Πώς συμβιβάζεται η κόλαση με τη δικαιοσύνη και την αγάπη του Θεού;

Ας δούμε τι μας λέει γι’ αυτό το θέμα ο λόγος του Θεού, για να μην παρεξηγούμε τα πράγματα. Η κόλαση υπάρχει και είναι αιώνια. Χρησιμοποιώντας αλληγορικές εκφράσεις ο Κύριος την ονομάζει «γέενναν του πυρός», «σκώληκα ακοίμητον», «πυρ αιώνιον» (Ματθ. ε΄ 22, Μαρκ. θ΄ 48). Με όλες αυτές τις εκφράσεις θέλει η Αγία Γραφή να μας διδάξει όχι απλώς την ύπαρξη της αιώνιας κόλασης, αλλά και το ατελεύτητο της φοβερής οδύνης.

Η Αγία Γραφή διδάσκει, ότι η αμαρτία είναι το «κεντρί του θανάτου» (Α΄ Κορ. ιε΄ 56) και «όταν ωριμάσει γεννά το θάνατο» (Ιακ. α΄ 15), δηλαδή το χωρισμό του ανθρώπου από τη ζωή, που είναι ο Χριστός (Ιω. α΄ 4, ια΄ 25).

Όπως ο άνθρωπος, όταν αμαρτάνει στη ζωή αυτή, απομακρύνεται από την κοινωνία του Θεού, έτσι και μετά το θάνατο μένει χωρισμένος από το Θεό και δεν μπορεί να βλέπει το πρόσωπο του Θεού και να χαίρεται. Οι πατέρες της Εκκλησίας λένε ότι ο άνθρωπος του κακού δεν μπορεί ούτε και το πρόσωπο του αδελφού του να δει· ότι ζει έντονα το συναίσθημα της μοναξιάς, το οποίο είναι γι’ αυτό ανέκφραστη κόλαση.

Χαρακτηριστικό είναι για το θέμα αυτό ένα περιστατικό, το οποίο διηγείται το « Γεροντικό » από τη ζωή του Αββά Μακαρίου:

«Είπε ο Αββάς Μακάριος: Όταν κάποτε περπατούσα στην έρημο βρήκα ριγμένο στο έδαφος το κρανίο ενός νεκρού. Το μετακίνησα λίγο με το ραβδί και το κρανίο μού μίλησε. Τότε του λέω «ποιος είσαι εσύ;» και το κρανίο μου αποκρίθηκε: «εγώ ήμουν ιερέας των ειδώλων και των Ελλήνων που έμεναν στον τόπο αυτό. Κι εσύ είσαι ο Μακάριος ο Πνευματοφόρος. Την ώρα που σπλαχνίζεσαι εκείνους που βρίσκονται στην κόλαση και προσεύχεσαι γι’ αυτούς, ανακουφίζονται λίγο. Όσο απέχει ο ουρανός από τη γη, τόση είναι κι η φωτιά κάτω από μας, που βρισκόμαστε μέσα στη φωτιά από τα πόδια ως το κεφάλι. Και δεν μπορεί κανείς να δει κάποιον πρόσωπο με πρόσωπο, αλλά η πλάτη του καθενός είναι κολλημένη στην πλάτη του άλλου. Όταν, λοιπόν, εύχεσαι για μας, βλέπει κανείς λίγο το πρόσωπο του άλλου. Αυτή είναι η ανακούφιση».

Η απλή αυτή διήγηση φανερώνει όλη τη φρίκη, που θα ζήσουν οι άδικοι άνθρωποι, που δεν έμειναν πιστοί στην αγάπη και στην κοινωνία με το Θεό και με τους αδελφούς, αλλά αδίκησαν και πρόδωσαν την αγάπη αυτή. Οι άνθρωποι αυτοί, επειδή δε θα ζήσουν σε κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό, δε θα μπορούν να βλέπουν ούτε και το πρόσωπο των άλλων ανθρώπων. Θα στερηθούν, δηλαδή, εκείνο το οποίο οι ίδιοι απέρριψαν στη ζωή τους: την αληθινή κοινωνία με το Θεό και τους αδελφούς και την άρρηκτη και ανέκφραστη χαρά , η οποία είναι καρπός της κοινωνίας αυτής.

Αυτή η τιμωρία των αμαρτωλών λέγεται και αιώνιος θάνατος ή δεύτερος θάνατος. Ο πρώτος θάνατος, ο φυσικός θάνατος, είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα. Αιώνιος ή δεύτερος θάνατος είναι ο χωρισμός του ανθρώπου από το Θεό. Ο Θεός είναι αγάπη, αλλά είναι και δικαιοσύνη και «δεν μπορεί» να σώσει κάποιον, αν εκείνος δεν το θέλει. Όσοι πάνε στην Κόλαση, πάνε οικειοθελώς σ’ αυτήν. Οι άνθρωποι αυτοί λένε κατάμουτρα στον Κύριο: «Φύγε μακριά μου! Δε θέλω να ξέρω τα θελήματά Σου» (Ιώβ κα΄ 14). Αυτό δε σημαίνει ότι ο Θεός δε θα αγαπά τους κολασμένους. Θα τους αγαπά, αλλά αυτοί δε θα τον αγαπούν. Εκεί, που ο κόσμος της πλάνης και των πλαστών διασκεδάσεων θα έχει σβήσει, η μοναξιά του κολασμένου θα είναι αφόρητη. Και ας μην ξεχνάμε ότι η πόρτα της μοναξιάς ανοίγει από μέσα.

πηγή

Έπλασε πονηρούς ανθρώπους ο Θεός;

Δεν έπλασε πονηρούς ανθρώπους ο Θεός. Ο Θεός τα έπλασε όλα «καλά λίαν». Μας έπλασε χωρίς κανένα ψεγάδι.

Τότε γιατί συμπεριφέρεται με πονηριά ο άνθρωπος;

Ο άνθρωπος στον Παράδεισο πριν από την πτώση δεν ήταν πονηρός. Άρχισε να πονηρεύει μετά από το προπατορικό αμάρτημα από δική του υπαιτιότητα. Δεν προσέχει, συγκατατίθεται στο κακό, αποκτά πείρα του κακού και πονηρεύει η προαίρεσή του.

Κατ’ εξοχήν πονηρός είναι ο διάβολος. Αλλά και ο διάβολος δεν ήταν εξ αρχής πονηρός. Ήταν αγαθός άγγελος, και μάλιστα αρχηγός αγγελικού τάγματος, και ονομαζόταν Εωσφόρος. Με τη δική του ελεύθερη θέληση υπερηφανεύθηκε. Κι από τότε πονήρεψε τόσο πολύ που έγινε η προσωποποίηση της πονηρίας, ο κατ’ εξοχήν πονηρός.

Το ίδιο και ο άνθρωπος από τη φύση του δεν είναι πονηρός. Πονηρός γίνεται με την ελεύθερη θέλησή του. Όσο πιο πολύ εξομοιώνεται με τον διάβολο, τόσο πιο πολύ πονηρεύει. Γίνεται κακοήθης, ανειλικρινής, πανούργος. Μελετάει πονηρά εναντίον των συνανθρώπων του: πώς θα τους αδικήσει, πώς θα τους ζημιώσει, πώς θα τους παραγκωνίσει, πώς θα τους βλάψει, και τα όμοια.

Ο ιερός Χρυσόστομος μας παρακινεί να εξετάζουμε τον εαυτό μας με τι αισθήματα συμπεριφερόμαστε στους αδελφούς: «εἰ μετά δόλου καί πονηρᾶς γνώμης πρός τόν ἀδελφόν διελέχθης, εἰ διά τοῦ στόματος αὐτόν ἐπαινῶν καί τῆς γλώττης, κατά διάνοιαν ἐκάκωσας καί ἐφθόνησας αὐτῷ».

Πόσο θαυμάσια είναι η παρατήρηση του Χρυσορρήμονος! Όταν ο άνθρωπος πονηρεύει, μπορεί κατά το φαινόμενο να συνομιλεί με τον αδελφό του εγκάρδια και φιλικά, αλλά στην καρδιά του υπάρχει κακία και δόλος! Μπορεί με τα λόγια να επαινεί τον συνάδελφό του, να του φέρεται με ευγένεια και φιλοφρονήσεις, αλλά εσωτερικά με πονηρούς διαλογισμούς θέλει σαν άλλο θηρίο να πέσει πάνω του και να του κάνει κακό, να τον πληγώσει θανάσιμα, να τον κατασπαράξει. Για όλα αυτά ευθύνεται η πονηρή προαίρεσή μας. «Ἡ πονηρά προαίρεσίς ἐστιν ἡ ρίζα τῶν κακῶν», σημειώνει ο ιερός Χρυσόστομος.

Η πονηρία δεν είναι εξυπνάδα. Είναι ασθένεια της προαιρέσεως, και μάλιστα πολύ βαριά. Διαστρέφει τόσο πολύ την προσωπικότητά μας, που μας κάνει να μη μοιάζουμε πλέον με τον Θεό, που είναι πανάγαθος, ανεξίκακος και πολυέλεος, αλλά να μοιάζουμε με τον διάβολο, που είναι παγκάκιστος και παμπόνηρος.

Αλήθεια, πόσο μεγάλη διάβρωση έχει επιφέρει η αμαρτία στην ψυχή μας, πόσο μεγάλη διαστροφή στην προαίρεσή μας! Τι καθαρότητα, απλότητα, αθωότητα είχαν οι πρωτόπλαστοι στον Παράδεισο πριν από την πτώση, και πόσο πονηροί, πανούργοι, υποκριτές γινόμαστε οι απόγονοί τους, επειδή αμαρτάνουμε!

Χρειάζεται να αποστραφούμε τα πονηρά καμώματα και να επιστρέψουμε στην απλότητα, την ειλικρίνεια των αισθημάτων, την αφελότητα της καρδιάς, την ανεξικακία και την αθωότητα! Η θέλησή μας να μη συντάσσεται με το κακό αλλά με το αγαθό. Να μην σκεφτόμαστε το πονηρό, αλλά «ὅσα ἐστίν ἀληθή, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἀγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα…» (Φιλιπ. δ΄ 8). Να μην επιτρέπουμε το δηλητήριο της αμαρτίας να δηλητηριάζει τη ζωή μας, αλλά να αφήνουμε τη Χάρη του Θεού να αγιάζει το εσωτερικό μας, να εξαγνίζει την καρδιά μας, τις σκέψεις μας, τα λόγια μας, τα έργα μας, τα αισθήματά μας, τις διαθέσεις μας, τους πόθους μας! Να καλλιεργούμαστε πνευματικά, για να εξαγιάζεται και η προαίρεσή μας. Από πονηρή να γίνεται «φιλάγαθος προαίρεσις»!

Ο Κύριος μας καλεί να στραφούμε και να γίνουμε σαν τα μικρά παιδιά, τα οποία από τη φύση τους είναι αθώα, άκακα και απονήρευτα (Ματθ. ιη’ 3). Αυτό σημαίνει ότι η πονηρή προαίρεσή μας διορθώνεται. Αρκεί να αποβάλουμε την πονηρία, που ως επείσακτη κακία έρχεται και μας κυριεύει, και να καλλιεργούμε τις χριστομίμητες αρετές, που εξαγνίζουν το εσωτερικό μας και το εξαγιάζουν.

Απόσπασμα από άρθρο του περιοδικού «Ο Σωτήρ», αριθ. 1988

πηγη

Γέρων Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης: Σοφές συμβουλές προς όλους

Το να γνωρίζουμε την πονηρία των ανθρώπων, δηλαδή το κακό που κάνουν οι άλλοι, μικρό ή μεγάλο, μας αλλοιώνει την λογική, μας εξασθενίζει τις δυνάμεις μας, διότι δεν συμμαρτυρεί με τον Θεό.

Τελικά έχουμε αδιαλείπτως έναν πειρασμό μπροστά μας.

Γι’ αυτό δεν πρέπει να θέλουμε να μαθαίνουμε, να γνωρίζουμε τί κάνει ο άλλος. Αν έρθουν αν μου μιλήσουν για άλλους, θα τους κλείσω το στόμα ή θα σηκωθώ να φύγω. Και αν κάποιος έρθει να μου πει τον πόνο του, θα του πω, δεν έχεις Γέροντα; στον Γέροντά σου να μιλήσεις.

Και αν μου απαντήσει ότι δεν έχει, θα του πω: Να βρεις! Εγώ δεν είμαι Πνευματικός…πήγαινε να βρεις έναν Πνευματικό που θα μπορεί να σε παρακολουθεί. Ξέφυγε δηλαδή εσύ την αμαρτία του άλλου. Όσο μένεις άτρωτος από τα κακά του άλλου, τον βοηθάς.

Διότι , μόλις ο άλλος σου πει κάτι κακό, αμέσως ξεπέφτει στα μάτια σου και μειώνεται η αγάπη σου, όσο και αν νομίζεις ότι τον βοηθάς. Έτσι είμαστε εμείς οι άνθρωποι. Καταστρέφεται όλως διόλου η αγάπη μας και προς τον Θεόν και προς τους ανθρώπους, εφ’ όσον αναμειγνυόμεθα στην ιδιωτική ζωή τους. Αυτή είναι υπόθεση μόνο του αρμοδίου προσώπου και ποτέ εμού του μοναχού ή λαϊκού.

Το να αγαθοποιώ όσους με κακοποιούν, με οδηγεί στην ειρήνη. Διότι όλοι οι άνθρωποι τελικώς μας βάζουν προσκόμματα. Με έναν λόγο, με ένα βλέμμα, με το περπάτημά τους, με την χαρά τους, με την λύπη τους, παρεμβαίνουν στην πορεία μας. γι’ αυτό χρειάζεται φόβος και τρόμος, μην τυχόν και αντιδράσωμε στα προσκόμματα που μας βάζουν και διασαλευθή η ειρήνη του νου και της καρδιάς μας, μήπως δηλαδή προκαλέσωμε τον χωρισμό από τον Θεόν.

Χρειάζεται φόβος και τρόμος, μην τυχόν και περιφρονήσω τον αδελφό μου, μην τυχόν νομίζω ότι αυτός είναι υπεύθυνος για τις συμφορές μου, διότι αυτό είναι ξεπεσμός μου από τον Θεόν.

Ο άγιος Ισαάκ τονίζει: «Ουδέποτε φταίει ο άλλος για κάποιο παράπτωμα, πάντοτε φταις εσύ». Δεν σου φταίει ο άλλος επειδή εσύ κουράσθηκες, αμάρτησες, δυσπίστησες, αλλοιώθηκες. Βλέπεις κάποιον να τρώη με τα χέρια του και αγανακτείς. Αυτό δείχνει σαφώς ότι δεν άρχισες ακόμη την πνευματική σου ζωή. Η άσκησίς σου είναι στα προοίμια.

Για να μπορέσης να ξεπεράσης αυτούς του σκοπέλους, να αγαθοποιής όποιον σε κακοποιεί. Σκόρπα, όσο μπορείς, αγαθότητα. Είσαι στον κόσμο; Μπορείς να του βρεις δουλεία. Είναι στο μοναστήρι; Εάν σε καταρασθή, να τον ευλογήσης, εάν σε χτυπήση από την δεξιά σιαγώνα, να του πης, χτύπα με και από την άλλη. Δείξε την αγάπη σου, ανάλογα με το πώς σου ανοίγει δρόμο ο ίδιος ο Θεός.

Όμως διαρκώς συμβαίνουν στην ζωή μας απρόοπτα. Έρχεσαι στο μοναστήρι για να βρης πνευματική ζωή, και συναντάς κακούς. Είναι απρόοπτο. Ζητάς κελλί από την πλευρά του μοναστηριού που δεν έχει υγρασία, το αποκτάς, διαπιστώνει όμως ότι η θάλασσα σου προκαλεί αλλεργία, οπότε δεν μπορείς να χαρής ούτε την ημέρα ούτε την νύχτα. Αμέσως θα σου πη ο λογισμός, σήκω να φύγης. Είναι απρόοπτο. Σε πλησιάζω με την ιδέα ότι είσαι καλός άνθρωπος και βλέπω ότι είσαι ανάποδος. Απρόοπτο.

Παρουσιάζονται συνεχώς απρόοπτα ενώπιόν μας, διότι έχομε θέλημα και επιθυμίες. Τα απρόοπτα είναι αντίθετα προς το θέλημα και την επιθυμία μας, γι’ αυτό και μας φαίνονται απρόοπτα, στην ουσία όμως δεν είναι. Διότι άνθρωπος που αγαπά τον Θεόν προσδοκά τα πάντα και λέγει πάντοτε «γενηθήτω το θέλημά σου». Θα έρθη βροχή, λαίλαπα, χαλάζι, κεραυνός; « Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον». Επειδή αυτά κοστίζουν στην σαρκικότητά μας, γι’ αυτό εμείς τα βλέπομε ως απρόοπτα.

Για να μην ταράσσεσαι λοιπόν κάθε φορά και στεναχωριέσαι, για να μην αγωνιάς και προβληματίζεσαι, να τα περιμένης όλα, να μπορής να υπομένης ό,τι έρχεται. Πάντα να λες, καλώς ήλθες αρρώστια, καλώς ήλθες αποτυχία, καλώς ήλθες μαρτύριο. Αυτό φέρνει την πραότητα, άνευ της οποίας δεν μπορεί να υπάρχει καμία πνευματική ζωή.

 

 

Πόσο έτοιμοι είμαστε να αλλάξουμε τη ζωή μας;

Η Εκκλησία ζητά από εμάς να προσδιορίζουμε την πορεία της ζωής μας κάθε στιγμή.

Να μην παραδίδουμε τον εαυτό μας σε ό,τι δεν μας γεμίζει αληθινά. Να μην αφήνουμε την αμαρτία που γίνεται συνήθεια να μας καθιστά ανήμπορούς να κάνουμε νέα ξεκινήματα. Το βόλεμα είναι ίσως η πιο δύσκολη κατάσταση της ζωής μας.

Παγιδευόμαστε σε ό,τι έχουμε, ακόμη κι αν αυτό δεν μας δίνει ευτυχία και χαρά. Και όταν διαπιστώνουμε τα αδιέξοδά μας, δεν είμαστε έτοιμοι να ξεφύγουμε. Κολλάμε. Με αποτέλεσμα να παραδινόμαστε στην μιζέρια.
Ας το σκεφτούμε στις σχέσεις μας με τους άλλους. Με φίλους ή φίλες που βλέπουμε ότι δεν μας ταιριάζουν και ότι δεν μας βγάζει πουθενά. Φοβόμαστε να μη μείνουμε μόνοι μας και δεν κάνουμε νέα ξεκινήματα.

Ας το σκεφτούμε στο σχολείο. Αν ένα μάθημα δεν το πάρουμε καλά, τότε μας τυραννά συνέχεια. Γκρεμίζεται η αυτοπεποίθησή μας και είμαστε βέβαιοι ότι δεν θα τα καταφέρουμε. Φυσικό επόμενο να συμβεί τότε. Είναι αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Και τα παρατάμε. Δεν κάνουμε καινούριο ξεκίνημα κι όπου βγάλει.

Ας σκεφτούμε την πνευματική μας ζωή. Αν κάνουμε αμαρτίες, λάθη, αν ακολουθούμε συμπεριφορές ψεύτικές που δεν μας σώζουν, αλλά μας απομακρύνουν από το Θεό, παραδιδόμαστε στην πρόσκαιρη ευχαρίστησή τους ή στην αίσθηση ότι τα πράγματα δεν διορθώνονται. Ενώ όλα ξεκινούν από την μετάνοια και ευτυχώς ο Θεός δίνει πολλές δεύτερες και τρίτες ευκαιρίες.

Ας το δούμε σε συλλογικό επίπεδο. Ως κοινωνία αποδεχτήκαμε ένα μοντέλο πολιτισμού το οποίο μας παραπλάνησε και μας έδωσε ψεύτικες υποσχέσεις. Τώρα πληρώνουμε το κόστος. Υπάρχει λύση. Να ψάξουμε ποιοι είμαστε και σε Ποιον και τι πιστεύουμε. Και να ξαναβρούμε προσανατολισμούς.

Μετακόμιση και μετακομίσεις χρειαζόμαστε. Αρκεί να έχουμε την ταπείνωση να παραδεχθούμε ότι κάναμε ή κάνουμε λάθη. Και το νέο ξεκίνημα θα είναι ευκαιρία για γνήσιες αλλαγές. Ας το παλέψουμε από την εφηβεία και τα μαθητικά χρόνια, μέχρι κάθε ανθρώπινη σχέση, αλλά και σε συλλογικό επίπεδο. Κάθε στιγμή νέο ξεκίνημα. Με μεράκι και αφοσίωση. Και η πίστη θα μας βοηθήσει. Γιατί δεν είμαστε μόνοι μας. Αν πιστεύουμε στο Χριστό, Εκείνος μας δίνει δύναμη και φώτιση. Και θα μας στηρίξει στις επιλογές μας.

Λίγο καιρό πριν σταυρωθεί ο Χριστός μας έδειξε έναν δρόμο μοναδικό στη ζωή μας: αυτόν της μεταμόρφωσης. Μεταμόρφωση δεν σημαίνει μία εξωτερική αλλαγή κατ’ ανάγκην. Είναι η αλλαγή της διάθεσής μας έναντι του κόσμου, της αμαρτίας, του συμβιβασμού. Είναι ο φωτισμός μας να κάνουμε ένα νέο ξεκίνημα. Την ίδια στιγμή μεταμόρφωση είναι η κοινωνία μας με τον αληθινό Θεό που μας δίνει προορισμό και νόημα: υπάρχουμε για να ψάχνουμε το φως, να το ζούμε και να το μοιραζόμαστε, αλλάζοντας, όσο περνά από το χέρι μας, την πορεία της ζωής μας, από την καθημερινότητα ώς τα μεγάλα. Κι Εκείνος μας δίνει το Φως Του με διάφορους τρόπους και στην παρούσα και στην αιώνια ζωή. Είναι ένας δρόμος που αξίζει αληθινά.

πηγή

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ

Στην Ορθοδοξία ανέκαθεν ίσχυε ο κανών του Αποστόλου Παύλου: Το σώμα έχει πολλά μέλη και το κάθε μέλος έχει τη δική του αποστολή, που εκπληρούμενη συμβάλλει, με την αξία και την μοναδικότητά της, στη γενική αρμονία. Το να θέλουν όλα τα μέλη να εκτελούν την ίδια λειτουργία στο σώμα αποτελεί ένδειξη σοβαρής ασθένειας των ίδιων και του σώματος. «Δεν είναι όλοι απόστολοι ούτε όλοι προφήτες ούτε όλοι διδάσκαλοι. Δεν είναι όλοι θαυματουργοί ούτε όλοι θεραπευτές ούτε όλοι λαλούν γλώσσες κι ούτε όλοι ξέρουν πως να τις εξηγούν» (Α΄ Κορ. 12, 29-31). Είναι επίσης γνωστό το του Αποστόλου Παύλου: «ουκ ένι άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς είς εστέ εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. 3, 28). Ως εκ τούτου η παρουσία της γυναίκας στο σώμα της Εκκλησίας είναι ταυτόσημη και ισότιμη με εκείνη του άνδρα, διότι και οι δύο ως πιστοί και μέλη του ιδίου σώματος ενώνονται μεταξύ τους και μαζί με τη Θεία Κεφαλή του Σώματος σε μία «εν Χριστώ» ζωή.

          Η εξύψωση της γυναίκας βρίσκει την υψηλότερη έκφρασή της στο πρόσωπο της Παρθένου Μαρίας και ιδίως στη συμβολή της στην ενσάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού. Η Θεοτόκος Μαρία αποτελεί την θαυμαστή γυναίκα, το πρότυπο κάθε χριστιανού. Σε ολόκληρη όμως την ιστορία της Εκκλησίας μας συναντάμε γυναίκες-πρότυπα, γυναίκες Αγίες που με την αρετή τους υπηρέτησαν το Θεό και τον άνθρωπο.

          Ο Χριστιανισμός εξύψωσε πραγματικά και ουσιαστικά την γυναίκα. Δεν θα πρέπει να λησμονήσουμε τις μαθήτριες του Χριστού, όπως μας τις παρουσιάζουν οι ιεροί Ευαγγελιστές, είτε ως φιλόστοργους διακόνους του Χριστού, είτε ως αφοσιωμένες μαθήτριες, είτε ως τολμηρές μυροφόρες, είτε ως ευαγγελίστριες του μηνύματος της Αναστάσεως του Χριστού. Αλλά και ως συνεργάτιδες στο ιεραποστολικό έργο των Αποστόλων εμφανίζονται οι ευσεβείς γυναίκες και μνημονεύονται στα έργα τους. Αναφέρουμε τις γυναίκες που κατονομάζει ο Απόστολος Παύλος στο κεφάλαιο 16 της προς Ρωμαίους: «χαιρετίστε την Περσίδα, την αγαπητή…, χαιρετίστε τον Ρούφο, τον εκλεκτό εν Κυρίω, και τη μητέρα του και δική μου μητέρα», «χαιρετίστε τον Ακύλα και την Πρίσκιλλα, τους συνεργάτες μου, που πρόταξαν το στήθος τους για να με προστατεύσουν», «χαιρετίστε τον Ανδρόνικο και την Ιουνία…, που είναι επίσημοι ανάμεσα στους Αποστόλους και έγιναν χριστιανοί πριν από μένα…, χαιρετίστε την Τρύφαινα και την Τρυφώσα, που κοπιάζουν στην υπηρεσία του Κυρίου».

          Όμως, ο σημαντικός και ο διακεκριμένος ρόλος των γυναικών εκφράζεται στην τυπολογική αναλογία Εύας-Μαρίας, στην οποία εμπεριέχεται μια «ανακύκληση», καθώς η ανυπακοή της Εύας αποκαταστάθηκε με την αποδοχή της βουλής του Θεού μέσω του Αγίου Πνεύματος από την Παρθένο Μαρία για την Ενσάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού. Η Εύα παρίσταται  ως η εκπέσουσα αρχαία ανθρωπότητα, η οποία για την παρακοή της «την κατάραν εισωκίσατο», ενώ η Μαρία ως η ανακαίνιση της αρχαίας πεσούσης ανθρωπότητος, η οποία συντελέσθηκε με τη Γέννηση του Χριστού και εμφανίζεται ως νέα ανθρωπότητα, η «καινή εν Χριστώ κτίσις». Κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο με τη γέννηση του Νέου Αδάμ από τη Νέα Εύα έκλεισε ο κύκλος της δημιουργίας του ανθρώπου και θεμελιώθηκε θεολογικά η ισότητα των δύο φύλων.  

          Στα πλαίσια του γυναικείου έργου δεν πρέπει να παραλειφθεί η σπουδαιότητα του γυναικείου μοναχισμού, ο οποίος συνέβαλε στην ανύψωση της θέσης των γυναικών στην Εκκλησία. Δηλώνεται έτσι όχι μόνο ο κοινωνικός ρόλος και η προσφορά τους στην κοσμική ζωή, αλλά και η πνευματική τους δύναμη στο μοναχικό βίο. Ο μοναχισμός είναι ένα ιδιαίτερος τρόπος ζωής, τον οποίο εκούσια διάγουν άνδρες και γυναίκες και υπόκεινται στη δοκιμασία και την εγκράτεια ανάλογα με τις ιδιαίτερες κλίσεις τους. Γεγονός που αναιρεί την πεποίθηση για διάκριση αρσενικού και θηλυκού μέσα στην Εκκλησία, εφόσον και τα δύο φύλα έχουν το δικαίωμα να αναχθούν στο Θείο, επιτυγχάνοντας την υπεροχή τους ενώπιον του Θεού μέσα από ένα σχετικά δυσκολότερο δρόμο από εκείνον του εγκόσμιου βίου.

          Η ιδιαιτερότητα της γυναίκας και των λειτουργημάτων, που επιτελεί μέσα στην Εκκλησία, την καθιστά ισότιμο μέλος προς τον άνδρα. Το γεγονός ότι εξαιρούνται οι γυναίκες από το μυστήριο της ιεροσύνης, σε καμιά περίπτωση σημαίνει απόρριψη της μυστηριακής ιεροσύνης των γυναικών. Η Ιεροσύνη πρόκειται για Μυστήριο θεσμοθετημένο από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό, δοσμένο από Εκείνον μόνο στους Αποστόλους και στους συνεχιστές του έργου τους άνδρες-κληρικούς. Εξαίρεση δεν αποτέλεσε ούτε η ίδια η Θεοτόκος, μέσω της οποίας τελειοποιήθηκε το έργο της «εν Χριστώ» οικονομίας. Το παράδειγμα του Κυρίου ακολούθησαν και οι Απόστολοι, που δεν χειροτόνησαν γυναίκες. Από την πρακτική αυτή δεν απομακρύνθηκε η Εκκλησία στη διάρκεια του βίου της.

          Στη πορεία της ζωής της Εκκλησίας δεν έπαψαν οι γυναίκες να εργάζονται στο χώρο Της, σε έργα τόσο φιλανθρωπικά για τον κάθε άνθρωπο, όσο και στα έργα της ιεραποστολής και παρουσίας του χριστιανικού μηνύματος στο κόσμο. Η Ολυμπία, η Φοίβη, η Πενταδία, η Αμπρούκλα, η Σιβινιανή χειροτονούνται διακόνισσες και αφοσιώνονται στο πολύπλευρο έργο τους με ευλάβεια.

          Στο ίδιο έργο διακονίας αφοσιώνονται και πάρα πολλές γυναίκες στις μέρες μας. Η γυναίκα, αποκτώντας ενεργό ρόλο στη ζωή της ενορίας, δείχνει τον δρόμο προς τον εξανθρωπισμό της κοινότητας και συμβάλλει στην προσφορά της ευχαριστιακής σύναξης. Η γυναίκα ως ενορίτης, η γυναίκα ως παρασκευάστρια του προσφόρου, η γυναίκα ως εκκλησιαστική επίτροπος, η γυναίκα ως κατηχήτρια, ως διακόνισσα των έργων αγάπης, ως μοναχή, ως ψάλτρια, ως φιλάνθρωπος μετέχει στα εκκλησιαστικά πράγματα με επίγνωση, υπευθυνότητα και αποδοτικότητα.

          Πράγματι, οι γυναίκες είναι ισότιμες με τους άνδρες και μάλιστα κατέχουν το κέντρο της εκκλησιαστικής ζωής, ως αναπόσπαστα μέλη της Εκκλησίας. Ειδικότερα, η γυναίκα συμβολίζει την ίδια την Εκκλησία, τον ναό του Θεού, που δέχεται το σώμα των πιστών. Γι΄ αυτό άλλωστε και το διακονικό της έργο στην Εκκλησία είναι έργο αγάπης και φιλανθρωπίας προς τον πλησίον. Η συμβολική προσφορά της γυναίκας στην εκκλησιαστική ζωή είναι έργο που αγκαλιάζει όλο το ποίμνιο.

          Ο χριστιανισμός θεώρησε αυτονόητο να υψώσει ναούς σε γυναίκες, να τις υμνήσει με ύμνους και εικόνες, να υψώσει γυναικεία πρότυπα που κάθε γυναίκα μπορεί να κατακτήσει. Πρότυπα γυναικών που έφτασαν στη θέωση, ενώθηκαν με το Θεό, τέλεσαν θαύματα πριν και μετά την κοίμησή τους, δίδαξαν άντρες, αντιστάθηκαν σε αυτοκράτορες, άντεξαν φρικτά βασανιστήρια και συμβούλεψαν ακόμη και οικουμενική σύνοδο.

          Κλείνοντας, ας δούμε μερικά από τα πρότυπα αυτά: Η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή («η τέτραθλος και ανδρεία γυνή» κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο), η Φωτεινή και η Μαριάμνα (μαθήτριες του Χριστού), η Αγία Μεγαλομάρτυς Αικατερίνα η Πάνσοφος, η οποία εμφανίστηκε ενώπιον του αυτοκράτορα και τον κάλεσε με παρρησία να σταματήσει το διωγμό κατά των χριστιανών. Οι Αγίες μεγαλομάρτυρες, από 16 έως 20 ετών, Κυριακή, Ειρήνη, Παρασκευή, Μαρίνα, Αναστασία, Καλλιόπη, που αψήφησαν τη ρωμαϊκή κοσμοκρατορία και προτίμησαν τα βασανιστήρια μέχρι θανάτου από το να αποκαλέσουν «Κύριο και Θεό» τον αυτοκράτορα. Η Αγία Μελάνη που μαζί με τον άντρα της σκόρπισε την περιουσία της απελευθερώνοντας αιχμαλώτους και κατέληξε πνευματική μητέρα της γυναικείας μοναστικής αδελφότητας. Η Αγία Ειρήνη του Χρυσοβαλάντου, πνευματική μητέρα πατριαρχών, που υψωνόταν στον αέρα και λύγιζαν τα κυπαρίσσια όταν προσευχόταν. Η Αγία Ματρώνα η Χιοπολίτιδα που έζησε στη Χίο το 15ο αιώνα και τέλεσε αμέτρητα θαύματα και εν ζωή και μετά την κοίμησή της.

          Ας αναφέρουμε όμως και μερικές ευσεβείς μητέρες Αγίων, που εκπλήρωσαν με τον καλύτερο τρόπο την ύψιστη αποστολή της μητρότητας: ανέθρεψαν Αγίους. Ανάμεσά τους βρίσκονται η Αγία Ευβούλη μητέρα του γιατρού Αγίου Παντελεήμονα, η Αγία Άννα μητέρα του προφήτη Σαμουήλ, η Αγία Θεοδότη μητέρα των Αγίων γιατρών Κοσμά και Δαμιανού των Αναργύρων, η Αγία Εμμέλεια μητέρα του Μεγάλου Βασιλείου, η Αγία Νόννα μητέρα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, η Αγία Ανθία μητέρα του Αγίου Ελευθερίου.

          Υπάρχουν επίσης και θαυμαστά ζεύγη Αγίων, όπως οι Άγιοι Ιωακείμ και Άννα (γονείς της Παναγίας), ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ (γονείς του Προδρόμου), η Πολυχρονία και ο Γερόντιος (γονείς του Αγίου Γεωργίου), η Θεοπίστη και ο Ευστάθιος (μαρτύρησαν με τα παιδιά τους) και αμέτρητοι άλλοι.

          Εν κατακλείδι, όλες αυτές οι Αγίες τιμήθηκαν και τιμώνται από τους Χριστιανούς, υμνούνται από τους Επισκόπους, εγκωμιάζονται από τους Πατέρες της Εκκλησίας, βιογραφήθηκαν και οι βιογραφίες τους διαβάζονται στην Εκκλησία και στα μοναστήρια κατά την ημέρα τιμής της μνήμης τους. Συνεπώς ο Χριστιανισμός εξύψωσε πραγματικά και ουσιαστικά τη γυναίκα.

Συγγραφή: Λαζάρω Παναγιώτου

Επιμέλεια: Ρένος Κωνσταντίνου

πηγή

«Αυτή είναι η αιτία που η πλειοψηφία των ανθρώπων φτάνει να είναι ψυχικά άρρωστη»(Όσιος Αμφιλόχιος του Ποτσάεφ)

Ὁ στάρετς Ἰωσὴφ θεράπευε διάφορες ἀσθένειες. Ὑποστήριζε πὼς οἱ μισοὶ ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς θεραπεύονταν, ἐνῶ οἱ ἄλλοι μισοὶ ἔφευγαν ἀθεράπευτοι. Ὁ Θεὸς δὲν ἐπέτρεπε νὰ θεραπευτοῦν, ἐπειδὴ ἡ θεραπεία τους δὲν θὰ ἦταν ὠφέλιμη γιὰ τὴ σωτηρία τους, ἀλλὰ θὰ προκαλοῦσε τὸν πνευματικό τους θάνατο.

Πολλὲς φορὲς οἱ δαιμονισμένοι τοῦ προκαλοῦσαν πολλὰ προβλήματα. Οἱ οἰκεῖοι του τὸν προέτρεπαν νὰ μὴ δέχεται στὸ σπίτι δαιμονισμένους, ἐπειδὴ οἱ δαίμονες ἐκδικοῦνταν ὅλους ἐκείνους ποὺ ἔμεναν ἐκεῖ. Ὁ γέροντας τοὺς ἀπαντοῦσε: «Ἡ ὑπομονὴ εἶναι δύσκολο πράγμα, ὅμως δὲν πρέπει νὰ φοβόμαστε τοὺς δαίμονες!»

Ὁ κῆπος τοῦ γέροντα ἦταν ποτισμένος μὲ τὰ δάκρυα τῶν πονεμένων καὶ ἄρρωστων ἀνθρώπων, ποὺ ἐπιθυμοῦσαν νὰ γίνουν καλά. Πολλὲς φορὲς ἔλεγε πὼς τὰ παιδιὰ στὶς μέρες μας γίνονται ἀνυπάκουα, ὑπερήφανα καὶ χωρὶς ντροπή, ἐνῶ ἀργότερα φτάνουν στὸ σημεῖο νὰ δαιμονίζονται. Αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους τοὺς προέτρεπε νὰ δείχνουν ταπείνωση καὶ νὰ ζητοῦν συγχώρεση ἀπὸ τοὺς γονεῖς τους.
Πρέπει νὰ ἔχεις μεγάλη Ἀγάπη στὴν καρδιὰ γιὰ νὰ μὴν ἀρνηθεῖς ποτὲ νὰ δεχτεῖς τὸν καθένα. Τὸ ἐκλεκτὸ αὐτὸ σκεῦος τοῦ Θεοῦ εἶχε τέτοια Ἀγάπη. Πάντα ἔβρισκε χρόνο γιὰ τὸν καθένα.

Ὁ ἀδελφὸς Ἰωάννης ἐπισκέφτηκε πολλὲς φορὲς τὸν γέροντα Ἰωσὴφ στὸ χωριὸ Ἰαλόβιτσα καὶ εἶδε ἐκεῖ πολλὲς θαυματουργικὲς θεραπεῖες. «Χωρὶς τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πιστεύω πὼς εἶναι ἀδύνατο νὰ γίνουν τέτοιες θαυματουργίες, ποὺ ἔκανε ὁ μεγάλος ἱκέτης τῆς Βολυνίας», ἔλεγε ὁ Ἰωάννης. Τὸ ἴδιο μπορεῖ νὰ πεῖ καὶ κάθε ἡλικιωμένος κάτοικος τοῦ Ποτσάεφ. Ὅπως καὶ χιλιάδες ἄνθρωποι ἀπ’ ὅλη τὴ χώρα ποὺ θεραπεύτηκαν ἀπὸ τὸ γέροντα Ἰωσήφ.

Κάποια φορά, μετὰ τὴν πρωινὴ προσευχή, ὁ στάρετς Ἰωσὴφ κλείστηκε στὸ κελί του γιὰ ἀρκετὴ ὥρα. Ὅταν βγῆκε, τοὺς χαιρέτησε ὅλους μὲ τὰ λόγια τοῦ προφήτη Ἠσαΐα: «Μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός, γνῶτε ἔθνη καὶ ἡττᾶσθε, ὅτι μεθ᾽ ἡμῶν ὁ Θεός!». ’Ἔπειτα ἄρχισε νὰ μιλάει γιὰ τὶς αἰτίες ποὺ εἶχαν φέρει ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἐκεῖ. Ἡ κύρια αἰτία, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ γέροντα, κρύβεται στὸ πνεῦμα τοῦ ἀθεϊσμοῦ, ποὺ «φυτεύεται στὸν ἄνθρωπο στὸ σχολεῖο. Οἱ μαθητὲς παρακολουθοῦνται, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μποῦν στὸν ναό, ἐπιχειρεῖται μία ἰδεολογικὴ ἐπεξεργασία μέσῳ τῆς ὁποίας ἐξευτελίζεται ἡ ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν πηγαίνει συχνὰ στὴν ἐκκλησία, ποὺ δὲν ἐξομολογεῖται καὶ δὲν κοινωνεῖ, δὲν γίνεται μέτοχος τῆς θείας χάριτος. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία ποὺ ἡ πλειοψηφία τῶν ἀνθρώπων φτάνουν νὰ εἶναι ψυχικὰ ἄρρωστοι». Ὁ γέροντας τοὺς συμβούλευε νὰ θεραπευτοῦν ἀπὸ τὴν ἀρρώστια αὐτὴ τοῦ αἰώνα μας μὲ τὴν προσευχή.

Στὸν γέροντα ἔρχονταν καὶ πολλοὶ νέοι ἄνθρωποι ποὺ παραπονοῦνταν πὼς εἶναι μελαγχολικοὶ καὶ ὑποφέρουν ἀπὸ ἀϋπνίες καὶ ἔλλειψη ὄρεξης. Αὐτοὺς ὁ γέροντας τοὺς ἔπαιρνε στὴ μέση τῆς αὐλῆς, τοὺς ἔλεγε νὰ κάνουν 450 ἐδαφιαῖες μετάνοιες καὶ τοὺς προέτρεπε νὰ κάνουν τὸ ἴδιο καὶ στὸ σπίτι τους κάθε βράδυ. Τοὺς συμβούλευε ἐπίσης νὰ φοροῦν στὸ λαιμό τους σταυρό, νὰ μὴν πίνουν, νὰ μὴν καπνίζουν, νὰ ἐκκλησιάζονται, νὰ νηστεύουν τὶς καθορισμένες ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νηστεῖες καὶ νὰ κοινωνοῦν. Τότε, σύμφωνα μὲ τὰ λεγόμενά του, ὅλα τὰ «νεῦρα» θὰ φύγουν καὶ θὰ γίνουν ὑγιεῖς. Πρόσθετε ἐπίσης πὼς μὲ τὰ νεῦρα αἰσθανόμαστε πόνο, ὅταν ὅμως ἡ ψυχὴ εἶναι ἄρρωστη δὲν σημαίνει πὼς εἶναι ἄρρωστα καὶ τὰ νεῦρα ἀλλὰ οἱ δαίμονες μᾶς βασανίζουν καὶ τότε χρειάζεται προσευχὴ γιὰ νὰ τοὺς νικήσεις.

Ὁ γέροντας ἀγαποῦσε πολὺ τὴ φύση. Τὴν αἰσθανόταν. Προσπαθοῦσε νὰ ὀμορφύνει τὴ γῆ μὲ λουλούδια καὶ διάφορα δέντρα. Σὲ ὅσα μέρη κι ἂν ἔζησε, ὅπως στὴ Λαύρα τοῦ Ποτσάεφ, στὸ κοιμητήριο τῶν μοναχῶν, στὴν Ἰαλόβιτσα, ἄφησε πίσω του ἕνα ζωντανὸ μνημεῖο μὲ καλλωπιστικὰ φυτὰ καὶ λουλούδια ἀλλὰ καὶ ὀπωροφόρα δέντρα.
Ἡ ἄνοιξη ἦταν γι’ αὐτὸν μία παραδεισιακὴ ἐποχή. Ὁ γέροντας ἔλεγε πὼς μέχρι τὴν ἐποχὴ τοῦ θερισμοῦ, ὅλη ἡ χλωρίδα, τὸ χορτάρι, τὰ λουλούδια, τὰ φύλλα τῶν δέντρων καὶ τὰ δεντρύλια εἶναι φρέσκα, λαμπερὰ καὶ γεμάτα ζωή, ἐνῶ μετὰ τὸν καιρὸ τοῦ θερισμοῦ ἔρχεται τὸ φθινόπωρο καὶ τὰ φύλλα ἀρχίζουν νὰ χάνουν τὸ χρῶμα τους, τὴ φρεσκάδα τους. Ἔτσι εἶναι κι ὁ ἄνθρωπος…

.Ὁ στάρετς Ἰωσὴφ εἶχε καλὴ καρδιά. Λυπόταν πολὺ γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν κακῶν ἀνθρώπων, ἐπειδὴ τὸ κακὸ δὲν εἶναι ἴδιον τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Τὸ κακὸ ἐμφανίζεται στὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν ἐπήρεια τῶν δαιμόνων, γι’ αὐτὸ κι οἱ κακοὶ ἄνθρωποι φτάνουν στὸ σημεῖο νὰ μοιάζουν μ’ αὐτούς.
«Κάθε ἁμαρτία τυλίγει τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ σὰν ἕνας ἱστὸς ἀράχνης, γιατί ἡ κακία εἶναι σὰν τὴν ἀτσάλινη κλωστή. Προσπάθησε νὰ τὴν σπάσεις. Κακοὶ ἄνθρωποι σκότωσαν τὸν τσάρο καὶ τώρα χλευάζουν τοὺς ὀρθοδόξους. Εἶναι μεγάλη εὐτυχία γιὰ μᾶς ποὺ ἀξιωθήκαμε νὰ γεννηθοῦμε ὀρθόδοξοι. Ἐπειδή, νά, πολλοὶ λαοὶ δυστυχῶς δὲν γνωρίζουν τὴν Ὀρθοδοξία», ἐπαναλάμβανε συχνὰ ὁ γέροντας.

Δέκα χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν ἁγιοκατάταξη τοῦ ἁγίου πατριάρχου Τύχωνος -μεγάλου ὁμολογητοῦ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως- ὁ γέροντας Ἰωσὴφ τὸν θεωροῦσε ἤδη ἅγιο καὶ εἶχε τὴ φωτογραφία του δίπλα ἀπὸ τὴν εἰκόνα τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέα.
Ὁ Γέροντας ἰσχυριζόταν πὼς οἱ ἐκπομπὲς τῆς τηλεόρασης ἀδειάζουν τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ τὴν παρεκκλίνουν ἀπὸ τὸ δρόμο τῆς σωτηρίας.
Μετὰ τὴν παρακολούθηση τέτοιων ἐκπομπῶν ὁ ἄνθρωπος δὲν θέλει νὰ προσευχηθεῖ- καὶ ἂν προσευχηθεῖ, θὰ τὸ κάνει μόνο μὲ τὰ χείλη, ἡ καρδιά του θὰ εἶναι μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Μία τέτοια προσευχή, κατὰ τὸν γέροντα, εἶναι «εἰς κατάκριμα».
«Ἡ σωτηρία δὲν εἶναι εὔκολο πράγμα», ἔλεγε ὁ γέροντας. «Ἐγὼ δὲν θὰ σᾶς δώσω τὴ σωτηρία “στὸ πιάτο”. Ἀγωνιστεῖτε καὶ προσευχηθεῖτε μόνοι σας. Ἂν θέλετε νὰ σωθεῖτε, γίνετε κουφοί, μουγγοὶ καὶ τυφλοὶ γιὰ τὸν κόσμο».

«ΟΣΙΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΟΥ ΠΟΤΣΑΕΦ»
(27.11.1897- 01.01.1971)
Μετάφραση Πρωτ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΟΝΙΣΠΟΛΙΑΤΗ.
Ἐπιμέλεια: ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ
Ἀθήνα 2015

πηγή

Απλοποιήστε τη ζωή σας!

Οἱ κοσμικοί λένε: «Καλότυχοι αὐτοί ποὺ ζοῦν στὰ παλάτια καὶ ἔχουν ὅλες τὶς εὐκολίες». Ἀλλʹ ὅμως μακάριοι εἶναι αὐτοί ποὺ κατόρθωσαν νὰ ἁπλοποιήσουν τὴν ζωή τους καὶ ἐλευθερώθηκαν ἀπὸ τὴν θηλειά τῆς κοσμικῆς αὐτῆς ἐξελίξεως τῶν πολλῶν εὐκολιῶν, ἴσον τῶν πολλῶν δυσκολιῶν, καὶ ἀπαλλάχθηκαν ἀπὸ τὸ φοβερό ἄγχος τῆς σημερινῆς ἐποχῆς μας. Ἄν δὲν ἁπλοποιήση τὴν ζωή τοῦ ὁ ἄνθρωπος, βασανίζεται. Ἐνῶ, ἄν τὴν ἁπλοποιήση, δὲν θὰ ἔχη αὐτὸ τὸ ἄγχος.

Ἕνας Γερμανός μία φορά στὸ Σινά εἶπε σὲ ἕνα Βεδουϊνάκι ποὺ ἦταν πανέξυπνο: «Ἐσύ εἶσαι ἔξυπνο, μπορεῖς νὰ μάθης γράμματα». «Καί μετά;», τὸν ρωτάει ἐκεῖνο. «Μετά θὰ γίνης μηχανικός». «Καὶ μετά;». «Μετά θʹ ἀνοίξης ἕνα συνεργεῖο αὐτοκινήτων». «Καί μετά;». «Μετά θὰ τὸ μεγαλώσης». «Καί μετά;». «Μετά θὰ πάρης καὶ ἄλλους νὰ δουλεύουν καὶ θὰ ἔχης πολύ προσωπικό». «Δηλαδή, τοῦ λέει, νὰ ἔχω ἕναν πονοκέφαλο, νὰ βάλω ἄλλον ἕναν πονοκέφαλο καὶ μετά νὰ βάλω καὶ ἕναν ἄλλον; Δὲν εἶναι καλύτερα τώρα ποῦ ἔχω ἥσυχο τὸ κεφάλι μου;». Ὁ περισσότερος πονοκέφαλος εἶναι ἀπὸ αὐτές τὶς σκέψεις, νὰ κάνουμε αὐτό, νὰ κάνουμε ἐκεῖνο. Ἄν ἦταν πνευματικές οἱ σκέψεις, θὰ ἐνίωθε κανεὶς πνευματική παρηγοριά καὶ δὲν θὰ εἶχε πονοκέφαλο.

Τώρα καὶ στούς κοσμικούς τονίζω πολύ τὴν ἁπλότητα. Γιατί πολλά ἀπὸ αὐτὰ ποὺ κάνουν, δὲν χρειάζονται καὶ τούς τρώει τὸ ἄγχος. Τούς μιλάω γιὰ τὴν λιτότητα καὶ τὴν ἀσκητικότητα. Συνέχεια φωνάζω: «Ἁπλοποιῆστε τὴν ζωή σας, γιὰ νὰ φύγη τὸ ἄγχος». Καὶ τὰ περισσότερα διαζύγια ἀπὸ ʹκει ξεκινοῦν. Πολλές δουλειές, πολλά πράγματα ἔχουν νὰ κάνουν οἱ ἄνθρωποι καὶ ζαλίζονται. Δουλεύουν καὶ οἱ δύο, πατέρας καὶ μάνα, ἀφήνουν καὶ τὰ παιδιά ἐγκαταλελειμμένα. Κούραση, νεῦρα – μικρό θέμα, μεγάλος καυγᾶς – αὐτόματο διαζύγιο μετά, ἐκεῖ φθάνουν. Ἄν ἁπλοποιοῦσαν ὅμως τὴν ζωή τους, θὰ ἦταν καὶ ξεκούραστοι καὶ χαρούμενοι. Αὐτὸ τὸ ἄγχος εἶναι καταστροφή!

Μία φορά βρέθηκα σὲ ἕνα σπίτι ποὺ ἦταν ὅλο πολυτέλεια καὶ, καθώς συζητούσαμε, μοῦ εἶπαν: «Ζοῦμε στὸν Παράδεισο, ἐνῶ ἄλλοι ἄνθρωποι στερούνται». «Ζῆτε στὴν κόλαση, τούς λέω. «Ἄφρον, ταύτη τῇ νυκτί»(91), εἶπε ὁ Θεὸς στὸν πλούσιο. Ἄν ὁ Χριστός μὲ ρωτοῦσε: «Ποῦ θέλεις νὰ σὲ βάλουμε, σὲ μία φυλακή ἤ σὲ ἕνα σπίτι σάν αὐτό;», θὰ ἔλεγα: «Σὲ μία σκοτεινή φυλακή». Γιατί ἡ φυλακή θὰ μὲ βοηθοῦσε. Θὰ μοῦ θύμιζε τὸν Χριστό, θὰ μοῦ θύμιζε τους ἁγίους Μάρτυρες, θὰ μοῦ θύμιζε τούς ἀσκητές ποὺ ἦταν στὶς ὀπές τῆς γής, θὰ μοῦ θύμιζε καλογερική. Ἡ φυλακή θὰ ἐμοίαζε καὶ λίγο μὲ τὸ κελλί μου καὶ θὰ χαιρόμουν. Αὐτὸ τὸ δικό σας τί θὰ μοῦ θύμιζε καὶ σὲ τί θὰ μὲ βοηθοῦσε; Γιʹ αὐτὸ οἱ φυλακές μὲ ἀναπαύουν καλύτερα ὄχι μόνον ἀπὸ ἕνα σαλόνι κοσμικό ἀλλὰ καὶ ἀπʹἕνα ὡραῖο κελλί μοναχοῦ. Χίλιες φορές στὴν φυλακή παρά σὲ ἕνα τέτοιο σπίτι».

Κάποτε ποὺ εἶχα φιλοξενηθῆ στὴν Ἀθήνα σʹ ἕναν φίλο μου, μὲ παρακάλεσε νὰ δεχθῶ ἕναν οἰκογενειάρχη πρίν φωτίση, γιατί ἄλλη ὥρα δὲν εὐκαιροῦσε. Ἦρθε λοιπόν χαρούμενος καὶ συνέχεια δοξολογοῦσε τὸν Θεό. Εἶχε καὶ πολλή ταπείνωση καὶ ἁπλότητα καὶ μὲ παρακαλοῦσε νὰ εὔχωμαι γιὰ τὴν οἰκογένειά του. Ὁ ἀδελφός αὐτός ἦταν περίπου τριάντα ὀκτώ ἐτῶν καὶ εἶχε ἑπτά παιδιά. Δυὸ τὸ ἀνδρόγυνο καὶ ἄλλοι δυὸ οἱ γονεῖς του, ἐν ὅλῳ ἕντεκα ψυχές, καὶ ἔμεναν ὅλοι σὲ ἕνα δωμάτιο. Μοῦ ἔλεγε μὲ τὴν ἁπλότητα ποὺ εἶχε: «Ὄρθιούς μας χωράει τὸ δωμάτιο, ἀλλά, ὅταν ξαπλώνουμε, δὲν μᾶς παίρνει, εἶναι λίγο στενόχωρα. Δόξα τῷ Θεῶ, τώρα κάναμε ἕνα ὑπόστεγο γιὰ κουζίνα καὶ βολευτήκαμε. Ἐμεῖς ἔχουμε καὶ στέγη. Πάτερ μου, ἐνῶ εἶναι ἄλλοι ποὺ μένουν στὴν ὑπαιθρο». Ἡ ἐργασία τοῦ ἦταν σιδερωτής. Ἔμενε στὴν Ἀθήνα καὶ ἔφευγε πρίν φωτίση, γιὰ νὰ βρεθῆ ἐγκαίρως στὸν Πειραιά ὅπου ἐργαζόταν. Ἀπὸ τὴν ὀρθοστασία καὶ τὶς πολλές ὑπερωρίες τὰ πόδια τοῦ εἶχαν κιρσούς καὶ τὸν ἐνοχλοῦσαν, ἀλλὰ ἡ πολλή ἀγάπη του πρὸς τὴν οἰκογένειά του τὸν ἔκανε νὰ ξεχνάη τούς πόνους καὶ τὶς ἐνοχλήσεις. Ἐλεεινολογοῦσε μάλιστα τὸν ἑαυτό τοῦ συνέχεια καὶ ἔλεγε ὅτι δὲν ἔχει ἀγάπη, γιατί δὲν κάνει καλωσύνες σάν Χριστιανός, καὶ ἐπαινοῦσε τὴν γυναίκα του ὅτι ἐκείνη κάνει καλωσύνες, γιατί ἐκτός ἀπὸ τὰ παιδιά καὶ τὰ πεθερικά της ποὺ φρόντιζε, πήγαινε καὶ ἔπαιρνε τὰ ροῦχα ἀπὸ τούς γέρους τῆς γειτονιᾶς, τὰ ἐπλένε, τούς συγύριζε καὶ τὰ σπίτια, τούς ἐφτίαχνε καὶ καμμιά σούπα. Ἔβλεπε κανεὶς στὸ πρόσωπο τοῦ καλοῦ αὐτοῦ οἰκογενειάρχη ζωγραφισμένη τὴν θεία Χάρη. Εἶχε μέσα τοῦ τὸν Χριστό καὶ ἦταν γεμάτος χαρὰ καὶ τὸ δωμάτιό του γεμάτο ἀπὸ παραδεισένια χαρά. Ἐνῶ αὐτοί ποὺ δὲν ἔχουν μέσα τούς τὸν Χριστό, εἶναι γεμάτοι ἀπὸ ἄγχος, καὶ δυὸ ἄνθρωποι νὰ εἶναι, δὲν χωρᾶνε μέσα σὲ ἕντεκα δωμάτια. Ἐνῶ οἱ ἕντεκα αὐτοί ἄνθρωποι μὲ τὸν Χριστό, χωροῦσαν μέσα σʹ ἕνα δωμάτιο.

Ἀκόμη καὶ πνευματικοί ἄνθρωποι, ὅσους χώρους καὶ νὰ ἔχουν, βλέπεις νὰ μή χωροῦν, γιατί μέσα τους δὲν ἔχει χωρέσει ὁ Χριστός ὁλόκληρος. Ἄν οἱ γυναῖκες ποὺ ζοῦσαν στὰ Φάρασα ἔβλεπαν τὴν πολυτέλεια ποὺ ὑπάρχει σήμερα, ἀκόμη καὶ σὲ πολλά Μοναστήρια, θὰ ἔλεγαν: «Θὰ ρίξη ὁ Θεὸς φωτιά νὰ μᾶς κάψη! Ἐγκατάλειψη Θεοῦ!». Ἐκεῖνες μάζευαν τὶς δουλειές τάκα‐τάκα. Πρωί‐πρωί ἔπρεπε νὰ βγάλουν τὰ γίδια, μετά νὰ συμμάσουν τὸ σπίτι. Ὕστερα πήγαιναν στὰ ἐξωκκλήσια ἤ μαζεύονταν στὶς σπηλιές, καὶ μία ποὺ ἤξερε λίγα γράμματα διάβαζε τὸ Συναξάρι τοῦ Ἁγίου της ἡμέρας. Μετά δωσʹ τοῦ μετάνοιες, ἔλεγαν καὶ τὴν εὐχή. Καὶ δούλευαν, κουράζονταν. Μία γυναίκα ἔπρεπε νὰ ξέρη νὰ ράβη ὅλα τὰ ροῦχα τοῦ σπιτιοῦ. Καὶ τὰ ἔρραβαν μὲ τὸ χέρι. Μηχανές τοῦ χεριοῦ λίγες εἶχαν σὲ καμμιά πόλη, στὰ χωριά δὲν εἶχαν. Ἄν ὑπῆρχε στὰ Φάρασα ὅλο καὶ ὅλο μία μηχανή τοῦ χεριοῦ. Ἔρραβαν ἀκόμη καὶ τοῦ ἄνδρα τὰ ροῦχα καὶ ἦταν πιὸ ἄνετα, καὶ τὶς κάλτες τὶς ἔπλεκαν στὸ χέρι. Εἶχαν γοῦστο, μεράκι, ἀλλὰ τούς περίσσευε καὶ χρόνος, γιατί τὰ εἶχαν ὅλα ἁπλά. Οἱ Φαρασιῶτες δὲν κοιτοῦσαν λεπτομέρειες. Ζοῦσαν τὴν χαρὰ τῆς καλογερικῆς. Καὶ ἄν, γιὰ παράδειγμα, ἡ κουβέρτα δὲν ἦταν καλά στρωμένη καὶ κρεμόταν λίγο ἀπὸ τὴν μία μεριά καὶ ἔλεγες: «Σιάξε τὴν κουβέρτα», θὰ σοῦ ἔλεγαν: «Σὲ ἐμποδίζει στὴν προσευχή σου;».

Αὐτήν τὴν χαρὰ τῆς καλογερικῆς οἱ ἄνθρωποι σήμερα δὲν τὴν γνωρίζουν. Νομίζουν ὅτι δὲν πρέπει νὰ στερηθοῦν, νὰ ταλαιπωρηθοῦν. Ἄν σκέφτονταν οἱ ἄνθρωποι λίγο καλογερικά, ἄν ζοῦσαν πιὸ ἁπλά, θὰ ἦταν ἥσυχοι. Τώρα βασανίζονται. Ἄγχος καὶ ἀπελπισία στὴν ψυχή. «Ὁ τάδε πέτυχε ποὺ ἐφτίαξε δύο πολυκατοικίες ἤ ποὺ ἔμαθε πέντε γλῶσσες κ.λπ.! Ἐγώ δὲν ἔχω οὔτε ἕνα διαμέρισμα, δὲν ξέρω οὔτε μία ξένη γλώσσα. Ὤχ, χάθηκα!». Ἔχει κάποιος ἕνα αὐτοκίνητο καὶ ἀρχίζει: «Ὁ ἄλλος ἔχει καλύτερο. Νὰ πάρω καὶ ἐγώ». Παίρνει τὸ καλύτερο, ὕστερα μαθαίνει ὅτι ἄλλοι ἔχουν ἀεροπλάνα ἀτομικά καὶ πάλι βασανίζεται. Τελειωμό δὲν ἔχουν. Ἐνῶ ἄλλος ποὺ δὲν ἔχει αὐτοκίνητο, ὅταν δοξάζη τὸν Θεό, χαίρεται: «Δόξα τῷ Θεῶ, λέει, ἄς μήν ἔχω αὐτοκίνητο, ἔχω γερά τὰ πόδια μου καὶ μπορῶ νὰ περπατήσω. Πόσοι ἄνθρωποι εἶναι μὲ κομμένα πόδια, δὲν μποροῦν νὰ ἐξυπηρετηθοῦν, νὰ βγοῦν ἕναν περίπατο, θέλουν ἕναν ἄνθρωπο νὰ τούς ὑπηρετή, ἐνῶ ἐγώ ἔχω τὰ πόδια μου!». Και ἕνας κουτσός ποὺ λέει: «Καὶ ἄλλοι ποὺ δὲν ἔχουν καὶ τὰ δυὸ πόδια;», καὶ αὐτός χαίρεται.

Ἡ ἀχαριστία καὶ ἡ ἀπληστία εἶναι μεγάλο κακό. Ὁ κυριευμένος ἀπὸ ὑλικά πράγματα εἶναι κυριευμένος πάντα ἀπὸ στενοχώρια καὶ ἄγχος, γιατί πότε τρέμει μήν τοῦ τὰ πάρουν καὶ πότε μήν τοῦ πάρουν τὴν ψυχή. Μία μέρα ἦρθε ἕνας πλούσιος ἀπὸ τὴν Ἀθήνα καὶ μοῦ λέει: «Πάτερ, ἔχασα τὴν ἐπαφή μὲ τὰ παιδιά μου, ἔχασα τὰ παιδιά μού». «Πόσα παιδιά ἔχεις;», τοῦ λέω. «Δύο, μοῦ λέει. Τὰ μεγάλωσα μὲ τὸ πουλιοῦ τὸ γάλα. Τί ἤθελαν καὶ δὲν τὸ εἶχαν! Ἀκόμη καὶ αὐτοκίνητο τὰ πήρα». Ἀπὸ τὴν συζήτηση βγῆκε ὅτι εἶχε καὶ αὐτός δικό του αὐτοκίνητο καὶ ἡ γυναίκα τοῦ δικό της καὶ τὰ παιδιά δικό τους. «Εὐλογημένε, τοῦ λέω, ἐσύ, ἀντί νὰ λύσης τὰ προβλήματά σου, τὰ μεγάλωσες. Τώρα θέλεις ἕνα μεγάλο γκαράζ γιὰ τὰ αὐτοκίνητα, ἕναν μηχανικό νὰ τὸν πληρώνης τετραπλάσια, γιὰ νὰ τὰ διορθώνης, χώρια ποὺ κινδυνεύετε καὶ οἱ τέσσερις κάθε στιγμή νὰ σκοτωθῆτε. Ἐνῶ, ἄν εἶχες ἁπλοποιήσει τὴν ζωή σου, θὰ ἦταν ἑνωμένη ἡ οἰκογένειά σου, θὰ καταλάβαινε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ δὲν θὰ εἶχες αὐτὰ τὰ προβλήματα. Δὲν φταῖνε τὰ παιδιά σου τώρα, ἐσύ φταῖς ποὺ δὲν φρόντισες νὰ δώσης ἄλλη ἀγωγή στὰ παιδιά σοῦ». Μία οἰκογένεια τέσσερα αὐτοκίνητα, ἕνα γκαράζ, ἕναν μηχανικό κ.λπ.! Ἄς πάη ὁ ἄλλος λίγο ἀργότερα. Ὅλη αὐτή ἡ εὐκολία γεννάει δυσκολίες.

Ἄλλη φορὰ ἦρθε ἕνας ἄλλος οἰκογενειάρχης στὸ Καλύβι – ἦταν πέντε ἄτομα ἡ οἰκογένειά του – καὶ μοῦ λέει: «Πάτερ, ἔχουμε ἕνα αὐτοκίνητο καὶ σκέφτομαι νὰ πάρουμε ἄλλα δύο. Θὰ μᾶς διευκολύνη». «Καί πόσο θὰ σᾶς δυσκολέψη τὸ σκέφτηκες; τοῦ λέω. Τὸ ἕνα τὸ βάζεις ἐκεῖ σὲ μία τρύπα, τὰ τρία ποῦ θὰ τὰ βάλης; Θὰ θέλης ἕνα γκαράζ καὶ μία ἀποθήκη γιὰ καύσιμα. Θὰ διατρέχετε τρεῖς κινδύνους. Καλύτερα νὰ ἔχετε ἕνα καὶ νὰ περιορίσετε τὶς ἐξόδους σας. Θὰ ἔχετε χρόνο νὰ δῆτε τὰ παιδιά σας. Θὰ ἔχετε τὴν ἠρεμία σας. Ἡ ἁπλοποίηση εἶναι τὸ παν». «Δὲν τὸ σκέφθηκα αὐτό», μοῦ λέει.

– Γέροντα, μᾶς εἶπε κάποιος ὅτι δυὸ φορές δὲν μποροῦσε νὰ σταματήση τὸν συναγερμό τοῦ αὐτοκινήτου. Τὴν μία φορά, γιατί εἶχε μπή μία μύγα, καὶ τὴν ἄλλη, γιατί εἶχε μπή ὁ ἴδιος ἀντικανονικά στὸ αὐτοκίνητο.

– Μαρτυρική εἶναι ἡ ζωή τους, γιατί δὲν ἁπλοποιοῦν τὰ πράγματα. Οἱ περισσότερες εὐκολίες δυσκολίες προξενοῦν. Οἱ κοσμικοί πνίγονται ἀπὸ τὰ πολλά. Ἔχουν γεμίσει εὐκολίες‐εὐκολίες καὶ ἔκαναν τὴν ζωή τούς δύσκολη. Ἄν δὲν ἁπλοποιήση κανεὶς τὰ πράγματα, μία εὐκολία γεννάει ἕνα σωρό δυσκολίες.

Ὅταν ἤμασταν μικρά, κόβαμε τὸ καρούλι στὶς ἄκρες, βάζαμε μία σφήνα μέσα καὶ κάναμε ἕνα ὡραῖο παιχνίδι καὶ χαιρόμασταν μʹ αὐτό. Τὰ μικρά παιδιά χαίρονται μὲ ἕνα αὐτοκινητάκι πιὸ πολύ ἀπὸ ὅ,τι ὁ πατέρας τους, ὅταν ἀγοράζη μερσεντές. Ἄν ρωτήσης ἕνα κοριτσάκι: «Τί θέλεις, ἕνα κουκλάκι ἤ μία πολυκατοικία;», νὰ δής, θὰ σοῦ πῆ: «Ἕνα κουκλάκι». Καὶ τελικά τὰ μικρά παιδιά γνωρίζουν τὴν ματαιότητα τοῦ κόσμου.

– Γέροντα, τί βοηθάει περισσότερο, γιὰ νὰ καταλάβη κανεὶς αὐτήν τὴν χαρὰ τῆς λιτότητος;

– Νὰ συλλάβη κανεὶς τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς. «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ…»(92). Ἀπὸ ἐκεῖ ξεκινᾶ ἡ ἁπλότητα καὶ κάθε σωστή ἀντιμετώπιση.

(91) Λουκ. 12, 20.

(92)Ματθ. 6, 33.

Ἁγίου Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι Α’
«Μὲ πόνο καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο»
σελ. 92-95

πηγή

Ο υπερήφανος πάντοτε ζει με λύπες, πάντοτε αγανακτεί, πάντοτε αδημονεί

Αρχή της αμαρτίας είναι η υπερηφάνεια, η πρώτη προσβολή και παρακίνηση προς το κακό, και οπωσδήποτε είναι η ρίζα και το υπόβαθρο του κακού. Γιατί η αρχή δηλώνει η την πρώτη κίνηση προς το κακό η τη σύσταση. Όπως θα μπορούσε να πει κανείς, αρχή της σωφροσύνης είναι η αποχή από άτοπη θέα, δηλαδή η πρώτη ορμή, αν όμως πούμε ότι αρχή της σωφροσύνης είναι η νηστεία, δηλαδή το θεμέλιο και η συγκρότηση, έτσι και η αρχή της αμαρτίας είναι η αλαζονεία, γιατί από αυτήν αρχίζει κάθε αμαρτία κι απ’ αυτήν συγκροτείται.

Το ότι λοιπόν όσες καλές πράξεις κι αν κάνουμε, δεν τις αφήνει η κακία να παραμείνουν και να μη διασαλευθούν, γίνεται φανερό από το εξής· πρόσεχε πόσες καλές πράξεις έκαμε ο Φαρισαίος, αλλά τίποτε δεν τον ωφέλησε, γιατί δεν έκοψετη ρίζα της αλαζονείας κι αυτή κατέστρεψε τα πάντα. Από την αλαζονείαγεννιέται η υπεροψία των φτωχών, η επιθυμία για τα χρήματα, η αγάπη γιαεξουσία, ο πόθος για δόξα. Αυτού του είδους ο άνθρωπος είναι έτοιμος νααποκρούσει κάθε ενόχληση. Γιατί ο αλαζόνας δεν ανέχεται να τον προσβάλλουν ούτε οι ισχυρότεροι ούτε οι ασθενέστεροι. Κι αυτός που δεν ανέχεται να τον προσβάλλουν ούτε τα δεινοπαθήματα ανέχεται. Πρόσεξε πως αρχή της αμαρτίαςείναι η αλαζονεία. Πως αρχή της υπερηφάνειας είναι το να μη γνωρίζεις τον Κύριο; Και πολύ σωστά γιατί αυτός που γνωρίζει το Θεό, έτσι όπως πρέπει να τον γνωρίζει αυτός που γνωρίζει ότι ο Υιός του Θεού έφθασε σε τέτοιο σημείο ταπεινοφροσύνης, δεν υπερηφανεύεται. Αυτός που δεν γνωρίζει αυτά,υπερηφανεύεται. Και η υπερηφάνεια σε οδηγεί στην αλαζονεία.

Πες μου όλοι αυτοί που πολεμούν την Εκκλησία από που ισχυρίζονται ότιγνωρίζουν το Θεό; Όχι από αλαζονεία; Να σε ποιό γκρεμό τους έσπρωξε το ότιδεν γνωρίζουν τον Κύριο. Αν λοιπόν ο Κύριος αγαπά το συντετριμμένο πνεύμα,αντίθετα εναντιώνεται στους υπερηφάνους και δίνει χάρη στους ταπεινούς.Κανένα κακό λοιπόν δεν είναι ίσο με την υπερηφάνεια. Κάμνει τον άνθρωποδαίμονα, αλαζόνα, βλάσφημο, επίορκο, και να επιθυμεί φόνους και θανάτους.Ο υπερήφανος πάντοτε ζει με λύπες, πάντοτε αγανακτεί, πάντοτε αδημονεί. Δενυπάρχει τίποτε που να μπορέσει να ικανοποιήσει το πάθος του. Κι αν ακόμα έβλεπε το βασιλιά να σκύβει και να τον προσκυνά, δεν θα χόρταινε, αλλάπερισσότερο θα άναβε. Όπως οι φιλάργυροι, έτσι κι οι αλαζόνες όση τιμή κι αν απολαύσουν επιθυμούν ακόμη περισσότερη. Μεγαλώνει σε αυτούς το πάθος (πραγματικά είναι πάθος), και το πάθος δε γνωρίζει όρια, αλλά τότε μόνο σταματά, όταν σκοτώσει αυτόν που το έχει. Δε βλέπεις τους μεθυσμένους που πάντα διψούν για ποτό; Γιατί είναι πάθος. Δεν είναι φυσική επιθυμία, αλλά μιααρρώστια διεστραμμένη. Δε βλέπεις εκείνους που τους ονομάζουν”βουλιμιώντες”, γιατί πάντα πεινούν; Είναι πάθος, όπως λένε οι γιατροί, γιατί ξέφυγε από τα φυσικά όρια. Έτσι κι οι πολυπράγμονες και περίεργοι, όσα κι ανπληροφορηθούν δεν σταματούν, γιατί είναι πάθος και όρια δεν έχει.
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

 

«Οἱ ἄνθρωποι λησμόνησαν τὸν Θεό…»

Quo vadis? (κβὸ βάντις;). Ποῦ πη­γαίνεις, καημένη Ἑλλάδα; Ἀ­πο­ρία; Ἀγωνία; Προβληματισμός;

   Ὅλα αὐτὰ μαζὶ κι ἀκόμη περισσότερα μπροστὰ στὴ συνεχιζόμενη τραγωδία τοῦ τόπου, μπροστὰ στὰ προβλήματα – στὸ πρόβλημα – τῆς πατρίδας μας.

    Προσεγγίζοντας τὸ πρόβλημα μὲ βά­ση τὰ κριτήρια τοῦ Εὐαγγελίου, τῆς Ὀρ­θο­δόξου Παραδόσεώς μας, πρωτίστως θὰ διαπιστώσουμε ὅτι ἡ σημερινὴ κρίση τῆς Ἑλλάδας εἶναι πρωτοφανής! Διότι πρώ­­τη φορὰ στὴν ἱστορία της ἡ Ἑλλάδα πλήττεται σὲ ὅλα της τὰ ἐπίπεδα. Πλήττεται, ὅπως τὸ διετύπωσε ὁ μεγάλος μας συνθέτης Σταμάτης Σπανουδάκης, στὴν ψυχή της! 

   Καὶ γιατί πλήττεται; Τί φταίει; Ποιὰ εἶ­ναι ἡ οὐσιαστικὴ αἰτία τοῦ προβλήματος;

 

Δεκαετίες πρίν, περιγράφοντας τὴ φο­­βερὴ κατάσταση στὴν ὁποία εἶχε περιέλθει ἡ δική του πατρίδα, ἡ Ρωσία, ὁ μεγάλος νομπελίστας συγγραφέας καὶ ἀ­συμ­βίβαστος ἀγωνιστὴς Ἀλέξανδρος Σολ­­ζενίτσιν ἔκανε τὴν ἀκριβέστατη διά­γνωση τοῦ προβλήματός της, διάγνωση ποὺ ἰσχύει ἀπολύτως καὶ γιὰ τὴν Ἑλ­λάδα. Ὁ λόγος του εἶναι εὐθύς, σαφέστατος, κρυστάλλινος. Ἂς τὸν προσέξουμε:

    «Ἐπάνω ἀπὸ μισὸ αἰώνα, ἐνῶ ἤμουν παιδάκι ἀκόμη, ἄκουγα ἀπὸ διάφορους ἡλικιωμένους ἀνθρώπους τὰ ἑξῆς λόγια, μὲ τὰ ὁποῖα ἐξηγοῦσαν τὶς μεγάλες τα­ραχὲς καὶ συμφορὲς στὴ Ρωσία: “Οἱ ἄν­θρωποι λησμόνησαν τὸν Θεό· ἀπὸ ἐκεῖ ἔρχονται ὅλα τὰ κακά”. Ἀπὸ τότε κοπίασα ἐπάνω στὴν ἱστορία τῆς ἐπανα­στά­σεως κάτι περισσότερο ἀπὸ μισὸ αἰώνα· διά­βασα σχετικῶς ἑκατον­τάδες βιβλία· συγ­κέντρωσα ἑκα­τοντάδες μαρτυρίες καὶ ἔγραψα καὶ ὁ ἴδιος πρὸς ἐκκαθάρισιν αὐτῆς τῆς κα­ταστροφῆς ὀκτὼ τόμους. Ἐν τούτοις σήμερα, ἂν κάποιος μὲ παρακαλέσει νὰ κατονομάσω ὅσο γίνεται συντομότερα τὴ βασικὴ αἰτία αὐτῆς τῆς ἐ­ξολοθρεπτι­κῆς ἐπαναστάσεως ποὺ κα­­­τα­βρόχθισε περίπου 60 ἑκατομμύρια ἀν­θρώπους, δὲν θὰ μποροῦσα νὰ ἐκ­φρα­στῶ ἀκρι­βέστε­ρα ἀπὸ τὸ νὰ ἐ­πα­ναλάβω: “Οἱ ἄν­θρωποι λησμόνησαν τὸν Θεό· ἀ­πὸ ἐκεῖ ἔρχονται ὅλα τὰ κακά”.

    Ἀλλὰ καὶ πέρ᾿ ἀπὸ αὐτό… ἂν θὰ ἀπαι­τοῦσε κάποιος ἀπὸ μένα νὰ τοῦ δώ­σω ἕνα γενικότερο χαρακτηρισμὸ τοῦ 20οῦ αἰῶνος, δὲν θὰ εὕρισκα τίποτε ἀ­κρι­βέ­στερο καὶ περιεκτικότερο ἀπὸ τὰ λό­για: Οἱ ἄνθρωποι λησμόνησαν τὸν Θεό».

    Ποιός μπορεῖ νὰ ἀμφιβάλλει ὅτι αὐτὴ ἡ διάγνωση τοῦ Σολζενίτσιν εἶναι πέρα ὣς πέρα σωστή; Αὐτὸ ἀκριβῶς δὲν ἔχει συμ­βεῖ καὶ στὴν Ἑλλάδα; Οἱ Ἕλληνες ἐγ­καταλείψαμε τὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὄντως αἰτία τῶν δεινῶν μας, ἐκεῖ βρίσκεται τὸ πραγματικὸ πρόβλημά μας.

    Τὸν ἐγκαταλείψαμε! Ἐκτροχιαστήκα­με, ἔχουμε χάσει τὸν πνευματικὸ προσανατολισμό μας. «Ἐπικατάρατος ὁ ἄν­θρω­πος, ὃς τὴν ἐλπίδα ἔχει ἐπ᾿ ἄν­θρωπον» (Ἱερ. ιζ΄ [17] 1). Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάρα μας. Πήραμε τὴν ἐλπίδα μας ἀ­πὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀποθέσαμε στὴν Εὐ­ρώπη. Ἐπὶ δεκαετίες τώρα τὸ ὑπέρτατο ὅ­ρα­μα τοῦ τό­που, ὅπως διαρκῶς τὸ διαφήμιζαν οἱ νά­νοι καὶ ἄπιστοι πολιτικοί μας, ἦταν ἡ Ἑ­νω­μένη Εὐρώπη: «Ἀνή­κομεν εἰς τὴν δύσιν»… στὴν Εὐρώπη. Καὶ ἡ Εὐρώπη τώ­­ρα μᾶς δείχνει ἐμ­πράκτως τὶ σημαίνει νὰ ἐγκαταλείπεις τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἐμπι­στεύεσαι τοὺς ἀν­θρώπους.

    Αὐτὴ ἡ Εὐρώπη ἄλλαξε τοὺς νόμους μας, τὰ ἤθη μας, τὶς ἱερές μας Παραδόσεις. Ἀπὸ τότε ποὺ ὁ τότε ἡγέτης τῆς χώρας μᾶς ἐνέταξε στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕ­νωση, ἄρχισε καὶ συνεχίζεται σαρωτι­κὴ ἀλ­λαγὴ τῶν νόμων τῆς πατρίδας μας: αὐ­τόματο διαζύγιο, συναινετικὸ διαζύγιο, πολιτικὸς γάμος, ἀποποινικοποίη­ση μοιχείας. Ἐπιβλήθηκε νομιμοποίηση τῶν ἐκτρώσεων, ἕνα ἔγκλημα ποὺ βύθισε τὴν Ἑλλάδα στὸ αἷμα, κι αὐτὸ τὸ ἀδικοχυμένο αἷμα ἄρχισε τώρα νὰ παίρνει τὴν ἐκδίκησή του. Κι ἀκόμη καθιερώθη­κε «σύμφωνο ἐλεύθερης συμβίωσης»… καὶ τελευταῖα «σύμφωνο συμβίωσης» γιὰ ὁ­μό­φυλα ζευγάρια, πλήρης δηλαδὴ κα­ταστροφὴ τοῦ γάμου καὶ τῆς οἰκογένειας, ἀνατροπὴ τῶν νόμων τῆς φύσεως, χυδαία ἐκτροπή, σοδομοποίηση τῆς κοινω­νικῆς ζωῆς. 

    Παράλληλα ὁ λαός μας παρασύρθηκε σὲ ἄθλιο τρόπο ζωῆς: κοσμικότητα, μανία εὔ­κολου πλουτισμοῦ, ἀνηθικότητα φρικιαστική. Ἤθη καὶ παραδόσεις χιλιετιῶν μέσα σὲ μιά – δυὸ γενιὲς τείνουν νὰ ἐξα­φανιστοῦν. Ἡ τρυφηλὴ ζωὴ μετέτρεψε τὴ συζυγικὴ ζωὴ σὲ σχέση σαρκικῆς μόνο ἀ­πο­λαύσεως, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ Ἑλ­­­­­­­λάδα νὰ βρίσκεται στὴ χειρότερη κατάσταση τῆς ἱστορίας της ἀπὸ πλευρᾶς ἀριθμοῦ γεννήσεων.

    «Οἱ ἄνθρωποι λησμόνησαν τὸν Θεό· ἀπὸ ἐκεῖ ἔρχονται ὅλα τὰ κακά». Ὁ λόγος τοῦ Σολζενίτσιν δὲν εἶναι μόνο ἐξαιρετικὰ ἐπίκαιρος, εἶναι ταυτόχρονα καὶ λυτρωτικός. Λυτρωτικός, διότι ὑποδεικνύει καὶ τὴ μόνη λύση στὸ σημερινὸ ἀδιέξοδο:

   Τὴν ἐπιστροφὴ σὲ Κεῖνον ποὺ λησμονήσαμε καὶ ἐγκαταλείψαμε.

    Γιὰ νὰ βροῦμε στὸ Πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας τὴ χαμένη χαρὰ τῆς ζωῆς μας.

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

πηγή

Τη ελπίδι χαίροντες

Του Σεβ. Μητροπολίτου Καστορίας κ. Σεραφείμ


 

Μηνύματα αισιοδοξίας εκπέμπονται από τη φωτεινή μορφή του Αποστόλου Παύλου και ιδιαίτερα από τη θεοκίνητη γραφίδα του.

Α. Τη ελπίδι χαίροντες1

Όσα κι αν υποφέρεις σ’αυτήν τη ζωή που μοιάζει, κατά τον Άγιο Γρηγόριο Επίσκοπο Νύσσης, με θάλασσα μέλαινα και ζοφώδη, έρχεται η ελπίδα με τις φωτεινές της ακτίνες και διαλύει αυτόν τον σάλο των κυμάτων και σου χαρίζει ενίσχυση και παρηγοριά, όχι μόνο γι’ αυτήν τη ζωή, αλλά κυρίως για εκείνα τα οποία θα αποκαλυφθούν στην αιωνιότητα.

Ο Απόστολος Παύλος ονομάζει την ελπίδα άγκυρα της ψυχής : «ισχυράν παράκλησιν έχωμεν οι καταφυγόντες κρατήσαι της προκειμένης ελπίδος· ην ως άγκυραν έχομεν της ψυχής ασφαλή τε και βεβαίαν και εισερχομένην εις το εσώτερον του καταπετάσματος»2. Κι όπως η άγκυρα δεν αποτελεί διακοσμητικό στοιχείο του πλοίου αλλά μέσον ασφαλείας και πολλές φορές και μέσο σωτηρίας, έτσι και η ελπίδα είναι μια άγκυρα σωτηρίας για τον άνθρωπο, προκειμένου να μη ναυαγήσει στα αφρισμένα κύματα αυτής της ζωής. Λέγει χαρακτηριστικά ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος : «ώσπερ γαρ η άγκυρα εξαρτηθείσα του πλοίου, ουκ αφίησιν αυτό περιφέρεσθαι, καν μύριοι παρασαλεύωσιν άνεμοι, αλλ’ εξαρτηθείσα εδραίον ποιεί· ούτω και η ελπίς»3 .

Ως τη μεγαλύτερη βοήθεια την ονομάζει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. «Η πιο μεγάλη βοήθεια για εκείνους που δυστυχούν είναι η ελπίδα της μεταβολής και το καλύτερο προς το οποίο προσβλέπουν οι οφθαλμοί»4 . Και συμπληρώνει : «Πάντοτε πρέπει να υπάρχει. Ας πηγαίνει μπροστά από κάθε αίσιο τέλος. Διότι αν κάποια ελπίδα βοηθά το χειρότερο, πώς δεν είναι δίκαιο να βοηθά το καλό και μάλιστα περισσότερο; Δεν αντέχω να με νικά το κακό»5 .

Β. Τη ελπίδι χαίροντες

Άραγε τι είναι η ελπίδα;

Ο πολύπαθος Πατέρας της Εκκλησίας, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο οποίος δοκίμασε θλίψεις και εξορίες και συγχρόνως γνώρισε εμπειρκά την παρουσία της ελπίδος, ερμηνεύοντας τον 143ο ψαλμό μας δίνει τον ορισμό της ελπίδος : «Η ελπίδα τότε προ πάντων υπάρχει, όταν, ενώ τα φαινόμενα μάς οδηγούν σε απόγνωση, αυτή μας ετοιμάζει να έχουμε θάρρος για το μέλλον»6 .

Και συνεχίζει : «Η θύελλα και η μεγάλη τρικυμία συνταράσσουν το σκάφος, ενώ η ελπίδα δεν το αφήνει να περιφέρεται εδώ κι εκεί, “καν μύριοι παρασαλεύουσιν άνεμοι”. Επομένως, αν δεν είχαμε την ελπίδα, θα είχαμε καταποντιστεί πριν από πολύ καιρό. Όχι μόνο στα πνευματικά, αλλά και στα βιοτικά θα μπορούσε κανείς να βρει μεγάλη τη δύναμή της, όπως στο εμπόριο, στη γεωργία και στην εκστρατεία. Γιατί, αν κανείς δεν την προτάξει αμέσως, δεν θα μπορέσει να ασχοληθεί με κανένα έργο»7 .

Ο Απόστολος Παύλος συνδέει την ελπίδα με τη χαρά. Η ελπίδα για την αιώνια ζωή και τα ουράνια αγαθά γεμίζει την ψυχή μας από πνευματική χαρά και να μας κάνει να αντιμετωπίζουμε όσα επιτρέπει ο Θεός σαν ένα νέφος, το οποίο περνά και εξαφανίζεται σε λίγο χρονικό διάστημα. Γι’ αυτό και ο θαυμαστός Ιεράρχης της Καισαρείας, ο Μέγας Βασίλειος, θα προσθέσει : «ελπίς ουν εστίν η την χαράν σύνοικον τη ψυχή του σπουδαίου παρασκευάζουσα»8.

Και σπουδαίο δεν είναι κάτι το ανθρώπινο, αλλά το μέγα αγαθό που έχει ετοιμάσει ο Θεός για τον άνθρωπο, που είναι η θέα του προσώπου Του, η συμμετοχή μας στην αιώνια ζωή, η προσμονή της απολαύσεως των μελλόντων αγαθών.

Γι’αυτό και οι Άγιοι της Εκκλησίας μας έχοντας οικοδομήσει την ύπαρξή τους στο οικοδόμημα «Χριστός», σύμφωνα με το λόγο του Αποστόλου Παύλου : «θεμέλιον γαρ άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, ος εστίν Ιησούς Χριστός»9 και χρησιμοποιώντας ως άγκυρα την ελπίδα και σύνοικον αυτής τη χαρά, έτρεχαν όχι μόνον το δρόμο της αρετής αλλά και εκείνο της πίστεως, της ομολογίας και του μαρτυρίου, προκειμένου να φτάσουν στην ατέλευτο τελειότητα.

Γ. Τη ελπίδι χαίροντες

Που θα στρέψουμε την ελπίδα μας;
Στους ανθρώπους;
Στους ισχυρούς της γης;
Στα βιοτικά;
Στην εξουσία και το χρήμα;

Εκτός από την ελπίδα στο Θεό, κάθε άλλη είναι μάταια θα τονίσει ο Μέγας Βασίλειος : «Εκείνος που ελπίζει σε άνθρωπο ή υπερηφανεύεται για κάτι άλλο από τα βιοτικά, π.χ. για εξουσία ή χρήματα ή κάτι από αυτά που από τους πολλούς θεωρούνται σπουδαία, δεν μπορεί να ειπεί : “Κύριε ο Θεός μου, σε Σένα στήριξα όλη την ελπίδα μου”… Όπως λοιπόν δεν αρμόζει να σεβόμαστε τίποτε άλλο εκτός από το Θεό, έτσι δεν πρέπει ούτε να ελπίζουμε σε κάποιον άλλον παρά μόνον στο Θεό, που είναι Κύριος των πάντων»10 . Αυτή η ελπίδα είναι ισχυρότατο όπλο. Είναι αθάνατη και αμετάβλητη. Είναι ακίνητη, είναι η πάντα νικώσα, η πάντα δυναμένη και η πάντα κερδισμένη.

Είναι λοιπόν μεγάλη υπόθεση να έχει κανείς αυτό το εφόδιο στη ζωή του. Είναι περιουσία, η πιο ακριβή και πολύτιμη. Όποιος δεν την έχει είναι φτωχός κι όποιος την κατέχει είναι αληθινά πλούσιος.

Αυτή η ελπίδα μας προφυλάσσει με ασφάλεια από κάθε φόβο : «Επί τω Θεώ ήλπισα, ου φοβηθήσομαι τι ποιήσει μοι άνθρωπος»11 και «επί τω Κυρίω ελπίζων ου μη ασθενήσω»12 .

Με την ελπίδα, ακόμη, ο πιστός άνθρωπος αντιμετωπίζει την παρουσία του θανάτου, που δεν είναι το τέρμα γι’ αυτόν, αλλά η θύρα που οδηγεί στην αληθινή, μακαρία και ένδοξη ζωή, στην ατέρμονη Βασιλεία των Ουρανών. Πόσο δίκαιο έχει ο σοφός Σολομώντας να λέει για τον πιστό άνθρωπο ότι : «η ελπίς αυτού αθανασίας πλήρης»13 .

Αυτή η ελπίδα στο Θεό είναι το ισχυρότατο όπλο μας, ιδιαιτέρως σ’ αυτά τα οποία βιώνουμε καθημερινά. Ασθένεις, θλίψεις, δοκιμασίες, απογοητεύσεις, διωγμούς, εξορίες, συκοφαντίες, θανάτους και όλα τα λυπηρά της ζωής.

«Το θερμό ενδιαφέρον είναι τόση μεγάλη δύναμη ώστε να οδηγεί τον άνθρωπο να ελπίζει τα απίθανα και να επιχειρεί τα αδύνατα. Πολύ όμως ισχυρότερη από όλα είναι η ελπίδα στον Κύριο»14 .

Γι’ αυτό δεν έχουμε παρά να ενωτισθούμε τη φωνή του ουρανοφάντορος Βασιλείου, η οποία είναι χαρακτηριστική για τον καθένα μας, ιδιαιτέρως στη σύγχυση και στην απιστία που παρατηρείται στις μέρες μας: «Μη στηρίζετε τις ελπίδες σας σε κοσμικούς άρχοντες. Μην υπερηφανεύεσθε για τον πλούτο σας, που είναι προσωρινός και αβέβαιος. Μην εμπιστεύεστε τη σωματική σας δύναμη. Μην επιδιώκετε τη λαμπρότητα της ανθρώπινης δόξης. Κανένα από αυτά δεν σώζει. Όλα είναι πρόσκαιρα, όλα είναι απατηλά. Ένα μόνον καταφύγιο υπάρχει : ο Θεός»15 .

Το λοιπόν, αδελφοί μου αγαπητοί, «τη ελπίδι χαίροντες»!


 

1. Ρωμ. 12,12.
2. Εβρ. 6,18-19.
3. Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις την προς Εβραίους επιστολήν του αποστόλου Παύλου, Ομιλία ια΄, κεφ. β΄, ΕΠΕ 24,476.
4. Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Ειρηνικός Α΄ επί τη ενώσει των μοναζόντων…, Λόγος στ΄, κεφ. 19, ΕΠΕ 1,262.
5. Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Έπη θεολογικά, Ποίημα ΛΓ’ – Γνωμικά Τετράστιχα, στιχ. 213-216, ΕΠΕ 9,428.
6. Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Ψαλμ. ΡΜΓ’, κεφ. 1, ΕΠΕ 7,386.
7. Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις την προς Εβραίους επιστολήν, αυτόθι.
8. Μεγάλου Βασιλείου, Περί ευχαριστίας, κεφ. 3, ΕΠΕ 6,86.
9. Κορ. Α’, 3,11.
10. Μεγάλου Βασιλείου, «Ερμην. Εις Ζ’ Ψαλμ.», κεφ. 2, ΕΠΕ 5,42.
11. Ψαλμ. 55,12.
12. Ψαλμ. 25,1.
13. Σοφ. Σολ. 3,4.
14. Μεγάλου Βασιλείου, Επιστολή 145, Ευσεβίω επισκόπω Σαμοσάτων, ΕΠΕ 1,280.
15. Μεγάλου Βασιλείου, Εις ΜΕ’ Ψαλμ., κεφ. 1, ΕΠΕ 5,300.

πηγή