Στηρίγματα

Οὐρανόθεν τὴν κλῆσιν, δεδεγμένος κηρύττεις τὸ Εὐαγγέλιον· αὐτοῦ τὰς θείας ῥήσεις, καὶ τὴν διδασκαλίαν, ἐκπληροῦν ἐνδυνάμωσον, τῶν εὐσεβῶν τὰς ψυχάς, Κοσμᾶ Πνευματοφόρε.1

Δεν θα ήταν υπερβολικό ούτε ανέριστο αν χαρακτηρίζαμε την κατάσταση που ζεί το έθνος μας με τους σκοτεινούς και σκληρούς χρόνους της τουρκοκρατίας.

Σ’ αυτό τον ιστορικό παραλληλισμό αναψηλαφείται η τραγική μορφή του νεοραγιά, ο οποίος σπαράσσεται οδυνηρά από την προδοτική και ληστρική τακτική που ακολουθούν οι αφεντάδες του πολιτικοί νεοσουλτανίσκοι εναντίον του έθνους και εναντίον των πολιτών. Εξισλαμισμοί – παιδομάζωμα – χαράτσι: οι τρεις δυσβάστακτοι, ισοπεδωτικοί και απάνθρωποι μέθοδοι των Οθωμανών εναντίον των ραγιάδων, αναβιώνουν και σήμερα μεταλλαγμένοι και μετονομασμένοι: Στρατευμένη προσπάθεια αποχριστιανισμού–αφελληνισμού του τόπου, εξώθηση σε μετανάστευση των νέων, παράλογη και άδικη φορολόγηση.

Οι ψυχές τσακίζονται και ζητούν στηρίγματα.

Στις αρχές του ζοφερού 18ου αιώνα οι ραγιάδες είδαν να υψώνεται στα χωριά τους ο τίμιος Σταυρός και στη σκιά του να στέκει ένας σεμνός Λευίτης, που με θεόπνευστο λόγο μαλάκωνε τον πόνο τους, ημέρευε την αγριάδα τους, τους έδειχνε το δρόμο της μετάνοιας, τους άναβε τον πόθο της μάθησης. Ήταν ο εθναπόστολος Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, του οποίου τη μνήμη τιμά η Εκκλησία μας στις 24 Αυγούστου, ημέρα του μαρτυρικού του θανάτου. Η φωτεινή ιεραποστολική του πορεία γέννησε την ελπίδα της ανάστασης του έθνους και στήριξε τους τυραννισμένους ραγιάδες.

Σήμερα στη μνήμη του, 333 χρόνια από το θάνατό του, που ο λαός υποφέρει και ζητά στηρίγματα πνευματικά, όπως τα δύσκολα εκείνα χρόνια, ο λόγος του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, ο αποστολικός, ο πλήρης δυνάμεως και ζωής, εξακολουθεί να αφυπνίζει και να ηλεκτρίζει τον ευσεβή Ελληνικό λαό.
Οι Διδαχές του Αγίου, βαριά πνευματική κληρονομιά του έθνους, παρουσιάζονται ακόμη μια φορά ως ζωογόνος αύρα στο καμίνι της απελπισίας που περικυκλώνει το λαό μας.
Στη συνέχεια παραθέτουμε τρία μικρά αποσπάσματα από τις Διδαχές του2:

Η αγάπη στο Θεό

«Πρέπει πρῶτον νά ἀγαπῶμεν τόν Θεόν, ἀδελφοί μου, διατί μᾶς ἔδωσε τόσον μεγάλη γῆν καί κατοικοῦμεν τόσες χιλιάδες ἄνθρωποι, χορτάρια, βρύσες, ποταμούς, θάλασσαν, ὀψάρια, ἀέρα, νύχτα καί ἡμέραν, οὐρανόν, ἄστρα, ἥλιον, φεγγάριον. Μᾶς ἔκανε ἀνθρώπους καί ὄχι ζῶα· μᾶς ἔκαμεν εὐσεβεῖς χριστιανούς και ὄχι αἱρετικούς».

 

Μέγα πράγμα ο άνθρωπος

«Μᾶς ἔκαμεν ὁ πανάγαθος Θεός, ἀδελφοί μου, ἀνθρώπους καί δέν μᾶς ἔκαμεν ζῶα· μᾶς ἔκαμε τιμιωτέρους ἀπό ὅλον τόν κόσμον· μᾶς ἔδωκεν ὁ πανάγαθος Θεός, ἀδελφοί μου, τά μάτια, νά βλέπωμεν τόν οὐρανόν, τόν ἥλιον, τήν σελήνην καί τά ἄστρα καί νά λέγωμεν: Ὤ Θεέ μου, ἐάν ὁ ἥλιος, ὁποῦ εἶναι πλάσμα σου, εἶναι τόσον λαμπρός, ἀμή τό ἅγιόν σου ὄνομα, ὁποῦ εἶσαι ποιητής τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, ποιητής καί πλάστης, πόσον εἶσαι λαμπρότερος; Ὤ Θεέ μου, ἀξίωσόν με νά σέ ἀπολαύσω. Μᾶς ἔδωσεν, ἀδελφοί μου, τόν νοῦν εἰς τήν κεφαλήν μας, καί  εἶναι ὁ νοῦς μας ὡσάν μέσα εἰς ἕνα πιάτο, νά βάνωμεν ὅλα τά νοήματα τοῦ Εὐαγγελίου καί ὄχι νά βάνωμεν μύθους και φλυαρίσματα τῆς τέχνης τοῦ διαβόλου. Μᾶς ἔδωκε τά αὐτιά, νά ἀκούωμεν τήν θείαν Λειτουργίαν ὅπου ἱερουργεῖ ὁ ἱερεύς μέσα εἰς την Ἐκκλησίαν. Μᾶς ἔδωσε τό στόμα, νά δοξάζωμεν τόν Κύριόν μας, νά λέγωμεν τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ καί Λόγε τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, διά τῆς Θεοτόκου καί πάντων τῶν Ἁγίων ἐλέησόν μας καί συγχώρησόν μας τους ἁμαρτωλούς καί ἀναξίους δούλους σου», καί να ἐξομολογούμεθα μέ πίστιν καθαράν, καί νά μεταλαμβάνωμεν τά Ἄχραντα Μυστήρια μέ πίστιν καθαράν καί φόβον καί τρόμον».

Χριστιανική ανατροφή των παιδιών

«Νά κάμης μίαν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας, τοῦ Προδρόμου, νά ἔχεις καί τον ἅγιον τοῦ παιδιοῦ σου. Καί ὅταν τό παιδίον σηκώνεται ἀπό τόν ὕπνον καί σοῦ γυρεύει ψωμί, μήν τοῦ δίδης, μόνον νά πάρης τό ψωμί, νά τό βάλης ἐμπρός εἰς τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί νά τοῦ εἰπῆς: Ἐγώ, παιδί μου, δέν ἔχω ψωμί· ὁ Χριστός ἔχει. Σήκω νά κάμης τόν σταυρό σου, νά παρακαλέσωμεν τόν ἅγιόν σου νά παρακαλέσει τόν Χριστόν νά σοῦ τό δώση. Και ἔτσι τό παιδίον παρακινεῖται γιά τήν ἀγάπην τοῦ ψωμιοῦ καί, εὐθύς ὁποῦ ξυπνᾶ, τόν ἅγιόν του βλέπει. Βλέποντας τότε ὁ διάβολος τό παιδίον πώς ἔχει τήν ἐλπίδα του εἰς τόν Χριστόν καί εἰς τόν ἅγιόν του κατακαίεται καί φεύγει. Καί ἔτσι νά συνηθίζετε τά παιδιά σας, νά τά παιδεύετε ἀπό μικρά, διά νά συνηθίζουν εἰς τον καλόν δρόμον. Καί ἄν θέλης νά ζήση τό παιδίον, ἐγώ νά σε εἴπω πῶς νά κάμης· νά κάμης τοῦ παιδιοῦ σου ἕνα φόρεμα καί ἄλλο ἕνα ἐκείνου τοῦ πτωχοῦ παιδιοῦ· καί γιά τό χατήρι ἐκείνου τοῦ πτωχοῦ παιδιοῦ χαρίζει ὁ Θεός τήν ζωήν τοῦ παιδιοῦ σου».

Φιλοθέη Χ.Τ.

 

———–

1.Ἔχοντας δεχθεῖ τήν κλήση ἀπό τόν οὐρανό, κηρύττεις τό Εὐαγγέλιο. Αὐτοῦ τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου τά θεῖα λόγια καί τή διδασκαλία δυνάμωσε τίς ψυχές τῶν εὐσεβῶν να ἐκπληρώνουν, Κοσμᾶ Πνευματοφόρε». Ἀπό τόν Παρακλητικό Κανόνα εἰς τόν Ἅγιον Ἱερομάρτυρα καί Ἰσαπόστολον Κοσμᾶν τόν Αἰτωλόν, ποίημα Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου, στο βιβλίο Ἐπισκόπου Αὐγουστίνου Καντιώτου, Μητροπ. Φλωρίνης, Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἔκδ. Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολικῆς Ἀδελφότητος «ὁ Σταυρός», Ἀθήναι 1987, σ. 381.

2.Τά κείμενα εἶναι παρμένα ἀπό τό βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ Μητρ. Φλωρίνης Αὐγουστίνου Καντιώτη, Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἔκδ. Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολικῆς Ἀδελφότητος «ὁ Σταυρός», Ἀθῆναι 19879, ὁ ὁποῖος ἀγάπησε, θαύμασε καί μιμήθηκε τόν Ἅγιο Ἱεραπόστολο καί ἐθνομάρτυρα Κοσμᾶ τον Αἰτωλό. Σημειώνουμε ἐδῶ ὅτι στίς 28 Αὐγούστου συμπληρώνονται 2 χρόνια ἀπό τήν ἐκδημία τοῦ Μητροπολίτου κυροῦ Φλωρίνης Αὐγουστίνου.

 

Διασκευασμένο Απόσπασμα από το Περιοδικό “Η Δράση μας”,
Τεύχος Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 2012 

Η εκρηκτικότητα της απλότητας

Σηκώθηκε κι εκείνο το πρωί, πλύθηκε και άναψε το μικρό καντηλάκι στο δωμάτιό του. Έκανε μια καρδιακή προσευχή και πήρε την τσάντα του κι έφυγε για το Πανεπιστήμιο. Ο καιρός είχε γλυκάνει. Δεν έβρεχε πια. Έτσι, δεν πήρε το λεωφορείο, αλλά αποφάσισε να περπατήσει μέχρι τη σχολή του.

Έβγαλε το mp3 του και φόρεσε τα ακουστικά. Έβαλε τους χαιρετισμούς της Παναγίας και για 12 περίπου λεπτά, προσευχόταν περπατώντας. Άπειροι άνθρωποι πέρασαν δίπλα του. Δεν τον κατάλαβε κανείς. Όμως, εκείνος αθόρυβα και μυστικά κυνηγούσε τον Θεό…

Φτάνοντας στη σχολή, πήγε στο κυλικείο για να πιει με την παρέα του τον καθιερωμένο καφέ. Πρόσχαρος καθώς ήταν και χαμογελαστός, πολλές φοιτήτριες και πολλοί φοιτητές τον ήθελαν κοντά τους. Είπαν τα ανέκδοτά τους, μίλησαν για τα χτεσινά νέα και ανέβηκαν για τις παρακολουθήσεις. Οχτώ μέχρι δύο το μεσημέρι. Πήγαν μετά στη λέσχη, έφαγαν και αποχαιρετίστηκαν.

Δεν είχε άλλο μάθημα εκείνη τη μέρα και γύρισε στο σπίτι του. Σε όλη τη διαδρομή, το χέρι του μέσα στην τσέπη του παντελονιού. Αν πρόσεχες καλύτερα, θα καταλάβαινες ότι είχε ένα οχταράκι κομποσκοινάκι και έλεγε συνέχεια την ευχή: “Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ με”. Ζούσε το Χριστό την κάθε στιγμή της μέρας χωρίς να αποκόπτεται απ’τους γύρω του. Αν τον ήξερες λίγο πιο καλά, θα παρατηρούσες τη ματιά του να πετάει και να αρμενίζει σ’άλλους ουρανούς…

Το απόγευμα μου είπε:
Τι λες; Θες να πάμε καμιά βόλτα; Να περάσουμε λίγο και απ’τον Εσπερινό και μετά να πάμε προς το πάρκο; Εννοείται πως δέχτηκα. Ήταν τόσο απλός και τόσο προσηνής άνθρωπος που χαιρόσουν την παρουσία του. Σου μετέδιδε αυτή την χαρά του… (Λένε πως αυτό που έχεις στην καρδιά σου επηρεάζει και τους άλλους…)

Όσο κάναμε βόλτα, βροχή τα τηλεφωνήματα και τα μηνύματα στο κινητό του. Τον παρακαλούσαν: Πότε θα βρεθούμε, πότε θα βγούμε. Άλλους τους έστελνε σημειώσεις, άλλους τους βοηθούσε στις εργασίες. Μάλιστα, θυμάμαι ότι πήγαινε τακτικά και έκανε τα ψώνια για 2 ηλικιωμένα ζευγάρια.

Ήταν ο άνθρωπος-χαμόγελο! Η ζωή του ήταν εκρηκτικά απλή και ταυτόχρονα τόσο ενδιαφέρουσα. Απορούσα πώς μπορούσε ακόμα και στις πιο μεγάλες αδικίες ή προβλήματα να είναι τόσο ειρηνικός. Η αίσθηση του υπερφυσικού που ζούσε βαθιά μέσα του με συγκινούσε και μ’έκανε να αποδέχομαι την ευλογία της παρουσίας του. Το απόλυτου του μηδενισμού που οι επιφανειακοί άνθρωποι γύρω του προπαγάνδιζαν δε μπορούσε να σβήσει αυτή την υπέροχη φλόγα της θεϊκά ερωτευμένης καρδιάς του.

Το βράδυ επέστρεφε σπίτι του για να κάνει τις δουλειές του, να ξαναδιαβάσει λίγο. Και πριν ο ύπνος της νύχτας σφαλίσει τα βλέφαρά του, εκείνος θα έστελνε την προσευχή του, σαν ευωδιαστό θυμίαμα, στο θρόνο του Θεού…

Αυτός ο φίλος μου αποτελεί για μένα σταθμό ζωής. Μέσα στην πολύβουη και αποπνικτική καθημερινότητα, ένα τόσο αόρατο, γλυκό και καταπληκτικό πρότυπο ζωής. Έστω και αν τώρα, αρκετά χρόνια μετά, δε μπορώ να τον βλέπω συνέχεια, αφού είναι μοναχός σε μοναστήρι μακρινό. Τον νιώθω, όμως, να με στηρίζει. Η ομπρέλα της προσευχής του σαν ασπίδα στις δικές μου πρωτόγνωρες δυσκολίες. Ή προτροπή μετάνοιας στην ανατριχίλα της αμαρτίας μου.

Στο τραίνο της ζωής μας πάντα ο Θεός έστελνε και στέλνει ανθρώπους γνήσιους. Ψυχές ανέγγιχτες απ’τον ακαθόριστο ολοκληρωτισμό του υλισμού. Ας προσευχόμαστε μονάχα να τους αναγνωρίζουμε. Γιατί η παρουσία τους είναι τόσο αθόρυβη…

πηγή xdf.gr

Μεγάλη Σαρακοστή: Μια μακρά και κοπιαστική πορεία προς το Πάσχα

Το Πάσχα δεν είναι για μας τους Ορθοδόξους Χριστιανούς μια εκκλησιαστική εορτή όπως οι άλλες, αλλά είναι αναμφίβολα η εορτή των εορτών και η πανήγυρις των πανηγύρεων. Αποτελεί το επίκεντρο, αλλά και το επιστέγασμα ολοκλήρου του εκκλησιαστικού μας έτους και ταυτοχρόνως νοηματοδοτεί ολόκληρη τη ζωή της Εκκλησίας μας. Κάθε Κυριακή είναι για την Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία μας Ανάσταση και κάθε Θεία Λειτουργία, όποτε κι αν αυτή τελείται, είναι ένα αναστάσιμο γεγονός. Κι ενώ οι υπόλοιπες Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές του εκκλησιαστικού μας έτους αποδίδονται σε οκτώ το πολύ ημέρες, το Πάσχα αποδίδεται στις σαράντα ημέρες. Ολόκληρη η μετά το Πάσχα εβδομάδα, η εβδομάδα της Διακαινησίμου όπως λέγεται, λογίζεται ως μία ημέρα, ενώ για σαράντα ημέρες ψάλλεται σε όλες τις εκκλησιαστικές ακολουθίες ο νικητήριος παιάνας «Χριστός Ανέστη» και οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί ζουν την παγκόσμια χαρά, που εξανέτειλε από τον Πανάγιο Τάφο του Κυρίου, την παγκόσμια χαρά για την νίκη της ζωής επί του θανάτου.

Για να μπορέσει κανείς να ζήσει πραγματικά τα μεγάλα σωτηριολογικά γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδος και του Πάσχα, το Πάθος και τον σταυρικό θάνατο, την ταφή και την εις Άδου κάθοδο, κυρίως όμως την τριήμερη λαμπροφόρο Ανάσταση του Κυρίου, πρέπει να κάνει τον ανάλογη πνευματική προετοιμασία. Έτσι λοιπόν η Εκκλησία μας για δέκα ολόκληρες εβδομάδες μας προετοιμάζει σταδιακά για το Πάσχα. Οι τρεις πρώτες εβδομάδες (από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου μέχρι την Κυριακή της Τυρινής) είναι προπαρασκευαστικές για τη Μεγάλη Σαρακοστή, οι επόμενες έξι εβδομάδες (από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι την Παρασκευή προ των Βαΐων) αποτελούν τη Μεγάλη Σαρακοστή και η τελευταία εβδομάδα είναι φυσικά η Μεγάλη Εβδομάδα, ή Εβδομάδα των Παθών, που αποτελεί το αποκορύφωμα της νηστείας και της εν γίνει προετοιμασίας μας για το Πάσχα.

 Η Μεγάλη Σαρακοστή ως εκ τούτου είναι μια μακρά και κοπιαστική πορεία προς το Πάσχα. Ο Ορθόδοξος Χριστιανός διέρχεται δια της στενής και τεθλιμμένης οδού της Μεγάλης Σαρακοστής, για να μπορέσει να εισέλθει στην παγκόσμια χαρά της Αναστάσεως του Κυρίου. Η Μεγάλη Σαρακοστή είναι η κατ’ εξοχήν περίοδος νηστείας, εγκράτειας, μετανοίας, κατανύξεως, εντατικής προσευχής και εντατικού πνευματικού αγώνα. Είναι η μεγαλύτερη σε διάρκεια, αλλά και η αυστηρότερη περίοδος νηστείας του εκκλησιαστικού μας έτους. Κατ’ αυτήν επιτρέπεται η κατάλυση οίνου και ελαίου μόνο κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές. Ταυτοχρόνως η Ορθόδοξη Εκκλησία μας μας υποβοηθεί στην εντονότερη προσευχή και στον εντατικότερο πνευματικό αγώνα μέσα από τις ιδιαίτερες λατρευτικές Ακολουθίες της περιόδου αυτής, που αποτελούν έναν πραγματικό λειτουργικό θησαυρό.

Η λειτουργική ατμόσφαιρα της Μεγάλης Σαρακοστής είναι εντελώς διαφορετική από τη λειτουργική ατμόσφαιρα του υπόλοιπου έτους. Οι Ακολουθίες είναι μακρές και κατανυκτικές, κυριαρχούν δε σε αυτές τα πολλά «διαβάσματα» (ψαλμοί, αναγνώσματα, ευχές), η λιτότητα και η αρχαιοπρέπεια. Η σημαντικότερη διαφορά της Μεγάλης Σαρακοστής από το υπόλοιπο εκκλησιαστικό έτος είναι η απαγόρευση της τελέσεως της θείας Λειτουργίας εκτός Σαββάτου και Κυριακής. Αντί της κανονικής Θείας Λειτουργίας τελείται κατά τις καθημερινές της Μεγάλης Σαρακοστής (κυρίως τις Τετάρτες και τις Παρασκευές) η Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων, ο οποία αποτελεί χωρίς αμφιβολία την καρδιά της Μεγάλης Σαρακοστής.

Τη λειτουργική ατμόσφαιρα της Μεγάλης Σαρακοστής συμπληρώνουν οι Κατανυκτικοί Εσπερινοί των Κυριακών, το Μεγάλο Απόδειπνο που αναγιγνώσκεσαι από τη Δευτέρα μέχρι τη Πέμπτη με ψαλμωδία μέρους του Μεγάλου Κανόνος του Αγίου Ανδρέου Κρήτης κατά την πρώτη εβδομάδα και Κανόνων από το Θεοτοκάριο κατά τις υπόλοιπες εβδομάδες, ο Όρθρος, οι Ώρες και ο Εσπερινός, που έχουν αυτή τη περίοδο έντονο κατανυκτικό χρώμα, και φυσικά η ιδιαίτερα λαοφιλής Ακολουθία των Χαιρετισμών στην Υπεραγία Θεοτόκο, που τελείται κάθε Παρασκευή. Με την ακολουθία των Χαιρετισμών διακόπτεται για δύο μέρες η πένθιμη και κατανυκτική ατμόσφαιρα των καθημερινών της Μεγάλης Σαρακοστής, για να επανέλθει και πάλι το απόγευμα της Κυριακής με τον Κατανυκτικό Εσπερινό, αφού πρώτα ζήσουμε τη χαρμόσυνη και αναστάσιμη ατμόσφαιρα των Κυριακών της Μεγάλης Σαρακοστής με την τέλεση της Θείας Λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου και τη διπλή τους Θεματολογία.

 

Η νηστεία, η εντονότερη προσευχή και η κατά το δυνατόν συμμετοχή στις κατανυκτικές Ακολουθίες της περιόδου της Μεγάλης Σαρακοστής μας υποβοηθούν να εντείνουμε όσο μπορούμε περισσότερο τον πνευματικό μας αγώνα, που δεν είναι αγώνας μόνο της Μεγάλης Σαρακοστής, αλλά αγώνας ολόκληρης μας της ζωής και αποσκοπεί στην καταπολέμηση των παθών, των αδυναμιών και των ελαττωμάτων μας και στην καλλιέργεια των χριστιανικών αρετών, στην κάθαρση της ψυχής από ό,τι αμαυρώνει τη στολή της, για να μπορέσει να βρει χώρο μέσα μας η χάρη του Θεού και να ενεργήσει. Ο πνευματικός αγώνας όμως, για να φέρει πραγματικά αποτελέσματα, πρέπει να θεμελιωθεί πάνω στη βάση της ταπεινώσεως και να στολιστεί με τους καρπούς της μετανοίας.

Αυτές τις δύο αλήθειες μας προβάλλει η Εκκλησία μας προτού ακόμη ξεκινήσουμε το ταξίδι και τον εντατικό πνευματικό αγώνα της Μεγάλης Σαρακοστής, μέσα από τα ευαγγελικά αναγνώσματα και τα θαυμάσια τροπάρια των πρώτων εβδομάδων του Τριωδίου, των εβδομάδων προπαρασκευής για τη Μεγάλη Σαρακοστή. Έτσι με την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου με την οποία αρχίζει η περίοδος του Τριωδίου, η Εκκλησία μας, μας υπενθυμίζει ενόψει της ενάρξεως της Μεγάλης Σαρακοστής μια μεγάλη αλήθεια: Καμιά αρετή και κανένα καλό έργο, άρα ούτε και η νηστεία μας ούτε και ο λοιπός πνευματικός μας αγώνας δεν έχουν αξία, αν δεν συνοδεύονται από την ταπείνωση, αν δεν θεμελιώνονται πάνω στην ταπείνωση, γιατί σε τελευταία ανάλυση δεν μας σώζουν ούτε οι αρετές μας ούτε τα καλά μας έργα, αλλά ο βαθμός της ταπεινώσεως και της μετανοίας μας. Η ταπείνωση και η μετάνοια ελκύουν όντως τη Χάρη του Θεού. Με την παραβολή του Ασώτου εξάλλου, που αναγιγνώσκεται τη δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου, η Εκκλησία μας, μας υπενθυμίζει μια άλλη μεγάλη αλήθεια: Η αγάπη του Θεού είναι τόσο μεγάλη, που καμιά αμαρτία, όσο μεγάλη κι αν είναι, δεν μπορεί να την εμποδίσει, φτάνει όμως να υπάρξει αληθινή μετάνοια. Ο Θεός περιμένει από εμάς να κάνουμε το πρώτο βήμα της μετανοίας για να κάνει Εκείνος όλα τα υπόλοιπα βήματα.

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Μιχαήλ Βοσκού
Από το περιοδικό «Παράκληση» της Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού, Κύπρος
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC

πηγή

Η Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τους αγώνες του Έθνους

κ. Αθ. Ε. Καραθανάση,
Καθηγητού του Α.Π.Θ.

 

         Κατά την μακρά βυζαντινή περίοδο η Εκκλησία και η Πολιτεία, ο Πατριάρχης και ο αυτοκράτωρ,συμπορεύτηκανμε αγαστή συνεργασία συνιστώντας έκτοτε την καλουμένη αρχή της συναλληλίας, αυτή δηλ. που εξακολουθεί υφισταμένη ως σήμερον και η οποία κατ’ ουδένα λόγο πρέπει να διαρραγεί, εφ’ όσον αυτές οι δύο έννοιες μολονότι διακριτές, συμπορεύονται, διότι αυτή είναι η συνείδηση του λαού ερειδομένη επί της ιστορικής πραγματικότητος. Και κακώς υπήρξαν σκέψεις, ελαχίστων ευτυχώς, για υπονόμευση της Εκκλησίας και καλώς έπραξε η Πολιτεία στο πολύ πρόσφατο παρελθόν και απέρριψε σκέψεις η εισηγήσεις ορισμένων, ελαχίστων επαναλαμβάνω, για τον διαχωρισμό των δύο εννοιών. Και υπενθυμίζω ότι αυτή η ταύτιση των δύο εννοιών εκκινεί από τους βυζαντινούς χρόνους και γιγαντώνεται κατά την μακρά Τουρκοκρατία, αφού η Εκκλησία, ελλείψει πολιτικής αρχής με την πολιτική πτώση του Βυζαντίου, καθίσταται αυτή η πολιτική, η Εθναρχική, η του Γένους αρχή, προστάτης και υπερασπιστής του υποδούλου Γένους και από αυτήν εκκινούν και τελειώνουν τα πάντα.
Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κατέλαβε την θέση του χαμένου αυτοκράτορος με έμβλημα τον δικέφαλο αετό και το Πατριαρχείο καθίσταται κράτος εν κράτει στην ευρεία Οθωμανική αυτοκρατορία. Και απορούσαν Ευρωπαίοι συνάδελφοι της Ιστορίας, και δη ορισμένοι της Εκκλησιαστικής, όταν σε Συνέδριο στην Σιέννα της Ιταλίας για την ιστορία του κλήρου, ο υπογραφόμενος εξέθετε αυτήν την ταύτιση Ελληνισμού και Ορθοδοξίας, μοναδικό ούτως η άλλως παράδειγμα ταυτίσεως πολιτικής και θρησκευτικής εννοίας στην Ευρώπη. Και το γένος εσώθη υπό την σκέπην της Εκκλησίας και το Πατριαρχείο κατέστη σύμβολο ενώσεως στις ιδέες της πίστεως και της πατρίδος ως κέντρο εθνικής περισυλλογής. Αυτό ήταν το υπεύθυνο εθνικό κέντρο έναντι του Οθωμανού κατακτητού, εκμεταλλευόμενο και τα παραχωρηθέντα υπό του Μωάμεθ Πορθητή προνόμια στον πρώτο Πατριάρχη του δούλου Γένους Γεννάδιο Σχολάριο.
Τοιουτοτρόπως, συνέστησε σχολεία με πρώτη την Πατριαρχική Ακαδημία Κωνσταντινουπόλεως το 1454 επί των ερειπίων της Κωνσταντινουπόλεως, συνέστησε την κοινοτική οργάνωση, τις περιώνυμες κοινότητες της Τουρκοκρατίας, των οποίων επικεφαλής ήταν ο εκάστοτε τοπικός επίσκοπος η στην ύπαιθρο οι ιερείς, σε μία πρωτόφαντη δημοκρατική οργάνωση. Συνετελέσθη, κατά ταύτα και απετελέσθη γύρω από την Εκκλησία πνευματικός και διοικητικός οργανισμός που προστάτευε τους πιστούς από το μίσος και τις αδικίες των Μουσουλμάνων που καταπατούσαν αυθαιρέτως με διάφορες προφάσεις κάθε δίκαιο και προνόμιο των Χριστιανών. Η βαρεία δουλεία ελαφρύνθηκε με την βοήθεια της Εκκλησίας, η οποία, ούτως η άλλως υφίστατο πρώτη αυτή τις αυθαιρεσίες των Οθωμανών.

Έμοιαζαν οι πρώτες δεκαετίες μετά το 1453 με τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και τα μαρτύρια των πρώτων Χριστιανών πατριάρχες, αρχιερείς, ιερείς, λαός, εμαρτύρουν σχεδόν καθημερινά. Μες απ’ αυτήν την οδύνη ενεφανίσθησαν οι νεομάρτυρες των οποίων η μαρτυρία φθάνει ως το 1922 στην φωτιά και την αντάρα της Μικρασιάτικης καταστροφής. Και υπό αυτήν την κατάσταση των πραγμάτων παρουσιάσθη και το φαινόμενο των κρυπτοχριστιανών, εκείνων δηλ. που δεχόμενοι εξωτερικώς το Ισλάμ διεφύλαττον εις το βάθος της ψυχής τους την χριστιανική πίστη. Τα τοπικά γεωγραφικά όρια από το 1453 ως το 1922 ήρθησαν δια της Εκκλησίας, καθ’ όσον τους Χριστιανούς ένωνε η πίστη, η οποία σφυρηλατούσε και την εθνική συνείδηση, καθ’ όσον η Εκκλησία διεκράτησε την πνευματική ελευθερία των ελευθέρων Ελλήνων, αναζωογόνησε την εθνική παράδοση και κρυφίως η φανερώς ενίσχυε το όραμα της ελευθερίας. Μετά μάλιστα την ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571 οι Μητροπολίτες Μονεμβασίας Μακάριος Μελισσηνός, ο Ρόδου Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Νάξου και Μυτιλήνης, τίθενται επικεφαλής επαναστατικών κινημάτων οι περισσότεροι μάλιστα, όπως και πολλοί ιερείς έχουν τραγικό τέλος παλουκώνονται η σφαγιάζονται με γιαταγάνια. Τον Ιούνιο του 1576 σημειώνονται νέες επαναστάσεις στην Μακεδονία και στα νότια Βαλκάνια, όπουπρωταγωνιστούσανο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Ιωακείμ, ο Βελεσσών Φώτιος, ο Βελεγράδων στην Β. Ήπειρο Νεκτάριος και ο Καστορίας Σωφρόνιος ζητούν μάλιστα την βοήθεια του ηγέτου των Δυτικών Don Juan de Austria, αλλά μάταια. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο Μητροπολίτης Δαλματίας, Ιταλίας, Αμβρακίας, Σικελίας Τιμόθεος που επίεζε τον Πάπα Πίο Ε’ να συνασπίσει τις χριστιανικές δυνάμεις κατά των Οθωμανών.

Βλέπουμε ότι οι επίσκοποι έχουν και πολιτικοστρατιωτικό ρόλο. Αλλά και οι διάδοχοί τους, ο Αχρίδος Αθανάσιος από την Μάνη και ο Νεκτάριος, προσπαθούν να ξεσηκώσουν τους Χειμαρριώτες το 1596, ενώ λίγο νωρίτερα, το 1582, ο πρωτοπαπάς Μάνης Μουρίσκος στην Μάνη το αυτό πράττει συνεννούμενος με τους Ισπανούς. Στα βόρεια Βαλκάνια μετά το 1597 ο Μητροπολίτης Τυρνόβου στην Βουλγαρία Διονύσιος Ράλλης συνεργαζόταν με τον Βαλκάνιο ήρωα Μιχαήλ Γενναίο ξεσηκώνοντας τους βαλκανικούς λαούς. Λίγο αργότερα το 1601 ο πρώην Μητροπολίτης Λακεδαιμονίας Χρύσανθος Λάσκαρις και ο διάδοχος του Διονύσιος συνεννούνταν με τον δούκα του Nevers Κάρολο Γονζάγα και οργάνωναν νέο επαναστατικό κίνημα με τους Μανιάτες και λοιπούς Πελοποννησίους.

Και φυσικώ τω λόγω η Εκκλησία ήτο η πρωτοστάτης δύναμις των επανειλημμένων εθνικών εξεγέρσεων και θα αναφέρουμε, μεταξύ των άλλων, την τολμηρή επανάσταση του 1600 και 1611 του Μητροπολίτου Τρίκκης Λαρίσης Διονυσίου, φιλοσόφου, κατά την οποία, πλην αυτού και άλλων αρχιερέων και κληρικών, εμαρτύρησε και ο επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου Σεραφείμ. Ήτο η εποχή που στον Οικουμενικό Θρόνο ευρισκόταν ο ιεροεθνομάρτυς Κύριλλος ο Λούκαρις που αγωνιζόταν κατ’ εκείνη την εποχή και κατά της διεισδύσεως των Καθολικών στην Ελληνική Ανατολή, οι οποίοι με τους Ιησουίτες, έκλεπταν τις ψυχές των υποδούλων. Τελικώς ο Λούκαρις υπέστη μαρτυρικόν θάνατο από τους γενιτσάρους, συνεργεία των Ιησουιτών. Και ενώ οι Έλληνες άρχισαν τις απόπειρες εξεγέρσεως και άρχισε και η μακρά γραμμή απαγχονισμών και στραγγαλισμών Πατριαρχών και αρχιερέων ως ο Πατριάρχης Παρθένιος Β’ το 1650, το 1657 ο Παρθένιος Γ και το αυτό έτος ο Γαβριήλ και ο εκ Βερροίας Κύριλλος Κόνταρης.

Και ήτο η εποχή που η Εθναρχούσα Εκκλησία στρεφόταν προς την ομόδοξη Ρωσία ιδιαιτέρως από της εποχής του Κυρίλλου Λουκάρεως, ως προκύπτει και από την αλληλογραφία του με τους Ρώσους τσάρους. Και ήτο ο αυτός Πατριάρχης και οι διάδοχοί του που προστάτευσαν όχι μόνον τον Ελληνικό λαό, αλλά και τους ομοδόξους Βαλκανίους και Ρώσους από την λύμη της Ουνίας, η οποία, ως μη ώφειλε, δραστηριοποιείται και μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού στις χώρες αυτές. Ο αυτός Κύριλλος Λούκαρις και οι διάδοχοί του, αλλά και οι Πατριάρχες Ιεροσολύμων, με κύριους πρωταγωνιστές τον Δωρόθεο Νοταρά (+ 1707) και τον ανεψιό του Χρύσανθο, προστάτευσαν τα ιερά προσκυνήματα στην Παλαιστίνη, μέσω μάλιστα και του εξ απορρήτων Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου.

Και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων απετέλεσε και αποτελεί τόπον προσκυνήματος, όπου συχνά μετέβαινον Έλληνες προσκυνητές (οι χατζήδες), για να αντλήσουν δύναμη από τον Πανάγιο Τάφο και σε ανταπόδοση ήταν η ίδρυση μετοχίων σχεδόν πανταχού της Ελλάδος από την άλλη, οι Πατριάρχες Ιεροσολύμων ευρισκόμενοι συχνά στην Ελλάδα και στις βαλκανικές χώρες ενίσχυαν την πίστη των χριστιανών, αλλά και το εθνικό φρόνημα των υποδούλων, ως επί παραδείγματι ο πολύς Δοσίθεος Νοταράς που επί εικοσαετία συνήγειρε τους βαλκανικούς λαούς κατά των Οθωμανών την περίοδο 16801700 και εφεξής.

Από την Εκκλησία εκπορεύονταν η πνευματική και εθνική αναγέννηση και φυσικά αυτή επλήρωνε πρώτη σταυρούμενη την Οθωμανική εκδίκηση. Κατά την απελευθέρωση της Πελοποννήσου της περιόδου 1685-1715 από τους Βενετούς, πρώτο ρόλο είχαν οι κληρικοί όχι μόνον οι καταγόμενοι από την Πελοπόννησο, αλλά και αρκετοί από την Ρούμελη και την Κρήτη. Μεταξύ αυτών κυρίαρχη θέση κατέχει ο επίσκοπος Σαλώνων Φιλόθεος, ο μάρτυς Μητροπολίτης Κορίνθου Ζαχαρίας (+ 1684), ο Μαΐνης Παρθένιος, ο Ρέοντος και Πραστού Ιάκωβος Σαλούφας, ο Λαρίσσης Μακάριος, ο Θηβών Ιερόθεος, ο Αθηνών Ιάκωβος αλλά και οι Κασσανδρείας, Πολυάνης και Λήμνου. Λίγο νωρίτερα στον Κρητικό πόλεμο (1645-1669) εκατοντάδες ήσαν οι ιερείς και οι μοναχοί που θυσιάσθηκαν πολεμώντας κατά των Τούρκων, ως οι Γεράσιμος Βλάχος, μέγιστος φιλόσοφος και θεολόγος της εποχής, Βαρθολομαίος Συρόπουλος, οι Μπουνιαλήδες. Την παράδοση της θυσίας τους επανέλαβε ο Κρητικός κλήρος στο Αρκάδι διακόσια χρόνια αργότερα.

Στα Ορλωφικά του 1768-1770 μετείχε ενεργώς η Εκκλησία δια των τοπικών επισκόπων και του εφησυχάζοντος στο Άγιον Όρος πρώην Κωνσταντινουπόλεως Σεραφείμ Β. Σχεδόν όλοι οι επίσκοποι (ο Πατρών Παρθένιος, ο Μεθώνης, ο Καλαμών, ο Καρύστου Ιάκωβος) αλλά και δεκάδες αγιορειτών μοναχών ηύρον τραγικό θάνατο τα αυτά και δεινότερα και ο λαός μας. Και συχνά εδίδοντο ποικίλες αφορμές στον Οθωμανό κατακτητή σχεδιάζοντας γενική σφαγή των Ελλήνων η γενικό εξισλαμισμό, την αιμορραγία αυτή του Ν. Ελληνισμού.

Κορυφαία μορφή κατά τα μέσα του 18ου αι. αναδεικνύεται ο άγιος Κοσμάς Αιτωλός, που μαρτύρησε στις 24 Αυγούστου 1779 στην Μουζακιά στο χωριό Καλλικούνταση της Ηπείρου, αγωνιζόμενος σθεναρώς για την στήριξη του δεινοπαθούντος Χριστιανού, την ίδρυση σχολείων, την ηθική και πνευματική αντίσταση του κατά της λαίλαπος του εξισλαμισμού, τον οποίο αντιμετώπισε γενναία λίγο νωρίτερα στην Ήπειρο ο μοναχός Νεκτάριος Τέρπος με το κήρυγμά του και τα βιβλία του που στήριζαν τους Χριστιανούς.

Τα αυτά ισχύουν και για τα φραγκοκρατούμενα μέρη, τα Επτάνησα, τις Κυκλάδες και την Κρήτη, όπου, παρά την μακροχρόνια ξενική κατοχή οι Έλληνες κράτησαν την παράδοση με τους πρωτοπαπάδες τους και τον απλό κλήρο επικεφαλής, παρά την πίεση των ρωμαιοκαθολικών.

Μέγιστος ήταν ο ρόλος, αν όχι ο μοναδικός και ο καταλυτικός, της Εκκλησίας στην ανάπτυξη της παιδείας όλη σχεδόν η ιστορία της νεοελληνικής παιδείας αρχή και τέλος έχει την Εκκλησία: λόγιοι, σχολεία, χειρόγραφα, βιβλία, πνευματική κίνηση εκκινεί και τερματίζει σ αυτήν. Από την Μεγάλη του Γένους Σχολή ως το κοινό σχολείο του τελευταίου χωρίου του ευρύχωρου Ελληνισμού η Εκκλησία είναι παρούσα ως κινητήριος δύναμη. Ακαδημία της Πάτμου, η Πατμιάς, Αθωνιάς, σχολεία στην Αθήνα, την Ήπειρο, την Μακεδονία, σχολεία παντού ιδρύονται και ως έγραψε περί το 1768 ο Ιωαννίτης λόγιος Γεώργιος Κωνσταντίνου στα σχολεία αυτά«η ημετέρα διάλεκτος πολιτεύεται και η ευσέβεια της Ανατολικής Εκκλησίας κηρύττεται… και οι διδάσκαλοι σπουδαίοι κοσμούσι τας ομηγύρεις των τε αρχιερέων και των κληρικών και άπ’ άμβωνος συνεχώς κηρύττουσι λόγους».

Ακόμη και ο αντικληρικαλιστής διαφωτιστής Αδαμάντιος Κοραής δέχεται ότι οι περισσότεροι διδάσκαλοι «των ευρωπαϊκών μαθήσεων» ήσαν ιερωμένοι. Ακόμη και αυτού του Νεοελληνικού Διαφωτισμού τα καλά του στοιχεία εισήλθον στην Ελληνική Ανατολή μέσω της Εκκλησίας και μέσω των στελεχών της ως ο Ευγένιος Βούλγαρις, ο Νικηφόρος Θεοτόκης, οι Μηλιώτες Κωνσταντάς και Γαζής. Παραλλήλως, σειρά ολόκληρη φιλολόγων, θεολόγων, φιλοσόφων έγραφε και εστήριζε την Ορθοδοξία, αγωνιζόμενη κατά του Παπισμού αναπτύσσοντας τα φιλολογικά και θεολογικά συγγράμματα, ακόμη και εκλαϊκευμένη θεολογία ως ο Σεβαστός Κυμινήτης στις αρχές του 18ου αι. και ο σχεδόν σύγχρονος του Μελέτιος Συρίγος αγωνιζόμενος κατά του Προτεσταντισμού και του Παπισμού. Στις ακρότητες του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, άνθρωποι της Εκκλησίας αντέταξαν με επιτυχία τον Ορθόδοξο Φωτισμό με εκπροσώπους τον άγιο Αθανάσιο Πάριο και τον Νικόδημο Αγιορείτη, που ήσαν και οι γνήσιοι εκφραστές του γενναίου κινήματος των Κολλυβάδων. Και δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι όλη η νεοελληνική φιλολογία, συλλήβδην η νεοελληνική γραμματεία από του 15ου τις αρχές του 20ού αι., είναι ουσιαστικώς εκκλησιαστική φιλολογία, αφού οι λόγιοι της περιόδου από την Εκκλησία προέρχονται. Και δεν νοούνταν στον Ελληνισμό της Διασποράς να μην υπάρχει εκκλησία και εφημέριος που αποτελούσαν τον συνεκτικό κρίκο των Ελλήνων αποδήμων, οι οποίοι καλούσαν ιερείς και μοναχούς από την Ελληνική Ανατολή. Οι ιερωμένοι αυτοί συνετήρησαν την πίστη στην Ορθοδοξία με το κήρυγμα και την συνεχή επικοινωνία με τους αποδήμους αδελφούς τους.

Στην συνάφεια της παιδευτικής κινήσεως του Γένους και του κυρίου αυτής μοχλού της Εκκλησίας θέση έχει και το κρυφό σχολειό, το οποίο συνεττήρησε πίστη και εθνική συνείδηση των υποδούλων με διδασκάλους τους απαίδευτους μοναχούς ή ιερείς και ενίοτε τους πεπαιδευμένους επισκόπους, οι οποίοι με το Ψαλτήρι και την Οκτώηχο μετέδιδαν τα πρώτα γράμματα στα νέα παιδιά υπό το τρεμάμενο φως του κανδηλιού της εκκλησίας. Πανταχού της Ελλάδος ο επισκέπτης προσκυνητής μπορεί να ιδεί αυτούς τους τόπους στο Πήλιο, στα Άγραφα, στα Ιωάννινα, στην Πελοπόννησο, στα νησιά μας. Και λυπεί πολύ ότι ορισμένοι συνάδελφοι αμφισβήτησαν την πραγματικότητα αυτήν στηριζόμενοι οι αμφισβητίες της στο γεγονός ότι από το 1593 και επί τη βάσει της πατριαρχικής εγκυκλίου του Ιερεμίου Β’ που συνέστησε την ίδρυση σχολείων στην Ελληνική Ανατολή,ιδρύθηκαν σχολεία και επομένως, λέγουν, παρείλκε η εμφάνιση του κρυφού σχολείου, εφ’ όσον δήθεν λειτουργούσαν ελεύθερα ελληνικά σχολεία.

Κατά την Εθνική Παλιγγενεσία η συμβολή της Εκκλησίας ήτο η μέγιστη δυνατή, εφ’ όσον η εμπειρία της από τους αγώνες της ήτο τοιαύτη, ώστε ήτο αδύνατον να μη λάβει μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα.

Λέγεται ότιένας ιερεύς της Κωνσταντινουπόλεως είχε αυτός μόνος μυήσει 15.000 μέλη στην Φιλική Εταιρεία, αλλά και αυτός ο Γρηγόριος Ε, ο ιεροεθνομάρτυς, φαίνεται να είχε μυηθεί, όπως και ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος Παγκώστας και φυσικά ο Παλαιών Πατρών Γερμανός που ηυλόγησε πρώτος τον Αγώνα του 21 με το σύνθημα «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος». Ο αγών αυτός ήταν εθνικός και κυρίως θρησκευτικός γι’ αυτό και η Εκκλησία πρώτη αυτή πλήρωσε την οργή του δυνάστη με την θυσία αναρίθμητων κληρικών, με πρώτο τον γηραιό πατριάρχηΓρηγόριο Εκαι τους συναγωνιστές του μάρτυρες, τον Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, τον Ανδριανουπόλεως Δωρόθεο, τον Εφέσου Διονύσιο, τον Τυρνόβου Ιωαννίκιο. Η θυσία τους αυτή προσέδωσε έτι μάλλον θρησκευτικό χαρακτήρα στον απελευθερωτικό αγώνα καιοι ήρωες του 1821 ορκίζοντο να εκδικηθούν τον μαρτυρικό θάνατο του Γρηγορίου, ως επιβεβαιούν σύγχρονες των γεγονότων πηγές. Λίγο πολύ είναι γνωστά τα γεγονότα των πρώτων μηνών μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως στον Μοριά, την Ρούμελη, στην Σμύρνη, την Κρήτη, στα Ιεροσόλυμα, στην Χίο όπου στην Νέα Μονή κατεσφάγησαν 200 μοναχοί και ο Μητροπολίτης Χίου Πλάτων Φραγκιάδης, στην Κύπρο όπου απαγχονίστηκε ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός και οι επίσκοποι, στο Άγιον Όρος που μετείχε ενεργώς στον Αγώνα με τον Υπερασπιστή της Μακεδονίας Εμμανουήλ Παπά, τον Μαρωνείας Κωνστάντιο.

ΤοΆγιον Όροςεγνώρισε τότε πρωτοφανή αγριότητα, όπως και οι αντιπρόσωποί του στην Θεσσαλονίκη στα θρυλικά αγιορείτικα κονάκια που απηγχονίσθησαν στο Καπάνι με τον επίσκοπο Κίτρους Μελέτιο, τον παπά Γιάννη του αγίου Μηνά, τους προκρίτους της πόλεως. Πολλοί μοναχοί και ιερείς από τα Πριγκηπόννησα του Βοσπόρου έστειλαν, λένε οι Τουρκικές πηγές, χρήματα για τον Αγώνα στους Μακεδόνες, γι’ αυτό συνελήφθησαν και εσφαγιάσθησαν. Και είναι μακρύς ο κατάλογος των επισκόπων που αγωνίστηκαν και θυσιάσθηκαν σ’ όλην την διάρκεια του Αγώνα, ως ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο Ανδρούσης Ιωσήφ, ο Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος, ο Έλους Κύριλλος κ.α., ων ουκ έστιν αριθμός. Και ευγνωμονών έκτοτε ο συνεχώς αγωνιζόμενος ελληνικός λαός ανεγνώρισε την προσφορά ψηφίζοντας με τους εκπροσώπους του την 1 Ιανουαρίου 1822 ότι «επικρατούσα θρησκεία εις την ελληνικήν επικράτειαν είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού» το αυτό είχε πράξει και η Γερουσία της Ανατολικής Ελλάδος τον Δεκέμβριο του 1821 που ναι μεν διακηρύσσει την θρησκευτική Ελευθερία άλλ’ όμως«την Ανατολικήν Εκκλησίαν του Χριστού και την σημερινήν γλώσσαν μόνον αναγνωρίζει ως επικρατούσαν θρησκείαν και γλώσσαν της Ελλάδος».Την ίδια ευγνωμοσύνη προς την Εκκλησία έτρεφε και ο πρώτος Κυβερνήτης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους Ιωάννης Καποδίστριας, την οποία επροστάτευσε παντοιοτρόπως.

Στα απομνημονεύματα των αγωνιστών του 1821, ως του Μακρυγιάννη, του Κολοκοτρώνη, του Φωτάκου κ.α., συχνά πυκνά αναφέρονται κληρικοί αγωνιστές, αλλά και με πολιτική δράση στα πρώτα χρόνια του Αγώνος και μετά από αυτόν ως μινίστροι Θρησκείας, Παιδείας, Δικαιοσύνης. Και όταν στις υπόδουλες περιοχές του Ελληνισμού επαναστατούσαν, στην Κρήτη ή στην Μακεδονία ή στην Θράκη πάλιν η Εκκλησία με τους επισκόπους και τους ιερείς της είχε την πρωτοπορία του Αρκαδιού το ολοκαύτωμα και ο επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος στην επανάσταση στην Μακεδονία του 1878 έστωσαν ως παράδειγμα.

Η Εκκλησία ήταν και επικεφαλής των μετέπειτα εθνικών αγώνων, ως ο Μακεδονικός Άγων της περιόδου 1860-1912, οπότε διακρίνεται ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ’ ο Μεγαλοπρεπής και οι συνεργάτες του επίσκοποι στην Μακεδονία κατά την πλέον κρίσιμη φάση του Μακεδονικού Αγώνος Χρυσόστομος Καλαφάτης, ο είτα ιεροεθνομάρτυς Σμύρνης, στην Δράμα, Γερμανός Καραβαγγέλης στην Καστοριά, Θεοδώρητος Βασματζίδης στο Νευροκόπι, Ιωακείμ Φορόπουλος στην Πελαγονία, Φώτιος Κορυτσάς, Γρηγόριος Ζερβουδάκης στις Σέρρες κ.α. Αυτοί και οι διάδοχοί τους ακλούθησαν τους παλμούς και τα οράματα της Μεγάλης Ιδέας και συνετήρησαν σε χαλεπούς καιρούς την χριστιανική πίστη και την εθνική συνείδηση.

Μαζί με αυτούς και οι ταπεινοί και ανώνυμοι στρατιωτικοί ιερείς των βαλκανικών πολέμων και της μικρασιάτικης εκστρατείας με κορυφαία τραγική και αγία προσωπικότητα τον Χρυσόστομο Σμύρνης, αλλά και τον Κυδωνιών Γεράσιμο, τον Γερμανό Καραβαγγέλη, παλαιό μακεδονομάχο και μετά το 1914 Μητροπολίτη Αμασείας και φυσικά τον πνευματικό πατέρα του Ποντιακού Ελληνισμού Χρύσανθο Φιλιππίδη, τον κατοπινό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, ο οποίος ως Μητροπολίτης Τραπεζούντος και με πολιτική διορατικότητα κατηύθυνε τις τύχες των Ποντίων μετά το 1914 ως την έξοδο του 1922. Και όλη φυσικά η χορεία των κληρικών, επισκόπων και μοναχών που μετά το 1922 και την προσφυγιά και την εγκατάστασή της στην μητροπολιτική Ελλάδα φρόντισε για να απαλύνει τον πόνο του ξεριζωμού, να οργανώσει την νέα ζωή μες από τα συντρίμμια της ψυχής του πρόσφυγος. Αφού προηγουμένως είχε φροντίσει απ’ άκρου εις άκρον της ευρυχωρίας του Μείζονος Ελληνισμού να υπερασπισθεί το αθώο ποίμνιο από την λύμη των ξένων θρησκευτικών και πολιτικών προπαγανδών που μετά το 1830 και την δημιουργία του νεοελληνικού κράτους είχαν αναπτυχτεί επικινδύνως από την Θράκη ως την Κύπρο και από τα Επτάνησα ως τον Πόντο και την Καππαδοκία.

Η προσφορά της Εκκλησίας στο Γένος κατά την δραματική δεκαετία 40-50 έδειξε αυτόν τον ανεπανάληπτο δεσμό της με τον λαό μας: βρέθηκε πρώτη στην γραμμή του μετώπου και πολλοί ήσαν οι στρατιωτικοί ιερείς που έπεσαν στην Ήπειρο ενώ όλοι τους ενίσχυαν το φρόνημα του Στρατού μας: Ο ΑρχιεπίσκοποςΧρύσανθοςΦιλιππίδης υπήρξε όντως ο εθνικός ηγέτης εκείνης της εποχής, ιδιότητα που συνέχισε και λάμπρυνε η εκρηκτική προσωπικότητα του διαδόχου του Δαμασκηνού Παπανδρέου, ο οποίος έφθασε ως το αξίωμα του Αντιβασιλέως χειρισθείς και πολιτικά ζητήματα, ενόσω υπήρχε πολιτικό κενό. Κατά την διάρκεια της κατοχής η Εκκλησία οργάνωσε συσσίτια, περιέθαλψε ασθενείς και αναξιοπαθούντες με τον Εθνικό Οργανισμό Χριστιανικής Αλληλεγγύης (ΕΟΧΑ), ενίσχυσε την Αντίσταση κατά του κατακτητού. Τότε επινοήθησαν «η αγία μερίδα», «το πιάτο της μερίδας της αγάπης», «η λογία», «οι αχθοφόροι της αγάπης». Πρόσωπα λίαν αγαπητά στην γενιά μας σημάδευαν με την αυτοθυσία τους την εποχή και έδειξαν τι σημαίνει Εκκλησία για τον λαό μας: Αυγουστίνος Καντιώτης στην Κοζάνη, Λεωνίδας Παρασκευόπουλος στην Θεσσαλονίκη, ο Δεσπότης Ιωακείμ στον Βόλο, ο Γεννάδιος στην Θεσσαλονίκη, ο Παντελεήμων Φωστίνης στην Εύβοια, ο Σπυρίδων Βλάχος στα Ιωάννινα, ο Δεσπότης Σάμου και Ικαρίας Ειρηναίος, Παπαμιχαήλ, ο Κορινθίας Μιχαήλ Κωνσταντινίδης, ο αντιστασιακός του ΕΔΕΣ Σεραφείμ Τίκας, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών.

Και δεν είναι ολίγοι εκείνοι που θυσιάστηκαν κατά την αδελφοκτόνο σύρραξη της περιόδου 1946-1949 συνθέτοντας το Σύγχρονο Συναξάρι Ιερομαρτύρων και Εθνομαρτύρων κληρικών, μία πρώτη καταγραφή τους ανεβάζει στους 536.

Αυτή είναι εν ολίγοις η προσφορά του κλήρου μας στον λαό μας, είναι τα ματωμένα ράσα των αγώνων και του Γολγοθά, αλλά και το φως το ανέσπερον της παιδείας, του πολιτισμού και της παραδόσεως. Είναι η Εκκλησία της θυσίας και της Αναστάσεως, του πάθους και της λυτρώσεως η Εκκλησία των Αγίων κληρικών μας, ως λίγο παλαιότερον του αγίου Γρηγορίου Ε’ και σχεδόν στους καιρούς μας του αγίου Χρυσοστόμου Καλαφάτη, του Σμύρνης. Μη λησμονούμε ποτέ τον ποιητή που μ ένα στίχο του αφήνει παρακαταθήκη στον λαό μας:Μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά, του Πατριάρχη.

Περιοδικό ΕΚΚΛΗΣΙΑ Μάρτιος 2006

πηγή

Ι.Καποδίστριας: “Αρνούμαι να εγγίσω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα…”

Ι.Καποδίστριας: “Αρνούμαι να εγγίσω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα, ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν”

 
Το ήθος και η αξιοπρέπεια του μεγαλύτερου πολιτικού ηγέτη στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας. Φιλότιμο, αυταπάρνηση, εργατικότητα, ταπεινοφροσύνη και το πιο σημαντικό πίστη και αυτοθυσία για την Πατρίδα του. 
 
Μπορεί κανείς να εκλάβει την προσωπικότητα του Κυβερνήτη ως πρότυπο μίμησης και πολύ περισσότερο να τον μιμηθεί; Εκείνος που θα εργαστεί πάνω στις ράγες που έθεσε ο Καποδίστριας με τις πράξεις του θα είναι άξιος ηγέτης για την Ελλάδα. Οι σύγχρονοι πολιτικοί της Ελλάδας μπορούν; 
 
«…Ελπίζω ότι όσοι εξ´ υμών συμμετάσχουν εις την Κυβέρνησιν θέλουν γνωρίσει μεθ´ εμού ότι εις τας παρούσας περιπτώσεις, όσοι ευρίσκονται εις δημόσια υπουργήματα δεν είναι δυνατόν να λαμβάνουν μισθούς αναλόγως με τον βαθμό του υψηλού υπουργήματός των και με τας εκδουλεύσεις των, αλλ´ ότι οι μισθοί 

ούτοι πρέπει να αναλογούν ακριβώς με τα χρηματικά μέσα, τα οποία έχει η Κυβέρνησις εις την εξουσίαν της…»

 
«…εφ´ όσον τα ιδιαίτερα εισοδήματά μου αρκούν διά να ζήσω, αρνούμαι να εγγίσω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα, ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν».

Ιωάννης Καποδίστριας

πηγή

Τὸν ἐξανάγκασε τὸν Θεό…

Νὰ σοῦ πῶ, παιδάκι μου, γιὰ νὰ δεῖς τί δύναμη ἔχει ἡ πίστη καὶ νὰ μὴ μεμψιμοιρεῖς ὅτι οἱ μέρες μας εἶναι δύσκολες, δουλειὲς δὲν ὑπάρχουν καὶ τί θὰ γίνουμε αὔριο ἔτσι ποὺ πᾶμε…
     Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ἄρχισε ὁ γέροντας Πνευ­ματικὸς νὰ διηγεῖται στὸ πνευματικοπαίδι του μιὰ προσωπική του ἐμπειρία ἀπὸ κάποιον θεοφοβούμενο ἄνθρωπο παλαιὰ στὴ Μυτιλήνη.
     –Ποὺ λές, Μιχάλη τὸν λέγανε. Τὸν ἤξερα ἐγὼ προσωπικά. Στὴ Μυτιλήνη ζοῦ­σε, σ’ ἕνα κεφαλοχώρι. Ἄνθρωπος τί­­μιος, ἐργάτης, μὲ φόβο Θεοῦ πάνω του. Οἰκοδόμος ἦταν. Μεροδούλι – μεροφάι. Ὅλη τὴ μέρα στὴ δουλειά, καὶ τὸ βρά­δυ στὸ σπίτι, στὴν οἰκογένειά του. Εἶ­χε γυναίκα καὶ ὀχτὼ παιδιά. Οὔτε ἕνα, οὔτε δύο. Ὀχτὼ τοῦ Θεοῦ τὰ εἶχε. Ἡ γυναίκα του δὲν ἐργαζόταν. Καὶ νά ’θελε, ποῦ νὰ εὐκαιρήσει μὲ ὀχτὼ παιδιά; Ἕνα ἡμερομίσθιο, καὶ μ’ αὐτό, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τά ’βγαζαν πέρα. Δὲν τοὺς ἄφηνε ὁ Θεός.
    Δὲν τοὺς ἄφηνε ὁ Θεός, γιατὶ ἐκεῖνοι δὲν Τὸν ἄφηναν. Κατάλαβες; Ἦταν θεοσεβούμενη οἰκογένεια ἡ οἰκογένεια τοῦ κυρ-Μιχάλη, παιδί μου. Ἀπὸ τὴν ἐκ­κλη­σία δὲν ἔλειπαν Κυριακές, γιορτές, καὶ στὴ ζωή τους πολὺ προσεκτικοί. Καὶ μὲ ἐλεημοσύνες ἐπιπλέον, ὅσο μπο­ροῦ­σαν. Τί νὰ μποροῦσαν δηλαδή; ἀπ’ τὸ ὑ­στέρημά τους οἱ ἄνθρωποι… Κυλοῦσε ἡ ζωή τους ἥσυχα, κι αὐτοὶ δόξαζαν τὸν Θεό.
     Κάποτε ὅμως ἦρθαν μέρες δύσκολες. Ἀναδουλειὲς στὸ νησί. Ἄρχισε νὰ στενεύεται ὁ κυρ-Μιχάλης. Πῶς νὰ τὰ καταφέρνει δέκα στόματα νὰ τρέφει καθημερινά; Κι ἡ καημένη ἡ γυναίκα ἀπὸ τὴν ἄλλη πιὸ πολὺ δυσκολευόταν. Ξέρεις τί ’ναι νὰ ξημερώνει, καὶ νὰ μὴν ξέρει ἡ μάνα ἂν θὰ βρεῖ νὰ ταΐσει τὰ μικρά της; Μαρτύριο σωστὸ γιὰ τὴ μητρικὴ καρδιά.
    Καὶ ἔφτασε κι ἡ μέρα ποὺ δὲν εἶχε τίποτε στὸ σπίτι νὰ δώσει στὰ παιδιά. Ἀδειανὰ ὅλα τὰ ράφια. Κοίταξε χλωμή, πανιασμένη τὸν ἄντρα της:
     –Ἂν σήμερα δὲν φέρεις κάτι στὸ σπίτι, τοῦ ’κανε, νὰ ξέρεις, τὰ παιδιὰ θὰ μείνουν νηστικά. Οὔτε ψίχουλο δὲν ὑπάρ­χει.
Ἔφυγε ὁ Μιχάλης γιὰ τὴν πιάτσα, μπὰς καὶ βρεῖ τίποτε. Στὸ δρόμο περ­νοῦσε ἔξω ἀπ’ τὸν κοιμητηριακὸ Ναὸ τοῦ χωριοῦ. Κοντοστάθηκε μιὰ στιγμὴ κι ἀ­μέ­σως τὸ ἀποφάσισε. Ἄλλαξε τὸ πρό­γραμμά του.
    –Δὲν θὰ πάω στὴν πλατεία. Θὰ μπῶ ἐδῶ.
    Μπῆκε στὴν ἐκκλησιά. Ἔκανε τὸ σταυ­­ρό του. Ἄναψε τὸ κερὶ καὶ κατευθύν­θηκε μπροστὰ στὸ τέμπλο. Ἔπεσε στὰ γόνατα, σήκωσε τὰ χέρια του καὶ παρακαλέθηκε:
    –Ὀχτὼ τὰ ἔχω, Χριστέ μου. Δικά Σου εἶναι, Ἐσὺ μοῦ τά ’δωσες. Ἐσὺ ποὺ μοῦ τά ’δωσες, φρόντισε νὰ τὰ θρέψεις. Δὲν ἔχουν τίποτε γιὰ σήμερα νὰ φᾶνε.
    Ἔμεινε λίγη ὥρα ἔτσι γονατισμένος καὶ τέλος ξαναμίλησε:
    –Ἐγὼ δὲν φεύγω ἀπὸ ᾿δῶ, Χριστέ μου, ἂν δὲν μοῦ φέρεις νὰ ταΐσω τὰ παιδιά μου, ποὺ δὲν εἶναι δικά μου· δικά Σου εἶναι.
    Εἶπε, καὶ κατευθύνθηκε στὸ ἀναλόγιο. Πῆρε τὸ Ψαλτήρι κι ἄρχισε νὰ διαβάζει.
   Δὲν θά ’χε περάσει μισὴ ὥρα, κι ἀπ­έ­ξω ἀκούστηκαν συνομιλίες. Στὴν ἀρ­χὴ δὲν ἔδωσε σημασία. Μετὰ διέκρινε τὴ φω­νὴ τοῦ παπᾶ τους. Μιλοῦσε μὲ κά­ποιον ἄγνωστο. Ἔπιασε μιὰ λέξη, ἂν ἄ­κουγε καλά…
    –Ἕναν οἰκοδόμο πρέπει νὰ βρεῖς…
    Πετάχτηκε ἔξω.
    –Παπα-Γιάννη, τὴν εὐχή σου.
    –Νά τος! φώναξε ὁ παπάς. Τὸν ξέρεις τὸν Μιχάλη;
    Κι ἀμέσως πρὸς τὸν Μιχάλη:
    –Μιχάλη, τὸν γνωρίζεις τὸν κύριο;
    –Ὄχι, ἀπάντησε ἐκεῖνος.
    –Εἶναι τοῦ Γρηγόρη τοῦ…, μακαρίτης τώρα, ἀπ’ τὸν ἀπάνω μαχαλά. Μᾶς ἦρθε χθὲς ἀπ’ τὴν Ἀμερική, χρόνια τώρα ἐκεῖ, δυὸ δεκαετίες κοντά. Τὸν θυμᾶσαι;
    –Ἅμα λές, παπά μου, δυὸ δεκαετίες, ἐγὼ ἀκόμα δὲν ἤμουν ἐδῶ. Μετὰ ἐγκα­ταστάθηκα στὸ χωριό. Τὸν πατέρα του τὸν μακαρίτη τὸν ἔχω ἀκουστά.
    –Κύριε Μιχάλη, εἶστε οἰκοδόμος;
    –Ναί, παιδί μου.
    –Ἐνδιαφέρομαι νὰ φτιάξω τὸν τάφο τῶν γονέων μου. Θέλω νὰ χτίσω κάτι ὡ­ραῖο, ἐπίσημο, σὰν τύμβο. Σὰν εἰκο­νο­στάσι. Νὰ χωράει κανεὶς νὰ μπεῖ μέσα, ν’ ἀνάψει τὸ κερί, τὸ καντήλι. Κατάλαβες; Ξέ­ρεις ἀπὸ τέτοια;
   –Πῶς δὲν ξέρω, παλληκάρι μου. Ἔχω φτιάξει κι ἄλλοτε.
   –Πόσα θέλεις νὰ μοῦ τὸ φτιάξεις;
   Κοντοστάθηκε ὁ κυρ-Μιχάλης. «Νὰ πῶ ἑκατὸ χιλιάδες δραχμές», πῆρε νὰ σκέ­­φτεται, «μὴν τοῦ φανοῦν πολλά. Νὰ πῶ ἑβδομήντα;».
   –Διακόσιες χιλιάδες σοῦ φτάνουν;
    –…
    –Ἔ, δὲν διαθέτω περισσότερα. Δέχεσαι;
    –Δέχομαι.
    –Πάρ᾿ τα.
    Καὶ τοῦ ἔδωσε στὸ χέρι φάκελλο φουσκωμένο.
    Μὲ τρεμάμενα χέρια ὁ κυρ-Μιχάλης ὁ οἰκοδόμος ξαναμπῆκε στὴν ἐκκλησιά. Ἔ­πεσε στὰ γόνατα μπροστὰ στὸ τέμπλο καὶ ἔκλαψε. Ὥρα πολλή. Κάποτε σηκώ­θηκε καὶ ξεκίνησε γιὰ τὸ σπίτι του. Στὴ γυ­ναίκα του καὶ τὰ ὀχτὼ παιδιά του. Τοῦ Θεοῦ ὅλα.
    –Κατάλαβες, παιδί μου; κατέληξε ὁ γέ­­ροντας Πνευματικός. Αὐτὸς ὁ ἄν­θρω­πος μὲ τὴν πίστη του, τὴν προσευ­χή του, ἔ­τσι ποὺ τὴν ἔκανε, πῶς νὰ ποῦ­με… τὸν ἐξανάγκασε τὸν Θεό. Ἔτσι δὲν εἶναι; Για­τὶ ἡ πίστη, ἡ ἀληθινή, ἡ ἀκράδαντη, αὐτὸ κάνει. Ἐξαναγκάζει τὸν Θεό. Συμ­φωνεῖς;

Πηγή

Γιατί ελιές και όχι λάδι;

«Τώρα ποῦ μπήκαμε στήν περίοδο τῆς νηστείας ἔχω, μαζί μέ ἄλλους, δύο ἀπορίες. Ἡ πρώτη ἔχει σχέση μέ τήν ἑβδομάδα τῆς Τυροφάγου: Γιατί ἐπιτρέπεται τό γάλα καί τά γαλακτοκομικά προϊόντα καί δέν ἐπιτρέπεται τό κρέας; Ἀπαγορεύονται τά κοτόπουλα καί ἐπιτρέπονται τά αὐγά. Ἡ δεύτερη. Γιατί στόν καιρό τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς δέν τρῶμε ψάρια καί τρῶμε τά «θαλασσινά» καί τό χαβιάρι ἤ μερικές φορές τρῶμε ἐλιές καί ὄχι λάδι;»

Εὔστοχη ἀπάντηση καί στά δύο ἐρωτήματα ἔχει δώσει ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, μεγάλος διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας. Γράφει σ’ ἕνα γιατρό: «Κατηγορεῖς τόν φίλο σου ἐπειδή τήν ἑβδομάδα τῆς Τυρινῆς τρώγει αὐγά δέν τρώγει ὅμως τήν κότταν ποῦ γεννᾶ τά αὐγά… Ἀλλά ποία σύγκρισις ἠμπορεῖ νά γίνη μεταξύ του αὐγοῦ, ποῦ δέν εἶναι ζῶον καί τῆς κόττας, ποῦ εἶναι ζῶον; Τό αὐγό εἶναι πολύ κατώτερον ἀπό τήν ὄρνιθα. Καί ὡς ἀπόδειξιν ἐπικαλοῦμαι τήν δικήν σας γνώμην, δηλαδή τήν γνώμη τῶν ἰατρῶν. Εἰς ὅσους εἶναι ἄρρωστοι καί ἀρχίζουν νά εἰσέρχωνται εἰς τό στάδιον τῆς ἀναρρώσεως ὁρίζετε ὡς τροφήν τά μικρά καί τρυφερά κοττόπουλα καί ὄχι μίαν μεστωμένην ὄρνιθα. Διά ποῖον λόγον τό κάμνετε αὐτό; Διότι, λέγετε, τό παχύ καί λιπαρόν φαγητόν θά βλάψη αὐτόν ποῦ τώρα ἀρχίζει νά συνέρχεται ἀπό τήν ἀσθένειάν του, ἐπειδή ὁ στόμαχός του δέν ἔχει ἀκόμη τήν δύναμιν νά δεχθῆ καί νά χωνεύση βαρείας τροφᾶς. Ἀφοῦ λοιπόν ὑπάρχει διαφορά μεταξύ μικροῦ κοττόπουλου καί μεγάλης κόττας καί τό κοττόπουλον εἶναι ὡς τροφή πολύ κατώτερον εἰς δύναμιν ἀπό τήν κότταν καί οὐδείς ἰατρός εἶπε ποτέ ὅτι αὐγό, κοττόπουλον, κόττα εἶναι ὁμοία τροφή καί ἐξ ἴσου κατάλληλος διά τούς ἀσθενεῖς, δέν εἶναι φανερόν ὅτι ἀνοήτως μᾶς κατηγοροῦν διατί τρώγομεν αὐγά καί ὄχι ὄρνιθας;… Μᾶς κατηγοροῦν ἀκόμη διατί τρώγομεν ἐλαίας, ὄχι ὅμως καί ἔλαιον, ἐνῶ μέσα εἰς τά ἐλαίας ὑπάρχει ἔλαιον. Ἀλλά καί μέσα εἰς τά σταφύλια ὑπάρχει οἶνος. Ὅσα ὅμως σταφύλια ἄν φάγωμεν δέν πρόκειται νά μεθύσωμεν, τό πολύ πολύ νά βαρυστομαχιάσωμεν…».

Ἄλλωστε οἱ ἐλιές ἀποτελοῦν ξηροφαγία. Τρώγονται, δηλαδή ὡς καρπός μέ ψωμί καί ξηρούς καρπούς σέ καιρό αὐστηρῆς νηστείας, ἐνῶ τό λάδι ἀφορᾶ στά φαγητά – πολυάριθμα καί νοστιμώτατα – ποῦ παρασκευάζονται μέ τό λάδι. Γιά τά πανάκριβα θαλασσινά καί τό χαβιάρι δέν θά μποροῦσε κανείς νά κάνη λόγο. Ἀποτελοῦν παρωδία νηστείας.

Ὁ θεσμός τῆς νηστείας ἔχει μεγάλο πλάτος καί βάθος καί δέν περιορίζεται μονάχα στή χύτρα μας. Ἔχει βαθύ πνευματικό περιεχόμενο. Γιά τόν πνευματικό σκοπό τῆς νηστείας γράφει στήν «Ἐπί τοῦ Ὅρους Ὁμιλία» ὁ ἀείμνηστος π. Σεραφείμ Παπακώστας τά ἑξῆς:

«Ἡ νηστεία εἶναι σπουδαῖο μέσο ἐπιβολῆς ἐπί τοῦ ἑαυτοῦ μας καί κυριαρχίας ἐπί ἐπιθυμιῶν τοῦ σώματος, ποῦ δύνανται νά ὁδηγήσουν εἰς πάσαν ἁμαρτίαν… Ἡ νηστεία εἶναι ἐπίσης σπουδαία ἄσκησις καί γυμνασία, διά νά ἀποκόπτη ὁ Χριστιανός τό ἴδιον θέλημα, νά ταπεινώνεται, νά ὑπακούη, νά πειθαρχῆ εἰς ἀνωτέραν αὐθεντίαν, καί δή εἰς τόν Θεόν καί τήν Ἐκκλησίαν… Ἀκόμη βοηθεῖ τόν Χριστιανόν ἀφ’ ἑνός νά ἐπιμένη καί προσκαρτερή εἰς τήν προσευχήν, διότι κάμνει τόν νοῦν καθαρώτερον καί προσεκτικώτερον… Ἀφ’ ἑτέρου δέ βοηθεῖ εἰς τήν ἐλεημοσύνην…», ὅταν φυσικά κάνουμε οἰκονομία μέ τή νηστεία.

Σχετική εἶναι καί μιά ἄλλη ἐπιγραμματική διατύπωση: «Οὐ τό βραδυφαγῆσαι τοῦτο μόνον νηστεία ἐστίν, ἀλλά καί τό βραχυφαγῆσαι καί τό μή ποικιλοφαγῆσαι». Συμπληρωματική καί ἡ παρακάτω φράση: «Ἄσκησίς ἐστι τράπεζα ἐν μονοειδῆ τροφή συνισταμένη». Δέν ἀρκεῖ, δηλαδή, μονάχα νά περιμένης τό βράδυ γιά φαγητό. Πρέπει καί ἡ τροφή νά εἶναι μετρημένη. Καί προπάντων ὄχι πολυδάπανες νηστίσιμες ποικιλίες, ποῦ εἶναι παρωδία καί ἐμπαιγμός τῆς νηστείας.

Σ’ αὐτό τό σημεῖο ἰδιαίτερα ἐπιμένει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί ἡ πατερική σοφία. Ἡ νηστεία δέν εἶναι ἕνας ξηρός τύπος. Εἶναι προπάντων διάθεση ψυχική. Συνδυάζεται πάντα μέ τίς ἄλλες ἀρετές, τήν ἐγκράτεια, τήν προσευχή, τή φιλανθρωπία. «Τιμή νηστείας οὐ σιτίων ἀποχή, ἀλλά ἁμαρτημάτων ἀναχώρησις» τονίζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος.

Ἡ νηστεία μάλιστα πρέπει νά εἶναι ἔκφραση εἰλικρινοῦς μετανοίας, χωρίς τήν ὁποία τίποτα δέν μᾶς ὠφελεῖ. Ἴσα-ἴσα μπορεῖ νά μᾶς παραπλανᾶ καί νά μᾶς δημιουργῆ τήν ψευδαίσθηση τῆς πνευματικῆς αὐταρκείας. Μᾶς τό ὑπογραμμίζει τόσο καθαρά ὁ Θεός μέ τό στόμα τοῦ προφήτου Ἠσαΐα. Ἡ γλώσσα ποῦ χρησιμοποιεῖ ὁ φλογερός προφήτης ἐξ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ, εἶναι πολύ σκληρή, ἀλλά καί ἀφυπνιστική. Στηλιτεύει τόν ὕπουλο πειρασμό τῆς ἀποκοιμιστικῆς τυπολατρίας, στόν ὁποῖο μπορεῖ νά καταντήση ἡ νηστεία (Ἤσ. ἅ’ 13, νή’ 3-7).

«Μήν περιορίζης τό καλό της νηστείας μονάχα στήν ἀποχή ἀπό τά φαγητά. Νηστεία ἀληθινή εἶναι ἡ ἀποξένωση ἀπό τίς κακίες», τονίζει ὁ ὑμνητής τῆς νηστείας ὁ Μ. Βασίλειος.

Απόσπασμα από το βιβλίο “Ερωτήματα στον Ιησού Χριστό”, Τόμος Α’, του Γεωργίου Β. Μελέτη

Ένας τηλεφωνικός θάλαμος φωνάζει…

Προχωροῦσαν στό δρόμο καί καθώς σήκωσαν τό βλέμμα τους ἔπεσε σ’ ἕνα παράδοξο θέαμα. Μπροστά τους, στό κέντρο τῆς Ἀθήνας, ἕνας τηλεφωνικός θάλαμος φωνάζει, ὁμολογεῖ καί διατυμπανίζει τό βίωμα κάποιου.

«Ἡ πίστη μας ἔχει προφητεῖες, λείψανα ἁγίων καί θαύματα ἁγίων. Δέν εἶναι παραμύθια».

Τή θαύμασαν αὐτή τή μεγάλη ἀλήθεια πού φανερωνόταν μπροστά τους, καί ἔπειτα σκέψεις προσωπικές καί ἀθόρυβες κυρίευσαν τό νοῦ τους.

Ἀλήθεια…

-Ὑπάρχει Θεός;

-Δέν τόν βλέπω. Μπορῶ νά τόν πιστεύω;

-Θεός. Εἶναι τελικά τό ὄπιο τοῦ λαοῦ;

-Παλαιολιθική λέξη!

-Ἀκόμα στό Μεσαίωνα ζοῦμε;

«Ἡ πίστη μας ἔχει προφητεῖες, λείψανα ἁγίων καί θαύματα ἁγίων. Δέν εἶναι παραμύθια».

Τούς ἦρθε ξανά στό νοῦ τό graffiti τοῦ τηλεφωνικοῦ θαλάμου.

Μήπως αὐτή ἡ ἀπάντηση μᾶλλον εἶναι ἡ πιό κατατοπιστική καί ἡ πιό σαφής στά παραπάνω δυσεπίλυτα καί συχνά ἐρωτήματα;; Καί δέν προέρχεται ἀπό πνευματικά βιβλία, κηρύγματα, γνῶμες ἁγίων ἤ κάποιων πνευματικῶν πατέρων. Εἶναι μία πρόταση γραμμένη μέ μαρκαδόρο σέ… ἕνα τηλεφωνικό θάλαμο, στό κέντρο τῆς Ἀθήνας!

Ἡ πίστη μας εἶναι ζωντανή, εἶναι βαθιά ἕνωση μέ τόν Θεό, εἶναι βίωμα ψυχῶν, πού τό ζοῦν καθημερινά καί δέ διστάζουν νά τό διακηρύττουν δημόσια. Δέν εἶναι ἐξωτερική κατάσταση, δέν εἶναι ἀποτέλεσμα καταναγκασμοῦ καί πιέσεων. Εἶναι ἡ ἐλεύθερη βούληση, πού ὁδηγεῖ στήν ἐλεύθερη καί ἀβίαστη ὁμολογία.

Ἡ πίστη δέν εἶναι θεωρίες, ὑποθέσεις καί φιλοσοφίες. Εἶναι ἁπτή, χειροπιαστή πραγματικότητα, πού ἐμπεριέχεται καί ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τίς προφητεῖες, τά λείψανα καί τά θαύματα τῶν Ἁγίων.

Ἀλήθεια, μπορεῖς νά πεῖς παραμύθι τίς προφητεῖες πού βλέπεις καθημερινά νά ἐπιβεβαιώνονται στίς μέρες μας; Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός τό φώναζε: «θἀρθῇ καιρός πού ὁ διάβολος θά μπῇ σ᾽ ὅλα τά νοικοκυριά καί τά κέρατά του θά εἶναι ἐπάνω στίς στέγες τῶν σπιτιῶν», ἐννοώντας προφανῶς τήν τηλεόραση.

Ἤ μήπως θά ἔχεις τό θάρρος νά διαψεύσεις τήν ὕπαρξη τόσων λειψάνων ἁγίων, πού ὄχι μόνο ὑπάρχουν, ἀλλά συνεχίζουν νά φανερώνονται καί μέχρι σήμερα; Μέσα σέ λιγότερο ἀπό ἕνα χρόνο βρέθηκαν θαυματουργικά, μέ τρόπο καί σέ χρόνο πού κανείς δέν τό περίμενε, τά λείψανα δύο Νεομαρτύρων, τῶν Ἁγίων Κυράννης καί Ἀκυλίνας στά προάστια τῆς Θεσσαλονίκης…

Ὅ,τι καί νά σκεφτοῦν, ἡ περίεργη αὐτή ἐκδήλωση ὁμολογίας τούς αἰχμαλώτιζε. Τά ἐπιχειρήματά τους ἔσπαζαν μπροστά στήν Ἀλήθεια πού ὑποστήριζε τό ρητό.

Ἄς χτυπήσουν· αὐτοί θά ματώσουν. Ἄς φωνάξουν ὅσο θέλουν· αὐτοί θά βραχνιάσουν. Ἄς βρίσουν· αὐτοί θά ἀηδιάσουν. Ἄς πολεμήσουν ὅσο θέλουν· αὐτοί θά βγοῦν χαμένοι. Ἄς προσπαθοῦν νά τήν γκρεμίσουν· αὐτοί τελικά τήν ὑψώνουν.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ζωντανή 2.000 χρόνια τώρα. Καί θά μείνει ζωντανή στήν αἰωνιότητα! Αὐτή θά κερδίσει.

Ναί! Ἡ πίστη μας ΖΕΙ καί ΘΑ ΖΕΙ στόν αἰώνα τῶν αἰώνων, γιατί εἶναι ἡ Ἀλήθεια καί δέν εἶναι παραμύθια. Γιατί τά θεμέλιά της τά πότισε τό Ἄχραντο Αἷμα Του καί στηρίζεται στά λείψανα τόσων Ἁγίων. Οἱ προφητεῖες της τήν καλύπτουν καί τά θαύματά της τήν ἐπιβεβαιώνουν.

Εἶναι ζώσα τώρα καί πάντοτε!

Μ.Σ.Ν.
φοιτήτριες,

ἀπό τή Νύμφη τοῦ Θερμαϊκοῦ

Απόσπασμα από το Περιοδικό “Η Δράση μας”,
Τεύχος Δεκεμβρίου 2012 

Tο χριστιανικό πνεύμα μεταναστευτικό

Τη Μεγάλη Παρασκευή ψάλλουμε ένα συγκλονιστικό τροπάριο, κατά το οποίο ο άγιος Ιωσήφ από την Αριμαθαία παρακαλεί τον Πιλάτο: «Δός μοι τούτον τον Ξένον, όν ομόφυλοι μισούντες θανατούσι ως Ξένον», «Δώσε μου αυτόν τον Ξένο, που οι ομοεθνείς Του, μισώντας Τον, Τον σκοτώνουν σαν Ξένο»!

Ο Θεός, ως άνθρωπος, γεννήθηκε σε μια πόλη, όπου οι Παναγία Μητέρα Του και ο Μνηστήρας της Ιωσήφ ήταν ξένοι, δεν βρήκαν ούτε δωμάτιο για να μείνουν και γεννήθηκε σε στάβλο...

Στη συνέχεια, έγινε μετανάστης και πήγε με την οικογένειά Του στην Αίγυπτο, για να μη θανατωθεί από τον Ηρώδη και εκεί, σίγουρα, ο Ιωσήφ θα αναζήτησε δουλειά, ως ξένος εργάτης.

Μεγαλώνοντας περιπλανήθηκε σε όλη τη χώρα ως Ξένος, μη έχοντας «πού την κεφαλήν κλίναι» και Τον θανάτωσαν οι συμπατριώτες Του σα να ήταν Ξένος, παραδίδοντάς Τον μάλιστα σε Ξένους, στους Ρωμαίους.

Έτσι ο Ιησούς έγινε πολλαπλά ο μεγάλος Ξένος, που ποτέ δεν κατανοήθηκε ώστε να γίνει «δικός μας», παρά μόνον από λίγους, που πάντα (και τώρα) η κοινωνία τους αντιμετωπίζει ως «πτωχούς τω πνεύματι»...

Στη συνέχεια, Αυτός ο μεγάλος Ξένος έστειλε τους μαθητές Του σε «όλα τα έθνη» και εκείνοι ξενιτεύτηκαν και δίδαξαν τους ανθρώπους σε ξένες χώρες, και οι περισσότεροι θανατώθηκαν από ξένους ως ξένοι και τάφηκαν σε ξένη γη.

Ο Αβραάμ μετανάστης, ο Χριστός μετανάστης, οι Προφήτες μετανάστες, οι Απόστολοι μετανάστες, το χριστιανικό πνεύμα μεταναστευτικό...

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ  ΣΥΡΟΥ  ΔΩΡΟΘΕΟΣ  Ο Β'

«Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο» Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου

Πως ψεύτισε ο κόσμος

Η κακία των ανθρώπων έχει ξεπεράσει τα όρια. Κοιτάζουν πώς να ξεγελάση ο ένας τον άλλον. Και το θεωρούν κατόρθωμα που τον ξεγελούν. Αλήθεια, πως ψεύτισε ο κόσμος! Όλα ψεύτικα τα φτιάχνουν. Χρήματα εν τω μεταξύ παίρνουν περισσότερα απ όσα έπαιρναν οι παλιοί, οι καημένοι. Γενικά, όλα τα ψεύτισαν. Μια μέρα μου έφερε κάποιος ντοματιές. Κάθε φυτό ήταν σε ένα σακκουλάκι μικρούτσικο με χώμα χοντρό, μέλαγγα, αμμούδα χοντρή, για να κρατάη την υγρασία. Βαριούνται να ρίξουν λίγο νερό! Ούτε καν να βάλουν κοπριά. Μόνον επάνω –επάνω είχε λίγη σαν το μαυροπίπερο! Οπότε, όταν τις έβγαλα από το σακκουλάκι, όλη η ρίζα ήταν σάπια. Έρριξα ένα στρώμα χώμα από πάνω, για να βγάλουν νέες ρίζες.
Και πως ξεγελούν τον κόσμο! Να δήτε, μου είχαν φέρει ένα κουτί μεγάλο με γλυκά. «Θα το ανοίξω, είπα, όταν θα ‘ρθη καμμιά παρέα μεγάλη. Ας μην το ανοίξω τώρα και πάνε μερμήγκια». Μια μέρα μαζεύτηκαν κάμποσοι. Υπολόγισα ότι θα φθάσουν και θα περισσέψουν κιόλας. Μόλις το ανοίγω, βλέπω μέσα φελιζόλ , από ‘ δω , φελιζόλ από κει… Και ήταν τόοοσο μικρό αυτό που είχε τα γλυκά. Όλο το κουτί ήταν άδειο! Μια άλλη φορά μου έφεραν ένα επίσημο κουτί γλυκά δεμένο με κορδέλες. «Θα το φυλάξω ,είπα, για τα παιδιά της Αθωνιάδος». Και τελικά ήταν κάτι λουκούμια σκληρά, παλιά λουκούμια. Εγώ τέτοια λουκούμια δεν τα δίνω. Δίνω στον κόσμο κανένα μαλακό λουκούμι.
– Γέροντα, δεν καταλαβαίνουν ότι αυτό είναι αδικία;
– Το θεωρούν κατόρθωμα. Γιατί η αμαρτία έχει γίνει μόδα τώρα και η αδικία θεωρείται εξυπνάδα. Το κοσμικό πνεύμα δυστυχώς τροχάει το μυαλό στην πονηριά, και το θεωρεί κατόρθωμα κείνος που αδικεί τον συνάνθρωπό του. Παίρνει μάλιστα και τον τίτλο: « Αυτός είναι διάβολος. Τα καταφέρνει», ενώ εσωτερικά υποφέρει από τον έλεγχο της συνειδήσεως, την μικρή κόλαση.

Προσφέρουμε στον Θεό το πιο καθαρό

Μια φορά σκανδαλίσθηκα εδώ στον Ναό σας. Είδα να καίτε στην Αγία Τράπεζα μια τόσο κοντή λαμπάδα! Εγώ δεν αφήνω ούτε στο μανουάλι που έχω μπροστά στο τέμπλο τόσο μικρή λαμπάδα∙ το θεωρώ περιφρόνηση.
– Λένε όμως, Γέροντα, ότι το κερί πρέπει να καίγεται μέχρι κάτω.
– Ναι, να καίγεται μέχρι κάτω, αλλά πού; Αυτό έχει σημασία. Άλλο είναι να καίγεται μέχρι κάτω στα μανουάλια όπου ανάβει κεριά ο κόσμος και άλλο στην Αγία Τράπεζα ή στην Αγία Πρόθεση. Δεν κάνει μέσα στο Ιερό να καίη μισή λαμπάδα∙ είναι περιφρόνηση. Ακόμη και στον πολυέλαιο ,έστω και αν φθάνουν οι λαμπάδες για όλη την Ακολουθία ,πάλι να τις αλλάζετε, όταν είναι πολύ μικρές. Και στην Θεία Λειτουργία, στην Μικρή και στην Μεγάλη Είσοδο, πάντα να χρησιμοποιήτε μεγάλη λαμπάδα, γιατί συμβολίζει τον Τίμιο Πρόδρομο. Αλλού σβήνουν τα κανδήλια, για να κάνουν οικονομία! Δεν καταλαβαίνουν ότι ο Θεός θα τους στείλη μεγάλες ευλογίες, όταν Τον ευλαβούνται. Και για τα μνημόσυνα είναι περιφρόνηση να χρησιμοποιούνται λεπτά κεριά σαν κεροστούπι. Είναι ντροπή να τα δώσης και στους άλλους.
– Γέροντα, οι αδελφές να καίνε στα κελλιά όσα κεριά θέλουν;
– Ας κάψουν, να καή και ο διάβολος. Εδώ καίγεται ο κόσμος όλος. Μόνο να έχη νόημα το κεράκι που θα ανάψουν∙ να συνοδεύεται με προσευχή.
Όταν αφεθή κανείς στον Θεό, είναι μεγάλο πράγμα. Εμείς τρώμε γλυκούς καρπούς και προσφέρουμε την ρητίνη των δένδρων στον Θεό με το θυμιατήρι. Τρώμε το μέλι και προσφέρουμε στον Θεό το κερί, και αυτό συχνά το ανακατεύουμε με παραφίνη. Ένα κερί προσφέρουμε στον Θεό από ευγνωμοσύνη για τις πλουσιοπάροχες ευλογίες Του, και αυτό να το μουρνταρεύουμε; Πού να μας ζητούσε ο Θεός να Του προσφέρουμε το μέλι! Φαντάζομαι τότε τί θα κάναμε! Ή ζουμιά θα δίναμε ή λίγο ζαχαρόνερο. Ο Θεός να μη μας πάρη στα σοβαρά! Σε όλα μπορεί κανείς να κάνη οικονομία εκτός από την λατρεία στον Θεό. Στον Θεό θα προσφέρη το πιο καθαρό, το πιο καλό.
– Γέροντα, ο κόσμος δεν καταλαβαίνει εύκολα ότι είναι ανευλάβεια να καίμε κεριά από παραφίνη.
– Να πήτε στον κόσμο: « Για την υγεία σας δεν κάνει να καίτε κεριά από παραφίνη στους Ναούς». Έτσι θα το σκεφθούν λιγάκι αυτό. Αν είναι και μικρός ο Ναός, τότε είναι που πάει να σκάση κανείς. Καλύτερα να ανάψουν ένα μικρό κεράκι και να είναι γνήσιο, παρά ολόκληρη λαμπάδα με παραφίνη. Πολλοί στις Εκκλησίες γι’ αυτό ζαλίζονται και λιποθυμούν. Να είναι μικρός ο Ναός και να καίγεται όλη αυτή η παραφίνη!… Και να ήταν μόνο αυτό; Λάδια που δεν τρώγονται θέλουν να τα βάλουν στα κανδήλια! Πού φθάνουν οι άνθρωποι! Στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται ότι το λάδι που θα χρησιμοποιούσαν στον Ναό έπρεπε να το φτιάχνουν από ελιές που μάζευαν πάνω από τα δένδρα και όχι από αυτές που έπεφταν κάτω. Μήπως ο Θεός έχει ανάγκη από αυτό το λάδι ή από το θυμίαμα; Όχι, αλλά συγκινείται ο Θεός , γιατί είναι μια προσφορά, με την οποία εκφράζεται η ευγνωμοσύνη και η αγάπη του ανθρώπου προς Αυτόν. Στο Σινά μου είχε κάνει εντύπωση: Οι Βεδουίνοι δεν έχουν, οι καημένοι, τίποτε να προσφέρουν. Και βλέπεις, μαζεύουν κανένα πετραδάκι που λίγο διαφέρει από τα άλλα, τόοσο μικρούτσικο, ή, αν βρουν σε καμμιά ρωγμή δυό-τρία φυλλαράκια, τα παίρνουν, ανεβαίνουν επάνω στην πέτρα που χτύπησε ο Μωυσής με το ραβδί του και βγήκε το νερό και τα αφήνουν εκεί. Ή οι μητέρες που θηλάζουν πάνε και στάζουν λίγο γάλα εκεί, με τον λογισμό: «Να μου δίνη γάλα ο Θεός, για να θηλάζω τα παιδιά μου»! Βλέπεις τί ευγνωμοσύνη έχουν! Δεν είναι μικρό πράγμα. Και εμείς τί κάνουμε! Θα μας κρίνουν αυτοί οι άνθρωποι. Αφήνουν εκεί πάνω ξυλαράκια, φυλλαράκια, πετραδάκια …Έχει ο Θεός ανάγκη από αυτά; Όχι, αλλά βοηθάει ο Θεός ,γιατί βλέπει την αγαθή καρδιά, την αγαθή διάθεση. Έτσι εκφράζεται η αγαθή προαίρεση.
– Γέροντα, όταν ανάβουμε ένα κεράκι, λέμε ότι είναι γι’ αυτόν τον σκοπό;
– Το ανάβεις∙ πού το στέλνεις; Δεν το στέλνεις κάπου; Με το κεράκι ζητούμε κάτι από τον Θεό. Όταν το ανάβης και λες: «γι’ αυτούς που πάσχουν σωματικά και ψυχικά και γι’ αυτούς που έχουν την πιο μεγάλη ανάγκη», μέσα σ’ αυτούς είναι και ζώντες και οι κεκοιμημένοι. Ξέρεις πόση ανάπαυση νιώθουν οι κεκοιμημένοι, όταν ανάβουμε ένα κεράκι γι’ αυτούς; Έτσι έχει κανείς πνευματική επικοινωνία με τους ζώντας και με τους κεκοιμημένους. Το κεράκι με λίγα λόγια είναι μια κεραία που μας φέρνει σε επαφή με τον Θεό, με τους αρρώστους, με τους κεκοιμημένους κ.λπ.
– Το θυμίαμα, Γέροντα, γιατί το καίμε;
– Το ανάβουμε για δοξολογία στον Θεό. Τον δοξολογούμε και Τον ευγνωμονούμε για τις μεγάλες ευεργεσίες Του σε όλον τον κόσμο. Το θυμίαμα είναι κι αυτό μια προσφορά. Και αφού το προσφέρουμε στον Θεό και στους Αγίους θυμιάζοντας τις εικόνες, θυμιάζουμε μετά τις ζωντανές εικόνες του Θεού, τους ανθρώπους.
Να βάζετε καρδιά είτε πρόκειται για αίτημα είτε για ευχαριστία. Με το κεράκι λέω: «Θεέ μου, Σου ζητάω με όλη μου την καρδιά να μου κάνης μια χάρη». Και με το θυμίαμα λέω: «Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, με όλη μου την καρδιά για τις δωρεές Σου. Σ’ ευχαριστώ που συγχωρείς τις δικές μου τις πολλές αμαρτίες και την αχαριστία όλου του κόσμου και την δική μου την αχαριστία την πολλή».

Όσο μπορείτε , να καλλιεργήτε την ευλάβεια, την συστολή. Αυτό θα βοηθήση να δεχθήτε την Χάρη του Θεού. Γιατί άμα έχει κανείς ευλάβεια και συστολή πνευματική, και είναι και ταπεινός, δέχεται την θεία Χάρη. Αν δεν έχη ευλάβεια και ταπείνωση, η Χάρις του Θεού δεν τον πλησιάζει. Τί λέει η Γραφή; «Επί τίνα επιβλέψω, αλλ’ ή επί τον ταπεινόν και ησύχιον και τρέμοντα τους λόγους μου;».

 

Τί αναζήτηση υπάρχει

Χειμώνα καιρό ήρθαν μια μέρα στο Καλύβι ογδόντα άτομα, από φοιτητές μέχρι σκηνοθέτες. Έκλαιγαν και ρωτούσαν αν μπορούν να σπουδάσουν Θεολογία! Είναι εξωφρενική η κατάσταση στον κόσμο! Όλοι ζητούν κάτι, χωρίς να ξέρουν οι περισσότεροι τί ζητούν. Άλλοι με μπουζούκια ψάχνουν την αλήθεια! Άλλοι με εξωφρενική μουσική ζητούν τον Χριστό!
– Γέροντα, αλήθεια, τί αναζήτηση έχει ο κόσμος! Τόσοι άνθρωποι να έρχωνται και να στέκωνται όρθιοι και να περιμένουν ώρες!
– Μέσα στα σημεία των καιρών είναι και αυτό∙ να ζητάη ο κόσμος βοήθεια από εμένα τον ταλαίπωρο. Δεν βλέπω κάτι το καλό στον εαυτό μου και απορώ τί βρίσκουν οι άνθρωποι και τρέχουν σε μένα. Κολοκύθι με φλούδα καρπουζιού είμαι. Στις μέρες μας το κολοκύθι το τρώνε για καρπούζι, γιατί έχει φλούδα καρπουζιού. Ξεκινούν από την άκρη του κόσμου και δεν είναι σίγουροι∙ θα με βρουν, δεν θα με βρουν. Και τον εαυτό μου τον σιχαίνομαι μα και τον κόσμο τον πονάω. Πού έχουμε φθάσει! Πού κατήντησε ο κόσμος! Ο Προφήτης Ηλίας αναφέρει ότι θα ‘ρθη καιρός που οι άνθρωποι θα βρουν έναν που θα έχη ιμάτιο και θα του πουν: «Έλα να σε κάνουμε βασιλιά!». Ο Θεός να μας λυπηθή!
Όταν διαβάζω τον 28ο Ψαλμό που είναι «Γι’ αυτούς που κινδυνεύουν στην θάλασσα», λέω: «Θεέ μου, και η στεριά, ο κόσμος όλος, έγινε χειρότερη θάλασσα, γιατί πνίγει τον κόσμο πνευματικά». Και όταν έρχεται κόσμος απογοητευμένος ,τους διαβάζω τον 93ο και τον 36ο Ψαλμό. «Θεός εκδικήσεων Κύριος∙ Θεός εκδικήσεων επαρρησιάσατο. Υψώθητι ο κρίνων την γην, απόδος ανταπόδοσιν τοις υπερηφάνοις… Τον λαόν σου , Κύριε, εταπείνωσαν και την κληρονομίαν σου εκάκωσαν … Και εγένετό μοι Κύριος εις καταφυγήν και ο Θεός μου εις βοηθόν ελπίδος μου…» Δίνουν μεγάλη παρηγοριά! Με μια ματιά στον Ουρανό θα άλλαζαν τα πράγματα. Αλλά βλέπεις, δεν σκέφτονται τον Θεό σήμερα οι άνθρωποι. Γι’ αυτό δεν βρίσκεις ανταπόκριση∙ δεν μπορείς να συννενοηθής.
Συνέχεια παρακαλώ τον Θεό να παρουσιάση σωστούς
ανθρώπους, Χριστιανούς, για να βοηθούν τον κόσμο, και τους σωστούς να τους κρατήση χρόνια. Να κάνουμε προσευχή να φωτίση ο Θεός να βγουν άλλοι, νέοι άνθρωποι, αγνοί, να βγουν Μακκαβαίοι, γιατί οι τωρινοί καταστρέφουν τον κόσμο. Οι νεώτεροι μπορεί να έχουν απειρία, αλλά δεν έχουν ψευτιά, πονηριά. Να παρακαλούμε να φωτίζη ο Θεός ανθρώπους όχι μόνο στην Εκκλησία, αλλά και αυτούς που κυβερνούν, να έχουν φόβο Θεού, για να μπορέσουν κάτι να πουν. Λίγο, μια φωτισμένη κουβέντα αν πουν ,τακ, αλλάζουν μια κατάσταση. Αν πουν μια ανοησία, μπορεί ολόκληρο το κράτος να το τσαλακώσουν. Μια καλή απόφαση είναι ευεργεσία για τον κόσμο. Μια άσχημη απόφαση είναι καταστροφή. Δεν είναι μόνον η υλική δυστυχία, που πεινούν, που δυστυχούν οι άνθρωποι∙ η πνευματική δυστυχία είναι πιο μεγάλη. Η προσευχή πολύ θα βοηθήση να τους φωτίση λιγάκι ο Χριστός. Παίρνει το κατσαβιδάκι ο Χριστός, λίγο ένα στρίψιμο, μια βόλτα πίσω… εντάξει∙ όλα τακτοποιούνται! Σιγά-σιγά, όταν ο Θεός φωτίζη μερικούς ανθρώπους, τότε το κακό εξευτελίζεται μόνο του. Γιατί το κακό μόνο του καταστρέφεται, δεν το καταστρέφει ο Θεός. Τελικά τα πράγματα θα έρθουν στη θέση τους. Βλέπω ότι πολλοί που έχουν μια θέση καταλαβαίνουν, πονούν και αγωνίζονται, και ιδιαίτερα το χαίρομαι!

Στην εποχή μας λείπουν τα παραδείγματα

– Γέροντα, γιατί ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων λέει ότι οι Μάρτυρες των εσχάτων χρόνων θα είναι «υπέρ πάντας Μάρτυρας»;
– Γιατί παλιά είχαμε μεγάλα αναστήματα. Στην εποχή μας λείπουν τα παραδείγματα- μιλώ γενικά για την Εκκλησία και τον Μοναχισμό. Τώρα πλήθυναν τα λόγια και τα βιβλία και λιγόστεψαν τα βιώματα. Θαυμάζουμε μόνον τους Αγίους Αθλητές της Εκκλησίας μας, χωρίς να καταλαβαίνουμε το πόσο κοπίασαν , γιατί δεν κοπιάσαμε, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τον κόπο τους, για να τους αγαπήσουμε και να αγωνισθούμε από φιλότιμο να τους μιμηθούμε. Ο Καλός Θεός βέβαια θα λάβη υπ’ Όψιν Του την εποχή και τις συνθήκες στις οποίες ζούμε και ανάλογα θα ζητήση. Αν λίγο αγωνισθούμε, θα στεφανωθούμε περισσότερο από τους παλαιούς.
Παλιά που υπήρχε το αγωνιστικό πνεύμα και ο καθένας προσπαθούσε να μιμηθή τον άλλο, δεν μπορούσε να σταθή ούτε το κακό ούτε η αμέλεια. Ήταν και το καλό πολύ και αγωνιστικό πνεύμα υπήρχε, γι’ αυτό ένας αμελής
δεν μπορούσε να σταθή. Τον έπαιρναν σβάρνα οι άλλοι. Θυμάμαι, μια φορά στην Θεσσαλονίκη περιμέναμε τα φανάρια ,για να περάσουμε από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο. Σε μια στιγμή αισθάνθηκα ένα κύμα να με σπρώχνη προς τα εμπρός , γιατί όλοι πήγαιναν προς τα εκεί. Μόλις που σήκωνα το πόδι και προχωρούσα. Θέλω να πω δηλαδή ότι, όταν όλοι πάνε προς ένα μέρος , ένας , και να μη θέλη να πάη, να δυσκολεύεται να μην πάη, γιατί τον πάνε οι άλλοι. Σήμερα, αν κάποιος θέλη να ζήση τίμια και πνευματικά, δεν χωράει στον κόσμο, δυσκολεύεται. Και αν δεν προσέξη, θα τον πάρη ο κατήφορος , το κοσμικό κανάλι. Παλιότερα, ήταν πολύ το καλό, πολλή η αρετή, πολύ το καλό παράδειγμα, και το κακό πνιγόταν στο πολύ καλό και η λίγη αταξία που υπήρχε στον κόσμο ή στα Μοναστήρια δεν φαινόταν και ούτε έβλαπτε. Τώρα τί γίνεται; Το κακό παράδειγμα είναι πολύ, και το λίγο καλό που υπάρχει , περιφρονείται. Γίνεται δηλαδή το αντίθετο∙ πνίγεται το λίγο καλό στο πολύ κακό, και έτσι κυβερνάει το κακό.
Όταν ένας άνθρωπος ή ένα σύνολο ανθρώπων έχη αγωνιστικό πνεύμα, αυτό πολύ βοηθάει. Γιατί, όταν ένας προχωράη πνευματικά, δεν ωφελεί μόνον τον εαυτό του, αλλά βοηθάει και τον άλλον που τον βλέπει. Και ένας που είναι χαλαρός, πάλι το ίδιο ∙ επιδρά και στους άλλους. Όταν ο ένας χαλαρώνη, ο άλλος χαλαρώνη, τελικά, χωρίς να το καταλαβαίνουν, δεν μένει τίποτε. Γι’ αυτό το αγωνιστικό πνεύμα πολύ θα βοηθήση μέσα σ’ αυτήν την χαλάρωση που υπάρχει. Αυτό θα πρέπει να το προσέξουμε πολύ, γιατί έφθασαν δυστυχώς σε τέτοιο σημείο οι σημερινοί άνθρωποι, που κάνουν και νόμους ακόμη χαλαρούς και τους επιβάλλουν και στους αγωνιζομένους να τους εφαρμόσουν. Γι’ αυτό οι αγωνιζόμενοι όχι μόνον δεν πρέπει να επηρεάζωνται από το κοσμικό φρόνημα, αλλά και να μην συγκρίνουν τον εαυτό τους με τους κοσμικούς και νομίζουν ότι είναι άγιοι και μετά χαλαρώνουν και γίνονται χειρότεροι και από τους πιο κοσμικούς. Στην πνευματική ζωή δεν θα βάλη κανείς για πρότυπο τους κοσμικούς αλλά τους Αγίους. Καλά είναι να παίρνη κάθε αρετή και να βρίσκη τον Άγιο που την είχε, να μελετά τον βίο του, και τότε θα βλέπη ότι δεν έχει κάνει τίποτε και θα προχωρή με ταπείνωση. Στο στάδιο αυτοί που τρέχουν , δεν κοιτάζουν πίσω να δουν πού βρίσκονται οι τελευταίοι ,γιατί, αν το κάνουν, θα μείνουν αυτοί τελευταίοι. Όταν προσπαθώ να μιμηθώ τους προχωρημένους , η συνείδηση λεπτύνεται. Όταν όμως βλέπω τους πίσω, δικαιολογώ τον εαυτό μου και λέω ότι δεν είναι σπουδαία τα σφάλματα μου εν συγκρίσει με τα δικά τους. Επαναπαύομαι στον λογισμό μου ότι υπάρχει και ο κατώτερος μου. Έτσι πνίγω την συνείδησή μου ή καλύτερα, καταλήγω να έχω μια καρδιά σοβαντισμένη, αναίσθητη.

Ο γλυκός κατήφορος είναι εύκολος

– Γιατί , Γέροντα, ενώ κάνουμε τόσο δύσκολα το καλό, πέφτουμε τόσο εύκολα στο κακό;
– Γιατί για το καλό πρέπει πρώτα ο ίδιος ο άνθρωπος να βοηθήση, να αγωνισθή, ενώ στο κακό βοηθάει ο διάβολος . Ύστερα, οι άνθρωποι δεν μιμούνται το καλό, ούτε έχουν καλούς λογισμούς. Πολλές φορές φέρνω το εξής παράδειγμα στους λαϊκούς: « Ας πούμε ότι έχω ένα αυτοκίνητο και λέω με τον λογισμό μου: “Τί να το κάνω;Εγώ μπορώ να εξυπηρετηθώ και με κάποιον γνωστό μου και με κανένα ταξί στην ανάγκη. Ας το δώσω σ’ εκείνον τον οικογενειάρχη που έχει πολλά παιδιά, να τα βγάζη λίγο έξω, να τα πάη σε κανένα Μοναστήρι, να ξεσκάνε και να βοηθιούνται τα καημένα”. Αν το δώσω , κανένας δεν θα με μιμιθή σε αυτό. Αν όμως έχω ένα αυτοκίνητο ίδια μάρκα με το δικό σας και ύστερα αλλάξω και πάρω άλλη καλύτερη μάρκα, να δήτε, δεν θα κοιμηθήτε όλη νύχτα, για να βρήτε έναν τρόπο να αλλάξετε το αυτοκίνητο και να πάρετε καλύτερο, ίδιο με το δικό μου, και ας είναι καλά και τα δικά σας αυτοκίνητα. Σ’ αυτήν την περίπτωση θα πείτε: “Θα πουλήσω ,θα δανεισθώ, για να το αλλάξω”. Ενώ στην προηγούμενη περίπτωση κανένας δε θα με μιμηθή, να πη: “Τί να το κάνω εγώ το αυτοκίνητο ;ας το δώσω”, αλλά μπορεί να πουν ότι είμαι και χαμένος».
Οι άνθρωποι εύκολα επηρεάζονται στο κακό. Ενώ στο βάθος αναγνωρίζουν και παραδέχονται το καλό, όμως πιο εύκολα επηρεάζονται και παρασύρονται από το κακό, γιατί εκεί κανοναρχεί το ταγκαλάκι. Τον γλυκό κατήφορο εύκολα τον βρίσκει κανείς, γιατί ο πειρασμός δεν έχει άλλο τυπικό, παρά να σπρώχνη στον γλυκό κατήφορο τα πλάσματα του Θεού. Ο Χριστός έχει αρχοντιά. Σου λέει: «Αυτό είναι το καλό» ∙ «ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν…». Δεν λέει: «Με το ζόρι έλα κοντά μου!» Ο διάβολος έχει γυφτιά. Από ‘δω-από ‘κει τον τυλίγει τον άνθρωπο, για να τον πάη εκεί που θέλει. Ο Θεός σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου, γιατί δεν έκανε δούλους αλλά υιούς. Και παρ’ όλο που ήξερε ότι θα επακολουθήση η πτώση , δεν τους έκανε δούλους. Προτίμησε να έρθη, να σαρκωθή , να σταυρωθή και να κερδίση έτσι τον άνθρωπο. Με την ελευθερία όμως αυτή που έδωσε ο Θεός –παρ’ όλο που ο διάβολος μπορεί να κάνη πολύ κακό- δίνεται μια ευκαιρία για κοσκίνισμα. Φαίνεται τι κάνει κανείς με την καρδιά του∙ φαίνεται καθαρά το πολύ φιλότιμο.

Ο Θεός δεν μας εγκαταλείπει

Στην κατάσταση που είναι σήμερα οι άνθρωποι, ό,τι τους λέει ο λογισμός κάνουν. Άλλοι είναι με χάπια, άλλοι παίρνουν ναρκωτικά… Κάθε τόσο τρεις-τέσσερις ξεκινούν να κάνουν μία νέα θρησκεία. Ανάλογα ,λίγα γίνονται, εγκλήματα, δυστυχήματα κ.λπ. Βοηθάει ο Θεός. Ήρθε ένας στο Καλύβι και μου λέει: «Έχεις καμμιά κιθάρα;». Πίνει χασίς, έχει όρεξη να μιλάη- δεν σε ρωτά αν έχης εσύ όρεξη- θέλει και μια κιθάρα! Άλλοι βαρέθηκαν τη ζωή τους και θέλουν να αυτοκτονήσουν ή να κάνουν κανένα κακό, για να γίνη σαματάς. Δεν είναι ότι τους περνάει αυτό σαν βλάσφημος λογισμός και τον διώχνουν. Βαρέθηκαν την ζωή τους και δεν ξέρουν τί να κάνουν. Μου είπε ένας: «Θέλω να με γράψουν οι εφημερίδες ότι είμαι ήρωας». Οι άλλοι χρησιμοποιούν μερικούς τέτοιους και κάνουν την δουλειά τους. Πάλι καλά, ανάλογα, λίγα γίνονται.
Το καλό είναι που δεν μας εγκαταλείπει ο Θεός. Ο Καλός Θεός τον σημερινό κόσμο τον φυλάει με τα δυο Του χέρια ∙ παλιότερα μόνο με το ένα. Σήμερα, μέσα στους τόσους κινδύνους που ζει ο άνθρωπος, ο Θεός τον φυλάει όπως φυλάει η μάνα το μικρό παιδί, όταν αρχίζη να περπατάη. Τώρα μας βοηθούν πιο πολύ ο Χριστός, η Παναγία, οι Άγιοι, αλλά δεν το καταλαβαίνουμε. Πού θα ήταν ο κόσμος αν δεν βοηθούσαν!… Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων παίρνει χάπια και είναι σε μια κατάσταση… Άλλος μεθυσμένος, άλλος απογοητευμένος, άλλος ζαλισμένος, άλλος από τους πόνους ξενυχτισμένος. Όλοι αυτοί βλέπεις να οδηγούν αυτοκίνητα, μοτοσυκλέτες, να κάνουν επικίνδυνες δουλειές, να χειρίζωνται επικίνδυνα μηχανήματα. Είναι όλοι αυτοί σε κατάσταση να οδηγούν; Μπορούσε να είχε σακατευθή ο κόσμος. Πώς μας φυλάει ο Θεός και δεν το καταλαβαίνουμε!
Παλιά, θυμάμαι, πήγαιναν οι γονείς μας στα χωράφια και πολλές φορές μας άφηναν στην γειτόνισσα να μας προσέχη μαζί με τα παιδιά τα δικά της. Αλλά τότε ήταν ισορροπημένα τα παιδιά. Μια ματιά έρριχνε η γειτόνισσα και έκανε τις δουλειές της και εμείς παίζαμε ήσυχα. Έτσι και ο Χριστός, η Παναγία, οι Άγιοι παλιά με μια ματιά παρακολουθούσαν τον κόσμο. Σήμερα και ο Χριστός και η Παναγία και οι Άγιοι τον έναν πιάνουν από ‘δω, τον άλλον από ‘κει, γιατί οι άνθρωποι δεν είναι ισορροπημένοι. Τώρα είναι μια κατάσταση… Θεός φυλάξοι! Σαν μια μητέρα να έχη δυο-τρία προβληματικά παιδιά, το ένα λίγο χαζούλικο, το άλλο λίγο αλλοίθωρο, το άλλο λίγο ανάποδο, να έχη και κανα-δυό της γειτόνισσας να τα προσέχη, και το ένα να ανεβαίνη ψηλά και να κινδυνεύη να πέση κάτω, το άλλο να παίρνη το μαχαίρι να κόψη το λαιμό του, το άλλο να πάη να κάνη κακό στο άλλο, και αυτή συνέχεια να βρίσκεται σε εγρήγορση, να τα παρακολουθή, και εκείνα να μην καταλαβαίνουν την αγωνία της. Έτσι και ο κόσμος δεν καταλαβαίνει την βοήθεια του Θεού. Με τόσα επικίνδυνα μέσα που υπάρχουν σήμερα θα είχε σακατευθή, αν δεν βοηθούσε ο Θεός. Αλλά έχουμε και Πατέρα τον Θεό και Μάνα την Παναγία και αδέλφια τους Αγίους και τους Αγγέλους, που μας προστατεύουν.
Πόσο μισεί ο διάβολος το ανθρώπινο γένος και θέλει να το εξαφανίση! Και εμείς ξεχνούμε με ποιόν παλεύουμε. Να ξέρατε πόσες φορές ο διάβολος τύλιξε την γη με την ουρά του ,για να την καταστρέψη! Δεν τον αφήνει όμως ο Θεός∙ του χαλάει τα σχέδια. Και το κακό που πάει να κάνη το ταγκαλάκι, ο Θεός το αξιοποιεί και βγάζει μεγάλο καλό. Ο διάβολος τώρα οργώνει, ο Χριστός όμως θα σπείρη τελικά.
Και πάντα βλέπουμε ότι ο Καλός Θεός στις μεγάλες δοκιμασίες δεν αφήνει να περάσουν περισσότερες από τρεις γενιές, για να υπάρχη προζύμι. Πριν την Βαβυλώνια αιχμαλωσία οι ισραηλίτες έρριξαν σε ένα ξεροπήγαδο την φωτιά από την τελευταία θυσία που έκαναν, ώστε να βρουν μετά από την ίδια φωτιά και να αρχίσουν πάλι τις θυσίες. Και πράγματι, μετά από εβδομήντα χρόνια, όταν επέστρεψαν, βρήκαν από εκείνη την φωτιά και άρχισαν τις θυσίες. Σε κάθε δύσκολη περίοδο δεν παρασύρονται όλοι. Ο Θεός διατηρεί μία ζύμη για τις επόμενες γενιές. Οι Κομμουνιστές δούλεψαν εβδομήντα χρόνια και κράτησαν εβδομήντα πέντε χρόνια∙ πάλι τρεις γενιές. Οι Σιωνιστές, πόσα χρόνια έχουν που δουλεύουν, αλλά ούτε επτά χρόνια δεν θα κρατήσουν.

Πάλι θα γυρίσουν στα παλιά

Αργότερα οι άνθρωποι θα εκτιμήσουν που κρατούν οι Χριστιανοί σήμερα την τιμή, την πίστη και όλο το μεγαλείο της Εκκλησίας. Και να δήτε, θα γυρίσουν πάλι στα παλιά. Όπως έγινε και με την αγιογραφία˙ μια εποχή δεν μπορούσαν να καταλάβουν την βυζαντινή τέχνη και κτυπούσαν τις τοιχογραφίες με το σκεπάρνι, για να ρίξουν τον παλιό σοβά και να τον ξαναφτιάξουν, για να αγιογραφήσουν άλλες εικόνες, της Αναγεννήσεως. Τώρα, μετά από τόσα χρόνια, αναγνώρισαν την αξία της βυζαντινής τέχνης. Μάλιστα, πολλοί που δεν έχουν και ευλάβεια , ακόμη και άθεοι, πάνε σιγά-σιγά και ξεσκεπάζουν τις παλιές τοιχογραφίες που έχουν τις σκεπαρνιές. Έτσι και όλα αυτά που πετούν τώρα για άχρηστα σιγά-σιγά θα τα αναζητήσουν.
Βλέπεις και με την βυζαντινή μουσική πώς τα πράγματα έρχονται στη θέση τους; Μικρά παιδιά έχουν μάθει βυζαντινή μουσική. Παλιότερα δύσκολα εύρισκες έναν που να ήξερε βυζαντινή μουσική. Τώρα μικρά παιδιά ξέρουν, και οι άλλοι προβληματίζονται μετά. Και τί γλυκά «γυρίσματα» έχει η βυζαντινή μουσική! Ιδίως τα καθαρά βυζαντινά έχουν διάφορα όμορφα, γλυκά γυρίσματα. Άλλα λεπτά σαν το αηδόνι, άλλα σαν απαλό κυματάκι, άλλα δίνουν μια μεγαλοπρέπεια. Όλα αποδίδουν, τονίζουν τα θεία νοήματα. Όμως σπάνια να ακούσης αυτά τα όμορφα γυρίσματα. Οι περισσότεροι που ψέλνουν τα λένε λειψά, κουτσουρεμένα, καλουπωμένα. Αφήνουν κενά, τρύπες! Και το κυριώτερο, τα λένε χωρίς τόνο. Απορώ˙ δεν έχουν οξείες αυτά τα βιβλία τους; Σαν την σημερινή γραμματική είναι χωρίς τόνους, χωρίς οξείες; Τελείως ρηχά τα λένε. Όλα τα πάνε ίσια , λες και πέρασε οδοστρωτήρας και τα ισοπέδωσε όλα! Πα-νη-ζω, πα-νη-ζω», πανίζουν-πανίζουν τον φούρνο και ψωμί δεν βγάζουν! Άλλοι πάλι τονίζουν χωρίς καρδιά και τσιρίζουν. Άλλοι τα τονίζουν όλα δυνατά, τα λένε και όλα ίσια ,όλα καρφωτά, και νομίζεις χτυπούν καρφιά με το σκεπάρνι. Ναι, αλήθεια, ή τελείως άτονα ή σκληρά! Δεν σε ξεσηκώνουν εσωτερικά˙ δεν σε αλλοιώνουν. Ενώ πόσο γλυκιά είναι η καθαρή βυζαντινή μουσική! Ειρηνεύει, μαλακώνει την ψυχή. Η σωστή ψαλμωδία είναι το ξεχείλισμα της εσωτερικής πνευματικής καταστάσεως. Είναι θεία ευφροσύνη! Δηλαδή ευφραίνεται η καρδιά από τον Χριστό και με καρδιά ευφρόσυνη μιλάει ο άνθρωπος στον Θεό. Όταν συμμετέχη κανείς σ’ αυτό που ψάλλει ,τότε αλλοιώνεται, με την καλή έννοια, και ο ίδιος και οι άλλοι που τον ακούνε. Πριν από πολλά χρόνια κάποιος παλιός ψάλτης πήγε στο Άγιον Όρος και έγινε ρεζίλι. Οι πατέρες έψελναν παραδοσιακά. Τον πήραν και αυτόν μαζί τους να ψάλη, αλλά αυτός δεν έκανε τα «γυρίσματα», γιατί δεν τα ήξερε. Οι Αγιορείτες τα είχαν από παράδοση. Μετά προβληματίσθηκε και αυτός και μερικοί άλλοι. Μπήκε η καλή ανησυχία ,έψαξαν, διάβασαν, άκουσαν παλιούς παραδοσιακούς ψάλτες και βρήκαν τα «γυρίσματα» που είχαν οι παλιοί.
Και οι Τούρκοι την μουσική την πήραν από το Βυζάντιο, όταν ήρθαν στην Μικρά Ασία. Γι’ αυτό και οι τούρκικοι αμανέδες ,κατά κάποιο τρόπο, συγκινούν ,και λέει ο λαός: «Τουρκικά να τραγουδάς, γαλλικά να μιλάς και ελληνικά να γράφης». Όχι ότι όλοι οι Τούρκοι έχουν καλή φωνή, αλλά, ακόμη και όσοι δεν έχουν, τραγουδούν με καημό, με μεράκι. Μερικοί δικοί μας δεν ξέρουν ότι οι αμανέδες είναι βυζαντινοί και λένε πως εμείς πήραμε τη βυζαντινή μουσική από τους Τούρκους! Μα οι Τούρκοι, όταν ήρθαν από τα βάθη της Ασίας, δεν είχαν ούτε μουσική ούτε τίποτε άλλο και πήραν την ήχο από την βυζαντινή μουσική.
– Γέροντα, οι Καθολικοί πώς αναπαύονται στο αρμόνιο;
– Γιατί; «Εκλαΐκευση» ,σου λένε! Εσύ θυμάσαι εκείνες τις καθολικές καλόγριες στην Γαλλία, που έψαλλαν στην Ανάσταση το «Χριστός ανέστη» και χόρευαν σύγχρονο χορό με μια εικόνα; Έκαναν… Πάσχα! Την εικόνα την κρατούσε η Γερόντισσά τους! Αλλοίωση, αλλοίωση, και δες που έφθασαν. Άκουσα μια φορά έναν νέο μοναχό που έψαλλε μια Δοξολογία λίγο παράξενη. «Καλά, είπα μέσα μου, τί είναι αυτό που λέει;» Τον ρωτάω μετά : «Τίνος είναι αυτή η Δοξολογία;» «Του Πέτρου Πελοποννησίου, μου λέει, αλλά την διόρθωσα». Την διόρθωσες;» του λέω. «Καλά, μου λέει, δεν έχω και εγώ το δικαίωμα να διορθώσω;» «Να φτιάξης μια δική σου Δοξολογία, άμα θέλης˙ όχι να χαλάσης την άλλη». Πήγε και έκανε αλλαγές και μετά θα έλεγε: «Αγιορείτικο είναι». Χρειάζεται πολλή προσοχή. Να μην αλλοιώση κανείς αυτά τα παλιά. Άμα θέλη, ας φτιάξη κάτι δικό του κι ας βάλη και το όνομά του˙ έχει δικαίωμα. Αλλά να παίρνη και να αλλοιώνη τα παλιά, είναι ανευλάβεια. Σαν ένας που δεν ξέρει αγιογραφία να πάη να διορθώση μια παλιά εικόνα. Άμα θέλη, ας φτιάξη μια εικόνα δική του, όχι να καταστρέψη μια άλλη εικόνα.

Έρχονται δύσκολα χρόνια

Ο Θεός επιτρέπει να γίνη τώρα ένα τράνταγμα γερό. Έρχονται δύσκολα χρόνια. Θα έχουμε δοκιμασίες μεγάλες… Να το πάρουμε στα σοβαρά, να ζήσουμε πνευματικά. Οι περιστάσεις μας αναγκάζουν και θα μας αναγκάσουν να δουλέψουμε πνευματικά. Καλό όμως είναι να το κάνουμε χαρούμενα και προαιρετικά και όχι από θλίψεις, αναγκαστικά. Πολλοί Άγιοι θα παρακαλούσαν να ζούσαν στην εποχή μας ,για να αγωνισθούν. Εγώ χαίρομαι που απειλούν μερικοί να με ξεκάνουν, επειδή μιλώ και τους χαλώ τα σχέδια. Όταν αργά το βράδυ ακούω στο Καλύβι να πηδούν μέσα από τον φράχτη, χτυπάει γλυκά η καρδιά μου. Αλλά όταν φωνάζουν: «Ήρθε τηλεγράφημα ,να κάνης προσευχή για τον τάδε άρρωστο», λέω: «Αυτό ήταν; Πάει και αυτή η ευκαιρία!…» Όχι ότι βαρέθηκα την ζωή μου, αλλά το χαίρομαι. Να χαιρώμαστε που μας δίνεται αυτή η ευκαιρία σήμερα. Είναι πολύ μεγάλος μισθός.
Παλιά, όταν γινόταν ένας πόλεμος, ήταν εν αμύνη κανείς και πήγαινε να αγωνισθή, να πολεμήση, για να υπερασπίση την Πατρίδα του ,το έθνος του. Τώρα δεν πάμε να υπερασπίσουμε την Πατρίδα μας ή να αγωνισθούμε , για να μην μας κάψουν οι βάρβαροι τα σπίτια μας ή να μη μας πάρουν την αδελφή μας και μας ατιμάσουν, ούτε πάμε για ένα έθνος ή για μια ιδεολογία. Τώρα πάμε ή για τον Χριστό ή για τον διάβολο. Είναι καθαρό μέτωπο. Στην κατοχή γινόσουν ήρωας, γιατί δεν χαιρετούσες έναν Γερμανό. Τώρα γίνεσαι ήρωας, γιατί δεν χαιρετάς τον διάβολο. Πάντως θα δούμε φοβερά γεγονότα. Θα δοθούν πνευματικές μάχες. Οι Άγιοι θα αγιασθούν περισσότερο και οι ρυπαροί θα γίνουν ρυπαρώτεροι. Νιώθω μέσα μου μια παρηγοριά. Μια μπόρα είναι και ο αγώνας έχει αξία, γιατί τώρα δεν έχουμε εχθρό τον Αλή Πασά ή τον Χίτλερ ή τον Μουσολίνι, αλλά τον διάβολο. Γι’ αυτό θα έχουμε και ουράνιο μισθό.

Ο Θεός ας αξιοποιήση το κακό σε καλό σαν Καλός Θεός.

Η αδικία μαζεύει οργή Θεού

Μεγάλη υπόθεση να έχη ο άνθρωπος την ευλογία του Θεού! Πλούτος είναι! Ό,τι έχει ευλογία ,στέκει, δεν γκρεμίζεται. Ότι δεν έχει ευλογία, δεν στέκει. Η αδικία είναι μεγάλη αμαρτία. Όλες οι αμαρτίες έχουν ελαφρυντικά, η αδικία δεν έχει∙ μαζεύει οργή Θεού. Φοβερό! Αυτοί που αδικούν, βάζουν φωτιά στο κεφάλι τους. Από την μια μεριά βλέπεις να κάνουν μια αδικία και από την άλλη να πεθαίνουν δικοί τους άνθρωποι και να μη δίνουν σημασία. Πώς να κάνουν προκοπή οι άνθρωποι με τόσες αδικίες; Κάνουν αυτά που κάνουν, δίνουν δικαιώματα και στον διάβολο, γι’ αυτό μετά περνούν δοκιμασίες, τους βρίσκουν αρρώστιες κ.λπ. και σου λένε: «Κάνε προσευχή να γίνω καλά».
Τα περισσότερα κακά που συμβαίνουν είναι από αδικίες. Όταν λ.χ. μαζεύεται με αδικία η περιουσία, ζουν οι άνθρωποι λίγα χρόνια σαν αρχοντόπουλα και μετά τα δίνουν, όσα μάζεψαν, στους γιατρούς. Τί λέει ο Ψαλμός; «Κρείσσον ολίγον τω δικαίω υπέρ πλούτον αμαρτωλών πολύν». «Ανεμομαζώματα, ανεμοσκορπίσματα». Όσα μαζεύουν, φεύγουν∙ όλα εξανεμίζονται. Σπάνια, σε πολύ λίγους συμβαίνει να είναι οι αρρώστιες , οι χρεωκοπίες κ.λπ. μια δοκιμασία του Θεού. Αυτοί θα έχουν καθαρό μισθό. Σ’ αυτήν την περίπτωση συνήθως γίνονται ύστερα πιο πλούσιοι, σαν τον Ιώβ. Αλλά και πολλοί άνθρωποι που βγαίνουν άλειωτοι είναι και από αυτό∙ κάποια αδικία έχουν κάνει.

Αυτός που μας αδικεί, μας ευεργετεί

– Γέροντα, πώς να βλέπουμε αυτόν που μας αδικεί;
– Πώς να τον βλέπουμε; Σαν ένα μεγάλο ευεργέτη μας, που μας κάνει καταθέσεις στο Ταμιευτήριο του Θεού. Μας κάνει πλούσιους αιώνια. Μικρό πράγμα είναι αυτό; Τον ευεργέτη μας δεν τον αγαπούμε; Δεν του εκφράζουμε την ευγνωμοσύνη μας; Έτσι και αυτόν που μας αδικεί να τον αγαπούμε και να τον ευγνωμονούμε, γιατί μας ευεργετεί αιώνια. Οι άδικοι αδικούνται αιώνια, ενώ όσοι δέχονται με χαρά την αδικία δικαιώνονται αιώνια.
Ένας ευλαβής οικογενειάρχης δοκίμασε πολλές αδικίες στην δουλειά του. Είχε όμως πολλή καλωσύνη και όλα τα υπέμεινε χωρίς να γογγύση. Ήρθε κάποτε στο Καλύβι και μου τα είπε. Μετά με ρωτάει: «Τί με συμβουλεύεις να κάνω;» «Έτσι να κάνης, του λέω∙ να αποβλέπης στην θεία δικαιοσύνη και στην θεία ανταπόδοση και να επιμένης. Τίποτε δεν πάει χαμένο. Με αυτόν τον τρόπο αποταμιεύεις στο Ταμιευτήριο του Θεού. Στην άλλη ζωή θα έχης να λάβης γι’ αυτήν την δοκιμασία που περνάς. Αλλά να ξέρης, ο Καλός Θεός και σ’ αυτήν την ζωή αμείβει τον αδικημένο. Αν όχι πάντοτε τον ίδιο, οπωσδήποτε τα παιδιά του . Ξέρει ο Θεός . Έχει πρόνοια για το πλάσμα Του». Άμα κάνη κανείς υπομονή, έρχονται τα πράγματα στη θέση τους. Τα οικονομάει ο Θεός. Χρειάζεται όμως υπομονή χωρίς λογική. Αφού ο Θεός βλέπει, παρακολουθεί, να παραδίνεται εν λευκώ στον Θεό. Βλέπεις, ο Ιωσήφ δεν μίλησε, όταν τον πούλησαν οι αδελφοί του για δούλο. Μπορούσε να πη: «Είμαι ο αδελφός τους». Δεν μίλησε όμως, και μετά μίλησε ο Θεός και τον έκανε βασιλιά. Άμα όμως κανείς δεν κάνη υπομονή, είναι βάσανο. Από ‘κει και πέρα θέλει να έρχωνται τα πράγματα όπως του ταιριάζει, όπως αναπαύεται. Και ανάπαυση φυσικά δεν βρίσκει και ούτε του έρχονται όλα έτσι όπως τα θέλει.
Εάν κανείς αδικηθή σ’ αυτήν την ζωή από ανθρώπους ή από δαίμονες, δεν ανησυχεί ο θεός , γιατί κέρδος προξενείται στην ψυχή. Πολλές φορές όμως λέμε ότι μας αδικούν, ενώ στην ουσία αδικούμε εμείς. Εδώ θέλει προσοχή να πιάνουμε τον εαυτό μας.

Η αδικία ταλαιπωρεί και τους απογόνους

– Γέροντα, όταν έφυγα για μοναχή, οι δικοί μου φέρθηκαν άδικα. Μπορώ να ζητήσω αυτό που μου δίνεται από τον νόμο;
– Όχι, δεν ταιριάζει.
– Φοβάμαι μήπως τους βρη κανένα κακό από την αδικία.
– Ναι, αυτό είναι το καθαρό φιλότιμο! Αν ήμουν εγώ στη θέση σου, θα τους έλεγα: «Εγώ για τον εαυτό μου δεν θέλω τίποτα. Το μερίδιο όμως που μου ανήκει, θα ήθελα να το μοιράσετε με τα χέρια σας στους φτωχούς. Δώστε πρώτα στους φτωχούς συγγενείς. Σας το λέω αυτό, για να μη φθάση στα παιδιά σας η οργή του Θεού». Γιατί μπορεί καμμιά φορά ο πατέρας να δώση κάτι για την ψυχή του, για να γίνη λ.χ. ένα Ίδρυμα, και να μην αφήση κάτι στο παιδί του.
Μπορεί σε μια οικογένεια ο παππούς ή η γιαγιά να έκαναν αδικίες και αυτοί να είναι καλά. Όμως τα παιδιά ή τα εγγόνια τους παιδεύονται. Αρρωσταίνουν και αναγκάζονται να δίνουν στους γιατρούς όσα μαζεύτηκαν με αδικίες, για να εξοφλήσουν οι παππούδες τους. Κάποτε σε μια γνωστή μου οικογένεια συνέβαιναν πολλές δοκιμασίες. Είχε αρχίσει από τον αρχηγό της οικογενείας αρρώστια βαρειά, ταλαιπωρία∙ έμεινε κατάκοιτος λίγα χρόνια και μετά πέθανε. Στην συνέχεια πέθανε η γυναίκα του και ύστερα τα παιδιά του, το ένα κοντά στο άλλο. Πρόσφατα πέθανε και το τελευταίο, το πέμπτο παιδί. Από πολύ πλούσια οικογένεια που ήταν, κατήντησε η πιο φτωχή, γιατί πουλούσαν τα κτήματα όσο-όσο για να πληρώνουν γιατρούς και έξοδα διάφορα. Απορούσα γι΄αυτήν την οικογένεια: «Πώς συμβαίνουν τόσες αρρώστιες και ατυχήματα σ’ αυτούς!». Στα άτομα της οικογένειας που γνώρισα , δεν φαινόταν η καλή περίπτωση, δηλαδή να τους δοκιμάζη ο Θεός σαν εκλεκτούς ,αλλά μάλλον να λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι του Θεού. Για να είμαι πιο σίγουρος, προσπάθησα να μάθω από αξιόλογα γεροντάκια, συμπατριώτες τους, και έμαθα τα εξής: Ο άνθρωπος αυτός είχε βρει μια σχετική περιουσία από τον πατέρα του, αλλά στην συνέχεια την αύξησε με αδικίες. Δηλαδή, εάν του ζητούσε μια χήρα δανεικά, για να παντρέψη την κόρη της, και θα του τα έδινε όταν θα αλώνιζε, αυτός της ζητούσε ένα οικόπεδο που είχε. Και εκείνη επάνω στην ανάγκη το έδινε όσο-όσο. Άλλος του ζητούσε δάνειο να πληρώση την Τράπεζα και θα του το επέστρεφε μόλις μάζευε τα βαμβάκια. Εκείνος του ζητούσε ένα χωράφι που είχε, και στην ανάγκη ο άλλος το έδινε όσο-όσο, για να μην τον κυνηγήση η Τράπεζα. Άλλος του ζητούσε λίγα δανεικά, για να πληρώση τους γιατρούς, και αυτός του ζητούσε την αγελάδα που είχε. Εκείνος ο καημένος την έδινε όσο- όσο. Με αυτόν τον τρόπο μάζεψε μια μεγάλη περιουσία. Όλος όμως ο γογγυσμός των πονεμένων ανθρώπων χτύπησε όχι μόνο σ’ αυτόν και στην γυναίκα του, αλλά και στα παιδιά του ακόμη. Έτσι λειτούργησαν οι πνευματικοί νόμοι και έκαναν και εκείνοι το ίδιο∙ για να πληρώσουν δηλαδή τους γιατρούς και τα έξοδα από τις αρρώστιες , τα ατυχήματα κ.λπ. , πουλούσαν όσο- όσο τα κτήματα, και από πολύ πλούσιοι έγιναν φτωχοί, και ένας- ένας έφυγαν όλοι. Ο Θεός φυσικά θα τους κρίνη με την πολλή Του αγάπη και δικαιοσύνη ανάλογα. Οι άλλοι πάλι που αναγκάσθηκαν ,επάνω στην ανάγκη που βρίσκονταν, να πουλήσουν ό,τι είχαν ,για να ξεχρεώσουν χρέη σε γιατρούς κ.λπ. και φτώχεψαν, θα ανταμειφθούν για την αδικία που δοκίμασαν ανάλογα. Βέβαια και οι άδικοι εξοφλούν και αυτοί ανάλογα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Η αμαρτία έγινε μόδα

– Γέροντα, είπατε σε κανέναν ότι θα γίνη πόλεμος; Έτσι ακούσαμε. Είναι αλήθεια;
– Εγώ δεν λέω τίποτε και ο κόσμος λέει ό,τι θέλει. Και να ξέρω κάτι, πού να το πω;
– Τί βάρβαρο πράγμα, Γέροντα, ο πόλεμος !
– Αν οι άνθρωποι δεν είχαν αυτήν την… «ευγένεια» της αμαρτίας, δεν θα έφθαναν σ’ αυτό το βάρβαρο. Πιο βάρβαρο ακόμη είναι η ηθική καταστροφή . Διαλύονται ψυχικά και σωματικά οι άνθρωποι. Μου έλεγε κάποιος: Λένε για την Αθήνα “ζούγκλα-ζούγκλα” και κανείς δεν φεύγει από ‘κει! Όλοι “ζούγκλα” την λένε και όλοι στην ζούγκλα μαζεύονται». Πώς έχουν γίνει οι άνθρωποι! Σαν τα ζώα! Τα ζώα ξέρετε τί κάνουν; Στην αρχή μπαίνουν στον σταύλο, κοπρίζουν, ουρούν… Μετά αρχίζει να χωνεύη η κοπριά. Μόλις αρχίζη να χωνεύη, αισθάνονται μια ζεστασιά. Δεν τα κάνει καρδιά να φύγουν από τον σταύλο∙ αναπαύονται. Έτσι και οι άνθρωποι ,θέλω να πω, νιώθουν την ζεστασιά της αμαρτίας , και δεν τους κάνει καρδιά να φύγουν. Καταλαβαίνουν ότι βρωμάει, αλλά από την ζεστασιά εκείνη δεν τους κάνει καρδιά να φύγουν. Να, αν μπη τώρα ένας μέσα στον σταύλο, δεν μπορεί να αντέξη από την μυρωδιά. Ο άλλος που είναι συνέχεια στον σταύλο, δεν ενοχλείται∙ έχει συνηθίσει πλέον.
– Γέροντα, μερικοί λένε: «Μήπως μόνο σήμερα αμαρτάνει ο κόσμος; Και στην Ρώμη παλιά τί γινόταν!…»
– Μα στην Ρώμη ήταν ειδωλολάτρες στο κάτω- κάτω. Και αυτά που λέει ο Απόστολος Παύλος ήταν για τους ειδωλολάτρες που είχαν βαπτισθή, αλλά είχαν κακές συνήθειες. Να μην παίρνουμε για παράδειγμα τον ξεπεσμό από κάθε εποχή. Σήμερα την αμαρτία την έκαναν μόδα. Βλέπεις, ορθόδοξο έθνος εμείς και πώς είμαστε! Πόσο μάλλον οι άλλοι! Και το κακό είναι που οι σημερινοί άνθρωποι, επειδή η αμαρτία έχει γίνη μόδα , αν δουν έναν να μην ακολουθή το ρεύμα της εποχής , να μην αμαρτάνη , να είναι λίγο ευλαβής, τον λένε καθυστερημένο , οπισθοδρομικό. Αυτοί οι άνθρωποι το να μην αμαρτάνουν το θεωρούν προσβολή και την αμαρτία την θεωρούν πρόοδο. Αυτό είναι το χειρότερο από όλα. Αν οι σημερινοί άνθρωποι που ζουν στην αμαρτία τουλάχιστον το αναγνώριζαν, θα τους ελεούσε ο Θεός. Αλλά δικαιολογούν τα αδικαιολόγητα και εγκωμιάζουν την αμαρτία. Αυτό είναι και η μεγαλύτερη βλασφημία κατά του Αγίου πνεύματος ∙ την αμαρτία να την θεωρούν πρόοδο και το ηθικό να το λένε κατεστημένο. Γι’ αυτό έχουν μεγάλο μισθό, μεγάλη αξία , αυτοί που αγωνίζονται στον κόσμο και διατηρούν καθαρή ζωή.
Παλιά αν κάποιος ήταν διεστραμμένος ή μέθυσος , ντρεπόταν να βγη στην αγορά, γιατί θα τον περιφρονούσαν.
Ή μία, αν ήταν λιγάκι παραστρατημένη, δεν τολμούσε να βγη έξω. Και ήταν κατά κάποιο τρόπο αυτό ένα φρένο. Σήμερα, αν είναι ένας σωστός , μια κοπέλα λ.χ. αν ζη με ευλάβεια , λένε: «Βρε, πού ζη αυτή!» Αλλά και γενικά, αν οι κοσμικοί έκαναν μια αμαρτία, οι καημένοι, αισθάνονταν την αμαρτωλότητά τους, έσκυβαν και λίγο το κεφαλάκι τους και δεν ειρωνεύονταν έναν που ζούσε πνευματικά∙ αντίθετα τον καμάρωναν. Τώρα ούτε ενοχή αισθάνονται ούτε σεβασμός υπάρχει. Τα ισοπέδωσαν όλα. Αν ένας δεν ζη κοσμικά, τον κοροϊδεύουν.

Γιατί ο Θεός επιτρέπει στον διάβολο να μας πειράζη

– Γέροντα, γιατί ο Θεός επιτρέπει στον διάβολο να μας πειράζη;
– Για να διαλέξη τα παιδιά Του. «Κάνε ,διάβολε, ό,τι θέλεις», λέει ο Θεός, γιατί, ό,τι και αν κάνη, τελικά θα σπάση τα μούτρα του στον ακρογωνιαίο λίθο που είναι ο Χριστός. Εάν πιστεύουμε ότι ο Χριστός είναι ο ακρογωνιαίος λίθος, τότε τίποτε δε μας φοβίζει.
Ο Θεός δεν επιτρέπει μια δοκιμασία ,αν δεν βγη κάτι καλό. Όταν ο Θεός βλέπη ότι θα γίνη ένα μεγαλύτερο καλό, αφήνει τον διάβολο να κάνη την δουλειά του. Είδατε τί έκανε ο Ηρώδης; Σκότωσε δεκατέσσερις χιλιάδες νήπια, αλλά έκανε δεκατέσσερις χιλιάδες Μάρτυρες Αγγέλους. Πού είδες εσύ Μάρτυρες Αγγέλους; Έσπασε τα μούτρα του ο διάβολος! Ο Διοκλητιανός έγινε συνεργάτης του διαβόλου βασανίζοντας τους Χριστιανούς σκληρά, αλλά, χωρίς να το θέλη, έκανε καλό στην Εκκλησία του Χριστού, γιατί την πλούτισε με Αγίους. Νόμιζε ότι θα εξαφάνιζε όλους τους Χριστιανούς, αλλά δεν έκανε τίποτε. Άφησε πλήθος άγια Λείψανα να τα προσκυνούμε και πλούτισε την Εκκλησία του Χριστού.
Μπορούσε να τον είχε ξεκάνη τον διάβολο ο Θεός∙ Θεός είναι! Εάν θέλη, και τώρα τον μαζεύει κουβάρι στην κόλαση, αλλά τον αφήνει πάλι για το καλό μας. Θα τον άφηνε να ταλαιπωρή και να βασανίζη το πλάσμα Του; Τον άφησε όμως μέχρις ενός σημείου και έως καιρού, για να μας βοηθάη με την κακία του∙ να μας πειράζη, για να τρέχουμε σ’ Αυτόν. Μόνον αν πρόκειται να βγη καλό, επιτρέπει στο ταγκαλάκι να μας πειράξη. Αν δε βγη καλό, δεν επιτρέπει. Όλα τα επιτρέπει ο Θεός για το καλό μας. Να το πιστέψουμε αυτό. Αφήνει τον διάβολο ο Θεός, για να παλαίψη ο άνθρωπος. Χωρίς πάλη δεν γίνεται χωριό. Αν δεν μας πείραζε ο διάβολος ,μπορεί να νομίζαμε ότι είμαστε και άγιοι. Επιτρέπει λοιπόν ο θεός στον διάβολο να μας χτυπάη με κακία, γιατί με το χτύπημα που μας κάνει, διώχνει όλες τις σκόνες μας και ξεσκονίζεται η σκονισμένη ψυχή μας. ΄Η τον αφήνη να ορμάη να μας δαγκώση, για να καταφεύγουμε σ’ Αυτόν. Ο Θεός μας καλεί συνέχεια ,αλλά εμείς συνήθως απομακρυνόμαστε από τον Θεό και, μόνον αν παρουσιασθή κανένας κίνδυνος, τρέχουμε κοντά Του. Όταν ο άνθρωπος ενωθή με τον Θεό, δεν υπάρχει περιθώριο να εισχωρήση ο πονηρός , αλλά ούτε υπάρχει και λόγος να επιτρέψη ο θεός στον πονηρό να τον πειράξη για να αναγκασθή ο άνθρωπος να καταφύγη στον Θεό. Πάντως, όπως και αν είναι, ο πονηρός μας κάνει καλό∙ μας βοηθάει να αγιάσουμε. Γι’ αυτό και ο Θεός τον ανέχεται.
Ο Θεός έχει αφήσει ελεύθερους , εκτός από τους ανθρώπους, και τους δαίμονες, μια που την ψυχή του ανθρώπου δεν την βλάπτουν, γιατί δεν μπορούν. Εκτός εάν θέλη ο ίδιος ο άνθρωπος να βλάψη την ψυχή του. Αντίθετα, μισθό προξενούν στις ψυχές μας είτε κακοί άνθρωποι είτε απρόσεκτοι που άθελά τους κάνουν κακό στην ζωή μας. Γιατί, νομίζετε, λέει εκείνος ο Αββάς: «Έπαρον τους πειρασμούς και ουδείς ο σωζόμενος»; Γιατί οι πειρασμοί ωφελούν πολύ. Όχι ότι ο διάβολος μπορεί να κάνη ποτέ καλό- γιατί είναι κακός- αλλά ο Καλός Θεός εμποδίζει την πέτρα που μας πετάει, για να σπάση το κεφάλι μας, και μας την δίνει στο ένα χέρι, και στο άλλο χέρι μας δίνει αμύγδαλα ,για να σπάζουμε και να τρώμε! Επιτρέπει δηλαδή ο Θεός τους πειρασμούς, όχι για να μας τυραννά ο διάβολος, αλλά για να δίνουμε με αυτόν τον τρόπο «εξετάσεις»για την άλλη ζωή και να μην έχουμε παράλογες απαιτήσεις στην Δευτέρα παρουσία. Πρέπει να το καταλάβουμε καλά ότι πολεμούμε – και έχουμε να πολεμήσουμε, έως ότου βρισκόμαστε σ’ ετούτη τη ζωή- με τον ίδιο τον διάβολο. Όσο ζη ο άνθρωπος, έχει πολλή δουλειά να κάνη για την καλυτέρευση της ψυχής του και έχει δικαίωμα να δίνη εξετάσεις πνευματικές. Εάν πεθάνη και δεν περάση, κόβεται πια. Μετεξεταστέος δεν υπάρχει.

Αρρώστιες και ατυχήματα από κατάρες

Πολλές αρρώστιες που δεν βρίσκουν οι γιατροί από τι είναι, μπορεί να είναι από κατάρα. Τι να βρουν οι γιατροί, την κατάρα; Μια φορά μου έφεραν στο Καλύβι έναν παράλυτο. Ολόκληρος άνδρας ,δεν μπορούσε να καθήση. Το κορμί του ήταν τεντωμένο σαν ξύλο. Τον κουβαλούσε ένας στην πλάτη και ένας άλλος τον κρατούσε από πίσω. Του έβαλα δυο κούτσουρα και ακουμπούσε λίγο ο καημένος. Μου λένε αυτοί που τον συνόδευαν: «Από δεκαπέντε χρονών παιδί είναι σ’ αυτήν την κατάσταση και έχουν περάσει δεκαοχτώ χρόνια από τότε». «Μα πώς στα καλά καθούμενα να το πάθη αυτό; είπα. Δεν μπορεί∙ κάτι συμβαίνει». Έψαξα από ‘δω-από ‘κει και βρήκα ότι κάποιος τον είχε καταρασθή. Τι είχε συμβή; Κάποτε πήγαινε με το αστικό στην σχολή του και καθόταν σε μια θέση τεντωμένος. Σε κάποια στάση μπήκε ένας ηλικιωμένος παπάς και ένα γεροντάκι και στάθηκαν όρθιοι δίπλα του. Τότε του είπε ένας: «Σήκω , να καθήσουν οι μεγάλοι». Αυτός τεντώθηκε ακόμη περισσότερο στο κάθισμα, χωρίς να δώση σημασία. Οπότε το γεροντάκι που στεκόταν όρθιο του λέει: «Τεντωμένος να μείνης και ποτέ να μην μπορής να καθήσης». Και η κατάρα έπιασε. Βλέπεις, είχε αναίδεια ο νέος. Σου λέει: «Γιατί να σηκωθώ, αφού την πλήρωσα την θέση ;» Ναι, αλλά και ο άλλος πλήρωσε και είναι ηλικιωμένος, σεβάσμιος, και στέκεται όρθιος και εσύ είσαι μικρό παιδί, δεκαπέντε χρονών, και κάθεσαι. «Από αυτό είναι, του λέω. Κοίταξε να μετανοήσης για να γίνης καλά∙ χρειάζεται μετάνοια». Ο καημένος, μόλις το κατάλαβε λίγο και το αναγνώρισε, αμέσως τακτοποιήθηκε.
Πόσα από αυτά που συμβαίνουν σήμερα είναι από κατάρα, από αγανάκτηση. Και όταν εξοντώνωνται ολόκληρες οικογένειες ή πεθαίνουν πολλά άτομα από μία οικογένεια, να ξέρετε , είναι ή από αδικία ή από μάγια ή από κατάρα. Ένας πατέρας είχε ένα παιδί που όλο γύριζε. Μια φορά του λέει αγανακτισμένος: «Να έλθης μια και καλή». Το παιδί εκείνο το βράδυ, καθώς ερχόταν στο σπίτι, ακριβώς έξω από την πόρτα, το χτύπησε ένα αυτοκίνητο και έμεινε στον τόπο. Τον πήραν οι φίλοι του σκοτωμένο και τον πήγαν μέσα στο σπίτι του. Ήρθε μετά ο πατέρας στο Καλύβι και έκλαιγε. «Το παιδί μου σκοτώθηκε έξω από την πόρτα του σπιτιού μου», έλεγε. Από ‘δω-από ΄κει, μετά μου λέει: «Του είχα πει και μια κουβέντα» . «Τι του είπες;», του λέω. «Αγανάκτησα που ξενυχτούσε και του είπα: “Να έρθης μια και καλή!”Μήπως ήταν απ’ αυτό»; «Εμ, από τι ήταν; Του λέω. Κοίταξε να μετανοήσης, να εξομολογηθής». «Αυτήν την φορά να έρθης μια και καλή», του είπε, και το παιδί το έφεραν νεκρό. Άντε μετά να χτυπιέται ο πατέρας, να κλαίη…

Μη δίνετε καρδιά στα υλικά πράγματα

– Γέροντα, τί εννοείτε όταν λέτε : «Πόδια ,χέρια στην δουλειά να δίνετε, καρδιά να μη δίνετε»;
– Εννοώ να μη δίνετε καρδιά στα υλικά πράγματα. Είναι μερικοί που δίνονται ολόκληροι στα υλικά. Περνούν όλη την ημέρα με το να ασχολούνται πώς θα κάνουν καλά μια δουλειά και δεν σκέφτονται καθόλου τον Θεό. Να μη φθάνουμε εκεί. Να χρησιμοποιήτε τα χέρια και τα πόδια στην δουλειά, αλλά να μην αφήνετε τον νου σας να ξεφύγη από τον Θεό. Να μη δίνετε όλο το είναι σας, όλο τον δυναμισμό μαζί με την καρδιά σας, στα υλικά. Έτσι γίνεται μετά κανείς ειδωλολάτρης. Όσα μπορείτε στις δουλειές καρδιά να μη δίνετε∙ χέρια , μυαλό να δίνετε. Καρδιά να μη δίνετε σε χαμένα, σε άχρηστα πράγματα. Γιατί μετά πως θα σκιρτήση η καρδιά για τον Χριστό; Όταν η καρδιά είναι στον Χριστό ,τότε αγιάζονται και οι δουλειές, υπάρχει και η εσωτερική ψυχική ξεκούραση συνέχεια, και νιώθει κανείς την πραγματική χαρά. Να αξιοποιήτε την καρδιά σας ∙ να μην την σπαταλάτε.
Αν σπαταληθή η καρδιά σε πολλά ασήμαντα, , δεν έχει αντοχή να πονέση για εκείνο που πρέπει να πονέση. Εγώ θα δώσω καρδιά σε έναν καρκινοπαθή, σε έναν πονεμένο. Η αγωνία μου είναι για τα παιδιά που κινδυνεύουν. Κάνω τον σταυρό μου να τα δίνη ο Θεός φώτιση. Όταν πάλι έχω κόσμο, πάει η προσοχή μου στον πόνο του άλλου, στην αγάπη για τον άλλον. Τον πόνο τον δικό μου δεν τον καταλαβαίνω. Έτσι ξεχνιούνται όλα∙ παίρνει άλλη στροφή ο άνθρωπος.
– Γέροντα, σε όλες τις δουλειές να μη δίνη κανείς νου και καρδιά;
– Όταν η δουλειά είναι απλή, βοηθάει να μην απορροφάται ο νους. Όταν όμως η δουλειά είναι σύνθετη, τότε δικαιολογείται να απορροφά λίγο τον νου, όχι όμως να παίρνη την καρδιά.
– Την καρδιά με τί μορφή την παίρνη;
– Με τι μορφή; Ο πειρασμός με … «μορφίνες» την ναρκώνει!!! Την καρδιά την παίρνει με τον εγωισμό. Αλλ’ όταν η καρδιά δοθή στον Θεό, τότε ο νους θα είναι στον Θεό και το μυαλό στην δουλειά.
– Όταν λέμε «αμέριμνο», τι εννοούμε ακριβώς;
– Όταν δουλεύης ,να μην ξεχνάς τον Χριστό. Να κάνης την δουλειά με χαρά, αλλά ο νους και η καρδιά να είναι στον Χριστό. Τότε και δεν θα κουράζεσαι, και πνευματικά θα μπορής να κάνης.

«Εορτάσωμεν, πιστοί, εορτήν πνευματικήν…»

Ο Χριστός με την μεγάλη Του αγάπη και με την μεγάλη Του αγαλλίαση που σκορπάει στις ψυχές των πιστών με όλες τις άγιες γιορτές Του μας ανασταίνει αληθινά, αφού μας ανεβάζει ψηλά πνευματικά. Αρκεί να συμμετέχουμε και να έχουμε όρεξη πνευματική να τις πανηγυρίζουμε πνευματικά∙ τότε τις γλεντάμε πνευματικά και μεθάμε πνευματικά από το παραδεισένιο κρασί που μας φέρνουν οι Άγιοι και μας κερνούν.
– Γέροντα, πώς μπορεί να ζήση κανείς πνευματικά τις γιορτές;
– Τιε γιορτές για να τις ζήσουμε, πρέπει να έχουμε τον νου μας στις άγιες μέρες και όχι στις δουλειές που έχουμε να κάνουμε για τις άγιες ημέρες. Να σκεφτώμαστε τα γεγονότα της κάθε αγίας ημέρας (Χριστούγεννα, Θεοφάνεια, Πάσχα κ.λπ.) και να λέμε την ευχή δοξολογώντας τον Θεό. Έτσι θα γιορτάζουμε με πολλή ευλάβεια κάθε γιορτή. Οι κοσμικοί ζητούν να καταλάβουν τα Χριστούγεννα με το χοιρινό, το Πάσχα με το αρνί, τις Απόκριες με το κομφετί. Οι αληθινοί μοναχοί όμως κάθε μέρα ζουν τα θεία γεγονότα και αγάλλονται συνέχεια. Κάθε εβδομάδα ζουν την Μεγάλη Εβδομάδα. Κάθε Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή ζουν την Μεγάλη Τετάρτη, την Μεγάλη Πέμπτη, την Μεγάλη Παρασκευή, δηλαδή τα Πάθη του Χριστού, και κάθε Κυριακή το Πάσχα, την Ανάσταση. Τι, θα πρέπη να έρθη η Μεγάλη Εβδομάδα για να θυμηθή κανείς τα Πάθη του Χριστού; Πρέπει να έρθη το Πάσχα με το αρνί, για να καταλάβω το «Χριστός Ανέστη» σαν τους κοσμικούς; Ο Χριστός τι είπε; « Έτοιμοι γίνεσθε» είπε. Δεν είπε, «ετοιμασθήτε τώρα!». Από την στιγμή που λέει ο Χριστός , έτοιμοι γίνεσθε», πρέπει ο άνθρωπος και ιδίως ο μοναχός , να είναι έτοιμος συνέχεια. Να μελετάη και να ζη τα θεία γεγονότα συνέχεια. Όταν κανείς μελετάη τα γεγονότα της κάθε γιορτής, φυσιολογικά θα συγκινηθή και με ιδιαίτερη ευλάβεια θα προσευχηθή. Έπειτα στις Ακολουθίες ο νους μας να είναι στα γεγονότα που γιορτάζουμε με ευλάβεια να παρακολουθούμε τα τροπάρια που ψάλλονται. Όταν ο νους είναι στα θεία νοήματα, ζη τα γεγονότα ο άνθρωπος κι έτσι αλλοιώνεται. Όταν σκεφτώμαστε λ.χ. έναν Άγιο που τον έχουμε σε ευλάβεια ή τον Άγιο που γιορτάζουμε, ο νους θα πάη και λίγο παραπάνω∙ θα πάη στον Ουρανό. Και όταν σκεφτώμαστε τους Αγίους μας σκέφτονται και οι Άγιοι και μας βοηθούν. Έτσι πιάνει κανείς φιλία με τους Αγίους. που είναι και η πιο σίγουρη φιλία. Τότε μπορεί να είναι μόνος και να ζη με όλους∙ και με Αγίους και με Αγγέλους και με όλον τον κόσμο. Να είναι μόνος και να νιώθει όλη αυτήν την συντροφιά! Είναι ζωντανή η παρουσία των Αγίων. Όλοι οι Άγιοι είναι παιδιά του Θεού και βοηθούν εμάς τα ταλαίπωρα παιδιά του Θεού.
Τους Αγίους μας, που έχυσαν είτε αίμα είτε ιδρώτες και δάκρυα για την αγάπη του Χριστού, πάντα πρέπει να τους γιορτάζουμε με ευλάβεια , για να βοηθιώμαστε. Και όταν ακούμε το Συναξάρι τους «Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου…», να στεκώμαστε εκείνη την στιγμή όρθιοι, όπως και οι στρατιώτες στέκονται προσοχή, όταν διαβάζωνται τα ονόματα των ηρωικώς πεσόντων συναδέλφων τους. «Την τάδε του μηνός… ο στρατιώτης δείνα έπεσε μαχόμενος ηρωικώς στο τάδε μέτωπο».
Στην γιορτή , για να νιώση κανείς το γεγονός, δεν πρέπει να δουλεύη. Την Μεγάλη Παρασκευή λχ. ,εάν θέλη να νιώση κάτι, δεν κάνη τίποτε άλλο εκτός από προσευχή. Στον κόσμο οι καημένοι οι κοσμικοί την Μεγάλη Εβδομάδα έχουν δουλειές . Μεγάλη Παρασκευή να δίνουν ευχές. «Χρόνια πολλά! Να ζήσετε! Με μια νύφη!»… Δεν κάνει! Εγώ την Μεγάλη Παρασκευή κλείνομαι στο Καλύβι. Όπως και μετά το Αγγελικό Σχήμα η εβδομάδα της ησυχίας που ακολουθεί, βοηθάει, γιατί ποτίζει η θεία Χάρις την ψυχή και καταλαβαίνει ο μεγαλόσχημος τι έγινε, έτσι και στις γιορτές η ησυχία πολύ βοηθάει. Μας δίνεται περισσότερη ευκαιρία να ξεκουρασθούμε λίγο, να μελετήσουμε και να προσευχηθούμε. Θα έρθη ένας καλός λογισμός , θα εξετάσουμε τον εαυτό μας, θα πούμε λίγο την ευχή και θα νιώσουμε έτσι κάτι από το θείο γεγονός της ημέρας.

Σεβασμός στην παράδοση

Πολλοί άγιοι Μάρτυρες, όταν δεν ήξεραν το δόγμα, έλεγαν : «Πιστεύω ό, τι θέσπισαν οι Άγιοι Πατέρες». Αν κάποιος το έλεγε αυτό, μαρτυρούσε. Δεν ήξερε δηλαδή να φέρη αποδείξεις στους διώκτες για την πίστη του και να τους πείση, αλλά είχε εμπιστοσύνη στους Αγίους Πατέρες. Αυτοί ήταν και πιο έμπειροι και ενάρετοι και άγιοι. Πώς εγώ να δεχθώ μια ανοησία; Πώς να ανεχθώ να βρίζη ένας τους Αγίους Πατέρες;». Να έχουμε εμπιστοσύνη στην παράδοση. Σήμερα, δυστυχώς, μπήκε η ευρωπαϊκή ευγένεια και πάνε να δείξουν τον καλό. Θέλουν να δείξουν ανωτερότητα και τελικά πάνε να προσκυνήσουν τον διάβολο με τα δύο κέρατα. «Μια θρησκεία, σου λένε, να υπάρχη», και τα ισοπεδώνουν όλα. Ήρθαν και σε μένα μερικοί και μου είπαν: «Όσοι πιστεύουμε στον Χριστό, να κάνουμε μια θρησκεία». «Τώρα είναι σαν να μου λέτε, τους είπα, χρυσό και μπακίρι, χρυσό τόσα καράτια και τόσα που τα ξεχώρισαν, να τα μαζέψουμε πάλι και να τα κάνουμε ένα. Είναι σωστό να τα ανακατέψουμε πάλι; Ρωτήστε έναν χρυσοχόο: «Κάνει να ανακατέψουμε την σαβούρα με τον χρυσό;». Έγινε τόσος αγώνας, για να λαμπικάρουμε το δόγμα». Οι Άγιοι Πατέρες κάτι ήξεραν και απαγόρευσαν τις σχέσεις με αιρετικό. Σήμερα λένε: «Όχι μόνο με αιρετικό αλλά και με Βουδδιστή και με πυρολάτρη και με δαιμονολάτρη να συμπροσευχηθούμε. Πρέπει να βρίσκωνται στις συμπροσευχές τους και στα συνέδρια και οι Ορθόδοξοι. Είναι μια παρουσία». Τι παρουσία; Τα λύνουν όλα με τη λογική και δικαιολογούν τα αδικαιολόγητα. Το ευρωπαϊκό πνεύμα νομίζει ότι και τα πνευματικά θέματα μπορούν να μπουν στην Κοινή Αγορά.
Μερικοί από τους Ορθοδόξους που έχουν ελαφρότητα και θέλουν να κάνουν προβολή, «Ιεραποστολή», συγκαλούν συνέδρια με ετεροδόξους, για να γίνεται ντόρος και νομίζουν ότι θ α προβάλουν έτσι την Ορθοδοξία , με το να γίνουν δηλαδή ταραμοσαλάτα με τους κακοδόξους. Αρχίζουν μετά οι υπερ-ζηλωτές και πιάνουν το άλλο άκρο∙ λένε και βλασφημίες για τα Μυστήρια των Νεοημερολογιτών κ.λπ. και κατασκανδαλίζουν ψυχές που έχουν ευλάβεια και ορθόδοξη ευαισθησία. Οι ετερόδοξοι από την άλλη έρχονται στα συνέδρια, κάνουν τον δάσκαλο, παίρνουν ό,τι καλό υλικό πνευματικό βρίσκουν στους Ορθοδόξους ,το περνάνε από το δικό τους εργαστήρι, βάζουν και τη δική τους φίρμα και το παρουσιάζουν σαν πρωτότυπο. Και ο παράξενος σημερινός κόσμος από κάτι τέτοια συγκινείται, και καταστρέφεται μετά πνευματικά. Ο Κύριος όμως, όταν θα πρέπη, θα παρουσιάση τους Μάρκους τους Ευγενικούς και τους Γρηγορίους Παλαμάδες, που θα συγκεντρώσουν όλα τα κατασκανδαλισμένα αδέλφια μας, για να ομολογήσουν την ορθόδοξη πίστη και να στεριώσουν την πατρίδος και να δώσουν χαρά μεγάλη στην Μητέρα μας Εκκλησία.
Εάν ζούσαμε πατερικά, θα είχαμε όλοι πνευματική υγεία, την οποία θα ζήλευαν και όλοι οι ετερόδοξοι, και θα άφηναν τις αρρωστημένες τους πλάνες και θα σώζονταν δίχως κήρυγμα. Τώρα δεν συγκινούνται από την αγία μας πατερική παράδοση γιατί θέλουν να δουν και την πατερική μας συνέχεια, την πραγματική μας συγγένεια με τους Αγίους ,μας. Αυτό που επιβάλλεται σε κάθε Ορθόδοξο είναι να βάζη την καλή ανησυχία και στους ετεροδόξους, να καταλάβουν δηλαδή ότι βρίσκονται σε πλάνη, για να μην αναπαύουν ψεύτικα τον λογισμό τους, και στερηθούν και σ’ αυτήν την ζωή τις πλούσιες ευλογίες της Ορθοδοξίας και στην άλλη ζωή τις περισσότερες και αιώνες ευλογίες του Θεού. Έρχονται εκεί στο Καλύβι μερικά παιδιά Καθολικά με πολύ καλή διάθεση, έτοιμα να γνωρίσουν την Ορθοδοξία . «Θέλουμε κάτι να μας πης, για να βοηθηθούμε πνευματικά «, μου λένε. «Κοιτάξτε, τους λέω∙ πάρτε την Εκκλησιαστική Ιστορία και θα δήτε ότι κάποτε ήμασταν μαζί και μετά πού φθάσατε. Αυτό πολύ θα σας βοηθήση. Κάντε αυτό, και άλλη φορά θα συζητήσουμε πολλά».
Παλιότερα σεβόταν κανείς κάτι, γιατί ήταν του παππού του, και το φύλαγε σαν κειμήλιο. Είχα γνωρίσει έναν πολύ καλό δικηγόρο. Το σπίτι του ήταν απλό και ξεκούραζε όχι μόνο αυτόν αλλά και τους επισκέπτες. Μου έλεγε κάποτε: «Πριν από πολλά χρόνια , Πάτερ, με κορόιδευαν οι γνωστοί μου για τα παλιά έπιπλά που έχω. Τώρα έρχονται και τα θαυμάζουν για αντίκες. Ενώ εγώ τα χρησιμοποιώ και τα χαίρομαι, γιατί μου θυμίζουν τον πατέρα μου, την μάνα μου, τους παππούδες, και συγκινούμαι, εκείνοι μαζεύουν διάφορα παλιά, κάνουν σαλόνια σαν παλιατζίδικα, για να ξεχνιούνται με αυτά και να ξεχνούν κάπως το κοσμικό τους άγχος». Παλιά ένα τόσο δα φλουράκι το κρατούσε κανείς σαν μεγάλη περιουσία από την μάνα του, από τον παππού του. Σήμερα, αν έχη κάποιος από τον παππού του μια λίρα Γεωργίου λ.χ. και έχη εκατό δραχμές διαφορά με μια λίρα Βικτωρίας, θα την δώση να την αλλάξη. Δεν εκτιμά, δεν υπολογίζει ούτε μάνα ούτε πατέρα. Μπαίνει αυτό το κοσμικό πνεύμα και σιγά σιγά μας παίρνει όλους σβάρνα.
Θυμάμαι, όταν πρωτοπήγα στο Άγιον Όρος, σε μια συνοδία Γέροντας ήταν ένα γεροντάκι που είχε πολλή ευλάβεια. Κρατούσε «πάππον προς πάππον» από ευλάβεια όχι μόνον τα καλυμμαύχια από τους παππούδες του, τους προκατόχους του, αλλά και τα καλούπια με τα οποία φτιάχνουν τα καλυμμαύχια. Είχε και βιβλία παλιά και διάφορα χειρόγραφα και τα φύλαγε τυλιγμένα όμορφα στην βιβλιοθήκη, που την είχε κλεισμένη καλά, για να μη σκονίζωνται. Εκείνα τα βιβλία δεν τα χρησιμοποιούσε∙ τα κρατούσε κλεισμένα. «Εγώ δεν είμαι άξιος να διαβάσω τέτοια βιβλία, έλεγε. Θα διαβάσω αυτά τα απλά, το Γεροντικό, την Κλίμακα». Ήρθε μετά ένας νέος μοναχός –τελικά δεν έμεινε στο Όρος- και του λέει: «Τι μαζεύεις εδώ σαβούρα;». Πήρε τα καλούπια να τα πετάξη, να τα κάψη. Έκλαιγε το καημένο το γεροντάκι: «Αυτό είναι από τον παππού μου, έλεγε τι σε πειράζει; Έχουμε τόσα δωμάτια∙ άσ’ τα σε μια ακρούλα». Από την ευλάβεια που είχε, κρατούσε όχι μόνον τα βιβλία, τα κειμήλια., τα καλυμμαύχια, αλλά ακόμη και εκείνα τα καλούπια! Όταν υπάρχη σεβασμός στα μικρά, υπάρχει και στα μεγάλα. Όταν δεν υπάρχη σεβασμός στα μικρά, ούτε και στα ,μεγάλα υπάρχει. Έτσι διατηρούσαν την παράδοση οι Πατέρες.

Καλοί λογισμοί, το αντίδοτο του θορύβου

Φυσικά, επειδή οι σημερινοί άνθρωποι χρησιμοποιούν, δυστυχώς, θορυβώδη μέσα ακόμη και για μικρές εξυπηρετήσεις, αν βρεθή κανείς για ένα διάστημα κάπου που έχει φασαρία, θα πρέπη να καλλιεργήση καλούς λογισμούς. Δεν μπορείς να πης , «μη χρησιμοποιής αυτό, μη χρησιμοποιής εκείνο, γιατί κάνει θόρυβο», αλλά να φέρης αμέσως έναν καλό λογισμό. Π.χ. ακούς ψεκαστήρα και νομίζης περνά ελικόπτερο. Να σκεφθής: «Μπορεί να ήταν αυτήν την ώρα μια αδελφή άρρωστη βαριά και να ερχόταν ένα ελικόπτερο να την πάρη για το νοσοκομείο. Τι στενοχώρια θα είχε τότε; Δόξα τω Θεώ, είμαστε όλες καλά». Εδώ χρειάζεται το μυαλό και η εξυπνάδα, η τέχνη να φέρης καλό λογισμό. Ακούς π.χ. τον θόρυβο της μπετονιέρας, του αναβατόρ κ.λπ. Να πης: «Δόξα σοι ο Θεός δεν γίνεται βομβαρδισμός, δεν γκρεμίζονται σπίτια. Οι άνθρωποι έχουν ειρήνη και χτίζουν σπίτια».
– Και όταν, Γέροντα, είναι χαλασμένα τα νεύρα;
– Χαλασμένα τα νεύρα; Τι θα πη αυτό; Μήπως είναι χαλασμένος ο λογισμός; Το πιο καλό απ’ όλα είναι ο καλός λογισμός. Κάποιος κοσμικός είχε φτιάξει σπίτι σε ένα ήσυχο μέρος. Αργότερα από την μια μεριά έγινε γκαράζ, από την άλλη δρόμος και από την άλλη ένα κοσμικό κέντρο. Μέχρι τα μεσάνυχτα νταούλια. Δεν μπορούσε ο καημένος να κοιμηθή∙ έβαζε ωτασπίδες στ’ αυτιά, άρχισε να παίρνη και χάπια. Κόντευε να τρελλαθή. Ήρθε και με βρήκε. «Γέροντα, αυτό και αυτό, μου λέει∙ δεν μπορούμε να ησυχάσουμε. Τι να κάνω; Σκέφτομαι να φτιάξω άλλο σπίτι». «Να βάλης καλό λογισμό, του λέω. Να σκέφτεσαι, αν γινόταν πόλεμος και στο γκαράζ έφτιαχναν τα τανκς, δίπλα ήταν νοσοκομείο και έφερναν τα ασθενοφόρα τους τραυματίες και εσένα σου έλεγαν: “Κάθησε εδώ. Σου εξασφαλίζουμε την ζωή, δεν θα σε πειράξουμε. Μπορείς να βγαίνης από το σπίτι σου ελεύθερα μόνο στην ακτίνα που είναι κτισμένα αυτά, γιατί εκεί δεν θα πέση σφαίρα” ή “να μείνης στο σπίτι σου και δε θα σε ενοχλήση κανείς”, μικρό πράγμα θα ήταν αυτό; Δεν θα το θεωρούσες ευλογία; Γι’ αυτό τώρα να πης: «Δόξα σοι ο Θεός, δεν γίνεται πόλεμος, ο κόσμος είναι καλά και κάνει τις δουλειές του. Στο γκαράζ αντί τα τανκς φτιάχνουν τα αυτοκίνητά τους οι άνθρωποι. Δόξα σοι ο Θεός , δεν υπάρχει νοσοκομείο, τραυματίες κ.λπ. Δεν περνούν τανκς∙ αυτοκίνητα περνούν και οι άνθρωποι τρέχουν στις δουλειές τους”. Αν φέρης έτσι καλό λογισμό, θα έρθη η δοξολογία μετά». Κατάλαβε ο καημένος ότι όλη η βάση είναι η σωστή αντιμετώπιση και έφυγε αναπαυμένος. Τα αντιμετώπισε σιγά- σιγά με καλούς λογισμούς, πέταξε και τα χάπια και κοιμόταν χωρίς δυσκολία. Βλέπεις με έναν καλό λογισμό πως τακτοποιείται κανείς;
Μια φορά ταξίδευα με το λεωφορείο και ο εισπράκτορας έβαλε το ράδιο δυνατά. Μερικοί νεαροί που θρήσκευαν, είπαν ότι είναι και ένας μοναχός και του έκαναν επανειλημμένως νόημα να το κλείση. Μια-δυο, τίποτε αυτός∙ το έβαλε πιο δυνατά. «Αφήστε τον, τους είπα, δεν πειράζει∙ μου κάνει ισοκράτημα στην ψαλμωδία μου». Με τον λογισμό μου έλεγα: «Αν, Θεός φυλάξοι, γινόταν ένα ατύχημα λίγο πιο πέρα και αναγκάζονταν να βάλουν στο δικό μας αυτοκίνητο ανθρώπους σακατεμένους, άλλος να είναι με σπασμένο πόδι, άλλος με σπασμένο κεφάλι, πως θα άντεχα αυτήν την σκηνή; Δόξα σοι ο Θεός, οι άνθρωποι είναι καλά και τραγουδούν κιόλας»! Έτσι ταξίδευα μια χαρά ψάλλοντας…

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Η σοφία του Θεού και το περιβάλλον

«Πάντα εν σοφία εποίησας…»

– Γέροντα, να χαλάσουμε τις χελιδονοφωλιές; Τα χελιδόνια λερώνουν και μαζεύονται κοριοί.
– Μπορείς εσύ να κάνης μια χελιδονοφωλιά; Τι έχει κάνει ο Θεός με έναν Του λόγο! Τι αρμονία, τι ποικιλία! Όπου και να στραφή κανείς βλέπει την σοφία και το μεγαλείο του Θεού. Δες τα ουράνια φώτα, τα αστέρια, με πόση απλότητα τα σκόρπισε το θεϊκό Του χέρι, χωρίς να χρησιμοποιήση μαστορικό ράμμα και αλφάδι. Πόσο ξεκουράζουν τους ανθρώπους! Ενώ τα κοσμικά φώτα, βαλμένα με τάξη στην σειρά, είναι πολύ κουραστικά. Με πόση αρμονία τα έχει κάνει όλα ο Θεός! Βλέπεις, και τα δένδρα σε ένα δάσος , που τα φύτεψαν άνθρωποι είναι σαν στρατός, σαν λόχος. Ενώ τα φυσικά δάση, πόσο ξεκουράζουν! Άλλα δένδρα μικρά, άλλα μεγάλα, με άλλο χρώμα το καθένα! Ένα μικρό λουλούδι του Θεού έχει μεγαλύτερη χάρη παρά ένας σωρός χάρτινα ψεύτικα λουλούδια∙ διαφέρουν όσο διαφέρει και το άυλον από το νάυλον.
Όλα αυτά που έχει κάνει ο Θεός είναι θαυμάσια. Ο οργανισμός του ανθρώπου είναι ολόκληρο εργοστάσιο. Την καρδιά, τα πνευμόνια, όλα τα έχει με σοφία κανονισμένα ο Θεός. Αλλά και τα φυτά , πώς τα έχει κάνει! Τότε με την Κατοχή βάζαμε πέντε στρέμματα πεπόνια ποτιστικά. Μια φορά έκοψα από τις πεπονιές τα μεγάλα φύλλα που είναι κοντά στις ρίζες. Για καλό το έκανα, για να τις καθαρίσω. Εκείνα όμως τα μεγάλα φύλλα, τα κάτω, είναι σαν φίλτρο – είναι τα … «νεφρά» τους!- και παίρνουν όλη την πικρίλα. Και έγιναν τα πεπόνια!… Έτρωγες το πεπόνι και έτσουζε η γλώσσα!
– Γέροντα, εσείς όλα τα παρακολουθείτε!
– Ναι, από όλα βρίσκω τον Θεό! Και από τα φυτά και από τα ζώα, από όλα! Πώς να μην θαυμάσης! Βλέπεις ένα τόσο δα πουλάκι να ταξιδεύη, να πηγαίνη στην Αφρική και να γυρίζει χωρίς πυξίδα και να ξαναβρίσκη την φωλιά του! Και οι άνθρωποι με χάρτες, με πινακίδες να χάνωνται! Και δεν είναι ότι τα πουλιά βαδίζουν στη στεριά και βάζουν σημάδια! Πετούν στον ουρανό, πάνω από την θάλασσα! Πού να βάλουν σημάδια; Μερικά μικρά πουλάκια ανεβαίνουν στους πελαργούς, στα … « αεροπλάνα»! Εκείνα πάνε … αεροπορικώς! Τα πουλιά, όταν πετούν στην θάλασσα, κάθονται σε κανένα νησί να ξεκουρασθούν. Μια φορά, όταν ήμουν στο Καλύβι του Τιμίου Σταυρού, είδα να έρχωνται από τα ανατολικά μέρη κάτι πουλιά σαν τα σπουργίτια, αλλά πιο μεγάλα και πιο όμορφα από τα σπουργίτια. Ήταν ολόκληρο κοπάδι. Τέσσερα- πέντε όμως, φαίνεται, κουράσθηκαν και δεν μπορούσαν άλλο. Τότε ξεκόπηκαν ακόμη καμμιά δεκαπενταριά από το κοπάδι-τα άλλα προχώρησαν- και κάθησαν λίγο σε ένα δένδρο, ξεκουράσθηκαν και μετά σηκώθηκαν να φύγουν όλα μαζί. Ανέβηκαν πολύ ψηλά, για να προσανατολισθούν και να βρουν πάλι την συντροφιά τους .Μου έκανε εντύπωση που δεν άφησαν μόνο τους τα τέσσερα- πέντε που κουράσθηκαν , αλλά ξεκόπηκαν και άλλα δεκαπέντε από το ίδιο κοπάδι, για να τα κάνουν συντροφιά!
Πόσο όμορφα τα έχει κάνει όλα ο Θεός! Βλέπεις κάτι παρδαλά γατάκια! Τι όμορφα επανωφοράκια έχουν! Να ζηλεύουμε εμείς οι άνθρωποι τα επανωφόρια από τα ζώα! Ούτε βασίλισσα δεν φόρεσε τέτοιο επανωφόρι!… Όπου και να γυρίσης, θα δης την σοφία του Θεού. Παλιά που ήταν όλα φυσικά, πόσο όμορφα ήταν! Να, ο πετεινός, όταν φωνάζη, δεν είναι ότι φωνάζει για τον καιρό. Στέκεται στο ένα πόδι και, μόλις και, μόλις μουδιάζη, φωνάζει: «Κικιρίκου!» Σου λέει, τόσες ώρες πέρασαν. Αλλάζει πόδι, μουδιάζει και αυτό , πάλι: «Κικιρίκου!» Και βλέπεις, φωνάζει στις 12, στις 3, στις 6 η ώρα. Είναι σταθερό∙ κάθε τρεις ώρες! Και δεν έχει ρολόι ούτε μπαταρία, ούτε κούρδισμα χρειάζεται!…
Ό,τι βλέπετε, ό,τι ακούτε, όλα να τα χρησιμοποιήτε για συγκοινωνία για επάνω. Όλα να σας ανεβάζουν προς τα επάνω. Έτσι κανείς ανεβαίνει-ανεβαίνει από τα δημιουργήματα στον Δημιουργό! Οι Αμερικανοί πήγαν στο φεγγάρι, έβαλαν τουλάχιστον και μια πινακίδα που έγραφε: «Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού». Πήγαν και οι Ρώσοι στο διάστημα, αλλά ο Γκαγκάριν είπε πως δεν βρήκε τον Θεό. Εμ, πώς να τον βρη, αφού πήγε με τα πόδια προς τα επάνω και όχι με τα χέρια; Έτσι φθάνουν μετά να λένε: «Η φύση έκανε το σύμπαν»! Ολόκληρο σύμπαν τώρα!… Εδώ μια παλιά μηχανή χαλάει και μαζεύονται ένα σωρό μάστορες ,τεχνίτες κ.λπ., για να την διορθώσουν. Σκέφτονται, προσπαθούν… Και είναι μια παλιά μηχανή! Ενώ ολόκληρη υδρόγειο σφαίρα ο Θεός την γυρίζει χωρίς ρεύμα και ούτε η μπαταρία τελειώνει ούτε το μηχανάκι σταματάει! Με τι ταχύτητα γυρίζει, και ο άνθρωπος να μην το καταλαβαίνη! Φοβερό! Αν η γη στρεφώταν με λιγώτερη ταχύτητα, θα έκανε τούμπες ο άνθρωπος ! Η θάλασσα να έχη τόσο νερό και να κινήται με τέτοια ταχύτητα, και το νερό να μη χύνεται! Και τα αστέρια, που είναι ολόκληροι όγκοι, να γυρίζουν ιλιγγιωδώς και να μην εγγίζη το ένα το άλλο, αλλά να συγκρατή το ένα ο άλλο από μακριά! Και ο άνθρωπος φτιάχνει ένα αεροπλάνο και θαυμάζει και υπερηφανεύεται ! Και αν του στρίψη λίγο το μυαλό, μετά λέει ανοησίες∙ δεν καταλαβαίνει.

Ο Θεός να δίνη μετάνοια

Ω, αν καταλαβαίναμε την μακροθυμία του Θεού! Εκατό χρόνια χρειάσθηκαν για να γίνη η Κιβωτός του Νώε. Μήπως ο Θεός δεν μπορούσε να κάνη γρήγορα μια Κιβωτό; Αλλά άφησε τον Νώε να παιδεύεται εκατό χρόνια , για να καταλάβουν και οι άλλοι και να μετανοήσουν. Εκείνος έλεγε: «Δέστε , θα γίνη κατακλυσμός! Μετανοήστε!» Εκείνοι τον κορόιδευαν. «Κλουβιά, έλεγαν ,φτιάχνει» και είχαν τον χαβά τους. Και τώρα, σε δύο λεπτά μπορεί ο Θεός όλον τον κόσμο να τον συγκλονίση και να τον κάνη να αλλάξη, να γίνουν όλοι πιστοί, σούπερ πιστοί! Πώς; Αν γυρίση το κουμπί στον σεισμό σιγά-σιγά από τα 5 στα 6 ρίχτερ…, στα 7… Στα 8, οι πολυκατοικίες θα πάνε σαν τους μεθυσμένους∙ θα αρχίση η μία να χτυπά την άλλη. Στα 10 όλοι θα πουν: «Ήμαρτον! Σε παρακαλούμε, σώσε μας». Μπορεί και όλοι να πουν: «Καλόγεροι θα γίνουμε!». Μόλις όμως τελειώση ο σεισμός, ενώ ακόμη θα κουνιούνται λίγο, αλλά δεν θα πέφτουν, πάλι στα μπουζούκια θα τρέξουν. Γιατί η επιστροφή τους αυτή δεν θα έχη πραγματική μετάνοια, αλλά απλώς θα πουν έτσι, για να γλυτώσουν το κακό.
– Γέροντα, όταν συμβαίνη λ.χ. μια θεομηνία και είναι οργή Θεού, αν προσευχηθούν οι δίκαιοι, δεν εισακούονται;
– Ξέρεις τι γίνεται; Δεν είναι ότι δεν έχει μετάνοια ο κόσμος, οπότε εισακούονται οι δίκαιοι από τον Θεό. Άλλο είναι όταν παροργίζουμε τον Θεό και το αναγνωρίζουμε ∙ τότε λυπάται ο Θεός και μας βοηθάει. Αλλά, όταν δεν αναγνωρίζη κανείς ότι παροργίζει τον Θεό και συνεχίζη το τυπικό του, τότε πώς να ακούση ο Θεός τις προσευχές των δικαίων; Σφάλλει ο άνθρωπος; Πρέπει να καταλάβη ότι σφάλλει, για να τον συγχωρήση ο Θεός. Μετά, βλέπετε, οι πνευματικοί άνθρωποι, αν κάνουν κάποιο σφάλμα, δεν έχουν ελαφρυντικά. «Υπέρ των ημετέρων αμαρτημάτων και των του λαού αγνοημάτων», λέει μια ευχή . Για τον καημένο τον κόσμο τα σφάλματα είναι «αγνοήματα», ενώ για τους πνευματικούς ανθρώπους , είναι «αμαρτήματα». Γι’ αυτό, αν γίνη κάποιο σφάλμα από πνευματικούς ανθρώπους, είμαι βαρύ. Οι κοσμικοί έχουν ελαφρυντικά. Φέτος τον Δεκαπενταύγουστο που έπιασε φωτιά στο Άγιον Όρος, ήταν κάτι φοβερό! Έφθασαν όλοι οι ειδικοί , αλλά κανείς δεν μπορούσε να κάνη τίποτε. Όλοι παρακολουθούσαν την φωτιά. Τα αεροπλάνα λες και δυνάμωναν και διευκόλυναν την φωτιά. Σ’ ένα Μοναστήρι έκαναν ζώνες πυρασφάλειας, για να το προφυλάξουν από την φωτιά και η φωτιά πήδησε πάνω στο Αρχονταρίκι, από εκεί που δεν περίμεναν. Δεκαπέντε μέρες καιγόταν το Άγιον Όρος. Την δεκάτη πέμπτη έσβησε μόνη της η δφωτιά. Και μερικοί έλεγαν: «Γιατί η Παναγία δεν την σβήνει;» Φθάνουμε σε σημείο να βλασφημούμε το όνομα του Θεού. Μετά από έξι ημέρες έπιασε πάλι φωτιά σε άλλο σημείο, αλλά έπιασε βροχή και την έσβησε αμέσως. Δεν καταλαβαίνουν∙ πώς αυτή η φωτιά έσβησε και η άλλη δεν έσβηνε;
Ορισμένοι, χωρίς να γνωρίζουν τους πνευματικούς νόμους που λειτουργούν, προσεύχονται με πόνο, αλλά δεν εισακούονται, γιατί είναι πια οργή Θεού. Ορισμένοι πάλι δεν προσεύχονται , δεν κάνουν ούτε ένα κομποσχοίνι, γιατί συμφωνούν με την δικαία οργή του Θεού, που σκοπό έχει να συνετίση τους ανθρώπους. Ο Θεός να φωτίση περισσότερο εμάς τους μοναχούς, γιατί οι περισσότεροι είμαστε μωρές παρθένες και τα λυχνάρια μας έχουν νερό με λίγο λάδι στο φιτίλι. Οι κοσμικοί περιμένουν από εμάς να τους φωτίσουμε τον δρόμο, για να μη σκοντάφτουν!

Να παρακαλούμε να δίνη ο Θεός μετάνοια στον κόσμο, για να αποφύγουμε την δικαία οργή του Θεού. Η μέλλουσα οργή του Θεού δεν μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί διαφορετικά παρά μόνο με μετάνοια και τήρηση των εντολών Του.

Κλήρος και Εκκλησία

– Γέροντα, γιατί δεν γίνεσθε ιερεύς;
– Σκοπός είναι να σωθούμε. Η ιερωσύνη δεν είναι μέσο για να σωθή ο άνθρωπος.
– Δεν σας πρότειναν ποτέ να γίνετε ιερεύς;
– Πολλές φορές με πίεσαν. Όταν ήμουν στο Κοινόβιο, με ζόρισαν και για την ιερωσύνη και για το Μεγάλο Σχήμα. Ο σκοπός είναι να γίνη κανείς από μέσα καλόγερος. Εμένα αυτό με ενδιέφερε∙ δεν με απασχολούσε τίποτε άλλο. Επειδή και από νέος, σαν λαϊκός ,είχα ζήσει μερικά θεία γεγονότα, όταν πήγα στον Μοναστήρι, έλεγα: «Αρκεί να ζω καλογερικά». Την βαρύτητα σ’ αυτό την είχα ρίξει και δεν με απασχολούσε πότε θα γίνω μεγαλόσχημος ή αν θα γίνω ιερεύς. Τελευταία ήρθε κάποιος στο Κελλί της Παναγούδας και πάλι επέμενε πολύ να ιερωθώ. Πήγε στο Πατριαρχείο γι’ αυτόν τον λόγο, μίλησε στην Εξαρχία, όταν ήρθε στο Άγιον Όρος… Του είπαν όμως: « Πες το και στον ίδιο, μην τυχόν εμείς το αποφασίσουμε και αυτός μας φύγη». Έτσι ήρθε και μου το είπε. Όταν το άκουσα, έβαλα τις φωνές , οπότε μου λέει: «Τουλάχιστον γίνε ιερεύς, για να διαβάζης την συγχωρητική ευχή στους ανθρώπους, αφού σου λένε εκτός από τα προβλήματά τους και τις αμαρτίες τους. Εσύ δεν μου έλεγες πόσα μπερδέματα γίνονται, γιατί οι άνθρωποι άλλοτε τα λένε διαφορετικά και άλλοτε λένε τα μισά από όσα τους λες στους Πνευματικούς ή στους μητροπολίτες; Να ακούς τις αμαρτίες τους, να τους διαβάζης την συγχωρητική ευχή , να παίρνουν την άφεση και να τακτοποιούνται». Ο καημένος με καλό λογισμό το έλεγε, αλλά δεν ήταν αυτό για μένα.
– Δηλαδή, Γέροντα, αν ένας αισθάνεται αδύναμος για την ιερωσύνη, αλλά τον προωθούν άλλοι, τι πρέπει να κάνη;
– Θα πη τον λογισμό του. Κανέναν δεν μπορούν να τον εξαναγκάσουν ούτε για την ιερωσύνη ούτε για το Μεγάλο Σχήμα. Αν όμως το δεχθή από υπακοή και με ταπείνωση και βάλη λίγο φιλότιμο και λίγη αγάπη, τότε όλα θα τα αναπληρώση ο Θεός. Εξάλλου ο κόσμος έχει αλάθητο κριτήριο και διακρίνει ποιοι έγιναν ιερείς από αγάπη προς τον Θεό, για να διακονήσουν την Εκκλησία Του. Είναι μερικοί που θέλουν να γίνουν ιερείς από επιθυμία να δοξασθούν . Αυτοί θα ταλαιπωρηθούν , όταν βρεθούν σε δυσκολία, γιατί ο Χριστός δεν θα τους βοηθήση, εκτός αν ταπεινωθούν και μετανοήσουν. Αν όμως κάποιος θέλει να ιερωθή, χωρίς να έχη επιδιώξεις κοσμικές, τότε, αν κινδυνεύση, ο Χριστός θα τον βοηθήση. Κανονικά πρέπει να σε πιέζουν, να θέλουν οι άλλοι, η Εκκλησία, για να γίνης ιερεύς, ώστε να σε σκεπάζη ο Χριστός και ,αν βρεθής σε δύσκολη στιγμή, να σε συμπαρασταθούν οι άλλοι και να βοηθήση και ο Χριστός.
Βέβαια στον κλήρο πολύ σπάνια και πολύ λίγοι είναι αυτοί που ξεκινούν με προγράμματα δικά τους. Αυτούς δεν τους βάζω στον λογαριασμό. Οι περισσότεροι ξεκινούν με καλή διάθεση , αλλά μετά αρχίζει ο διάβολος την δουλειά του, και βλέπεις να μπαίνη η δόξα, να μπαίνη η μανία για αξιώματα και να τα ξεχνούν όλα. Μέχρι που φθάνουν σε σημείο να βάζουν και ανθρώπους να μεσολαβήσουν για την εκλογή τους σε προϊστάμενο, σε μητροπολίτη κ.λπ. Ενώ ξεκίνησαν για τον Χριστό, καταλήγουν στον χρυσό… Να έχουν χρυσούς σταυρούς, χρυσές μύτρες, διαμάντια, ποικιλία και όχι τα απαραίτητα. Πώς μας ξεγελάει ο διάβολος, άμα δεν προσέξουμε!
– Γέροντα, τί θέλει ο Θεός και τι θέλουν οι άνθρωποι από τον ιερέα;
– Το τι θέλει ο Θεός είναι πολύ μεγάλο∙ άφησέ το. Τώρα το τι θέλουν οι άνθρωποι. Παλιά οι ιερείς έκαναν άσκηση, είχαν αρετή, ήταν άγιοι, και οι άνθρωποι τους ευλαβούνταν. Σήμερα οι άνθρωποι θέλουν δύο πράγματα από τον ιερέα∙ να είναι αφιλοχρήματος και έχη αγάπη. Όταν οι άνθρωποι βρουν αυτά σε ένα ιερέα, τον θεωρούν άγιο και τρέχουν στην Εκκλησία∙ και αφού τρέχουν στην Εκκλησία, σώζονται. Μετά συγκαταβαίνει ο Θεός και σώζει και τον ιερέα. Ο ιερεύς πάντως πρέπει να έχη μεγάλη καθαρότητα.
Τον μοναχό ο διάβολος προσπαθεί να τον αποδυναμώση με τις κακομοιριές, ώστε να τον αχρηστέψη και να μην έχη καμμιά δύναμη πνευματική η προσευχή του. Ο μοναχός, για να έχη την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, πρέπει να είναι σωστός μοναχός. Τότε μόνον έχει μια θεϊκή εξουσία και βοηθάει πολύ θετικά με την προσευχή του. Ενώ ένας ιερεύς , και να μην έχη πνευματική κατάσταση, πάλι βοηθάει με την εξουσία που του έχει δοθή με την ιερωσύνη , όταν τελή τα Μυστήρια, διαβάζη τους ανθρώπους κ.λπ. Ακόμη και να σκοτώση άνθρωπο, τα Μυστήρια που τελεί πάλι ενεργούν, μέχρι να καθαιρεθή. Αν όμως έχη και πνευματική κατάσταση, τότε είναι σωστός ιερεύς και βοηθάει περισσότερο.
Όταν με ρωτούν ιερείς πώς θα βοηθήσουν τους ενορίτες, αλλά και σε όλους που έχουν μια ποιμαντική ευθύνη, ένα πράγμα τονίζω∙ να κοιτάξουν να κάνουν δουλειά στον εαυτό τους, να κάνουν τα απαραίτητα πνευματικά τους καθήκοντα και κάτι παραπάνω, για να έχουν πάντοτε απόθεμα πνευματικό. Η πνευματική εργασία στον εαυτό μας είναι αθόρυβη εργασία στον πλησίον, γιατί μιλάει το παράδειγμα, και τότε μιμούνται οι άνθρωποι το καλό που βλέπουν και διορθώνονται. Εάν δεν αποκτήσουμε εμείς πνευματικό πλούτο, για να μπορούμε να συντηρούμαστε από τους πνευματικούς τόκους, όταν θα εργαζώμαστε δωρεάν για τους άλλους, θα είμαστε οι πιο δυστυχισμένοι και αξιολύπητοι. Γι’ αυτό να μην το θεωρούμε σπατάλη χρόνου, όταν κάνουμε εργασία στον εαυτό μας, είτε για λίγο χρονικό διάστημα είτε για πολύ είτε για πάντα, σ’ όλη την ζωή μας, γιατί η μυστική εργασία έχει την ιδιότητα να κηρύττη μυστικά τον λόγο του Θεού μέσα στις ψυχές των ανθρώπων. Ο χαριτωμένος άνθρωπος του Θεού μεταδίδει θεία Χάρι και αλλοιώνει τους σαρκικούς ανθρώπους. Τους ελευθερώνει από την σκλαβιά των παθών και τους πλησιάζει μ’ αυτόν τον τρόπο στον Θεό και σώζονται.

 

Ο διάβολος είναι κουτός

– Γνωρίζει, Γέροντα, το ταγκαλάκι τί έχουμε στην καρδιά μας;
– Ακόμη αυτό έλειψε, να γνωρίζη και καρδιές! Μόνον ο Θεός είναι καρδιογνώστης και μόνο σε ανθρώπους του Θεού αποκαλύπτει ορισμένες φορές ο Θεός – για το καλό μας – τί έχουμε στις καρδιές μας. Το ταγκαλάκι γνωρίζει τις πονηριές και τις κακίες που φυτεύει στα δικά του όργανα• δεν ξέρει τους καλούς λογισμούς μας. Μόνον εκ πείρας αντιλαμβάνεται μερικά, αλλά και σ’ αυτά πέφτει έξω τις περισσότερες φορές. Και εάν δεν επιτρέψη ο Θεός να τα καταλάβη αυτά, πέφτει συνέχεια έξω σε όλα, γιατί είναι σκοτεινός ο διάβολος• ορατότης μηδέν!!! Δεν ξέρει, ας υποθέσουμε, έναν καλό λογισμό δικό μου. Αν έχω κανέναν κακό λογισμό, εκείνον τον ξέρει, γιατί ο ίδιος τον φυτεύει. Αν εγώ τώρα θέλω να πάω να κάνω κάπου μια καλωσύνη, να σώσω λ.χ. έναν άνθρωπο, ο διάβολος αυτό δεν το ξέρει. Όταν όμως εκείνος βάλη σε κάποιον έναν λογισμό και του πη: «Πήγαινε να σώσης τον τάδε άνθρωπο», θα τον κεντήση συγχρόνως και στην υπερηφάνεια και γι’ αυτό τον ξέρει αυτόν τον λογισμό. Αλλά και με το ότι το δέχεται ο άνθρωπος την υπερηφάνεια, δίνει δικαίωμα στον πειρασμό. Είναι πολύ λεπτά αυτά τα πράγματα! Θυμάστε το περιστατικό με τον Αββά Μακάριο; Είχε συναντήσει μια φορά τον διάβολο που επέστρεφε από την πιο κοντινή Έρημο, όπου είχε πάει, για να πειράξη τους αδελφούς , ο οποίος του είπε: «Όλοι οι αδελφοί είναι πολύ αγριεμένοι μαζί μου, εκτός από ένα που είναι φίλος μου και μου κάνει υπακοή και, όταν με βλέπη, στρέφεται σαν ανέμη». «Ποιος αδελφός είναι αυτός;» τον ρώτησε ο Αββάς Μακάριος. «Θεόπεμπτος είναι το όνομά του», του απάντησε εκείνος. Πηγαίνει ο Όσιος και βρίσκει τον αδελφό . Με τρόπο τον κατάφερε να του αποκαλύψη τους λογισμούς του και τον βοήθησε. Όταν ξανασυνάντησε τον διάβολο, τον ρώτησε για τους αδελφούς και εκείνος του είπε: «Όλοι είναι πολύ αγριεμένοι μαζί μου. Και το χειρότερο , και αυτός που ήταν φίλος μου, δεν ξέρω πώς έγινε και άλλαξε και τώρα είναι ο πιο αγριεμένος από όλους». Δεν ήξερε ότι πήγε ο Αββάς Μακάριος και τον έφερε σε λογαριασμό, γιατί ο Αββάς Μακάριος είχε κινηθή ταπεινά, από αγάπη , και δεν είχε το δικαίωμα ο διάβολος στον λογισμό εκείνον. Αν υπερηφανευόταν ο Αββάς Μακάριος, θα έδιωχνε την Χάρη του Θεού, οπότε θα είχε δικαίωμα ο διάβολος. Τότε θα το ήξερε, γιατί αυτός θα του είχε κεντήση την υπερηφάνεια.
– Αν πη έναν καλό λογισμό του ο άνθρωπος κάπου, μπορεί ο διάβολος να τον ακούση και να τον πειράξη μετά;
– Πώς να τον ακούση, αφού δεν έχει «διάβολο»; Άμα όμως τον πη, για να υπερηφανευθή, θα μπη στη μέση ο πειρασμός. Αν δηλαδή υπάρχη μια προδιάθεση υπερηφανείας και λέη υπερήφανα κανείς: «Θα πάω να τον σώσω αυτόν», μπαίνει ο διάβολος ενδιάμεσος και τότε αυτό το ξέρει. Ενώ, αν κινήται ταπεινά, από αγάπη, δεν το ξέρει. Χρειάζεται προσοχή. Είναι πολύ λεπτά τα πράγματα . Γι’ αυτό λένε οι Πατέρες ότι η πνευματική ζωή είναι «επιστήμη επιστημών».
– Πως συμβαίνει, όμως, Γέροντα, ένας μάγος να πη για τρεις κοπέλες ότι η μία θα αποκατασταθή , η άλλη θα ατυχήση και η άλλη θα μείνη ανύπανδρη, και να γίνη έτσι;
– Ο διάβολος έχει πείρα. Όπως, π.χ. ένας μηχανικός , όταν δη ένα σπίτι που κινδυνεύει να πέση, είναι σε θέση να πη πόσο θα κρατήση κ.λπ., έτσι και αυτός βλέπει κάποιον πώς βαδίζει και με την πείρα που έχει, λέει πώς θα καταλήξη.
Ο διάβολος δεν έχει εξυπνάδα• είναι πολύ κουτός. Είναι όλος ένα μπέρδεμα• άκρη δεν του βρίσκεις. Κάνει και εξυπνάδες και χαζομάρες. Τα τερτίπια του είναι χονδρά. Ο Θεός οικονόμησε έτσι, για να τον καταλαβαίνουμε. Πρέπει να είναι κανείς πολύ σκοτισμένος από υπερηφάνεια, για να μην το καταλαβαίνη. Όταν έχουμε ταπείνωση, μπορούμε να καταλάβουμε τις παγίδες του διαβόλου ,γιατί με την ταπείνωση φωτίζεται ο άνθρωπος και συγγενεύει με τον Θεό. Η ταπείνωση είναι που σακατεύει τον διάβολο.

Από το βιβλίο: «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Α΄
ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΩΠΟ»
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

 

πηγή