Η γερόντισσα Γαβριηλία μου είπε για την Αγάπη…

“…Μία είναι η μόρφωση: το να μάθουμε πως να αγαπάμε το Θεό. Ποιός μπορεί να ισχυριστεί πως το γνωρίζει;…”

“…Όποιος αγαπά δεν το νιώθει, όπως δε νιώθει ότι αναπνέει…”

“…Αν έχεις αγάπη για όλο το κόσμο, όλος ο κόσμος είναι όμορφος…”

“…Πρέπει να αγαπάμε όλους τους ανθρώπους και να τους αγκαλιάζουμε όπως μας τους φέρνει ο Θεός. Έτσι ορίζει ο ίδιος ο Κύριος και η Ορθόδοξη Παράδοση…”

“…Για να γίνει το Θαύμα αρκεί να αγαπάμε. Ούτε η προσευχή ούτε το κομποσχοίνι έχουν τέτοια δύναμη…”

“…Αγαπώ με όλη μου τη ψυχή κάποιον θα πει προσεύχομαι γι’ αυτόν. Όποιος έχει την εμπειρία αυτή είναι στο Παράδεισο…”

“…Ότι δεν αγαπά κανείς, θα το περάσει οπωσδήποτε. Γι’ αυτό, καλό είναι να μην υπάρχουν πράγματα που αντιπαθούμε…”

“…Η Αγάπη είναι πάντα στο Σταυρό αφού ο Χριστός είναι πάνω στο Σταυρό…”

“…Η Αγάπη δεν διδάσκεται. Δίνεται Άνωθεν όταν τη ζητήσουμε με επίγνωση του εγωϊσμού μας που θέλουμε να συντρίψουμε…”

“…Το να θυμάσαι τον άλλον είναι μια έκφραση αγάπης…”

“…Να αγαπήσεις τον άλλον χωρίς να τον κρίνεις, όπως σου τον παρουσιάζει και όπως τον αγαπά Εκείνος. Τότε ο Θεός θα σε βοηθήσει και θα παραβλέψει τα δικά σου παραπτώματα…”

“…Δε πρέπει να σε γνωρίσω, πρέπει να σε αγαπήσω…”

πηγή

Δεν έχω χρόνο για προσευχή

Το ακούμε συχνά το παράπονο, που φαίνεται δικαιολογημένο για πολλούς. Είναι φορτωμένοι με αρκετές ευθύνες και όλη τη μέρα τρέχουν να προλάβουν τις δουλειές τους. Δυσανασχετούν για την κατάσταση αυτή, που κάποτε την αισθάνονται αφόρητη και διαμαρτύρονται: Δεν μου μένει λίγος χρόνος για τον εαυτό μου, δεν προλαβαίνω να κοιτάξω λίγο την ψυχή μου, δεν έχω καθόλου χρόνο για προσευχή.

Ποια είναι η ορθή αντιμετώπιση του προβλήματος, που παρουσιάζεται ιδιαίτερα έντονο σ’ αυτούς που δουλεύουν από το πρωί ως το βράδυ, σ’ αυτούς που χάνουν πολλές ώρες στις χρονοβόρες μετακινήσεις μέσα στις μεγαλουπόλεις, στις πολύτεκνες μητέρες, όταν μάλιστα είναι αναγκασμένες να εργάζονται, στους νέους που σπουδάζουν και τρέχουν στις σχολές, στα φροντιστήρια, στις ξένες γλώσσες κλπ.;

Είναι αλήθεια ότι, για να παλέψει κανείς σωστά στη ζωή του και για να αντιμετωπίσει με επιτυχία τα προβλήματά της, πρέπει να εργασθεί συστηματικά και με επιμέλεια, πρέπει να δώσει χρόνο. Γι΄ αυτό και αισθάνεται συχνά να τον σφίγγουν από παντού οι ανάγκες και χρόνος να μην του μένει.

Είναι όμως απόλυτα σωστή η δικαιολογία; Διότι διαπιστώνουμε ότι συχνά όλα τελικά μπορεί κανείς να τα προλαβαίνει, και μόνο για την ψυχή του να μην του μένει χρόνος. Λίγη προσευχή δεν ευκαιρεί να κάνει. Μέσα όμως στη δίνη των ποικίλων απασχολήσεων βρίσκουμε χρόνο να ξεκουρασθούμε, να ψυχαγωγηθούμε, να ακούσουμε τις ειδήσεις, να εκτονωθούμε κάποτε με πολλές, ίσως άχρηστες, συζητήσεις. Να προσευχηθούμε δεν προλαβαίνουμε! Αφήσαμε ποτέ, έστω για μία μόνο μέρα, λόγω των πολλών απασχολήσεών μας, το φαγητό; Κανείς δεν το κάνει αυτό. Όσες και αν είναι οι δουλειές μας, έστω και βιαστικά, θα φάμε κάτι. Το φαγητό, που στηρίζει το σώμα, δεν το παραλείπουμε. Την προσευχή, που τρέφει και στηρίζει την ψυχή, πώς τόσο εύκολα την αμελούμε; Δεν έχει η ψυχή πολύ μεγαλύτερη αξία από το σώμα, που με κάθε θυσία το φροντίζουμε;

Χρειάζεται επομένως μια πιο σωστή ιεράρχηση των απασχολήσεών μας. Η ψυχή αξίζει πιο πολύ από το σώμα, η αιωνιότητα από την πρόσκαιρη ζωή. Μην αμελούμε την ψυχή μας. Μην αφήνουμε την προσευχή. Όσες και αν είναι οι δουλειές μας, να βρίσκουμε λίγο χρόνο και για προσευχή· μάλιστα μ’ αυτήν ν’ αρχίζουμε τη μέρα μας, με προσευχή και να την τελειώνουμε. Και ενδιάμεσα σε κάθε ευκαιρία, να στρέφουμε το νου και την καρδιά μας στον Θεό. Ο Ψαλμωδός, που ασφαλώς είχε κι αυτός τις υποθέσεις του και τα έργα του, «ἐπτάκις τῆς ἡμέρας ᾔνεσά σε», έλεγε. «Ἑσπέρας και πρωΐ και μεσημβρίας» προσευχόταν, δοξολογούσε τον Θεό. «Ἐξεγερθήσομαι ὄρθρου» πρόσθετε· θα σηκωθώ πολύ πρωί για να ψάλω ύμνους στον Θεό. Αλλά και τα μεσάνυχτα ακόμη ξυπνούσε για να προσευχηθεί. «Μεσονύκτιον ἐξεγειρόμην» (Ψαλ. ριη΄ [118] 164, 62· νδ΄ [54] 18· νς΄ [56] 9).

Όταν η ψυχή αγαπά τον Θεό, βρίσκει ευκαιρίες συχνά να επικοινωνεί. Όταν καταλαβαίνει τι είναι η προσευχή.

Πράγματι! Έχουμε καταλάβει τι είναι να απευθύνεται ο μικρός και αμαρτωλός και αδύναμος άνθρωπος στον άπειρο και παντοδύναμο και Τρισάγιο Κύριο του ουρανού και της γης; Τι είναι να μιλάς στον Θεό και Εκείνος να σου απαντά; Να Του λες τα προβλήματα, τους πόνους και τα βάσανά σου και Εκείνος να σε ειρηνεύει, να παρηγορεί την ψυχή σου και να δίνει λύσεις λυτρωτικές και σωτήριες;

Αν ζητήσεις ακρόαση από έναν υπουργό για να του εκθέσεις τα προβλήματά σου και εκείνος σου ορίσει κάποια ώρα για να σε ακούσει, μπορείς να μην παρουσιασθείς στη συνάντηση αυτή, με την πρόφαση ότι έχεις πολλές δουλειές και δεν ευκαιρείς; Μα για τη δική σου εξυπηρέτηση σε καλεί και συ δεν πηγαίνεις; Εσύ έχεις ανάγκη από τη βοήθειά του και εσύ αρνείσαι την επικοινωνία;

Με την προσευχή δεν πηγαίνουμε σε κάποιον μεγάλο υπουργό, που τις περισσότερες φορές δεν μπορεί ουσιαστικά να μας βοηθήσει, και που, αν κάτι μπορεί να κάνει, αυτό αφορά τα πρόσκαιρα προβλήματα της επίγειας ζωής μας. Ούτε πηγαίνουμε σε κάποια αυστηρά καθορισμένη ώρα, που με πολλή δυσκολία κι αυτήν μπορέσαμε να εξασφαλίσουμε.

Με την προσευχή καταφεύγουμε στον Θεό όποια ώρα εμείς θέλουμε και για όση ώρα θέλουμε και όσες φορές θέλουμε, μέρα και νύχτα. Και καταφεύγουμε σ’ Αυτόν που πάντοτε πρόθυμα και με απέραντη αγάπη μας περιμένει και μας ακούει, θέλει να μας βοηθήσει και όλα τα μπορεί, και τα προσωρινά με πολλή ευκολία τακτοποιεί και τα αιώνια με μοναδική φιλανθρωπία εξασφαλίζει. Και εμείς λέμε: «Δεν έχω χρόνο για προσευχή»!

Μα γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να κάνεις, αδελφέ μου, προσευχή και αυτό πρώτο να ζητήσεις: Να σου δώσει χρόνο ο Θεός, που συνέχεια τρέχεις χωρίς να προλαβαίνεις, που αγχώνεσαι και αδημονείς και τίποτε μόνος σου δεν καταφέρνεις.

Αν δώσουμε λίγη ώρα στην προσευχή, θα διαπιστώσουμε ότι πολλαπλασιάζεται ο χρόνος μας. Διότι στη ζωή μας δεν παλεύουμε πια μόνοι μας. Αλλά με την προσευχή έχουμε σύμμαχο τον Θεό. Και βέβαια το να παλεύουμε με βοηθό και συμπαραστάτη τον Θεό, Αυτόν που ειρηνεύει τις ψυχές μας, φωτίζει το νου, ενισχύει τις δυνάμεις, ευλογεί και πλουτίζει τη ζωή μας και μας χαρίζει την ατελεύτητη αιωνιότητα, είναι ασύγκριτα καλύτερο.

Ούτε οι πολλές ασχολίες μας να μας απορροφούν ούτε η ραθυμία του κατώτερου εαυτού μας να μας παρασύρει, ώστε να παραιτούμεθα εύκολα από τον αγώνα της προσευχής. Ας μην ακούμε τον μισάνθρωπο διάβολο, που γνωρίζει καλύτερα από μας τη δύναμη της προσευχής και γι’ αυτό βρίσκει διαρκώς δικαιολογίες και παρακινεί σε αναβολές. Αλλά να κάνουμε αυτό που και ο νους μας καταλαβαίνει ως χρήσιμο και αναγκαίο και η ψυχή μας βαθύτερα ζητεί. Να καταφεύγουμε στον ελεήμονα και παντοδύναμο Θεό για να βρίσκουμε έλεος, χάρη, φως και ζωή, αιώνια και αληθινή.

Σ1974

Όσιος Πορφύριος: Τι πρέπει να προσέχετε στους λογισμούς σας

Ο άνθρωπος έχει τέτοιες δυνάμεις, ώστε να μπορεί να μεταδώσει το καλό ή το κακό στο περιβάλλον του. Αυτά τα θέματα είναι πολύ λεπτά. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή.

Πρέπει να βλέπομε το καθετί με αγαθό τρόπο. Τίποτα το κακό να μη σκεπτόμαστε για τους άλλους.Κι ένα βλέμμα κι ένας στεναγμός επιδρά στους συνανθρώπους μας. Και η ελάχιστη αγανάκτηση κάνει κακό. Να έχομε μέσα στην ψυχή μας αγαθότητα κι αγάπη? αυτά να μεταδίδομε.

Να προσέχομε να μην αγανακτούμε για τους ανθρώπους που μας βλάπτουν? μόνο να προσευχόμαστε γι’ αυτούς με αγάπη. Ό,τι κι αν κάνει ο συνάνθρωπος μας, ποτέ να μη σκεπτόμαστε κακό γι’ αυτόν. Πάντοτε να ευχόμαστε αγαπητικά. Πάντοτε να σκεπτόμαστε τοκαλό.

Δεν πρέπει ποτέ να σκεπτόμαστε για τον άλλο ότι θα του δώσει ο Θεός κάποιο κακό ή ότι θα τον τιμωρήσει για το αμάρτημά του. Αυτός ο λογισμός φέρνει πολύ μεγάλο κακό, χωρίς εμείς να το αντιλαμβανόμαστε. Πολλές φορές αγανακτούμε και λέμε στον άλλο: «Δεν φοβάσαι τη δικαιοσύνη του Θεού, δεν φοβάσαι μη σε τιμωρήσει;». Άλλη φορά πάλι λέμε: «ΟΘεός δεν μπορεί θα σε τιμωρήσει γι’ αυτό που έκανες» ή «Θεέ μου, μην κάνεις κακό σ’ αυτόντον άνθρωπο γι’ αυτό που μου έκανε» ή «Να μην πάθει αυτό το πράγμα ο τάδε».

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, έχομε βαθιά μέσα μας την επιθυμία να τιμωρηθεί οάλλος. Αντί, όμως να ομολογήσομε το θυμό μας για το σφάλμα του, παρουσιάζομε με άλλοντρόπο την αγανάκτησή μας και, δήθεν, παρακαλούμε τον Θεό γι’ αυτόν. Έτσι, όμως, στην πραγματικότητα καταριόμαστε τον αδελφό.

Κι αν, αντί να προσευχόμαστε, λέμε, «να το βρεις απ’ τον Θεό, να σε πληρώσει ο Θεός για το κακό που μου έκανες», και τότε πάλι ευχόμαστε να τον τιμωρήσει ο Θεός. Ακόμη και όταν λέμε, «ας είναι βλέπει ο Θεός», η διάθεση της ψυχής μας ενεργεί κατά ένα μυστηριώδη τρόπο, επηρεάζει την ψυχή του συνανθρώπου μας και αυτός παθαίνει κακό. Όταν κακομελετάμε, κάποια κακή δύναμη βλαίνει από μέσα μας και μεταδίδεται στον άλλο,όπως μεταφέρεται η φωνή με τα ηχητικά κύματα, και όντως ο άλλος παθαίνει κακό. Γίνεται κάτι σαν βασκανία, όταν ο άνθρωπος έχει για τους άλλους κακούς λογισμούς.

Αυτό γίνεται απ’ τη δική μας αγανάκτηση. Εμείς μεταδίδομε μυστικώ τω τρόπω την κακία μας. Δεν προκαλεί ο Θεός το κακό αλλά η κακία των ανθρώπων. Δεν τιμωρεί ο Θεός, αλλά η δική μας κακή διάθεση μεταδίδεται στην ψυχή του άλλου μυστηριωδώς και κάνει το κακό. Ο Χριστός ποτέ δεν θέλει το κακό. Αντίθετα παραγγέλλει: «Ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς…».

Η βασκανία είναι πολύ άσχημο πράγμα. Είναι η κακή επίδραση που γίνεται όταν κανείς ζηλέψει κι ορεχθεί κάτι ή κάποιον. Θέλει μεγάλη προσοχή. Η ζήλεια κάνει πολύ κακό στον άλλο. Αυτός που βασκαίνει δεν το βάζει καν στο νου του ότι κάνει κακό. Είδατε τι λέει και η Παλαιά Διαθήκη: «Βασκανία γαρ φαυλότητος αμαυροί τα καλά».

Όταν όμως ο άλλος είναι άνθρωπος του Θεού και εξομολογείται και μεταλαμβάνει και έχει πάνω του τον Σταυρό, δεν τον πιάνει τίποτα. Όλοι οι δαίμονες να πέσουν πάνω του δεν καταφέρνουν τίποτα.

Μέσα μας υπάρχει ένα μέρος της ψυχής που λέγεται «ηθικολόγος». Αυτός ο «ηθικολόγος» όταν βλέπει κάποιον να παρεκτρέπεται, επαναστατεί, ενώ πολλές φορές αυτός που κρίνει έχει κάνει την ίδια παρεκτροπή. Δεν τα βάζει όμως με τον εαυτό του αλλά με τον άλλο. Κι αυτό δεν το θέλει ο Θεός. … Λέμε παραδείγματος χάριν: «Έπρεπε να κάνεις αυτό? δεν το έκανες, να τι έπαθες!». Στην πραγματικότητα, επιθυμούμε να πάθει ο άλλος

κακό. Όταν σκεπτόμαστε το κακό, τότε μπορεί πράγματι να συμβεί. Κατά ένα μυστηριώδη και αφανή τρόπο μειώνομε στον άλλο τη δύναμη να πάει στο αγαθό, του κάνομε κακό.

Μπορεί να γίνομε αιτία ν’ αρρωστήσει, να χάσει τη δουλειά του, την περιουσία του κ.λπ. Μ’ αυτό τον τρόπο δεν κάνομε κακό μόνο στον πλησίον μας αλλά και στον εαυτό μας, γιατί απομακρυνόμαστε απ’ την χάρι του Θεού. Και τότε προσευχόμεθα και δεν εισακουόμεθα.

«Αιτούμεν και ου λαμβάνομεν». Γιατί; Το σκεφθήκαμε ποτέ αυτό; «Διότι κακώς αιτούμεθα».Πρέπει να βρούμε τρόπο να θεραπεύσομε την τάση που υπάρχει μέσα μας να αισθανόμαστε και να σκεπτόμαστε με κακία για τον άλλο.

Είναι δυνατόν να πει κάποιος, «έτσι που φέρεται ο τάδε θα τιμωρηθεί απ’ τον Θεό», και να νομίζει ότι το λέει χωρίς κακία. Είναι, όμως, πολύ λεπτό πράγμα να διακρίνει κανείς αν έχει ή δεν έχει κακία. Δεν φαίνεται καθαρά. Είναι πολύ μυστικό πράγμα τι κρύβει η ψυχή μας και πώς αυτό μπορεί να επιδράσει σε πρόσωπα και πράγματα.

Δεν συμβαίνει το ίδιο αν πούμε μετά φόβου ότι ο άλλος δεν ζει καλά και να προσευχόμαστε να τον βοηθήσει ο Θεός και να του δώσει μετάνοια? δηλαδή ούτε λέμε, ούτε κατά βάθος επιθυμούμε να τον τιμωρήσει ο Θεός γι’ αυτό που κάνει. Τότε όχι μόνο δεν κάνομε στον πλησίον κακό, αλλά του κάνομε και καλό. Όταν εύχεται κανείς για τον πλησίον του, μια καλή δύναμη βγαίνει απ’ αυτόν και πηγαίνει στον αδελφό και τον θεραπεύει και τον δυναμώνει και τον ζωογονεί. Μυστήριο πως φεύγει από μας αυτή η δύναμη. Όμως πράγματι αυτός που έχει μέσα του το καλό στέλνει την καλή αυτή δύναμη στους άλλους μυστικά και απαλά. Στέλνει στον πλησίον του φως, που δημιουργεί έναν κύκλο προστασίας γύρω του και τον προφυλάσσει απ’ το κακό. Όταν έχομε για τον άλλο αγαθή διάθεση και προσευχόμαστε, θεραπεύομε τον αδελφό και τον βοηθάμε να πάει προς τον Θεό.

Υπάρχει μία ζωή αόρατη, η ζωή της ψυχής. Αυτή είναι πολύ ισχυρή και μπορεί να επιδράσει στον άλλον, έστω κι αν μας χωρίζουν χιλιόμετρα. Αυτό γίνεται και με την κατάρα, η οποία είναι δύναμη που ενεργεί το κακό. Αν, όμως, πάλι με αγάπη προσευχηθούμε για κάποιον, όση απόσταση κι αν μας χωρίζει, μεταδίδεται το καλό. Άρα και το καλό και το κακό δεν τα επηρεάζουν οι αποστάσεις. Μπορούμε να τα στείλομε σε αποστάσεις απέραντες. … Ο θρούς της ψυχής μας φθάνει μυστηριωδώς κι επηρεάζει τον άλλον, έστω κι αν δεν εκφράσομε ούτε μια λέξη. Και χωρίς να μιλήσομε, μπορεί να μεταδώσομε το καλό ή το κακό, όση κι αν είναι η απόσταση που μας χωρίζει απ’ τον πλησίον. Αυτό που δεν εκφράζεται έχει συνήθως περισσότερη δύναμη απ’ τα λόγια.

Η κακή δύναμη δεν έχει φραγμούς, δεν εμποδίζεται ούτε από κλειδαριές ούτε από αποστάσεις. Η κακή δύναμη μπορεί και το αυτοκίνητο αν το γκρεμίσει χωρίς να υπάρχει καμιά βλάβη.Καταλάβατε, λοιπόν πώς οι κακές μας σκέψεις, η κακή μας διάθεση επηρεάζουν τους άλλους; Γι’ αυτό πρέπει να βρούμε και τον τρόπο να καθαρίσομε το βάθος του εαυτού μας από κάθε κακία. Όταν η ψυχή μας είναι αγιασμένη, ακτινοβολεί το καλό. Στέλνομε τότε σιωπηλά την αγάπη μας χωρίς να λέμε λόγια. Βέβαια αυτό στην αρχή είναι λίγο δύσκολο.

Πρώτα ήταν ανίκανος να κάνει το καλό, (ο απόστολος Παύλος) μετά που ήλθε οΧριστός μέσα του έγινε ανίκανος να κάνει το κακό. Και φώναζε μάλιστα: «Ζω δε ουκέτι εγώ,ζη δε εν εμοί Χριστός». Το έλεγε, το κήρυττε με καύχηση, ότι «έχω τον Χριστό μέσα μου», ενώ πρωτύτερα έλεγε: «Ήθελα να κάνω το καλό, αλλά δεν μπορούσα».

Έτσι θ’ αποσπάσομε την χάρι του Θεού, θα καταστούμε ένθεοι. Άμα δοθούμε κατά κει, άμα δοθούμε στην αγάπη του Χριστού, τότε όλα θα μεταβληθούν, όλα θα μεταστοιχειωθούν, όλα θα μεταποιηθούν, όλα θα μετουσιωθούν. Ο θυμός η οργή, η ζήλεια, ο φθόνος, η αγανάκτηση, η κατάκριση, η αχαριστία, η μελαγχολία, η κατάθλιψη, όλα θα γίνουν αγάπη, χαρά, λαχτάρα, θείος έρως. Παράδεισος!

Πηγή: Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου «Βίος και Λόγοι» ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ ΄΄ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ΄΄ 

Οι μεγαλομάρτυρες του διαδικτύου και η αλήθεια της πίστης

Παρατηρούμε στο διαδίκτυο αλλά και σε άλλα μέσα πληροφόρησης ότι υπάρχει αντιπαράθεση σε θέματα πνευματικά, θεολογικά, υπαρξιακά. Καθένας προσπαθεί να υποστηρίξει την ορθότητα της θέσεώς του, με προβαλλόμενο κίνητρο να υπερασπιστεί την αλήθεια. Αυτά όμως τα ζητήματα θέλουν μεγάλη προσοχή και διάκριση.

Σύμφωνα με την πείρα των Πατέρων μας, το να μιλήσουμε για τόσο μεγάλα ζητήματα απαιτεί βαθιά ταπείνωση. Να ερευνούμε τα κίνητρά μας. Πίσω από δήθεν πνευματικούς αγώνες μπορεί να κρύβεται η αγωνία μας για προβολή, μέσα από συγκρουσιακές συμπεριφορές βρίσκουμε νόημα στη ζωή μας, γιατί χάσαμε το πραγματικό νόημα και το περιεχόμενο της ζωής. Η μειονεξία μας και όχι η πνευματική ευαισθησία μας μάς ωθεί με επιθέσεις και εντάσεις να γίνουμε υπέρμαχοι των «αληθειών», με αποτέλεσμα να ισχυροποιείται και να μονιμοποιείται το προσωπικό πρόβλημά μας.
Ένα στοιχείο που πρέπει να μας προβληματίσει είναι ο τρόπος αντίδρασής μας. Έχει ειρήνη ή ταραχή; Έχει άγχος ή εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού; Πιστεύουμε ότι από τις πράξεις μας εξαρτώνται η διαφύλαξη της αλήθειας, η προστασία της Εκκλησίας ή αναθέτουμε τα πάντα στον Θεό; Πονούμε για κάθε ελάχιστο αδελφό ή μας είναι αδιάφορη η απώλεια των εκτός Εκκλησίας; Έχουμε τη βεβαιότητα ότι είναι σύμφωνος ο Θεός με τις απόψεις και τις αντιδράσεις μας;
Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες με υβριστικές, προσβλητικές εκφράσεις και βίαιες συμπεριφορές «πιστοί» υπερασπίζονται τις αλήθειες της Ορθοδοξίας. Με πνεύμα έξω από το εκκλησιαστικό και ευαγγελικό βίωμα και τρόπο, είναι αδύνατο και ανεπίτρεπτο να αγγίζουμε θεολογικά θέματα. Προϋπόθεση είναι η καθαρή καρδιά ως καρπός προσευχής και μετανοίας. Το πιο σημαντικό δεν είναι να υπερασπιζόμαστε διανοητικά την αλήθεια, αλλά να τη βιώνουμε. Αυτά που λέμε είναι προσωπικές αποκαλύψεις του Θεού στη συντετριμμένη καρδιά μας ή επιχειρήματα του νου μας, έπειτα από νοητική διεργασία μιας εμπαθούς καρδιάς;
Οι Αγιοί μας από ταπείνωση απέφευγαν να μιλήσουν και εμείς ξενυχτούμε για να γράφουμε σε ιστοσελίδες ανώνυμα μηνύματα, προκειμένου να υπερασπιστούμε «τις αλήθειες της πίστης μας» σε κατάσταση πνευματικής ακηδίας. Κάποτε υπήρχαν οι μάρτυρες του αίματος, οι μάρτυρες του ιδρώτα και σήμερα οι ψευδομάρτυρες του υπολογιστή, του καναπέ και του facebook. Αλήθεια, πιστεύουμε ότι τα διανοητικά επιχειρήματά μας είναι ανώτερα από τη χάρη και τον φωτισμό του Θεού; Πιστεύουμε στη δύναμη της προσευχής ή στους… μεγαλομάρτυρες του facebook, που γεννούν έχθρες και διχασμούς δήθεν για τη διαφύλαξη του εκκλησιαστικού βιώματος;
Αν σήμερα θελήσει ένας άνθρωπος να ψάξει την αλήθεια αναζητώντας τον Θεό και μπει σε ορθόδοξα χριστιανικά ιστολόγια για να γευτεί το πνεύμα του Θεού, θα εμπνευστεί ή θα απομακρυνθεί τελείως; Αυτό είναι ένα κριτήριο που αποκαλύπτει πού βρισκόμαστε.
Η πείρα των Αγίων μας, που είναι πείρα της Εκκλησίας, έχει πρακτικούς άξονες ζωής, οι οποίοι αποκαλύπτουν το αληθινά πνευματικό. Ας δούμε μερικούς:
• «Ο ζηλωτής άνθρωπος ουδέποτε φτάνει στην ειρήνη, είναι ξένος της ειρήνης και της χαράς. Η ειρήνη είναι η τέλεια υγεία της διανοίας, ο δε ζήλος είναι ενάντιος της ειρήνης και, συνεπώς, όποιος έχει μικρό ζήλο έχει μεγάλη ψυχική ασθένεια».
• «Η αρχή της σοφίας του Θεού είναι η επιείκεια και η πραότητα, οι οποίες υποφέρουν τις αδυναμίες των ανθρώπων και είναι κατόρθωμα γενναίας και μεγάλης ψυχής. Οπως λέει και ο Απόστολος Παύλος, “οι δυνατοί να βαστάζετε τα ασθενήματα των αδυνάτων”».
• «Την ημέρα που θα ανοίξεις το στόμα σου και θα κατηγορήσεις να θεωρείς νεκρό τον εαυτό σου. Την ημέρα εκείνη και όλα τα έργα σου είναι μάταια και, αν σου φαίνεται ότι το κάνεις για να οικονομήσεις ψυχές, πώς μπορείς να διορθώσεις το σπίτι του φίλου σου όταν καταστρέφεις το δικό σου;»
• «Την ημέρα που θα λυπηθείς κάποιον άνθρωπο ο οποίος πάσχει ψυχικά και σωματικά να θεωρείς την ημέρα εκείνη ότι έπαθες για τον Χριστό, καθότι ο Χριστός για τους αμαρτωλούς πέθανε και όχι για τους δικαίους. Στ’ αλήθεια, μεγάλη αρετή είναι να λυπάται κάποιος για τους κακούς και να ευεργετεί τους αμαρτωλούς παρά τους δικαίους».
• «Γίνε φίλος καλύτερα με φονιά παρά με φιλόνικο».
• «Μην ελέγχεις κανέναν ούτε τους πολύ κακούς. Απλωσε το ρούχο σου και σκέπασε αυτόν που φταίει και μην τον ντροπιάζεις. Να αποφεύγουμε να μαθαίνουμε τις κακίες των ανθρώπων και να βλέπουμε τους πάντες ως Αγίους» (Αγιος Ισαάκ ο Σύρος).

Αυτό είναι το πνεύμα της Εκκλησίας μας και των Αγίων μας. Μας δροσίζει, μας παρηγορεί, μας ειρηνεύει, μας καλεί να αφήσουμε κατά μέρος τη δύναμή μας και τις εξυπνάδες μας, να αρνηθούμε κάθε λογισμό μας και καθετί δικό μας, και να παραδοθούμε σ’ Αυτόν. Αν Του πούμε ότι δεν ξέρουμε τίποτα, δεν μπορούμε τίποτα, δεν μπορούμε να συγκρουστούμε με κανέναν, τα αφήνουμε όλα σε Εσένα, Κύριε, θα μας εγκαταλείψει; Θα αφήσει την Εκκλησία Του απροστάτευτη;
Ο ορθόδοξος χριστιανός που θα αντιτείνει ότι πρέπει να αντιδράσουμε, να χρησιμοποιήσουμε το μυαλό που μας έδωσε και να αγωνιστούμε για την πίστη μας, χωρίς όμως να έχει πνευματικές προϋποθέσεις και να εμπιστεύεται στην ουσία την πρόνοια του Θεού, σε τι διαφέρει από τον άπιστο;
Χρειάζεται να καταλάβουμε, ότι τίποτα δεν κάνουμε εμείς και όλα τα κάνει ο Χριστός. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι «να μην υπάρχουμε», για να μην Τον εμποδίζουμε να κάνει τη δουλειά Του, να Του δώσουμε την άδεια εν λευκώ να κάνει Αυτός ό,τι θέλει. Να Του εμπιστευτούμε τα μικρά και τα μεγάλα. Να μπούμε στον χώρο της ελευθερίας των τέκνων του Θεού.
του π. Βαρνάβα Γιάγκου

 

Πηγή: imverias.blogspot.gr

Ο ΖΗΤΙΑΝΟΣ, Η ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ…

Του Διονύση Μακρή

Το χιονόνερο που έπεφτε ήταν εκνευριστικό. Ο δυνατός βοριάς δεν άφηνε τίποτε όρθιο. Το τσουχτερό κρύο ήταν ανυπόφορο. Ο Μάρκος τυλίχθηκε με μία κουβέρτα και ζάρωσε πάνω στα πρόχειρα χαρτόκουτα που είχε στρώσει. Αναστέναξε βαριά. Ήπιε μία γουλιά νερό από το μπουκάλι. Όλα τα στοιχεία έδειχναν πως η νύκτα που θα ακολουθούσε θα ήταν εφιαλτική. Αναρωτιόταν αν θα ξημέρωνε ζωντανός η αν θα πάγωνε. Κοιτούσε δεξιά -αριστερά μη τυχόν και περάσει κάποιος περαστικός και ανοίξει κουβέντα. Το εμπορικό Κέντρο δίπλα του είχε σχεδόν αδειάσει. Ασυναίσθητα κοίταξε τον ουρανό. «Γιατί Θεέ μου έφθασα σ’ αυτήν την κατάσταση; Γιατί με τιμωρείς τόσο σκληρά;» ψέλλισε! Κοιτούσε σαν να προσδοκούσε μία απάντηση. Μάταια όμως περίμενε. Το ρολόι που ήταν αναρτημένο στο εμπορικό κέντρο έδειχνε 1:45 π.μ.

Κοίταξε τις απέναντι πολυκατοικίες. Τα φώτα των διαμερισμάτων ήταν όλα κλειστά. Μόνο ένα εξ αυτών ήταν ανοικτό. Κάποιος άρρωστος η κανένα μωρό θα τους κρατά ξάγρυπνους, σκέφτηκε. Τουλάχιστον είναι στα ζεστά και θα έχουν κάποιον να τους φροντίσει. Ξαφνικά βλέπει μία μπλε ακτίνα φωτός να φεύγει από τον ουρανό και να εισέρχεται μέσα από την μπαλκονόπορτα στο διαμέρισμα. Ξαφνιάστηκε! Τρόμαξε. Άρχισε να τρίβει τα μάτια του μη τυχόν και έχει παραισθήσεις. «Βρε τι ζημιά μπορείς να πάθεις από μία μπύρα!» σκεφτόταν. Προσπάθησε να σκεφθεί κάτι άλλο για να ξεφύγει από την παραίσθηση. Τα μάτια του όμως δεν τα όριζε. Ήταν καρφωμένα σ’ αυτό το περίεργο μπλε φως που κατέληγε στο διαμέρισμα. Άρχισε να τσιμπιέται μη τυχόν και κοιμόταν. Νόμιζε πως έβλεπε όνειρο. Αποφάσισε να σηκωθεί λίγο και να περπατήσει. Έτσι πίστευε πως θα ξέφευγε από τις παραισθήσεις. «Λες να είχε κανένα περίεργο χόρτο το σουβλάκι που έφαγα και μου έφερε αυτή την αναστάτωση;» αναλογιζόταν καθώς προχώρησε δύο τρία βήματα. «Μήπως πάλι είναι η τελευταία μου νύκτα αυτή και ο Θεός έδωσε αυτό το σημάδι;» Ξανακοίταξε προς την πολυκατοικία. Το φως γινόταν πιο δυνατό. «Μπορεί να πρόκειται για κάποιο λέιζερ. Μπορεί αυτός που μένει στο διαμέρισμα να δημιουργεί όλο αυτό το θέαμα και ενώ το φως φεύγει από το διαμέρισμα να πιστεύω πως έρχεται από τον ουρανό. Αυτό είναι… Με το κρύο αυτό φαίνεται χάζεψα εντελώς» μονολόγησε ο Μάρκος και επέστρεψε στη θέση του! Άδικα σηκώθηκα, έλεγε.

Ξανακάθισε κάτω και τυλίχθηκε με τις κουβέρτες. Ασυναίσθητα έκανε το σταυρό του και έγειρε πίσω το κεφάλι του. «Τρεις ώρες απομένουν θα περάσουν. Πες ότι κάνω γερμανικό νούμερο στο στρατό… Α! ρε μανούλα ευτυχώς που δεν ζεις, να δεις πως κατάντησε ο γιος σου. Βέβαια αν ζούσες θα ήταν όλα διαφορετικά. Δεν νομίζω να κατέληγα ζητιάνος και άστεγος. Πολλά λάθη μάνα έκανα στη ζωή μου. Την κατέστρεψα. Έχασα τα πάντα. Πίστευα πως όλος ο κόσμος γυρίζει γύρω από μένα. Δεν υπολόγιζα τίποτε. Πούλησα και το πατρικό μας. Και εκείνο το χωραφάκι που είχα ενθύμιο από τον πατέρα μου. Εκείνο που έλεγες πως κάποτε βρισκόταν εκεί το ξωκκλήσι της Παναγίας μας. Εκείνο που έκαψαν οι αντάρτες. Κι εκείνο το πούλησα. Τα λεφτά τα ξόδεψα στα ξενύχτια και στα χαρτιά. Δεν σεβάστηκα ούτε την υπόσχεση που σου έδωσα παιδί ακόμη, λίγο μετά το θάνατο του πατέρα μου ότι θα ανοικοδομήσω το σπίτι της Παναγίας και θα ανάβω το καντηλάκι της… Αχ ρε μάννα κι σ’ άκουγα θα είχα οικογένεια με τη Χρυσούλα, που μ’ αγαπούσε αληθινά. Αλλά ήθελα τη μεγάλη ζωή. Και να τώρα έγινα ένα ρεμάλι. Και το περίεργο είναι πως τα βάζω και με το Θεό. Με εκείνον δηλαδή που πολεμούσα γιατί τον έβλεπα εμπόδιο στη ζωή μου… Θυμάσαι που σου έλεγα πόσο ανόητος ήταν ο άσωτος υιός που αν και μπορούσε να περνά ζωή χαρισάμενη κοντά στο σπίτι προτίμησε και εκείνος τη μεγάλη ζωή. Ε! μάννα πολύ πιο ανόητος από εκείνον είναι ο γιος σου. Ακολούθησα τα βήματα του ασώτου. Και να τρώω τώρα τα αποφάγια των άλλων και ζητιανεύω. Ούτε στο χωριό δεν τολμώ να πάω, τέτοιο τομάρι που είμαι». Αυτά συλλογιόταν ο Μάρκος προσπαθώντας να ανταπεξέλθει στην παγωμένη νύχτα.

Ασυναίσθητα κοίταξε και πάλι προς την πολυκατοικία. Το μπλε ουράνιο φως παρέμενε σταθερό. Τότε είδε μία ακτίνα φωτός να έρχεται προς το μέρος του. Όλα γύρω φωτίσθηκαν και μία ζεστασιά γέμισε τον χώρο. Ένιωσε τότε ένα χέρι να τον ακουμπά. Γύρισε να δει ποιός ήταν αλλά δεν είδε κανένα. Σε κλάσματα του δευτερολέπτου κάποιος τον σήκωσε στα χέρια του. Λουσμένος όπως ήταν από το φως βρέθηκε πάνω στο μπαλκόνι της απέναντι πολυκατοικίας. Κοίταξε μέσα. Είδε μία νεαρή κοπέλα να έχει υψώσει τα χέρια της και να προσεύχεται. Την έβλεπε λες και ήταν δίπλα του και τα πατζούρια να έχουν εξαφανιστεί. Άγγελοι φωτεινοί στέκονταν δίπλα της. Διάβαζε από ένα βιβλίο προσευχές. Το πρόσωπό της έλαμπε σαν τον ήλιο. Ακούμπησε το βιβλίο στην άκρη. Ψαλτήριο ήταν ο τίτλος του.

Η κοπέλα στη συνέχεια άνοιξε ένα τετράδιο και άρχισε να διαβάζει διάφορα ονόματα. Ο άγγελος που έστεκε δεξιά της σημείωνε. «Κύριε, στείλε τη ζεστασιά σου και στον φτωχό άγνωστο άστεγο που στέκεται εκεί απέναντι μέσα στη βαρυχειμωνιά. Σώσε τον Χριστέ μου. Κάλεσέ τον και πάλι κοντά σου και οδήγησε τον στη μετάνοια» είπε η κοπέλα αμέσως μετά την ικεσία που έκανε για να περάσει η κρίση στην Ελλάδα. Για την κρίση είπε: «Κύριε στείλε την Παναγία μας και τους αγίους να διαλύσουν τον εγωισμό μας και να δώσουν τέλος στην αποστασία μας. Στείλε τους αγγέλους σου να μαλακώσουν τις ψυχές και τις καρδιές μας και να επαναφέρουν την αγάπη και την αληθινή πίστη στον ελληνικό λαό. Βοήθησε την πατρίδα μου να λούζεται πάλι με το ανέσπερον αναστάσιμο φως Σου και να εκδιώξει τους δαίμονες που τη διασύρουν και τη ξευτιλίζουν. Κύριε, έλα γρήγορα και μην αργείς. Ιδού η δούλη σου Μαρία έτοιμη να θυσιαστεί για σένα…»!

– «Τέτοιες προσευχές δεν είχα ακούσει ποτέ στη ζωή μου. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν στα μάγουλά μου. Ήταν τόσο όμορφα εκεί πάνω στο μπαλκόνι. Ήταν τόσο ζεστά. Δεν ξέρω πόσο έμεινα. Ξέρω μόνο πως όταν το ίδιο χέρι που με θαυμαστά με ανέβασε στο μπαλκόνι όταν με γύρισε πίσω είχε σχεδόν ξημερώσει. Ήταν η πιο γλυκιά νύχτα της ζωής μου. Το ρολόι του εμπορικού κέντρου έδειχνε σχεδόν έξι και τα συνεργεία καθαριότητας είχαν αναλάβει εργασία. Το μπλε φως είχε εξαφανισθεί. Αν και δεν είχα κοιμηθεί ένιωθα ξεκούραστος και δυνατός. Έτρεξα απέναντι και κάθισα σε ένα απάγκιο μέρος. Ήθελα να συναντήσω αυτή την κοπέλα, να την ευχαριστήσω για το δώρο που μου έκανε και για τις προσευχές της. Γύρω στις 9 παρά κάτι την είδα να βγαίνει από την πολυκατοικία. Έτρεξα κοντά της. Μόλις με είδε έβαλε το χέρι στη τσάντα της, πιστεύοντας ότι θα της ζητήσω βοήθεια.

– Όχι, Όχι Μαρία δεν θέλω βοήθεια. Να σε ευχαριστήσω θέλω για το μεγάλο δώρο που μου έκανες και για τις προσευχές σου.

– Πως ξέρεις το όνομά μου», είπε τότε εκείνη.

– Να άκουσα χθες το βράδυ τις προσευχές σου, ψέλλισα αμήχανος καταπίνοντας τη γλώσσα μου. Είμαι ο άστεγος ζητιάνος που ικέτευες το Θεό να τον σώσει και να τον βοηθήσει να μετανοήσει. Πες μου Μαρία τι να κάνω;

Α! κατάλαβα είσαι εσύ που έκανες το σταυρό σου, του είπε τότε εκείνη. Σε κοιτούσα από τις γρίλιες της μπαλκονόπορτας. Ήθελα να σε φωνάξω να έρθεις να κοιμηθείς μαζί μας αλλά δεν ήξερα πως θα αντιδράσουν οι γονείς μου γιατί ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Και επειδή δεν μπορούσα να σε βοηθήσω ζήτησα να το κάνει ο Χριστός μας για να βγάλεις τη νύχτα και να μην παγώσεις. Ο Χριστός έκανε πάλι το θαύμα του. Περίμενε να χτυπήσω στη μάνα μου να σου φτιάξει ένα καλό πρωινό γιατί εγώ πρέπει να φύγω για διαφορετικά θα αργήσω στη δουλειά μου.

Πριν προλάβω να μιλήσω η Μαρία με έβαζε στο ασανσέρ.

– Γλυκιά μου μητερούλα θα φτιάξεις ένα ζεστό τσάι στον κύριο, γιατί πρέπει να φύγω;

– Ευχαρίστως Μαρία μου, ευχαρίστως! είπε εκείνη και μου έγνεψε να περάσω μέσα.

Ένιωσα πολύ άσχημα. Δεν ξέρω πόσο καιρό είχα να μπω σε σπίτι. Κοίταξα στο σαλόνι. Εκεί υπήρχε μία εικόνα της Παναγίας και μπροστά έκαιγε το καντηλάκι. Στο λιβανιστήρι, δίπλα στο νεροχύτι έκαιγε ακόμη το λιβάνι. Η Μαρία έφυγε λέγοντάς μου:

– Νιώσε άνετα και μην στεναχωριέσαι. Ο Χριστός σ’ αγαπά.

Σε λίγο ήρθε από το διπλανό δωμάτιο ο πατέρας της Μαρίας ο κυρ- Λάμπρος, όπως μου συστήθηκε. Με καλημέρισε και κάθισε δίπλα μου. Ευτυχώς που οι άνθρωποι έχουν λιβανίσει, γιατί από τη βρώμα μου δεν θα μπορούσαν ούτε να σταθούν. Η κυρά -Ουρανία ψιθύρισε κάτι στον άνδρα της και εκείνος πήγε στο δωμάτιο και γύρισε με φρεσκοσιδερωμένα ολοκαίνουργια ρούχα.

-Μάρκο παιδί μου, πιστεύω πως αυτά θα σου κάνουν. Αν δεν σου κάνουν θα πεταχτώ απέναντι στο εμπορικό κέντρο να σου πάρω ένα παντελόνι και ένα πουκάμισο. Μπουφάν και μπλούζες έχω πολλές και είναι στα μέτρα σου. Η Ράνιά μου έβαλε ήδη το θερμοσίφωνο να κάνεις ένα μπάνιο, μέχρι να φτιάξει κάτι να φάμε.

– Δεν είναι ανάγκη κυρ-Λάμπρο. Θα πιώ ένα τσάι και θα φύγω, είπα και έσκυψα από αμηχανία και ντροπή το κεφάλι μου.

-Μην ντρέπεσαι παιδί μου οι χριστιανοί είναι αδέλφια. Έχουν τον ίδιο Πατέρα και την ίδια μάνα την Παναγία μας.

Ο κυρ- Λάμπρος την ώρα που ήμουν στο μπάνιο έτρεξε και μου πήρε δύο-τρία παντελόνια, εσώρουχα, μία ζώνη κι ένα σακβουαγιάζ. Τα ρούχα του μου έκαναν κουτί. Είχα πολλούς μήνες να φορέσω φρεσκοσιδερωμένα ρούχα. Άλλωστε δεν πρέπει να ήταν και πολύ μεγαλύτερός μου. Η κυρά Ράνια, πρόσθεσε δύο-τρεις μπλούζες, ένα τάπερ με γλυκίσματα και αρκετές κάλτσες, στο σακβουαγιάζ. Με ρώτησε αν το νούμερο των παπουτσιών που φοράω ήταν 43 και όταν απάντησα καταφατικά, μου έφερε και ένα ζευγάρι μποτάκια. Έμεινα δύο-ώρες μαζί τους και τους εξιστόρησα με το νι και με το σίγμα τι είχα ζήσει το προηγούμενο βράδυ. Εκείνοι έκαναν συχνά το σταυρό τους και ευχαριστούσαν το Θεό. Όπως μου είπε η κυρά Ράνια, η Μαρία της θέλει να μοιάσει στην Αγία Παρασκευή. Να αξιωθεί όπως εκείνη να δίδει το φως του Χριστού στους ανθρώπους…

Φεύγοντας ο κυρ- Λάμπρος μου έδωσε τριακόσια ευρώ και μου πρότεινε να μεταβώ στην Πελοπόννησο, σ’ ένα μοναστήρι κοντά στην Κόρινθο. Εκεί βρίσκεται ο τάδε γέροντας. Πες του ότι σε έστειλα εγώ και ζήτησέ του να δουλέψεις στο μοναστήρι ως εργάτης.

Το ότι συνήλθε και μπήκε πάλι σε μία σειρά είναι ένα θαύμα. Αλλά το μεγαλύτερο θαύμα είναι πως υπάρχουν ακόμη οικογένειες άγιες, οικογένειες χριστιανικές, οικογένειες Ορθόδοξες, εξομολογείτο στον γέροντα ο Μάρκος. Του ζήτησε ακόμη να γίνει μοναχός και να αξιωθεί να ξαναζήσει το άκτιστο φως. Να ξαναζήσει τη γλυκιά εκείνη ζεστή νύχτα που διέλυσε τη βαρυχειμωνιά και το παγετό της καρδιάς του. Να βιώσει το φως του Χριστού που του πρόσφεραν οι αγνές προσευχές της Μαρίας.

 

Συντάκτης: ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΚΡΗΣ

Πηγή: «ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ»

 

Ο Ιερέας που είχε τοποθετήσει ανάποδα τις μερίδες στον Άγιο Δίσκο

Επάνω στον άγιο Δίσκο τοποθετείται:

1. Ο ΑΜΝΟΣ (ΙΣ, ΧΡ, ΝΙ, ΚΑ) Είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός) στο κέντρο.

2. Η ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ (Το τρίγωνο με τα δυο γραμμα: το Μ= Μήτερ και το Θ= Θεού), τοποθετείται αριστερά του Αμνού.

3. ΟΙ ΜΕΡΙΔΕΣ των ΕΝΝΕΑ ΤΑΓΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ (τα εννέα μικρά τρίγωνα ) τοποθετούνται δεξιά του Αμνού.

4. Η ΜΕΡΙΔΑ του ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ (ένα τρίγωνο που τοποθετείται κάτω από τον Αμνό)

5. ΟΙ ΜΕΡΙΔΕΣ των ΖΩΝΤΩΝ και των ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ(κάτω από την μερίδα του επισκόπου).

Ο ιερεύς που είχε τοποθετήσει ανάποδα τις μερίδες

Σ᾿ ένα μοναστήρι ζούσε ένας ευλαβέστατος ιερεύς· (το γεγονός μου διηγήθηκε ο μακαριστός Γέροντας Γαβριήλ, ο οποίος για πολλά χρόνια ήταν και Η γούμενος της Ιεράς Μονής Διονυσίου στο Άγιον Όρος). Ολιγογράμματος ήταν ο ιερεύς, αλλά κληρικός δυνατής πίστεως, μεγάλης αρετής και πολλών πνευματικών αγώνων. Παρέμενε στην Προσκομιδή όρθιος για πολλές ώρες, παρ᾿όλο που είχαν ανοίξει οι φλέβες των ποδιών του και έτρεχαν.

Πολλές φορές φαίνονταν τα αίματα, που έτρεχαν κάτω στο έδαφος από την ορθοστασία για την μνημόνευση των πολλών ονομάτων. Μέχρι τελευταίας στιγμής άνθρωπος θυσίας· και μάλιστα εκοιμήθη αμέσως μετά από Θεία Λειτουργία.

Όπως ήταν ολιγογράμματος, από κάποια παρανόηση τρόπον τινά, δεν τοποθετούσε κανονικά τις μερίδες στον Άγιο Δίσκο.

Όταν τοποθετούμε τη μερίδα της Υπεραγίας Θεοτόκου πάνω στον Άγιο Δίσκο, λέμε: «Παρέστη η Βασίλισσα εκ δεξιών Σου…» Ο γέροντας ιερεύς νόμιζε ότι, αφού λέγει «εκ δεξιών Σου», πρέπει να τοποθετείται η μερίδα της Παναγίας δεξιά του Αμνού (όπως κοίταζε τον Άγιο Δίσκο)· δηλαδή τοποθετούσε ανάποδα τις μερίδες.

Κάποτε επισκέφθηκε την Ιερά Μονή ένας αρχιερεύς, για να χειροτονήσει έναν διάκονο.

Στους Αίνους μπαίνει ο αρχιερεύς στο Ιερό Βήμα, ντύνεται και εν συνεχεία πηγαίνει στην Προσκομιδή, η οποία έχει ήδη ετοιμασθεί μέχρι κάποιου ορισμένου σημείου, και από εκεί και ύστερα συνεχίζει ο αρχιερεύς πρώτος τις μνημονεύσεις, αυτός και μόνον αυτός.

Πρόσεξε, λοιπόν, ο αρχιερεύς εκείνος ότι τις μερίδες τις είχε τοποθετήσει ανάποδα ο ιερεύς.

–Δεν τις έβαλες καλά, πάτερ μου, τις μερίδες, του είπε.

Για έλα εδώ, πάτερ. Η Παναγία μπαίνει από ᾿ δω και τα Τάγματα μπαίνουν από εκεί. Δεν σού το είπε κανένας, δεν σε είδε κανένας πως κάνεις την Προσκομιδή;

–Ναί, Σεβασμιώτατε, απάντησε ο γέροντας Ιερεύς. Κάθε μέρα, που λειτουργώ (διότι δεν υπήρξε ημέρα, που να μη λειτουργήσει), με βλέπει ο Άγγελος διάκονός μου, αλλά δεν μου είπε τίποτα. Συγγνώμη, που σαν αγράμματος που είμαι, έκανα τέτοιο λάθος· θα προσέχω από τώρα και στο εξής.

–Ποιος; ποιος είπες ότι σε υπηρετεί εδώ; ρώτησε ο επίσκοπος. Δεν σε υπηρετεί μοναχός;

–Όχι, είπε ο ιερεύς, Άγγελος Κυρίου.

Βουβάθηκε ο επίσκοπος, τι να πει; Έμεινε κατάπληκτος και βέβαια κατάλαβε ότι μπροστά του είχε έναν αγιασμένο κληρικό.

Το μεσημέρι, μετά την τράπεζα, ο επίσκοπος αποχαιρέτησε τον Ηγούμενο και τους υπολοίπους μοναχούς και ανεχώρησε.

Την άλλη ημέρα, νύχτα ακόμη, όταν πήγε όπως πάντα ο γέροντας Ιερεύς στο άγιο Βήμα, για να κάνη την Προσκομιδή, κατέβηκε κι ο Άγγελος Κυρίου. Ενώ προσκομούσε, παρετήρησε ο Άγγελος πως ο ιερεύς έβαλε σωστά τις μερίδες.

–Ωραία, του είπε, πάτερ! Τώρα τα έβαλες σωστά!

–Ναί, εσύ ήξερες το λάθος μου, που έκανα τόσα χρόνια! Και γιατί δεν μου το έλεγες, γιατί δεν με διόρθωσες; ρώτησε.

–Το έβλεπα, αλλά εγώ δεν έχω τέτοιο δικαίωμα. Δεν είμαι άξιος να διορθώνω ιερέα. Εγώ, συνέχισε ο Άγγελος, έχω εντολή από τον Θεό να διακονώ και να υπηρετώ τον ιερέα. Μόνο ο επίσκοπος έχει τέτοιο δικαίωμα!

Κι εμείς παίρνουμε τους ιερείς στο στόμα μας από το πρωί μέχρι το βράδυ τους κατακρίνουμε, τους κατηγορούμε, τους κουτσομπολεύουμε και για χίλια δυο άλλα πράγματα ασχολούμεθα μ᾿ αυτούς. Προσοχή, λοιπόν, πως θα ομιλούμε από τώρα και στο εξής για τον οποιονδήποτε κληρικό.

Κέντρο της Θείας Λειτουργίας είναι το μεγάλο, το ανυπέρβλητο, το υπερακατάληπτο γεγονός της Μεταβολής του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού και πρέπει να το δεχόμεθα αυτό μέσα σε σιωπή. Να σιγούν, αν είναι δυνατόν για λίγο οι ιεροψάλτες, ούτως ώστε όλο το γεγονός να το παίρνουμε μέσα μας, μέσα από αυτήν την ομιλούσα σιωπή. Διότι η σιωπή αυτή, κατά τη Μεταβολή του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού, ομιλεί περισσότερο από κάθε τι άλλο μέσα στις καρδιές μας.

Πρωτ. Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστόπουλου

πηγή

Πατρών Χρυσόστομος προς Φίλη

«Μήνυμα μαρτυρικό, από ματωμένα ράσα»

Το έργο της Εκκλησίας στο πέρασμα των αιώνων υπενθυμίζει με λόγο συγκινητικό στον υπουργό Παιδείας, Νίκο Φίλη, ο Μητροπολίτης Πατρών Χρυσόστομος που σε επιστολή του τονίζει πως στις δύσκολες στιγμές που βιώνει η χώρα απαιτείται ομόνοια.
Η επιστολή του Σεβασμιωτάτου αναφέρει:

Προς
Τον Αξιότιμον Υπουργόν Παιδείας,
Έρευνας και Θρησκευμάτων
κ. Νικόλαον Φίλην
Εις Αθήνας

Kύριε Υπουργέ,

Χαίρε εν Κυρίω πάντοτε.

Μετά την επιστολή μου προς τον κ. Πρωθυπουργό, σχετικά με τα θέματα που μας απασχολούν, είπα να μη γράψω κάτι άλλο. Όμως με συγκίνηση βαθειά, ανέλαβα και υποσχέθηκα σε πρόσωπα τρανά, μεγάλα, μέγιστα, ιερά να σού μεταφέρω παραγγελιά ιερή, γεμάτη οδύνη ψυχής, όμως με πολλή αγάπη.
Χθες, Υπουργέ μου, πήγα στην Τρίπολη και πέρασα από ένα τόπο ιερό για να γονατίσω ευλαβικά και να προσκυνήσω, γιατί θυμήθηκα ότι ήταν παραμονή ημέρας μεγάλης, ιστορικής, τρανής, αιματωμένης.

Ξημέρωνε 23 Σεπτεμβρίου. Γιορτή της απελευθερώσεως της Τριπολιτσάς από τους Τούρκους. Εκεί λοιπόν που προσκυνούσα και έκλεισα τα μάτια μου για να προσευχηθώ και να μακαρίσω όσους πέθαναν για τον Χριστό και την Πατρίδα και τα ονόματά τους είναι γραμμένα πάνω σε στήλη μαρμάρινη, ευγνωμοσύνης των Ελλήνων ανάθημα, τους άκουσα να μου μιλάνε. Μου λέγανε κάτι για σένα. Μου μιλάγανε από τα βάθη της φυλακής του σεραγιού του Πασά.
Είχανε πάει τα μαντάτα για όσα είπες για την Εκκλησία και την συμβολή της, ντε και καλά, «στην ηθική έκπτωση της κοινωνίας».
Μου λέγανε και κλαίγανε σαν τα μικρά παιδιά για την κατάντια μας. Ήταν, Υπουργέ μου, στα αλήθεια πολύ πονεμένοι για όσα είπες. Είχαν όμως μια παρηγοριά, μπας και δεν τα πιστεύεις όσα λες. Μήπως παρασύρθηκες και είπες κάτι παρά πάνω στο λόγο σου.

Μου μίλησαν αιμόφυρτοι, γυμνοί, σκελετωμένοι, οι γίγαντες της Πίστεως και της Πατρίδος, τα ιερά σφάγια της Εκκλησίας και της Ελευθερίας, οι μάρτυρες Αρχιερείς και λοιποί Κληρικοί, που από τον Μάρτιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1821, τους έτρωγαν τα σκουλήκια ζωντανούς για να μπορής εσύ, για να μπορώ εγώ και όλοι μας, να μιλάμε σήμερα Ελληνικά και να εκφραζόμαστε ελεύθερα, ακόμα και υβρίζοντάς τους, χωρίς να πληρώνομε κανένα τίμημα.. Εξ’ άλλου αυτό θα πη ελευθερία. Γι’ αυτό το μεγαλείο της λευτεριάς πέθαναν και αυτοί που σού στέλνουν το μήνυμα και τόσοι άλλοι.
Σήμερα 23 Σεπτεμβρίου επέτειο της απελευθερώσεως της Τριπολιτσάς, από τους Τούρκους, τους φρικτούς και βάναυσους τυράννους που οδήγησαν 400 χρόνια και πλέον μυριάδες προγόνους σου και προγόνους μου στις ειρκτές, στα ικριώματα, στα παλουκώματα και τις σφαγές, αυτοί οι μάρτυρές μου είπαν να σού πω ότι :

« Μετεφέρθησαν εις το κάτω μέρος του Σεραγιού, εις δεινοτάτην και φρικτοτάτην ειρκτήν των καταδίκων…Αυτή δε η ειρκτή περιωρισμένη εις εν δωμάτιον έκειτο υπό το Σεράγιον επί του εδάφους, αριστερώθεν του εισερχομένου διά της του Σεραγίου Πύλης και δέθηκαν όλοι στο φοβερό κούτσουρο, εις τας οπάς του οποίου εισήρχοντο οι πόδες των βασανιζομένων…Εισελθόντες εις ταύτην την φυλακήν συνέδεσαν διά μακράς αλύσεως τους Αρχιερείς και Προύχοντας την εσπέραν εκείνην…»
Τόσο στενά ήταν στοιβαγμένοι μέσα στο μικρό χώρο οι φυλακισμένοι, «ώστε ουδέ τους πόδας ηδύναντο να εκτείνωσιν, αλλά νυχθημερόν καθήμενοι διαλέγοντο, και ούτως εκοιμώντο απί πέντε ολοκλήρους μήνας, μη δυνάμενοι να ανακληθώσι…Αέναος ιδρώς έρρεε ποταμηδόν εκ των σωμάτων αυτών, εξ’ ου τα ενδύματα αυτών εσάπησαν…»

Tα ονόματά τους ήταν: Ο Τριπολιτσάς Δανιήλ, ο Μονεμβασίας Χρύσανθος, ο Ανδρούσης Ιωσήφ, ο Δημητσάνης Φιλόθεος, ο Ναυπλίου Γρηγόριος, ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός, ο Κορίνθου Κύριλλος και ο Ωλένης Φιλάρετος, ο Παπαλέξης και ο Πρωτοσύγκελλος του Ανδρούσης, Χρύσανθος.
Μου είπαν να σού πω ότι είχαν και συμμάρτυρες που βεβαιώνουν την συμφορά, τα βάσανα, την πείνα, την δίψα, τη σήψη και τον θάνατο.
Ήταν οι Πρόκριτοι του Μορηά στο ίδιο φρικτό κελλί και υπογράφουν μαζί με τους Δεσποτάδες την παραγγελιά τους σε σένα τον Υπουργό της Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων.
Ήταν οι Προεστοί: Αναστάσιος Μαυρομιχάλης, γιός του Πετρόμπεη, Ιωάννης Τομαράς, Αντωνάκης Καραπατάς, Ιωάννης Βιλαέτης, Πανάγος Κυριακός, Αναγνώστης Κωστόπουλος, Ανδρέας Καλαμογδάρτης, Μήτρος Ροδόπουλος, Σωτηράκης Μελετόπουλος, Νικόλαος Γεωργακόπουλος και Θεόδωρος Δεληγιάννης.

Μου είπαν να σού πω και κάτι άλλο. Ότι τότε πέθαναν ενωμένοι Αρχιερείς και Πρόκριτοι, γιατί πίστευαν τα ίδια για τον Χριστό και την Ελλάδα. Ήταν όλοι δεμένοι στο κούτσουρο (έμπαιναν σε τρύπες τα πόδια τους) με μια αλυσίδα 100 οκάδες και με λαιμαργιές στο λαιμό σαν τα άλογα. Είχε μπεί η αλυσίδα μέχρι το κόκκαλο και σαπίζαμε αβοήθητοι.
Ένας, καθώς γύρισα να φύγω μπροστά από το μνημείο που είναι στημένο πάνω από το τόπο του μαρτυρίου τους, μου φώναξε: «Στάσου μη βιάζεσαι, έχω κάτι ξεχωριστό να σού πω. Πες στον Υπουργό, ότι μόνο δυό Δεσποτάδες, ζήσαμε και βγήκαμε μισοπεθαμένοι… Μας πήρε ο Κολοκοτρώνης στο ώμο κλαίγοντας και μας ξάπλωσε κατά γης. Τον είδα τον Θοδωρή που έκλαιγε, εφίλησε στο μέτωπο τον Δεσπότη της Τριπολιτσάς, τον Δανιήλ, που ήταν πρώτος ξάδελφος του Γρηγορίου του Ε’ και του είπε. ‘’Δεν στο’ λεγα Δεσπότη μου, ότι θα περπατήσουμε μαζί στη λεύτερη Πατρίδα;’’»

-«Ποιος είσαι εσύ που μου μιλάς;», τον ρώτησα.
«Να πης στον Υπουργό ότι με λένε Ιωσήφ, είμαι ο Δεσπότης της Ανδρούσης. Να του πης ότι εκεί που κάθεται τώρα, σ’ αυτή τη θέση, κάθησε για πρώτη φορά ένας ταπεινός Δεσπότης. Ήμουν εγώ ο Ιωσήφ. Έτσι θέλησε η Πατρίς, να είμαι ο πρώτος μινίστρος (Υπουργός) της Θρησκείας και της Παιδείας της ελεύθερης Ελλάδος…»
Έκλαψα και φίλησα τα άγια χώματα που κλείνουν στα σπλάχνα τους αυτούς τους γιγαντόψυχους Κληρικούς, τους αντιστασιακούς και ανυποχώρητους, τους Εθνεγέρτες και τους υποσχέθηκα ότι θα σού πω την παραγγελιά τους σήμερα κιόλας, 23 Σεπτεμβρίου, που γιορτάζομαι την απελευθέρωση της Τριπολιτσάς, που είναι και δική μου Πατρίδα, από τους Τούρκους.
Και ξέρεις Υπουργέ μου, θυμήθηκα ότι πριν από λίγες ημέρες συναντηθήκαμε και μιλήσαμε, πολιτισμένα, είπαμε πολλά…

Θέλω τώρα με αγάπη πολλή να σού πω κάτι ακόμα.
Αν θέλωμε να δούμε αυτό τον τόπο ελεύθερο και αναστημένο, με κομμένες τις αλυσίδες των μνημονίων και της όποιας άλλης σκλαβιάς, πρέπει Αρχιερείς και Πρόκριτοι και Λαός να μιλάμε την ίδια γλώσσα που μίλαγαν και κείνοι που με παρακαλέσανε να σού μεταφέρω την γνώμη τους. Και αν χρειασθή, Υπουργέ μου, μακάρι να γίνη, να λυτρωθούμε μέσα από ένα τέτοιο θάνατο-ανάσταση, κι αν χρειασθή να πεθάνωμε όλοι μαζί Αρχιερείς και Πρόκριτοι, όπως εκείνοι γι’ αυτό τον τόπο, για κείνους, για μας, μα πλιότερο για τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας, ας το κάνομε με χαρά.
Θυμάσαι, Υπουργέ μου, τι λέγει ο Παλαμάς.
«Χρωστάμε σ’ όσους ήρθαν πέρασαν, θα’ ρθούνε, θα περάσουν. Κριτές θα μας δικάσουν, οι αγέννητοι, οι νεκροί».

Είπα να πάω και πιο πάνω όπου είναι ένα Μνημείο για τους Δεσποτάδες και τους Παπάδες της Μικρασίας, τότε θυμάσαι το 1922, που σφάξανε,…σφάξανε οι Τούρκοι, Κλήρο και Λαό, σαν τα αρνιά. Στην άλλη μεριά, σ’ αυτό το Μνημείο είναι γραμμένα ονόματα παπαδικά από το ’40 και πιο μετά. Αλλά είναι αργά είπα. Θα μου πούνε και κείνοι τίποτα για τον Υπουργό και πως να τα πω όλα, αφού πρέπει να του αφήσω λίγο χρόνο να μελετήση το βιβλίο που γράφει για τις θυσίες των Κληρικών στην αντίσταση, το οποίο του έστειλε ο Μακαριώτατος.

Πριν φύγω από την Τρίπολη, έκαμα το χρέος μου να ανάψω ένα κερί στον Άγιο Παύλο, μια Εκκλησιά εκεί κοντά στο Μνημείο των Αρχιερέων και Προκρίτων, όχι στον Απόστολο Παύλο, τον άλλο κ. Υπουργέ, ένα καλόγερο που όταν ήτο ακόμα παιδί, εξώμοσε, έγινε δηλ. Μουσουλμάνος (αχ είπα, άγιε μου, βάλε το χέρι σου, τα παιδιά μας σήμερα μη πάθουνε τα ίδια, κατά πως πάμε) και μετάνοιωσε και έγινε Μοναχός και τον αποκεφάλισαν οι Τούρκοι στη μέση της πόλης. Καλόγερος- «επικίνδυνος» ήτο για κείνα τα χρόνια, όπως είναι «επικίνδυνοι» οι παπάδες και οι καλόγεροι σήμερα και ευτυχώς, γιατί χωρίς αυτούς τους «επικίνδυνους», αυτός ο τόπος λευτεριά δεν βλέπει.
Άναψα και ένα κερί για σένα κ. Υπουργέ και προσευχήθηκα με δάκρυα, μάρτυς μου Κύριος ο Θεός, να έχης υγεία και φωτισμό ώστε να πράττης αγαθά από την θέση που βρίσκεσαι.

Με τιμή, αγάπη και ευχές εν Κυρίω

Ο Πατρών Χρυσόστομος

πηγή

Κάνω τον σταυρό μου

Μια από τις πρώτες κινήσεις που κάνει ο χριστιανός κάθε μέρα που ξυπνάει και από τις τελευταίες πριν κοιμηθεί, είναι το σημείο του σταυρού. Κι όχι μόνο τότε· πολλές φορές κάθε μέρα μπορούμε να φέρνουμε στη σκέψη μας τις ευεργεσίες του Θεού, να Τον ευχαριστούμε αλλά και να τον παρακαλούμε για κάτι που θέλουμε. Τότε κάνουμε το σημείο του σταυρού.

Είναι καλό, κάθε φορά που «κάνουμε τον σταυρό μας«, να αναλογιζόμαστε ότι ομολογούμε την πίστη μας στον τριαδικό Θεό· γι΄ αυτόν τον λόγο ο τρόπος με τον οποίο τον κάνουμε πρέπει να είναι ευλαβής κι αυτός που αρμόζει σε κάθε λατρευτική πράξη. Εκτός από τη στάση που πρέπει να έχουμε, ας γνωρίζουμε τι συμβολίζει το σημείο αυτό που κάνουμε καθημερινά.

Κατά πρώτον, ας προσέξουμε τα δάχτυλα του δεξιού χεριού. Για να κάνουμε τον σταυρό μας, χρησιμοποιούμε το δεξί μας χέρι· αυτό έχει σχέση με την αρχαιότατη παράδοση όλων των λαών να θεωρούν την πλευρά αυτή ως την καταλληλότερη –άρα και την καλύτερη-για κάθε εργασία, μια κι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι δεξιόχειρες. Και ο Κύριος στην εικόνα της Μέλλουσας Κρίσης, προσδιορίζει τους ανθρώπους που θα καθίσουν στα δεξιά του Πατρός. Ενώνουμε τα τρία δάκτυλα, συμβολίζοντας τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Τα δύο κάτω δάκτυλα, που είναι κλειστά συμβολίζουν τις δύο φύσεις του Χριστού, τη θεία και την ανθρώπινη.

Αφού το χέρι μας είναι έτοιμο, το φέρνουμε στο μέτωπο, δηλαδή στο ανώτερο μέρος του προσώπου, δοξολογώντας έτσι τον Θεό, που βρίσκεται στους ουρανούς, όπως αναφέρουμε στην Κυριακή Προσευχή. Ζητούμε να αγιασθούν οι σκέψεις μας, ο νους μας.

Στη συνέχεια κινούμε το χέρι μας και το ακουμπάμε στην κοιλιά. Έτσι φανερώνουμε ότι έχουμε την αίσθηση της αγάπης του Θεού, που κατοίκησε στην κοιλιά της Παναγίας και μετά ήρθε στον κόσμο για μας. Ζητούμε να είναι αγιασμένο και σύμφωνο με το θέλημα του Θεού κάθε συναίσθημα που γεννιέται μέσα μας και να «πεθάνουν» οι κακές επιθυμίες.

Μετά ακουμπάμε το χέρι στον δεξή μας ώμο, καθώς φέρνουμε στο μυαλό μας ότι ο Χριστός, μετά την Ανάσταση, αναλήφθηκε στους ουρανούς.

Τέλος, ακουμπάμε τα δάχτυλά μας στον αριστερό ώμο, ομολογώντας ότι πιστεύουμε στην κρίση του Χριστού, που θα γίνει στη Δευτέρα Παρουσία Του.

Αυτή η κίνηση του χεριού από τον δεξή προς τον αριστερό ώμο είναι αυτή που εκδιώκει κάθε πονηρό πνεύμα και καλεί την προστασία του αγγέλου μας. Ζητούμε να ευλογηθεί κάθε έργο μας.

stayrosΒλέπετε λοιπόν ότι αυτή η συνηθισμένη κίνηση που κάνει κάθε χριστιανός κάθε μέρα –κι όχι μόνο δυο φορές τη μέρα – τι συμβολισμούς κρύβει. Ας φροντίσουμε, σ΄ όλη μας τη ζωή να κάνουμε τον σταυρό μας με ευλάβεια, στρέφοντας εκείνη τη στιγμή τον νου μας στον Χριστό, που μας αγαπά χωρίς όρια.

Ακόμη, ας φροντίσουμε να έχουμε κρεμασμένο στον λαιμό μας έναν σταυρό· δεν χρειάζεται να είναι «πολύτιμος». Ένα απλό σταυρουδάκι, κρεμασμένο με ένα κορδόνι ή καρφιτσωμένο στο εσωτερικό του ρούχου μας είναι η προστασία μας από κάθε κακό.

πηγή

Ο ρόλος της υποκρισίας στο θεατρικό σανίδι της ζωής

Αυτή η ζύμη των Φαρισαίων, η υποκρισία, ως στάση και τρόπος ζωής, έχει υποσκάψει όλα τα θεμέλια της ανθρώπινης ζωής. Από τη σκηνή του θεάτρου, στη σκηνή της καθημερινής ζωής η υποκρισία κυριαρχεί. Κυρίαρχη θέση στην κοινωνία-θέατρο κατέχουν άνθρωποι που ξεγελούν τους διπλανούς τους και πολύ συχνά και τον ίδιο τον εαυτό τους υπηρετώντας μια κοινωνική ψευτοηθική η οποία αποδεικνύεται στην ασυνέπεια λόγων και πράξεων του σύγχρονου ανθρώπου. Έτσι, ο άνθρωπος αυτής της υποκριτικής ηθικής συνεχώς υπερασπίζεται τα δικαιώματα του παιδιού, και καλά πράττει, αλλά είναι έτοιμος να τα στερήσει από ένα αγέννητο βρέφος υπερασπιζόμενος τις αμβλώσεις.
Βγάζει πύρινους λόγους υπέρ των εργασιακών δικαιωμάτων και ταυτόχρονα τα αποστερεί από αυτούς που εργάζονται στην επιχείρησή του, αγωνίζεται για την δημοκρατία και ταυτόχρονα νομοθετεί ερήμην του λαού, κάνει διαδηλώσεις εναντίον της καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος αλλά δεν είναι διαθέσιμος να στερηθεί τις απολαύσεις του όταν πρόκειται να το προστατέψει, υπερασπίζεται τα δικαιώματα των γυναικών, αλλά δίνει χώρο στο δυτικό κόσμο σε θρησκευτικές ιδεολογίες οι οποίες τα καταπατούν, αγωνίζεται υπέρ της ειρήνης και ταυτόχρονα είναι έτοιμος να αναλάβει πολεμική δράση σε οποιαδήποτε γωνιά του πλανήτη, αγωνίζεται για την ελευθερία ενώ ταυτόχρονα ανέχεται τη δουλεία ανθρώπων σε ορισμένες γωνιές του πλανήτη.
Επιδιδόμαστε σε καλές πράξεις και φιλανθρωπίες για να εξασφαλίσουμε τον έπαινο και την κολακεία των ανθρώπων και όχι γιατί εκφράζουμε τα πραγματικά αισθήματα της καρδιάς μας. Αν και διακηρύσσουμε διάφορες ανθρωπιστικές αξίες πολύ συχνά δεν καταφέρνουμε να τις εφαρμόσουμε στον τρόπο συμπεριφοράς μας όντας πνευματικά ανέντιμοι. Είμαστε υποκριτές και παίζουμε θέατρο, όταν παρουσιαζόμαστε ότι ενδιαφερόμαστε για τους άλλους και ότι θυσιαζόμαστε γι’ αυτούς, ενώ επιδιώκουμε την εκμετάλλευση κάθε κατάστασης. Είμαστε υποκριτές και παίζουμε θέατρο, όταν προσποιούμαστε ότι ενδιαφερόμαστε για την δικαιοσύνη και την ισότητα, ενώ στην πραγματικότητα είμαστε οι πιο άδικοι και οι μεγαλύτεροι τύραννοι στους γύρω μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ανθρωπιστικές ιδέες δεν έχουν αξία, διότι η αξία μιας ιδέας δεν έχει καμιά σχέση με την ειλικρίνεια του ανθρώπου που την εκφράζει. Οι ανθρωπιστικές αξίες πράγματι έχουν αξία, αλλά απλά ο σύγχρονος άνθρωπος είναι μια χειραγωγούμενη μαριονέτα μιας καλοσκηνοθετημένης θεατρικής παράστασης όπου σκηνοθέτης είναι τα διάφορα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα.

Για τον Μέγα Βασίλειο ο υποκριτής μέσα στην καθημερινή και κοινωνική ζωή είναι ένας πρωταγωνιστής, ένας ηθοποιός στην τραγωδία και το θέατρο της ματαιότητας. Αναφέρει χαρακτηριστικά: “υποκριτής είναι αυτός πού στο θέατρο υποδύεται διαφορετικό πρόσωπο. Έτσι και σε τούτη τη ζωή πολλοί ενεργούν όπως οι θεατρίνοι. Άλλα έχουν μέσα στην καρδιά τους και άλλα δείχνουν εξωτερικά προς τους ανθρώπους”. Ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής μάς λέγει ότι αν κάποιος σε επαινεί υποκριτικά, περίμενε κάποια ώρα και κατηγορία από τον ίδιο. Είναι αυτές οι “προσωπίδες συμπεριφοράς” ανθρώπων που θέλουν να σε πείσουν ότι σ’ αγαπάνε πολύ μόνο με μια απλή γνωριμία και χωρίς κάποιο προφανή λόγο, που κλαίνε διαβάζοντας τα φαντασιολογήματα των ποιητών, αλλά τα αληθινά βάσανα των ανθρώπων τα παρακολουθούν με αδιαφορία, όπως μας επισημαίνει ο Αθηναίος ρήτορας Ισοκράτης.
Η συμπεριφορά του σύγχρονου ανθρώπου δεν κατευθύνεται από ενδόμυχες, ψυχολογικές διαθέσεις ή ηθικές και πνευματικές προοπτικές, αλλά προσαρμόζεται στις απαιτήσεις των άλλων. Υποκύπτει στον καθωσπρεπισμό, όσο και αν αυτό του κοστίζει σε αυθεντικότητα, σκέπτεται, επικοινωνεί, ντύνεται και καταναλώνει όπως ο κοινωνικός περίγυρος επιβάλλει να το κάνει. Η κοινωνική αποδοχή και καταξίωση ανάγονται σε βασικό κριτήριο αξιολόγησης της συμπεριφοράς διότι έχουμε γαλουχηθεί να μας θαυμάζουν, να μας δίνουν συγχαρητήρια για τα όποια επιτεύγματά μας, να μας κολακεύουν. Αλλοιώνεται μέσα η εικόνα μας και φτιάχνουμε ένα τέλειο προσωπείο για να επιβιώσουμε σε έναν κόσμο που μας θέλει τέλειους.
Ο κοινωνικός ρόλος, με αυτόν τον τρόπο, υποκαθιστά το προσωπικό ήθος. Μας διδάσκει ο όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: “όσο προχωρεί η κοσμική ευγένεια, τόσο χάνεται η απλότητα, η χαρά και το φυσικό ανθρώπινο χαμόγελο”. Βέβαια, συχνά χρειάζεται να κάνουμε κάποιες τυπικές ενέργειες, όπως το να καλημερίσουμε, να χαμογελάσουμε, ή να καλέσουμε κάποιον στο σπίτι μας, χωρίς κατά βάθος να το επιθυμούμε την ώρα που τα κάνουμε. Αυτά όμως, κατά τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, μπορεί να μην συνιστούν υποκρισία, αν κίνητρό μας είναι να πολεμήσουμε άλλα πάθη όπως αυτό της μνησικακίας και της εχθρότητας. Μας προτρέπει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: “Αν δε μπορείς, μολονότι πάλεψες πολύ, να διαλύσεις τη μνησικακία, δείξε στον εχθρό σου, έστω με λόγια, ότι μετενόησες. Έτσι θα ντραπείς την παρατεινομένη υποκρισία σου, και θα τον αγαπήσεις ολοκληρωτικά, κεντώμενος και καιόμενος σαν με πυρ από τις τύψεις της συνειδήσεως”. Αυτή λοιπόν η «υποκριτική» μας στάση ίσως γίνει αφορμή να ξυπνήσουμε την εσωτερική καλή μας διάθεση και να καταφέρουμε πράγματι να είμαστε καλοί, ευγενείς, διαπνεόμενοι από αγάπη προς τους συνανθρώπους μας. Κατά συνέπεια βασικό κριτήριο για να ορίσουμε μια πράξη ως υποκριτική ή απλά ευγενική είναι τι είδους κίνητρα, ιδιοτελή ή ανιδιοτελή αντίστοιχα, τη διαποτίζουν.

 

πηγή

Το κελλί μας διανυκτερεύει – Ποιοι προσεύχονται για μας απόψε;

Απόψε στο Άγιο Όρος και σε άλλα μοναστικά-πνευματικά κέντρα της Ορθοδοξίας σε όλο τον κόσμο, κάποιοι ταπεινοί άνθρωποι αγρυπνούν κάνοντας προσευχή για όλο τον κόσμο.
Κάποιοι ερημίτες σε δάση και σπηλιές, κάποιοι μοναχοί σε μικρά κελλιά, άγνωστοι σε μας αλλά γνωστοί στο Θεό, πιθανόν όμως και ολόκληρες μοναστικές αδελφότητες, διανυκτερεύουν προσευχόμενοι για σένα, αδελφέ μου, αδελφή μου, για μένα, για τους δικούς μας, για όλη την ανθρωπότητα.
Δεν προσεύχονται μόνο για να σώσουν την ταπεινή ψυχούλα τους, αλλά για τη βοήθεια, την ευλογία και τη σωτηρία όλου του κόσμου. Αυτό είναι το έργο των μοναχών στην Ορθοδοξία – και δευτερευόντως κάνουν και πολλά άλλα πνευματικά και κοινωνικά έργα.
Αλλά και ιερείς μέσα στον κόσμο, καθώς και λαϊκοί, δηλ. όχι ιερείς και μοναχοί, υπάρχουν, που προσεύχονται με φλόγα αγάπης για όλο τον κόσμο και κάποιοι απ’ αυτούς ξενυχτούν απόψε για σένα, χωρίς να σε γνωρίζουν. Ξενυχτούν για τον πονεμένο, το δυστυχισμένο, τον αδικημένο, για κάθε ψυχή.
Και ο Θεός ακούει. Η Παναγία ακούει. Οι άγιοι ακούνε. Μπορεί να φαίνεται πως δεν ακούνε, αλλά όταν φανεί ότι ακούνε, θα φανεί για τα καλά.

Ο γέροντας Πορφύριος έβλεπε τις νυχτερινές προσευχές των Αγιορειτών ν’ ανεβαίνουν στον ουρανό σαν καπνοί λιβανιού. Ο γέροντας Σωφρόνιος, κατά την προσευχή του υπέρ όλου του κόσμου, ένιωθε την κακία των ανθρώπων να βαραίνει σα σκοτεινό σύννεφο την καρδιά του. Πρόσθετε όμως ότι, αν δεν υπήρχαν άνθρωποι που προσεύχονται με ένταση υπέρ του κόσμου, η «εξουσία του σκότους» θα ισχυροποιούσε την κυριαρχία της σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι σήμερα (Περί προσευχής, 1994, σελ. 93-94).
Ο άγιος Βαρσανούφιος είχε πει πως οι προσευχές τριών αγίων της εποχής του εμπόδιζαν την καταστροφή του κόσμου: κάποιου από τους Αγίους Τόπους, ενός Ηλία από την Κόρινθο και ενός Ιωάννη από τη Ρώμη.

Αυτοί λοιπόν είναι οι ξενύχτηδες του Θεού. Οι ξενύχτηδες που φροντίζουν όχι να λυθούν ως διά μαγείας αυτόματα τα προβλήματά μας, αλλά να μένει κάποιο Φως ανοιχτό, για να βρίσκουμε το δρόμο μέσα στη Νύχτα και να τον δείχνουμε και σε άλλους με την αγάπη και την ιεραποστολή μας. Οι ξενύχτηδες κάθε νύχτας…
Μη σταματάς, αδελφέ μου, αδελφή μου, ένωσε την προσευχή σου μαζί τους. Ένωσε την αγάπη σου με τη δική τους, ένωση την καρδιά σου με τη δική τους. Η Νύχτα προχωράει και χρειάζομαι το Φως σου κι εσύ το δικό μου και όλοι μαζί το Φως των προσευχών εκείνων των αφανών ορθόδοξων πνευματικών εργατών και – πάνω απ’ όλα – το Φως στο οποίο οδηγούν όλα αυτά τα μικρά Φώτα των προσευχών μας: το Φως του Χριστού, το Φως Που Δεν Είναι Φως Και Γνωρίζει Το Όνομά Μας.
Αναρωτιέμαι αν στις διάφορες αιρέσεις που έχουν γίνει μόδα και χιονοστιβάδα στην εποχή μας υπάρχουν πολλοί, ή έστω και ένας, που ξενυχτάει απόψε προσευχόμενος αθόρυβα και ταπεινά για όλο τον κόσμο… Αν υπάρχει, ο Θεός ας τον ελεήσει κι ας λάμψει μέσα του το Φως της Αλήθειας και της Αγάπης.

πηγή