«Καταδικασμένοι» να είναι αθάνατοι

Οι άνθρωποι καταδίκασαν τον Θεό σε θάνατο· ο Θεός όμως με την Ανάστασή Του «καταδικάζει» τους ανθρώπους σε αθανασία. Στα χτυπήματα τους ανταποδίδει τους εναγκαλισμούς· στις ύβρεις τις ευλογίες· στο θάνατο την αθανασία. Ποτέ δεν έδειξαν οι άνθρωποι τόσο μίσος προς τον Θεό όσο όταν Τον σταύρωσαν· και ποτέ δεν έδειξε ο Θεός τόση αγάπη προς τους ανθρώπους όση όταν αναστήθηκε… Οι άνθρωποι ήθελαν να καταστήσουν τον Θεό θνητό, αλλ’ ο Θεός με την Ανάστασή Του κατέστησε τους ανθρώπους αθάνατους. Αναστήθηκε ο σταυρωθείς Θεός και θανάτωσε τον θάνατο. Ο θάνατος δεν υπάρχει πλέον. Η αθανασία κατέκλυσε τον άνθρωπο και όλους τους κόσμους του.

Με την Ανάσταση του Θεανθρώπου η ανθρώπινη φύση οδηγήθηκε τελεσίδικα στην οδό της αθανασίας και έγινε φοβερή και για τον ίδιο τον θάνατο. Διότι πριν από την Ανάσταση του Χριστού ο θάνατος ήταν φοβερός για τον άνθρωπο, ενώ με την Ανάσταση του Κυρίου γίνεται ο άνθρωπος φοβερός για τον θάνατο. Αν ο άνθρωπος ζει με πίστη στον αναστάντα Θεάνθρωπο, ζει υπεράνω του θανάτου. Καθίσταται απρόσβλητος και από τον θάνατο. Ο θάνατος μετατρέπεται σε «υποπόδιον των ποδών αυτού»: «Που σου, θάνατε, το κέντρον; που σου, άδη, το νίκος;»[1].Έτσι, όταν ο εν Χριστώ άνθρωπος πεθαίνει, αφήνει απλώς το ένδυμα του σώματός του, για να το ενδυθεί ξανά κατά την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας.

Μέχρι την Ανάσταση του Θεανθρώπου Χριστού ο θάνατος ήταν η δεύτερη φύση του ανθρώπου· η πρώτη ήταν η ζωή, και ο θάνατος η δεύτερη. Ο άνθρωπος είχε συνηθίσει τον θάνατο ως κάτι το φυσικό. Αλλά με την Ανάστασή Του ο Κύριος άλλαξε τα πάντα: Η αθανασία έγινε η δεύτερη φύση του ανθρώπου, έγινε κάτι το φυσικό στον άνθρωπο, και το αφύσικο έγινε ο θάνατος…

Ο άνθρωπος γεννιέται πραγματικά όχι όταν τον φέρει στον κόσμο η μητέρα του, αλλά όταν πιστέψει στον αναστάντα Σωτήρα Χριστό· διότι τότε γεννιέται στην αθάνατη και αιώνια ζωή, ενώ η μητέρα γεννά το παιδί προς θάνατον, για τον τάφο. Η Ανάσταση του Χριστού είναι η μητέρα «πάντων ημών», όλων των χριστιανών, η μητέρα των αθανάτων. Με την πίστη στον Ανάσταση του Κυρίου γεννιέται ξανά ο άνθρωπος, γεννιέται για την αιωνιότητα…

Σε τέσσερις μόνο λέξεις συγκεφαλαιώνονται και τα τέσσερα Ευαγγέλια του Χριστού: «Χριστός ανέστη! Αληθώς ανέστη!»… Σε καθεμιά από αυτές τις λέξεις βρίσκεται από ένα Ευαγγέλιο, και στα τέσσερα Ευαγγέλια βρίσκεται όλο το νόημα όλων των κόσμων του Θεού, ορατών και αοράτων…

Γι  αυτό για την ανθρώπινη ύπαρξη ο αναστάς Κύριος είναι τα πάντα εν πάσι σε όλους τους κόσμους: ό,τι το Ωραίο, το Καλό, το Αληθινό, το Αγαπητό, το Χαρμόσυνο, το Θεϊκό, το Σοφό, το Αιώνιο. Αυτός είναι όλη η Αγάπη μας, όλη η Αλήθεια μας, όλη η Χαρά μας, όλο το Αγαθό μας, όλη η Ζωή μας, η Αιώνια Ζωή σε όλες τις θείες αιωνιότητες και απεραντοσύνες.

Γι  αυτό και πάλι και πολλές και αναρίθμητες φορές «Χριστός ανέστη»!

Αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς
μεταγλωττισμένο απόσπασμα
από το βιβλίο Άνθρωπος και Θεάνθρωπος

[1] Πρβλ. Α´ Κορ. ιε´ 55-56.

πηγή

Η αποτυχία ως κέρδος

Η εποχή μας μεγαλώνει τον άνθρωπό της με το πρόταγμα της επιτυχίας. Ευτυχισμένος σήμερα είναι ο επιτυχημένος. Είναι τόση η επιθυμία και η προσπάθεια για την επιτυχία που έχει γίνει δεύτερη φύση στον σύγχρονο άνθρωπο. Είναι σχετικά απλό να οριοθετήσει κανείς την επιτυχία: μόρφωση, κοινωνικές αναστροφές, οικονομική ανεξαρτησία, εμφάνιση αναγνωρισιμότητα. Ειδικά το τελευταίο στοιχείο καθιστά αναγκαία την προβολή της επιτυχίας ώστε να την δουν και οι άλλοι.

 Ακόμη κι εκεί που δεν υφίσταται οφθαλμοφανής επιτυχία, διαφαίνεται η ανάγκη προβολής ακόμη και μίας πλαστής επιτυχίας, ενός εικονικού “success story”. Όλοι μας έχουμε μερίδιο στην καταιγιστική προσθήκη ετικετών και στις κοινοποιήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για κάθε χαρούμενη εκδήλωση της ζωής μας. Τα «adds», τα «shares» με σκοπό τα περισσότερα δυνατά «likes» από την επίσκεψή μας σε μια απλή ταβέρνα μέχρι την λήψη του διδακτορικού διπλώματος ή την πραγματοποίηση ενός «παραμυθένιου» ταξιδιού, είναι ο αψευδής μάρτυρας για το αληθές του λόγου.

Ο σύγχρονος άνθρωπος όχι μόνον επιθυμεί διακαώς την επιτυχία, αλλά κυρίως δεν αντέχει την αποτυχία. Ωστόσο τα στατιστικά της ζωής μας είναι αμείλικτα. Οι αποτυχίες είναι πολύ περισσότερες από τις επιτυχίες. Θέλουμε όμως και τις κρύβουμε από τα μάτια των άλλων, στον βαθμό που μπορούμε βέβαια. Το χειρότερο είναι ότι προσπαθούμε να τις κρύψουμε και από τον ίδιο μας τον εαυτό. Δεν τις αντέχουμε. Ακόμη και στο επίπεδο της πνευματικής ζωής δεν αντέχουμε την αποτυχία μας, την αστοχία μας, την αμαρτία μας. Κι εδώ τα πράγματα είναι πολύ πιο επικίνδυνα. Εξιδανικεύουμε την ζωή της Εκκλησίας, μπαίνουμε σε αυτήν με μεγάλες προσδοκίες ηθικής τελείωσης και πνευματικής ανάτασης. Και όταν ο εαυτός μας μας απογοητεύει, τότε ερχόμαστε σε απόγνωση και είμαστε έτοιμοι να πούμε «Δεν είμαι εγώ για τέτοια πράγματα!». Τις περισσότερες φορές μάλιστα ρίχνουμε το φταίξιμο στο «ακατάλληλο πνευματικό περιβάλλον» της ενορίας μας, του σπιτιού μας ή του μοναστηριού μας, το οποίο δεν μας επιτρέπει να προχωρήσουμε στην χριστιανική μας κλήση[1].

Η πιθανότητα να βρούμε την αλήθεια και το πραγματικό μας κέρδος μέσα στην αποτυχία μας, η οποία πολλές φορές παρουσιάζεται ακόμη και με το σκληρό πρόσωπο της καταστροφής, δεν μας αγγίζει. Ασπαστήκαμε και οι χριστιανοί το όραμα της επιτυχίας, γι’ αυτό και γίναμε πολύ επιρρεπείς στα εγκοσμιοκρατικά οράματα. Το μαρτύριο μας φαίνεται φρικτό, ο πόνος το χειρότερο κακό, η φτώχεια και η οδύνη, οι ανεκπλήρωτοι στόχοι φαντάζουν ως απόλυτες συμφορές. Γι’ αυτό και γίναμε φοβικοί σε όλες μας τις εκδηλώσεις, τις προσωπικές και τις κοινωνικές. Επιζητούμε την παραδειγματική τιμωρία όσων εγκληματούν εναντίον των χριστιανών μαρτύρων της Μέσης Ανατολής, αλλά μένουμε ανυποψίαστοι από το μεγαλείο του μαρτυρίου τους και το μήνυμα που αυτό κομίζει.

Οι περισσότεροι από εμάς είμαστε έτοιμοι να μαλώσουμε ακόμη και με τους οικείους μας προκειμένου να μην καθυστερήσουμε στις ακολουθίες των Παθών. Τα βάζουμε με τους Φαρισαίους και τον Ιούδα, αλλά δεν βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας ότι αυτό που εκτυλίσσεται στα Νυμφία, στον Νιπτήρα και στα Πάθη είναι η μεγαλύτερη αποτυχία όλων των αιώνων:

«Ο Χριστός κατά το Πάθος Του είδε πλήρη αποτυχία του κηρύγματός Του: πορεύτηκε προς επονείδιστο θάνατο προορισμένο μόνο για εγκληματίες, κρεμάστηκε στο σταυρό, γυμνός μπροστά στη Μητέρα Του και τις γυναίκες που τον διακονούσαν, εγκαταλείφθηκε από τους μαθητές Του. Και ποιός θα μπορούσε να απαριθμήσει όλα όσα έπασχε αυτός μέσα του εκείνες τις μέρες;[2]». Ο άμωμος αμνός, ο μόνος εκτός αμαρτίας, εκουσίως και άνευ αναγκαιότητας έρχεται προς το πάθος και βιώνει την ανθρώπινη αποτυχία στον έσχατο βαθμό. Η μετοχή Του αυτή στα ανθρώπινα πάθη όμως δεν γίνεται εξ αιτίας κάποιου οδυνισμού, αλλά από αγάπη και υπακοή στο θέλημα του Ουράνιου Πατέρα. Την απάντηση σε αυτό το μυστήριο την είχε δώσει ο ίδιος ο Χριστός καιρό πριν το Πάθος, όταν είπε ότι «Εί τις έρχεται πρός με και ου μισεί (ό,τι είναι πολύτιμο γι’αυτόν) έτι δε και την εαυτού ψυχήν, ου δύναταί Μου μαθητής είναι» (Λκ. 14,26-33).

Ποιός μπορεί στην εποχή της αποθέωσης της επιτυχίας να ξεφύγει από την αστραφτερή έλξη της και να αγαπήσει την λυτρωτική αποτυχία που οδηγεί στην Ανάσταση;

[1] Πρβλ. Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου, Λόγοι Ασκητικοί: Ερμηνεία στον Αββά Ησαΐα. Αθήνα 2005, σ. 18.

[2] Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, Έσσεξ Αγγλίας 1993, σ. 25.

πηγή

Η ταραχή αποτέλεσμα ελλείψεως προετοιμασίας μας

Ποιοί ξαφνιάζονται και αισθάνονται ταραχή; Οι απροετοίμαστοι να αντιμετωπίσουν μια δυσκολία, μια εξέταση, μία εχθρική επιδρομή, μία απρεπή συμπεριφορά ενός συνανθρώπου, μίαν αρρώστια, ένα θάνατο. Ταράσσονται οι αμελείς μαθητές, όταν ο δάσκαλος τους καλεί για εξέταση. Ταράσσονται οι στρατιώτες, όταν βλέπουν τον εχθρό να προβάλλει και δεν είναι έτοιμοι να τον αντιμετωπίσουν. Ταράσσονται οι ασθενείς όταν ο γιατρός τους ανακοινώνει τη μορφή της ασθενείας τους. Ταράσσονται οι μη υπομονετικοί συνάνθρωποί μας από τις αντιδράσεις, τους εκνευρισμούς, τις, άδικες πολλές φορές, συμπεριφορές των άλλων. Ταράσσονται οι χλιαροί στην πίστη, οι ευαίσθητοι αλλά απρόσεκτοι, όταν πέσουν αναπόφευκτα στην αμαρτία. Ταράσσονται οι γονείς όταν μαθαίνουν ότι τα παιδιά τους έχουν μπλέξει με κακές παρέες, με ναρκωτικά, με ανθρώπους του υποκόσμου που τα παρασύρουν στον όλεθρο και στην καταστροφή. Ταράσσονται οι ψυχές όταν εννοήσουν το θάνατο, γιατί μπροστά τους επικρέμαται η σπάθη του δικαιοκρίτου Κυρίου. Μας το λέει και η εξόδιος ακολουθία:   «Θρηνώ και οδύρομαι όταν εννοήσω τον θάνατον». Η έλλειψη κατάλληλης προετοιμασίας σε κάθε περίσταση οδηγεί στην ταραχή. Γι’ αυτό και ο Ψαλμωδός μας λέει: «Ητοιμάσθην και ουκ εταράχθην» (Ψαλμ. 118, 60).

Οι επιμελείς μαθητές δεν ταράσσονται, γιατί η προετοιμασία τους τους θωρακίζει από οποιαδήποτε ξαφνική  εξέταση του δασκάλου τους. Οι στρατιώτες που άγρυπνοι στέκουν με  «εφ’ όπλου λόγχην» και γνωρίζουν τις πονηρές κινήσεις του έχθρού δεν ταράσσονται με την παρουσία του. Την περιμένουν. Όλοι μας ταρασσόμαστε όταν οι άλλοι μας συμπεριφέρονται απαξιωτικά, μας προσβάλλουν, μας υποτιμούν, μας ερεθίζουν με λόγια και πράξεις, ενώ θα έπρεπε με απάθεια, ταπεινό φρόνημα και υπομονή να τους αντιμετωπίζουμε, για να αποφεύγουμε τον πειρασμό και την ταραχή. Για τις κρίσιμες  αυτές στιγμές, που αναπόφευκτα  έρχονται στην καθημερινότητά μας, άκουσα από έναν πνευματικό τη θεόσοφη φράση:

-Να μαζεύεις υπομονή!,

Δηλαδή να σκέφτεσαι από πριν πως θα τις διαχειρισθείς.  Η προετοιμασία σου θα σου διώξει κάθε ταραχή.

Οι ασθενείς που είναι προσγειωμένοι στην πραγματικότητα και έχουν αποδεχθεί ότι οι ασθένειες είναι για όλους μας και όχι για μόνο τους άλλους, δεν ταράσσονται στο άκουσμα των ιατρικών γνωματεύσεων, αλλά καρτερικά και αγόγγυστα τις δέχονται και φέρνουν στα χείλη τους τα λόγια του Ιώβ «ως τω Κυρίω έδοξεν ούτω και εγένετο. Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον» (Ιώβ α  21).

Όλοι μας οι χλιαροί περί την πίστη ας ακούσουμε το παράδειγμα του Οσίου Παϊσίου και ας μην θρηνούμε μετά τις πτώσεις μας. Η στιχομυθία του Γέροντα με κάποιον ανήσυχο νεαρό λίγο τροποποιημένη έχει ως εξής:

 Γέροντα, πως θα ξεπεράσω τις πτώσεις μου;

– Σκοπός είναι να προλαβαίνεις να μην φθάνεις σ’ αυτές. Άμα φθάσεις έχασες! Και το γάλα, αν δεν προλάβεις να το κατεβάσεις από τη φωτιά, μόλις φουσκώσει, χύνεται.

-Πως θα τις προλαβαίνω;

– Χρειάζεται επαγρύπνηση. Να παρακολουθείς τον εαυτό σου και να συγκρατείς το νου σου και τους λογισμούς σου, για να μη ριζώσει μέσα σου επιθυμία κακή, να μην γίνει αποδοχή της, να μην γίνει πάθος, γιατί μετά, και να θελήσεις να συγκρατηθείς και να την κόψεις με το τσεκούρι, δεν θα τα καταφέρεις. Να θυμάσαι αυτό που είπε ο Δαβίδ: «Ητοιμάσθην και ουκ εταράχθην» (Ψαλμ, 118, 60).

Είδες εκείνος ο μοναχός τι έκανε; Μόλις έβγαινε από το κελλί του, έκανε τον σταυρό του και έλεγε: «Θεέ μου, φύλαξέ με από τους πειρασμούς» και ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει οποιονδήποτε πειρασμό. Ήταν σαν να κρατούσε σκοπιά. Κοιτούσε από που θα του έλθει ο πειρασμός, για να αμυνθεί. Και μόνοι μας άμυνα δεν μπορούμε να κάνουμε όσο και αν προετοιμαζόμαστε. Η προσευχή μας φέρνει δίπλα μας τον Κύριο, που μας ενισχύει. Είναι η επέμβαση της μεγάλης δυνάμεως. Και αυτή τη χρειαζόμαστε πάντοτε!

Οι γονείς που μεγαλώνουν τα παιδιά τους με «παιδεία και νουθεσία Κυρίου» (Εφεσ. στ  4) χωρίς να υποκρίνονται, γιατί τα παιδιά έχουν την λεπτότητα να καταλαβαίνουν το γνήσιο από το κάλπικο, τότε παρακαλουθώντας τις κινήσεις των παιδιών τους, στέκουν δίπλα τους, είναι έτοιμοι κάθε στιγμή να τα προστατεύσουν από τα βέλη της σύγχρονης κοινωνίας, ώστε να να μην φθάσουν να κλαύσουν για επερχόμενες πτώσεις. Και οι ψυχές που ο κτύπος τους είναι ρυθμισμένος με τους κτύπους του γλυκυτάτου μας Ιησού, και ο δρόμος της επίγειας ζωής τους είναι δρόμος Χριστού, δρόμος αρετής, δρόμος συνεχούς εγρηγόρσεως, δεν θα φθάσουν να πουν: «Τον χιτώνά σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω εν αυτώ.» Η ημέρα και η ώρα που θα έλθει ο Κύριος να χτυπήσει την πόρτα της καρδιάς μας είναι άγνωστες. Εμείς ως πιστοί δούλοι Κυρίου οφείλουμε να είμαστε πάντοτε έτοιμοι. Μας το λέει και ο Κύριος με το στόμα του Ευαγγελιστού Ματθαίου: «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν· το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής (Ματθ. κστ  41). Έτσι, όταν έλθει η ευλογημένη εκείνη ώρα της επισκέψεώς Του η παρουσία Του δεν θα μας ταράξει. Δεν θα μας δικαιολογήσει η λαϊκή φράση: «Σπίτι ασυγύριστο μουσαφήρη περιμένει». Και έτσι όχι μόνον δεν θα ταραχθούμε, αλλά και θα χαρούμε και θα πανηγυρίσουμε λέγοντας:

-Ελθέ, Κύριε, ο δούλος Σου με χαρά Σε προσμένει. «Δέξαι με ως ένα των μισθίων Σου (Λουκ. ιε  19). Πολύ επιθυμώ να με πάρεις κοντά Σου. Επιθυμώ, όπως ο Παύλος «αναλύσαι και συν Σοι είναι» (Φιλιπ. α  23). Ελθέ, ευλογημένε μου Κύριε!

πηγή

Θανάτω Θάνατον πατήσας

π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ

Αφού ο άνθρωπος σώζεται με το γεγονός της εναν­θρώπησης του Λόγου, γιατί ο Χριστός έπρεπε να παρα­δώσει το σώμα Του στο θάνατο;

Το σώμα του Χριστού ήταν κτιστό και επομένως θνη­τό μπορούσε να αποθάνει. Όμως επειδή ήταν ενωμένο με τον ίδιο τον Λόγο του Θεού, που ήταν η ζωή (Ιω. α’ 4, ιδ’ 6, Α’ Ιω. ε’ 11), δεν ήταν δυνατόν να παραμείνει νε­κρό. Δια τούτο απέθανε μεν ως θνητόν, ανέζησεν όμως λόγω της ζωής που είχε μέσα του (Μ. Αθαν. Πρβλ. Β’ Κορ. ιγ’4. Ψαλμ.ξζ’2,ζ’7-9).

Έτσι ο Λόγος του Θεού ενανθρώπησε (Ιω. α’ 14), έ­λαβε δηλαδή σώμα θνητό, για να μπορέσει και να αποθάνει, αλλά και να εξαφανίσει το θάνατο, μια και ο θάνατος δεν μπορούσε να κρατήσει τον αρχηγό της ζωής (Πράξ. θ’24.γ’ 15).

Με το θάνατό Του ο Χριστός προσέφερε το σώμα Του για χάρη όλων των ανθρώπων. Έπαθε υπέρ πάντων και με το πάθος Του κατάργησε το θάνατο, αφού ο θάνατος δεν μπόρεσε να Τον νικήσει. Ταυτόχρονα όμως κατάργη­σε και εκείνον που εξουσίαζε το καθεστώς του θανάτου, δηλαδή τον ίδιο το διάβολο, και απάλλαξε τους ανθρώ­πους από τη σκληρή δουλεία της αμαρτίας (Εβρ. β 14-15).

Ο απόστολος Παύλος υπογραμμίζει πως κατά τη δευ­τέρα παρουσία του Χριστού θα πραγματοποιηθεί ο λόγος: Πού η νίκη σου, θάνατε; πού το κέντρο σου. άδη; (Ως. ιγ’ 14). Με τη δική μας ανάσταση θα ολοκληρωθεί η νίκη κατά του θανάτου Και όταν αυτό το οποίο είναι φθαρτό θα ενδυθεί την αφθαρσία, τότε θα εκπληρωθεί ο λόγος που είναι γραμμένος·

Κατεβροχθίσθη ο θάνατος και ενικήθη. Πού είναι, θάνατε, το κεντρί σου; πού είναι, άδη, η νίκη σου;…Ας ευχαριστήσωμε τον Θεόν, που μας δίδει την νίκη δια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού (Α’ Κορ. ιε’ 54-57).

Πού σου, θάνατε, το κέντρον; πού σου, άδη το νίκος; Ανέστη Χριστός και συ καταβέθλησαι!, επαναλαμβά­νει η Εκκλησία μας τη νύχτα του Πάσχα.

Εάν ένας αληθινός βασιλεύς κατανικήσει ένα τύραννον και του δέσει τα χέρια και τα πόδια, όλοι πλέον οι περαστικοί τον περιπαίζουν και τον κτυπούν και τον δια­σύρουν, διότι δεν φοβούνται τη μανία του και την αγριό­τητά του, χάρις εις τον νικητή βασιλέα. Έτσι, αφού ο Σωτήρ ενίκησε και εδειγμάτισε τον θάνατον εις τον σταυ­ρόν και έδεσε τα χέρια του και τα πόδια του, όλοι όσοι ζουν χριστιανικώς τον καταπατούν και όσοι ομολογούν τον Χριστόν τον χλευάζουν και τον περιπαίζουν λέγοντες αυτά που εξ αρχής έχουν γραφεί εναντίον του:

– Πού σου, θάνατε, το νίκος; Πού σου, άδη, το κέντρον; (Μ. Αθανάσιος).

Ο θάνατος καταβροχθίσθηκε από τη νίκη που συντε­λέσθηκε στο πρόσωπο του Χριστού. Ο Χριστός μετέσχε των αυτών, έγινε δηλαδή μέτοχος των ιδίων πραγ­μάτων, όπως και ο άνθρωπος, κεκοινώνηκε σαρκός και αίματος, για να καταργήσει δια του θανάτου τον διάβολον και να ελευθερώσει εκείνους οι οποίοι από τον φόβο του θανάτου ήταν υποδουλωμένοι καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής των (Εβρ. β’ 14-15)· η νίκη συντελέσθηκε εν τη σαρκί του Χριστού (Εφεσ. θ’ 15).

Η νίκη αυτή δεν περιορίσθηκε στους ζώντες πάνω στη γη. Με τη θριαμβευτική κάθοδο του Χριστου στον άδη συμπεριέλαβε και τους κεκοιμημένους αδελφούς μας (Α’ Πέτρ. γ’ 19). Γι’ αυτό αναφέρει ο ύμνος της Εκκλη­σίας μας:

Βασιλεύει, άλλ’ ουκ αιωνίζει άδης του γένους των βροτών Συ γαρ τεθείς εν τάφω, Κραταιέ, ζωαρχχική παλάμη, τα του θανάτου κλείθρα διεσπάραξας και εκήρυξας τοις άπ’ αιώνος εκεί καθεύδουσι λύτρωσιν αψευδή, Σώτερ, γεγονώς νεκρών πρωτότοκος.

Δεν μπορούσε άραγε ο θάνατος να νικηθεί με άλλο τρόπο, έξω από το σώμα του Χριστού; Ο θάνατος δεν ή­ταν έξω από το σώμα· είχε συμπλεχτεί με το σώμα. Ήταν λοιπόν ανάγκη και η ζωή να συμπλεχτεί με το σώμα, ώ­στε το σώμα να αποβάλει τη φθορά και αντί γι’ αυτήν να ενδυθεί τη ζωή. Αφού το σώμα ενδύθηκε τη φθορά, δεν θα μπορούσε να αναστηθεί, εάν δεν ενδυόταν τη ζωή. Έπρεπε ο εχθρός να αντιμετωπισθεί στο σώμα. Γι’ αυτό ο Χριστός ενδύθηκε σώμα, για να συναντήσει με το σώμα το θάνατο και να τον εξαλείψει. Πλησιάζει λοιπόν ο θάνατος και αφού κατέπιε το δόλωμα του σώματος, σου­βλίζεται με το αγκίστρι της Θεότητος και αφού εγεύθη από το αναμάρτητο και ζωοποιό σώμα, εξοντώνεται και ξερνά όλους όσους κατέπιεν από την αρχήν (Ιω. Δαμασκ.).

Ο Μ. Βασίλειος συνοψίζει το μυστήριο της σωτη­ρίας του ανθρώπου: Ο Υιός και Λόγος του Θεού σαρκώνεται, γεννάται εν ομοιώματι σαρκός αμαρτίας (Ρωμ. η’ 3). Λαμβάνει δηλαδή το αμαρτωλό σώμα μας, χωρίς όμως να διαπράξει αμαρτία (Ης. νγ’ 9. Λουκ. κγ’ 41. Ιω. η’ 46. Β’ Κορ. ε’ 21. Εβρ. δ’ 15. Α’ Πέτρ. θ’ 22). Μ’ αυτό τον τρόπο ο θάνατος, που κληρονομήθηκε με την κατα­γωγή μας από τον Αδάμ, κατεπόθη από την Θεότητα και η αμαρτία εξηφανίσθη υπό της εν Χριστώ Ιησού δι­καιοσύνης, ώστε κατά την ανάστασιν να απολαύωμε την σάρκα, που δεν είναι ούτε υπόδικος εις τον θάνατον, ούτε υπεύθυνος εις την αμαρτίαν (πρβλ. Ρωμ. ε’ 12, 17).

Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι το ότι ο Χριστός παρέδω­σε το σώμα Του στο θάνατο, αλλά το ότι ο θάνατος δεν μπόρεσε να κρατήσει κάτω από την εξουσία του τον αρ­χηγό της ζωής (Πράξ. β’ 24, γ’ 15).

Ο θάνατος υπερίσχυσε και κατέπιε πολλούς,

αλλά πάλιν αφήρεσε Κύριος ο Θεός

παν δάκρυον από παντός προσώπου·

αφήρεσε το όνειδος του λαού από πάσης της γης

(Ης. κε’8).

Έτσι με το θάνατό Του ο Χριστός κατάργησε εκείνον που είχε το κράτος του θανάτου και εχάρισε την ελευθε­ρία στους ανθρώπους (Πρβλ. Α’ Κορ., ιε’ 20-23, 54, Εβρ. 6′ 14-15, Αποκ. κ’ 14). Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας ψάλλει: Θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος.

Αλλά ο θάνατος μένει για τη διάνοια του πιστού φοβερό και απροσπέλαστο μυστήριο. Αυτό εκφράζουν με ανεπανάληπτο τρόπο τα ιερά κείμενα από την ακολουθία της κηδείας.

Θρηνώ και οδύρομαι

όταν αναλογισθώ τον θάνατο,

και ίδω στους τάφους κειμένη

την ωραιότητα μας την κατ’ εικόνα Θεού,

άμορφη, άδοξη, χωρίς σχήμα.

Ω θαύμα!

Τι μυστήριο συνέβη σε μας… Όντως φοβερώτατο το του θανάτου μυστήριο πως η ψυχή από την αρμονία με το σώμα χωρίζεται βίαια, και πως αποκόπτεται της συμφυΐας ο φυσικότατος δεσμός με θεία βούληση…

Όμως για τον πιστό δεν υπάρχει εδώ αδιέξοδο· δεν ο­δηγείται σε απόγνωση, αλλά στην ελπίδα: Αδελφοί, δεν θέλουμε να αγνοείτε ό,τι αφορά τους κεκοιμημένους, δια να μη λυπείσθε όπως και οι λοιποί, που δεν έχουν ελ­πίδα. Γιατί αν πιστεύουμε πως ο Ιησούς απέθανε και α­ναστήθηκε, έτσι και ο Θεός δια του Ιησού θα φέρει μαζί του και τους κοιμηθέντας… ώστε παρηγορείτε ο ένας τον άλλον με τα λόγια αυτά (Α’ Θεσ. δ’ 13-18).

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ

πηγή

Τα δεσμά Του δεσμοί αγάπης

Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ προχωρεῖ πρὸς τὸ τέλος της. Καὶ πλέον ἀρχίζουμε νὰ βλέπουμε καθαρότερα αὐτὸ ποὺ ἀποτελεῖ τὸν κύριο σκοπό της: τὸ Πάθος τοῦ Χριστοῦ μας. Καὶ νὰ Τὸν βλέπουμε τώρα μὲ δεμένα τὰ χέρια νὰ βαδίζει πρὸς τοὺς ἄνομους κριτές του καὶ πρὸς τὸν Γολγοθᾶ.

Εἶναι τὰ χέρια αὐτὰ ποὺ ἐπὶ τρία χρόνια τώρα κινοῦνταν σὲ εὐεργεσία τῶν ἀνθρώπων. Τὰ χέρια ποὺ ἁπλώθηκαν πάνω σὲ μάτια τυφλὰ καὶ τοὺς ἔδωσαν τὸ φῶς τους, σὲ αὐτιὰ καὶ χείλη κλειστὰ καὶ τοὺς χάρισαν τὴν ἀκοὴ καὶ τὴ λαλιά, σὲ μέλη ἄρρωστα καὶ τοὺς δώρισαν τὴ θεραπεία. Τὰ χέρια Ἐκείνου ποὺ καθ’ ὅλη τὴν ἐπὶ γῆς πορεία του «διῆλθεν εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος πάντας» (Πράξ. ι΄ 38). Τὰ χέρια Ἐκείνου ποὺ τότε, στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας, πῆρε χῶμα ἀπὸ τὴ γῆ καὶ ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο…

Αὐτὰ τὰ χέρια τὴ στιγμὴ αὐτὴ πάλι ἁπλώνονται· ὄχι τώρα γιὰ νὰ ἐπιτελέσουν πάλι εὐεργεσία (μόλις λίγο πρὶν εἶχαν κινηθεῖ μὲ λεπτότητα καὶ ἐπιμέλεια γιὰ νὰ θεραπεύσουν τὸ κομμένο αὐτὶ τοῦ δούλου τοῦ ἀρχιερέως), ἀλλά –φοβερό!– γιὰ νὰ ὑποστοῦν δεσμά…

«Ἡ οὖν σπεῖρα καὶ ὁ χιλίαρχος καὶ οἱ ὑπηρέται τῶν Ἰουδαίων συνέλαβον τὸν Ἰησοῦν καὶ ἔδησαν αὐτόν» (Ἰω. ιη΄ 12). Τὸν ἔδεσαν σφιχτά, γιὰ νὰ μὴν μπορέσει νὰ τοὺς φύγει· ἔτσι τοὺς εἶχε συμβουλεύσει ὁ προδότης μαθητής. Κι ἔτσι δεμένο, Τὸν ὁδήγησαν στὸν Ἄννα τὸν ἀρχιερέα καὶ ἔπειτα στὸν Καϊάφα καὶ στὸν Πιλάτο (βλ. Ἰω. ιη΄ 13, 24· Ματθ. κζ΄ 2).

Ὁ ἄνθρωπος δένει τὸν Θεό του καὶ Τὸν ὁδηγεῖ ὑπόδικο, ἐξευτελισμένο, σὲ δίκη, σὲ τιμωρία! Τί φρικτὸ ἐγχείρημα!

Ὁ Θεὸς δέχεται νὰ δεθεῖ ἀπὸ τὸ πλάσμα του καὶ νὰ ὁδηγηθεῖ ἀπὸ αὐτὸ στὸ θάνατο! Τί μέγεθος συγκαταβάσεως!

Καὶ γιατί δέθηκε; Δέθηκε, διότι, ὅπως μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτου Ὡσηὲ εἶχε ὁ Ἴδιος διαβεβαιώσει, ἀπὸ πολὺ παλαιά, ἦταν δεμένος μαζί του «ἐν δεσμοῖς ἀγαπήσεως». Δέθηκα ἐγώ, λέει ὁ Θεός, μὲ τὰ δεσμὰ τῆς ἀγάπης μου, κι αὐτὰ τὰ δεσμὰ τά ’ριξα σὰν σκοινιὰ στοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ τοὺς βγάλω μέσα ἀπὸ τὸ φθοροποιὸ λάκκο τῆς δουλείας καὶ τοῦ θανάτου. «Ἐν διαφθορᾷ ἀνθρώπων ἐξέτεινα αὐτοὺς ἐν δεσμοῖς ἀγαπήσεώς μου» (Ὡσ. ια΄ 4).

Δέθηκε ὁ Θεός, γιὰ νὰ λύσει τὸν ἄνθρωπο!…

Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος ἦταν ὁ δεμένος. Δεμένος φρικτὰ ἀπὸ τὸ διάβολο μὲ διπλές, πολλαπλὲς ἁλυσίδες· τὶς ἁλυσίδες τῶν παθῶν. Ὑποδουλωμένος, φυλακισμένος, ἐγκλεισμένος στὸ τυραννικὸ καθεστὼς τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ αἰωνίου θανάτου, τοῦ πλήρους χωρισμοῦ του ἀπὸ τὸν Θεό, τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, ἦταν ἀδύνατον ὁ ἴδιος νὰ μπορέσει νὰ ἀποσείσει τὰ δεσμά του. Ἡ σκλαβιά του ἦταν φοβερή, κι οὔτε ὑπῆρχε διέξοδος διαφυγῆς καὶ ἐλπίδα σωτηρίας.

Καὶ τότε ἦλθε Ἐκεῖνος! Ὁ Μεσσίας, ὁ Σωτήρ, ὁ Λυτρωτής. Καὶ δέχθηκε ὁ Ἴδιος νὰ δεθεῖ, γιὰ νὰ λύσει ἐμᾶς ἀπὸ τὸν «χρόνιον δεσμὸν τῆς καταδίκης τοῦ Ἀδάμ». Καὶ μὲ τὰ δικά του δεσμὰ «ἐξήγαγεν ἡμᾶς ἐκ σκότους καὶ σκιᾶς θανάτου, καὶ τοὺς δεσμοὺς ἡμῶν διέρρηξεν» (Ἀπὸ τὴν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας). Ὅπως μὲ τὸ τραῦμα του θεραπευθήκαμε ἐμεῖς οἱ τραυματισμένοι («τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν» Ἡσ. νγ΄ [53] 5), ἔτσι καὶ μὲ τὰ δεσμά του ἀποσείσαμε τὶς δικές μας ἁλυσίδες.

Δέθηκε Ἐκεῖνος καὶ ἔδωσε τὴ δυνατότητα στὸν ἄνθρωπο νὰ μὴν ὑποδουλώνεται στὴν ἁμαρτία. Τοῦ τὴν χάρισε δυνάμει τῶν Μυστηρίων τοῦ Βαπτίσματος καὶ τοῦ Χρίσματος καὶ μὲ τὴ χάρη ποὺ τοῦ χορηγεῖ διαρκῶς διαμέσου τῆς θείας Κοινωνίας, καθιστώντας τον ἔτσι ἀήττητο, ἐλεύθερο, ἀνυπότακτο στὸ κράτος τοῦ διαβόλου. Ἀρκεῖ βέβαια καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος νὰ θέλει νὰ χρησιμοποιεῖ τὴ δύναμη αὐτὴ ποὺ κατέχει καὶ νὰ ἐνεργοποιεῖ τὴν ἀήττητη ἰσχύ της. Ἐὰν δὲν παραδίδεται ἐθελουσίως στὸ διάβολο μὲ τὴν ἀμέλεια στὴ ζωή του, τὴν ἀδιαφορία, τὴ ραθυμία καὶ ἀκόμη τὸν συμβιβασμὸ καὶ τὴν ὑποχώρηση, κανενὸς εἴδους δεσμὰ ἁμαρτίας δὲν μποροῦν νὰ τὸν αἰχμαλωτίσουν.

Τὰ δεσμὰ τοῦ Κυρίου μου ἐλευθερία δική μου! Τί λοιπὸν μένει νὰ Τοῦ ἀνταποδώσω ὡς εὐγνωμοσύνη γι’ αὐτὰ τὰ σωτήρια δεσμά;

Οἱ φιλόθεες ψυχές, οἱ εὐγνώμονες ὑπάρξεις γνωρίζουν τί. Μὲ μιὰ κίνηση ἐλευθερίας θέτουν τοὺς ἑαυτούς τους αἰώνια ὑποταγμένους στὴν ἀγάπη του. Τὰ δεσμὰ τοῦ Κυρίου τους τὰ μετατρέπουν σὲ δεσμοὺς μόνιμης ὑποταγῆς καὶ ἀφοσιώσεως στὸ τίμιο πρόσωπό του, στὸ ἅγιο θέλημά του.

Καὶ πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν στρέφουν τὸ βλέμμα τους παρὰ μόνο σ’ Ἐκεῖνον. Καὶ τίποτε ἄλλο δὲν ἐπιθυμοῦν στὴ ζωή τους παρὰ μόνο τὸ νὰ ἐκτελοῦν τὸν ἅγιο νόμο του. Βαδίζουν καὶ οἱ ἴδιοι στὰ ἴχνη τοῦ Κυρίου τους, Τὸν ἀκολουθοῦν κατὰ πόδας ὡς αἰχμάλωτοι, αἰχμάλωτοι τῆς ἀγάπης του,«δέσμιοι Χριστοῦ Ἰησοῦ» (Φιλήμ. 1).

Ἀληθινά, τί ἀνώτερο, εὐγενέστερο, μακαριότερο μπορεῖ νὰ ὑπάρξει σ’ ἐμᾶς ἀπὸ τὸ νὰ γίνουν τὰ δεσμά του δεσμοί μας μαζί του;…

Πηγή: Ο Σωτήρ, τεύχ. 2020, 1/4/2011, εκδ. Αδελφότητος Θεολόγων «Ο Σωτήρ», σ. 25-26.

Οδοιπορικό της Μεγάλης Εβδομάδας

Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι η εβδομάδα πριν το Πάσχα, από την Κυριακή των Βαΐων μέχρι το Μ. Σάββατο. Ονομάζεται «Μεγάλη», όχι γιατί έχει περισσότερες μέρες ή ώρες από τις άλλες εβδομάδες, αλλά, όπως εξηγεί ο Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, γιατί τα γεγονότα που τελούνται και βιώνονται στους Ιερούς Ναούς είναι μοναδικά και κοσμοσωτήρια για τον άνθρωπο.

Κυριακή των Βαΐων
Είναι η τελευταία ημέρα της Μ. Σαρακοστής και η πρώτη της Μ. Εβδομάδας. Εορτάζουμε τη θριαμβευτική είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Επειδή οι νεαροί Ιουδαίοι αυτή τη μέρα υποδέχθηκαν τον Χριστό με κλαδιά φοινικιάς (βάγια), ονομάστηκε Κυριακή των Βαΐων. Γι’ αυτό τον λόγο στολίζουμε κι εμείς σήμερα τις εκκλησίες μας με κλαδιά δένδρων και λουλούδια. Μεταφέρουμε σήμερα στην εκκλησία ελιόφυλλα, να ευλογηθούν, για να τα χρησιμοποιούμε στο θυμιάτισμα. Πανηγυρική η σημερινή ημέρα, γι’ αυτό και στο τραπέζι καταλύουμε ψάρι.

Μεγάλη Δευτέρα
(Ο όρθρος τελείται την Κυριακή των Βαΐων, εσπέρας)

Τη Μεγάλη Δευτέρα κυριαρχούν δύο γεγονότα: (α) η ζωή του Ιωσήφ και (β) το περιστατικό της ξηρανθείσης συκής.Μνημονεύουμε τον Πάγκαλο Ιωσήφ, ο οποίος ήταν ο ενδέκατος γυιος του Πατριάρχη Ιακώβ, και προεικονίζει τον ίδιο τον Χριστό και το Πάθος Του, με την αρετή του και κυρίως την ανεξικακία και την πραότητά του. Όπως ο Χριστός πουλήθηκε από τον μαθητή του για τριάκοντα αργύρια, έτσι και ο Ιωσήφ είχε πωληθεί από τα αδέλφια του σκλάβος. Τον συκοφάντησε η γυναίκα του αφεντικού του και τον έκλεισαν στη φυλακή. Για τις αρετές του τον φύλαξε ο Θεός, τον έβγαλε από τη φυλακή, τον δόξασε και τον ανέδειξε άρχοντα της Αιγύπτου.

Το περιστατικό της ξηρανθείσης συκής (Ματθ. κα’ 18-22) συμβολίζει τη συναγωγή των Εβραίων, η οποία δεν είχε να παρουσιάσει καρπούς πνευματικούς, αλλά επίσης αποτελεί σύμβολο παντός ανθρώπου μη έχοντος πνευματική καρποφορία.

Μεγάλη Τρίτη
(Ο όρθος τελείται τη Μεγάλη Δευτέρα, εσπέρας)

Τη Μεγάλη Τρίτη «μνείαν ποιούμεθα» των παραβολών (α) των Δέκα Παρθένων και (β) των Ταλάντων.

Από τις Δέκα Παρθένες (Ματθ. κε’ 1-13) οι πέντε ήταν φρόνιμες, γι’ αυτό αξιώθηκαν να συμμετάσχουν στη χαρά του γάμου που ήταν καλεσμένες. Η παραβολή αυτή μας διδάσκει την εγρήγορση, τη διαρκή νήψη για τη συνάντηση του Νυμφίου Χριστού και τη μέλλουσα κρίση. Από την παραβολή των Δέκα Παρθένων είναι εμπνευσμένο το τροπάριο «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται…» και «Τον Νυμφώνα σου βλέπω Σωτήρ μου κεκοσμημένον…».

Η παραβολή των Ταλάντων μας προβάλλει την καλλιέργεια και την αύξηση των πνευματικών μας χαρισμάτων.

Μεγάλη Τετάρτη
(Ο όρθρος τελείται τη Μεγάλη Τρίτη, εσπέρας)

Η Μεγάλη Τετάρτη είναι αφιερωμένη στην πόρνη γυναίκα (Ματθ. κστ’ 6-16), η οποία μετανιωμένη άλειψε με μύρο από ευγνωμοσύνη τα πόδια του Κυρίου και έλαβε την άφεση των αμαρτιών της, γιατί «ηγάπησε πολύ». Ξεχωρίζει το περίφημο τροπάριο (δοξαστικό των αποστίχων) της υμνογράφου Αγίας Κασσιανής, το οποίο εκφράζει τη θερμή μετάνοια της αμαρτωλού. Ακόμη την ημέρα αυτή η Εκκλησία διά της υμνωδίας της φέρει στη μνήμη μας τη σύγκληση του συνεδρίου, δικαστηρίου των Ιουδαίων, το οποίο αποφάσισε τη σύλληψη και καταδίκη του Κυρίου, καθώς επίσης και την απόφαση του δόλιου μαθητή Ιούδα να παραδώσει τον Κύριο έναντι χρηματικού ποσού. Γι’ αυτό και η Τετάρτη καθιερώθηκε από την Εκκλησία ως ημέρα νηστείας. 

Μεγάλη Πέμπτη
(Ο όρθρος τελείται τη Μεγάλη Τετάρτη, εσπέρας)

Τη Μεγάλη Πέμπτη μνημονεύουμε τέσσερα γεγονότα:
(α) Τον ιερό Νιπτήρα, το πλύσιμο δηλαδή των ποδιών των μαθητών από τον Κύριο, διδάσκοντας εμπράκτως την εφαρμογή του «ο πρώτος ουν υμών έστω πάντων διάκονος».
(β) Τον Μυστικό Δείπνο, στη διάρκεια του οποίου παραδόθηκε το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
(γ) Την αρχιερατική προσευχή του Κυρίου στο όρος των Ελαιών, στην οποία προσεύχεται για την ενότητα των πιστών.
(δ) Τέλος, την προδοσία του Ιούδα, η οποία σηματοδοτεί την αρχή του θείου Πάθους, ενώ η θεία αγάπη αντιπαραβάλλεται με την ανθρώπινη αδυναμία.

Μεγάλη Παρασκευή
(Ο όρθρος τελείται τη Μεγάλη Πέμπτη, εσπέρας)

Τη Μεγάλη Παρασκευή κορυφώνεται το θείο δράμα με την τέλεση της Ακολουθίας των Παθών. Θυμόμαστε και βιώνουμε τα άγια και σωτήρια και φρικτά πάθη του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού: τους εμπτυσμούς, τα μαστιγώματα, τις κοροϊδίες, τους εξευτελισμούς, το αγκάθινο στεφάνι, τα ραπίσματα, τα κολαφίσματα, τις ύβρεις, τους γέλωτες, την πορφυρή χλαίνα, τον κάλαμο, τον σπόγγο, το όξος, τους ύλους, τη λόγχη και κυρίως τη Σταύρωση και τον θάνατό Του. Ημέρα τόσο πένθιμη και κατανυκτική, κατά την οποία δεν τελείται Θεία Λειτουργία και στην ανάμνηση όσων υπέμεινε ο Κύριος καθιερώθηκε η ολόχρονη νηστεία της Παρασκευής.

Γίνεται επίσης μνεία του ευγνώμονος ληστού, ο οποίος διά της μετανοίας του άνοιξε πρώτος (λήστεψε κατά τον υμνωδό) τον Παράδεισο.

Μέγα Σάββατο
(Ο όρθρος τελείται τη Μεγάλη Παρασκευή, εσπέρας)

Το Μεγάλο Σάββατο εορτάζουμε την Ταφή και την κάθοδο του Κυρίου στον Άδη. Η Εκκλησία διά της υμνωδίας της εκφράζει την έκπληξή της μπροστά στο παράδοξο της ταφής του Θεού και ταυτόχρονα τη βεβαιότητά της πως «τούτο Σάββατόν εστι το υπερευλογημένον, εν ω Χριστός αφυπνώσας αναστήσεται τριήμερος». Ψάλλονται τα Εγκώμια και τελείται περιφορά του Επιταφίου. Είναι το μοναδικό Σάββατο που, για την παραμονή του Κυρίου στον Άδη, τηρούμε ολοήμερη αυστηρή άλαδη νηστεία.

Κυριακή του Πάσχα
(Τελείται το Μ. Σάββατο, πρωί και βράδυ)

Το Μεγάλο Σάββατο το πρωί τελείται η λεγόμενη «Πρώτη Ανάσταση», δηλαδή ο εσπερινός της Αναστάσεως με τη Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου. Το βράδυ του Μ. Σαββάτου γύρω στα μεσάνυχτα εορτάζουμε τη ζωηφόρο Ανάσταση του Κυρίου μας, την ήττα του θανάτου και της φθοράς και την αφή του Αγίου Φωτός στον κόσμο από τον Πανάγιο Τάφο.

Την Κυριακή του Πάσχα, πρωί ή απόγευμα, τελείται ο «Εσπερινός της Αγάπης», στον οποίο διαβάζεται σε πολλές γλώσσες το Ιερό Ευαγγέλιο (Ιω. κ’ 19-25) και διατρανώνεται παγκοσμίως η Ανάσταση του Κυρίου. 

«Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ἅδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν· καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιον, τόν μόνον εὐλογητόν τῶν πατέρων, Θεόν καί ὑπερένδοξον» (Ωδή ζ’, Κανόνας της Αναστάσεως).

Η λέξη «Πάσχα» σημαίνει πέρασμα, διάβαση. Η γιορτή της Διάβασης (Πάσχα) ήταν για τους Εβραίους η ετήσια ανάμνηση όλης της ιστορίας της σωτηρίας τους, η διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας, το πέρασμα από τη σκλαβιά των Αιγυπτίων στην ελευθερία. Για τους Χριστιανούς εορτάζεται η Ανάσταση του Σωτήρα Ιησού Χριστού, το πέρασμα από τη φθορά στην αφθαρσία, από το σκοτάδι στο φως, από τον πόνο στη χαρά, από τον θάνατο στη ζωή. Ο Ιησούς Χριστός έγινε η εκπλήρωση αυτού του Πάσχα, έγινε το Πέρασμα. Αυτός πραγματοποίησε την τελική διάβαση από τον θάνατο στη ζωή, από τούτο τον «παλαιό κόσμο» στον «καινό κόσμο», στον «καινό χρόνο» της Βασιλείας του Θεού. Ο Χριστός έδωσε και σε μας τη δυνατότητα για μια τέτοια διάβαση. 

Πηγές: 
1. Οδοιπορικό της Μεγάλης Εβδομάδας, ενημερωτικό φυλλάδιο έκδ. Ιερού Προσκυνηματικού Ναού Αγ. Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννας και Αγ. Στυλιανού (Αγίου Τύχωνα).
2. Παρά την λίμνην, περίοδος Β’, έτος Κ’, αρ. 3, Μάρτιος 2010, μηνιαία έκδ. Ι.Ν. Αγ. Δημητρίου Παραλιμνίου, σ. 62-66.

«Σαθρό το θεμέλιό σου»!

π.Γεωργίου Δορμπαράκη
Μικρές στάσεις στην Κλίμακα του Αγ.Ιωάννου του Σιναίτου
 
«Όποιος απαιτεί πνευματικά δώρα για τους κόπους που καταβάλλει, έβαλε σαθρό θεμέλιο. Όποιος όμως θεωρεί τον εαυτό του χρεώστη δούλο, αυτός ξαφνικά θα λάβει από τον Θεό ανέλπιστο πνευματικό πλούτο» (λόγ. κα΄ 25).

 Ξενυχτάς στην προσευχή, μετέχεις σε όλες τις ακολουθίες της Εκκλησίας – διαβάζεις και τα… εξώφυλλα των εκκλησιαστικών βιβλίων! – πηγαίνεις σε αγρυπνίες, νηστεύεις και κακοπαθείς. Και πιστεύεις ότι με τόσους κόπους που καταβάλλεις ο Θεός θα σε ανταμείψει. Μπορεί να σου δώσει και κάτι έκτακτο: να δεις ίσως τον… φύλακα άγγελό σου· να δεις λίγο… άκτιστο φως! Τόσα κάνεις γι’ Αυτόν. Δεν πρέπει να σου προσφέρει κι Εκείνος κάποιο πνευματικό δώρο;
«Σαθρό το θεμέλιό σου», επισημαίνει ο όσιος. Κτίζεις δηλαδή στην άμμο: με το παραμικρό το πνευματικό σου οικοδόμημα θα καταπέσει. Κι αυτό γιατί ίσως δεν καταλαβαίνεις ότι κινείσαι σε ιουδαϊκά επίπεδα – ο φαρισαίος μάλλον είναι το… πρότυπό σου! Όταν με άλλα λόγια η πνευματική σου ζωή στηρίζεται στην πεποίθηση των καλών και αξιόμισθων έργων σου, τότε τη δικαίωσή σου και την ένταξή σου στη Βασιλεία του Θεού την εξαρτάς από σένα τον ίδιο: εσύ είσαι ο… λυτρωτής της ψυχής σου. Ανεπίγνωστα μάλλον τον Χριστό Τον έβαλες στο περιθώριο. Δεν σου χρειάζεται και πολύ! Μάλλον σου χρειάζεται για να σε ανταμείψει για το… πνευματικό μεγαλείο σου!

Ό,τι κάνουμε όμως από πλευράς πνευματικής αφενός το κάνουμε πάντοτε με τη βοήθεια της χάρης του Θεού – «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» είπε ο Κύριος – αφετέρου το κάνουμε για να μπορούμε να διακρατούμε αυτήν τη χάρη. «Όταν ποιήσητε πάντα τα διατεταγμένα υμίν, λέγετε αχρείοι δούλοι εσμέν· ότι ο οφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν»! Η κατάστασή σου είναι πάντοτε η κατάσταση του δούλου: του χρεώστη και οφειλέτη. Εσύ έχεις τον Θεό ανάγκη. Εσύ εξαρτάσαι από Εκείνον. Η ταπείνωση είναι η μόνιμη στάση που μπορεί και μόνον να σε δικαιώσει ενώπιον του Θεού.

Και τι κάνει τότε ο Πατέρας μας; Βλέποντας την ταπεινή αυτή στάση μας, η οποία προσιδιάζει στου Ίδιου τη στάση – ο Θεός μας είναι αγάπη και ταπείνωση – μας τα δίνει όλα: μας ευλογεί πλουσιοπάροχα, κι εκεί που νιώθουμε ότι είμαστε άχρηστοι και βρώμικοι, ότι το μόνο που μας αξίζει είναι η αποπομπή μας από τον Θεό, μας εξυψώνει και μας κάνει σαν κι Αυτόν! Ανέλπιστα λαμβάνουμε τον πνευματικό πλούτο Του!
Ο άγιος μέγας Αντώνιος είχε πέσει κάποια στιγμή σ’ έναν τέτοιον πειρασμό: πίστεψε ότι οι ασκητικοί του αγώνες θα τον είχαν φτάσει σε ύψη αγιότητας! Κι ο Θεός τον πληροφόρησε: ο τσαγκάρης του χωριού του ήταν μεγαλύτερος από εκείνον! Γιατί ακριβώς είχε ταπείνωση.

Η μετάνοια στα χρόνια της κρίσης

Του Λυκούργου Μαρκούδη

Ομιλία στην Ημερίδα «Το Μεγαλείο της Μετάνοιας στη ζωή του Ανθρώπου» που πραγματοποιήθηκε στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου Πολιούχου Θεσσαλονίκης στις 13 Μαρτίου 2017

Παναγιώτατε, Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, ελλογιμότατε και αγαπητέ μου κύριε Καθηγητά, κυρίες και κύριοι.

Το θέμα που θα πραγματευτούμε είναι: «η μετάνοια στα χρόνια της κρίσης». Μοιάζει παράξενο, πως ένα πρωτίστως πνευματικό γνώρισμα, όπως η μετάνοια, μπορεί να σχετίζεται με κάτι σχεδόν εξ ορισμού κοσμικό και υλικό, όπως η κρίση. Είναι όμως απόλυτα συνδεδεμένα μεταξύ τους και μάλλον στην ανυπαρξία του ενός οφείλεται η ύπαρξη του άλλου.

Από την πρώτη Κυριακή του Τριωδίου μέχρι και την Ε’ Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ακούμε τον κατανυκτικό ύμνο «τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα» σαν ικετήρια δέηση προς τον Κύριο. Ζητάμε, κυρίως κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, περισσότερο από κάθε άλλη, να μας ανοίξει την πύλη της μετανοίας, να μας χαρίσει αυτό το δώρο, για να μπορέσουμε να αποκαταστήσουμε την διαταραγμένη σχέση πού έχουμε μαζί Του. Η μετάνοια, σημαίνει μεταβάλλω τρόπο νοήσεως και σκέψεως, ταυτόχρονα όμως αλλάζω και τον τρόπο ζωής.

Ο κορυφαίος θεολόγος και Αρχιεπίσκοπος της Θεσσαλονίκης, ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς μας δίνει τον ορισμό: «μετάνοια εστί το μισήσαι την αμαρτίαν και αγαπήσαι την αρετήν και εκκλίναι από του κακού και ποιήσαι το αγαθόν» (ΕΠΕ 11, 492). Αυτή η απομάκρυνση από το κακό είναι το μεγάλο ζητούμενο. Πρόκειται για την μετάβαση από την κατάσταση των παθών στην περιοχή της αρετής, αφού η μετάνοια ως μόνιμη πνευματική κατάσταση σημαίνει την σταθερή κατεύθυνση του ανθρώπου προς τον Θεό. Αυτός είναι άλλωστε και ο σκοπός της ζωής μας.

Θεωρητικά. Στην πράξη; Τι κάνουμε για αυτό; Είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι, η μετάνοια σηματοδοτεί τη ζωή μας και όλα λαμβάνουν αξία ή απαξία σε σχέση με αυτήν. Τα αμέτρητα παραδείγματα των καρπών της μετανοίας αποδεικνύουν την τεράστια και καταλυτική της δύναμη. Από τα βιβλικά χρόνια μέχρι της μέρες μας. Από την μέρα της παρακοής του Αδάμ, μέχρι τα σημερινά χρόνια της… κρίσης. Ως ελληνική λέξη και σύμφωνα με έναν από τους ορισμούς της, κρίση σημαίνει «δίκη1».

  Έως τώρα οι ευρωπαϊκοί λαοί χρησιμοποιούσαν την λέξη «δίκη», αντί για τη λέξη «κρίση», όποτε και να τους έβρισκε κάποια συμφορά. Τώρα η καινούργια λέξη αντικατέστησε την παλιά, και το κατανοητό έγινε ακατανόητο. Όταν γινόταν ξηρασία, πλημμύρα, πόλεμος ή έπεφτε επιδημία, όταν έριχνε χαλάζι, γίνονταν σεισμοί, πνιγμοί και άλλες συμφορές, λέγανε «Θεία δίκη». Και αυτό σημαίνει: κρίση μέσα από ξηρασίες, κρίση μέσα από πλημμύρες, μέσα από πολέμους, μέσα από επιδημίες κ.λπ. 

 Και τη σημερινή χρηματικο-οικονομική δυσκολία ο λαός την θεωρεί ως Θεία δίκη, όμως δεν λέει η δίκη αλλά η κρίση. Έτσι ώστε η δυσκολία να πολλαπλασιάζεται, με το να γίνεται ακατανόητη! Εφόσον όσο ονομαζόταν με την κατανοητή λέξη «δίκη», ήταν γνωστή και η αιτία, λόγω της οποίας ήρθε η δυσκολία, ήταν γνωστός και ο Δικαστής, ο Οποίος επέτρεψε την δυσκολία, ήταν γνωστός και ο σκοπός της επιτρεπόμενης δυσκολίας. Μόλις όμως χρησιμοποιήθηκε η λέξη «κρίση», λέξη ακαταλαβίστικη σε όλους, κανείς δεν ξέρει πια να εξηγήσει ούτε για ποιο λόγο, ούτε από Ποιόν, ούτε ως προς τι.

 
 Μόνο σ’ αυτό διαφέρει η τωρινή κρίση από τις κρίσεις που προέρχονται από την ξηρασία ή την πλημμύρα ή τον πόλεμο ή την επιδημία ή τους πνιγμούς ή κάποιους άλλους πειρασμούς. […]
 Η αιτία για τις ξηρασίες, τις πλημμύρες, τις επιδημίες και άλλα μαστιγώματα της γενιάς των ανθρώπων είναι η αιτία και για την τωρινή κρίση: Η αποστασία των ανθρώπων από τον Θεό. Με την αμαρτία της Θεο-αποστασίας οι άνθρωποι προκάλεσαν αυτή την κρίση, και ο Θεός την επέτρεψε, ώστε να ξυπνήσει τους ανθρώπους, να τους κάνει ενσυνείδητους, πνευματικούς και να τους γυρίσει προς Εκείνον.
 
 Στις μοντέρνες αμαρτίες, μοντέρνα και η κρίση. Και όντως ο Θεός χρησιμοποίησε μοντέρνα μέσα ώστε να το συνειδητοποιήσουν οι μοντέρνοι άνθρωποι: χτύπησε τις τράπεζες, τα χρηματιστήρια, τις οικονομίες, το συνάλλαγμα των χρημάτων. Ανακάτωσε τα τραπέζια στις συναλλαγές σ’ όλο τον κόσμο, όπως κάποτε στο ναό των Ιεροσολύμων. Προξένησε πρωτόγνωρο πανικό μεταξύ εμπόρων και αυτών που ανταλλάσσουν το χρήμα. Προκάλεσε σύγχυση και φόβο. Όλα αυτά τα έκανε για να ξυπνήσουν τα υπερήφανα κεφαλάκια των σοφών της Ευρώπης και της Αμερικής, για να έλθουν εις εαυτούς και να πνευματικοποιηθούν. Και από την άνεση και το αγκυροβόλημα στα λιμάνια της υλικής σιγουριάς να θυμηθούμε τις ψυχές μας, να αναγνωρίσουμε τις ανομίες μας και να προσκυνήσουμε τον ύψιστο Θεό, τον ζωντανό Θεό.

Μέχρι πότε θα διαρκέσει η κρίση; Όσο το πνεύμα των ανθρώπων παραμείνει δίχως αλλαγή. Ώσπου οι υπερήφανοι υπαίτιοι αυτής της κρίσης να παραιτηθούν μπροστά στον Παντοδύναμο. Ώσπου οι άνθρωποι και οι λαοί να θυμηθούν, την ακαταλαβίστικη λέξη «κρίση», να τη μεταφράσουν στη γλώσσα τους, ώστε με αναστεναγμό και μετάνοια να φωνάξουν: «η Θεία δίκη»!2

Επίκαιρα, πέρα για πέρα και αληθινά τα λόγια αυτά. Περιγράφουν άριστα την σημερινή μας κατάσταση. Όμως, δεν γράφτηκαν για την σύγχρονη κρίση που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια. Γράφτηκαν πριν από 80 σχεδόν χρόνια, όταν η Αμερική και ο κόσμος όλος συνταρασσόταν από το οικονομικό κράχ του 1929, από έναν σπουδαίο Σέρβο Ιεράρχη και σύγχρονο Άγιο: τον Άγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς. Πόσο εύστοχα δεν ακτινογραφεί την κατάσταση ο Άγιος, πόσο βαθύτατα πνευματικά δεν κάνει την σωστή διάγνωση και πόσο θεόπνευστα δεν προσφέρει τη θεραπεία.

Θεο-αποστασία! Αυτό δεν ζούμε σήμερα; Μακριά από τον Θεό μας δεν πορευόμαστε συνολικά ως λαός, ως Έθνος; Τα τελευταία τριάντα σχεδόν χρόνια δεν ξεκινήσαμε μια προσπάθεια απογαλακτισμού των ιερών και των οσίων της φυλής μας;

 Δεν αλληθωρίσαμε επικίνδυνα σε όσα ξένα με την παράδοση, την ιστορία και την πίστη μας; Με ευθύνη όλων! Τα αποτελέσματα φαίνονται πλέον ξεκάθαρα και μέρα με τη μέρα γίνονται και πιο τρομακτικά. Μία σύντομη αναδρομή και μερική απαρίθμηση μας δείχνει την παρούσα κατάσταση.

 Απαρνηθήκαμε την γλώσσα μας, αργά και σταθερά, ακολουθώντας ένα καλοδομημένο σχέδιο. Σήμερα οι νέοι της Πατρίδας μας μιλάνε Ελληνικά αλλά δεν μπορούν να καταλάβουν τους προγόνους μας, διαβάζουν αλλά δεν κατανοούν τα κατορθώματα των ηρώων και τα συναξάρια των Αγίων μας. Έμαθαν μία περίληψη της ένδοξης ιστορίας μας, τυλιγμένη σε σκόρπιες προοδευτικές ιδέες για έναν πολιτισμό που άνθισε και χάθηκε, αφού ενοχλεί την προοδευτική διανόηση το μεγαλείο του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, η ακμή του Βυζαντίου και της Ρωμιοσύνης, ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας «για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία». Μας πέρασαν υποδόρια την ασυνέχεια του Γένους μας, για να μην μπορούμε να στηριχθούμε σε πανίσχυρα θεμέλια. Φτάσαμε να δημιουργούμε γενιές διπλωματούχων επιστημόνων που τους λείπει όμως η ουσιαστική Παιδεία. Μείναμε όλοι μας θλιβεροί θεατές μπροστά στο συνωστισμό της Σμύρνης, για να φτάσουμε σήμερα στην ώρα των Θρησκευτικών να διδάσκονται τα νέα παιδιά αμπελοφιλοσοφίες μασκαρεμένες μεπολυπολιτισμικότητα και πολυθρησκεία.
 
Άνθρωποι στην Πατρίδα μας που ζουν χωρίς ελπίδες, όνειρα και ιδανικά, αναπαύονται μόνο στο σήμερα, στο τώρα, και αγωνιούν μόνο για την προσωπική τους ασφάλεια (που χάνεται και αυτή) και την έστω και πενιχρή οικονομική τους επιβίωση. Σε αυτό τον τόπο, τον ποτισμένο από αίμα ηρώων και αγίων σήμερα οι χωρίς πίστη πολιτικοί δηλώνουν καμαρώνοντας άθεοι, προσφέροντας νέα ήθη στην καθημερινή πρακτική με σύμφωνα συμβίωσης, ομόφυλες σχέσεις, καὐση νεκρών, πολύχρωμα σχολεία, θεματικές εβδομάδες με έμφυλες ταυτότητες, αχρήματη κοινωνία με καθιέρωση ηλεκτρονικών πληρωμών και άλλα πολλά. Όλα όμως για το καλό μας. Όλα για να σωθεί ο πάντοτε ευκολόπιστος και πάντα προδομένος λαός μας. Αναζητούμε σωτηρία αλλά δεν θέλουμε να αναγνωρίσουμε τον μόνο Σωτήρα. Ψάχνουμε έναν Μεσσία, αδιαφορώντας για τον Θεό. Ενοχλεί η παρουσία Του. Τον πολεμάνε με μεθοδικότητα ολοκληρωτικών καθεστώτων. Η ιστορία δεν μας έμαθε τίποτα. Η Εκκλησία μας σήμερα είναι καλή και αποδεκτή από την νέο-προοδευτική γενιά μόνο για να θρέφει πεινασμένους και να φροντίζει υποτιθέμενους πρόσφυγες. Εκεί εξαντλείται ο ρόλος της. Κατάφεραν εν πολλοίς να την μετατρέψουν σε ένα προτεσταντικού τύπου φιλανθρωπικό οργανισμό. Τι θλιβερό… Ευθύνη όλων μας. Κάθε ένας με το μερίδιο που του αναλογεί.
Σαν να υπάρχει μία απόλυτη συμφωνία νεκρικής σιγής ή εκκωφαντικής αφωνίας… Δεν μιλάει κανείς, δεν αντιδρά κανείς. Λαός και ηγεσία, πνευματική και πολιτική, σε ανοσοκαταστολή. Υπάρχουν φυσικά λιγοστές λαμπρές εξαιρέσεις, που δέχονται, όμως, την πολεμική και την χλεύη.

«Σήμερα νομίζεται καλὸς σὲ ὅλα, ὅποιος εἶναι ἀδιάφορος, ὅποιος δὲν νοιάζεται γιὰ τίποτα, ὅποιος δὲν νιώθει καμιὰ εὐθύνη. Ἀλλιῶς τὸν λένε σωβινιστή, τοπικιστή, μισαλλόδοξο, φανατικό. Ὅποιος ἀγαπᾶ τὴν χώρα μας, τὰ ἤθη καὶ ἔθιμά μας, τὴν παράδοσή μας, τὴν γλώσσα μας, θεωρεῖται ὀπισθοδρομικός. Οἱ ἀδιάφοροι παιρνοῦν γιὰ φιλελεύθεροι ἄνθρωποι, γιὰ ἄνθρωποι ποὺ ζοῦνε μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας, ποὺ ἔχουν γιὰ πιστεύω τὴν καλοπέραση, τὸ εὔκολο κέρδος, τὶς εὐκολίες, τὶς ἀναπαύσεις, κι ἂς μὴν ἀπομείνῃ τίποτα ποὺ νὰ θυμίζῃ σὲ ποιὸ μέρος βρισκόμαστε, ἀπὸ ποὺ κρατᾶμε, ποιοὶ ζήσανε πρὶν ἀπὸ μᾶς στὴν χώρα μας. Ἡ ξενομανία μᾶς ἔγινε τώρα σωστὴ ξενοδουλεία, σήμερα περνᾶ γιὰ ἀρετή, κι ὅποιος ἔχῃ τούτη τὴν ἀρρώστεια πιὸ βαρειὰ παρμένη, λογαριάζεται γιὰ σπουδαῖος ἄνθρωπος.
Ἡ Ἑλλάδα ἔγινε ἕνα παζάρι ποὺ πουλιοῦνται ὅλα, σὲ ὅποιον θέλῃ νὰ τὸ ἀγοράσῃ. Καταντήσαμε νὰ μὴν ἔχουμε ἀπάνω μας τίποτα ἑλληνικό, ἀπὸ τὸ σῶμα μας ἴσαμε τὸ πνεῦμα μας. Τὸ μασκάρεμα ἄρχισε πρῶτα ἀπὸ τὸ πνεῦμα, καὶ ὕστερα ἔφθασε καὶ στὸ σῶμα. Περισσότερο ἀντιστάθηκε σὲ αὐτὴ τὴν παραμόρφωση ὁ λαὸς καὶ βαστάξε καμπόσο, μὰ στὸ τέλος τὸν πῆρε τὸ ρεῦμα καὶ πάει καὶ αὐτός.» Έτσι έγραφε ο μεγάλος κυρ Φώτης Κόντογλου πριν από μερικές δεκαετίες και είναι σαν να περιγράφει το σήμερα.

Γιατί όμως όλα αυτά συμβαίνουν; Γιατί έχουμε στα δύσκολα χρόνια που περνάμε, λαό αδρανή και ηγέτες, πολιτικούς και πνευματικούς, κατώτερους των περιστάσεων; Ας ακούσουμε τον Άγιο Αναστάσιο τον Σιναΐτη, Επίσκοπο Αντιοχείας:

«Ο Θεός λέει στον Νόμο: «Θα σας δώσω άρχοντας σύμφωνα με τις καρδιές σας». Είναι λοιπόν φανερό ότι οι μεν άρχοντες και οι βασιλείς που είναι άξιοι αυτής της τιμής προχειρίζονται στο αξίωμα αυτό από τον Θεό. Οι άλλοι πάλι που είναι ανάξιοι προχειρίζονται κατά παραχώρησιν ή και βούλησιν τού Θεού σε ανάξιο λαό εξ αιτίας αυτής ακριβώς της αναξιότητός των. Και άκουσε σχετικά μερικές διηγήσεις.
Όταν είχε γίνει βασιλεύς ο Φωκάς ο τύραννος και άρχισε εκείνες τις αιματοχυσίες με τον Βονόσο τον δήμιο, υπήρχε κάποιος μοναχός στην Κωνσταντινούπολι, άγιος άνθρωπος, που έχοντας πολλή παρρησία προς τον Θεό, σαν να δικαζόταν με τον Θεό και έλεγε με απλότητα: «Κύριε, γιατί έκανες τέτοιον βασιλέα;» Και τότε, αφού το έλεγε αυτό για αρκετές ημέρες, τού ήλθε φωνή εκ Θεού που έλεγε: «Διότι δεν βρήκα άλλον χειρότερο».
Υπήρχε και κάποια άλλη πόλις στην περιοχή της Θηβαΐδος που ήταν γεμάτη παρανομία, της οποίας οι πολίτες διέπρατταν πολλά μιαρά και άτοπα πράγματα. Σ’ αυτήν λοιπόν κάποιος άνθρωπος του ιπποδρόμου διεφθαρμένος στο έπακρον απόκτησε ξαφνικά κάποια ψευδοκατάνυξι και πήγε και κουρεύτηκε μοναχός και ντύθηκε το μοναχικό σχήμα. Αλλ’ όμως καθόλου δεν σταμάτησε τις πονηρές πράξεις του. Συνέβη λοιπόν να πεθάνη ο Επίσκοπος της πόλεως αυτής. Τότε παρουσιάσθηκε σε κάποιον άγιο άνθρωπο άγγελος Κυρίου και του λέει: «Πήγαινε και προετοίμασε την πόλι, για να χειροτονήσουν Επίσκοπο τον πρώην άνθρωπο τού Ιπποδρόμου». Πήγε λοιπόν αυτός και έκανε ό,τι του παρηγγέλθη. Αφού λοιπόν χειροτονήθηκε ο προαναφερθείς πρώην η μάλλον έτι φαυλόβιος, άρχισε με τον νου του να φαντάζεται ότι κάτι είναι και να υψηλοφρονή. Τότε τού παρουσιάσθηκε άγγελος Κυρίου και τού λέει: «Γιατί υψηλοφρονείς, άθλιε; Σου λέω αλήθεια ότι δεν έγινες Επίσκοπος, επειδή ήσουν άξιος για ιερωσύνη, αλλά γιατί αυτής της πόλεως τέτοιος Επίσκοπος της άξιζε».
Γι’ αυτό λοιπόν, αν ποτέ δης κάποιον ανάξιο και πονηρό βασιλέα η άρχοντα η Επίσκοπο, μην απορήσης, μήτε να κατηγορήσης την πρόνοια τού Θεού. Αλλά μάλλον μάθε απ’ αυτό και πίστευε ότι παραδιδόμεθα σε τέτοιους τυράννους εξ αιτίας των ανομιών μας, κι όμως πάλι δεν αφήνουμε τα κακά μας έργα3».

 Και να ήθελε κάποιος να σχολιάσει κάτι, τα λόγια στερεύουν. Ζούμε αυτό που μας αξίζει εξ αιτίας των ανομιών μας και παρά την συνειδητοποίηση της φρικτής μας κατάστασης δεν αφήνουμε τα κακά μας έργα. Δεν αποφασίζουμε να αλλάξουμε, δηλαδή δεν μετανοούμε.

 
 Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης έλεγε: «Σήμερα ὁ Θεὸς ἀνέχεται τὴν κατάσταση. Ἀνέχεται, ἀνέχεται, γιὰ νὰ εἶναι ἀναπολόγητος ὁ κακός. Εἶναι περιπτώσεις ποὺ ὁ Θεὸς ἐπεμβαίνει ἄμεσα καὶ ἀμέσως, ἐνῶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις περιμένει· δὲν δίνει ἀμέσως τὴν λύση καὶ περιμένει τὴν ὑπομονὴ τῶν ἀνθρώπων, τὴν προσευχή, τὸν ἀγώνα. Τί ἀρχοντιὰ ἔχει ὁ Θεός4.[…] Ἡ ἀδιαφορία γιὰ τὸν Θεὸ φέρνει τὴν ἀδιαφορία καὶ γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα· φέρνει τὴν ἀποσύνθεση. Ἡ πίστη στὸν Θεὸ εἶναι μεγάλη ὑπόθεση. Λατρεύει ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεὸ καὶ ὕστερα ἀγαπάει καὶ τοὺς γονεῖς του, τὸ σπίτι του, τοὺς συγγενεῖς του, τὴν δουλειά του, τὸ χωριό του, τὸν νομό του, τὸ κράτος του, τὴν πατρίδα του. Ἕνας ποὺ δὲν ἀγαπάει τὸν Θεό, τὴν οἰκογένειά του, δὲν ἀγαπάει τίποτε· καὶ φυσικὰ δὲν ἀγαπάει οὔτε τὴν πατρίδα του, γιατὶ καὶ ἡ πατρίδα εἶναι μιὰ μεγάλη οἰκογένεια. Θέλω νὰ πῶ, ὅλα ἀπὸ ἐκεῖ ξεκινᾶνε. Δὲν πιστεύει ὁ ἄνθρωπος στὸν Θεό, καὶ μετὰ οὔτε γονεῖς οὔτε οἰκογένεια οὔτε χωριὸ οὔτε πατρίδα ὑπολογίζει. Καὶ αὐτὰ εἶναι ποὺ πᾶνε τώρα νὰ διαλύσουν, γι’ αὐτὸ δημιουργοῦν μιὰ κατάσταση ρεμπελιό5.[…] Σήμερα προσπαθοῦν νὰ γκρεμίσουν τὴν πίστη, γι᾿ αὐτὸ ἀφαιροῦν σιγὰ-σιγὰ ἀπὸ καμμιὰ πέτρα, γιὰ νὰ σωριασθῆ τὸ οἰκοδόμημα τῆς πίστεως. Ὅλοι ὅμως εὐθυνόμαστε γιὰ τὸ γκρέμισμα αὐτό· ὄχι μόνον αὐτοὶ ποὺ ἀφαιροῦν τὶς πέτρες καὶ τὸ γκρεμίζουν, ἀλλὰ καὶ ὅσοι βλέπουμε νὰ γκρεμίζεται καὶ δὲν προσπαθοῦμε νὰ τὸ ὑποστυλώσουμε. Ὅποιος σπρώχνει στὸ κακὸ τὸν ἄλλον θὰ δώση λόγο στὸν Θεὸ γι’ αὐτό. Καὶ ὁ διπλανὸς ὅμως θὰ δώση λόγο, γιατὶ ἔβλεπε ἐκεῖνον νὰ κάνη κακὸ στὸν συνάνθρωπό του καὶ δὲν ἀντιδροῦσε6. […] Τὸ νὰ ἐνδιαφέρεται κανεὶς τώρα καὶ νὰ ἀνησυχῆ γιὰ τὴν κατάσταση στὴν ὁποία βρίσκεται τὸ ἔθνος μας εἶναι ὁμολογία, γιατὶ ἡ Πολιτεία τὰ βάζει μὲ τὸν θεῖο νόμο. Ψηφίζει νόμους ἐνάντιους στὸν νόμο τοῦ Θεοῦ7. Παλιὰ τὸ ἔθνος μας ζοῦσε πνευματικά, γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸ εὐλογοῦσε καὶ οἱ Ἅγιοι μᾶς βοηθοῦσαν μὲ θαυμαστὸ τρόπο, καὶ νικούσαμε τοὺς ἐχθρούς μας, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἦταν περισσότεροι ἀπὸ ἐμᾶς. Σήμερα λέμε πὼς εἴμαστε Ὀρθόδοξοι, ἀλλὰ δυστυχῶς συχνὰ μόνον τὸ ὄνομα «Ὀρθόδοξος» ἔχουμε καὶ ὄχι ζωὴ ὀρθόδοξη8».

 Λόγια με πόνο ψυχής και καρδιάς, από έναν σύγχρονο Άγιο, που βίωνε την σταδιακή απομάκρυνση του λαού μας από τον Θεό. Μία απομάκρυνση διπλή: των μακράν της Εκκλησίας, αλλά και των εγγύς. Μία μεγάλη πλειονότητα των κατοίκων της Πατρίδας μας αδιαφορούν για τον Θεό, μερικοί μάλιστα ιδιαίτερα προκλητικά. Αλλά και από όσους νομίζουμε πως είμαστε μέσα στην Εκκλησία, πόσες φορές δεν μας διακρίνει ένας ιδιότυπος ατομισμός με μία δική μας ερμηνεία και στη συνέχεια εφαρμογή των εντολών του Θεού; Αυτό που μας λείπει σήμερα δεν είναι τα λόγια αλλά τα έργα. Μας λείπει η ορθόδοξη ανησυχία και κυρίως η ορθόδοξη ζωή. Βλέπουμε τα πάντα να αλλάζουν γύρω μας και εμείς δεν ξεσηκωνόμαστε. Χαμηλώνουμε το κεφάλι, όχι από ταπείνωση, αλλά από φοβία μήπως χάσουμε κάτι από τα κεκτημένα μας.

 Σήμερα η σύναξη αυτή έχει θέμα της την μετάνοια. Να λοιπόν μία καλή ευκαιρία για όλους μας. Να αντιληφθούμε τα λάθη και να μετανοήσουμε. Να η απάντηση στην κρίση. Όχι εφήμερες λύσεις και ατέρμονες συζητήσεις ανάμεσα σε θεσμούς και θνησιγενείς εταίρους. Ο κίνδυνος δεν είναι η χρεωκοπία της Ελλάδος, αλλά η χρεωκοπία των ψυχών των Ελλήνων. Οι ψυχές μας είναι οι μόνες που αυτή τη στιγμή δεν έχουν φορολογηθεί. Έχουν όμως ξεπουληθεί έναντι πινακίου φακής.

Το χώμα της Πατρίδας μας τις τελευταίες δεκαετίας, έπαψε να ποτίζεται από αίμα ηρώων και αγίων. Δυστυχώς ποτίζεται από αίμα αθώων! Πανευρωπαϊκή πρωτιά με 200.000 εκτρώσεις τον χρόνο, αλλά με τους πραγματικούς αριθμούς να είναι πολύ μεγαλύτεροι, αφού δεν καταγράφονται επισήμως στις μελέτες όσα συμβαίνουν σε ιδιωτικά κέντρα. Αλήθεια, πόσο μετανιώνουμε για τις δολοφονίες αυτές; Πόσο κατανοούν το έγκλημα αυτό οι φυσικοί και οι ηθικοί αυτουργοί;

Στο όνομα της ψευτοπροόδου αποκαθηλώσαμε της εικόνες από τους δημόσιους χώρους, ζώντας ένα ξέσπασμα εικονοφοβίας, κατά την προσφιλή προσθήκη της φοβίας σε ό,τι μας ενοχλεί. Αρνηθήκαμε τις καμπάνες και τις περιορίσαμε σε λίγα μόνο δευτερόλεπτα ηλεκτροκίνητης κρούσης. Οι Τρεις Ιεράρχες δεν βρίσκουν χρόνο στο ωρολόγιο πρόγραμμα, αφού ξενόφερτες θεματικές εβδομάδες γεμίζουν δημιουργικά τις απονήρευτες ψυχές με ό,τι πιο αισχρό υπάρχει.Κάνουμε τα πάντα για να πάμε κόντρα στη φύση και ενάντια στο Νόμο του Θεού, αντιγράφοντας ξενικά πρότυπα και καθιερώνοντας και δικά μας πρωτοεμαφανιζόμενα! 

Από τις παρελάσεις υπερηφάνειας μέχρι τα ομόφυλα σύμφωνα συμβίωσης, η προσπάθεια αποσκοπεί στην αποδοχή και καθιέρωση μίας άφυλης κοινωνίας, όπου η γυναίκα και ο άνδρας δεν γεννιούνται, αλλά γίνονται! 
Η παρουσία της Εκκλησίας, επισήμως αμφισβητείται και οι περισσότεροι χαίρουν με την αδιαφορία τους για αυτό. Αλλά και η διοικούσα Εκκλησία μοιάζει κάποιες φορές, ως άλλη Μάρθα, Αγία μεν, αλλά περισπάται και να μην επιθυμεί την αγαθή μερίδα, προβάλλοντας ως έργο διακονίας ένα παράξενο πρότυπο χορτασμού πεινασμένων και αναζητώντας θεολογικές προσεγγίσεις μακριά από τον μοναδικό πλούτο της Ορθόδοξης Πατερικής Παράδοσης. Καταλάβαμε κάπου τα σφάλματά μας; Αισθανθήκαμε την ανάγκη να μετανοήσουμε; Ή μήπως αδυνατούμε να κατανοήσαμε πως μόνοι μας απομακρυνόμαστε από τον Θεό;

Πριν από λίγο καιρό, ένα δημόσιο πρόσωπο της χώρας μας αναρωτήθηκε μπροστά στο Κουβούκλιο του Παναγίου Τάφου, αν οι επιστήμονες που ανέλαβαν το ιστορικό έργο της αναστηλώσεως και συντηρήσεως του κορυφαίου Χριστιανικού Προσκυνήματος, όταν άνοιξαν τον τάφο του Κυρίου μας, ύστερα από διακόσια χρόνια, βρήκαν μέσα τα οστά του Κυρίου. Αν αυτό ήταν δεικτικό σχόλιο αθεϊστικής κοσμοθεωρίας ή εύλογη ερώτηση προσώπου στοιχειωδώς αμόρφωτου μένει κάποτε να διερευνηθεί. Όμως μέσα σε αυτή την απορία, που αγγίζει τα όρια της βλασφημίας, κλείνεται ένας ολόκληρος λαός. Ζούμε σήμερα μία νέα υλιστική κοσμοθεωρία ή το πνεύμα μας είναι πλέον τόσο ρηχό; Όποια κι αν είναι η απάντηση, μαρτυράει απομάκρυνση από τον Θεό.

«Ἡ τύχη τοῦ κόσμου κρέμεται ἀπὸ τὰ χέρια μερικῶν, ἀλλὰ ἀκόμη ὁ Θεὸς κρατᾶ φρένο. Χρειάζεται νὰ κάνουμε πολλὴ προσευχὴ μὲ πόνο, γιὰ νὰ βάλη ὁ Θεὸς τὸ χέρι Του. Νὰ τὸ πάρουμε στὰ ζεστὰ καὶ νὰ ζήσουμε πνευματικά. Εἶναι πολὺ δύσκολα τὰ χρόνια. Ἔχει πέσει πολλὴ στάχτη, σαβούρα, ἀδιαφορία. Θέλει πολὺ φύσημα, γιὰ νὰ φύγη9», έλεγε ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης.

Να το πάρουμε ζεστά λοιπόν. Σήμερα κιόλας. Δίπλα στον Μυροβλήτη Άγιο Δημήτριο να αφήσουμε τις ψυχές μας να γεμίσουν από το ευωδιαστό μύρο του με την ευχή να μας αγιάσει και να μας οδηγήσει στην μετάνοια. Δεν φτάνει μόνο η πίστη αφού, όπως λέει και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς «η πίστις ωφελεί, εάν κατά συνείδησιν πολιτεύηταί τις και ανακαθαίρει εαυτόν δι΄ εξομολογήσεως και μετανοίας» (P.G. 151,185Α). Κάνοντας τον ανακαθαρισμό μας, μπορούμε να είμαστε σίγουροι για όσα έρχονται, πεπεισμένοι πως θα είμαστε στην πατρική αγκαλιά του Θεού.

Ας ακούσουμε, όμως, πάλι τον Άγιο Παΐσιο που μας παρηγορεί και μας συμβουλεύει: «μὴ στενοχωρῆσθε καθόλου, διότι πάνω ἀπὸ ὅλα καὶ ἀπὸ ὅλους εἶναι ὁ Θεός, ποὺ κυβερνᾶ τὰ πάντα καὶ θὰ καθίση τὸν καθέναν στὸ σκαμνί, γιὰ νὰ ἀπολογηθῆ γιὰ τὸ τί ἔπραξε, ὁπότε καὶ θὰ τὸν ἀνταμείψη ἀνάλογα. Θὰ ἀμειφθοῦν αὐτοὶ ποὺ θὰ βοηθήσουν μιὰ κατάσταση καὶ θὰ τιμωρηθῆ αὐτὸς ποὺ κάνει τὸ κακό. Τελικὰ ὁ Θεὸς θὰ βάλη τὰ πράγματα στὴν θέση τους, ἀλλὰ ὁ καθένας μας θὰ δώση λόγο γιὰ τὸ τί ἔκανε σ᾿ αὐτὰ τὰ δύσκολα χρόνια μὲ τὴν προσευχή, μὲ τὴν καλωσύνη». 

 
[…] «Ὑπάρχει μιὰ μερίδα Χριστιανῶν στοὺς ὁποίους ἀναπαύεται ὁ Θεός. Ὑπάρχουν ἀκόμη οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, οἱ ἄνθρωποι τῆς προσευχῆς, καὶ ὁ Καλὸς Θεὸς μᾶς ἀνέχεται, καὶ πάλι θὰ οἰκονομήση τὰ πράγματα. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς προσευχῆς μᾶς δίνουν ἐλπίδα. Μὴ φοβᾶσθε. Περάσαμε σὰν ἔθνος τόσες μπόρες καὶ δὲν χαθήκαμε, καὶ θὰ φοβηθοῦμε τὴν θύελλα ποὺ πάει νὰ ξεσπάση; Οὔτε τώρα θὰ χαθοῦμε.
 
 Ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾶ. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει μέσα του κρυμμένη δύναμη γιὰ ὥρα ἀνάγκης. Θὰ εἶναι λίγα τὰ δύσκολα χρόνια. Μιὰ μπόρα θὰ εἶναι. Δὲν σᾶς τὰ λέω αὐτά, γιὰ νὰ φοβηθῆτε, ἀλλὰ γιὰ νὰ ξέρετε ποῦ βρισκόμαστε. Γιὰ μᾶς εἶναι μιὰ μεγάλη εὐκαιρία, εἶναι πανηγύρι οἱ δυσκολίες, τὸ μαρτύριο. Νὰ εἶστε μὲ τὸν Χριστό, νὰ ζῆτε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές Του καὶ νὰ προσεύχεσθε, γιὰ νὰ ἔχετε θεῖες δυνάμεις καὶ νὰ μπορέσετε νὰ ἀντιμετωπίσετε τὶς δυσκολίες. Νὰ ἀφήσετε τὰ πάθη, γιὰ νὰ ἔρθη ἡ θεία Χάρις. Αὐτὸ ποὺ θὰ βοηθήση πολὺ εἶναι νὰ μπῆ μέσα μας ἡ καλὴ ἀνησυχία: ποῦ βρισκόμαστε, τί θὰ συναντήσουμε, γιὰ νὰ λάβουμε τὰ μέτρα μας καὶ νὰ ἑτοιμασθοῦμε. Ἡ ζωή μας νὰ εἶναι πιὸ μετρημένη. Νὰ ζοῦμε πιὸ πνευματικά. Νὰ εἴμαστε πιὸ ἀγαπημένοι. Νὰ βοηθοῦμε τοὺς πονεμένους, τοὺς φτωχοὺς μὲ ἀγάπη, μὲ πόνο, μὲ καλωσύνη. Νὰ προσευχώμαστε νὰ βγοῦν καλοὶ ἄνθρωποι10».

Τα χρόνια της κρίσης μπορούν να αποδειχθούν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για μετάνοια. Και η μετάνοια μπορεί να εξαφανίσει την κρίση. Λοιπόν;
«ἰδού νῦν καιρός εὐπρόσδεκτος, ἰδού νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (Β’ Κορινθ., 6, 2).

1 Βλ. ορισμό της λέξεως «κρίση» στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα, Βασικό Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής, στοhttp://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/lemma.html?id=134
2 Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Στον παπα-Κάραν για την κρίση τού κόσμου», από το «Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται…», Ιεραποστολικές επιστολές Α’, εκδ. «Εν πλω», Αθήνα 2008, σσ. 33-36.
3 Patrologia Greaca, 89, 768B-477A, Αγίου Αναστασίου Σιναΐτου, Επισκόπου Αντιοχείας, Ερωτήσεις και Αποκρίσεις περί διαφόρων κεφαλαίων εκ διαφόρων προσώπων, Ερώτησις ΙΣΤ’ (16): «του Αποστόλου λέγοντος, ότι αι εξουσίαι του κόσμου υπό του Θεού τεταγμέναι εισίν. Άρα λοιπόν πας άρχων και βασιλεύς, και επίσκοπος, υπό του Θεού προχειρίζεται;»
4 Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι Β’, Πνευματική Αφύπνιση, 1999, σελ 29.
5 Ο.π., σελ 18-19.
6 Ο.π., σελ 13.
7 Ο.π., σελ. 14.
8 Ο.π., σελ. 27
9 Ο.π., σελ. 11.

10 Ο.π., σελ 11-12
 
 

ΠΑΣΧΑ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ-ΣΙΒΗΡΙΑ 1955

Ο Αλέξιος Κιμπάρντιν γεννήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου του 1882 στο χωριό Βσεχσβιάτσκοε στην περιοχή του Σλομπόντσκ.

Ποτισμένος από τα ορθόδοξα νάματα και νιώθοντας μέσα του την κλήση του Θεού, χειροτονήθηκε ιερέας. Το 1913 διορίσθηκε εφημέριος στο τσαρικό παρεκκλήσιο, όπου υπηρέτησε μέχρι το 1930. Τότε ήταν πού σήμανε γι’ αυτόν ή ώρα της Θυσίας. Ό π. Αλέξιος συνελήφθη καί με την απόφαση του δικαστηρίου καταδικάσθηκε για πέντε χρόνια σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως καί μετά έζησε εξόριστος στη Σιβηρία. Την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου το καθεστώς, επειδή είχε ανάγκη τη βοήθεια της Εκκλησίας, έλυσε λίγο τα σκληρά δεσμά του καί ή πίστη ανάσανε.

 Όχι για πολύ όμως. Το 1950 ό π. Αλέξιος συνελήφθη καί καταδικάσθηκε σε νέα φυλάκιση σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Αποφυλακίσθηκε το 1955 καί το 1964 παρέδωσε τη μακαριά ψυχή του στον Αγαπημένο του Κύριο. Ό π. Αλέξιος ήταν πνευματικό παιδί του νεοφανούς Αγίου της Ρωσικής Εκκλησίας Σεραφείμ της Βύριτσα. Πολλά θαυμαστά γεγονότα εκπληρώθηκαν στη ζωή του π. Αλεξίου μετά από προρρήσεις του Αγίου Σεραφείμ. Στήν τελευταία φυλάκιση του ό π. Αλέξιος έλεγε πώς ευχαριστούσε θερμά τον Κύριο γιατί έγινε αιτία νό γνωρίσουν πολλές ψυχές το Χριστό.

Ή ζωή στη φυλακή σκληρή καί απάνθρωπη. Καί πιο πολύ τον στενοχωρούσε πού δεν του επιτρεπόταν να τελέσει τη Θεία Λειτουργία. Το 1953, όταν πέθανε ό Στάλιν, τα πράγματα φαίνονταν να αλλάζουν. Κάποια μέρα κάποιος έστειλε σ’ ένα φυλακισμένο ιερέα ένα άντιμήνσιο καί από τότε τις μεγάλες γιορτές έτελεϊτο ή Θεία Λειτουργία.

“Ωσπου έφθασε το Πάσχα του 1955. Ό π. Αλέξιος μάζεψε τους φυλακισμένους ιερείς καί διακόνους καί προετοίμασε την εορτή. Τα διακονήματα μοιράσθηκαν. Ή φυλακή έγινε άγιο εργοτάξιο. Παλιά υφάσματα καί τριμμένες λινάτσες έγιναν άμφια ιερατικά. Καί που θα βρεθούν “Αγια Σκεύη; Χέρια από ιερείς μαστόρους σκαλίσανε από ξύλο “Αγια Ποτήρια, “Αγια Δισκάρια, “Αγιες Λαβίδες καί Λόγχες. Ή προσμονή της Αναστάσεως σαν ουράνιος γλυκασμός έκανε τον απάνθρωπο χώρο της φυλακής κομμάτι του Παραδείσου. Μέχρι πού έφθασε ή νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου. Οί καλλίφωνοι ιερείς άρχισαν τον Κανόνα της ημέρας «Κύματι θαλάσσης…». Τότε άρχισαν οι πατέρες φορεμένοι τα άμφια πού έραψαν στη φυλακή να βγαίνουν με τάξη καί ευλάβεια. Κι ήταν οι πιο λαμπρές στολές πού είχαν φορεθεί ποτέ, Τότε ένα σημάδι έδειξε την παρουσία του Θεού καθώς ένα μεγάλο κύμα χτύπησε στην άκρη της γειτονικής λίμνης βρέχοντας τους φυλακισμένους. “Ενα ατέλειωτο ποτάμι από τους κατάδικους πού μες στη νύχτα κρατούσε αντί για κερί ένα ξύλο πού σιγόκαιγε με τ’ “Αγιο Φως είχε κυκλώσει τους ιερείς. ΄0 π. Αλέξιος στάθηκε στο μέσο καί φώναξε ν’ ακούσει όλος ό κόσμος.

-Χριστός Ανέστη!

Καί τα χαρακωμένα πρόσωπα πού άστραφταν άπ’ τ’ “Αγιο Φως απάντησαν θαρρετά.

-Αληθώς Ανέστη!

Αμέτρητο λεφούσι από πουλιά πετούσαν πάνω από τη φυλακή καί παίρνοντας το μήνυμα της Αναστάσεως το μοίραζαν στον κόσμο.

Ό π. Αλέξιος διάβαζε αργά καί κατανυκτικά τον Κατηχητικό λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Σέ λίγο οι φυλακισμένοι κοινωνούσαν του Σώματος καί του Αίματος του Κυρίου.

Ό π. Αλέξιος σήκωσε το ξύλινο Άγιοπότηρο ψηλά ευχόμενος: «Πάντοτε νυν καί αεί…»

Με δάκρυα ευχαρίστησε το Θεό για το πιο όμορφο Πάσχα πού έζησε
στη ζωή του. Γιατί όπως του είχε πεϊ κάποιος γέροντας: «Οί ώρες του πόνου είναι οι πιο γλυκές ώρες της προσευχής».

Αρχιμ.Εφραίμ Παναούση
περιοδικό ”Πειραική Εκκλησία

Ἡ κρίση συμπαρασύρει τὴν οἰκογένεια ἢ ἡ οἰκογένεια ἐλέγχει τὴν κρίση

Toῦ Κωνσταντίνου Γανωτῆ,

φιλολόγου-συγγραφέως

Κρίση λέμε μία χρονικὴ περίοδο μεγάλων προβλημάτων ποὺ βάζουν σὲ κίνδυνο τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Ἡ πρώτη κρίση ξέσπασε μέσα στὸν Παράδεισο κιόλας, ὅπου ὁ Ἀδὰμ ἄκουσε τὸ «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;» καὶ ἐφοβήθηκε. Αὐτὸς ὁ φόβος ἦταν ἡ πρώτη κρίση. Οἱ πρωτόπλαστοι ἦταν ἤδη οἰκογένεια. Κι ἀκολουθοῦν ἱδρῶτες, ἀγκάθια, τριβόλια, πόνοι τῆς γέννας καὶ ἀποστροφὴ τῆς Εὔας στὴν ἐξουσία τοῦ ἄντρα της. Τί ἐδίδαξε αὐτὴ ἡ πρώτη οἰκογένεια στὰ παιδιά της;

Τὸ ἕνα ἦταν ὁ ἀθῶος Ἄβελ, τὸ ἄλλο ὁ φονιὰς Κάιν. Ἡ οἰκογένεια σὲ κορύφωση κρίσης: Προβλήματα οἰκονομικά, ἠθικά, ὑπαρξιακά. Ὁ θάνατος παρὼν ἤδη. Ὁ Κάιν εἶχε ἀκόμα τὴν προστασία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἔπρεπε κάπου νὰ κρύψει τὸ τρέμουλο, ποὺ τὸν κατεῖχε («ἔσει στένων καὶ τρέμων»), κάπου νὰ κρύψει τοὺς στεναγμούς του. Καὶ… «ὁ δὲ Κάιν ἦν οἰκοδομῶν πόλιν». Κι ἔτσι μὲ τὴν πρώτη πόλη ἄρχισε ὁ πολιτισμός. Ὁ πολιτισμὸς εἶναι μία διαχρονικὴ παγκόσμια κρίση. Εἶναι μιὰ ὑποκατάσταση τοῦ Παραδείσου. Ὁ Ἀδὰμ ἐγκαταστάθηκε κατέναντι τοῦ Παραδείσου, τὸν ἔβλεπε μὲ τὶς πύλες του κλεισμένες καὶ θρηνοῦσε. Ὁ Κάιν ὅμως εἶχε στρέψει τὶς πλάτες του στὸν Παράδεισο κι ἔβλεπε πρὸς ἕνα μέλλον ποὺ ξεκινοῦσε ἀπὸ τὸν ἴδιο κι ἀπέβλεπε…

στὴν «εὐτυχία» τοῦ γυιοῦ του Ἐνώχ, ποὺ τ’ ὄνομά του ἔδωσε ὁ Κάιν στὴν πόλη ποὺ ἔχτιζε. Νά, ἔτσι γεννήθηκε ὁ ἀνθρωπισμός. «Τὰ παιδιά μας νὰ εὐτυχήσουν, τί ἄλλο καλύτερο;» Κι ἀκολούθησε μία σειρὰ γενεῶν ποὺ ὀνομάστηκαν ἄνθρωποι. Ἡ Εὔα ὅμως ἐγέννησε κι ἄλλο γυιὸ καὶ εἶπεν: «ἐξανέστησεν ὁ Θεὸς σπέρμα ἕτερον ἀντὶ τοῦ Ἄβελ…». Αὐτὸς ἦταν ὁ Σὴθ καὶ ὁ γυιός του, ὁ Ἐνώς, «ἤλπισεν ἐπικαλεῖσθαι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ». Κι ἀπὸ τότε οἱ ἀπόγονοι τοῦ Κάιν ὀνομάζονται στὴ Γένεση «ἄνθρωποι», ἐνῷ οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἐνὼχ ὀνομάζονται «υἱοὶ τοῦ Θεοῦ».

Ἀπὸ τὶς δύο γενεαλογικὲς παραδόσεις κυοφορήθηκε ἡ παγκόσμια κρίση, ποὺ κατέληξε στὸν «Κατακλυσμό». Μικρὴ κρίση ἦταν ὁ κατακλυσμός; Ὅλες οἱ ἄλλες κρίσεις ποὺ πέρασε ἡ ἀνθρωπότητα δὲν ἔφτασαν στὴν τραγικότητα τοῦ κατακλυσμοῦ. Μὲ τὸν κατακλυσμὸ ἀφανίστηκαν οἱ «ἄνθρωποι» ἀλλὰ καὶ οἱ «υἱοὶ τοῦ Θεοῦ», ποὺ ἔσμιγαν μὲ τὶς θυγατέρες τῶν ἀνθρώπων. Κι ἔμεινε ὁ Νῶε μὲ τὴν κιβωτό του, γιὰ νὰ συνεχίσει τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου! Κι ἂν δὲν ἐδήλωνε ὁ Κύριος ὅτι δὲν θὰ ξανακάνει κατακλυσμὸ στὸν κόσμο, θὰ εἶχε λόγους νὰ κάνει πολλοὺς κατακλυσμοὺς ἀκόμα. Γιατὶ οἱ ἄνθρωποι συνέχισαν τὸν πολιτισμό, ξέχασαν καὶ ὅτι εἶναι «υἱοὶ τοῦ Θεοῦ» καὶ ὅλοι παραδόθηκαν στὶς ἐπιθυμίες τους, ποὺ ἔγιναν καθοριστικὲς δυνάμεις πρὸς κάθε δραστηριότητα. Ἡ κρίση βέβαια συνεχίζεται καὶ δείχνει τὸ ἀπαίσιο πρόσωπό της μὲ τὸν φόβο τῶν ἀδυνάτων, τὴ βία τῶν δυνατῶν καὶ τὴν κατάθλιψη ὅλων.

Ἡ κατάθλιψη ἔγινε τὸ κύριο χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τοῦ πολιτισμοῦ, περισσότερο βέβαια τῶν ἰσχυρῶν ἀλλὰ καὶ τῶν ἀδυνάτων, ποὺ ὀνειρεύονται κι αὐτοὶ νὰ γίνουν ἰσχυροί. Κι ἔτσι οἱ ἄνθρωποι ζοῦν μέσα σὲ πολιτισμικὸ ὀργασμὸ βουτηγμένοι στὴν κατάθλιψη, γεμᾶτοι ἐνοχές καὶ πεθαίνουν ἀπαρηγόρητοι καὶ ἀνυποψίαστοι γιὰ τὸ νόημα τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Αὐτὸ εἶναι κρίση νοήματος τῆς ζωῆς καὶ κρίση εὐτυχίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι λ.χ. ὑψώθηκε ἀπὸ τὸν Περικλῆ ἡ μεγαλοπρεπὴς εἰκόνα τῆς Ἀθηναϊκῆς Πολιτείας, γιὰ τὴν ὁποία ἔκρινε ὁ στρατηγὸς ὅτι ἄξιζε καὶ ἐπιβάλλεται νὰ πεθαίνουν τὰ παλληκάρια της. Ἡ Ἀθηναϊκὴ πολιτεία ὅμως, ἀφοῦ διέτρεξε μία τροχιὰ τριακονταετίας μὲ ἀνήκουστα ἐγκλήματα, κατέληξε σὲ μία δραματικὴ πτώση σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα. Ἦταν μία κρίση, κρίση ἀπαρηγόρητη, μὲ γενικὴ δυστυχία καὶ ψυχικὴ-πνευματικὴ ἀλλὰ καὶ ὑλική.

Ἀπ’ αὐτὴν τὴν κρίση δὲν βγῆκαν οἱ Ἀθηναῖοι καὶ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες οὔτε μὲ τοὺς θριάμβους τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Συνεχίστηκε βαρύτερα μὲ τοὺς Ρωμαίους. Καὶ ἡ δοξασμένη σοφία τους ἔγινε μία κομψὴ Ἀττικὴ φλυαρία, ποὺ τὴν ἐπιδοτοῦσαν οἱ Ρωμαῖοι, γιὰ νὰ κοσμεῖ τὴ βαρβαρότητά τους. Καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ διαρκὴς μέσα στοὺς αἰῶνες κρίση ἦταν, αἰσθητὰ καὶ οὐσιαστικά, κρίση τῆς οἰκογένειας. Ἀλήθεια, ποιός θὰ συμπονοῦσε τὸν βασανισμένο ἄνθρωπο τῆς κρίσης αὐτῆς; Οἱ ἄρχοντες, οἱ γείτονες, οἱ στρατηγοί; Κανένας ἀπ’ αὐτούς. Μόνο ἡ οἰκογένεια τοῦ καθενός, ἡ μάνα του καὶ οἱ ἄλλοι δικοί του τὸν συμπονοῦσαν κι αὐτὸ ἦταν ἡ μοναδική του παρηγοριά. 

Ἀλλὰ αὐτοὶ οἱ δικοί του ἦταν καὶ οἱ πρῶτοι καὶ οἱ μόνοι ὑπεύθυνοι νὰ τὸν παιδαγωγήσουν ἔτσι, ὥστε νὰ μὴ ρίχνει στὴν ὀδύνη τὰ παιδιὰ τῶν ἄλλων μανάδων. Ὅταν οἱ Ἀθηναῖοι κατακρεουργοῦσαν μέσα σ’ ἕνα οἰκόπεδο τοὺς χίλιους Μυτιληναίους τὸ 428, αὐτοὶ ποὺ τὸ ἀποφάσισαν κι αὐτοὶ ποὺ τὸ ἐκτέλεσαν εἶχαν μία οἰκογένεια, ποὺ δὲν τοὺς δίδαξε τὴν ἀγάπη καὶ τὸν σεβασμὸ στὸν διπλανὸ ἄνθρωπο. Δὲν ἦταν ἕνα λάθος ἀλλὰ μία πρακτικὴ συνηθισμένη, ποὺ ἐπαναλαμβανόταν συχνὰ στὴ Σάμο, στὴν Αἴγινα κι ἀλλοῦ. Δὲν ὑπῆρχε μία μάνα μέσα στὸν νοῦ τους σὰν τὴν Μπούρμπενα στὸ ἔργο «Ἔρως-ἥρως» τοῦ Παπαδιαμάντη, νὰ ἔρθει στὸν νοῦ τοῦ γυιοῦ της τοῦ Γιωργῆ καὶ νὰ τοῦ φωνάξει στὴν κρίσιμη στιγμή: -Τί πᾶς νὰ κάνεις, παιδί μου;! Στοὺς Μηλίους οἱ Ἀθηναῖοι, ποὺ τοὺς ἔσφαξαν τελικά, ἀπολογήθηκαν ὅτι ἔπρεπε νὰ διαφυλάξουν τὴν ἰδέα τῆς δύναμης τῆς πόλεως καὶ στοὺς Σπαρτιᾶτες ἀπολογήθηκαν πὼς ὅ,τι κάνουν ὑπαγορεύεται ἀπὸ τὸν φόβο, τὴ δόξα καὶ τὸ συμφέρον. Καὶ μὲ αὐτὸ τὸ ἦθος ἐμαύρισαν τὴν ψυχή τους ἀνεπανόρθωτα καὶ τὴ ζωὴ ὅλων τῶν Ἑλλήνων.

Αὐτὸ δὲν ἀναφέρεται ὡς κρίση ἀπὸ τοὺς ἱστορικούς. Ἴσα-ἴσα θαυμάζεται ὡς «χρυσὸς αἰῶνας»! Αὐτὴ τὴν ἀχαρακτήριστη καὶ ψύχραιμη λογική, ποὺ ἐμπνέει τοὺς Ἀθηναίους πρὸς μία ἀπάνθρωπη συμπεριφορά, δὲν θὰ τὴν ποῦμε κρίση; Μάλιστα θὰ τὴν ποῦν οἱ κριτικοὶ κρίση ἠθικῶν ἀξιῶν. Δὲν πιστεύω ὅτι ἡ οἰκογένεια ἔχει τὸ μυστικὸ τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἡ οἰκογένεια ἔχει τὸ σπλάχνο νὰ θρηνήσει γιὰ τὴν ἀπώλεια τῶν ἀνθρώπων, γιατὶ ὅλοι γιὰ πολλὰ χρόνια ὑπῆρξαν παιδιὰ-μέλη μιᾶς οἰκογένειας. 

Ὅσοι καταχράστηκαν ἐξουσίες καὶ ταμεῖα, ὅσοι διέπραξαν ἀπάτες καὶ δωροληψίες, ὅσοι καταδολιεύτηκαν τὸν δημόσιο πλοῦτο καὶ ἔγιναν αἴτιοι τῆς κρίσης, ποὺ μαστίζει τὴ χώρα μας καθὼς καὶ ὅλες τὶς χῶρες τοῦ κόσμου, ὅλοι εἶχαν κάποτε, καὶ πολλοὶ ἀκόμα ἔχουν, μία μάνα, ἕναν πατέρα, ποὺ ἀπ’ τὴν παιδική τους ἡλικία ἔβλεπαν τὴν τάση τῶν παιδιῶν τους γιὰ τὴν ἁμαρτία καὶ δὲν πόνεσαν γι’ αὐτό, δὲν τὸ δασκάλεψαν νὰ γίνει καλὸ παιδί, δὲν τὸ λυπήθηκαν γιὰ τὸ συφοριασμένο τέλος, ποὺ θὰ τὸ εὕρει κι αὐτὸ ἀναπόφευκτα.

Τὰ παιδιά μας διδάσκονται στὰ σχολεῖα τους κυριολεκτικὰ τὴ διαφθορά, τὴ διδάσκονται κυρίως ἀπὸ τὰ σχολικὰ βιβλία. Οἱ δάσκαλοι, ὅσοι εἶναι εὐσεβεῖς, δοκιμάζονται ἀπὸ μία καινούργια χοῦντα τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας. Οἱ οἰκογένειες ὅμως ἔχουν πλήρη ἄγνοια καὶ δείχνουν πλήρη ἀδιαφορία γιὰ τὴν παιδεία τῶν παιδιῶν τους, γιὰ τὸ ἦθος τῆς παιδείας τους. Εἶναι ὑποδουλωμένοι στὴν ἀκράδαντη πεποίθηση ὅτι τὸ μόνο πρέπον καὶ ἀναγκαῖο σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ εἶναι ἡ δύναμη, δύναμη κυρίως τοῦ πλούτου. Ὅ,τι δὲν ἀντιστρατεύεται αὐτὸ τὸ ἰδανικὸ τῆς δύναμης εἶναι ἀνεκτὸ καὶ εὐπρόσδεκτο. Ἂν θέλει νὰ γίνει δηλαδὴ ἡ κόρη τους πορνοστὰρ μὲ μεγάλες ἀμοιβὲς καὶ προβολὲς στὰ Μ.Μ.Ε, συνήθως τὸ δέχονται εὐχάριστα καὶ μὲ καμάρι. Ἂν ὅμως αὐτὸ γίνει μὲ πολὺ χαμηλὴ ἀμοιβή, τότε ντρέπονται, γιατὶ σ’ αὐτὸ καταλήγουν οἱ φτωχοὶ ἄνθρωποι.  

Γιὰ νὰ μιλήσουμε τώρα μὲ ἀπόλυτη καθαρὴ κρίση, θὰ πρέπει νὰ συστήσουμε στὸν κόσμο τὴ μετάνοια καὶ τὴν πίστη στὸν Θεό ὡς ἀντιμετώπιση τῆς κρίσης (καὶ αὐτῆς ποὺ περνᾶμε στὶς μέρες μας καὶ τῆς παγκόσμιας διαχρονικῆς κρίσης). Θ’ ἀκούσουν ὅμως τὶς συστάσεις μας δύσκολα, μόνο στὸν πόνο τῆς ἀποτυχίας μπορεῖ ν’ ἀκούσουν κάποιοι. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ πολὺς κόσμος δὲν εἶναι πρόθυμος νὰ ζητήσει μία λύση ἀποκλειστικὰ ἐκκλησιαστική, ἀναζητοῦμε καὶ ἄλλες φυσικὲς, θὰ ‘λεγε κανεὶς, ἀνθρωπολογικὲς προϋποθέσεις. 

Ἡ οἰκογένεια, ποὺ ἔχει φυσικὴ καὶ πνευματικὴ δυναμικὴ στὴ συνέχεια τῶν γενεῶν, ἔχει ἀκόμα τὸ κῦρος καὶ τὸ χρέος νὰ ὁδηγήσει τὰ τέκνα στὴν ἀρετὴ ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν κάθε ἄνθρωπο τούτης τῆς γῆς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὰ ἴδια τὰ τέκνα της. Ζοῦμε μέσα σὲ μία κοινωνία ποὺ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὴν κακία. Ὅλοι εἴμαστε γεννημένοι ἀπὸ κάποια μάνα καὶ κάποιον πατέρα. Ὑπάρχουν δηλαδὴ αὐτοί, ποὺ μᾶς ἀγάπησαν (τουλάχιστον περισσότερο ἀπὸ ἄλλους ἀνθρώπους) σὰν γέννημά τους. Στοιχειώδης εὐθύνη τοῦ κάθε γονιοῦ εἶναι νὰ μὴ φέρει πόνο στὸν κόσμο τὸ παιδί του καὶ φυσικὰ νὰ μὴν πονέσει τὸ ἴδιο.

Σήμερα φαίνεται ὅτι πολλοὶ γονεῖς τὸ ἔχουν χάσει τὸ χρέος τους αὐτό. Κι ἐμεῖς ἔχουμε ὡς χριστιανοί, περισσότερο ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους, τὴ δύναμη νὰ φέρουμε τέτοιους ἀνθρώπους στὴ ζωή. Ἡ χριστιανικὴ οἰκογένεια, ποὺ ἔδωσε τόσους ἁγίους καὶ μάρτυρες στὴ ζωὴ καὶ διασώζει μέσα στὴν καθημερινὴ πρακτική της τὴν ἀσκητικὴ ἀγωγὴ τόσων αἰώνων, αὐτὴ ἡ οἰκογένεια μπορεῖ νὰ ἀνακόψει κάθε κρίση καὶ νὰ στήσει πολλὰ τέκνα της στὰ δεξιὰ τοῦ Κυρίου κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσης. Ξέρουμε ὅλοι ὅτι ἡ οἰκογένεια ὑπάρχει πρὶν ἀπὸ κάθε κρίση σ’ αὺτὸν τὸν κόσμο καὶ ὅτι κάθε κρίση γεννήθηκε μέσα σὲ οἰκογένειες, ὡς ἀποτέλεσμα τῶν ἀποτυχιῶν τους. 

Ἄρα δὲν παρασύρει τὴν οἰκογένεια στὴ δυστυχία καμμία κρίση, ἀλλὰ τουναντίον ἡ οἰκογένεια στὴν ἀποταχιά της νὰ λειτουργήσει σύμφωνα μὲ τὴν εὐλογία καὶ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ φέρνει τὴν κρίση, τὴν κάθε κρίση στὴ ζωή. Γιὰ νὰ ἀποφασίσει ἕνα ζευγάρι νὰ κάνει μία σωστὴ οἰκογένεια, πρέπει νὰ ἔχει ἕνα ὅραμα ζωῆς πού, ἐνῷ δὲν μειώνει τὴν οἰκογενειακὴ εὐτυχία τοῦ ζευγαριοῦ, τὴ βάζει σὲ μία τιμητικὴ ὑπηρεσία τῆς παγκόσμιας εὐτυχίας μαζὶ μὲ τὴ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἐγκαθίσταται μὲ τὴ χάρη Του στὸ σπίτι τους. Ὕστερα πρέπει ἡ οἰκογένεια αὐτὴ νὰ ἀγαπήσει τὴ θυσία καὶ τὸ μαρτύριο ἀκόμα, ποὺ πρέπει νὰ σηκώσει μὲ τὴν ἐπιλογή της. Ὅταν τὸ μαρτύριο τὸ ἀγαπήσει μὲ ἐνθουσιασμό, δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη εὐτυχία στὴ ζωή. Κι ὅμως δὲν μπορεῖ εὔκολα νὰ τὸ πεῖ κανεὶς στὴν ἐποχή μας, γιατὶ ἔχει ἐπικρατήσει μία ἀντίθετη φιλοσοφία ζωῆς.

Καὶ ἡ χριστιανικὴ οἰκογένεια καλεῖται νὰ πολεμήσει μὲ τὰ αὐτονόητα τῆς ἀστικῆς κοινωνίας. Εἶναι δηλαδὴ ἐπαναστάτης. Ἡ οἰκογένεια – ἐπαναστάτης πηγαίνει κόντρα στὴν κρίση, γιατὶ ἀσκεῖται στὴν ὀλιγάρκεια καὶ τὰ εἰσοδήματά της ἀσφαλίζονται ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὀλιγάρκεια καὶ ἀπὸ τὴ φιλανθρωπία, ὅπως συνέβη μὲ τὴ Φιλοθέη τὴν Ἀθηναία. Ἀντέχει στὶς περιπέτειες καὶ στὶς θλίψεις μὲ τὸ ἀναμμένο καντήλι καὶ τὴ θερμὴ προσευχή. Φιλοξενεῖ τὸν ἴδιον τὸν Θεὸ στὸ σπίτι της ἀλλὰ καὶ στὰ ἴδια τὰ σώματα τῶν μελῶν της. Ἡ ἀνθρωπότητα καὶ στὴν καλύτερη ἀκόμα ἐκδοχή της βλέπει τὸ τέλος τῆς Ἱστορίας πολὺ μακρινό, ἡ χριστιανικὴ οἰκογένεια ὅμως κοινωνεῖ καὶ γεύεται αὐτὸ τὸ τέλος σὲ κάθε λειτουργία. Καὶ μ’ αὐτὴν τὴ δυναμική, ποὺ εἶναι ἡ τελειότερη στὸν κόσμο, τρέφει τὴν ἐλπίδα τοῦ μέλλοντος γιὰ κάθε προκοπή

πηγή