαλίζωµαι. Πιό πέρα είχε µια στοίβα από κορµούς δένδρων, σαν τηλεγραφόξυλα, και είπα µε τον λογισµο µου: «Ας πάω να καθήσω εκεί που είναι λίγο απόµερα, για να µη µε δη κανείς και αρχίση να µε ρωτάη τι έπαθα». Όταν κάθησα, µου πέρασε ο λογισµός να κάνω κοµποσχοίνι στην Παναγία να µου οικονοµήση κάτι.

Αλλά αµέσως αντέδρασα στον λογισµο και είπα: «Ταλαίπωρε, για τέτοια τιποτένια πραγµατα θα ενοχλής την Παναγία;». Τότε βλέπω µπροστά µου έναν Μοναχό. Κρατούσε ένα στρογγυλό ψωµι, δύο σύκα και ένα µεγάλο τσαµπι σταφύλι. «Πάρε αυτά, µου είπε, εις δόξαν της Κυρίας Θεοτόκου», και χάθηκε. Ε, τότε διαλύθηκα∙ µε έπιασαν τα κλάµατα, ούτε ήθελα να φάω πιά … Πα, πα! Τι Μάνα είναι Αυτή! Να φροντίζη και για τις µικρότερες λεπτοµέρειες! Ξέρεις τι θα πη αυτό!

Πηγή: ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ