Του Αγίου Πνεύματος σήμερα-Η γιορτή των όλων στην αλήθεια τους!

 Αν πιστεύεις ότι η σημερινή ημέρα είναι γιορτή για γραφικές θρησκόληπτες και θρησκοφοβικές υπάρξεις, think again: στην πραγματικότητα η σημερινή γιορτή είναι ο θρίαμβος μιας αποκάλυψης σε βάρος μια θρησκείας: γιατί ο Χριστιανισμός όταν γίνει θρησκεία είναι φρικτό, απάνθρωπο, ψεύτικο πράγμα… αλλά απογειώνεται και εμφανίζεται ως αυτό που είναι, όταν τιμάται ως Αποκάλυψη!

 Του Αγίου Πνεύματος σήμερα… η γιορτή ενός άυλου επέκεινα με στοργική διάθεση προς την ύλη… στοργική διάθεση αλλά όχι λατρεία: για τον Χριστιανισμό ως Αποκάλυψη σήμερα είναι η γιορτή των όλων στην αλήθεια τους: η ύλη μας ως αυτό που είναι- ούτε κολασμένη ούτε αυτοσκοπός…η ψυχή μας ως αυτό που είναι- η αρχή μας και η συνέχειά μας μετά το τέλος μας… οιάγιοι μας ως αυτό που είναι- πιστοί ως προς τον ουρανό, επιστήμονες (επί+ίσταμαι) της ίδιας τους της φθαρτής φύσης… και πάνω από όλα το Πνεύμα!
 Το πνεύμα όχι ως ευφυολόγημα, ούτε ως μόνο γνώση ούτε ως μόνο πίστη… το Πνεύμα ως αρχέγονη δύναμη και ως προορισμός… το Πνεύμα ως η πηγή και το δέον της δημιουργίας…

 Του Αγίου Πνεύματος σήμερα… χωρίς αυτή τη γιορτή, χωρίς αυτή τη δύναμη το υπάρχειν δε γίνεται Είναι… πώς το λέει ο Ευαγγελιστής της Αγάπης; Εν αρχή ην ο Λόγος! Αυτό! 
 Σήμερα γιορτάζει ο Χριστιανισμός απογυμνωμένος από χρυσοποίκιλτα άμφια,
φανφαρονικά κηρύγματα, πολυτελείς ναούς και φαντασμαγορικούς σταυρούς που αγγίζουν μόνο την κεφαλή, την κοιλιά και τους ώμους… σήμερα γιορτάζει ο Χριστιανισμός ως Αποκάλυψη: ο Λόγος… κάτι που εμπεριέχει λογική αλλά την ξεπερνά… δεν την ακυρώνει… απλά της συνθλίβει τα όρια! 
Σήμερα γιορτάζει το Πνεύμα! Σε μια εποχή που όλα είναι ύλη επομένως βόλεμα και αλαζονεία, η σημερινή γιορτή φαντάζει παράλογη! Κι αυτός είναι ο θρίαμβος της: ότι οι μικροί λένε τους τεράστιους παράλογους, αυτός είναι ο θρίαμβος του μεγαλείου: η απογύμνωση του ανόητου μικρού… 
Του Αγίου Πνεύματος σήμερα: ενός Πνεύματος πραγματικά Άγιου αφού χωρά μέσα του το σύμπαν στην αληθινή του διάσταση: φθαρτό και άφθαρτο, υλικό και άυλο, γήινο και ουράνιο, αμαρτωλό και αναμάρτητο… 
Του Αγίου Πνεύματος σήμερα σε έναν κόσμο που προσκυνά το ποτήρι αλλά αρνείται το νερό… που θαυμάζει το βάζο αλλά προσπερνά την ανθοδέσμη… που ονομάζει την αγωνία ζωή και την ηρεμία την ονομάζει θάνατο…που υπηρετεί μια πίστη αμόρφωτη ή μια γνώση χωρίς πίστη για το αδύνατο… σε έναν κόσμο που παραδέχεται ως υπαρκτά μόνο όσα εντοπίζει αμυδρά η μυωπία του…
Του Αγίου Πνεύματος σήμερα… ημέρα που η θρησκεία ακυρώνεται και θριαμβεύει η αποκάλυψη… ημέρα που κόντρα στην ηττοπάθεια της δειλής, κοντόφθαλμης ανοησίας, η δύναμη του Πνεύματος σου επιτρέπει να ελπίζεις ότι μπορείς…
 
Από την Μάρω Σιδέρη
 
 

Η Ορθοδοξία στην Τουρκία!

Η μουσουλμανική Τουρκία δυναμώνει, προπαγανδίζει τον πολιτισμό και την ιστορία της (όποια είναι) εξαπλώνοντας πλήθος τηλεοπτικές σειρές σε όλα τα Βαλκάνια, κάνει διπλωματικές κινήσεις για να φανεί ως προστάτης όλων των θεωρούμενων ως “τουρκογενών” μουσουλμάνων (π.χ. Βοσνία, αλλά και ελληνική Θράκη – παρεμβαίνει και για το τζαμί που θα χτίσει η Ελλάδα για τα δικαιώματα των εδώ μουσουλμάνων μεταναστών). Εμείς, κοιμόμαστε, ως συνήθως, ή κυβερνιόμαστε από μειοδότες (έτσι τουλάχιστον φαίνεται). Στη Θράκη η τουρκική προπαγάνδα αλωνίζει και στο διπλωματικό πεδίο ένας Θεός ξέρει τι ξημερώνει…

Όμως, κάπου διαφαίνεται μια ελπιδοφόρα τάση ανακάλυψης της Ορθοδοξίας από Τούρκους αδελφούς μας και στροφής (ή επιστροφής, μετά από πολλές γενιές εξισλαμισμού) προς αυτήν.
Οι Τούρκοι αδελφοί μας που έρχονται στην αγκαλιά της αγίας και σωτήριας Εκκλησίας του Χριστού, σίγουρα χρειάζονται τη βοήθειά μας.Πώς θα τους βοηθήσουμε; Ασφαλώς με την προσευχή μας (ίσως βλέποντας και λιγότερο “Σουλεϊμάν”), αλλά και λειτουργώντας οι ίδιοι ιεραποστολικά στους γύρω μας. Τώρα, πώς, μιλώντας εσύ για το Χριστό και την Ορθοδοξία σ’ έναν Πακιστανό μετανάστη στην Ελλάδα, βοηθάς τους Τούρκους που αναζητούν την Ορθοδοξία, αυτό συμβαίνει γιατί δημιουργείς το κατάλληλο υπόβαθρο για να φτάσει η Ορθοδοξία από εδώ, εκεί. Αν ξέρεις και αγγλικά ή τούρκικα, ίσως μπορείς να βοηθήσεις κι αλλιώς, αλλά δεν είναι αρμοδιότητα της μπλογκονησίδας μας να το γράψει, ούτε το ξέρουμε.
Δείτε, παρακαλώ, τουρκικά ορθόδοξα links & μερικές σκέψεις σε αυτό το άρθρο μας – και πολλά εδώ: Türkçe dilinde Ortodokslukla ilgili metinler – Orthodoxy in Turkish – Ορθοδοξία στα τουρκικά.
Συγχρόνως στις σκληρές ισλαμικές χώρες βασανίζονται χριστιανοί, στη Β. Αφρική ορθόδοξοι (και όχι μόνο) απειλούνται με φωτιά και θάνατο ή πεθαίνουν κ.τ.λ. Στην Ελλάδα οι αθεϊστές φαίνεται να κερδίζουν έδαφος, αδιαφορώντας για τα παραπάνω. Επίσης, υπάρχουν και μερικοί Εξισλαμισμένοι Έλληνες!“Όμορφες μέρες”… Δόξα τω Θεώ, δόξα τω Θεώ. Μέρες για αφυπνίσεις.

πηγή και περισσότερα

Η ζητιάνα

Ήταν άγριο χάραμα, με μια αλήθεια παράξενη αγριάδα το μαγιάτικο εκείνο πρωϊνό, καθώς τα μελτέμια, αφού διέσχισαν χιλιόμετρα χιλιάδες κουβαλώντας χρώματα, εικόνες, πάθη, καϋμούς, επισκέπτονταν τώρα δρόμους, σοκάκια, μπαλκόνια, παραθύρια και ψυχές στην γειτονιά εκείνη.

Άλλες φορές λυτρωτικά, άλλες μελαγχολικά και άλλες τρομακτικά. Και η Μυρτώ, που βγήκε στο μπαλκόνι να μαζέψει τ’ απλωμένα σεντόνια υπό τον φόβο της βροχής, είδε αντίκρυ μια φιγούρα τρομακτική επίσης.

Ήταν μια γυναίκα, μάλλον ηλικιωμένη, μ’ ένα μαντήλι σφιχτοδεμμένο στο κεφάλι της, συγκύπτουσα, μαυροφορούσα, με μια τσάντα με λουριά στους ώμους περασμένη, ρούχα παλιά μα επίσημα θαρρείς, και στα πόδια φορώντας καλογυαλισμένες, λουστραρισμένες μπαλαρίνες.

Χωλαίνοντας απαλά, μ’ ένα σκαμνί αναδιπλούμενο στα χέρια, άρχισε να πηγαίνει πάνω κάτω, πάνω κάτω, πάνω κάτω… Σαν να σημάδευε τον χώρο της, σαν να μετρούσε και σαν να έβλεπε.

Έβλεπε… από το πρωΐ μέχρι το βράδυ τι κόσμος θα περάσει, που θα σταθεί, ποιο είναι το καλύτερο σημείο και, τελικά, έστησε το σκαμνί της παραδίπλα στην σκάλα της εκκλησίας, ακριβώς απέναντι από το μπαλκόνι της Μυρτώς.

Ξημέρωνε παραμονή τ’ Αγίου Κωνσταντίνου και το μεγάλο πανηγύρι ήταν έτοιμο από μέρες.

Μα τις τελευταίες πινελιές πάντα σ’ αυτά τα πανηγύρια βάζουν οι ζητιάνοι, οι κηροπώλες, οι πλανόδιοι μικροπωλητές παιχνιδιών, φραουλών και κερασιών.

Και η δική μας γυναίκα, του διηγήματος, μια ζητιάνα ήταν. Απερριμένη από τον κόσμο, εκβληθείσα έξω από την πολιτισμένη κοινωνία και ζώντας μια ολόκληρη ζωή στο περιθώριο, την περιφρόνηση και τον διωγμό.

Ποιός αλήθεια θα ασχοληθεί μαζί της; Και μόνο από την συνήθεια της επαιτείας ήταν απωθητική στους περισσότερους ανθρώπους, λιγότερο ωστόσο από άλλους και άλλες «συναδέλφους» και «συναδέλφισσές» της.

Αυτή, τουλάχιστον, δεν εκστόμιζε βαρειές κατάρες και βρισιές σε όσους απομακρύνονταν «περνώντας και αφήνοντας την έτσι».

Έλεγε μια ιστορία πόνου και δυστυχίας, άπλωνε ικετευτικά το χέρι, κατά διαστήματα άδειαζε στην τσάντα της τα συναχθέντα χρήματα, κάνοντας την δουλειά αυτή αγόγγυστα, με φυσικό τρόπο θαρρείς, από φυλακής πρωΐας μέχρι νυκτός.

Ένας άγραφος νόμος οριοθετούσε την σχέση της με τους υπόλοιπους ζητιάνους, ως προς την απόσταση που τους χώριζε, την αμοιβαία προστασία σε περίπτωση κινδύνου, το συνωμοτικό σφύριγμα αν ερχόταν αστυνομία, για να επιβάλλει τα προβλεπόμενα από τον ποινικό κώδικα περί επαιτείας «όποιος επαιτεί από φυγοποινία ή από φιλοχρηματία ή κατά συνήθεια τιμωρείται με κράτηση έως έξι (6) μήνες ή με πρόστιμο έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της κράτησης».

Ενώ τουλάχιστον καταργήθηκαν πια τα προβλεπόμενα περί αλητείας και δεν κατηγορούνταν πλέον για πολλαπλά αδικήματα κατά την προσαγωγή στο πταισματοδικείο.

Για κάποιον περίεργο και εντελώς ανεξήγητο λόγο η Μυρτώ μαγνητίστηκε από την ζητιάνα αυτή.

Την παρατηρούσε με προσοχή, άλλοτε αγανακτούσε και άλλοτε την λυπόταν, ένοιωθε μια ακατάσχετη ανθρώπινη ανάγκη να έρθει κοντά της, μα φοβόταν κιόλας.

Δεν την έβλεπε, άλλωστε, πρώτη φορά. Από μικρό κορίτσι την θυμόταν, όπως και τις ατέλειωτες συζητήσεις με τις φίλες της αναλύοντας τους αστικούς μύθους, που την είχαν ήδη περιβάλλει.

Ότι έχει στο σπίτι της κρυμμένο θησαυρό, πολλές χιλιάδες λίρες χρυσές. Ότι το σπίτι της, το ερείπιο, δηλαδή, εκείνο, είναι στοιχειωμένο και καταραμένο.

Ότι ζουν εκεί μαζί της περισσότερες από πενήντα γάτες, αυτόκλητες φρουροί και σύντροφοι.

Ότι τα βράδια, τα μεσάνυχτα ακριβώς, αν περάσεις από έξω θ’ ακούσεις κραυγές και ουρλιαχτά. Και έτρεμε το φυλλοκάρδι τους, και ας προσπαθούσαν να φανούν ατρόμητες…

Με μια απόφαση ξαφνική, ίσως και απερίσκεπτη, η Μυρτώ έριξε μια ζακέτα πάνω της, φόρεσε πρόχειρα τα αθλητικά της παπούτσια, κατέβηκε τα σκαλιά, πέρασε τον δρόμο και πλησίασε την γριά ζητιάνα.

– Καλημέρα, κυρία, είπε δειλά.

– Καλημέρα, κορίτσι μου καλό.

– Μήπως χρειάζεστε κάτι;

– Τί άλλο να θέλω, παιδί μου, αφού με είπε άνθρωπος «καλημέρα» ύστερα από τριανταοκτώ ολόκληρα χρόνια; Μπορεί να θέλω ή να χρειάζομαι κάτι άλλο;

– Ελάτε να πιείτε έναν καφέ.

Κοντοστάθηκε λίγο η ζητιάνα, κοιτώντας δεξιά κι αριστερά, ένοιωθε παράξενα και κάτι σαν συγκίνηση, γιατί αλήθεια οι κακουχίες της ζωής είχαν σκληρύνει πολύ την καρδιά της.

Μα και στην σκληρότερη καρδιά ακόμα, υπάρχει πάντα μια ευαίσθητη χορδή. Και θα υπάρχει πάντα όσο μέσα της κυλά αίμα ζωηρόν.

Μέχρι να πάρει την απόφαση, η Μυρτώ την πήρε από το χέρι, της ξαναείπε˙ «έλα, καλή μου», πέρασαν τον δρόμο, άνοιξαν την εξώπορτα, ανέβηκαν τα σκαλιά, μπήκανε στο σαλόνι και η Μυρτώ φρόντισε την ζητιάνα, σαν νά’ τανε θεία της ή μάνα.

Άναψε το γκαζάκι, έβαλε να ψήσει καφέ στο μπρίκι, έβγαλε λίγα κουλουράκια τα βρισκούμενα και κάθησε κοντά της.

Δεν την ρώτησε τίποτα ούτε και εκείνη τα πήγαινε καλά με τα λόγια άλλωστε και πρέπει να πέρασε σίγουρα αρκετή ώρα σιωπής.

Μετά τις πρώτες γουλιές, όμως, του καφέ, άρχισαν να ανταλλάσσουν δειλά δειλά κουβέντες.

– Εμένα, θεία, με λένε Μυρτώ. Εσένα πώς σε λένε;

Ασυναίσθητα η ζητιάνα, αντί να απαντήσει άνοιξε την τσάντα της, έβγαλε το πορτοφόλι της και έδειξε την ταυτότητά της. Αθανασία Ιωαννίδου του Πολυχρόνη και της Αμαλίας. Φοβήθηκε ότι αλλιώς δεν θα γινόταν ποτέ πιστευτή.

– Κυρία Αθανασία, λοιπόν! Είπε η Μυρτώ.

– Ναι, αλλά παλιά με φωνάζανε Θένη, όταν ακόμα μου μιλούσαν άνθρωποι… Εσύ λέγε με καλύτερα «θεία», μου άρεσε πολύ, που το είπες πριν.

– Σε είδα από το μπαλκόνι μες στο κρύο και επειδή είμαι ολομόναχη σκέφτηκα να πιούμε μαζί τον καφέ.

– Σ’ ευχαριστώ, παιδί μου, μα δεν θέλω να σε κουράζω. Εγώ έχω τα προβλήματά μου, τις ιδιοτροπίες μου, δεν κάνω εγώ για τους ανθρώπους. Και δεν αξίζω. Είμαι μία άχρηστη και αποτυχημένη.

– Α, θεία, όλα κι όλα, την διέκοψε η Μυρτώ. Αυτά τα λέω εγώ για τον εαυτό μου, δεν μπορείς να τα λες και εσύ, είπε μεταξύ σοβαρού και αστείου.

Και λυτρώθηκε κάπως, εξιστορώντας στην άγνωστη ζητιάνα την ιστορία της ζωής της και πως έμεινε ολομόναχη από τότε, που ο άντρας της εξαφανίστηκε αφήνοντάς την αστεφάνωτη και μ’ ένα μωρό τριώ μηνώ στην αγκαλιά και τρεις μήνες αργότερα έχασε και το μωρό εκείνο από οστρακιά.

Και εδώ και είκοσι χρόνια, ήταν τριανταοκτώ μόλις χρονώ τώρα η Μυρτώ, και μόλις δεκαοκτώ όταν έχασε τον άντρα και το μωρό της, προσπαθεί να βάλει σε μια σειρά την ζωή της.

Καθαρίζοντας σκάλες, διακονώντας ηλικιωμένους αλλά και πολλές φορές με άλλους τρόπους, όχι και τόσο ηθικούς.

Μα ήξερε ότι η ζητιάνα δεν την κατέκρινε καθόλου και έτσι άδειασε τα σώψυχά της όλα, σαν σε ιερέα πνευματικό.

Και ήρθε η ώρα της Αθανασίας να μιλήσει. Πάντα ήθελε να το κάνει, ένοιωθε την βαθειά ανάγκη μα δεν βρέθηκε ποτέ ο κατάλληλος άνθρωπος να την ακούσει.

Σκεφτόταν να τα γράψει, μπορεί και να τα διάβαζε ποτέ κανένας, μα και τα γράμματα, που ήξερε ήταν λίγα κολλυβογράμματα μόνο.

Η Αθανασία γεννήθηκε από βασανισμένους πρόσφυγες γονείς σ’ ένα ορεινό χωριό της Δράμας.

Από τα βάσανα, την φτώχεια και τις κακουχίες δεν άντεξαν και πέταξαν σαν πουλιά στον ουρανό ν’ αναπαυτούν.

Και η μικρή Αθανασία έφτασε στα χέρια μιας θείας, πού’ χε ήδη οκτώ παιδιά και δεκατέσσερα στόματα να ταΐσει. Δεν ήταν ενθουσιασμένη με τ’ ορφανό και σκεπτόταν ότι εξαιτίας του θα πεινούσαν τα δικά της παιδιά.

Έτσι, την έβαζε να δουλεύει σκληρά όλη μέρα, την έβαζε πολλές φορές να κλέβει αλλά την έστελνε επίσης και να ζητιανεύει. Σκληρές εποχές, τραχείς άνθρωποι, οδυνηρά βιώματα.

Η Θένη, όπως την φώναζαν τα ξαδέρφια της, δεν είχε άλλη επιλογή, ακολουθούσε κατά γράμμα τις εντολές, για να αποφύγει άλλωστε και τις βάρβαρες πολλές φορές συνέπειες της μη τήρησής τους.

Σε κάθε περίπτωση πάντοτε ήταν και ένοιωθε ξένη, απομονωμένη, ανεπιθύμητη. Στο τραπέζι δεν καθόταν ποτέ μαζί τους αλλά της έστελναν φαγητό στον στάβλο, όπου και κοιμόταν.

Ουσιαστικά επρόκειτο για συνθήκες δουλείας ενδεδυμένες με τον χιτώνα της δήθεν φιλανθρωπίας και ελεημοσύνης.

Κάποτε αρρώστησε και την έστειλαν στο νοσοκομείο της Δράμας στην αρχή και της Θεσσαλονίκης στην συνέχεια.

Όταν συνήλθε, το έσκασε από εκεί και δεν ξαναγύρισε ποτέ στο χωριό της. Και ήταν μόλις έντεκα χρονών.

Άρχισε να γυρίζει στους δρόμους σαν χαμένη αλλά και απελευθερωμένη. Κάποια στιγμή πείνασε πολύ, στάθηκε έξω από την Παναγία Χειροποίητο, όπως την έλεγε, και άπλωσε δειλά το χεράκι της στους περαστικούς.

Μόλις συγκέντρωσε αρκετές χιλιάδες δραχμές, ήταν η εποχή της νομισματικής υποτίμησης μετά την κατοχή, έκανε την πρώτη της αγορά.

Ένα ζεστό σουσαμένιο κουλούρι, ζυμωμένο σφιχτά με την ιστορία της πόλης. Στην συνέχεια, άρχισε να τρέχει και να εξερευνά τα πάντα με μια παιδική αθωότητα, που ήταν σχεδόν ήδη χαμένη, με περιέργεια και ενθουσιασμό, μαγεμένη από όλα όσα έβλεπε.

Το τραμ να περνά κάτω από την καμάρα, εκκλησίες, δρόμους, πραματευτάδες, χιλιάδες ανθρώπους στους δρόμους, μπαλωματήδες και παπουτσήδες, λούστρους, παλιατζήδες και παγωτατζήδες, υπαίθρια παζάρια, καβγάδες και φωνές, χωροφύλακες, λατέρνες και βιολιτζήδες.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά πέρασε η ώρα και πήρε να βραδιάζει. Ένας φόβος κυρίεψε την καρδιά της, μα πολυμήχανη και παρατηρητική, όπως ήταν, είχε δει πρωτύτερα, έξω από την Παναγία Δεξιά έναν μεγάλο θάμνο και σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να κρυφτεί εκεί μέσα και να κοιμηθεί.

Ενδιάμεσα είχε μαζέψει αρκετά χρήματα και αγόρασε άλλα δύο κουλούρια, που για αυτήν ήταν γεύμα βασιλικό σε σχέση με τα ψίχουλα, που της πετούσαν τόσα χρόνια στο χωριό.

Εκεί, στον θάμνο εκείνο έκανε και τα πρώτα της όνειρα και σχέδια. Ήθελε να βρει κάπου να μείνει, να βρει μία δουλίτσα – δεν την φοβόταν τη δουλειά – να πάει στο σχολείο και να μάθει γράμματα και, όταν μεγαλώσει, να κάνει το δικό της σπιτικό.

Μα τα όνειρα τα παιδικά σε μια μεγαλούπολη σαν την Θεσσαλονίκη, την εποχή εκείνη, το 1953 συγκεκριμένα συνέβησαν τα γεγονότα αυτά, ήταν μάλλον αδύνατο να πραγματοποιηθούν.

Σε όλες τις δουλειές, που εργάστηκε, όταν καταλάβαιναν ότι είναι απροστάτευτο κορίτσι, σχεδόν πάντα την εκμεταλλεύονταν, την αδικούσαν, την έκλεβαν.

Αφεντικά σκληρόκαρδα προσπάθησαν και με άλλους τρόπους να την εκμεταλλευτούν, ενώ ένα από αυτά, ο οποίος δήθεν την αγάπησε και της έταξε τον ουρανό με τ’ άστρα την άφησε έγκυο στην ηλικία των δεκαέξι.

Φυσικά, ποτέ δεν αναγνώρισε το παιδί εκείνο, αντίθετα την έδιωξε και την εγκατέλειψε κακήν κακώς.

Και έπρεπε τώρα να φροντίζει αυτή μονάχη και για τους δύο, την ίδια και τον γιο της.

Είχε βρει ευτυχώς ένα παλιό τούρκικο ερειπωμένο σπίτι στο Χαρμάνκιοϊ, που όλοι τό’ λεγαν στοιχειωμένο και κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει, γιατί έλεγαν ότι φριχτό φονικό είχε συμβεί εκεί μέσα και έρχονται τις νύχτες πνεύματα και ξυπνάνε οι ψυχές των σκοτωμένων και γυρεύουνε εκδίκηση.

Η Θένη τόλμησε να εισέλθει και είχε γίνει η νέα ένοικος. Για αυτόν και μόνο τον λόγο την απομόνωσαν αμέσως όλοι, κανείς δεν ήθελε να της μιλά και άρχισαν να διασπείρουν φήμες ότι είναι μάγισσα, ότι είναι δαιμονισμένη, ότι κάνει θυσίες και άλλα ευφάνταστα σενάρια τρόμου.

Θυσίες έκανε στ’ αλήθεια, μα οι θυσίες αυτές ήταν για το παιδί της. Δεν ήθελε να ακολουθήσει τον δρόμο τον δικό της και έτσι παρακάλεσε μια πλούσια γειτόνισσα να το πάρει για δικό της, να το μεγαλώσει εκείνη.

Βαρειά απόφαση, για την οποία μετάνιωνε σε όλη τη ζωή της και κάθε νύχτα και κάθε μέρα έκλαιγε ζητώντας από τον Θεό να την συγχωρέσει για το έγκλημα αυτό.

Πως το έκανε, αλήθεια, και χωρίστηκε το σπλάγχνο της, το αίμα της καρδιάς της; Μα ύστερα από έξι περίπου χρόνια νέα συγκλονιστική ανατροπή ήρθε να ταράξει την ζωή της.

Η θετή μητέρα του δικού της παιδιού την περίμενε ένα βράδυ, που γύρισε από την «δουλειά» και της είπε ότι θα πρέπει να παραλάβει και πάλι το παιδί της πίσω.

Μεγαλώνοντας διέγνωσε ο γιατρός ότι το παιδί είναι «καθυστερημένο». Δεν υπήρχε τα χρόνια εκείνα ακόμα η ευαισθησία να ορίζεται έστω με ευγενέστερα λόγια η συγκεκριμένη διάγνωση.

Η Θένη δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Να λυπηθεί για το παιδί της ή να χαρεί, που θα το σφίξει και πάλι στην αγκαλιά της;

Πώς θα μπορούσε αυτή, μόνη και απροστάτευτη η ίδια να το αναθρέψει, να το μεγαλώσει, να το φροντίσει; Και, ύστερα, είχε και πρόβλημα με το μυαλό του. Και η ίδια, άλλωστε, δεν ήταν υγιής.

Οι συσσωρευμένες θλίψεις και ταλαιπωρίες, τα βάσανα και τα τραύματα την είχαν επηρεάσει. Είχε πάρει από φόβο τους ανθρώπους.

Ακόμα και κάποια αγριάδα, που είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό της και τρόμαζε τους ανθρώπους πολλές φορές και ιδιαίτερα τα μικρά παιδιά ήταν μία μορφή αυτοάμυνας και σκόπιμης απώθησης, για να προφυλαχτεί από την κακία των ανθρώπων. Μα τώρα!

Το πρόσωπό της έγινε μεμιάς ολόγλυκο, ήρεμο, φωτεινό. «Δεν πειράζει κυρία, είπε, έτσι ήθελε ο Θεός να σβήσω το κρίμα μου.

Το παιδί μου είναι παιδί μου. Το αγαπώ και το θέλω, όπως είναι. Ας είναι καθυστερημένο. Τουλάχιστον να είναι ευλογημένο. Δεν θα αφήσει ο Θεός.

Θα μας λυπηθεί και εμάς. Έρχομαι, τώρα κιόλας να το πάρω». Και έτρεξε με λαχτάρα. Καιγόταν η καρδιά της από αγάπη. Και μια μεγάλη έκπληξη την περίμενε μόλις άνοιξε η πόρτα.

Ο Κωστάκης ο μικρός έτρεξε στην αγκαλιά της, την έσφιξε με απίστευτη δύναμη και άρχισε να φωνάζει˙ μαμά, μαμά! Η Θένη δυσκολεύτηκε πολύ, για να του απαντήσει˙ παιδί μου!

Όχι για κάποιον άλλο λόγο αλλά γιατί πάγωσε η λαλιά στα χείλη της από την συγκίνηση και τα αναφυλλητά. Μα με τον δικό της τρόπο, που κάθε μάνα μόνο τον γνωρίζει, του έδειξε την αγάπη της.

Τον πήρε και, αφού άφησαν τα πράγματά του στο σπίτι τους, πήγαν βόλτα πότε κρατημένοι χέρι χέρι, πότε κουβαλώντας τον στην αγκαλιά, τον κέρασε τηγανιτές πατάτες και γκαζόζα από το ψητοπωλείο της γειτονιάς, ενώ έκπληκτοι οι γείτονες παρατηρούσαν το παράξενο θέαμα.

Μετά την συνάντηση αυτή και την επανένωση η Θένη σαν να ξαναβρήκε νόημα στη ζωή της. Παρά τα πολλά προβλήματα, με μεγαλύτερο όλων τον κοινωνικό στιγματισμό και αποκλεισμό, φρόντισε όσο μπορούσε καλύτερα το παιδί της.

Και το φροντίζει μέχρι σήμερα, που είναι πια αυτή κοντά εβδομηνταπέντε και εκείνος κοντά εξήντα χρονώ. Και την φροντίζει και εκείνος. Με την αγάπη, την συντροφιά και τα προβλήματά του.

Γιατί, δυστυχώς, μεγαλώνοντας έμαθε το αλκοόλ και έχει εξάρτηση από αυτό. Η μάνα πότε με το καλό πότε με το άγριο τον συμβουλεύει. Και αγωνίζεται. Και κάθε μέρα ζητιανεύει.

Όχι μόνο χρήματα αλλά και αγάπη. Ελεημοσύνη πνευματική. Σαν αυτή, που απλόχερα της έδωσε η Μυρτώ παραμονή τ’ Αγίου Κωνσταντίνου.

Και ακόμα μεγαλύτερη, στη συνέχεια, αφού άκουσε όλη αυτή την συγκλονιστική ιστορία. Την ξανακάλεσε την επόμενη μέρα μαζί με τον γιο της να φάνε όλοι μαζί.

Αρνήθηκε η Θένη στην αρχή, μα υποχώρησε στην επιμονή της απρόσμενης νέας φίλης. Και έτσι, την επομένη, στην ταπεινή εκείνη γειτονιά, απέναντι από την εκκλησία, που πανηγύριζε, έγινε και άλλο πανηγύρι, ένα από τα ομορφότερα γεύματα του κόσμου.

Γκουρμέ όχι σε γεύσεις αλλά σε συνδαιτημόνες. Ανθρώπους απλούς και ταπεινούς, βασανισμένους και καταφρονεμένους, μα ελαχίστους του Κυρίου αδελφούς.

Πώς να μην ακούσει η Μυρτώ, λοιπόν, την ένδοξη και φοβερή εκείνη ημέρα της κρίσεως˙ δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου· ἐπείνασα γὰρ καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με, γυμνὸς καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθετε πρός με;

πηγή

Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης(Φώτης Κόντογλου)

Σὰν σήμερα πάρθηκε ἡ Πόλη ἀπ᾿ τὸν σουλτὰν Μεμέτη στὸ 1453, μέρα Τρίτη, βγαίνοντας ὁ ἥλιος.

Μιὰ τέτοια ἱστορία δὲ μπορεῖ νὰ τὴ γράψῃ ἄξια κανένας· δὲν πιστεύω νὰ βρίσκεται τέτοιος μεγάλος μάστορης. Κανένας, ἂς ἤτανε κι ὁ ἴδιος ὁ Ὅμηρος, ποὺ τραγούδησε μὲ λόγια σὰν κοτρώνια τὸν φημισμένον ἐκεῖνο πόλεμο τῆς Τρωάδας.

Κείνη τὴ μέρα, ποὺ δὲν πρέπει νὰ λογαριαστῇ μηδὲ στὶς μέρες τῶν χρονῶν, μηδὲ στὶς μέρες τῶν μηνῶν, παρὰ νὰ τὴ σκεπάσῃ σκοτάδι, ὅπως λέγει ὁ Ἰὼβ γιὰ τὴ μέρα ποὺ γεννήθηκε, ὁ φόβος ποὔπιασε τοὺς ἀνθρώπους ἤτανε τέτοιος, ποὺ τρεῖς καὶ τέσσερες γενιὲς δὲ φτάξανε γιὰ νὰ συνεφέρουνε. Ἀκόμα καὶ σήμερα, σὰ διαβάζει κανένας ὅσα γράψανε οἱ ἱστορικοὶ ἐκεινοῦ τοῦ καιροῦ, εἶνε στιγμὲς ποὺ τρέμει στ᾿ ἀλήθεια, σὰ νὰ βρίσκεται ὁ ἴδιος μέσα στὴν Πόλη, κι᾿ ὥρα μὲ τὴν ὥρα περιμένει νὰ δῇ τοὺς Τούρκους νὰ σφάξουνε τὸν κόσμο μπροστὰ στὰ μάτια του.

Ἀναλόγως τὰ μεγαλεῖα, ποὺ εἶδε αὐτὴ ἡ φημισμένη Κωνσταντινούπολη, ἀναλόγως τὰ χίλια χρόνια πὤξησε, ἀναλόγως στάθηκε καὶ τὸ ψυχομαχητό της. Ὅλος ὁ κόσμος ταράχτηκε· στὰ πειὸ ξέμακρα μέρη τῆς χριστιανωσύνης ἀκούστηκε ὁ βρόντος πὤκανε τὸ κορμί της σὰν ἔπεσε ἄψυχο ἀνάμεσα ἀνατολὴ καὶ δύση. Δὲ μιλῶ σὰ ρωμιός· μιλῶ σὰν ἄνθρωπος γιὰ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ σκληρὲς συμφορὲς ποὺ πέρασε ἡ ἀνθρωπότητα. Θεριὸ πρέπει νἆνε κανένας γιὰ νὰ μὴ δακρύσῃ τὸ μάτι του.

Καὶ ποιὸς δὲν τὴν ἔκλαψε! Ἕλληνες, Βενετσάνοι, Γενοβέζοι, Βούλγαροι, Σέρβοι, Ροῦσσοι, Πολωνοί, Ἀρμεναῖοι, ἀκόμα κ᾿ οἱ ἴδιοι οἱ Τοῦρκοι, ὅλοι τὴν κλάψανε, γιατὶ στὰ καλὰ χρόνια της ὅλοι τὴν καμαρώνανε. Ὁ ἄνθρωπος εἶνε γιομάτος παραξενιές. Χαίρεται καὶ καυχιέται γιὰ τὰ σπουδαῖα πράγματα, ποὺ μπόρεσε νὰ φτιάσῃ, μὲ τόσους κόπους, μὲ τὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς του, μὰ πάλι ὁ ἴδιος, σὰν νὰ τὸν σπρώχνῃ ὁ διάολος μὲ τὰ δικά του τὰ χέρια πάει καὶ τὰ χαλᾶ, ρίχνει χάμω τὸ εἴδωλο ποὺ λάτρεψε, τὸ τσακίζει καὶ τὸ ποδοπατᾶ. Σάμπως καὶ σήμερα, ποὺ λέγει πὼς τάχα μέρεψε, δὲ δουλεύει σὰ μερμήγκι νὰ φτιάξῃ ὄμορφα πράγματα, τέχνες, χτίρια, βιβλία, γιὰ νὰ τὸν
πιάσῃ ἄξαφνα μιὰ μέρα ἡ τρέλλα νὰ τοὺς δώσῃ μιὰ κλωτσιὰ καὶ νὰ πιάσῃ πάλι ἀπὸ τὴν ἀρχή! Ἔχω ἀκουστά, πῶς σ᾿ ἕνα νησὶ τῆς ἰνδίας, ἐκεῖ δὰ ποὺ οἱ ἄνθρωποι ζοῦνε εἰρηνικὰ καὶ κουβεντιάζουνε γνωστικά, στὰ καλὰ καθούμενα τοὺς πιάνει ἄξαφνα μιὰ μανία καὶ τρέχουνε σὰ λυσσασμένοι στοὺς δρόμους, σκοτώνοντας ὅποιον λάχῃ μπροστά τους. Ἕνα τέτοιο πράγμα πιάνει κάθε τόσο καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, γίνεται θηρίο ἀνήμερο καὶ δαγκώνει τὰ κρέατά της.

Σὰν ἕνα μπουρίνι, ποὺ μὲ μιᾶς μελανιάζει ὁ οὐρανὸς καὶ γίνεται ἡ μέρα σὰ νύχτα κι᾿ ἀκούγονται ἀπὸ μακρυὰ βροντὲς κι᾿ ἀστροπελέκια, καὶ σὲ λίγο ξεσπᾷ ὁ δρόλαπας, κι᾿ ὁ φόβος σφίγγει κάθε καρδιά, ἀπὸ τοῦ πουλιοῦ ποὺ κελαϊδοῦσε πρὶν ἀπὸ λίγο, ἴσαμε τοῦ λιονταριοῦ, ποὖνε καμωμένη ἀπ᾿ ἀτσάλι, ἔτσι ξέσπασε ἀπάνω στὴ γερασμένη τὴν Πόλη ὁ σίφουνας καὶ τὴν ἔκανε στάχτη. Μέσα σὲ 55 μέρες χάθηκε ὅ,τι γίνηκε σὲ χίλια χρόνια.

Αὐτὸς ὁ θανατερὸς ἄνεμος ἐπίασε νὰ φυσᾷ ἀπὸ τὶς ἐρημιὲς τῆς Ἀσίας, ἀπὸ τοὺς τόπους ποὺ δὲ φυτρώνει χορτάρι, σπρώχνοντας κατὰ δῶθε ἕνα κοπάδι ἀνθρώπους δίχως σπίτια, δίχως χωράφια, ἀγρίμια ἄκαρδα, ποὺ τἆχε κάψει ἡ ἄπονη φύση μὲ τὸ κρύο, μὲ τὴν πείνα καὶ μὲ τὸν πόλεμο. Σὰν τοὺς λύκους, ποὺ λυσσᾶνε σὰν πέση, πολὺ χιόνι στὰ βουνὰ καὶ τρῶνε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ἔτσι πλανιόντανε αὐτὰ τὰ πλάσματα, ὥς που φτάξανε σὲ τοῦτα τὰ σύνορα, ποὺ ζούσανε ἀρχαῖες φυλές, ἀνθρῶποι ποὔχανε σπίτια θεμελιωμένα ἀπὸ χιλιάδες χρόνια, ποὔχανε καὶ καράβια καὶ κουβαλούσανε ἀπὸ μακρυὰ κάθε τί, ποὖνε γιὰ τὴν καλοπέραση τ᾿ ἀνθρώπου. Τὸ πειὸ μεγάλο κάστρο, ἡ Κωνσταντινούπολη, ἤτανε χτισμένο ἀπάνω στὴν ἀκρογιαλιά, ἀνάμεσά σε δυὸ στεριές, γιομάτο σπίτια, μαγαζιά, ἐκκλησιές, παλάτια, συντριβάνια, ὅλα ἀπὸ πέτρα καὶ μάρμαρο. Οἱ ἀνθρῶποι ἤτανε ντυμένοι μὲ ροῦχα ἀκριβά, γράφανε καὶ διαβάζανε ἀπάνω στὸ χαρτί, ξέρανε πράγματα λογῆς-λογῆς, τέχνες καὶ ζαναάτια (ἐπαγγέλματα) πολλά. Εἴχανε πλῆθος ἀγάλματα στεριωμένα ἀπάνω σε κολῶνες ἀπὸ χρωματιστὰ μάρμαρα, εἰκόνες ζωγραφισμένες ἀπάνω σε σανίδια μὲ μπογιὲς καὶ μὲ χρυσάφι, καμπάνες κρεμασμένες στὰ καμπαναριά, πράγματα ποὺ οἱ Τοῦρκοι ἀπορούσανε μὲ τί τρόπο τὰ φτιάνανε. Ἄλογα τρέχανε χλιμιντρίζοντας μέσα στὰ μεϊντάνια, κ᾿ οἱ ἄνθρωποι περπατούσανε ἀπάνω σε δρόμους ποὺ ἤτανε στρωμένοι μὲ πελεκητὲς πέτρες. Τί κάστρο ἤτανε τοῦτο, γιομάτο ἀπὸ θαυμαστὰ πράγματα, ποὺ μηδὲ ὁ Προφήτης δὲν τἆχε στὸν Παράδεισο!

Δίχως νὰ χάσουνε καιρὸ τὸ ζώσανε, ὁ σουλτὰν Μεμέτης σὰ φίδι τὸ περιτύλιξε. Τοῦτοι ποὔχανε ἔρθει ἀπὸ τὴν Ἀσία ἤτανε σὰ λιονταρόπουλα ἀδάμαστα· εἴχανε κότσα γερά, τὸ αἷμα τους ἔβραζε σὰ μοῦστος. Μὰ οἱ ἄλλοι ποὺ ἤτανε σφαλισμένοι μέσα στὸ σαραβαλιασμένο κάστρο, ἤτανε ράτσες γερασμένες, κουρασμένες ἀπ᾿ τὰ πάθια, ἀπ᾿ τὰ βιβλία κι᾿ ἀπὸ τὴν προσευχή, περήφανοι γιὰ τὸ σόϊ τους, θλιμμένοι γιὰ τὸ κατάντημά τους. Ὁ σουλτάνος ἔδερνε μὲ τὸ καμουτσὶ τοὺς στρατιῶτες του, τοὺς μαχαίρωνε, τσάκιζε τὸ κεφάλι τους μὲ τὸ χρυσὸ τοπούζι ποὺ βαστοῦσε στὸ χέρι του. Μὰ ὁ βασιλέας, ποὺ ἤτανε σφαλισμένος μέσα στὸ κάστρο, μιλοῦσε στοὺς δικούς του σὰ Χριστὸς μὲ τ᾿ ἀγκάθινο στεφάνι ὁποὺ τὦχε γιὰ κορῶνα βασιλική. Δὲ διάταξε τοὺς στρατιῶτες του, τοὺς παρακαλοῦσε μὲ τὴ θλιμμένη, φωνή του, μὲ τὰ μάτια του, ποὺ ἤτανε μελανιασμένα ἀπ᾿ τὴν ἀγρύπνια.

Οἱ Τοῦρκοι ἤτανε ὡς τετρακόσιες χιλιάδες· ἀπ᾿ αὐτοὺς οἱ ἑκατὸ ἤτανε καβαλλαραῖοι. Οἱ Χριστιανοί, ποὺ σηκώνανε ἅρματα, μαζευόντανε ὅλοι ὅλοι ἑφτὰ χιλιάδες, Ἕλληνες, Βενετσάνοι καὶ Γενοβέζοι.

Ἡ πολιορκία ἄρχισε στὶς 5 Ἀπριλίου. Ὁ σουλτάνος ἔστησε τὴν τέντα του κοντὰ στὴν Καστρόπορτα Καλιγαρία καὶ κούρντισε ἀπάνω της τὸ μεγάλο κανόνι τοῦ Οὐρμπάν. Ὑστερώτερα ὅμως τὸ κουβάλησε μπροστὰ στὴν πόρτα τοῦ Ῥωμανοῦ. Γιὰ νὰ τὸ γιομίσουνε χρειαζόντανε δυὸ ὧρες σωστές, καὶ γιὰ τοῦτο βαροῦσε μονάχα ἑφτὰ φορὲς τὴ μέρα. Σαράντα ζευγάρια βόδια τὸ τραβούσανε, γιὰ νὰ τὸ φέρουνε ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη, καὶ γιὰ νὰ περάσουνε δυὸ μερῶν δρόμο κάνανε δυὸ μῆνες. Τετρακόσοι γενιτσάροι τὸ βαστούσανε γιὰ νὰ μὴ γύρῃ, διακόσοι ἀπὸ κάθε μεριά. Ὁ σουλτάνος κράτησε γύρω στὴν τέντα του δεκαπέντε χιλιάδες γενιτσάρους. Τὸ βουνὸ ποὖνε ἀπάνω ἀπ᾿ τὸ Γαλατᾶ, τὤπιασε ὁ Ζαγανὸ πασᾶς. Ναύαρχος ἤτανε ὁ Μπαλτάογλους, κ᾿ εἶχε στὸν ὁρισμό του καμμιὰ τετρακοσαριὰ καράβια, τὰ πειὸ πολλὰ μαοῦνες καὶ μικρὰ μπριγκαντίνια.

Τὰ καράβια πάλι, ποὔχανε οἱ Χριστιανοί, ἤτανε τρία γενοβέζικα, ἕνα γαλλικό, ἕνα σπανιόλικο, τρία κρητικὰ καὶ τρεῖς μεγάλες Βενετσάνικες γαλέρες.

Ἴσαμε τὶς 18 οἱ Τοῦρκοι βαρούσανε μὲ τὸ κανόνι καὶ κάνανε ψευτοπόλεμο. Οἱ γενιτσάροι χυμίζανε σὰν ζῶα χωρὶς νὰ λογαριάζουνε τὴ ζωή τους, κι᾿ ἅμα σκοτωνότανε κανένας, πηγαίνανε οἱ ἄλλοι καὶ τὸν παίρνανε στὸν ὦμο τους. Κι᾿ ἂν σκοτωνόντανε ἢ λαβωνόντανε καὶ τοῦτοι, τρέχανε πάλι ἄλλοι Τοῦρκοι καὶ τοὺς παίρνανε. Μποροῦσε νὰ σκοτωθοῦνε δέκα, παρὰ ν᾿ ἀφήσουνε ἕναν σκοτωμένον.

Ἐξὸν ἀπ᾿ τὸ μεγάλο κανόνι, οἱ Τοῦρκοι εἴχανε κι᾿ ἀλλὰ πολλὰ μικρότερα, καὶ πλῆθος μηχανές, βαλίστρες λεγόμενες, ποὺ σφεντονίξανε βροχὴ ἀπὸ πέτρες κι᾿ ἀπὸ σαΐτες.

Στὶς 18 ἕνα κοπάδι Τοῦρκοι χύθηκε καταπάνω στὸ κάστρο μὲ τόση βουὴ καὶ τέτοιο οὔρλιασμα, π᾿ ἀκουγότανε ἴσαμε τὴν ἀνατολή, δώδεκα μίλια μακρυὰ ἀπ᾿ τὸ στρατόπεδο. Μὰ δὲ μπορέσανε νὰ κάνουνε τίποτα. Σκοτωθήκανε μονάχα διακόσιοι Τοῦρκοι. Κάνανε καὶ μιὰ μεγάλη τέντα ἀπὸ τομάρια ἄσπρα καὶ κόκκινα, καὶ φυλαγμένοι ἀπὸ τούτη τὴ σκεπή, σιμώσανε στὸ κάστρο κι᾿ ἀνοίξανε λαγούμια μέσα στὴ γῆ καὶ φτάξανε ἀπὸ κάτω ἀπ᾿ τὰ σπίτια. Μὰ οἱ Γραικοὶ ἀνοίξανε ἄλλες τρύπες καὶ διώξανε αὐτοὺς τοὺς τυφλοπόντικους. Ὕστερ᾿ ἀπὸ λίγες μέρες οἱ Τοῦρκοι σκαρώσανε πάλι μιὰ μεγάλη καὶ φοβερὴ μηχανή, ποὺ τὴν εἴπανε οἱ παλιοὶ Ἑλέπολι. Ἀπ᾿ ὄξω κι᾿ ἀπὸ μέσα τὴν εἴχανε καπλαντισμένη μὲ τρία ἀπανωτὰ βοδοτόμαρα, κι᾿ ἁπάν᾿ ἀπάνω εἶχε πύργους κλεισμένους πάλι μὲ τομάρια γιὰ νὰ φυλάγωνται οἱ πολεμιστές, κ᾿ ἕνα σωρὸ ρόδες γιὰ νὰ τὴν κυλᾶνε. Σὰν τὴν εἴδανε, ἄξαφνα τὸ πρωὶ οἱ Ἕλληνες, εἰδοποιήσανε τὸ βασιλιὰ καὶ πῆγε μὲ τὴν ἀκολουθία του νὰ δοῦνε αὐτὴ τὴν παράξενη μηχανή. Κι᾿ ἅμα τὴν εἴδανε, ἀπομείνανε σὰν πεθαμένοι. Οἱ Τοῦρκοι τὴ γεμίσανε μὲ ξύλα καὶ μὲ χώματα κι᾿ ἀφοῦ τὴν κολλήσανε κοντὰ στὸ κάστρο, πασχίσανε νὰ βουλώσουνε τὸ χαντάκι, ποὺ βρισκότανε ὁλοτρόγυρα στὸ φρούριο καὶ νὰ κατεβάσουνε ἁπάν· ἀπὸ τοὺς πύργους κάτι γιοφύρια ποὔχανε ἕτοιμα καὶ νὰ τὰ ρίξουνε ἀπάνω στὸ φρύδι τοῦ κάστρου. Μὰ οἱ Χριστιανοὶ πολεμήσανε μὲ παλληκαριὰ καὶ γκρεμνίξανε τοὺς Τούρκους μέσα στὸ χαντάκι. Τὶς τρύπες, ὁποὺ ἀνοίγανε οἱ μπάλλες πὤριχνε τὸ μεγάλο κανόνι, κάτι κοτρῶνες φοβερὲς ἀπὸ μάρμαρο τῆς Μαύρης Θάλασσας στρογγυλεμένες μὲ τὸ καλέμι, τὶς βουλώνανε γρήγορα μὲ ξύλα καὶ μὲ βαρέλια γιομάτα χῶμα. Σὲ τούτη τὴ δουλειὰ δουλεύανε γυναῖκες, παιδιά, παπάδες καὶ δεσποτάδες ἀκόμα. Καταφέρανε μάλιστα νὰ κάψουνε καὶ τὴ μεγάλη μηχανὴ κι᾿ ἄλλες πειὸ μικρές. Ὁ σουλτὰν Μεμέτης, σὰν τὴν εἶδε νὰ καίγεται, ὠρκίσθηκε πὼς κ᾿ οἱ τριανταεφτὰ χιλιάδες προφῆτες νὰ τοῦ τὸ λέγανε, πάλι ποτὲ δὲν θὰ τὸ πίστευε.

Οἱ δυστυχισμένοι οἱ Χριστιανοὶ πήρανε λιγάκι ἀπάνω τους, ποὖχε κόψει τὸ αἷμα τους. Μέρα νύχτα ἀκούγανε κεῖνο τ᾿ ἄγριο τ᾿ ἀνθρωπομάζωμα νὰ οὐρλιάζῃ κάτ᾿ ἀπ᾿ τὰ τειχιά. Καὶ τοῦτα δὰ ἤτανε τόσο σαραβαλιασμένα, ποὺ πολλὲς φορὲς γκρεμνιζόντανε μονάχα ἀπὸ τὸ βρόντο τοῦ κανονιοῦ. Νύχτες ὁλάκερες δὲ σφαλίξανε μάτι. Ἀπὸ τὰ μικρὰ παιδιὰ ὡς τοὺς γέρους ὅλοι δουλεύανε, κουβαλούσανε χώματα καὶ πέτρες. Κ᾿ οἱ καλογέροι εἴχανε ζωσθῆ τ᾿ ἅρματα καὶ βαστούσανε ἕνα κομμάτι τοῦ κάστρου. Στὴν πόρτα τοῦ Ῥωμανοῦ ἔστεκε ὁ βασιληᾶς, ἔχοντας κοντά του τὸ γενοβέζο Γιουστινιάνη, τὸν ἀρχιστράτηγο, καὶ τὸν δὸν Φραγκίσκο ἀπ᾿ τὸ Τολέδο, μαζὶ μὲ πεντακόσους διαλεχτοὺς γενοβέζους. Τὴν πόρτα, τὴ λεγόμενη Μυρίανδρο, τὴ βαστούσανε δυὸ ἀδέρφια ἀντρειωμένα, ὁ Παῦλος κι᾿ ὁ Ἀντώνης Μπογιάρδοι. Τὴν πόρτα τῆς Καλιγαρίας τὴ διαφεντεύανε ὁ Θόδωρος ἀπὸ τὴν Κάρυστο κι ὁ Γιάννης Γερμανός, ὁ ἕνας πρῶτος στὸ δοξάρι κι᾿ ὁ ἄλλος στ᾿ ἀρκεμπούζι. Στὴν Ξυλοπόρτα καὶ στὸν Πύργο τοῦ Ἀνεμᾶ στεκότανε ὁ γενοβέζος καπιτάνιος Ἀεονάρδος Ἀαγκάσκος. Στὴν κόρδα τοῦ κάστρου, ποὺ κύτταζε κατὰ τὸ λιμάνι, ἤτανε ὁ ναύαρχος Νοταρᾶς. Ὁ καπιτὰν Γαβριὴλ Τρεβιζάνος εἶχε ἀραδιασμένα τὰ καράβια του ἀπὸ τὴν κόχη τοῦ κάστρου ἴσαμε τὸ φάρο κι᾿ ὁ Ἀνδρέας Ντῖνος φύλαγε μὲ τὰ δικά του τὸ μπάσιμο τοῦ λιμανιοῦ. Ὁ σπανιόλος Πέτρος Τζουλιάνος βαστοῦσε τὸ μέρος ποὖνε ἀπ᾿ τὸ παλάτι τοῦ Βουκολέοντα ὡς τὸ Κοντοσκάλι. Ἤτανε κι᾿ ἄλλοι πολεμάρχοι σ᾿ ἄλλες μεριές.

Θέλω νὰ συντομέψω τὰ καθέκαστα, μὰ δὲν ξέρω τί νὰ πῶ καὶ τί ν᾿ ἀφήσω. Κατὰ τὴ στεριὰ νὰ κυττάξω, γιὰ κατὰ τὴ θάλασσα;

Στὶς 20 τοῦ Μαγιοῦ, τ᾿ ἀπόγευμα, φανήκανε τέσσερα χριστιανικὰ καράβια γιὰ νὰ δώσουνε βοήθεια. Ἐρχόντανε πρύμα, μὰ σὰ φτάξανε κοντὰ στὴν Πόλη, ἔπεσε μὲ μιᾶς ὁ ἀγέρας καὶ καρφωθήκανε στὸν τόπο. Ὁ σουλτάνος σὰν εἶδε πῶς τὸν βοηθοῦσε ὁ προφήτης, πρόσταξε εὐθύς τα καράβια του νὰ κινήσουνε καταπάνω τους. Τὰ τούρκικα χυμίξανε μὲ τούμπανα καὶ μ᾿ ἀλαλαγμὸ φοβερόν, κ᾿ ἔπιασε πόλεμος, ποὺ φοβηθήκανε ὡς καὶ τὰ ξύλα τ᾿ ἄψυχα. Τὸ κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ τέσσερα χριστιανικὰ καράβια πάλευε ἄλλο μὲ πέντε, ἄλλο μὲ τριάντα κι᾿ ἄλλο μὲ σαράντα τούρκικα. Ἡ θάλασσα ἔπηξε, πὤλεγες πὼς ἤτανε νησὶ δασωμένο ἀπὸ κατάρτια. Τρεῖς ὧρες ἤτανε κολλημένα, δίχως νὰ μπορέσουνε οἱ Τοῦρκοι νὰ τὰ πατήσουνε. Ἀπάνω στὰ τέσσερα καράβια ἔπεφτε βροχὴ ἀπὸ σαγίτες, βροχὴ ἀπὸ φωτιά, ποὺ σφεντονίξανε οἱ ζαροβοτάνες. Οἱ τσάγκρες ἀμολούσανε στουπιὰ ἀναμμένα, δεμένα ἀπάνω σε σαγίτες. Βουτηχτὲς βουτούσανε ἀποκάτω ἀπ᾿ τὶς καρίνες καὶ πολεμούσανε νὰ τὰ τρυπήσουνε. Οἱ Χριστιανοὶ πάλι ἀδειάξανε ἀπάνω στοὺς Τούρκους λεβέτια μὲ κατράμι καὶ λυωμένο ξύγκι. Ὁ καπιτὰν Φλικτανέλος κ᾿ οἱ τρεῖς ἀντρειωμένοι σύντροφοί του ἀπὸ τἄλλα τρία καράβια, ὁ Κατανέος, ὁ Νοβάρας κι᾿ ὁ Βαλονάρης, πολεμούσανε σὰν λιοντάρια. Ἡ θάλασσα εἶχε γιομίσει ἀπ᾿ τὰ κοντάρια κι᾿ ἀπ᾿ τὶς σαγίτες καὶ τὰ τούρκικα δὲ μπορούσανε νὰ κουνηθοῦνε. Πολλὰ ἀπὸ δαῦτα τρακάρανε καὶ βουλιάξανε, ἀλλὰ πάλι λαμπαδίσανε καὶ γινήκανε στάχτη. Ὁ κόσμος εἶχε μαζευτῆ καὶ κύτταζε ἁπάν᾿ ἀπὸ τὸ κάστρο. Ὁ σουλτάνος ἄφριζε, φώναξε, σὰ νἆχε χάσει τὸ λογικό του. Στὸ τέλος, σὰν εἶδε πῶς θὰ ξεφεύγανε οἱ Χριστιανοί, καβαλλίκεψε τάλογό του, τὸ σπιρούνισε καὶ χύμιξε μέσα στὴ θάλασσα, τραβώντας κατὰ τὰ καράβια, κι᾿ ἀπὸ πίσω του πέσανε στὸ νερὸ οἱ πασάδες του. Οἱ ναῦτες, ποὺ δὲν ἤτανε μακρύτερα ἀπὸ μιὰ πετριά, βλέποντας τὸν ἀφέντη τους νὰ πέφτη στὸ νερό, ὡρμήσανε μὲ περισσότερη μανία στὴ φωτιά, μὰ ἀδιαφόρετα. Σὲ μιὰ στιγμὴ φύσηξε λίγος ἀγέρας καὶ τὰ τέσσερα καράβια περάσανε ἀνάμεσα στὰ τούρκικα, μπήκανε στὸ λιμάνι καὶ τὸ κλείσανε μὲ τὴν ἁλυσίδα. Μέσα σὲ τρεῖς ὧρες σκοτωθήκανε ἀπάνω ἀπὸ δώδεκα χιλιάδες, ὅπως λέγει ὁ Φραντζῆς, πρᾶγμα ἀπίστευτο.

Τὴν ἄλλη μέρα ὁ σουλτάνος εἶπε νὰ φέρουνε μπροστά του τὸ Μπαλτάογλου, τὸ ναύαρχο, κι᾿ ἀφοῦ τὸν ἔβρισε, ὥρμησε νὰ κόψῃ τὸ κεφάλι του μὲ τὸ σπαθί του, μὰ κεῖνος ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τοὖπε: «Ἀφέντη μου, κύτταξε μὲ τὰ μάτια σου πὼς μονάχα στὸ καράβι μου ἀπάνω σκοτωθήκανε ἑκατὸ δεκαπέντε δοῦλοι τοῦ Προφήτη, κ ἐγὼ δὲ ξεκόλλησα μηδὲ στιγμὴ ἀπὸ τὴν πρύμη τ᾿ ἄπιαστου καραβιοῦ. Βουλιάξανε καὶ καήκανε τόσα καράβια καὶ τόσος κόσμος σκοτώθηκε, ποὺ φαίνεται πὼς ἤτανε θέλημα τοῦ Θεοῦ νὰ ξεφύγουνε οἱ γκιαούρηδες. «Ὥστε, σὲ παρακαλῶ, πάψε τὸ θυμό σου καὶ συγχώρησέ με.» Ὁ Μεμέτης δὲν τὸν σκότωσε, μὰ τὸν ἔδειρε ἀλύπητα μὲ τὸ καμουτσί του ποὖχε χρυσὸ πόμολο καὶ τὸ βαστοῦσε πάντα στὸ χέρι του.

Ποῦ νὰ ξιστορήσῃ κανένας, ἀκόμα καὶ μὲ δυὸ λόγια, τὸ πῶς πέρασε ὁ σουλτάνος τὰ καράβια τοῦ μέσα στὸ λιμάνι, κυλώντας τα ἀπάνω στὴ στεριά, ποὺ τὴν ἄλειψε μὲ ξύγκι, τὸ πῶς ὁ Γιουστινιάνης θέλησε νὰ κάψῃ τὴ νύχτα τὴν τούρκικη ἁρμάδα, μὰ οἱ Τοῦρκοι γκρεμνίσανε ἕνα κανόνι ἁπάν᾿ ἀπὸ τὸ κάστρο καὶ βουλιάξανε τὸ πυρπολικό, ἐπειδὴς ἤτανε προδομένο τὸ σχέδιο τῶν Χριστιανῶν. Σὰν ξημέρωσε σφάξανε μπροστὰ στὰ μάτια τῶν Ἑλλήνων κάτ᾿ ἀπὸ τὸ κάστρο, τὰ παλληκάρια ποὔχανε πιασμένα. Μιὰν ἄλλη μέρα οἱ Ρωμιοὶ θελήσανε νὰ κάψουνε τὸ γεφύρι, ποὔχανε ρίξει οἱ Τοῦρκοι ἀπάνω στὸ λιμάνι. Προφτάξανε καὶ κάψανε μονάχα ἕνα καράβι τούρκικο, γιατὶ οἱ Τοῦρκοι βουλιάξανε μὲ τὶς πέτρες τὰ ἑλληνικὰ καΐκια. Τὴν ἄλλη μέρα πάλι σφάξανε ὅσους πιάσανε ἀπὸ βραδύς. Τότε κ᾿ οἱ Ἕλληνες σκοτώσανε ἀπάνω στὸ κάστρο καμμιὰ διακοσαριὰ Τούρκους, ποὔχανε πιασμένους.

Στὶς ἑφτὰ βδομάδες, ἔστειλε ὁ σουλτάνος τὸ γαμπρό του Ἰσφεντιάρογλου στὸ βασιλιὰ Κωνσταντῖνο νὰ τοῦ πῇ νὰ πάψουνε τὸν πόλεμο καὶ νὰ τοῦ παραδώσῃ τὴν Πόλη γιὰ νὰ μὴ χυθῇ ἄλλο αἷμα καὶ γιὰ νὰ μὴ σκλαβωθοῦνε τόσος λαός. Καὶ πῶς τὸν ἄφηνε νὰ πάρῃ μαζί του ὅ,τι ἤθελε καὶ νὰ πάγῃ νὰ βασιλέψῃ στὸ Μοριᾶ, δίχως νὰ τὸν πειράξῃ κανένας. Ὁ Παλαιολόγος ὅμως δὲν τὸ παραδέχτηκε κι᾿ ἀποφάσισε νὰ σκοτωθῇ. «Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι οὔτ᾿ ἐμόν ἐστι, οὔτ᾿ ἄλλων τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ· κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν.»

 

πηγή

Θέλεις να γίνεις Άγιος;

Στο ερώτημα αυτό η απάντηση είναι καταφατική.  Πώς επιτυγχάνεται όμως αυτό; Φαίνεται να είναι δύσκολο και ζητούμενο, αλλά θα δούμε ότι δεν είναι ζητούμενο. Από την διδασκαλία των αγίων Πατέρων μας είναι παραδεδομένος ο τρόπος που ο άνθρωπος φθάνει στην αγιότητα, στον τελικό δηλαδή σκοπό του.

Υπάρχει πράγματι μία οδός, που οδηγεί στον Θεό και η οδός  αυτή είναι η οδός της Εκκλησίας. Στην Αγία Γραφή, που είναι κείμενο εμπειριών «αυτοπτών» και «αυτηκόων» μαρτύρων της Αλήθειας, διαβάζουμε ότι και ο Χριστός ονομάζεται οδός («Ἐγώ εἶμι ἡ ὁδός…» Ἰω.14,6).  Αφού λοιπόν ο Χριστός είναι δρόμος καταλαβαίνουμε ότι και η αγιότητα είναι μια συνεχής κατάσταση που δεν έχει τέλος. Ποτέ δηλαδή δεν σταματάς την προσπάθεια, αλλά αντίθετα συνεχώς, όσο βρίσκεσαι στην ζωή, συνεχώς προσπαθείς. Έτσι η ίδια η αγιότητα είναι δρόμος! Μην ξεχνάμε ότι το πρώτο όνομα των χριστιανών ήταν οι «ἐπί τῆς ὁδοῦ».Το πρώτο στοιχείο που ήθελα να σας επισημάνω είναι αυτό ακριβώς, ότι η πορεία προς την αγιότητα είναι δρόμος, άρα δεν πρόκειται για μια στατική κατάσταση, αλλά για μια πορεία με συνεχή προσπάθεια μέχρι ο άνθρωπος να κλείσει  τα μάτια του για τον κόσμο αυτό.

Είπαμε λοιπόν για την πορεία προς τον Θεό.  Ας πούμε κάτι για εμάς τους ανθρώπους. Το δεύτερο σημαντικό βήμα για τον χριστιανό είναι η προσπάθεια να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο. Με σαφήνεια έχουν καταγράψει στα κείμενά τους οι άγιοι, ότι ο άνθρωπος μετά την πτώση δυσκολεύεται να διαβεί αυτόν τον δρόμο γιατί ρέπει προς τα πονηρά εκ νεότητος αυτού ή όπως ψάλλουμε «ἐκ νεότητός μου πολλά πολεμεῖ με πάθη…». Ζει μια παρά φύση κατάσταση, μια κοπιαστική ζωή, αφού η ψυχή του έχει πάθη και βιώνει τα αποτελέσματα αυτών των παθών που λέγονται αμαρτήματα. Τα πάθη λοιπόν είναι οι ρίζες και οι αμαρτίες οι καρποί. Ο αγώνας, η προσπάθεια λοιπόν του πιστού, είναι η εκρίζωση αυτών των παθών. Αυτό βέβαια ακούγεται θεωρητικό και απλό. Δεν είναι όμως, αφού ο άνθρωπος έρχεται σε αυτήν την περίπτωση σε αντίθεση με τον ίδιο του τον εαυτό. Ίσως είναι το πιο δύσκολο εγχείρημα της ζωής του, να έρθει δηλαδή κάποιος σε σύγκρουση με τον ίδιο του τον εαυτό.

Αν πάντως πάρεις την απόφαση αυτή να βαδίσεις αυτήν την στράτα, τότε χρειάζεσαι βοήθεια. Δεν μπορείς να το καταφέρεις μόνος σου. Χρειάζεται να εμπιστευθείς την πορεία σου σε έναν πνευματικό πατέρα. Είναι το πρόσωπο που θα σε οδηγήσει με ασφάλεια στον σκοπό αυτό. Και γι᾽ αυτό χρειάζεται να κάνεις καρδιακή προσευχή για να σου δοθεί αυτό το μεγάλο δώρο, δηλαδή να σου στείλει ο Θεός ως δώρο, αυτό το πρόσωπο που θα αναλάβει το δύσκολο αυτό έργο.

Με την σειρά του εκείνος, με την Χάρη του Θεού, θα εντοπίσει τα πάθη που υπάρχουν μέσα σου και θα ξεκινήσει την θεραπεία σου, η οποία δεν είναι πάντα ανώδυνη ή καλύτερα σχεδόν πάντα είναι επώδυνη, για τον λόγο που είπαμε, για το ότι δηλαδή καλείσαι να μην θωπεύεις πλέον τον εαυτό σου, αλλά να τον ελέγχεις, να μην τον δικαιολογείς, αλλά να τον βάζεις στην διαδικασία της αυτοκριτικής. Εκείνος θα σου προτείνει φάρμακα για την γιατρειά σου, όσα δηλαδή η Παράδοση της Εκκλησίας προτείνει για την κάθε περίπτωση, έχοντας στον νου του τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς σου.

Στην πνευματική αυτή προσπάθεια δεν είναι φυσικά αμέτοχος ο Θεός και εσύ δεν είσαι μόνος. Αυτός θα κατευθύνει τα πράγματα, Αυτός  θα σε ενισχύει στον αγώνα, Αυτός θα σε βοηθάει να φθάσεις στον σκοπό σου.

Σε τι ακριβώς θα σε βοηθήσει;

Βασικός σκοπός της πνευματικής πορείας είναι η απόκτηση της ταπείνωσης και η απομάκρυνση από τον εγωισμό. Δύο λοιπόν είναι οι πηγές του οδοιπόρου στον δρόμο πού αναφέραμε. Φροντίζεις να ξεδιψάς από τα καθαρά  καί κρυστάλλινα νερά της Πηγής που λέγεται ταπείνωση και απομακρύνεσαι από τα λασπωμένα νερά της άλλης πηγής που λέγεται εγωισμός, υπερηφάνεια, φιλαυτία κτλ. Ο Θεός καθημερινά θα σου δίνει ευκαιρίες για να ταπεινωθείς και για να απελευθερωθείς από τα δεσμά  της υπερηφάνειας. Στην δουλειά σου, στην καθημερινότητά σου θα γίνεται αυτό.  Έτσι αν πολλές φορές η φιλαυτία θα σου θολώνει το νου και δεν θα αναγνωρίζεις τις ευκαιρίες αυτές, φρόντισε να καθαρίζουν  τα μάτια σου,  να μένουν ανοικτά και να παρακολουθείς αυτά που θα γίνονται.

Σιγά-σιγά, μέρα με την ημέρα η συνεργασία αυτή του Θεού, του πνευματικού και φυσικά η δική σου θα αποδίδει καρπούς και θα το νιώθεις.

Παράλληλα με αυτά χρειάζεται να ζεις μέσα σε μια ανάλογη ατμόσφαιρα. Την ατμόσφαιρα αυτή συνθέτουν η συμμετοχή σου στην λατρεία της εκκλησίας, στα μυστήριά της και κυρίως στην Θεία Λειτουργία που είναι Το Μυστήριο. Ακόμα θα βοηθήσει πολύ η κατά μόνας προσευχή σου (χαιρετισμοί της Παναγίας, ο Παρακλητικός της κανόνας, όπως και οι παρακλήσεις άλλων αγίων).  Η μελέτη της Αγίας Γραφής και άλλων πατερικών βιβλίων, βοηθάει και αυτή με την σειρά της  στην δημιουργία της ατμόσφαιρας. Η ελεημοσύνη επίσης (όχι μόνο με χρήματα) ως προσφορά αγάπης σε ανθρώπους που το έχουν ανάγκη θα σε ενισχύσει. Αν για παράδειγμα επισκεφθείς ένα ίδρυμα με ορφανά παιδιά, ένα νοσοκομείο για να στηρίξεις έναν ασθενή. Αυτά αποτελούν δείγματα πραγματικής ελεημοσύνης, και από αυτά λοιπόν θα βοηθηθείς πολύ.

Τέλος, υπάρχει κάτι που μπορεί να σου δώσει την μεγαλύτερη ώθηση, που μπορεί να σε εκτοξεύσει πραγματικά. Να μην κατηγορείς ποτέ κανέναν! Αυτή είναι η πεμπτουσία της Πίστης μας. Αυτό είναι θα έλεγα το κοινό «μυστικό της επιτυχίας». Για όλους και για όλα μια καλή σκέψη, έναν καλόν λογισμό, και τότε θα κατοικήσει μέσα σου ο Χριστός, αυτό λέγεται αγιότητα. Έτσι θα ζεις την αγιότητα και θα οδηγήσε –σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις- στην  σωτηρία της ψυχής σου.

Επειδή αυτό δεν είναι εύκολο να το πετύχουμε, αφού έχουμε μάθει να λέμε συνήθως ότι για όλα φταίνε οι άλλοι- χρειαζόμαστε καί πάλι βοήθεια. Θα μας τήν προσφέρει  αυτή που επικαλούμαστε στην προσευχή μας, που την θυμόμαστε τουλάχιστον στίς δύσκολες στιγμές μας, είναι η ίδια που βρίσκεται κοντά μας με τα ιερά εικόνισματά της.  Είναι η Παναγία! Αυτήν  έχουμε πάντοτε μπροστά μας και στις σκέψεις μας. Νά έχουμε στο νού μας αυτό: Η Παναγία που είναι το πρόσωπο της σιωπής και της υπακοής έχει να μας πεί πάρα πολλά για τον δρόμο που άνοιξε ο Υιός της. Αυτή θα μας βοηθήσει να πετύχουμε τον σκοπό μας, αφού απευθυνόμενοι στο Χριστό λέμε «δια της Θεοτόκου ελέησον ημάς»!

πηγή

Συγχώρεση: Η αγκαλιά του Αγιασμού

Η λέξη συγχωρώ είναι σύνθετη λέξη. Από τον σύνδεσμο συν- και το ρήμα χωράω-ω. Σημαίνει ότι χωράω κάπου μαζί με άλλους. Έτσι όταν λέμε ότι συγχωρώ κάποιον, σημαίνει ότι του κάνω χώρο να χωρέσει, να κατοικήσει μέσα μου, στην καρδιά μου.

Τί σημαίνει λοιπόν η φράση του Χριστού από το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής: “Εάν και σεις συγχωρείτε τα παραπτώματα που κάνουν οι άλλοι σε σας, τότε θα συγχωρέσει και ο Πατήρ σας, ο Θεός, τα δικά σας παραπτώματα. Εάν όμως δεν συγχωρείτε τα παραπτώματα των άλλων τότε και ο Πατήρ σας δεν θα συγχωρέσει και τα δικά σας παραπτώματα”; Μήπως ο Θεός αντιπαρατάσσει στην δικιά μας ασπλαχνία, την δική του ασπλαχνία; Μή γένοιτο να βγει από το στόμα μας τέτοια βλασφημία. Πώς κατανοείτε λοιπόν αυτή η φράση;

 Ο Χριστός είναι ο χώρος όπου τελείται η πραγματική συγχώρηση. Δηλαδή στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας ο Χριστός γίνετε ο χώρος όπου συγχωράμε όλοι. Κατ’ αρχάς στον Χριστό κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς, όπως μας λέει ο απ. Παύλος στην προς Κολασαείς επιστολή. Δηλαδή μέσα στον Χριστό κατοικεί και ο Πατήρ και ο Υιός κια το Άγιον Πνεύμα. Συνεπώς μέσα στον Θεό κατοικεί όλη η Αγία Τριάδα. Ο Χριστός όμως έχει και την ανθρώπινη φύση στο όλον της. Στον Χριστό λοιπόν κατοικεί και άπασα η ανθρώπινη φύση. Όταν κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, τότε και ως πρόσωπα ενωνόμαστε, συν -χωρούμε με την Αγία Τριάδα.

Ο Χριστός γίνεται ο χώρος όπου συν-χωρούν Θεός και άνθρωπος. Ο Χριστός συν-χωρεί τους πάντες. Όταν λοιπόν εμείς δεν συν-χωρούμε μέσα στη καρδιά μας με αυτόν τον αδελφό μας που μας έκανε κάποιο κακό, τότε δεν μπορούμε να συν-χωρέσουμε μέσα στον Χριστό, γιατί ο Χριστός θέλει μέσα του και αυτόν τον αδελφό που μας λύπησε. Έτσι μένουμε εκτός της συν-χώρησης με τον Χριστό, γιατί εμείς διαλέξαμε την μοναξιά μας. Στο μυστήριο της ιεράς Εξομολογήσεως δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για να συγ-χωρέσουν Θεός και άνθρωποι στο Σώμα του Χριστού. Η πραγματική συγχώρηση τελείται στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, στο Σώμα του Χριστού, το οποίο είναι η Εκκλησία.

πηγή

Πότε ένας πειρασμός έρχεται «εκ δεξιών» και πότε «εξ αριστερών»;

Η «δεξιά» και η «αριστερά» δεν έχουν να κάνουν μόνο με την θέση των κομμάτων στο Κοινοβούλιο. Χρησιμοποιήθηκαν για να ορίσουν δύο κατηγορίες πειρασμών στην πνευματική ζωή. Μάλιστα, ο «δεξιός» πειρασμός, ως πιο αδιόρατος, θεωρήθηκε και ο πιο επικίνδυνος!

Πότε ένας πειρασμός έρχεται «εκ δεξιών» και πότε «εξ αριστερών»;  Ας δώσουμε ένα παράδειγμα. Όταν ο πονηρός σου υποβάλλει τη σκέψη να εξαπατήσεις τον συνεργάτη σου για το ατομικό σου όφελος, αυτό είναι ένας «εξ αριστερών» πειρασμός. Γνωρίζεις από που προέρχεται, και είτε τον δέχεσαι, είτε τον απορρίπτεις. Εάν, όμως, το πονηρό πνεύμα σου ψιθυρίσει ότι, τώρα αδελφέ μου είμαστε σε κρίση, ο συνεργάτης σου δεν έχει οικογένεια, άρα εσύ δικαιολογείσαι να τον εξαπατήσεις, χάριν των παιδιών σου, τότε αυτός είναι ένας «εκ δεξιών» πειρασμός, παρουσιάζεται δηλαδή με το ένδυμα του αγαθού σκοπού, η έστω και ως αναγκαίο κακό. Κατασκευάζει προφάσεις εν αμαρτίαις.

Ο εκ δεξιών πειρασμός μπορεί να είναι ακόμη πιο …άγιος! Εμφανίζεται ως άγγελος φωτός, με ευλαβικές σκέψεις και χωρία από την Αγία Γραφή. Παρουσιάζει στον νου ένα ψέμα με προσωπείο αληθείας.  Προβάλλει μια αρετή, που όμως είναι κακία μασκαρεμένη. Έτσι, μπορεί να προσάγει στην ψυχή την εμπάθεια με το ένδυμα της υπεράσπισης της πίστεως. Και νομίζει τότε ο εγωιστής και μισαλλόδοξος πως είναι ο ζηλωτής του Θεού. Άλλοτε μπορεί να καλλιεργεί τη χαλαρότητα και αδιαφορία με το ένδυμα του μέτρου και της πραότητας. Και ο αδιάφορος και νωθρός παρουσιάζεται ως ειρηνικός και πράος. Άλλοτε μπορεί να καλύπτει τη σκληρότητα με το ένδυμα της ακρίβειας η της ειλικρίνειας. Και ο ανελεήμων προβάλλει ως ακέραιος και ακριβολόγος. Κι άλλοτε παίρνει άλλες μορφές, για να κρύψει την αληθινή του μορφή, να μπει σαν κλέφτης και να συλήσει την καρδιά.

Οι πατέρες της ερήμου γνωρίζουν τις μεθόδους του διαβόλου, γι’ αυτό και μας προειδοποιούν για έναν ακόμη λεπτότατο εκ δεξιών πειρασμό. Όταν ο νους φθάσει στο σημείο να προσεύχεται με θερμότητα, όταν ο άνθρωπος αισθάνεται ήσυχος και οχυρωμένος, τότε οι δαίμονες, που επιδιώκουν να αποπροσανατολίσουν, έρχονται από τα δεξιά, δεν δηλώνουν ποιοί είναι, αλλά σχηματίζουν την δόξα του Θεού και άλλων αγαπητών πραγμάτων. Τότε νομίζει ο νους ότι πέτυχε το σκοπό της προσευχής. Έτσι ο πονηρός σπείρει στον εγκέφαλο τους σπόρους της κενοδοξίας και της υπερηφανίας.

Πολύ συχνά το πονηρό πνεύμα χρησιμοποιεί αλήθειες. Αληθεύει στα μικρά, προκειμένου να μας εξαπατήσει στα μεγάλα.  Έτσι, ακόμη και ένας μάγος μπορεί να φανερώνει τα κρυμμένα η να «προφητεύει», και υποστηρίζει ότι αντλεί δύναμη από τον Χριστό, όμως είναι μπερδεμένος με το κακό, και προφητεύει αυτά που σχεδιάζει ο ίδιος ο πονηρός. Τούτο είναι ιδιαίτερα επίκαιρο στην εποχή μας, διότι η δυσειδαιμονία πιάνει ρίζες στις υλιστικές κοινωνίες, και σήμερα εισχωρεί ανεπαίσθητα στη ζωή ακόμη και Χριστιανών. Και ο άγιος και ο μάγος μπορούν να γνωρίζουν το όνομά μας η το πρόβλημα που μας απασχολεί. Κριτήριο της αγιότητας, όμως, είναι η ταπείνωση και η αγάπη που αναδίδει ο άνθρωπος ως φυσικό, ευώδες θυμίαμα.

Πως αναγνωρίζουμε  τον εκ δεξιών πειρασμό; Πρώτον, ισχύει μια γενική αρχή: Αν ένα γεγονός δεν είναι από τον Θεό, ο διάβολος φέρει λογισμούς υπερήφανους. Δεύτερον, πρέπει να εμπεδώσουμε ότι πολύ συχνά αυτό που μας φαίνεται απόλυτα σωστό και αληθινό και δίκαιο είναι απλά αντανάκλαση του προσωπικού μας θελήματος.

Είδε ο άγιος Αντώνιος τις παγίδες του διαβόλου απλωμένες στη γη, και θαύμασε και αναρωτήθηκε, ποιός μπορεί να τις νικήσει; Και άκουσε μια φωνή να του λέει: η ταπεινοφροσύνη.  Η αληθινή και γνήσια ταπείνωση είναι αυτή που αποκαλύπτει τις παγίδες του διαβόλου. Και η ταπείνωση δεν είναι απλώς λογισμοί ταπεινώσεως ούτε βέβαια λόγοι ταπεινόσχημοι και σχήματα ευσεβείας. Είναι η βαθιά συναίσθηση της πραγματικής καταστάσεώς μας, πως είμαστε σκιας ασθενέστεροι, πως ο,τι κι αν κάνουμε κι αν έχουμε, δεν είναι δικό μας.

Αξίζει να μνημονεύσουμε εδώ, ως παράδειγμα ταπεινώσεως,  τη συνάντηση του αγίου Ζωσιμά με την Οσία Μαρία την Αιγυπτία. Ο πρώτος ήταν ένας ενάρετος αββάς, που έφερε το ύπατο αξίωμα της ιερωσύνης. Η δεύτερη ήταν μια πρώην πόρνη, που όμως είχε ζήσει ολόκληρη ζωή στην έρημο και είχε φθάσει σε ύψιστα μέτρα αγιότητας. Στο απρόσμενο συναπάντημά τους στην έρημο κανείς απ’ τους δυό δεν φαίνεται ότι γνωρίζει την αξία η τα μέτρα του. Αντιθέτως, και οι δύο ακουμπούν το πρόσωπό τους στη γη, προσκυνούν ο ένας τον άλλον, ζητούν ο ένας την ευλογία του άλλου. Είναι μια ταπείνωση που προέρχεται από την απλή καρδιά. Και η απλή καρδιά πάντοτε συγκρίνει τον εαυτό της όχι με τους άλλους, αλλά με την άπειρη καθαρότητα και αγιότητα του Θεού. Όταν η ψυχή με την προσκύνησή της φωτίζεται, τότε διακρίνει πόθεν προέρχεται η σκέψη, το αίσθημα η η διάθεσή της.

Ουσιαστικά η ταπείνωση εκφράζεται με το πνεύμα της μαθητείας. Μαθητή δια βίου αποκαλεί τον εαυτό του αυτός που ονομάσθηκε θεολόγος, ο άγιος Γρηγόριος ο Καππαδόκης. Και οι γέροντες της ερήμου ποτέ δεν δέχονταν κάποια αποκάλυψη, χωρίς προηγουμένως να την θέσουν στην κρίση άλλων (πιο έμπειρων) αδελφών. Η αλήθεια του Θεού αποκαλύπτεται μέσα από την δια βίου μαθητεία και την αγάπη.

Κάποιοι νομίζουν ότι τα εξωτερικά έργα η η εξωτερική ησυχία η ένας υποτυπώδης (η υποτιθέμενος) αγώνας για την πίστη, τους καθιστούν διδασκάλους, εισαγγελείς, κριτές της οικουμένης. Κι ας λένε «συγχωρήστε με αδελφοί», κι ας λένε «εγώ, ο αμαρτωλός», δεν το εννοούν.

Και δεν υπάρχει μεγαλύτερος πειρασμός, από το να σκεφθούμε ότι ο αγώνας και η πίστη μας παρέχουν το δικαίωμα να φερόμεθα ως κριτήριο ορθοδοξίας η ως ιεροεξεταστές, είναι όμως παράδοξο και θαυμαστό το πόσο η αίσθηση ότι ομολογούμε την πίστη η ότι υπερασπιζόμεθα την παράδοση μπορεί συχνά να αγκιστρώνεται στον πιο ασυμβίβαστο εγωισμό. Όταν δεν υπάρχει αληθινή ταπείνωση, η καρδιά γίνεται σκληρή σαν πέτρα, βυθίζεται στην άβυσσο της αμετάπειστης γνώμης, κάποτε και της αγνωμοσύνης. Κι αυτό είναι που ονομάζουμε πλάνη.

(Απόσπασμα από Ομιλία)

Πηγή: Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου

 

«Δόξα σοι ο Θεός!» «Δόξα σοι ο εαυτός μου!»

π. Σπυρίδων Σκουτής 

Η φράση αυτή είναι κόσμημα, διαμάντι, όταν την αποδίδουμε στον Θεό δοξολογικά, είναι μια κραυγή ευχαριστίας. To κακό είναι ότι αυτή την δοξολογία την λέμε πάντα όταν μας συμβαίνει κάτι καλό και ιδιαίτερα κοσμικού χαρακτήρα. Για πνευματικά θέματα ούτε λόγος. Για παράδειγμα, μια γυναίκα μπορεί αν πεί δόξα τω Θεω όταν μάθει ότι είναι έγκυος, αλλά αν μάθει στην πορεία ότι το παιδί έχει πρόβλημα ή θα είναι ΑΜΕΑ θα βρίζει τον Θεό για αυτό που την βρήκε, γιατί φυσικά δεν αντιλαμβάνεται ότι αυτά τα παιδιά είναι άγγελοι και ευλογία.

Στα άσχημα πράγματα, στα εμπόδια και στις δυσκολίες ενώ θα έπρεπε να δοξολογούμε τον Θεό διότι αυτά είναι μαθήματα και μας πάνε παρακάτω εμείς αντιθέτως βρίζουμε τον Θεό για το κακό που μας βρήκε διότι τα θέλουμε όλα στρωμένα με ροδοπέταλα. Αντί να δούμε το άσχημο ως ευλογία και για την ακρίβεια ως ευκαιρία μετανοίας το βλέπουμε ως κατάρα που μας χάλασε το ροζ συννεφάκι της ζωής.
Δεν θέλουμε τη δυσκολία, είμαστε φυγόπονοι, δεν θέλουμε να δούμε την χάρι του Κυρίου και την ευλογία σε όλα τα πράγματα παρά μόνο στα καλά. Θέλουμε τη σχέση με τον Χριστό όπως εμείς θέλουμε και όχι όπως Εκείνος γνωρίζει.

Λέμε «Δόξα τω Θεω» που πάντρεψα το παιδί μου και ίσως μου φέρει εγγονάκι, αλλά δεν με νοιάζει τί άνθρωπο παντρεύτηκε το παιδί μου και αν ο γάμος που έκανε είναι στον δρόμο της σωτηρίας. Και φυσικά αν μου φέρει εγγόνι το παιδί μου και δεν βγάλει το όνομα μου θα κατεβάσω μούτρα.
Λέμε «Δόξα τω Θεω» για επίγειες επιτυχίες αλλά η σωτηρία δεν μας νοιάζει. Μας ενδιαφέρει τί θα καταθέτουμε πριν τον τάφο στον κόσμο και όχι μετά τον τάφο στον Χριστό. Δεν θα πούμε «Δόξα τω Θεω» αν το παιδί μας η ο σύντροφος μας μετανόησε και μπήκε στον δρόμο του Κυρίου, αλλά αντίθετα θα το θεωρήσουμε κατάρα ότι τώρα θα ασχολείται με τις Εκκλησίες…
Αν μας πει το παιδί μας ότι θέλει να γίνει παπάς ή να πάει σε μοναστήρι τότε θα φορέσουμε μαύρα και θα κλαίμε μέρα νύχτα διότι το παιδί μας δεν ικανοποίησε το ροζ συννεφάκι με τα κουτάκια που είχαμε μέσα στην φυλακή του εγωϊσμού μας.

Ποιο είναι το πραγματικό «Δόξα σοι ο Θεός» που ανοίγεται στην χάρι του Κυρίου;
Είναι αυτό που λέμε ότι μας συμβαίνει κάτι άσχημο και τελικά πήραμε το πνευματικό μας μάθημα.
Είναι αυτή η δοξολογία που ευχαριστούμε τον Κύριο κυρίως για τα άσχημα στην ζωή μας που μας οδήγησαν να γίνουμε καλύτεροι και να τον καταλάβουμε καλύτερα.
Θέλει καρδιά αυτό το άνοιγμα. Δεν αγαπάμε τον Χριστό όπως εκείνος θέλει αλλά όπως εμείς θεωρούμε, με κάποια ψευτο-κοινωνιολογικά δεδομένα.
 Αυτό το Δόξα δεν πάει στο Χριστό γυρνάει πίσω, διότι δεν το λέμε στο Χριστό αλλά στον καθρέφτη του εγωϊσμού μας.

πηγή

«Μεῖνον μεθ’ ἡμῶν»

Είναι πάντα κοντά μας ο Θεός !
Πόσες φορές! Πόσες φορές τα μαύρα σύννεφα της λύπης σκοτεινιάζουν τον ορίζοντα της ψυχής μας! Πόσες φορές το πρόσωπο σκυθρωπάζει και τα δάκρυα του πόνου καυτά κυλούν από τα μάτια μας! Πάλι δύσκολα τα πράγματα. Πάλι στενά όλα. Τίποτε δεν πάει καλά. Δεν μας βοηθούν οι δικοί μας. Μας ξέχασε και ο Θεός! Και καλά κάνει. Τέτοιοι που είμαστε, τέτοια μας πρέπουν…

Είμαστε αδύνατοι οι άνθρωποι και όταν παρουσιασθεί κάποια δοκιμασία, τέτοιες μαύρες σκέψεις αρχίζουν να βασανίζουν το νου και να ταλαιπωρούν την ψυχή μας. Εύκολα τα χάνουμε τότε και απογοητευόμαστε. Είναι και ο ανυποχώρητος εχθρός μας, ο διάβολος, που πάντοτε εκμεταλλεύεται τέτοιες περιστάσεις και ρίχνει τα βέλη του τα “πεπυρωμένα”, παρουσιάζει τα πράγματα πολύ χειρότερα απ’ ότι είναι, απελπίζει την ψυχή και ζαλίζει το νου με την ιδέα ότι ο Θεός μας ξέχασε, δεν υπάρχει Θεός για μας.
Μήπως όμως πολλές φορές παθαίνουμε ό,τι και οι δύο μαθητές του Κυρίου, που το απόγευμα της ημέρας της Αναστάσεως οδοιπορούσαν από τα Ιεροσόλυμα προς ένα χωριό, σε απόσταση περίπου δύο ωρών, με το όνομα Εμμαούς; (βλ. Λουκ. κδ’ 13-35).

Είχαν ζήσει όλα τα γεγονότα που συγκλόνισαν τα Ιεροσόλυμα εκείνες τις ημέρες, τις δίκες του Κυρίου ενώπιον των αρχιερέων και του Πιλάτου, τα φρικτά παθήματα, τη σταύρωση και την ταφή του. Κάποιες παράξενες ειδήσεις που άρχισαν να κυκλοφορούν τελευταία, ότι ο Χριστός ζει, δεν τις υπολόγισαν πολύ, δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι ήταν αληθινές. Ήταν απογοητευμένοι από την έκβαση των γεγονότων, είχαν χάσει τις ελπίδες τους και οι ψυχές τους είχαν βυθισθεί σε πέλαγος θλίψεως.
Και τότε “ο Ιησούς εγγίσας συνεπορεύετο αυτοίς”. Τους πλησίασε και άρχισε να βαδίζει στο δρόμο μαζί τους. Τι συμβαίνει; Τι συζητάτε μεταξύ σας “και εστέ σκυθρωποί;” Γιατί αυτή η κατήφεια και η απελπισία στα πρόσωπα σας; Και εκείνοι άρχισαν να εξηγούν, να διηγούνται όσα συνέβησαν εκείνες τις ημέρες στα Ιεροσόλυμα, που κατατάραξαν τις ψυχές τους.

Ήταν σκυθρωποί διότι έχασαν τον Διδάσκαλο. Και Εκείνος ήταν ανάμεσα τους!
Μιλούσαν με πόνο για την απουσία του σ’ Αυτόν που ήταν παρών εκεί μπροστά τους.

Έκλαιγαν για τον θάνατο Εκείνου που συνέτριψε τον θάνατο αναστάς εκ νεκρών.
Πόσο θα θέλαμε να ήμαστε εκεί κοντά τους κάπου και να τους φωνάζαμε δυνατά να ξυπνήσουν: Άγιοι άνθρωποι του Θεού, μαθητές του Κυρίου, ανοίξτε τα μάτια σας να δείτε, ότι Αυτός που θάψατε νεκρό, είναι μπροστά σας ζωντανός, Αυτός που θεωρείτε απόντα είναι παρών ανάμεσα μας. Δεν σας ξέχασε, δεν σας αφήνει μόνους σας να σβήνετε στον πόνο. Είναι κοντά σας και σας μιλά. Γι’ αυτό και αισθάνεστε να παρηγορείται η καρδιά σας. Γι’ αυτό νιώθετε να υποχωρεί ο πόνος σας, να φεύγουν τα σύννεφα απ’ την ψυχή σας και ένας ήλιος λάμπει τώρα καθαρός και ολοφώτεινος μπροστά σας και βάλσαμο παρηγοριάς ρίχνει στο βάθος της καρδιάς σας.

Ασφαλώς οι δύο μαθητές του Κυρίου, όταν θα έφερναν στη μνήμη τους αργότερα το γεγονός, θα απορούσαν με τον εαυτό τους: Πως δεν Τον καταλάβαμε τότε; Γιατί να δυσκολευθούμε να Τον αναγνωρίσουμε, αφού “η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν”, καθώς μας μιλούσε στο δρόμο και ένιωθε στα βάθη της η ψυχή μας ότι δεν ήταν ένας απλός συνοδοιπόρος Εκείνος, ότι δεν μπορούσε να ήταν άλλος παρά ο αναστημένος Χριστός;
Πόσες φορές παθαίνουμε τα ίδια και μείς! Μας ξέχασε ο Θεός, λέμε, ενώ ο Θεός είναι δίπλα μας! Όχι βέβαια για να παρακολουθεί αδιάφορος τη δυσκολία μας. Είναι δίπλα μας και μας φροντίζει, μας μιλά, μας ενισχύει και παρηγορεί και δίνει δύναμη ν’ αντέχουμε στη δυσκολία, στη θλίψη που μας ταλαιπωρεί.
Είναι δίπλα μας, αλλά δεν “διηνοίχθησαν” ακόμη οι οφθαλμοί μας. Δεν βλέπουμε συνεπώς καθαρά την πραγματικότητα. Η ομίχλη της δυσπιστίας μειώνει την ορατότητα, θολώνει τους ορίζοντες και πνίγει τις ελπίδες της ψυχής μας. Δεν βλέπουμε τότε ούτε τον Θεό που στοργικά παρακολουθεί και δυναμικά επεμβαίνει, ούτε τον διάβολο που πάντοτε πολεμεί και με πανουργία παρεμβαίνει.
Όταν όμως ανοίξουν τα μάτια μας, όταν το φως της πίστεως φωτίζει τους δρόμους μας, βλέπουμε τον Θεό κοντά μας και τότε που Εκείνος γίνεται “άφαντος” για τους σωματικούς μας οφθαλμούς.

Αυτό συνέβη με τους δύο μαθητές του Κυρίου που πορεύονταν στην κώμη Εμμαούς. Όταν στο τραπέζι τους ο Κύριος ευλόγησε τον άρτο, τον έκοψε και τον προσέφερε, άνοιξαν τα μάτια τους “και επέγνωσαν αυτόν”. Τον αναγνώρισαν. Αυτός όμως την ώρα εκείνη “άφαντος εγένετο άπ’ αυτών”. Χάθηκε από μπροστά τους. Αλλά η αιφνίδια αυτή εξαφάνιση δεν τους απογοήτευσε. Έτρεξαν αμέσως στα Ιεροσόλυμα να πουν στους άλλους μαθητές ότι ο Κύριος ζει, ότι ανέστη εκ νεκρών και Τον είδαν με τα μάτια τους και Τον άκουσαν και μίλησαν μαζί του.
Και μείς κάποτε τον είδαμε τον Θεό. Αισθανθήκαμε την παρουσία του κοντά μας, την παντοδύναμη προστασία και τη θαυμαστή πρόνοια και επέμβαση του στη ζωή μας. Αν κατόπιν τα πράγματα δυσκόλεψαν, δεν σημαίνει αυτό ότι ο Θεός μας ξέχασε και έπαυσε πια να υπάρχει για μας.
Δεν είναι νεκρός ο Θεός μας, αδελφέ. Είναι Θεός ζωντανός, αληθινός, αθάνατος. Που πάντοτε, είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι, βρίσκεται κοντά μας, έτοιμος να βοηθήσει, να ενισχύσει, να στηρίξει την ταλαιπωρημένη μας ψυχή.

Γι’ αυτό ποτέ μην κουραστείς από τον κόπο και τις δυσκολίες της ζωής. Ποτέ μην αφήσεις την ψυχή σου ν’ απελπισθεί και να λυγίσει κάτω από το βάρος των θλίψεων.
Ποτέ μην πεις: με ξέχασε ο Θεός. Δεν μπορεί ποτέ να μας ξεχάσει ο Θεός. Είναι πάντα κοντά μας ο Θεός. Γιατί είναι Θεός αγάπης, πατέρας στοργικός.

 περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”, 1η Οκτωβρίου 2008 
 

Ή Ο ΕΝΑΣ ΘΑ ΣΩΣΕΙ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ Ή ΘΑ ΒΟΥΛΙΑΞΟΥΜΕ ΟΛΟΙ

Ένας ευσεβής χριστιανός πεθαίνει και άγγελος Κυρίου τον οδηγεί στον Παράδεισο.  Στο δρόμο, περνούν από την Κόλαση: τεράστια καζάνια με ορεκτικές μυρωδιές φαγητών υπάρχουν στο χώρο, αλλά οι άνθρωποι είναι σκελετωμένοι και δυστυχείς, γιατί οι πολύ μεγάλες κουτάλες, με τις οποίες παίρνουν το φαγητό από τα καζάνια, δεν τους επιτρέπουν να το φτάσουν και να το γευτούν.

Φτάνοντας στον Παράδεισο, υπάρχουν τα ίδια καζάνια και οι ίδιες κουτάλες, αλλά οι άνθρωποι είναι καλοθρεμμένοι και ευτυχείς. Απορημένος ο νεκρός, ρωτά τον άγγελο πού οφείλεται αυτή η διαφορά.

Στην Κόλαση, του εξηγεί ο άγγελος, ο καθένας νοιάζεται να φάει ο ίδιος, αδιαφορώντας για τους διπλανούς του, ενώ στον Παράδεισο ο ένας  ταΐζει τον άλλον, κι έτσι  είναι όλοι χορτάτοι και αγαπημένοι μεταξύ τους.

 

Στις δύσκολες μέρες που ζούμε, τις μέρες της “κρίσης”,  η ιστορία αυτή μάς προσφέρει ένα σημαντικό δίδαγμα: κανένας, όσα εφόδια και αγαθά  κι αν έχει αποθηκεύσει, δεν μπορεί να σωθεί μονάχος, αδιαφορώντας  για τη δυστυχία των γύρω του.  Αυτή η δυστυχία εξαπλώνεται και αύριο θα γίνει και δική του.

Πλάθοντάς μας ο Θεός, μας προίκισε με πληθώρα αγαθών. Μόνη υποχρέωση, και καθήκον, μας όρισε να τα μοιραζόμαστε με τους συνανθρώπους μας. Στην πορεία της εξέλιξής μας, το λησμονήσαμε και αρχίσαμε να συσσωρεύουμε ζηλόφθονα αγαθά αποκλειστικά και μόνο για τον εαυτό μας, συχνά και εις βάρος των συνανθρώπων μας.

Σήμερα, που άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο, βρισκόμαστε σε δυσχερή θέση, είναι η μόνη μας ευκαιρία να ξαναβρούμε τη  Θεία προέλευσή μας. Η υπέρτατη ουσία  του χριστιανισμού είναι η ΑΓΑΠΗ.  Και ό,τι γίνεται με αγάπη είναι πάντα σωστό.  Ας ανοίξουμε, λοιπόν, την ψυχή μας κι ας προσφέρουμε στους δοκιμαζόμενους συνανθρώπους μας:  το πακέτο μακαρόνια που φυλάμε στο ντουλάπι  για  “ώρα ανάγκης”  μπορεί να γίνει γεύμα επιβίωσης για έναν άπορο και πεινασμένο, τα  5ε  που θα δώσουμε να πιούμε έναν καφέ μπορεί να γίνει στα χέρια ενός  πατέρα  σε απόγνωση το φάρμακο για το άρρωστο παιδί του,  ένα χαμόγελο καρδιάς και μια ζεστή αγκαλιά μπορούν να γίνουν το κίνητρο που θα κρατήσει έναν  απελπισμένο στη ζωή,  η τίμια δουλειά που θα προσφέρουμε άφοβα σε έναν αποφυλακισμένο θα γίνει το μέσο που θα τον τραβήξει  οριστικά από την  παρανομία.

Είθε το Αναστάσιμο Φως να φωτίζει τη ζωή και τις πράξεις μας!

Βάλια  Γυφτοδήμου