Η αμαρτία (χωρίς ηθικισμούς)

Πρόσφατα επισκέφτηκα τον αγιασμένο γέροντα Νεκτάριο στο μοναστήρι της Παναγίας Καλυβιανής (κοντά στις Μοίρες Ηρακλείου Κρήτης – ένα κέντρο μεγάληςανθρωπιστικής δράσης) και, όταν με ρώτησε «τι κάνω», του απάντησαΥΠΟΚΡΙΤΙΚΑ: «Αμαρτίες κάνω, γέροντα». Τότε μου απάντησε: «Να μη λες “αμαρτίες”, να λες “λάθη”».
Με αφορμή αυτή τη γεμάτη αγάπη και παρηγοριά κουβέντα, ψαρεύω & ανεβάζω το παρακάτω άρθρο.

 

Η λέξη αμαρτία σημαίνει σφάλμα στην αρχαία ελληνική γλώσσα. Αυτό σημαίνει και στους ορθόδοξους αγίους: ένα λάθος, που εμποδίζει τον άνθρωπο να γίνει θεός. Μόνο στη δυτική Ευρώπη η αμαρτία θεωρήθηκε έγκλημα που πρέπει να τιμωρηθεί (και η Εκκλησία εκεί κατάντησε ένας σκληρός θεσμός εξουσίας, ιδίως κατά το Μεσαίωνα). 
Στην ορθόδοξη παράδοση η αμαρτία θεωρήθηκε μια ασθένεια που ο άνθρωπος καλείται να τη θεραπεύσει ο ίδιος με τη μετάνοια (= μεταβολή του νου, δηλαδή αλλάζοντας μυαλά). Σκοπός της θεραπείας αυτής δεν είναι η απλή αποφυγή «αμαρτωλών πράξεων», αλλά κάτι πολύ πιο ριζικό: η κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη, δηλαδή από τις ριζωμένες εκείνες ιδέες ή συνήθειες, που τραβούν τον άνθρωπο στην αμαρτία ξανά και ξανά. Τέτοια πάθη είναι η φιλαργυρία, η φιληδονία, η φιλαυτία, η φιλαρχία κ.τ.λ. (βλ. παρακάτω αναλυτικότερα).
Η Εκκλησία, με το θεσμό του πνευματικού πατέρα (εξομολόγου, αλλά και γενικά πνευματικού διδασκάλου, άντρα και γυναίκας), δεν εξαναγκάζει τον άνθρωπο σε μετάνοια, απλώς βρίσκεται εδώ για να βοηθήσει τον άνθρωπο, αν αυτός το θέλει, να θεραπευτεί από τα απίστευτα ψυχικά τραύματα που του προκαλεί η ασθένεια που ονομάζεται αμαρτία.
Μόνον όταν η Εκκλησία λειτουργεί ως θεραπευτήριο ψυχών, τότε είναι αληθινά ορθόδοξη Εκκλησία. Σε κάθε άλλη περίπτωση, οι άνθρωποι που υποτίθεται ότι τη στελεχώνουν είναι οι ίδιοι ασθενείς και η Εκκλησία δε μπορεί να λειτουργήσει σωστά –δε θεραπεύει.
Γι’ αυτό σήμερα, που ο άνθρωπος νιώθει άρρωστος ψυχικά, είναι της μόδας τα διάφορα συστήματα ανατολικής θρησκευτικότητας (π.χ. ινδικής), αλλά και δυτικής (διάφορες προτεσταντικές ομάδες «χαρισματούχων»), που του υπόσχονται ότι θα τον βοηθήσουν να ξαναβρεί την ηρεμία του, τη γαλήνη, την ισορροπία, την αρμονία, την «ανώτερη συνειδητότητά του»… Μόνο που και τότε ακόμη, κατά την ορθόδοξη ανθρωπολογία, ο άνθρωπος δεν έχει θεραπευτεί, απλώς έχει πάρει ένα «παυσίπονο», που μπορεί να έχει και παρενέργειες γι’ αυτόν. Η θεραπεία που προτείνει η ορθοδοξία δεν είναι κάτι απ’ όλα αυτά, αλλά κάτι πολύ πιο πέρα: η θέωση.
Κάποια ανατολικά συστήματα διαλογισμού κ.τ.λ. μιλούν και για θέωση: «να βρει ο άνθρωπος τη θεϊκή σπίθα που έχει μέσα του, να πιστέψει στον εαυτό του, να κάνει θετικές σκέψεις, κι έτσι θα γίνει θεϊκός». Αντίθετα, για τους αγίους της ορθοδοξίας η θέωση δε μπορεί να πετύχει παρά με την ένωση αγάπης με τον Τριαδικό Θεό –που σημαίνει και ένωση αγάπης με όλα τα άλλα πλάσματα του κόσμου, αφού ο Τριαδικός Θεός είναι Θεός της Αγάπης. Αν ο άνθρωπος δεν ενωθεί με το Θεό, μπορεί να νομίζει ότι έχει γίνει θεός, αλλά στην πραγματικότητα παραμένει σε κατάσταση γήινη, άρα ασθενής.
 
Όμως, για να ενωθεί με το Θεό, είναι απαραίτητη η κάθαρση από τα πάθη, που θα του επιτρέψει να ελαττώσει την αγάπη του προς τον εαυτό του και να αυξήσει την αγάπη του προς το Θεό και τους άλλους. Αυτό φυσικά διδάσκουν οι δικοί μας θεραπευτές, οι άγιοι, που έχουν πρώτα θεραπευτεί οι ίδιοι. Το διδάσκουν χωρίς να παίρνουν χρήματα ή οπαδούς γι’ αυτό. Δικαίωμά μας είναι αν θα τους εμπιστευτούμε ή όχι.
Μπορεί να μην τους εμπιστευόμαστε παρά μόνο όταν κάνουμε βόλτα σε άλλα συστήματα. Εκεί μπορεί να νομίσουμε ότι θεραπευτήκαμε και να καθίσουμε για τα καλά, να μην ξαναπλησιάσουμε την ορθοδοξία. Μπορεί να θεωρήσουμε κατάσταση υγείας την αθεΐα, τη γνώση, την τέχνη, πνευματικές καταστάσεις που μας φαίνονται «τέλειες» ή να εξαπατηθούμε και να νομίσουμε ότι δεν υπάρχει τέλειο, άρα καλά είμαστε εδώ, ασθενείς, αλλά «φυσιολογικοί» (τότε δεν έχουμε σπουδάσει τους αγίους και δεν ξέρουμε τη δική τους φυσιολογική κατάσταση).
Μπορεί όμως να διαπιστώσουμε με πόνο ότι δεν βρήκαμε τη θεραπεία. Και τότε ακόμη, έστω κι αν είμαστε γέροι, έστω κι αν είμαστε ψυχικά και σωματικά ερείπια, ακόμη κι αν έχουμε κάνει κακό στον εαυτό μας και σε άλλους, δεν είναι αργά. Σας παρακαλώ να θυμάστε ότι δεν είναι αργά. Η θεραπεία –η μετάνοια και η αγάπη– είναι πάντα εδώ και μας περιμένει. Και είναι εύκολη. Ξεκινάει δύσκολα, γιατί πρέπει να «νεκρώσουμε» το μέχρι τώρα λανθασμένο τρόπο ζωής μας, αλλά είναι σα μητρικό χάδι, που δεν τιμωρεί, αλλά ξεκουράζει. Η αμαρτία τιμωρεί, όχι η αγάπη –και ο Θεός είναι η αγάπη.
 
Ορισμός της αμαρτίας
 
Αμαρτία: μια ασθένεια, κατά την οποία η αγάπη που βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο δεν κατευθύνεται στο Θεό και το συνάνθρωπο, αλλά στο Εγώ του ανθρώπου και σε άλλα –πραγματικά ή φανταστικά– αντικείμενα (ο εγωιστής δεν αγαπά τον εαυτό του, αλλά το Εγώ του, ένα φανταστικό είδωλο του εαυτού του που έχει σχηματιστεί μέσα του με τα χρόνια).
Αμαρτωλός δηλαδή είναι εκείνος που δεν είναι φιλόθεος και φιλάνθρωπος αλλά φίλαυτος (αγαπά τον «εαυτό του»), φιλάργυρος, φιλήδονος, φιλόδοξος, φίλαρχος (αγαπά την εξουσία) κ.τ.λ., ακόμη και φιλόζωος («εγώ αγαπάω τα ζώα, αλλά όχι τους ανθρώπους» λένε κάποιοι, «γιατί οι άνθρωποι μ’ έχουν πληγώσει, ενώ τα ζώα ποτέ» –είναι προφανές ότι η στάση τους είναι αποτέλεσμα τραύματος, όχι υγείας).
Η αγάπη αυτή δεν τον ενώνει με τα όντα, αλλά προκαλεί διάσπαση ή, μάλλον, επιτείνει τη διάσπαση που προκλήθηκε στην αυγή της ιστορίας, με το προπατορικό αμάρτημα –που ήταν ακριβώς αυτού του είδους η αγάπη, η αγάπη του ανθρώπου προς τον (ειδωλοποιημένο) εαυτό του. Η κατάσταση αυτή της διάσπασης ονομάζεται «αμαρτία» (=σφάλμα) και θεωρείται από την ορθόδοξη πατερική παράδοση ασθένεια.
Οι μορφές αυτές αγάπης θεωρούνται πάθη και, όταν εισχωρήσουν βαθιά στην καρδιά, τη δεσμεύουν και εμποδίζουν το αυτεξούσιο να λειτουργήσει. Τότε ο άνθρωπος απαλλάσσεται απ’ αυτά με «συντριβή της καρδιάς», διαδικασία με την οποία βγαίνουν από την καρδιά του.
Ένα σύμπτωμα της αμαρτίας είναι και το ν’ αγαπά κάποιος την αρετή (την «ηθική») πιο πολύ από τον άνθρωπο, δηλαδή να μισεί ή να περιφρονεί τους ανήθικους –χωρίς να ξεχωρίζει τον άνθρωπο από την κακή πράξη ή τις κακές επιλογές του, ώστε να μισεί την κακία αλλά να αγαπά τον κακό. Φυσικά ο ίδιος βάζει τον εαυτό του στους «καλούς» ή, κάποιος άλλος, λέει ότι έτσι είναι η ζωή, «πρέπει να ’σαι κακός για να επιβιώσεις». Και πάλι, αγνοεί την επιβίωση των αληθινά υγιών, των αγίων.
Άλλο σύμπτωμα της αμαρτίας: το να περιορίζω την αγάπη μου μόνο στην οικογένειά μου και «στα συμφέροντα της οικογένειάς μου» και να μισώ τους «εχθρούς της οικογένειάς μου». Γι’ αυτό ο Χριστός είπε: «όποιος αγαπά τον πατέρα ή τη μητέρα ή τα παιδιά του πιο πολύ από μένα δεν είναι άξιός μου» (Ματθ. 10, 34-39), γιατί αυτή η αγάπη, και μάλιστα μετά από εκβιαστικές πιέσεις του οικογενειακού του περιβάλλοντος, μπορεί να τον εμποδίζει από την υγιή αγάπη όλων των ανθρώπων, που είναι η αγάπη του Χριστού (Επαναστατήσατε ή ακόμα; [Προσοχή: Εγώ ξέρω καλύτερα ή ο Χριστός; Εγώ αγαπάω πιο πολύ τους δικούς μου ή ο Χριστός;]).
Όποιοι εμφανίζουν στην καρδιά τους αυτά τα συμπτώματα, δηλαδή όλοι ώς ένα βαθμό, κατά την ορθοδοξία, πάσχουν από την ασθένεια που ονομάζεται «αμαρτία».
 
 
Ποιοι είναι αυτοί οι ασθενείς;
 
Ας δούμε το ψυχογράφημα ενός ασθενούς κι ας διαπιστώσουμε πόσο υγιείς είμαστε (ο συγκεκριμένος ασθενής είναι θεολόγος και, υποτίθεται, συγγραφέας). [σημείωση “Νεκρού”: το έχει εδώ].

Η θεραπεία
 
Ο δρόμος της θεραπείας είναι ο δρόμος της ταπείνωσης, που επιτρέπει στον άνθρωπο να αγαπά τους πάντες, ακόμη κι αν «δεν αξίζουν» την αγάπη του. Ο δρόμος αυτός αρχίζει με τη μετάνοια και ολοκληρώνεται στη θέωση. Διαρκεί μια ζωή και απαιτεί σκληρό αγώνα. Λίγοι φτάνουν στο τέρμα, αλλά τουλάχιστον στο δεύτερο ή το τρίτο στάδιο είναι σχετικά «εύκολο» να φτάσει ο καθένας.
 
 
Πρώτο στάδιο: μετάνοια – ο άνθρωπος επιλέγει να αλλάξει τρόπο ζωής και να γίνει ταπεινός. Αν δεν είναι χριστιανός, με το στάδιο αυτό συνδέεται το βάπτισμα, δηλαδή η ένταξη του ανθρώπου στην παγκόσμια Εκκλησία. Σκοπός ύπαρξης της Εκκλησίας άλλωστε είναι αυτή η θεραπεία, γι’ αυτό τα παρακάτω αναφέρονται σε χριστιανούς.
 
Ας σημειωθεί όμως ότι:
«ο Θεός δεν είναι φθονερός. Ο Θεός δεν είναι φίλαυτος ούτε φιλόδοξος. Αυτός ο Ίδιος ταπεινά και υπομονετικά αναζητεί κάθε άνθρωπο σε όλους τους δρόμους του. Γι’ αυτό μπορεί καθένας να γνωρίσει το Θεό σε αυτό ή σε εκείνο το μέτρο όχι μόνο μέσα στην Εκκλησία αλλά και έξω από αυτήν, αν και η τέλεια επίγνωση του Θεού χωρίς το Χριστό ή και έξω από τον Χριστό δεν είναι δυνατή (Ματθ. 11, 27). Έξω από τον Χριστό καμία πνευματική (μυστική) πείρα δεν δίνει στον άνθρωπο τη γνώση του Θείου Είναι ως της Μιας ακατάληπτης απόλυτης Αντικειμενικότητας σε Τρία ακατάληπτα απόλυτα Υποκείμενα, δηλαδή ως Τριάδα ομοούσια και αχώριστη. Εν Χριστώ όμως, αυτή η αποκάλυψη, αυτή η γνώση, γίνεται φως αιώνιας Ζωής, που ξεχύνεται σε όλες τις εκδηλώσεις της ανθρώπινης ύπαρξης» (π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ, Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 2003, σελ. 242-243).
(Ο π. Σωφρόνιος του Essex είναι ένας από τους σύγχρονους Ρώσους αγίους Πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας – [“Νεκρός”: βιογραφικό του με ένα κλικ]).
Επομένως μπορεί να σωθεί και ένας άνθρωπος που δεν εντάσσεται στην Εκκλησία, όμως η Εκκλησία είναι ο «ασφαλής δρόμος» (όχι ο «μόνος», αλλά ο «ασφαλής») που οδηγεί συνειδητά και με επίγνωση προς τη σωτηρία. Ωστόσο, ακατάλληλος δρόμος για τη σωτηρία είναι κάθε δρόμος που δε διδάσκει ταπείνωση και αγάπη.
 
Δεύτερο στάδιο: εξομολόγηση (μια ανεπανάληπτη άσκηση ταπείνωσης) – θεία Μετάληψη (ένωση με το Θεό μέσω της βρώσης και της πόσης του ανθρώπινου Σώματος και Αίματός Του, πράγμα που δεν είναι αυτόματα η θέωση, αλλά το εφόδιο που σιγά σιγά θα με κάνει ικανό ν’ αγαπώ χωρίς όρια)
 
 
Σ’ αυτά τα δύο στάδια ο άνθρωπος μπορεί να μείνει χρόνια ή για πάντα. Μπορεί επίσης να πέφτει συνέχεια πίσω στο πρώτο στάδιο. Δεν πειράζει. Ας σηκώνεται ξανά. Όμως να μην κολλήσει, να μη βρίσκει ως υποκριτική δικαιολογία ότι δήθεν «είναι αδύναμος». Αφού ο Θεός είναι μαζί του, δεν είναι αδύναμος. Απλά, φοβάται τις δυσκολίες ή δε θέλει να προχωρήσει και λέει ψέματα στον εαυτό του.
Το να προχωρήσω από το πρώτο στάδιο στο δεύτερο ή από το δεύτερο στο τρίτο είναι πολύ δύσκολο. Πρέπει να πολεμήσω με τον εαυτό μου, τις συνήθειές μου, τα συμφέροντά μου ή αυτά που με κάνουν να «νιώθω όμορφα». Αυτός ο αγώνας μερικές φορές προκαλεί μεγάλη ψυχική οδύνη και αναστάτωση. Συχνά απογοητευόμαστε ή κλαίμε. Όμως δεν είμαστε μόνοι. Ο Θεός είναι πάντα κοντά μας. Η εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν δεν είναι μια ψεύτικη παρηγοριά, αλλά ένα αληθινό μέσο να προχωρήσουμε.
Η θεία Μετάληψη και γενικά η συμμετοχή στην εκκλησιαστική ζωή (νηστεία, εκκλησιασμό κ.τ.λ.) αποσκοπεί στο να ανοίξει η «καρδιά» του ανθρώπου και να δεχτεί τη χάρη του Θεού, που θα τον βοηθήσει να προχωρήσει. Γι’ αυτό η εκκλησιαστική ζωή θεωρείται απαραίτητη.
 
 
Τρίτο στάδιο: κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη – ο άνθρωπος τους αγαπά πλέον όλους, και τους εχθρούς του, και προσεύχεται γι’ αυτούς. Χιλιάδες απλοί άνθρωποι φτάνουν εδώ (πρώτο στάδιο αγιότητας). Σημειωτέον ότι «όσο μεγαλύτερη η αγάπη, τόσο μεγαλύτερη η οδύνη της ψυχής. Όσο πληρέστερη η αγάπη, τόσο πληρέστερη η γνώση. Όσο θερμότερη η αγάπη, τόσο πιο πύρινη η προσευχή. Όσο τελειότερη η αγάπη, τόσο αγιότερος ο βίος», άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (Αρχιμανδρίτη Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, ό.π., σελ. 443).
 
Τέταρτο στάδιο: φωτισμός του νου – ο άνθρωπος (άγιος) νιώθει το Άγιο Πνεύμα να ενεργεί μέσα του.  Προσοχή: και στα προηγούμενα στάδια μπορεί να νομίζει ότι Το νιώθει, αλλά να είναι απάτη ή αυταπάτη. Γι’ αυτό χρειάζεται πάντα συμβουλή «γιατρού» (πνευματικού πατέρα, γέροντα).
 
Πέμπτο στάδιο: θέωση – ο άγιος βλέπει τον Τριαδικό Θεό (συνήθως ως Φως). Δε χρειάζεται λόγια ή προσευχές (αρκεί η «νοερά προσευχή»). Νιώθει τη χαρά και τον πόνο κάθε πλάσματος στη Δημιουργία (χαρμολύπη). Κάνει θαύματα. «Είναι θεός σε όλα εκτός από τη θεϊκή ουσία» (άγ. Ισαάκ ο Σύρος), παραμένοντας άνθρωπος. Τότε η θεία Μετάληψη του προκαλεί ανέκφραστη χαρά, που δεν είναι «ιδέα του», αλλά πρόγευση του μελλοντικού πλήρους παραδείσου.
Οι εμπειρίες αυτού το σταδίου έρχονται και φεύγουν, αλλιώς ο άνθρωπος κινδυνεύει να τσακιστεί ή να νομίσει πως είναι ο Θεός (δηλ. θεός για τα άλλα πλάσματα της δημιουργίας). Μόνο μετά το θάνατο και κυρίως μετά την ανάσταση των νεκρών (όταν θα έχει ολοκληρωθεί η ενότητα όλων των πλασμάτων που θέλουν να συμμετάσχουν σ’ αυτή την ενότητα) η θέωση θα είναι πλήρης, μόνιμη και διαρκής κατάσταση.
 
Ό,τι κι αν κάνουμε στην Εκκλησία, όλη η «εκκλησιαστική μας ζωή» (π.χ. η νηστεία, η εξομολόγηση, η προσευχή, η συμμετοχή μας στις εκκλησιαστικές τελετές και στα μυστηρια) αποσκοπεί στην επίτευξη αυτού του στόχου. Αν δεν την αξιοποιήσουμε, για να πλησιάσουμε έστω την κάθαρση (που είναι ένας εφικτός στόχος, αν και δύσκολος), τότε η εκκλησιαστική μας ζωή –και, ας μου επιτραπεί, όλη μας η ζωή– είναι στείρα.
 
Προσοχή
 
Η κατάσταση της θέωσης είναι «ακριβή». Οι άγιοι αγωνίζονται μια ζωή για να την πετύχουν και δίδεται μόνο στους ταπεινούς. Αν κάποιος, χωρίς να έχει φτάσει τουλάχιστον στην κάθαρση (ζωντανή, αληθινή και ανυποχώρητη αγάπη για όλους, συνδυασμένη με ταπείνωση), επιδιώκει να πετύχει το φωτισμό ή τη θέωση (για να απολαύσει τις υπερφυσικές εμπειρίες αυτών των σταδίων), κινδυνεύει. Πιθανόν θα ακολουθήσει μεθόδους, ασιατικές (γιόγκα κ.τ.λ.) ή ακόμη και χριστιανικές (προσευχή), αλλά χρησιμοποιημένες σαν μαγεία ή σα να είναι ασιατικές.
Οι ασιατικές μέθοδοι (διαλογισμός κ.τ.λ.) δεν είναι κατάλληλες για να οδηγήσουν τον άνθρωπο στην ένωση με το Θεό, γιατί άλλωστε δεν αποσκοπούν σε κάτι τέτοιο. Δεν προϋποθέτουν μετάνοια, που συχνά είναι οδυνηρή, αλλά προσπαθούν να αποφύγουν την οδύνη. Θέτουν τον άνθρωπο στο κέντρο της προσπάθειας και προσπαθούν να ανασύρουν από «τα βάθη του» τις «κρυμμένες δυνάμεις του» και να επιτύχουν «αυτοπραγμάτωση», «αρμονία», «ανώτερη συνειδητότητα». Όμως η θέωση δεν είναι κάτι που αρχίζει τόσο γλυκά. Χωρίς κάθοδο στον άδη, δεν υπάρχει ανάσταση.
[Σε φιλοσοφικό επίπεδο αυτό σημαίνει πως, αν το άπειρο είναι κομμάτι μας, τότε οποιαδήποτε “θέωσή μας”, δηλαδή ανάδειξη των δικών μας βαθύτερων δυνάμεων, μας αφήνει άτομα (όντα με υπαρκτικό κέντρο το Εγώ τους), ενώ, αν το άπειρο είναι ένα Άλλο Πρόσωπο (άπειρο πρόσωπο = θεός, και ένας μόνο άπειρος Θεός μπορεί να υπάρχει, αλλιώς δε θα ήταν άπειρος. Μόνο που, για μας, ο άπειρος Θεός είναι η ασύλληπτη σχέση αγάπης Τριών Προσώπων άπειρα αγαπητικών, που η άπειρη αγάπη Τους Τα ενοποιεί κι έτσι γίνονται Ένας Θεός), τότε η θέωσή μας μάς κάνει απείρως πρόσωπα (όντα με υπαρκτικό κέντρο ένα Άλλο πρόσωπο, το οποίο αγαπούν). Εννοείται πως τότε γινόμαστε κοινωνοί του απείρου, γι’ αυτό και η αγάπη μας διαχέεται σε όλα τα όντα, όπως η αγάπη του Θεού].
Το ίδιο ισχύει αν χρησιμοποιούμε την προσευχή ως «μέθοδο» ανάπτυξης των «δυνατοτήτων μας». Πιθανότατα:

«θ’ αρχίσουν τότε –να φυλάει ο Θεός– οι “οράσεις”, οι “χαρισματικές” επισκέψεις. Όλα θα πάνε σχετικά εύκολα, η αγρυπνία, η νοερά προσευχή, η εγκράτεια στην τροφή και, εν συντομία, η πορεία προς την τελειότητα», απατηλά όμως. «Ο εχθρός θα τον παρακινεί σε αγώνες που δεν ανταποκρίνονται στις δυνάμεις του και συνεχώς θα του ψιθυρίζει: δες αυτό, δες εκείνο να η χάρη, να η τελειότητα, να εκείνος ο γνόφος ή το φως ή η αλήθεια κ.ο.κ. Με αυτά λοιπόν θα τον οδηγήσει προς την ολοκληρωτική απώλεια, εισάγοντας στη θέση της αλήθειας την πλάνη ή γεμίζοντας το νου και την καρδιά του με οίηση (=εγωισμό) και θα τον κάνει ανίκανο να δεχτεί τη χάρη του Θεού, που είναι πάντοτε έτοιμη να μας επισκεφτεί… Ένα μόνο κατάλαβα, ότι δεν πρέπει ποτέ ο άνθρωπος να ορμά προς τα οράματα, προς τη θεωρία (=θέα του Θεού), προς τις υψηλές κατακτήσεις. Όλα αυτά είναι ο δρόμος της πλάνης… Μην επιθυμείτε οράματα, ακόμα και την ώρα των οραμάτων» (π. Σωφρόνιος, στο Αγώνας θεογνωσίας, κεφ. 13 – μετά θάνατον έκδοση της πολυκύμαντης αλληλογραφίας του με το Δαβίδ Μπάλφουρ, έναν Άγγλο ορθόδοξο).

Η επιθυμία και η επιδίωξη μεταφυσικών εμπειριών, ακόμη και μέσα από την ορθόδοξη χριστιανική ζωή, κρύβει μια ιδιοτέλεια. Ο χριστιανός απλώς διψάει για το Θεό (θείος έρως) και προσεύχεται με την επιθυμία: «Θεέ μου, άνοιξε την αγκαλιά Σου και βάλε με μέσα, τον αμαρτωλό». Γι’ αυτό και η συνηθέστερη προσευχή των ορθόδοξων μοναχών είναι η λεγόμενη «μονολόγιστη ευχή»: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό. Η προσευχή αυτή δε ζητά τίποτα συγκεκριμενο από το Θεό, και συγχρόνως ζητά τα πάντα. Αφήνει όμως Εκείνον να ελεήσει τον άνθρωπο, όπως Εκείνος θέλει, δηλαδή όπως Εκείνος ξέρει.

Έρωτας, σεξ, γάμος και μοναχισμός

Γιατί ο γάμος & ο έρωτας είναι θρησκευτικά θέματα; Τον νοιάζει το Θεό τι κάνω εγώ στο κρεβάτι μου; 
Ό,τι και να λέει ο κόσμος, ό,τι και να νομίζει ο καθένας, εμείς το ζήτημα θα το εξετάσουμε όχι ψυχολογικά, κοινωνιολογικά ή ιστορικά, αλλά θα δούμε πώς σχετίζεται με τη σωτηρία ή την απώλεια της αιώνιας ψυχής του ανθρώπου.
Υπενθυμίζω ότι σωτηρία (παράδεισος) είναι η ένωση με το Θεό (και κατ’ επέκτασιν με όλα τα όντα), ενώ απώλεια (κόλαση) είναι η οδυνηρήαπομόνωση που συνεπάγεται η απόρριψη αυτής της ένωσης. Και ο παράδεισος και η κόλαση αρχίζουν εδώ και συνεχίζονται στην αιωνιότητα. Οι μαρτυρίες που επιβεβαιώνουν την πραγματικότητα αυτή είναι αμέτρητες. Βλ. γενικώς στο Σεραφείμ Ρόουζ, Η ψυχή μετά το θάνατο – Οι μεταθανάτιες εμπειρίες στο φως της ορθόδοξης διδασκαλίας, εκδ. Μυριόβιβλος (διάβασέ το ολόκληρο εδώ).
 
Οι δύο δρόμοι

Οι άγιοι διδάσκαλοι της χριστιανικής ζωής μάς παραδίδουν από την εμπειρία τους ότι υπάρχουν δύο δρόμοι που οδηγούν τον άνθρωπο στην ένωση με το Θεό: ο γάμος και ο μοναχισμός (=το να γίνει κάποιος μοναχός, δηλ. καλόγερος).

Ο μοναχισμός (με την αφοσίωση στη συστηματική καλλιέργεια της προσευχής και της πραγματοποίησης της εντολής της αγάπης) αποσκοπεί στην άπειρη διεύρυνση της νοερής καρδιάς, ώστε να χωρέσουν σ’ αυτήν ο Θεός και όλα τα πλάσματα. Γι’ αυτό είναι πιο εξελιγμένη μορφή χριστιανικής ζωής από τον έγγαμο βίο, αλλά είναι επίσης πολύ πιο δύσκολη, ακόμη και επικίνδυνη! Γι’ αυτό, ο μοναχισμός δεν είναι κανόνας στη χριστιανική ζωή, αλλά εξαίρεση (όπως και στην επιστήμη ή την τέχνη, το να αφοσιώνεσαι 100% και να καταλήγεις ο Αϊνστάιν ή ο Μπετόβεν, δεν είναι ο κανόνας αλλά η εξαίρεση).
Ο κανόνας λοιπόν, ο κατάλληλος για όλους, είναι ο γάμος. Στο γάμο, παίρνεις μαζί σου έναν άλλο άνθρωπο, του προσφέρεις τον εαυτό σου εξ ολοκλήρου και ενώνεσαι μ’ αυτόν σε έναν άνθρωπο. Το παντρεμένο ζευγάρι είναι πλέον ένας άνθρωπος, αποτελούμενος από δύο πρόσωπα, όπως η Αγία Τριάδα είναι ένας Θεός αποτελούμενος από τρία Πρόσωπα. Η ένωση αυτή πραγματοποιείται από το Άγιο Πνεύμα κατά την τελετή του γάμου – γι’ αυτό και μόνον ένας γάμος υπάρχει, ο εκκλησιαστικός. Ο «πολιτικός γάμος» ή η «ελεύθερη συμβίωση», δεν είναι γάμοι, αλλά συμφωνίες.
Ο εκκλησιαστικός γάμος δεν είναι υπόθεση του ζευγαριού, αλλά ολόκληρης της Εκκλησίας (της κοινωνίας των χριστιανών), γι’ αυτό καλούνται στο ναό οι υπόλοιποι, όχι βέβαια για… κουτσομπολιό, αλλά για να προσευχηθούν για το ζευγάρι. Επίσης δεν είναι μόνο γιορτή, αλλά και σταυρός, δηλαδή αυτοθυσία. Δυστυχώς, δεν έχουμε προστατεύσει το γάμο, αλλά τον έχουμε μετατρέψει σε έναν άψυχο θεσμό – και τελικά τον έχουμε αρνηθεί. Θα μιλήσουμε γι’ αυτό παρακάτω.
 
Σκοπός του γάμου: με την απόλυτη αυτοπροσφορά στον/στη σύζυγο, μαθαίνω να είμαι ταπεινός και να αγαπώ απόλυτα, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμη κι αν ο άλλος δε μου προσφέρει αυτά που νόμιζα ότι θα λαμβάνω. Μαθαίνω να συγχωρώ (συν+χωρώ = χωράω με τον άλλο στον ίδιο χώρο). Στη συνέχεια, παίρνοντας μαζί μου τον άλλο (τον «δικό μου άλλο»), προχωράμε στηρίζοντας ο ένας τον άλλο στη διεύρυνση της καρδιάς μας, ώστε να πλησιάσουμε την ένωση με το Θεό και με όλα τα όντα.
Το σεξ εντός του γάμου ολοκληρώνει την ένωση των δύο προσώπων και την επισφραγίζει με τη σύλληψη των παιδιών – αυτό κάνει το ζευγάρι να συμμετέχει στο δημιουργικό έργο του Θεού, να γίνεται συνδημιουργός ανθρώπων, συνεργάτης του Θεού. Τα παιδιά, όταν έρθουν,συμβάλλουν στην επέκταση της αγάπης σε άλλους και καλό είναι να μην τα αποφεύγουμε. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι «σκοπός του γάμου» είναι η «διαιώνιση του είδους».
 
Sex, sex, sex
 
Το σεξ προκαλεί ηδονή. Αν δεν προκαλούσε, τα ζώα ή (ώς ένα βαθμό) και οι άνθρωποι δεν θα ενδιαφέρονταν για τη διαιώνιση του είδους. Στη φύση, ωμά και ξερά, το σεξ υπάρχει για τη διαιώνιση του είδους. Έτσι, η ηδονή που προκαλεί είναι μια σοφή παρέμβαση «της φύσης» (όπως λένε οι άθεοι) ή του Θεού, όπως λέμε οι χριστιανοί, ώστε να δοθεί ένα κίνητρο για την αναπαραγωγή. 
Οι άνθρωποι λοιπόν δεν κάνουν σεξ μόνο για να αποχτήσουν παιδιά, αλλά και για να νιώσουν ηδονή. Η ηδονή αυτή είναι ευλογημένη μέσω της τελετής του γάμου και ο απόστολος Παύλος ζητά από τους συζύγους να μην τη στερούν στον/στη σύζυγό τους (Α΄ προς Κορινθίους, κεφ. 7, στίχ. 5 – βλ. όλο το κεφάλαιο 7 περί γάμου και παρθενίας).
Όταν ο άνθρωπος ανακάλυψε ότι μπορεί να αποσυνδέσει το σεξ από το γάμο και από την απόχτηση παιδιών, φέρθηκε σαν τον ιδιοκτήτη της χήνας με τα χρυσά αβγά (που την έσφαξε, νομίζοντας πως είναι γεμάτη αβγά!!!): έπεσε με τα μούτρα. Και φυσικά μετέτρεψε το σεξ σε επικερδές εμπορικό-καταναλωτικό προϊόν, εντάσσοντάς το παντού. Έτσι εκχυδαΐζει κάτι ιερό, ένα δώρο του Θεού στον άνθρωπο.
Να το πω αλλιώς: όταν μια κοπέλα/γυναίκα μού στέλνει “ερωτικά μηνύματα” και με κάνει να την επιθυμήσω (“γίνει ποθητή”, “εκπέμπει θηλυκότητα”, όπως λένε οι …μοντέρνοι), αυτόματα μέσα μου υποβαθμίζεται ως άνθρωπος-εικόνα του Θεού, αδελφός και συνάνθρωπός μου, και καταντάει αντικείμενο του πόθου μου: θέλω να την [bip]… Γι’ αυτό μέσα στο σεξουαλικό πόθο υπάρχει ο κίνδυνος της αμαρτίας, τόσο για μένα (που τη βλέπω και την ποθώ, αντί να την αγαπώ), όσο και για κείνη, που με έκανε να τη δω έτσι (τα ίδια φυσικά ισχύουν και ανάποδα, από τον άντρα προς τη γυναίκα). Αυτή την αμαρτία θέλει να προλάβει η Ορθοδοξία (δηλ. το ευαγγέλιο και οι άγιοι) με τον ιερό θεσμό & δεσμό που λέγεται γάμος.
 
Ο άνθρωπος, παύοντας να ενδιαφέρεται για την ένωση με το Θεό, δεν ενδιαφέρεται και για το γάμο. Την ηδονή μπορεί να την απολαύσει «πιο άνετα» χωρίς την ισόβια δέσμευση που απαιτεί ο γάμος! Όμως, η αποσύνδεση του σεξ από το γάμο και από την απόχτηση παιδιών και η μετατροπή του απλώς σε μέσο απόλαυσης, περιέχει κινδύνους: ποιος θα θέσει φραγμούς στην εκμετάλλευση του άλλου, στην αντιμετώπισή του ως εργαλείου ηδονής, στον τραυματισμό των συναισθημάτων του; Συνθήματα όπως «δεν υπάρχει αμαρτία» και «ας κάνουμε ό,τι θέλουμε» μετατρέπουν εύκολα στη ζωή σε κόλαση. Και τελικά, αφού ο άνθρωπος χορτάσει σεξουαλική ηδονή, και ικανοποιήσει τις φαντασιώσεις του, μένει μόνος και πιθανόν πληγωμένος.
(Για να μην αναφέρουμε τις σεξουαλικές διαστροφές, όπου ο άλλος ξεκάθαρα μετατρέπεται σε αντικείμενο, όχι μόνο στο βιασμό και την παιδεραστία, αλλά και στο σαδισμό κ.λ.π.).
 
Σχέσεις εκτός γάμου

Σε μια «ελεύθερη» (εκτός γάμου) ερωτική σχέση, οι άνθρωποι στερούν τον εαυτό τους από τη χάρη του Θεού, η οποία, με το γάμο, τους ευλογεί και τους ενώνει σε έναν άνθρωπο. Είναι «αμαρτία» αυτό; Μάλλον, συνήθως είναι συνέπεια της αμαρτίας, δηλαδή της αποκοπής του Θεού από τη ζωή μας ή της κατασκευής ενός «ιδιωτικού» χριστιανισμού, στον οποίο νομίζουμε ότι είμαστε «εντάξει με το Θεό» χωρίς καμία σχέση με την Εκκλησία που Εκείνος ίδρυσε για μας.
Ένα ζευγάρι, αν αγαπιέται στ’ αλήθεια, γιατί να μην παντρευτεί; 
Είτε α) διότι αγνοεί εντελώς τη σημασία του γάμου (αληθινή ένωση των δύο) ,
είτε β) διότι κατά βάθος ο ένας ή και ο άλλος θέλει να μπορεί να διαλύσει τη σχέση όποτε το επιθυμήσει.
Και οι δύο αυτοί λόγοι δε βοηθάνε τον άνθρωπο να πλησιάσει το Θεό. Συχνά μάλιστα δεν τον βοηθάνε ούτε να ζήσει σαν άνθρωπος.
Οι ευαίσθητοι άνθρωποι σήμερα έχουν φτάσει στο σημείο να λένε ότι πρέπει να «κάνεις σχέση» μόνον όταν αγαπάς αληθινά και να μένεις πιστός (μονογαμικός). Η Εκκλησία (ως συνήθως) φτάνει ένα βήμα πιο πέρα: ενώνει τους δύο ανθρώπους σε έναν, θεμελιώνοντας μια αδιάσπαστη σχέση, με στόχο την ένωση με το Θεό.
Η ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει φοβία με το σεξ, όπως η δυτική χριστιανοσύνη (ρωμαιοκαθολική και προτεσταντική), στην οποία το σεξ εσφαλμένα θεωρήθηκε αμαρτωλό. Όμως προστατεύει και ευλογεί το σεξ, εντάσσοντάς το στα πλαίσια του γάμου, δηλαδή της πλήρους ψυχοσωματικής ένωσης δύο ανθρώπων διά της χάριτος και της ευλογίας του Αγίου Πνεύματος.

 
Παθολογία του γάμου

Ένας γάμος με στερεή βάση τα βγάζει πέρα σε οποιεσδήποτε συνθήκες: σε ασθένεια ή αναπηρία, φτώχεια, στερήσεις, ανεργία, εξορίες, ακόμη και ηθικά στραβοπατήματα του/της συζύγου ή και των δύο συζύγων (αφού πάντα υπάρχει δυνατότητα για μετάνοια και συγχώρηση). Η χάρη του Θεού ενισχύει τους ανθρώπους, ώστε η αγάπη να ξεπεράσει τις αδυναμίες. Πώς λοιπόν τόσοι γάμοι καταλήγουν σε αποτυχία, σε βία, καταπίεση, ψυχική και σωματική οδύνη και τελικά σε διάλυση; Πού είναι η χάρη του Αγίου Πνεύματος σ’ αυτούς;
Εννοείται ότι η χάρη του Θεού δεν ενεργεί, αν οι άνθρωποι κλείνουν το Θεό έξω από τη ζωή τους. Εκκλησιαστικός γάμος δε σημαίνει μόνο μια ημίωρη τελετή, αλλά διαρκής σχέση της νέας οικογένειας με την εκκλησιαστική ζωή (την προσευχή, τη νηστεία, τον εκκλησιασμό, την εξομολόγηση και τη θεία Μετάληψη), με σκοπό την καλλιέργεια της ταπείνωσης, της συγχωρητικότητας και της αγάπης. Αν έστω και μόνο ο ένας προσεύχεται και αγωνίζεται πνευματικά, ο άλλος μπορεί να μετανοήσει και ο γάμος μπορεί να σωθεί.
Όταν η Εκκλησία (=το σπίτι μας και η κοινωνία των χριστιανών) ζει σωστά, κάθε χριστιανός έχει τον πνευματικό του, στον οποίοεξομολογείται από παιδί. Η εξομολόγηση δεν είναι μια «ανάκριση» για εντοπισμό αμαρτιών, αλλά μια διαρκής σχέση αγάπης και μαθητείας σε έναν έμπειρο και ταπεινό πνευματικό διδάσκαλο, που έχει σκοπό να μας βοηθήσει να παρακάμψουμε ό,τι μας εμποδίζει να αγαπήσουμε το Θεό και τον πλησίον (να «καθαρίσουμε την καρδιά μας από τα πάθη»). Η διαδικασία αυτού του καθαρισμού μπορεί να διαρκέσει χρόνια, όμως όσο προοδεύει, τόσο πιο ώριμος και υπεύθυνος (δηλαδή, για να το πω θεολογικά, τόσο πιο ταπεινός και άγιος) γίνεται ο άνθρωπος.
Συνεπώς, ο άνθρωπος θα πρέπει να παντρεύεται αφού λάβει ευλογία από τον πνευματικό του. Όσο είναι ανεύθυνος και ανώριμος, είναι ακατάλληλος για γάμο και ο πνευματικός του δεν θα του δώσει ευλογία μέχρι να προοδεύσει ηθικά. Και, μετά το γάμο, η ηθική αυτή πρόοδος συνεχίζεται – γι’ αυτό, όπως το ζευγάρι έχει οικογενειακό γιατρό, πρέπει να έχει και οικογενειακό πνευματικό.
Εννοείται ότι, όπως αναζητάς με προσοχή τον κατάλληλο γιατρό, έτσι αναζητάς και τον κατάλληλο πνευματικό (και στην εποχή μας υπάρχουν πολλοί καλοί πνευματικοί – όσοι και καλοί γιατροί). Η σχέση με τον πνευματικό δεν πρέπει να γίνεται εξάρτηση και θρησκοληψία, αλλά να βοηθά το ζευγάρι στην αλληλοκατανόηση, την αγάπη και την πνευματική πρόοδο. Πρέπει να του δίνει χαρά: αυτό που οι σοφοί παλιοί χριστιανοί ονόμαζαν «χαρά Θεού». Εκκλησιαστική ζωή χωρίς χαρά δεν είναι υγιής ορθόδοξη εκκλησιαστική ζωή, και χρειάζεται αναπροσαρμογή και θεραπεία.
Αλλά και χωρίς εκκλησιαστική ζωή, ο άνθρωπος στερεί τον εαυτό του από τη χαρά του Θεού, την οποία στη συνέχεια αναζητά σε γήινα υποκατάστατα. Ομοίως, οι σύμβουλοι γάμου, οι σχολές γονέων και οι ψυχοθεραπευτές, σπουδαίες προσπάθειες του δυτικού πολιτισμού, είναι τα υποκατάστατα της εξομολόγησης – που έχουν όμως διαφορετικό ρόλο, γιατί αποστολή της εξομολόγησης είναι το σημαντικότερο: η προσέγγιση Θεού και ανθρώπου, κατά την οποία άλλωστε όλα τα υπόλοιπα προβλήματα ξεπερνιούνται.

 
Ένα κοινωνικό πρόβλημα: συσσωρεύοντας πρόσθετες ανάγκες, η κοινωνία σήμερα ωθεί τον άνθρωπο να παντρεύεται μετά τα 30 του. Προκύπτει έτσι μια «ψαλίδα» 15-20 χρόνων ανάμεσα στη σεξουαλικότητα και το γάμο. Η λύση του προβλήματος απαιτεί μετατόπιση των ενδιαφερόντων της κοινωνικής ζωής, πράγμα δύσκολο, όμως απαραίτητο για την προστασία του γάμου, δηλαδή ενός δρόμου για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Το διαζύγιο είναι για το γάμο ό,τι ο ακρωτηριασμός σε μια εγχείρηση: η τελευταία λύση, ανεπιθύμητη αλλά αναγκαία, για να αποκοπεί ένα μέλος, όχι επειδή απλώς δεν θεραπεύεται, αλλά επειδή οδηγεί όλο τον οργανισμό στη σήψη και το θάνατο.
Η τρομερή ευκολία επιλογής του διαζυγίου στις μέρες μας οφείλεται στην απόλυτη άρνηση των ανθρώπων να ανοίξουν με ταπείνωση και αγάπη την καρδιά τους στον άλλο, θυσιάζοντας τον εγωισμό τους. Αυτό είναι φυσικό, αφού «δε χρειαζόμαστε πια» την εκκλησιαστική τελετή του γάμου, ούτε τη θεία χάρη που προσκαλείται με αυτήν. Τα «ξεπερασμένα στοιχεία» του γάμου οδηγούν στην προτίμηση της «ελεύθερης σχέσης». Έτσι όμως κλείνουν ένα δρόμο που είχε μείνει ανοιχτός προς το Θεό.

ΜΙΚΡΗ ΛΙΣΤΑ ΕΓΓΑΜΩΝ ΑΓΙΩΝ

Ο απόστολος Πέτρος (βλ. Ματθ. 8, 14-17), σύζυγος του οποίου θεωρείται από την παράδοση η αγία Ιωάννα (μία από τις μυροφόρες), o άγιοςΣπυρίδωνας, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο διάκονος Φίλιππος, ο άγιος Φιλάρετος ο Ελεήμων, προστάτης των μελισσών, η αγία Υπομονή, η αγίαΣοφία, που μαρτύρησε με τις τρεις μικρές κόρες της, η αγία Ιουλίττα, μητέρα του παιδομάρτυρα αγίου Κηρύκου, η αγία Ευβούλη, μητέρα του γιατρού αγίου Παντελεήμονα, η αγία Άννα, μητέρα του προφήτη Σαμουήλ, η αγία Θεοδότη, μητέρα των αγίων γιατρών Κοσμά και Δαμιανού των αναργύρων, οι αγίες Μακρίνα και Εμμέλεια, γιαγιά και μητέρα του Μεγάλου Βασιλείου, η αγία Νόννα, μητέρα του ποιητή αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, η αγία Ανθία, μητέρα του αγίου Ελευθερίου, η αγία Ελένη, η αγία Μελάνη (γιαγιά και εγγονή με το ίδιο όνομα), οι αγίες Θεοδώρα και Θεοφανώ οι αυτοκράτειρες, οι σύγχρονοι άγιοι Σεραφείμ της Βίριτσας, Νικόλαος Πλανάς (Αθήνα), Λουκάς ο Ιατρός και πολλοί άλλοι.

 
Ζεύγη αγίων

Οι άγιοι Ιωακείμ και Άννα (γονείς της Θεοτόκου), Ζαχαρίας και Ελισάβετ (γονείς του Προδρόμου), Ακύλας και Πρίσκιλλα, οι μάρτυρες Τιμόθεος και Μαύρα, η αγία Πολυχρονία και ο μάρτυρας σύζυγός της άγιος Γερόντιος (γονείς του αγίου Γεωργίου), οι άγιοι Θεοπίστη και Ευστάθιος, που μαρτύρησαν μαζί με τα παιδιά τους, τους αγίους Αγάπιο και Θεόπιστο, οι άγιοι Ξενοφών και Μαρία, που γιορτάζουν επίσης μαζί με τους γιους τους, τους αγίους Αρκάδιο και Ιωάννη, οι άγιοι Χρύσανθος και Δαρεία, Αδριανός και Ναταλία, Γαλακτίων και Επιστήμη κ.π.ά.

 

Ψυχή και Χριστός μας χρειάζονται

Τα τελευταία χρόνια, από τα σχολικά βιβλία της Ιστορίας, οι νέοι μαθαίνουν ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν αντίθετη στο πνεύμα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.

Εμφορούμενη δήθεν από φόβο για τη θέση της στη ζωή των υπόδουλων Ελλήνων και από πνεύμα υποταγής στους Τούρκους, αρνήθηκε την παιδεία, την επιστημονική πρόοδο, τον προσανατολισμό του υπόδουλου Γένους στον αγώνα για ελευθερία.

Θα ήταν βέβαια αρκετό οι προκατειλημμένοι έναντι της πίστης συγγραφείς να διαβάσουν έναν κατάλογο με τους διαπρεπέστερους λογίους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, αυτούς που έκαναν γνωστό στον υπόδουλο Ελληνισμό και ιδιαίτερα στους νέους τα επιτεύγματα τόσο της παιδείας όσο και των επιστημών, που ο Διαφωτισμός στην Ευρώπη έφερε. Οι περισσότεροι λόγιοι ήταν κληρικοί. Και τα ελληνικά σχολεία ιδρύονταν με γράμματα και άδεια του εκάστοτε Οικουμενικού Πατριάρχη.

Ξεχωριστή η μορφή του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Έργο ζωής του η ίδρυση σχολείων. Το να μιλούν οι Έλληνες τα ελληνικά και να μην αφήνονται στην ευκολία της χρήσης της τουρκικής γλώσσας. Το να κρατήσουν τις πνευματικές ρίζες και την ταυτότητά τους. Την έγνοια για την ψυχή και τον Χριστό. Ήξερε ο Πατροκοσμάς ότι κρατώντας τη θρησκευτική πίστη παρέμεναν Έλληνες οι νέοι. Γιατί η θρησκευτική ταυτότητα ήταν το διαφοροποιητικό στοιχείο. Μόνο έτσι θα παρέμενε άσβηστη η δίψα για ελευθερία. Αν ο νέος έχανε την ψυχή του, θα έχανε οριστικά και την ελπίδα να διαχειρίζεται ο ίδιος τη ζωή του. Και ο νυν αιώνας θα έφευγε και η σωτηρία.

Διδάχος του Γένους ονομάστηκε ο Πατροκοσμάς. Επισφράγισε το παιδευτικό και αφυπνιστικό του έργο με την σταθερότητα στη χριστιανική πίστη, παρότι αυτή τον οδήγησε στο μαρτύριο. Και χωρίς να κάνει κήρυγμα για την επιστήμη και το άνοιγμα στους νέους ορίζοντες, διέσπειρε στο λαό κατά τις περιοδείες του μία βασική αρχή του Διαφωτισμού: την καθολικότητα της παιδείας. Οι αρνητές της προσφοράς της Εκκλησίας τον θεωρούν εξαίρεση, καθώς δεν μπορούν να τον διαγράψουν από το προσκήνιο. Όσοι όμως μπορούν να δούνε νηφαλιότερα, καταλαβαίνουν ότι τα διδάγματά του και ο τρόπος ζωής του έχουν μεγάλη αξία για τους σύγχρονους νέους.

Σε μία εποχή ανερμάτιστη, στην οποία συνθηκολογήσαμε με την αποδοχή μιας ταυτότητας που δεν ταιριάζει στις ρίζες μας και μας αλλοτριώνει, ο Πατροκοσμάς μας ξαναδείχνει τι σημαίνει να νιώθουμε ότι έχουμε ψυχή. Δηλαδή να βάζουμε ως προτεραιότητές μας την αγάπη και όχι τη χρησιμοθηρία. Την αλήθεια και όχι την υποκρισία. Τη θυσία και όχι το δικαίωμα. Το να μην αδικούμε. Το να ελπίζουμε στην αιωνιότητα και να μην παραδιδόμαστε στο εφήμερο. Το να μη νικιόμαστε από τη γνώμη των άλλων.

Σε μια εποχή αδιαφορίας, αθεΐας και πρόκλησης ο Πατροκοσμάς μας δείχνει τι σημαίνει να πιστεύουμε στον Χριστό. Η πίστη δεν μας κάνει επιλογείς της απαιδευσίας, ούτε μας εγκλωβίζει στο παρελθόν. Μας αφήνει να ανοιχτούμε στο πρόσωπο του συνανθρώπου, προς τον οποίο θα έπρεπε να απευθύνεται ο τελικός σκοπός της γνώσης. Είναι η μοναδική γνήσια οδός προς την ελευθερία της καρδιάς, που συνεπάγεται την ελευθερία της ύπαρξης. Γι’ αυτό και χωρίς θρησκευτική ταυτότητα δε θα παραμείνουμε Έλληνες. Το ίδιο και χωρίς γλώσσα, όπως την περιθωριοποιούμε.

Ας βοηθήσουμε τα μηνύματα αυτά να αντισταθμίσουν την προκατάληψη που η πίστη συναντά!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια»
Στο φύλλο της Τετάρτης 24 Αυγούστου 2016

πηγή

Μια Θρησκεία που δε χωρίζει, αλλά ενώνει τους ανθρώπους!…

Πολλές φορές ακούμε ότι οι θρησκείες χωρίζουν τους ανθρώπους δημιουργώντας φανατισμό και συχνά αυτό σημαίνει ότι οι θρησκείες πρέπει να εξαφανιστούν και ότι, αν είχαν λίγη ανθρωπιά και αξιοπρέπεια οι ηγέτες τους, θα παραδέχονταν ότι εξαπατούν τον κόσμο και θα αυτοκαταργούνταν – ενώ τα κράτη, αν ήταν όντως ανθρωπιστικά, θα έκοβαν όλα τα προνόμια των θρησκειών, ώστε να χάσουν τον πλούτο και την εξουσία τους και να μαραζώσουν και να σβήσουν, αφού δεν θα προσφέρουν πια κανένα ώφελος στους υποκριτές λειτουργούς τους.
Ο χριστιανισμός, ο καθαρος, δεν χωρίζει, αλλά ενώνει τους ανθρώπους. Και αυτό τον καθαρό χριστιανισμό θα τον βρούμε στις διδασκαλίες των αγίων της Ορθοδοξίας και στους ταπεινούς μαθητές τους, που εντοπίζονται όχι μόνο ανάμεσα στους αγράμματους, αλλά ανάμεσα σε ανθρώπους κάθε λογής, κάθε κοινωνικής θέσης και μορφωτικού επιπέδου.
Σε ορθόδοξους χριστιανούς θα βρεις και νοθευμένο, παραμορφωμένο χριστιανισμό, αλλά δεν αναφέρομαι σ’ αυτόν. “Έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ πρωί”, να διακρίνεις το χρυσάφι από το μπακίρι.

Ο χριστιανισμός ενώνει τους ανθρώπους, διδάσκοντας πως όλοι οι άνθρωποι, όλων των φυλών και των θρησκειών, δημιουργήθηκαν κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού και πως όλοι μα όλοι είναι καλεσμένοι να γίνουν συνκληρονόμοι και συμβασιλείς του Χριστού στη βασιλεία των ουρανών. Τους ενώνει, διδάσκοντας πως ο Θεός (ο Ένας της Τριάδος, με τη συνεργασία των Άλλων Δύο) έγινε άνθρωπος από αγάπη και πόνο για όλους τους ανθρώπους, όχι μόνο για τους ενάρετους ή για τους πιστούς Του, αλλά και για κείνους που ποτέ δεν θα μετανοήσουν ή ποτέ δεν θα πιστέψουν.
Διδάσκοντας πως κι αυτούς που δεν είναι και δεν θα γίνουν ποτέ χριστιανοί (ούτε “ηθικοί”) ο Θεός τους αγαπάει και καλούμαστε, αν είμαστε του Χριστού, κι εμείς να τους αγαπάμε και να επιθυμούμε τη σωτηρία τους κατά το έλεος του Χριστού, είτε αλλάξουν ρότα στη ζωή είτε όχι.

Ακόμη κι όταν οι άγιοί μας διδάσκουν πως οι θεοί των διαφόρων θρησκειών είναι ψεύτικοι ή προσωπεία δαιμονίων, εκτός του ότι λένε μια αλήθεια, το διδάσκουν για να βοηθήσουν στη σωτηρία των ανθρώπων. Η ιεραποστολή, είτε γίνεται στο διπλανό σπίτι είτε σε μακρινές ηπείρους, έχει κίνητρο τον πόνο για τη σωτηρία του άλλου και όχι ταπεινά πολιτικά ή οικονομικά κίνητρα. Κι όταν αποκτά τέτοια κίνητρα, δεν είναι αληθινή ορθόδοξη ιεραποστολή. Αυτό εξάλλου είναι κι ο λόγος που η Ορθοδοξία προοδεύει τόσο στην Αφρική, ενώ έχει ελάχιστα χρήματα και μικρές δυνατότητες ανθρωπιστικής προσφοράς σε σχέση με τους ρωμαιοκαθολικούς και τους προτεστάντες: ότι δεν είμαστε εκεί για να εκμεταλλευτούμε τους λαούς, αλλά γινόμαστε ένα μαζί τους για την αλήθεια και τη σωτηρία τους.
“Η παγκοσμιότητα του Χριστού είναι η μοναδική και αυθεντική παγκοσμιότητα και το να αναζητά κανείς οπουδήποτε οτιδήποτε πιο παγκόσμιο είναι κατανοητό μόνο για όσους δεν έζησαν τη χάρη του Βαπτίσματος” γράφει ο γέροντας Σωφρόνιος σε επιστολή του, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του “Αγώνας Θεογνωσίας” (σελ. 346), το οποίο συνιστώ ταπεινά σε κάθε αληθινό πνευματικό αναζητητή.

Και ο όρος “βασιλεία των ουρανών” ή “βασιλεία του Θεού” στην πραγματικότητα είναι αναρχικός όρος (με τη βαθύτερη, μόνη ορθή – επιτρέψτε μου – έννοια της αναρχίας): είναι μια πνευματική κατάσταση, όπου βασιλιάς είναι κάθε άνθρωπος που εισέρχεται σ’ αυτήν – και εισέρχεται κάθε ένας που το επιθυμεί και, βεβαίως, αγωνίζεται να υπερνικήσει τα εμπόδια (συνήθως εσωτερικά του εμπόδια) που δεν τον αφήνουν να εισέλθει. Και σ’ αυτό τον αγώνα πάλι ο Χριστός, ο μόνος αληθινός βασιλιάς, που μοιράζει τη βασιλεία Του με όλους μας, δίνει την καθοριστική βοήθειαμέσω της Εκκλησίας που ο ίδιος ίδρυσε γι’ αυτό το σκοπό.
Βρείτε μου μια θρησκεία, που να λέει πως ο Θεός δημιούργησε τους ανθρώπους για να τους κάνει θεούς και πως, όταν εκείνοι απέτυχαν υποκύπτοντας στον εγωισμό τους, δεν τους καταδίκασε, αλλά έγινε άνθρωπος και πέθανε με φρικτό θάνατο για να τους βοηθήσει να το πετύχουν, ΑΝ θέλουν.
Μόνο ο χριστιανισμός και, από το χριστιανισμό, απ’ ό,τι ξέρω, μόνο η Ορθοδοξία. 
Γι’ αυτό, δε θέλω να είμαι τίποτε άλλο παρά ορθόδοξος χριστιανός.

Θα κλείσω αυτές τις λίγες σκέψεις παραπέμποντας στις αναρτήσεις μας Γίνε κι εσύ πολεμιστής του Φωτός και Παιδιά χωρίς Θεό (όπου, στο τέλος, θα δείτε αναρτήσεις για το ζήτημα της ύπαρξης του Θεού και την αθεΐα).
Επίσης, ως επιδόρπιο (ένα μικρό κέρασμα, μια που ήρθατε στην καλύβα μας):
Υπέρ των αμαρτωλών
Ηθικισμός στην Ορθοδοξία; Όχι, ευχαριστώ!
Γιατί να θέλω να είμαι ορθόδοξος χριστιανός;
Άντε και πίστεψα – Τώρα τι κάνουμε;
Η ομορφιά & η αλήθεια της Ορθοδοξίας μέσα από τα μάτια τριών αλλοθρήσκων 
Νέα Υόρκη: ο Ιάπωνας ζητιάνος που έγινε Ορθόδοξος μοναχός!

Σας ευχαριστώ όλους. “Καλή Παναγιά”, όπως λέει ο λαός μας, δηλ. με καλό να γιορτάσουμε την Κοίμησή Της και τη μετάστασή Της “από γης προς ουράνια”. Και στα δικά μας.
Δόξα τω Θεώ.

 

Η πραγματική και η ψεύτικη αγάπη ενός ζευγαριού…

Η εντολή της αγάπης προς τον Θεόν συμπληρώνεται από τη «δευτέρα εντολή»: «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν».

Δεν μπορεί να αρέσει κανείς στον Θεό χωρίς να σέβεται τους άλλους.

Οι δύο εντολές της αγάπης, του Θεού και του πλησίον, είναι το αποκορύφωμα και το κλειδί του Νόμου (Μαρκ. 12,28).

Η αδελφική αγάπη είναι η τελείωση κάθε ηθικής υποχρέωσης και η μοναδική εντολή. «Ο γαρ μη αγαπών τον αδελφόν, ον εώρακε, τον Θεόν ον ουχ εώρακε, πως δύναται αγαπάν;» (Α΄ Ιω. 4,20). Όποιος δεν αγαπά τον αδελφό του που βλέπει, τον Θεό που δεν είδε πως μπορεί να τον αγαπά;

Στο γάμο, η αγάπη, εκφράζεται με τη μορφή του τέλειου δώρου σύμφωνα με το πρότυπο της θυσίας του Χριστού (Εφ. 5, 25). Για όλους είναι τελικά μια αμοιβαία δουλεία (Γαλ. 5, 13), όπου ο άνθρωπος απαρνείται τον εαυτό του μαζί με τον σταυρωμένο Χριστό (Φιλιπ. 2, 1-11).

Είναι λοιπόν θείο και τέλειο δώρο η αγάπη. Είναι υψηλό απόσταγμα της Θείας αγάπης και δεν έχουμε το δικαίωμα να το κατεβάζουμε χαμηλά, πεζοδρομιακά, όπως πολλές φορές γίνεται χωρίς ντροπή, χωρίς συναίσθηση, χωρίς ίχνος θυσίας και προσφοράς.

Η πραγματική αγάπη, όχι η προσωρινή και αισθησιακή, υπάρχει μέσα στο γάμο, γιατί ευλογείται και γίνεται εις τύπον[=συμβολισμό] Χριστού-Εκκλησίας: «Οι άνδρες αγαπάτε τας γυναίκας εαυτών, καθώς και ο Χριστός ηγάπησε την Εκκλησίαν».

Η πραγματική συζυγική αγάπη παραμένει και μάλιστα ενισχυμένη με την πάροδο του χρόνου έστω κι αν φανούν τα σημάδια του γήρατος και χαθούν η ομορφιά και το κάλλος.

«Συχνά οι νέοι προσπαθούν να δημιουργήσουν σχέσεις μακριά από τον Χριστό, έλεγε ο μακαριστός π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος. Αυτές δεν έχουν καμιά σταθερότητα. Στηρίζονται σε λάθος βάση. Μόνο σε σταθερές βάσεις πρέπει να περπατάμε και αυτές είναι μόνο εκείνες που δίνει η Εκκλησία.

–          Μοιάζει με τον όρκο των ερωτευμένων, έλεγε.

–          Μ’ αγαπάς;

–          Σ’ αγαπώ.

–          Μου το ορκίζεσαι;

–          Στην αγάπη μας.

Μα φυσικά αυτό είναι το ζητούμενο και δεν μπορείς να το επικαλείσαι σαν σημείο αναφοράς ως αποδεδειγμένη αλήθεια».

«Ο νέος που κοιμάται με ένα κορίτσι, για να μην αρρωστήσει σωματικά ή για να μην αποκτήσει ψυχολογικό πλέγμα κατωτερότητος, ή που θέλει να έχει «εμπειρίες», ή για να φανεί άνδρας και να μην τον κοροϊδεύουν οι φίλοι του, κατά βάθος σκέπτεται μόνο τον ίδιο τον εαυτό του και δεν αγαπά».

«Η νέα που δίνεται για να αποκτήσει – συνειδητά  ή ασυνείδητα – τη βεβαιότητα ότι μπορεί να γίνει μητέρα, ή γιατί έτσι θα μπορέσει να δεθεί με ένα άνδρα για να αποκατασταθεί, σκέπτεται μόνο τον ίδιο τον εαυτό της και δεν αγαπά πραγματικά».

«Κάθε κορίτσι έχει ένα μοναδικό χάρισμα. Το χάρισμα να δοθεί ολοκληρωτικά σ’ έναν άνδρα. Αυτό το χάρισμα είναι σαν ένα μεγάλο κεφάλαιο σ’ ένα λογαριασμό Τραπέζης. Πολλά κορίτσια όμως ξοδεύουν αυτό το κεφάλαιο σε μικρές δόσεις. Κάθε μέρα αποσύρουν μέρος απ’ αυτό και το σπαταλούν. Λίγα φιλιά από δω κι από κει, ένα μικρό φλερτ πότε-πότε.

Έτσι καθαρά σωματικά ένα κορίτσι, μπορεί να έχει ακόμα διατηρήσει όλη την παρθενία του κι όμως την ικανότητά της να αγαπήσει την έχει λιγοστέψει ήδη».

Τα πρώτα σκιρτήματα ερωτικής ευαισθησίας δεν σημαίνουν σπουδή για σαρκικές πράξεις.

Τα πρώτα παράξενα συναισθήματα της καρδιάς δεν σημαίνουν και ολοκληρωτική παράδοση.

Απόσπασμα από το βιβλίο του π. Γεωργίου Καλπούζου «Έφηβοι και προγαμιαίες σχέσεις», σελ. 20-22.

πηγή

Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν

Ας εξετάσουμε τι έχει να μας πει αυτή η προσευχή για την ενσάρκωση του Ιησού Χριστού και για τη θεραπεία μας απ’ αυτόν και μέσα σ’ αυτόν.

Υπάρχουν στην Προσευχή του Ιησού δυο «πόλοι» ή δυο ακραία σημεία. «Κύριε…Υιέ του Θεού»· η Προσευχή μιλάει πρώτα για τη δόξα του Θεού, διακηρύσσοντας τον Ιησού σαν Κύριο όλης της δημιουργίας και σαν τον αιώνιο Υιό. Έπειτα στο κλείσιμό της η Προσευχή στρέφεται στην κατάσταση μας ως αμαρτωλών – αμαρτωλών εξ αιτίας της πτώσης, αμαρτωλών από τις προσωπικές μας πράξεις τις λαθεμένες: «..με τον αμαρτωλόν». Είναι σημαντικό το ότι λέμε «ελέησόν με τον αμαρτωλόν»-σαν να ήμουν εγώ ο μοναδικός αμαρτωλός.

Έτσι η Προσευχή αρχίζει με λατρεία και τελειώνει με μετάνοια. Ποιός ή τί μπορεί να συμφιλιώσει αυτά τα δύο άκρα της θείας δόξας και της ανθρώπινης αμαρτωλότητας; Υπάρχουν τρεις λέξεις στην Προσευχή που δίνουν την απάντηση.

Η πρώτη είναι «Ιησούς», το προσωπικό όνομα που δόθηκε στο Χριστό μετά την ανθρώπινη γέννησή του από την Παρθένο Μαρία. Αυτό το όνομα έχει την έννοια του Σωτήρα· καθώς είπε ο άγγελος στο θετό πατέρα του Χριστού, τον άγ. Ιωσήφ: «και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν, αυτός γάρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών»

Η δεύτερη λέξη είναι ο τίτλος «Χριστός», η αντίστοιχη ελληνική απόδοση του «Μεσσίας», που σημαίνει «Αυτός που έχει χριστεί από το Άγιο Πνεύμα του Θεού». Για τους Εβραίους της Π. Διαθήκης ο Μεσσίας ήταν ο αναμενόμενος λυτρωτής, ο μελλοντικός βασιλιάς που με τη δύναμη του Πνεύματος θα τους ελευθέρωνε από τους εχθρούς τους.

Η τρίτη λέξη είναι «έλεος», ένας όρος που σημαίνει αγάπη στην πράξη, αγάπη που εργάζεται για να φέρει τη συγχώρεση, την απελευθέρωση, την ολοκλήρωση. Το να έχεις έλεος σημαίνει ν’ απαλλάξεις τον άλλο από την ένοχη που δεν μπορεί να εξαλείψει με τις δικές του προσπάθειες· να τον απαλλάξεις από τα χρέη που ο ίδιος δεν μπορεί να πληρώσει· να τον γιατρέψεις απ’ την αρρώστια, για την οποία δεν μπορεί να βρει αβοήθητος καμιά γιατρειά. Ο όρος «έλεος» σημαίνει ακόμη ότι όλ’ αυτά προσφέρονται σαν ένα ελεύθερο δώρο· αυτός που ζητάει έλεος δεν έχει απαιτήσεις απ’ τον άλλο, δεν έχει δικαιώματα για να τα επικαλεστεί.

Η προσευχή του Ιησού λοιπόν δείχνει και το πρόβλημα του ανθρώπου και τη λύση του Θεού. Ο Ιησούς είναι ο Σωτήρας, ο κεχρισμένος βασιλιάς, αυτός που έχει το έλεος. Αλλά η προσευχή μας λέει ακόμη κάτι περισσότερο για το πρόσωπο του ίδιου του Ιησού. Προσφωνείται «Κύριος» και «Υιός του Θεού»· εδώ η Προσευχή μιλεί για τη θεότητα του, για την υπερβατικότητα και για την αιωνιότητά του. Προσφωνείται όμως εξ ίσου «Ιησούς», δηλ. με το προσωπικό όνομα που η μητέρα του και ο θετός του πατέρας του έδωσαν μετά την ανθρώπινη γέννησή του στη Βηθλεέμ. Έτσι η Προσευχή μιλάει επίσης για την ανθρώπινη φύση του, για την γνήσια πραγματικότητα της ανθρώπινης γέννησής του.

Η Προσευχή του Ιησού είναι επομένως μια κατάφαση της πίστης στον Ιησού Χριστό που είναι και αληθινός Θεός και απόλυτα άνθρωπος. Είναι ο Θεάνθρωπος που μας σώζει από τις αμαρτίες μας, ακριβώς επειδή είναι ταυτόχρονα και Θεός και άνθρωπος. Ο άνθρωπος δεν μπορούσε να έρθει στο Θεό, έτσι ο Θεός ήρθε στον άνθρωπο – κάνοντας τον εαυτό του ανθρώπινο. Μέσα στην «εκστατική» του αγάπη, ο Θεός ενώνεται με τη δημιουργία του πιο στενά απ’ την κάθε δυνατή ένωση, καθώς γίνεται ο ίδιος αυτό που δημιούργησε. Ο Θεός σαν άνθρωπος εκπληρώνει το μεσολαβητικό έργο που ο άνθρωπος απέκρουσε κατά την πτώση. Ο Ιησούς, ο Σωτήρας μας, γεφυρώνει την άβυσσο ανάμεσα στο Θεό και στον άνθρωπο γιατί είναι ταυτόχρονα και Θεός και άνθρωπος. Όπως λέμε σ’ έναν από τους ορθόδοξους ύμνους της παραμονής των Χριστουγέννων, «Ο ουρανός και η γη σήμερον ηνώθησαν, τεχθέντος του Χρίστου. Σήμερον Θεός επί γης παραγέγονε, και άνθρωπος εις ουρανούς αναβέβηκε».

Η ενσάρκωση λοιπόν είναι η υπέρτατη πράξη του Θεού για να μας απολυτρώσει και να ξανασυνδέσει την επικοινωνία μας μαζί του. Αλλά τί θα είχε γίνει αν δεν είχε συμβεί ποτέ μια πτώση; Θα είχε διαλέξει ο Θεός να γίνει άνθρωπος ακόμη και αν ο άνθρωπος δεν είχε αμαρτήσει ποτέ; Θάπρεπε να θεωρηθεί η ενσάρκωση απλώς σαν απάντηση του Θεού στη δύσκολη θέση του πεπτωκότος ανθρώπου, ή είναι κατά κάποιο τρόπο μέρος της αιώνιας πρόθεσης του Θεού; Μήπως θάπρεπε να κοιτάξουμε πίσω από την πτώση και να δούμε την πράξη της ενανθρώπισης του Θεού σαν την εκπλήρωση της αληθινής μοίρας του ανθρώπου;

Σ’ αυτή την υποθετική ερώτηση δεν μπορούμε εμείς, στην τωρινή μας κατάσταση, να δώσουμε καμιά τελική απάντηση. Αφού ζούμε μέσα στην πτωτική κατάσταση, δεν μπορούμε να φανταστούμε καθαρά ποιά θα ήταν η σχέση του Θεού με το ανθρώπινο γένος αν δεν είχε συμβεί η πτώση. Οι χριστιανοί συγγραφείς έτσι, στις περισσότερες περιπτώσεις, έχουν περιορίσει την εξέταση του θέματος της ενσάρκωσης στο πλαίσιο της πτωτικής κατάστασης του ανθρώπου. Αλλά υπάρχουν μερικοί που ριψοκινδύνεψαν μια ευρύτερη θεώρηση, ιδιαίτερα ο άγ. Ισαάκ ο Σύρος και ο άγ. Μάξιμος ο Ομολογητής στην Ανατολή, καθώς και ο Duns Scotus στη Δύση. Η Ενσάρκωση, λέει ο άγ. Ισαάκ, είναι το πιο ευλογημένο και το πιο χαρμόσυνο πράγμα που θα μπορούσε να είχε συμβεί στο ανθρώπινο γένος. Μπορεί λοιπόν να είναι σωστό, το να ορίσουμε σαν αιτία γι’ αυτό το χαρμόσυνο γεγονός κάτι που ίσως ποτέ να μη συνέβαινε και που στ’ αλήθεια δε θάπρεπε ποτέ να έχει γίνει έτσι; Βέβαια ο άγ. Ισαάκ πιστεύει, ότι η πρόσληψη της ανθρωπότητάς μας απ’ το Θεό πρέπει να κατανοηθεί όχι μόνο σαν μια απάντηση στην αμαρτία του ανθρώπου, αλλά επίσης και κυρίως σαν μια πράξη αγάπης, σαν μια έκφραση της ίδιας της φύσης του Θεού. Ακόμη κι’ αν η πτώση δεν είχε γίνει, ο Θεός, μέσα στην απεριόριστη, εκστατική του αγάπη θα είχε πάλι διαλέξει να ταυτίσει τον εαυτό του με τη δημιουργία του με το να γίνει άνθρωπος.

Η Ενσάρκωση του Χριστού, ιδωμένη μ’ αυτό τον τρόπο, έχει περισσότερη σημασία από μια αναίρεση της πτώσης ή από μια αποκατάσταση του ανθρώπου στην αρχική του κατάσταση μέσα στον Παράδεισο. Όταν ο Θεός γίνεται άνθρωπος, αυτό σημαδεύει την αρχή ενός ουσιαστικά νέου σταδίου στην ιστορία του ανθρώπου και όχι μόνο μια επιστροφή στο παρελθόν. Η Ενσάρκωση ανεβάζει τον άνθρωπο σ’ ένα καινούργιο επίπεδο· η τελευταία κατάσταση είναι υψηλότερη από την πρώτη. Μόνο μέσα στον Ιησού Χριστό βλέπουμε ν’ αποκαλύπτονται όλες οι δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης μας· μέχρι να γεννηθεί, η αληθινή σημασία της προσωπικότητάς μας, μας ήταν κρυμμένη. Η γέννηση του Χριστού, όπως λέει ο Μ. Βασίλειος, είναι «η γενέθλια ημέρα όλου του ανθρώπινου γένους». Ο Χριστός είναι ο πρώτος τέλειος άνθρωπος -τέλειος δηλ. όχι μόνο δυναμικά, όπως ήταν ο Αδάμ με την αθωότητά του πριν από την πτώση, αλλά με την έννοια της απόλυτα πραγματοποιημένης «ομοίωσης». Η Ενσάρκωση λοιπόν δεν είναι μόνο ένας τρόπος για ν’ απαλειφθούν τα αποτελέσματα του προπατορικού αμαρτήματος, αλλά είναι ένα ουσιαστικό στάδιο στο ταξίδι του ανθρώπου από τη θεία εικόνα στη θεϊκή εξομοίωση. Η αληθινή εικόνα και ομοίωση του Θεού είναι ο ίδιος ο Χριστός· κι έτσι, από την πρώτη-πρώτη στιγμή της δημιουργίας του ανθρώπου κατ’ εικόνα, η Ενσάρκωση του Χριστού, κατά κάποιο τρόπο είχε υπονοηθεί. Η αληθινή αιτία λοιπόν για την Ενσάρκωση δεν βρίσκεται στην αμαρτωλότητα του ανθρώπου αλλά στη μη πεπτωκυÀα φύση του, στην ύπαρξή του που έγινε σύμφωνα με τη θεϊκή εικόνα και είναι ικανή να ενωθεί με το Θεό.

πηγή

Δέκα τρόποι για να έχεις μια ευλογημένη ημέρα

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή μας που αισθανόμαστε ανήμποροι, ακόμη και απελπισμένοι. Κάθε ημέρα, όμως, είναι ευλογημένη από τον Θεό και καλούμαστε να της δώσουμε την αξία που της πρέπει. Όσο καταβεβλημένοι και αν νιώθουμε υπάρχει τρόπος, για να «φτιάξουμε« τη διάθεσή μας.

Ακολουθείστε τους 10 τρόπους και θα αλλάξει η ψυχολογία σας!

Αυτή η μέρα είναι ευλογημένη από το Θεό, ανήκει στο Θεό, ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, να μπούμε μέσα σ΄αυτή. Προχωρείς αυτή τη μέρα σαν αγγελιοφόρος του Θεού. Όποιον συναντάς, τον συναντάς με τον τρόπο του Θεού. Βρίσκεσαι εκεί για να είσαι η παρουσία του Κυρίου και Θεού, η παρουσία του Χριστού, η παρουσία του Αγίου Πνεύματος, η παρουσία του Ευαγγελίου. Αυτό είναι το καθήκον σου αυτή τη συγκεκριμένη μέρα.”

1. Τό πρῶτο πού θά σκεφθεῖς, ὅταν ξυπνᾶς εἶναι ἡ σκέψη τοῦ Χριστοῦ. Νά στρέψουμε τόν νοῦ μας στόν Χριστό. Ὁ Γέρων Πορφύριος ἔλεγε: “Μήν ἀσχολεῖσαι μέ τό σκοτάδι, ἄνοιξε τό παράθυρο στό φῶς”.

2. Προσευχή. Μπορεῖς νά προσεύχεσαι ἀκόμη κι ὅταν κάνεις ἁπλά καθημερινά πράγματα. Γιά παράδειγμα, ὅπως ἔλεγε ἕνας μοναχός ὅταν κατέβαινε τά σκαλιά τοῦ μετρό, πού τοῦ θύμιζαν κατάβαση στά ἔγκατα τῆς γῆς, μπορεῖς νά λές τό “Κύριε Ἐλέησον” κατεβαίνοντας κάθε σκαλί. Τόσα πολλά σκαλιά πού εἶναι, σκέψου πόσες φορές θά τό ἔχεις πεῖ!

3. Κάθε μέρα νά μήν τήν βλέπουμε σάν ρουτίνα. Ἡ κάθε μέρα ἔχει μία ἔκπληξη γιά τούς Χριστιανούς. Ὡς τό βράδυ κάτι θά γίνει καί ὁ Θεός κάποιο μήνυμα θά σοῦ στείλει. Ἡ ζωή δέν κυλάει ἐπίπεδα καί μονότονα σάν καρδιογράφημα…

4. Νά πλησιάσουμε λίγο περισσότερο τήν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων. Ὅποιος ἀγαπάει , γιά νά τοῦ ποῦν εὐχαριστῶ, θά ἔχει πάντα ἄγχος.

5. Κάθε μέρα νά βρίσκεις λίγο χρόνο νά ἡρεμεῖς. Ἔστω καί δέκα λεπτά. Νά δεῖς λίγο τή ζωή χωρίς τήν βιασύνη της. Καί τότε θά ἀκούσεις τή φωνή τοῦ ἐσωτερικού σου κόσμου. Γιατί “ὅταν ὑπάρχει τρικυμία, δέν μπορεῖς νά δεῖς τό βυθό τῆς θάλασσας”.

6. Τό ἄγχος φεύγει μέ τήν μνήμη θανάτου. Ἅμα σκεφθεῖς τό τέλος, ἀποφορτίζεις τήν ζωή σου ἀπό τά ἀσήμαντα. Αὐτή ἡ σκέψη μᾶς προσγειώνει καί μᾶς ἀπογειώνει ταυτόχρονα. Προσγειώνεσαι καί ταπεινώνεσαι καί τό ἄγχος φεύγει.

7. Νά σκεφτόμαστε ὅτι δέν εἴμαστε μόνοι. Ἔχουμε τούς Ἁγίους. Μποροῦμε νά προσευχόμαστε καί νά τούς ἐπικαλούμαστε. “Ἅγιοι Πάντες, πρεσβεύσατε ὑπέρ ἡμῶν”. Κάποιος προσευχόταν στούς Ἀγίους Σαράντα Μάρτυρες. Καί τότε ἕνα δαιμόνιο ἀκούστηκε νά λέει, “ἄ, ὄχι σ’ αὐτούς, αὐτοί μᾶς μαστιγώνουν περισσότερο ἀπ’ ὅλους”.

8. Νά σκεφτόμαστε πῶς κυλάει ἡ ζωή μας κάθε μέρα, γιά νά κάνουμε ἕναν ἀπολογισμό τῆς ἡμέρας. Ὅπως ὁ Ἅγιος Δωρόθεος, πού κατέγραφε κάθε μέρα ποιόν πλήγωσε , και προσπαθούσε να επανορθώσει.

9. Κάθε μέρα βλέπε τά δῶρα τοῦ Θεοῦ καί λέγε “Εὐχαριστῶ” στόν Θεό.Ἔλεγε ὁ π. Παΐσιος,“Εὐχαριστεῖς τόν Θεό πού μπορεῖς νά περπατᾶς;”. Ακόμα και αυτό το απλό , υπάρχουν άλλοι που δεν το έχουν.

10. Κάθε μέρα νά σκεφτόμαστε ὅτι Κάποιος πρίν ἀπό 2000 χρόνια σταυρώθηκε γιά μᾶς.Σοῦ δίνει τήν αἴσθηση ὅτι κάποιος σέ ἀγαπᾶ πάρα πολύ. Ἄν ἡρεμήσει ἡ ψυχή σου καί ταπεινωθεῖ, ἔστω καί στό παρά πέντε, θά φανερωθεῖ καί θά σε βοηθήσει ὁ Χριστός.

” Όσο για τη μέρα που αρχίζει, αν αποδεχτείς ότι είναι ευλογημένη από το Θεό, διαλεγμένη από το ίδιο Του το χέρι, τότε κάθε πρόσωπο που συναντάς είναι δώρο του Θεού, κάθε περίσταση που θα συναντήσεις είναι δώρο του Θεού, έστω και αν είναι πικρή ή γλυκιά, αν σου αρέσει ή δεν σου αρέσει. Είναι δώρο του Θεού σε σένα και αν το πάρεις μ΄αυτό τον τρόπο, τότε μπορείς να αντιμετωπίσεις οποιαδήποτε κατάσταση. Να την δεχτείς με την ετοιμότητα ότι μπορεί να σου συμβεί οτιδήποτε ευχάριστο ή δυσάρεστο.”

Αρχιεπίσκοπος Anthony Bloom

πηγή

Η αγάπη ως ουσία της Ασκητικής της Ορθοδοξίας

Και λέει κανείς, γιατί άραγε σήμερα εμείς οι λιγότερο ασκητικοί χριστιανοί, μας πιάνει ένας τρόμος, όταν ακούμε για άσκηση; Και κάπως αισθανόμαστε άβολα. Γιατί μας έχει διαφύγει αδελφοί μου μια μεγάλη αλήθεια της πίστης μας….

Την συνοψίζει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, σε τρείς λέξεις: «ἔρως ἔρωτι νικᾶται».
Ένας έρωτας λέει, νικιέται απο έναν άλλο, μεγαλύτερο έρωτα…
Τι είναι εκείνο, που μας κρατάει δεμένους με τα πάθη μας; Τα έχουμε ερωτευεί!
Τα έχουμε αγαπήσει, μέσα στήν πτώση μας, μέσα στήν εμπάθεια μας, τα έχουμε σφιχταγγαλιάσει. Είμαστε ερωτευμένοι με τα πάθη μας, με την γαστριμαργία μας, με την πορνεία μας, με την υπερηφάνια μας, τον εγωισμό, την κενοδοξία μας και ολα αυτά…

Και πως θα μπορέσουμε να θεραπευτούμε απο αυτά; Μόνο με επιταγές νομικού τύπου; Δεν πρέπει να είσαι κοιλιόδουλος; Δεν πρέπει να είσαι γαστρίμαργος; Δεν πρέπει να είσαι πόρνος, δεν πρέπει να είσαι υπερήφανος;
Καλά είναι και αυτά, αλλά εχω την αίσθηση οτι δεν είναι ικανά, να γεμίσουν τον άνθρωπο απο μια φιλότιμη διάθεση να πετάξει απο επάνω του αυτά τα πάθη…
Ερχεται λοιπόν ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος και μας λέει, οτι για να πάψουμε να έχουμε αυτούς του έρωτες, τούς έρωτες για τα γήινα πάθη μας, χρειάζετε να έρθει μέσα στήν καρδιά μας ένας μεγαλύτερος έρωτας!
Οπότε ξαφνικά η άσκησή μας, δεν γίνεται απλώς η αποφυγή κάποιων παθών. Ούτε καν θα λέγαμε η μίμιση κάποιων καλών πράξεων, κάποιων αρετών, αλλά η άσκησή μας πλέων αλλάζει περιεχόμενο, και δεν είναι τόσο »αυτονόητο» αυτό το περιεχόμενο της άσκησης.
Η άσκησή μας θα έλεγα, αρχίζει και μοιάζει με την προσπάθεια που κάνει κάποιος που έχει ερωτευεί, να πλησιάσει, το πρόσωπο που ερωτεύτηκε…
Ας φέρουμε αυτό το παράδειγμα, μην σκανδαλιζόμαστε. Κάποιος αγαπά μια κοπέλα έτσι; Και τι κάνει; Γυρίζει γύρω-γύρω απο το σπίτι της, πηγαίνει και τις μιλάει, ευκαίρος-ακαίρος τις κάνει μια πολιορκία πιο ουσιαστική…
Αυτό ακριβώς γίνεται η άσκηση, όταν την κάνουμε απο Αγάπη.
Απο έρωτα και απο φιλότιμο, για Τον Χριστό μας.
Η άσκηση πλέον αποκτά ενα δυναμικό χαρακτήρα, δεν είναι απλώς η αποχή απο τα κακά, και το να κάνουμε τα καλά, αλλά είναι κάτι περισσότερο, είναι η προσπάθεια της ψυχής μου να πολιορκίσει Τον Χριστό, και να τον βάλει μέσα της, να τον ενθρονίσει στήν καρδιά της.
Και αυτό είναι που αλλάζει πλέον και την διάθεση του ανθρώπου, φανταστείτε κάποιον να σας λεέι: Να κάνεις εκείνο! Να κάνεις το άλλο! Να μην κάνεις εκείνο, να μην κάνεις το άλλο…
Αυθορμήτως δημιουργείται και μια αντίδραση, και πολλές φορές πας και κάνεις ακρίβως τα αντίθετα, απο αυτά που σου λέει.
Έρχεται όμως ενα αγαπήμενο πρόσωπο, και σου λέει: αν μ΄αγαπάς, μην με στεναχωρείς, κάνε εκείνο σε παρακαλώ…
Και κατευθείαν αλλάζει η διάθεση σου, αυτή την αλήθεια μας λέει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Αυτή την αλήθεια μας λέει με άλλα λόγια ο ίδιος ο Κύριος μας… Ο Ιησούς Χριστός:
»Εὰν ἀγαπᾶτέ με.. (λέει στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο) τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσατε…»
Να λοιπόν, βάζει την αγάπη στο πρόσωπό Του να νικήσει, τις ψεύτικες αγάπες που μας οδηγούν μακρυά απο τον δρόμο των εντολών Του… Να πως πρέπει λοιπόν ο χριστιανός να ζεί την άσκηση του, να ζεί την πνευματική του προσπάθεια ως ενα αγώνισμα αγάπης. Ως ενα αγώνισμα ερωτικό!
Να γιατί, οι Ασκητές της Εκκλησίας μας δεν έχουν καμία ομοιότητα, με ανθρώπους ιδιόρυθμους, ανθρώπους »παράξενους».
Δεν έχουν αυτήν την παραξενιά οι Ασκητές της Ορθοδόξου Εκκλησίας!
Γιατί; Γιατί είναι κατά βάσην άνθρωποι αγάπης.
Είναι άνθρωποι εράσμιοι και ερωτικοί. Είναι άνθρωποι που αγαπούν, και απο αυτή την πλειοδοσία της καρδιάς, στήν αγάπη πρός Τον Χριστό, αποδίδονται ολοένα και περισσότερο σε μεγαλύτερη προσπάθεια, σε μεγαλύτερη άσκηση, σε μεγαλύτερη πολιορκία Του Χριστού.
Ας πολιορκήσουμε και εμείς αδελφοί μου Τον Χριστό με τέτοιο φρόνημα.
π. Γεώργιος Σχοινάς

Οι καλοκαιρινοί έρωτες

Οι καλοκαιρινές διακοπές κάνουν τους ανθρώπους και ιδιαίτερα τους νέους να νιώθουν την ανάγκη για συντροφικότητα, για σχέση.

Οι καλοκαιρινοί έρωτες έρχονται σε στιγμές όπου το μυαλό δεν έχει άλλες προτεραιότητες. Η θέα των σωμάτων γεννά έλξεις και πειρασμούς. Η ψυχή νιώθει αδύναμη να αντισταθεί. Η παρέα σπρώχνει. Ο ενθουσιασμός εύκολος. Οι πειραματισμοί το ίδιο. Η μέθη ότι η μοναξιά νικήθηκε άμετρη. Και η βεβαιότητα ότι έτσι αξίζει η ζωή φαινομενικά ακατανίκητη.
Είναι πανίσχυροι οι καλοκαιρινοί έρωτες. Συνήθως όμως πρόσκαιροι. Αφήνουν πληγές. Ένα αίσθημα ματαίωσης. Την πίκρα ότι κρατάνε όσο ένα καλοκαίρι ή όσο οι διακοπές. Και χτίζουν γενικεύσεις. Ότι δύσκολα κρατά η αγάπη. Κι επειδή η ήττα είναι το πιο πιθανό αποτέλεσμα, δε χρειάζεται να προσέχουμε. Είναι προτιμότερο να αφηνόμαστε σε έναν έρωτα ο οποίος έτσι κι αλλιώς θα τελειώσει γρήγορα, να περάσουμε καλά, να χαρούμε την ελευθερία του θέρους μ’ αυτόν και να συνεχίσουμε τη ζωή μας σα να μην τρέχει τίποτα. Γι’ αυτό και πολλά τα τραγούδια για τις καλοκαιρινές αγάπες. Όπως όλα τα αισθήματα που αφήνουν μνήμες, δε γίνονται όμως αφετηρία σπουδής πάνω στο νόημα των σχέσεων.
Τι να πούνε οι μεγαλύτεροι στους νέους, όταν κι αυτοί έχουν περάσει από αυτό τον τρόπο; Όταν η εποχή προβάλλει ως καλοκαιρινό πρότυπο τα ατέλειωτα πάρτυ, τα ξενύχτια, τον στόχο της ηδονής, το «μ’ αρέσεις και σ’ αρέσω» ως την πεμπτουσία της σχέσης; Πώς να αντισταθεί ένας νέος, έφηβος, φοιτητής, θηρευτής των διακοπών, στο «μπορείς κι εσύ», στην αίσθηση ότι ο άλλος ή η άλλη είναι μάτια, μαλλιά, σώμα, εικόνα που δεν χρειάζεται να επενδύσεις ούτε σ’ αυτόν ούτε στην ψυχή σου; Δε χρειάζεται να μπεις στη λογική της ευθύνης για να κρατήσεις μια σχέση, να το σκεφτείς αν ταιριάζετε, αν έχει νόημα, αν αυτό που είσαι έχει την ιερότητά του. Όλα τα κατατρώει η αδηφαγία του δικαιώματος στην απόλαυση.
Η Εκκλησία εντούτοις έχει να προτείνει στους νέους τον δρόμο της αληθινής αγάπης, η οποία δεν περιορίζεται στον καλοκαιρινό έρωτα, αλλά βλέπει τη ζωή ως συνέχεια, ως πορεία στα χνάρια του Θεού που μας αγαπά και που ζητά από εμάς και η δική μας αγάπη να είναι συνειδητή και υπεύθυνη, τόσο έναντί Του όσο και έναντι οποιουδήποτε πλησίον μας. Η Εκκλησία δεν αρνείται τον δρόμο της παρέας, της κοινωνικότητας, της συνάντησης. Δεν μπορεί όμως να αποδεχτεί ως στάση ζωής την επιπόλαιη παράδοση στο τώρα, στην συνειδητή αποφυγή τού να δούμε τον άλλο ως πρόσωπο που έχει ανάγκη όχι μόνο από απόλαυση, αλλά κυρίως από το να μοιραστεί το βαθύτερο είναι του, να δώσει και να πάρει νόημα. Κι αυτό δε γίνεται μόνο με το σώμα.
Αυτός ο τρόπος πηγάζει από την καλλιέργεια ενός ήθους το οποίο βλέπει τον συνάνθρωπο με σεβασμό και υπευθυνότητα. Ήθος που στοχεύει στην ελευθερία από τα πάθη. Ήθος που υπερβαίνει την ροπή στον μιμητισμό και προκρίνει την χαρά τού «να είσαι» για να μπορείς να δώσεις. Αυτό είναι το ήθος της πίστης που κάνει τη δύναμη του έρωτα να στρέφεται προς το πρόσωπο και όχι προς το σώμα μόνο. Προς τον όλο χρόνο τελικά και όχι σε μια αγάπη για το καλοκαίρι.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 27 Ιουλίου 2016

πηγή

Άγιο Όρος: Το «υψηλότερο» σημείο της γης

Κάποιος συγγραφέας ονόμασε το όρος Άθως «το υψηλότερο σημείο της γης», αν και το ιερό αυτό βουνό δεν έχει ύψος παραπάνω από 2.033 μέτρα. Σίγουρα ο συγγραφέας θα είχε στη σκέψη και την ψυχή του το Άγιον Όρος σαν τον τόπο εκείνο που βοηθάει τον άνθρωπο να αισθανθεί πιο κοντά του το θείο.

Επιπλέον, οι περισσότεροι από τους επισκέπτες-προσκυνητές, επισκεπτόμενοι τον τόπο αυτό, το Άγιο Όρος, ομολογούν ότι αισθάνονται πως βρίσκονται μεταξύ ουρανού και γης. Στον τόπο αυτό που ο Δημιουργός του κόσμου έδωσε τόση φυσική και πνευματική ομορφιά, ώστε να είναι ακουστός σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης.

Σίγουρα οι εμπειρίες που θα απεκόμιζε ο συγγραφέας κάθε φορά που θα ανηφόριζε τα πέτρινα δρομάκια που οδηγούσαν μετά από κοπιαστική πορεία στα βυζαντινά μοναστήρια και στις σκήτες θα ήταν τόσο πολύτιμες γι’ αυτόν, ώστε αδυνατούσε να τις κρατήσει μόνο για τον εαυτό του. Έτσι, άφησε τις εμπειρίες αυτές να εξακτινωθούν προς τον κόσμο μέσα από τις σελίδες του όμορφου βιβλίου του.

Μία από τις διαδρομές που θα έκανε ο συγγραφέας είναι από τις δημοφιλέστερες ανάμεσα στους επισκέπτες του Άθω: Καρυές – Μονή Μεγίστης Λαύρας – σκήτη Καυσοκαλυβίων ή και το αντίστροφο.

Ἡ πολίχνη τῶν Καρυῶν, τό διοικητικό κέντρο τῆς μοναστικῆς κοινότητας τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπου βρίσκονται καί ὅλες οἱ δημόσιες ὑπηρεσίες, ἐντυπωσιάζει τόν ἐπισκέπτη μέ τά πανέμορφα καί διατηρημένα κτίριά της καί κυρίως μέ τόν περικαλλῆ ναό τοῦ Πρωτάτου, ὅπου θαυμάζει κανείς τίς νωπογραφίες τοῦ ζωγράφου Πανσέληνου, ἐκπροσώπου τῆς Μακεδονικῆς Σχολῆς τῆς βυζαντινῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωγραφικῆς. Ὁλόκληρη ἡ περιοχή βρίσκεται σ’ ἕνα καταπράσινο καί εἰδυλλιακό τοπίο, πού τό βάθος του ὑπογραμμίζεται ἀπό τό ὄρος Ἄθως, πού περήφανο ξεπροβάλλει στόν ὁρίζοντα.

Ἡ ἐπίσκεψη στή Μονή τῆς Μεγίστης Λαύρας, μέ τή σειρά της, εἶναι μιά ξεχωριστή ἐμπειρία, καθώς μέσα σου ἀνακαλοῦνται μνῆμες ἀπό τό βυζαντινό παρελθόν τῆς πατρίδας μας, ἀφοῦ τό μοναστήρι αὐτό ἱδρύθηκε τό ἔτος 963 ἀπό τόν Βυζαντινό αὐτοκράτορα Νικηφόρο Φωκᾶ. Πανύψηλοι πύργοι, δαντελωτά κάστρα, μεγάλοι καί μικρότεροι ναοί καί παρεκκλήσια, θαυματουργά ἱερά λείψανα Ἁγίων, χιλιάδες χειρόγραφα καί παλαιά βιβλία μεγάλης ἀξίας καί προσφορᾶς στόν παγκόσμιο πολιτισμό, νωπογραφίες, φορητές εἰκόνες καί ἔργα ἀργυροχρυσοχοΐας, ἀπό τά καλύτερα δείγματα τοῦ ἑλληνικοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ, σέ μεταφέρουν σέ μακρινές ἐποχές, πού στό Ἅγιον Ὄρος ἐπιζοῦν ἀκόμη καί σήμερα. Ἡ παρουσία τοῦ σημερινοῦ Ἡγουμένου ἀρχιμανδρίτου Προδρόμου ὡς ἐπικεφαλῆς τῆς διοικήσεως τῆς μονῆς, ἑνός ἀνθρώπου πού ἀπό τή νεότητά του ἀφιέρωσε τόν ἑαυτό του στή διακονία τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων, ἀποτελεῖ τήν ἀσφαλέστερη ἐγγύηση γιά τή συνέχιση τῆς πνευματικῆς προσφορᾶς τῆς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας στόν κόσμο.

Τέλος, το πιο απομακρυσμένο μέρος του Αγίου Όρους, η σκήτη των Καυσοκαλυβίων. Εκεί η ζωή του μοναχού κυλάει με πιο ήσυχους ρυθμούς σε σχέση με τα μοναστήρια, που ακολουθούν τον κοινοβιακό τρόπο ζωής. Οι μοναχοί στα Καυσοκαλύβια, στο περιθώριο της προσευχής τους, ασχολούνται με διάφορες τέχνες, όπως η εικονογράφηση εικόνων, η ξυλογυπτική, καθώς και αγροτικές εργασίες. Στον ήσυχο αυτό τόπο ο επισκέπτης πάντα θα βρεί οπωσδήποτε κάποιον μοναχό ο οποίος θα είναι εύκαιρος για να συνομιλήσει μαζί του, ανοίγοντας την πνευματική αγκαλιά του. Από μέσα του σίγουρα θα ξεχυθούν ποτάμια αλήθειας για τη ζωή και τον θάνατο, από τα οποία, πίνοντας ο προσκυνητής, σίγουρα θα ξεδιψάσει.

Το Άγιον Όρος είναι ο μόνος τόπος στη γη στον οποίο δεν γεννιέται κανείς, αφού, όπως είναι γνωστό, ισχύει για πνευματικούς λόγους το άβατον, η αδυναμία, δηλαδή, κατοικήσεως σ’ αυτό του γυναικείου φύλου.

Το Άγιον Όρος είναι όμως ένας τόπος στον οποίο έχουν αναγεννηθεί χιλιάδες άνθρωποι απ’ όλον τον κόσμο. Όλοι αυτοί, παίρνοντας κατιτί από τη χάρη του τόπου αυτού, συνειδητοποιούν τον σκοπό της ύπαρξής τους, τη θέση τους μέσα στον κόσμο, τη σχέση τους με τον Θεό, η οποία περνάει μέσα από τη σχέση τους με τον συνάνθρωπό τους, σχέση που πρέπει να είναι σχέση αγάπης και αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων. Σχέση ανοχής, θυσίας και προσφοράς του ενός προς τον άλλον.

Μέσα στις ορθόδοξες μοναστικές κοινότητες του Αγίου Όρους τα παραπάνω είναι τρόπος ζωής που ασκείται ελεύθερα και αβίαστα. Η πνευματική άσκηση, η μελέτη και άλλα πνευματικά γυμνάσματα είναι προορισμένα εδώ και πολλούς αιώνες να βοηθήσουν τους μοναχούς του Αγίου Όρους στην επίτευξη του στόχου τους, που είναι η ένωση με τον Θεό.

Η σύγχρονη μετανεοτερική κοινωνία, που ζεί μέσα στο σώμα της τη διάσπαση και τη σύγχυση, μπορεί να βρεί στο Άγιον Όρος το πνεύμα και τις δυνάμεις, που θα μπορούσαν να την οδηγήσουν στην ενότητα και την επανεύρεση του νοήματος της ζωής. Ιδιαίτερα για την πατρίδα μας, που μαστίζεται από την οικονομική και κοινωνική κρίση, η αναζήτηση ψυχής στο Άγιον Όρος του Άθωνα μπορεί να σηματοδοτήσει το μέλλον μας και να μας εμπνεύσει να χρωματίσουμε τη ζωή μας, αγωνιζόμενοι στα χαρακώματα της θείας αγάπης, που είναι «αγάπη αχόρταγη», κατά τον Άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη.

Του μοναχού Παταπίου Καυσοκαλύβιτου

Απόσπασμα από το βιβλίο του συγγραφέα «Άγιον Όρος: Βηματίζοντας στον τόπο και την ιστορία του», Άγιον Όρος, 2012

πηγή