Ύμνος στην συγχώρηση(Αγ.Νικολάου Αχρίδος)

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ.

 

Συγχώρηση
Γιά να μάς συγχωρήσει ό Θεός, ας συγχωρούμε κι εμείς τούς ανθρώπους.
Είμαστε όλοι σ’ αυτή τη γή προσωρινοί, ως φιλοξενούμενοι. Ή παρατεταμένη νηστεία και ή βαττολογία στην προσευχή είναι ματαιοπονία, χωρίς τη συγχωρητικότητα και το αληθινό έλεος.
Ό Θεός είναι ό αληθινός Ιατρός οι αμαρτίες είναι ή λέπρα. Όποιον ό Θεός καθαρίζει, επίσης και τον δοξάζει.
Κάθε ελεήμονα πράξη των ανθρώπων ό Θεός με έλεος τήν ανταμείβει.
Εκείνος πού ανταποδίδει τήν αμαρτία με αμαρτία, χωρίς έλεος απόλλυται.
Το πύον δεν καθαρίζεται με πύον από μολυσμένες πληγές.
Ούτε το σκοτάδι της υπόγειας φυλακής διαλύεται με σκοτάδι.
Το αγνό βάλσαμο επουλώνει τα έλκη των πληγών και το φως διαλύει το σκοτάδι της υπόγειας φυλακής. Στους βαριά τραυματισμένους το έλεος είναι σαν βάλσαμο 
Με το έλεος όλοι αγάλλονται, όπως με το φως στο σκοτάδι.

Ό τρελός λέει: «Δεν έχω ανάγκη από έλεος!».
Όταν όμως συγκλονίζεται από τη δυστυχία, τότε κραυγάζει για έλεος!

Οι άνθρωποι κολυμπούν μέσα στο έλεος του Θεού- αυτό, το έλεος του Θεού, μάς ξυπνάει στη ζωή!
Γιά να μάς συγχωρήσει ό Θεός,ας συγχωρούμε κι εμείς τούς ανθρώπους,είμαστε όλοι σ’ αύτή τη γη προσωρινοί, ως φιλοξενούμενοι. 
 
Από το βιβλίο ο ”Ο πρόλογος της Αχρίδος”Μήνας Φεβρουάριος
 

Κρίση και ελπίδα

Υπάρχει μια θαυμάσια παράγραφος στα κείμενα του αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης, ενός Ρώσου ιερέα που έζησε στο τέλος του 19ου αιώνα, όπου λέει ότι ο Θεός δεν μας αποκαλύπτει την ασχήμια της ψυχής μας παρά μόνο όταν μπορέσει να διακρίνει μέσα μας αρκετή πίστη και αρκετή ελπίδα ώστε να μην τσακιστούμε από τη θέα των αμαρτιών μας.

Με άλλα λόγια, όσες φορές βλέπουμε τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού μας και όσο αυτή η επίγνωση αυξάνει διότι αισθανόμαστε τον εαυτό μας περισσότερο κάτω από το φως του Θεού (δηλαδή κάτω από το φως της θείας Κρίσης), τότε πρέπει να συμπεράνουμε δύο πράγματα: ότι με οδύνη ανακαλύψαμε την εσωτερική μας ασχήμια και ότι, παρά την οδύνη αυτή, μπορούμε συγχρόνως να χαιρόμαστε γιατί ο Θεός μάς χάρισε την εμπιστοσύνη Του. Αυτός ο ίδιος μάς εμπιστεύθηκε μια νέα γνώση του εαυτού μας, όπως είναι, όπως Αυτός πάντοτε μας έβλεπε και όπως, μερικές φορές, μας εμπόδισε να δούμε γιατί δεν θ’ αντέχαμε στην αλήθεια. Έτσι η Κρίση γίνεται χαρά γιατί, παρόλο ότι ανακαλύπτουμε τι είναι κακό, αυτή η ανακάλυψη μετριάζεται απ’ την αίσθηση ότι ο Θεός έχει δει αρκετή πίστη, ελπίδα και κουράγιο μέσα μας ώστε να μας επιτρέψει να δούμε· γιατί ξέρει ότι τώρα πια μπορούμε και να δράσουμε.

Όλα αυτά έχουν σημασία αν θέλουμε να καταλάβουμε ότι η χαρά και η πνευματική δράση συμβαδίζουν. Διαφορετικά η επίμονη και συνεχής προσπάθεια της Εκκλησίας και του Λόγου του Θεού να μας κάνουν να συναισθανθούμε τι δεν πάει καλά μέσα μας, θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν σε απόγνωση και σκοτείνιασμα του νου και της ψυχής.

Όταν απελπιστούμε και καταρρεύσουμε, είμαστε ανίκανοι ν’ αποδεχθούμε με χαρά την Ανάσταση του Χριστού, επειδή ακριβώς τότε νιώθουμε ή νομίζουμε πως νιώθουμε ότι η Ανάσταση δεν έχει καμιά σχέση με μας. Εμείς τότε βρισκόμαστε στο σκοτάδι. Εκείνος είναι το φως. Μας απασχολεί έντονα η Κρίση και η καταδίκη μας, τη στιγμή που θα ‘πρεπε να κάνουμε προσπάθεια ν’ αποβάλουμε το σκοτάδι για να βρεθούμε μέσα στη σωτηριώδη ενέργεια του Θεού, που είναι βέβαια η κρίση μας αλλά και η σωτηρία μας.

Έτσι λοιπόν, το πρώτο βήμα είναι να γνωρίσουμε τον εαυτό μας. Η αμαρτία προξενεί διάσπαση και στον εαυτό μας και στις σχέσεις μας με τους άλλους. Ανάμεσα δε σ’ αυτούς τους άλλους δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως υπάρχει πάντα ο αόρατος Πλησίον, ο Θεός. Επομένως το πρώτο βήμα στην αποτίμηση του εαυτού μας θα είναι να καταμετρήσουμε αυτή την κατάσταση της διάσπασης. Πόσο η καρδιά μου βρίσκεται σε διάσταση με το μυαλό μου; Η θέλησή μου κατευθύνεται σ’ ένα μοναδικό σκοπό ή ταλαντεύεται αδιάκοπα; Πόσο οι πράξεις μου κατευθύνονται από τη δική μου σταθερή πίστη και πόσο επηρεάζονται από ανυπότακτες παρορμήσεις; Πόση ολοκλήρωση υπάρχει μέσα μου; Ή, από την άλλη μεριά, πόσο απόμακρα βρίσκομαι από τον Θεό και τον πλησίον μου;

Όσο θα ζούμε την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής ως περίοδο πνευματικής λύπης και πένθους, τόσο η χαρά του Χριστού θα μας γεμίζει.

 Το θέμα φαίνεται οξύμωρο, αφού η Μεγάλη Σαρακοστή είναι συνδυασμένη με τη λύπη, την άσκηση, τη σιωπή, τη νηστεία. Αυτό δηλαδή που ονομάζουμε «πνευματικό πένθος».

 Πράγματι, την περίοδο αυτή καλούμαστε να συνειδητοποιήσουμε την κατάστασή μας, που χαρακτηρίζεται από την αμαρτία, την αδυναμία, τη νωθρότητα, την αδιαφορία. 

 Να συνειδητοποιήσουμε πως ο Θεός δεν είναι, δυστυχώς, το Α και το Ω της ζωής μας. Και, στη συνέχεια, να επανατοποθετηθούμε έναντι του εαυτού μας, που ζητά την ουσία της ζωής, το αληθινό πνευματικό βίωμα.Αυτό βασικά οδηγεί στη μετάνοια που εκφράζεται με την εσωτερική ανάγκη «να κάνουμε κάτι», για να βγούμε από το αδιέξοδο της ύπαρξής μας, όσο οι δυνάμεις και τα χρόνια μας το επιτρέπουν. Ήδη «το τέλος εγγίζει» και «ο καιρός είναι ευπρόσδεκτος» για μια τέτοια αλλαγή.
Όλα αυτά φέρνουν την κατάνυξη, τον προβληματισμό, τη συστολή, τη συντριβή της καρδίας, τον καρδιακό πόνο. Αυτό που οι φιλοκαλικοί πατέρες ονομάζουν «την κατά Θεόν λύπη».

Όμως, ξέρουμε πως υπάρχει και η άλλη λύπη, που φέρνει διάλυση των δυνάμεων,
απόγνωση κι απογοήτευση. Αυτή η «άλλη λύπη» έχει ως αιτία την αμαρτία και τα πάθη μας που ριζώνουν στο νου και στην καρδία. Ακόμα, πηγάζει από τις δύσκολες συνθήκες της ζωής μας, στην οικογένεια, στα οικονομικά και στο επάγγελμά μας. Υπάρχουν και οι περιπτώσεις των προσωρινών ή μόνιμων δοκιμασιών που έρχονται απρόσμενα και αλλάζουν την πορεία της ζωής.

Η Μεγάλη Σαρακοστή μας αποκαλύπτει τη λύπη μέσα από το πρίσμα της εκκλησίας, δηλαδή «του ετέρως οράν τα πράγματα» (της διαφορετικής θεώρησης της ζωής).
Με τα λόγια που είπε ο Χριστός στους μαθητές Του, την τελευταία νύχτα για την αναχώρησή Του και το πάθος Του, «η λύπη πεπλήρωκεν την καρδία τους» (Ιω.16,6). 

Τους βεβαίωσε όμως πως θα Τον δουν πάλι και θα χαρεί η καρδία και την χαρά αυτή κανείς δεν θα μπορέσει να τους την αφαιρέσει (Ιω.16,22).
Η χαρά του Χριστού είναι πολύ μεγάλη. Περνά όμως μέσα από πολύ πόνο, είτε σωματικό είτε ψυχικό. Γιατί ο πόνος «καθαίρει» από τα περιττά, απ’ όσα μας εμποδίζουν να δούμε το φως, να χαρούμε τις δωρεές Του, να πετάξουμε …;
 Η Μεγάλη Σαρακοστή, με τον τρόπο που μας καλεί η εκκλησία να τη ζήσουμε -δηλαδή τη νηστεία, την άσκηση, τη σιωπή, τις πολλές και μακρές Ακολουθίες- γίνεται οδός προς τη χαρά, την ουσιαστική, την εσωτερική, τη μένουσα χαρά.
Όσο θα ζούμε την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής ως περίοδο πνευματικής λύπης και πένθους, που εκφράζεται με τον πόνο γι’ αυτό που είμαστε και δεν θα έπρεπε ή γι’ αυτό που δεν είμαστε και θα έπρεπε ως τέκνα Θεού, τόσο η χαρά του Χριστού θα μας γεμίζει.
Τότε όλη η περίοδος θα χαρακτηρίζεται από το «χαροποιόν πένθος», τη «χαρμολύπη» των Αγίων, με αποκορύφωμα το Πάσχα, την εορτή των εορτών, όπου θ’ ακούμε συνεχώς ότι είναι «η ημέρα ήν εποίησεν ο Κύριος» γι’ αυτό «αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή».
 

Η αδιαφορία για τους αμαρτάνοντας είναι αμαρτία

Πρέπει να αδιαφορούμε για όσους αμαρτάνουν; Η απάντηση που δίνει ο μέγας Βασίλειος είναι αρνητική (ΕΠΕ 9, 66-68). Όχι, λέγει, δεν πρέπει να αδιαφορούμε για τους συνανθρώπους μας που αμαρτάνουν. Και στηρίζει τη γνώμη του αυτή στην Αγία Γραφή. Ο Κύριος, λέγει ο μέγας Βασίλειος, έχει δώσει ξεκάθαρη εντολή, στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη, για το θέμα αυτό.

Πράγματι στο Λευιτικό ο Κύριος προστάζει τα εξής: «Θα ελέγξεις με παρρησία τον πλησίον σου και δε θα χρεωθείς αμαρτία γι’ αυτόν» (Λευϊτ. ιθ, 17). Αλλά και στο Ευαγγέλιο ο Κύριος πάλι προστάζει: «Αν αμαρτήσει σε βάρος σου ο αδερφός σου, πήγαινε και έλεγξέ τον ιδιαιτέρως, χωρίς να παρευρίσκεται κανείς άλλος˙ αν σε ακούσει και μετανοήσει, κέρδισες τον αδερφό σου. Αν όμως δε σε ακούσει, πάρε μαζί σου έναν ή δύο, για να βεβαιωθεί κάθε λόγος με το στόμα δύο ή τριών μαρτύρων. Εάν δε παρακούσει και σ’ αυτούς, ανάφερε το αμάρτημά του στην εκκλησία. Εάν δε παρακούσει και στην εκκλησία, έχε τον όπως τον ειδωλολάτρη και τον τελώνη» (Ματθ. ιη, 15-17).

Επομένως, είναι ολοφάνερο από τα Γραφικά αυτά κείμενα ότι όχι μόνο δεν πρέπει να αδιαφορεί κανείς για αυτούς που αμαρτάνουν, αλλ’ ότι πρέπει και να τους ελέγχει ακόμα. Γιατί όμως; Διότι, διαφορετικά, αμαρτάνει και θα τιμωρηθεί ο χριστιανός που δεν ελέγχει τον αμαρτάνοντα αδερφό εν Χριστώ. Και την άποψή του αυτή ο μέγας Βασίλειος τη στηρίζει πάλι στην Αγία Γραφή τονίζοντας ότι όποιος θέλει να μάθει πόσο πολύ θα καταδικαστεί ο χριστιανός που παραλείπει να ελέγχει (με αγάπη και πραότητα βεβαίως) τους αμαρτάνοντας, μπορεί να το μάθει πρώτον μεν απ’ την απάντηση του Κυρίου, που έχει γενικό χαρακτήρα, και σύμφωνα με την οποία «όποιος δεν υπακούει στον Υιό, δε θ’ αντικρύσει την αιώνια ζωή, αλλά θα μένει επάνω του η οργή του Θεού» (Ιωάν. γ΄, 36). Έπειτα, δε, μπορεί να το μάθει και από ιστορίες που αναφέρονται και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Συνεχίζοντας ο μέγας Βασίλειος αναφέρει πρώτα το περιστατικό του Άχαρ. Όταν ο Άχαρ έκλεψε ένα χρυσό ομοίωμα γλώσσας και τη στρατιωτική στολή, ο Θεός τιμώρησε όλον τον ισραηλιτικό λαό, παρά το γεγονός ότι ο λαός αγνοούσε και εκείνον που αμάρτησε και το είδος της αμαρτίας που διέπραξε, μέχρις ότου φανερώθηκε ο Άχαρ (που αμάρτησε) και υπέμεινε τη φοβερή εκείνη καταστροφή μαζί με όλους τους δικούς του. ( Ιησ. Ναυή ζ, 21-26).

Μετά το περιστατικό του Άχαρ, ο μέγας Βασίλειος αναφέρει το περιστατικό του ιερέα Ηλεί. Ο Ηλεί, αν και δεν ησύχασε για τα παιδιά του, που αμάρταναν, και τα συμβούλευσε πολλές φορές και είπε: «μη παιδιά μου˙ δεν ακούω καλά πράγματα για σας» (Α’ Βασ. β’ 24), αν και μίλησε σ΄ αυτά για το παράλογο της αμαρτίας και για το αναπόφευκτο της καταδίκης, παρ΄ όλ΄ αυτά, επειδή δεν τα τιμώρησε και δεν έδειξε απέναντί τους το ζήλο που έπρεπε, τόσο πολύ εξόργισε το Θεό, ώστε να καταστραφεί και ο λαός μαζί με τους γιούς του, και να παρθεί απ΄ τους αλλόφυλους ακόμα και η κιβωτός της Διαθήκης και να βρει οικτρό θάνατο και ο ίδιος ο Ηλεί.

Μετά την αναφορά των δύο χαρακτηριστικών αυτών παραδειγμάτων ο μέγας Βασίλειος συμπεραίνει: αν η οργή του Θεού εκδηλώθηκε τόσο φοβερή εναντίον όλων εκείνων που δε συμφωνούσαν με τον αμαρτάνοντα, και εναντίον εκείνων που εμπόδισαν το αμάρτημα και διαμαρτυρήθηκαν γι αυτό, τι θα μπορούσε να πει κανείς για εκείνους που γνωρίζουν και τους αμαρτάνοντας και τα αμαρτήματα που κάνουν, και μένουν αδιάφοροι γι΄ αυτούς; Ασφαλώς αυτοί θα τιμωρηθούν πολύ πιο αυστηρά για την αμέλεια του αυτή. Για τους αδιάφορους αυτούς χριστιανούς ισχύουν τα όσα έγραψε ο Παύλος προς τους Κορινθίους τονίζοντας «γιατί μάλλον δεν πενθήσατε, για να διωχτεί από την κοινωνία σας εκείνος που έκανε την πράξη αυτή;» (Α΄ Κορ. ε΄, 2). Επίσης ισχύουν όσα ο Παύλος βεβαίωσε πάλι για τους Κορινθίους, όταν ενδιαφέρθηκαν για τον Κορίνθιο που αμάρτησε: «διότι να! Αυτό ακριβώς, το ότι λυπηθήκατε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, πόσο δραστήριους σάς έκανε, αλλά και πόση απολογία σας έδωσε, ώστε να είστε τώρα δικαιολογημένοι απέναντί μου, και πόσην αγανάκτηση δημιούργησε μέσα σας εναντίον αυτού που αμάρτησε˙ αλλά και φόβο μήπως τιμωρηθείτε απ΄το Θεό˙ αλλά και πόθο σφοδρό για να με ξαναδείτε, αλλά και ζήλο υπέρ του Θεού, αλλά και εκδίκηση κατά του κακού. Με όλη τη διαγωγή σας συστήσατε τους εαυτούς σας, και αποδείξατε ότι είστε καθαροί από κάθε ευθύνη και ενοχή σ΄ αυτήν την υπόθεση» (Β΄ Κορ. ζ΄, 11).

Ένας άλλος, όμως, πατέρας της αγίας Εκκλησίας μας, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, βλέπει το θέμα και από μια άλλη άποψη πολύ ανθρώπινη, αλλά και εκκλησιολογική, από την άποψη δηλαδή της εκδήλωσης της αγάπης μας προς εκείνον που αμαρτάνει, και προς τον Κύριο Ιησού.

Λέγει. Λοιπόν, ο Χρυσόστομος, ότι η αδιαφορία μας γι΄ αυτόν που αμαρτάνει αποδεικνύει ότι δεν τον αγαπούμε, αλλά και ότι δεν αγαπούμε ούτε το σώμα της Εκκλησίας, του οποίου είναι μέλος και ο αμαρτωλός. Συμβουλεύει δε ο ιερός Χρυσόστομος να δείχνουμε ενδιαφέρον για τους αδελφούς μας που αμάρτησαν και να τους ελέγχουμε, αλλά με πολλή ημερότητα και με σύνεση, κι όχι με οργή.

Δεν πρέπει να λέμε, ότι δεν μας ενδιαφέρει τι κάνει ο άλλος, επειδή «ο καθένας θα βαστάσει το φορτίο των δικών του αμαρτιών»(Γαλ. στ’ 5). Είμαστε κι εμείς ένοχοι, διότι, ενώ, τον είδαμε να πλανιέται, δεν τον φέραμε στον σωστό δρόμο. Εάν, δε, σύμφωνα με το Μωσαϊκό νόμο, δεν πρέπει ν’ αδιαφορούμε ούτε για το ζώο του εχθρού μας, πως θα συγχωρεθούμε από το Θεό, όταν αδιαφορούμε όχι για ζώο, ούτε για τη ψυχή κάποιου εχθρού μας, η οποία χάνεται, αλλά για την ψυχή φίλου ( και αδελφού μας εν Χριστώ);

Δεν πρέπει, επομένως, να προβάλλουμε τη δικαιολογία του Κάϊν ο οποίος είπε στο Θεό «μήπως είμαι φύλακας του αδελφού μου;» (Γεν. δ΄, 9) και να λέμε τι μας ενδιαφέρει εμάς γι΄ αυτόν που αμαρτάνει. Αυτή τη δικαιολογία ο ιερός Χρυσόστομος τη θεωρεί όχι μονάχα τελείως απαράδεκτη, αλλά και απάνθρωπη και αντιεκκλησιαστική, και γι’αυτό τονίζει: «από αυτό γεννιούνται όλα τα κακά, από το ότι αυτά που ανήκουν στο σώμα το δικό μας νομίζουμε ότι είναι ξένα». Και συνεχίζει: «Μη γίνεσαι, λοιπόν, απάνθρωπος, ούτε άσπλαχνος, ούτε αδιάφορος. Γιατί τα λόγια αυτά που λες είναι λόγια μεγάλης σκληρότητας και αδιαφορίας. Αυτό αποδεικνύεται από το εξής γεγονός. Όταν ένα μέλος του σώματος σου υποφέρει από κάποια αρρώστια, γιατί δε λες και τότε τι μ’ ενδιαφέρει; Γιατί δε λες: από πού αποδεικνύεται ότι θα γίνει καλά, αν το φροντίσουμε και ενδιαφερθούμε γι’ αυτό; (Και όχι μόνο δεν λες αυτά), αλλά κάνεις τα πάντα, ώστε, και αν ακόμα δεν το ωφελήσεις καθόλου, να μην κατηγορείς τον εαυτό σου ότι παρέλειψες να κάνεις κάτι απ’ αυτά που έπρεπε. Ύστερα, για μεν τα μέλη του σώματός μας θα φροντίσουμε τόσο πολύ, για δε τα μέλη του Χριστού θα αμελήσουμε; Και πως είναι δυνατόν να συγχωρεθούμε για ένα τέτοιο αμάρτημα;

Διότι, αν δεν λυγίζω την ψυχρή αδιαφορία σου λέγοντάς σε: φρόντισε γι’ αυτό το άρρωστο μέλος του σώματός σου (τον αδερφό σου που αμαρτάνει), σου θυμίζω το σώμα του Χριστού, για να γίνεις καλύτερος τουλάχιστον με το φόβο. Γιατί πως δεν είναι φρικιαστικό το να βλέπεις τη σάρκα του Χριστού να σαπίζει (τον αμαρτωλό δηλαδή αδελφό σου) και να αδιαφορείς; Και αν μεν είχες κάποιον υπηρέτη ή ένα γάϊδαρο, που να σάπιζε κάποιο μέλος τους, δε θ’ ανεχόσουν να τους παραβλέψεις˙ το δε σώμα του Χριστού, που το βλέπεις να’ ναι γεμάτο ψώρα, το προσπερνάς αδιάφορος; Δεν νομίζεις, λοιπόν, ότι αξίζει να πέσουν πάνω σου χιλιάδες κεραυνοί γι’ αυτό που κάνεις; (για την αδιαφορία σου προς τον αδελφό σου που αμαρτάνει)».

Και με πολύ παράπονο ο άγιος επιλέγει: «Γι’ αυτό έγιναν άνω-κάτω όλα, λόγω της αδιαφορίας μας αυτής και της απανθρωπιάς μας». (ΕΠΕ 18α, 754-771)

πηγή

Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ

Η αρχή της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής συνοδεύεται από την υπενθύμιση από την πλευρά της Εκκλησίας των λόγων του Χριστού προς όσους θέλουν να νηστέψουν. Ο Χριστός αποδέχεται την αξία της νηστείας στον καινούργιο κόσμο της Βασιλείας των Ουρανών. Της προσδίδει όμως ένα καθαρά εσωτερικό περιεχόμενο. Την συνδέει με τον κρυπτό της καρδίας άνθρωπο (Α’  Πέτρ. 3,4). Ζητά την αποφυγή της υποκρισίας-  «μη γίνεσθε ώσπερ οι υποκριταί»  (Ματθ. 6, 16)- , δηλαδή να μην δηλώνουν οι άνθρωποι ότι νηστεύουν με την εξωτερική σκυθρωπότητα, την παραμόρφωση του προσώπου τους, την επίδειξη στους άλλους ότι νηστεύουν. Και είναι υποκρισία η στάση αυτή διότι δεν λειτουργεί η νηστεία ως ευκαιρία αγώνα για την καλή αλλοίωση της ύπαρξης, αλλά για την λήψη μισθού από τους ανθρώπους. Είναι μία κίνηση προς το θεαθήναι. Μοιάζει με το έργο του ηθοποιού, ο οποίος υποδύεται έναν ρόλο. Εδώ ο υποκριτής που νηστεύει υποδύεται το ρόλο του υπάκουου στο Θεό, που δεν περιμένει όμως τον μισθό του Θεού για το έργο στο οποίο πρωταγωνιστεί, αλλά το χειροκρότημα των ανθρώπων. Δεν είναι ο μέσα άνθρωπος που αναλαμβάνει τον αγώνα της νηστείας, αλλά ο έξω. Και γι’  αυτό ο λόγος του Χριστού είναι ξεκάθαρος:  «αμήν λέγω υμίν ότι απέχουσι τον μισθόν αυτών»  (Ματθ. 6, 16). Έχουν λάβει ήδη το μισθό τους. 

                Αντίθετα, για τον Χριστό η νηστεία αποτελεί την ευκαιρία του αγώνα για απέκδυση  της υποκρισίας και ένδυση  του «εν τω κρυπτώ αγωνίζεσθαι». Δεν γίνεται υποκριτής ο άνθρωπος, αλλά βλέπει τον εαυτό του. Νηστεύει για να δει πόσο μπορεί να αφήσει κατά μέρος τους θησαυρούς στους οποίους η καρδιά του ρέπει να ανήκει. Νηστεύει από την τροφή, για να πολεμήσει τις ηδονές της τροφής και της γαστριμαργίας, οι οποίες αποκοιμίζουν τον άνθρωπο πνευματικά και τον καθιστούν ευάλωτο στους λογισμούς, αλλά και στις σαρκικές ηδονές. Νηστεύει από τα πάθη, από την κατάκριση, τον θυμό και την οργή προς τον αδελφό του, η οποία πηγάζει από την ελλιπή αγάπη, από την αίσθηση ότι εμείς έχουμε το δικαίωμα και την βεβαιότητα να θεωρούμε τους εαυτούς μας ανώτερους από τους άλλους, για να τους υποδείξουμε τι θα έπρεπε να κάνουν ή το πώς θα θέλαμε να είναι. Νηστεύει πρωτίστως από μία ψεύτικη εικόνα του εαυτού του, η οποία μεταδίδεται υποκριτικά προς τον πλησίον. Ο άνθρωπος που κάνει στάση στον εαυτό του, εν ησυχία και προσευχή, οι οποίες απαραίτητα συνοδεύουν τη νηστεία, βλέπει την εσωτερική του κατάσταση, βλέπει τι του λείπει και δεν προσποιείται ότι είναι αληθινός. Γιατί όταν εν τω κρυπτώ βλέπουμε τον έσω άνθρωπο, βλέπουμε ποιος είναι ο Θεός και ποιοι είμαστε εμείς, τότε διαπιστώνουμε το πόσο υστερούμε στην υπακοή στο θέλημά Του, στην αγάπη τόσο προς Εκείνον όσο και προς τον πλησίον μας, αλλά και στο εκκλησιαστικό φρόνημα, στην διάθεσή μας δηλαδή να είμαστε μέλη του σώματος του Χριστού, να αντέξουμε τους ποικιλότροπους πειρασμούς τους οποίους ο διάβολος μας υποβάλλει σε σχέση με τους άλλους, όπως επίσης και σε σχέση με τα πάθη και τις αδυναμίες μας.

                Ο υποκριτής δεν πιστεύει ότι κάτι του λείπει. Έχει ταυτίσει τον εαυτό του με τον ρόλο τον οποίο υποδύεται. Έχει μία αίσθηση ότι με τον τρόπο που συμπεριφέρεται, με τον τρόπο που προβάλλει τον εαυτό του αναδεικνύεται η πληρότητά του, το ξεχωριστό του, το δικαίωμά του οι άλλοι να αναγνωρίζουν την παρουσία του, η αυθεντία του. Ζει ουσιαστικά μία δαιμονική κατάσταση, διότι αυτοθεοποιείται και καλώς γνωρίζουμε ότι το γένος των δαιμόνων δεν πολεμείται και δεν εξέρχεται από τον άνθρωπο «ει μη εν προσευχή και νηστεία» (Ματθ. 17,21). Ο υποκριτής δεν είναι ταπεινός. Και γι’  αυτό η νηστεία από την υποκρισία αποτελεί βήμα προς την αλήθεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος πρέπει να αποκαλύπτει τα πραγματικά του συναισθήματα προς τους άλλους, όταν αυτά είναι αρνητικά, αλλά να δείχνει ότι αγωνίζεται για να πάψουν να είναι. Γιατί στο όνομα της αλήθειας και της ειλικρίνειας, γκρεμίζουμε την δυνατότητα καλλιέργειας ουσιαστικών σχέσεων, τέτοιων που να υπερβαίνουν τα πάθη μας, αγνοώντας ότι ο άνθρωπος διαμορφώνει τα συναισθήματά του εν χρόνω. Σήμερα μπορεί να είναι αρνητικά, αλλά αν η αγάπη νικήσει, τότε πολλά μπορούν να αλλάξουν. Η υπέρβαση της υποκρισίας τελικά έρχεται όταν ο άνθρωπος γίνει ένας αγωνιζόμενος εαυτός. Και σ’  αυτή την οδό βοηθά η νηστεία.     

                Ζούμε σε μία κατεξοχήν εποχή υποκρισίας. Η σκέψη μας είναι να παρουσιάζουμε τον κόσμο όπως τον θέλουμε και όπως μας συμφέρει. Την ίδια στιγμή και στην κατά Θεόν ζωή μας η υποκρισία ελλοχεύει. Είναι δύσκολο να είμαστε ταπεινοί. Να βλέπουμε σε τι υστερούμε όχι μόνο στον δρόμο της αρετής, αλλά και στον τρόπο που διαχειριζόμαστε ή ζούμε τις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους. Ας είναι η περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής η ευκαιρία να δούμε τον εαυτό μας αληθινά, να ταπεινωθούμε, να εργαστούμε νηστεύοντας τόσο από τις τροφές όσο και από τα πάθη, αλλά και την ψεύτικη εικόνα την οποία έχουμε για τον εαυτό μας και το Θεό, για να είναι η περίοδος αληθινά γόνιμη. Ας αντισταθούμε στον τρόπο ζωής που μας κλέβει χρόνο από το Θεό και την αγάπη. Και κυρίως, ας τολμήσουμε να δούμε την αλήθεια για τον κόσμο στον οποίο ζούμε. Όχι για να τον απορρίψουμε. Αλλά για να αγωνιστούμε και αυτός να είναι πιο αληθινός, μέσα και από τον δικό μας αγωνιζόμενο να βρει νόημα και σκοπό εαυτό. Οι τροφές ευκολότερα αλλάζουν. Δυσκολότερα η εγωιστική επιθυμία να αναγνωριστούμε ως αυθεντίες, να δείξουμε ότι δε μας λείπει τίποτα, να βάλουμε τον εαυτό μας στο κριτήριο του Θεού.

 

Κέρκυρα, 22 Φεβρουαρίου 2015

πηγή

Το εμπόδιο του ανθρώπινου εγωκεντρισμού

Η αγάπη προϋποθέτει άρνηση του εγώ. Η δυνατότητα του ανθρώπου να αγαπήσει το συνάνθρωπό του εξαρτάται από την ικανότητά του να καταστείλει τα πάθη του. Για να μπορέσει να πει ο άνθρωπος ναι στις ανάγκες του άλλου θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να λέει όχι στις δικές του επιθυμίες.
Ο άνθρωπος που ασχολείται αποκλειστικά με τον εαυτό του και με την ικανοποίηση των δικών του επιθυμιών στερείται της δυνατότητας να αισθανθεί αγάπη για το συνάνθρωπό του και σαν αποτέλεσμα στερείται της δυνατότητας να ενωθεί με το Θεό· έτσι χάνει τον παράδεισο της τρυφής.
Γι’ αυτό, αμέσως μετά την προβολή της αγάπης ως απαραίτητης προϋποθέσεως για τη συνάντηση του ανθρώπου με τον αναστημένο Χριστό “ανάμνησιν ποιούμεθα της από του παραδείσου της τρυφής εξορίας του πρωτοπλάστου Αδάμ”.

 Με την ανάμνηση αυτή οι άγιοι Πατέρες θέλησαν να δείξουν πόσο καταστρεπτική είναι η υποδούλωση του ανθρώπου στις αυτοκαταστρεπτικές του επιθυμίες και πόσο σωστική είναι η ανάπτυξη της δυνατότητας του να αντιστέκεται σ’ αυτές. Οι άγιοι Πατέρες τονίζουν το κακό που έπαθε ο Αδάμ για να μη μπορεί να αναβάλει για λίγο την ικανοποίηση μιας επιθυμίας και πόσο διέφθειρε έτσι την ανθρώπινη φύση μας και υπογραμμίζουν ότι η αντίσταση στην αμαρτωλή τάση για άμεση ικανοποίση όλων μας των επιθυμιών είναι μια βασική εντολή του Θεού. 
Ο Αδάμ παρήκουσε το Θεό γιατί μόνο στις επιθυμίες του και τον εγωκεντρισμό του υπάκουε και έτσι αποκόπηκε από το Θεό, γιατί μόνο δια της αγάπης μπορεί ο άνθρωπος να ενωθεί με το συνάνθρωπο και το Θεό ενώ ο εγωκεντρισμός τον αποκόπτει τον από τον ένα και από τον άλλο. 

 Ο Ιησούς Χριστός με την τεσσαρακονθήμερη νηστεία Του, δηλαδή την άρνηση στην επιθυμία Του για τροφή, αναπτύσσει τη δυνατότητα να λέει όχι στο δικό Του θέλημα για να μπορεί να λέει ναι στο θέλημα του Θεού και δείχνει το δρόμο της αντίστροφης πορείας από εκείνη του Αδάμ. Για τον ίδιο λόγο θεσπίσθηκε η νηστεία της Σαρακοστής, για να δίνεται η ευκαιρία στον άνθρωπο δια της νηστείας να κατανικάει το δικό του θέλημα, που πολύ συχνά είναι αυτοκαταστροφικό, για να μπορεί να κάνει το θέλημα του Θεού που είναι πάντοτε σωτήριο και έτσι να μπορεί να καλλιεργεί τη δυνατότητα της αγάπης που τον ενώνει με το Θεό και που ο Αδάμ έχασε εξαιτίας της υποδουλώσεώς του στη δική του επιθυμία. 

Ο διάβολος εδελέασε τον Αδάμ με την υπόσχεση μιας ευχάριστης και γλυκιάς εμπειρίας, όπως δελεάζει πάντα τον άνθρωπο όταν του προτείνει μια εγωκεντρική ικανοποίηση των αυτοκαταστροφικών, στην ουσία, επιθυμιών του σε βάρος των συνανθρώπων του. Η γεύση όμως της βρώσεως του απαγορευμένου καρπού ήταν πικρή και όχι γλυκιά. Απαγορεύει ο Θεός τη χρησιμοποίηση του συνανθρώπου για την ικανοποίηση της δικής μας επιθυμίας και ο διάβολος διατείνεται ότι ο Θεός από φθόνο μας στερεί μια ευχάριστη εμπειρία.

Κάθε φορά όμως που πέφτουμε σ’ αυτή την παγίδα του διαβόλου και επιδιώκουμε την εγωκεντρική μας ικανοποίηση σε βάρος των άλλων, δοκιμάζουμε την πίκρα της αποκοπής από τους άλλους, που δέν θέλουν φυσικά να τους χρησιμοποιούμε, και την τυραννία της μοναξιάς, μιας μοναξιάς που έχει υπαρξιακές διαστάσεις, γιατί η αποκοπή από το συνάνθρωπο συνεπάγεται και την αποκοπή από το Θεό. Ο εγωκεντρισμός, όπως εχώρισε “Θεού της δόξης” τον Αδάμ, χωρίζει “Θεού της δόξης” κάθε άνθρωπο. “Γλυκύς εις γεύσιν ο καρπός της γνώσεως εν τη Εδέμ εφάνη μοι, πλησθέντι της βρώσεως, εις χολήν δε γέγονεν το τέλος αυτής” λέει ο Αδάμ σ’ ένα τροπάριο της ενάτης ωδής του κανόνος αυτής της τετάρτης Κυριακής του Τριωδίου.

Ο άνθρωπος με την επανάληψη εθίζεται στη χωρίς αναβολή ικανοποίηση όλων των επιθυμιών του χωρίς διάκριση, έτσι που να μην μπορεί τελικά να αντισταθεί στις αυτοκαταστροφικές του επιθυμίες και τελικά οδηγείται στο θάνατο. Ο εθισμός σκοτίζει τόσο πολύ την κρίση του, ώστε να μην μπορεί να δει ότι πολύ συχνά αυτό που θέλει κι αυτό που πραγματικά έχει ανάγκη όχι μόνο δεν συμπίπτουν αλλά είναι εντελώς αντίθετα, και τελικά εκείνο που ο άνθρωπος θέλει για τον εαυτό του είναι αντίθετο με εκείνο που ο Θεός θέλει γι’ αυτόν γιατί ο άνθρωπος καταντάει να θέλει την αυτοκαταστροφή του ενώ ο Θεός θέλει την ολοκλήρωση του ανθρώπου, την πραγμάτωση των ανεξάντλητων δυνατοτήτων του, και τη θέωσή του. 

Έτσι, όσο ο άνθρωπος κάνει αυτό που εκείνος θέλει και όχι αυτό που ο Θεός θέλει γι’ αυτόν, αυτοκαταστρέφεται. Είναι επομένως επιτακτική ανάγκη να αναπτύξει τη δυνατότητα να λέει όχι σ’ αυτό το αυτοκαταστροφικό του θέλημα και γι’ αυτό η Εκκλησία αντιτάσσει στον εθισμό της άμεσης ικανοποιήσεως κάθε επιθυμίας την άσκηση και τη νηστεία. 

Η άσκηση και η νηστεία επιδιώκουν μια συμπεριφεριολογική αλλαγή των αυτοκαταστροφικών τάσεων του ανθρώπου που όμως δεν είναι αυτοσκοπός, γιατί τότε θα ήταν ευσεβισμός, αλλά που αποβλέπει στην εσωτερική αλλαγή. Ασκείται ο άνθρωπος να μπορεί να δίνει κάτι από τον εαυτό του στο συνάνθρωπό του όχι για να αισθανθεί ότι είναι καλός άνθρωπος, αλλά για να μπορέσει με τη χάρη του Θεού μ’ αυτή την άσκηση να αλλάξει την εσωτερική εγωκεντρική του διάθεση σε μια εσωτερική διάθεση προσφοράς και αγάπης για το συνάνθρωπο. 

Η άσκηση για την ανάπτυξη της δυνατότητάς του ανθρώπου να αντιστέκεται στις επιθυμίες του αρχίζει από το σώμα και την επιθυμία της τροφής. Ο άνθρωπος π.χ. που δεν μπορεί να αντισταθεί στην επιθυμία της τροφής δεν θα μπορέσει ασφαλώς να αντισταθεί στην επιθυμία να παραγνωρίσει το συνάνθρωπό του για να επιτύχει τη δική του επαγγελματική ή κοινωνική τακτοποίηση. 

Στο ποσοστό που εξουσιάζεται ο άνθρωπος από την αγάπη της σάρκας, λέει ο Ισαάκ ο Σύρος, δεν μπορεί να αντισταθεί στις πιέσεις που τον εμποδίζουν να καλλιεργήσει μέσα του την αγάπη. 

Ο κορεσμός του στομαχιού προκαλεί φλόγα λαγνείας. Εκείνοι που τρέφουν το σώμα αφειδώς δημιουργούν τις προϋποθέσεις, λέει ο αββάς Ευάγριος, για την ικανοποίηση και όλων των άλλων παθών. 
Πραγματικά, είναι γενική η πεποίθηση των Πατέρων της Εκκλησίας, και ιδιαίτερα των νηπτικών, ότιη υποχώρηση στο πάθος της λαιμαργίας αποκλείει από τον άνθρωπο τη δυνατότητα να αντισταθεί σε οποιοδήποτε άλλο εγωκεντρικό και αυτοκαταστροφικό πάθος. Οι απολαύσεις προκαλούν συχνά ζημιά και πόνο, και το πολύ φαγητό προκαλεί ανησυχία, αδυναμία και τον ξεπεσμό της ψυχής. Η πολυτέλεια και η καλοπέραση προσβάλλουν και διαφθείρουν τα πάντα. 

Εκείνος που χορταίνει διαρκώς το στομάχι του και ικανοποιεί την όρεξη και την επιθυμία του και φροντίζει διαρκώς για την άνεση του σώματός του, χάνει τον παράδεισο. 
Όπως το σύννεφο κρύβει το φως του φεγγαριού έτσι και οι αναθυμιάσεις του γεμάτου στομαχιού απομακρύνουν τη θεία σοφία από την ψυχή. 
Η εγκράτεια είναι η ευπρέπεια των αγγέλων, “η προς Θεόν παρρησία”. Δι’ αυτής ο Μωυσής έγινε “τω κτίστη συνόμιλος, και φωνήν αοράτως, εν ταις ακοαίς υπεδέξατο” (δοξαστικό Όρθρου Τυρινής). Με τη νηστεία επιτυγχάνουμε εκείνο που είναι καλύτερο και από τη νηστεία, την αποχή από το κακό. 

Πολλά επιτυγχάνονται με τη νηστεία γιατί η εντολή της νηστείας απαιτεί να νηστεύουμε όχι μόνο με το σώμα αλλά και με την ψυχή. Οι αρετές και οι κακίες είναι η τροφή της ψυχής και η ψυχή μπορεί να φάει οποιαδήποτε απ’ αυτές τις δύο τροφές και να διατεθεί ανάλογα. Γι’ αυτό θα προετοιμασθούμε κατάλληλα για την Ανάσταση του Χριστού τηρώντας τη νηστεία του σώματος στα εξωτερικά πράγματα και τρέφοντας την ψυχή με τη Θεία Τροφή του Λόγου και σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. 

Πολλοί άνθρωποι στις ημέρες μας ισχυρίζονται ότι η παράδοση της νηστείας είναι αναχρονιστική σήμερα και επιδιώκουν την κατάργηση των κανόνων της νηστείας, ενώ άλλοι θεωρούν τους κανόνες αυτούς απόλυτους νόμους που η τήρησή τους είναι απαραίτητη για όσους θέλουν να είναι “καλοί” χριστιανοί. 

Οι πρώτοι, ενώ αισθάνονται εκσυγχρονισμένοι, δεν έχουν συλλάβει την παθολογία της εποχής μας, γιατί θα ήταν πολύ δύσκολο να βρούμε μια άλλη εποχή για την οποία η νηστεία θα είχε τόση χρησιμότητα, όση έχει για την εποχή μας. Η αφθονία στις ημέρες μας έχει γίνει αφορμή περισσότερο από κάθε άλλη εποχή να υποδουλωθεί ο άνθρωπος ολοκληρωτικά στον εαυτό του και στις επιθυμίες του, γι’ αυτό έχει ανάγκη περισσότερο από τον άνθρωπο κάθε άλλης εποχής την άσκηση της νηστείας. Οι νεώτεροι, που και η σωματική τους ακόμη υγεία κινδυνεύει εξαιτίας του διαιτολογίου της αφθονίας που τους επέβαλαν οι παλαιότεροι, που μαστίζονται από το σύμπλεγμα του πεινασμένου, του παιδιού της κατοχής, αισθάνονται την ανάγκη μιας παραδόσεως νηστείας και αγνοώντας τη δική τους παράδοση καταφεύγουν στις παραδόσεις της Άπω Ανατολής και των “health foods”. 

Ο Κοσμάς ο Αιτωλός, που είναι πραγματικά “εκσυγχρονισμένος” και που γνωρίζει καλά την ανθρώπινη φύση, λέει τα εξής σχετικά με τη νηστεία στις Διδαχές του: 
“Ένας άνθρωπος πλούσιος πηγαίνει εις ένα πνευματικόν να ξομολογηθή. Τι κανόνα πρέπει ο πνευματικός να του δώσει; Πρέπει να του ειπεί εις τρεις ημέρες να τρώγει μίαν φορά την ημέραν ψωμί και νερό και να κάμει τρεις χιλιάδες μετάνοιες και νηστείες. Λέγει ο πλούσιος: φωτιά να την κάψει την αμαρτία, καλύτερα να μην την είχα κάμει. Διατί να του ειπεί να δώσει ελεημοσύνην, εκείνος έχει και δίνει και δεν διορθώνεται. Εξομολογάται και ένας πτωχός. Τι κανόνα πρέπει ο πνευματικός να του δώση; να του ειπεί να δώσει πεντακόσια γρόσια ελεημοσύνη. Αυτός δεν έχει να τα δώση και έτσι λέγει: Φωτιά να κάψη την αμαρτία, καλύτερα ας λείψω από δαύτην. Διατί αν του ειπεί ο πνευματικός να νηστεύη, εκείνος είναι πτωχός και πάντοτε νηστεύει. Να του ειπεί να κάνει μετάνοιες; Εκείνος σκάπτει και όλο μετάνοιες κάμνει και δεν διορθώνεται. Αλλά χρειάζεται το εναντίον τόσον εις τον πλούσιον ωσάν και εις τον πτωχόν”. 
Η εποχή μας, που είναι εποχή αφθονίας, έχει πιο πολύ ανάγκη τη νηστεία από τις εποχές των στερήσεων. Ιδιαίτερα τα παιδιά της εποχής μας, που τα μεγαλώνουμε σήμερα έτσι ώστε να μην μπορούν για κανένα λόγο να αναβάλουν την ικανοποίηση μιας επιθυμίας τους προετοιμάζοντάς τα με τον τρόπο αυτό για τον αναπότρεπτο χαμό τους, έχουν μεγάλη ανάγκη της νηστείας, που θα βάλει κάποιο χαλινάρι στην τρυφερή ηλικία τους και από τη λιτή δίαιτα, που θα συγκρατήσει τις ανυπότακτες ορέξεις με ένα όχι πολύ οδυνηρό τρόπο. 

Τόσο εκείνοι που επιζητούν την κατάργηση της νηστείας όσο και εκείνοι που την απολυτοποιούν, υποφέρουν από το ίδιο πουριτανικό σύνδρομο για το οποίο η τήρηση κάποιου νόμου, και στην προκειμένη περίπτωση του νόμου της νηστείας, είναι απαραίτητη για να θεωρείται κανείς χριστιανός και “καλός” άνθρωπος. Εκείνοι τώρα που δεν θέλουν να τηρήσουν το “νόμο” της νηστείας ζητούν την καθιέρωση ενός “νόμου” που να είναι στα μέτρα τους, για να μπορούν έτσι να συμπεριληφθούν στους “καλούς” ανθρώπους, χωρίς να ξεβολευτούν. 
Η νηστεία πρέπει να είναι άμεση και έμμεση έκφραση αγάπης. Άμεση από τη μια, γιατί πρέπει με τη λιτή δίαιτα να αποβλέπει στον περιορισμό των δαπανών συντηρήσεως του ανθρώπου, έτσι που να μπορεί να βοηθήσει άλλους, που βρίσκονται σε ανάγκη, έμμεση από την άλλη, γιατί περιορίζοντας τον εγωκεντρισμό του ανθρώπου κάνει δυνατή την ανάπτυξη της αγάπης. 

Η νηστεία λοιπόν είναι φάρμακο, αλλά ένα φάρμακο μπορεί να γίνει άχρηστο αν δεν χρησιμοποιηθεί σωστά. Για τη σωστή χρησιμοποίηση του φαρμάκου πρέπει να ξέρουμε το χρόνο που θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί, την απαιτούμενη ποσότητα, την ιδιοσυγκρασία του ανθρώπου που το χρησιμοποιεί, τη φύση του τόπου, την εποχή του χρόνου και πολλές άλλες λεπτομέρειες, που η παράβλεψη κάθε μιας τους μπορεί να αλλοιώσει όλες τις άλλες. Αν απαιτείται τόση ακρίβεια λοιπόν από μέρους μας όταν πρόκειται για τις ανάγκες του σώματος, πολύ περισσότερο πρέπει να είμαστε προσεκτικοί όταν πρόκειται για τη φροντίδα της ψυχής και όταν προσπαθούμε να θεραπεύσουμε τις αρρώστιες τις πνευματικές. 
Ο άγγελος που έδωσε οδηγίες στον Παχώμιο για την καθοδήγηση των μοναχών, του είπε μεταξύ άλλων και τα εξής: “Συγχωρήσεις εκάστω κατά την δύναμιν φαγείν και πιείν. Και προς τας δυνάμεις των εσθιόντων ανάλογα και τα έργα αυτών εγχείρησον και μήτε νηστεύσαι κωλύσης μήτε φαγείν. Ούτω μέντοι τα ισχυρά τοις ισχυροτέροις και εσθίουσιν εγχείριζε έργα, τα άτονα δε και ελαφρά τοις ανασκητικωτέροις και ασθενεστέροις”. 

Ωστόσο, στην παράδοση της Ανατολής που διατηρεί αμόλευτη τη διδασκαλία του Χριστού, αν και δεν καταργείται η μοναδικότητα του κάθε χριστιανού, όπως γίνεται στο νομικό χριστιανισμό της Δύσεως, η πνευματική προσπάθεια του ανθρώπου δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ατομιστική, όπως γίνεται στον αναρχοκρατούμενο χριστιανισμό της Δύσεως. Η εμπειρία της νηστείας, αν και προσαρμόζεται στη μοναδικότητα του κάθε πιστού, είναι βασικά μια εμπειρία που βιώνεται απ’ όλο το σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, όταν ενωμένο προπαρασκευάζεται για να δει το ανέσπερο φως της Αναστάσεως ή για οποιαδήποτε άλλη συνάντηση με τον αναστημένο Κύριο. 
Ακόμη, η ασκητική προσπάθεια του ανθρώπου είναι απαραίτητο να αυξομειώνεται σε ένταση και οι περίοδοι χαλαρώσεως είναι αναγκαίες και όσον άφορα τα επιμέρους άτομα και όσον αφορά το σύνολο του λαού του Θεού. 

Κάποτε κάποιος κυνηγός αγρίων θηρίων είδε τον Μ. Αντώνιο να χαριεντίζεται με τους αδελφούς. Θέλοντας ο Μ. Αντώνιος να του διδάξει να έχει συγκατάβαση για τους ανθρώπους, του είπε: Βάλε το βέλος στο τόξο σου· και αυτός το έβαλε. του λέει τότε: Τέντωσέ το· και αυτός το τέντωσε. Τέντωσε το περισσσότερο, του λέει ο Αντώνιος. Αν το τεντώσω υπέρμετρα, λέει ο κυνηγός, θα σπάσει. Τότε του λέει ο Αντώνιος: Έτσι γίνεται και στο έργο του Θεού, αν εντείνουμε τις προσπάθειες των αδελφών πάνω από το μέτρο πο- λύ γρήγορα. Γι’ αυτό πρέπει πότε-πότε να συγκαταβαίνεις στους αδελφούς. Όταν τα άκουσε αυτά ο κυνηγός κατενύγη και ωφεληθείς πολύ από το γέροντα έφυγε· και οι αδελφοί έφυγαν για τον τόπο τους ενθαρρημένοι. 

Είναι αξιοσημείωτο ότι τη δεύτερη εβδομάδα του Τριωδίου γίνεται κατάλυση κάθε είδους τροφής, ακόμη και την Τετάρτη και την Παρασκευή που είναι μόνιμα ημέρες νηστείας. Συμβαίνει και άλλοτε, αμέσως πριν από μια περίοδο νηστείας να επιτρέπεται μια ιδιαίτερη χαλάρωση της γενικής ασκητικής προσπάθειας μέσα στη ζωή της Εκκλησίας. Ίσως αυτή την αρχή εκφράζει η μακραίωνη λαϊκή παράδοση, που καθιέρωσε για την περίοδο του Τριωδίου έθιμα που καλλιεργούν μια ατμόσφαιρα διονυσιακή. 

Με αυτές τις προϋποθέσεις η ασκητική προσπάθεια και η νηστεία είναι απαραίτητες, για να μπορέσει ο άνθρωπος να συναντήσει τον αναστημένο Χριστό. Ο άνθρωπος, τα μάτια της ψυχής του οποίου είναι τυφλωμένα από τον εγωκεντρισμό, δεν μπορεί να γίνει θεόπτης. 
“Αδάμ του παραδείσου διώκεται, τροφής μεταλαβών ως παρήκοος. Μωϋσής θεόπτης εχρημάτισε, νηστεία, τα όμματα της ψυχής καθηράμενος· διό του παραδείσου οικήτορες γενέσθαι επιποθούντες, απαλλαγώμεν της αλυσιτελούς τροφής και Θεόν καθοράν εφιέμενοι, Μωσαϊκώς την τετράδα της δεκάδος νηστεύσωμεν προσευχή και τη δεήσει, ειλικρινώς προσκαρτερούντες, κατευνάσωμεν της ψυχής τα παθήματα, αποσοβήσωμεν της σαρκός τα οιδήματα· κούφοι προς την άνω πορείαν μετιώμεν, όπου αι των Αγγέλων χορείαι, ασιγήτοις φωναίς, την αδιαίρετον ανυμνούσι Τριάδα, καθορώσαι το αμήχανον κάλλος, και δεσποτικόν” (ιδιόμελο αίνων Κυριακής Τυρινής).

 
 π. Φιλόθεος Φάρος, Πρίν και Μετά το Πάσχα, εκδ. Ακρίτας
 

Εκκλησιαστικές και καρναβαλικές Απόκριες – Η Κυριακή των Απόκρεω και η Δευτέρα Παρουσία!

Πρόσφατα λέγαμε με κάποιους φίλους έφηβους ότι οι Απόκριες είναι υπόθεση της Εκκλησίας και παραξενεύτηκαν πολύ. Γι’ αυτό, νομίζω πως πρέπει να γράψουμε λίγα λόγια, βγαλμένα από την καρδιά της παράδοσής μας. 

Οι Απόκριες είναι η πόρτα της Μεγάλης Σαρακοστής, η αρχή μιας πορείας μέσα στο χρόνο που καταλήγει στη Μεγάλη Εβδομάδα και στο Πάσχα. Όλο αυτό το διάστημα είναι σαν την πορεία της επιστροφής ενός εξόριστου πρίγκιπα στο βασίλειό του, όπου θα στεφθεί βασιλιάς. Αυτός ο εξόριστος πρίγκιπας είμαστε εμείς, οι άνθρωποι. Το βασίλειό μας είναι ο παράδεισος και το στέμμα μας είναι το φωτοστέφανο των αγίων. Η μέρα της πολυπόθητης επιστροφής μας είναι το Πάσχα. 

Όλη αυτή η περίοδος (Απόκριες, Μ. Σαρακοστή, Μ. Εβδομάδα, μέχρι το Μ. Σάββατο) λέγεται Τριώδιο, επειδή στην εκκλησία ψάλλονται κάποια μουσικά έργα βυζαντινά (οι «κανόνες»), που, αντί για οκτώ ή εννέα ωδές (τμήματα, «τραγούδια»), έχουν μόνο τρία. Και το βιβλίο που γράφει όσα ψάλλονται και διαβάζονται στην εκκλησία αυτές τις 10 εβδομάδες λέγεται «Τριώδιο», γι’ αυτό και λέμε «άνοιξε το Τριώδι» (το βιβλίο). 

Όλη η περίοδος του Τριωδίου μιλάει για τον αγώνα του ανθρώπου να μετανοήσει, να πολεμήσει ενάντια στα πάθη του (τις αρνητικές πλευρές του εαυτού, που είναι πολύ ισχυρές) και να επιστρέψει κοντά στο Χριστό. Και όλες τις Κυριακές της Αποκριάς και της Μ. Σαρακοστής στην εκκλησία γιορτάζουμε κάποιον άγιο ή κάποιο γεγονός που έχει σχέση με το πλησίασμα ανθρώπου και Θεού και το πώς ο άνθρωπος γίνεται μικρός θεός, δηλαδή άγιος. 

Συγκεκριμένα οι τέσσερις Κυριακές της Αποκριάς είναι αφιερωμένες στη μετάνοια, την εξομολόγηση και τη σωτηρία και διαβάζονται στη λειτουργία συγκλονιστικά ευαγγέλια, που μιλούν γι’ αυτό το θέμα. Η χαρά της Αποκριάς στην Εκκλησία προέρχεται από αυτό: από την αλλαγή της ζωής του ανθρώπου (μετάνοια) και την επιστροφή του στο Χριστό. 

Η 1η Κυριακή, με την οποία ανοίγει η Αποκριά, είναι η Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου και στην εκκλησία διαβάζεται το ευαγγέλιο με αυτήν τηνπαραβολή, δηλ. ιστορία που είπε ο Χριστός για να δώσει τους ανθρώπους ένα μήνυμα. Η παραβολή (κατά Λουκάν, κεφ. 18) μιλάει για τον θρησκευόμενο υποκριτή και το μετανοημένο αμαρτωλό, γι’ αυτό και μ’ αυτήν ανοίγει το Τριώδι.

Η 2η Κυριακή είναι η Κυριακή του Ασώτου και διαβάζεται αυτή η πασίγνωστη παραβολή (κατά Λουκάν, κεφ. 15), που μιλάει για την επιστροφή του αμαρτωλού στο Θεό, την αγάπη του Θεού και το πρόβλημα της συγχώρησης του συνανθρώπου μας από εμάς τους δήθεν «ηθικούς». Αυτή την παραβολή διάβασε, όταν ήταν εξόριστος, ο κορυφαίος Ρώσος συγγραφέας Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, από μια Καινή Διαθήκη που της έκοβε κάθε μέρα μια σελίδα, έβαζε μέσα… καπνό κι έστριβε τσιγάρο. Και, ενώ μέχρι τότε ήταν άθεος, συγκλονίστηκε τόσο, που πίστεψε στο Χριστό. 

Άρα, την Κυριακή 4 Φεβρουαρίου όλοι στην εκκλησία, ν’ ακούσουμε την παραβολή του Ασώτου και ν’ ανοίξει μέσα μας η λεωφόρος του παραδείσου – και μετά τη λειτουργία ας κάνει ο καθένας μας ό,τι νομίζει. Σωστά; 

Η 3η Κυριακή λέγεται Κυριακή των Απόκρεω, που σημαίνει σταμάτημα της κρεοφαγίας (απόκρεω = από + κρέας). Στη θεία λειτουργία διαβάζεται το ευαγγέλιο της Μέλλουσας Κρίσης (κατά Ματθαίον, κεφ. 25), όπου ο Χριστός περιγράφει, με κάπως συμβολικό τρόπο, πώς θα γίνει η δευτέρα παρουσία και η τοποθέτηση όλων των ανθρώπων στον παράδεισο ή στην κόλαση. Εκεί ακούγονται τα περίφημα λόγια του Χριστού: «Αφού το κάνατε σε έναν από τους αδελφούς μου τους ελαχίστους, σε μένα το κάνατε» ή «δεν το κάνατε» («εφόσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε»). “Ν”: Στο τέλος της ανάρτησης δίνονται σύνδεσμοι (links) προς άρθρο για τη Δευτέρα Παρουσία.

Η δευτέρα παρουσία, εικ. από το άρθρο Τι είναι ο πύρινος ποταμός;

  
Ίσως γι’ αυτό η Εκκλησία θέσπισε το Σάββατο πριν την Κυριακή αυτή να γίνεται μνημόσυνο όλων των χριστιανών, όλων των εποχών, γνωστών και αγνώστων, είναι δηλαδή το Ψυχοσάββατο. Πηγαίνουμε στην εκκλησία κόλλυβα για τους δικούς μας, Σάββατο πρωί στη λειτουργία ή απόγευμα Παρασκευής στον εσπερινό.

Τα κόλλυβα (από βρασμένο σιτάρι με ζάχαρη και μυρωδικά) συμβολίζουν την ανάσταση των νεκρών, γιατί, όπως σπέρνουμε το σιτάρι κι αυτό φυτρώνει, έτσι θάβουμε τους ανθρώπους, αλλά εκείνοι θ’ αναστηθούν στην δευτέρα παρουσία. Αυτά βασίζονται σε λόγια του Ιησού Χριστό στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, κεφ. 12, στίχ. 24. 

Κάθε Σάββατο είναι ημέρα των ψυχών και η κανονική ημέρα των μνημοσύνων – αντίθετα, κάθε Κυριακή είναι ημέρα χαράς, ένα μικρό Πάσχα. Και τούτο, επειδή το Μέγα Σάββατο ο Χριστός ήταν νεκρός (στον Άδη), ενώ την Κυριακή αναστήθηκε. Η λέξη Σάββατο σημαίνει στα εβραϊκά «ανάπαυση» και οι χριστιανοί ερμηνεύουμε την 7η Ημέρα της Δημιουργίας (όπου ο Θεός «αναπαύθηκε» και την οποία ευλόγησε ως ημέρα λατρείας Του) ως προτύπωση του Μ. Σαββάτου, όπου ο Θεάνθρωπος αναπαύθηκε από τους πόνους και την αγωνία της Μ. Εβδομάδας. 

Η 4η και τελευταία Κυριακή λέγεται Κυριακή της Τυρινής ή Τυροφάγου, επειδή κανονικά την τελευταία εβδομάδα της Αποκριάς δεν τρώμε κρέας, αλλά μόνο ψάρι και τυροκομικά, για να πάμε σταδιακά και όχι απότομα στη νηστεία της Μ. Σαρακοστής. Στη λειτουργία διαβάζεται ευαγγέλιο (Ματθ. 6, 14-21) με διδασκαλίες του Χριστού για τη συγχώρηση του συνανθρώπου, την ειλικρινή νηστεία και την προτίμηση των ουράνιων θησαυρών από το γήινο (και συχνά ματωμένο) χρυσάφι, που ο πόθος του θολώνει το μυαλό. 

Αυτή η μέρα είναι αφιερωμένη στην έξωση του Αδάμ και της Εύας από τον παράδεισο! Και τούτο επειδή (α) με αυτό άρχισαν όλα, η εξορία του ανθρώπου, του πρίγκιπα που λέγαμε πριν, και (β) στην Αγία Γραφή η αμαρτία των πρωτοπλάστων συμβολίζεται με το φάγωμα ενός καρπού, και η Σαρακοστή, που αρχίζει την άλλη μέρα, συνδέεται κι αυτή με τη διατροφή (δεν τρώμε «πασχαλινά», δηλ. αρτύσιμα = μη νηστίσιμα), άρα ταιριάζει. 

Φυσικά, οι Πατέρες της Εκκλησίας (οι άγιοι διδάσκαλοι του χριστιανισμού, όπως οι Τρεις Ιεράρχες και πολλοί άλλοι) ερμηνεύουν το προπατορικό αμάρτημα με σοφία, όχι απλοϊκά. Διδάσκουν ότι η βρώση (το φάγωμα) του απαγορευμένου καρπού σημαίνει την αλαζονεία των πρώτων ανθρώπων, που θέλησαν να γίνουν παντοδύναμοι, χωρίς ίχνος αγάπης. Δεν χάσαμε τον παράδεισο για ένα μήλο,αλλά επειδή είμαστε εγωιστές και διψασμένοι για εξουσία, και ακριβώς αυτή την ασθένεια της ανθρώπινης φύσης ήρθε να θεραπεύσει ο Χριστός (ο 2ος Αδάμ), με το να υπακούσει στον Πατέρα του μέχρι θανάτου. 

Εικ. Ο Προπάτωρ Αδάμ & η Προμήτωρ Εύα (οι Πρωτόπλαστοι) ως άγιοι της Εκκλησίας μας (από εδώ). Γιορτάζονται την Κυριακή των Προπατόρων, για την οποία δείτε εδώ, ενώ μνημονεύονται και την Κυριακή πριν τα Χριστούγεννα.

Οι μασκαράδες 

Τώρα, πώς από αυτή την υψηλή θρησκευτικότητα του Τριωδίου, καταλήξαμε στα ξέφρενα γλέντια με τους μασκαράδες και τα καρναβάλια; 

Αυτά προέρχονται από τις «γιορτές γονιμότητας» των αρχαίων Ελλήνων, που πίστευαν (όπως όλοι οι ειδωλολατρική λαοί) ότι η Γη είναι θεά, οπότε νόμιζαν ότι, με τον ερχομό της άνοιξης, για να γεννήσει τους καινούργιους καρπούς και τα καινούργια ζώα, πρέπει να έρθει σε ένα είδος «ιερού γάμου» με αρσενικές θεότητες, που κατοικούσαν στα δάση και στις σπηλιές. Ντύνονταν λοιπόν με προβιές, ιδίως τράγων, επειδή αυτά τα «δαιμόνια» (λέξη των αρχαίων Ελλήνων, που σήμαινε κατώτερες θεότητες) τα φαντάζονταν πρωτόγονα, τραγόμορφα και ζωώδη, και έκαναν όργια και μεθύσια, για να τα καλέσουν σε δράση. 

Από τα τραγούδια που έλεγαν τότε (τις «τράγων ωδές») προέκυψε η λέξη τραγούδι, αλλά και το περίφημο θεατρικό είδος της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Γι’ αυτό επίσης τα παραδοσιακά ελληνικά καρναβάλια ήταν μασκαράδες ντυμένοι με προβιές και ζωσμένοι με βαριές κουδούνες (οι «λεράδες» της Κρήτης), όπως είναι και σήμερα ακόμη τα καρναβάλια της Νάουσας και της Βέροιας. 

Και το έθιμο της Τσικνοπέμπτης προέρχεται από το ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν την Πέμπτη αφιερωμένη στο Δία, και ως γνωστόν έψηναν κρέατα νομίζοντας ότι οι θεοί απολαμβάνουν την τσίκνα που έρχεται ώς αυτούς και ευφραίνονται, σαν να τα τρώνε. “Ν”: Μια διαφορετική προσέγγιση αξίζει να δείτε στο άρθρο Η Τσικνοπέμπτη και τ’ Αγιοπότηρο.

Στις τελετουργίες αυτές, οι αρχαίοι Έλληνες έφταναν στο σημείο να περιφέρουν ομοιώματα φαλλών (αντρικών γεννητικών οργάνων), όπως εμείς λιτανεύουμε τον επιτάφιο και τις εικόνες των αγίων. Γι’ αυτό οι αποκριάτικες λαϊκές γιορτές έχουν μέσα τους το στοιχείο του μεθυσιού και της σεξουαλικότητας και της αχαλίνωτης συμπεριφοράς (δες π.χ. το καρναβάλι του Ρίο πόσο γυμνό επιδεικνύει, σα να είσαι σε καμπαρέ, ή μάλλον σε κάτι άλλο που δε θέλω να το γράψω), που στέλνει κάθε χρόνο στα νοσοκομεία των διαφόρων πόλεων δεκάδες άτομα, ενώ, αν έλειπαν ο Ερυθρός Σταυρός, το ΕΚΑΒ και η Αστυνομία, κάθε χρόνο θα είχαμε νεκρούς λόγω μέθης, παιδιά χαμένα από τους γονείς τους κ.τ.λ. 

Γι’ αυτούς τους λόγους η Εκκλησία αντιπαθεί το καρναβάλι – συν το γεγονός ότι πολλοί μασκαράδες ντύνονται παπάδες ή «σέξι καλόγριες» (!!) και κοροϊδεύουν, λόγω ανοησίας, τα ιερά και τα όσια ουρανού και γης. Οι Απόκριες, για τους σχετικούς με τη χριστιανική ζωή, είναι περίοδος σοβαρότητας, μετάνοιας και ουράνιας χαράς, ενώ για τον «πολύ λαό», που δεν υποπτεύεται καν αυτή την πλευρά της Αποκριάς, είναι περίοδος μιας άλλης χαράς, που η Εκκλησία τη θεωρεί ψεύτικη και επιφανειακή, όχι αληθινή και βαθιά. 

Σε μερικές πόλεις γίνεται προσπάθεια το καρναβάλι να μετατραπεί σε πολιτιστικό γεγονός και να έχει και σοβαρά στοιχεία, ενώ ασχολούνται με αυτό και άνθρωποι, κατά κοινή ομολογία, σοβαροί. Πάντως τα παρατράγουδα δεν αποφεύγονται και δεν μπορεί να αποφευχθούν, από τη στιγμή που μια κοινωνία αναλαμβάνει μια τέτοια διοργάνωση, που κατά τη γνώμη μου (ας το πω ευθέως) καλύτερα να έλειπε. 

Δεν εννοώ όλες τις αποκριάτικες εκδηλώσεις, αλλά αυτές που προάγουν αυτά τα στοιχεία – το μεθύσι, την περιφερόμενη σεξουαλικότητα (που καλό είναι να τη φυλάμε, σαν κάτι ιερό, για τον ή την σύζυγό μας κι όχι να την περιφέρουμε στους δρόμους σαν αγοραία), την εκτός ορίων συμπεριφορά. Θα μπορούσαμε να ενωθούμε για έναν πραγματικά υψηλό σκοπό και να στοχεύσουμε σ’ έναν τουρισμό πραγματικά ποιοτικό. Εξάλλου οι Απόκριες έχουν κι άλλα στοιχεία, κι άλλα έθιμα, πιο όμορφα. Δε μας φτάνουν; 

Θα κλείσω, για να απαλύνω λίγο τις εντυπώσεις, λέγοντας πως οι πρόγονοί μας συνδύαζαν και τα αποκριάτικα έθιμα (και με κατάλοιπα των αρχαίων εορτών της γονιμότητας, ενίοτε εφάμαρτα, δηλ. όχι απαλλαγμένα από αμαρτίες) και τη συμμετοχή τους στην εκκλησιαστική ζωή, με τη νηστεία, την εξομολόγηση, τη θεία κοινωνία, τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, τους αγίους και την ανάσταση (και την επανάσταση). Κι αυτό ακόμη ήταν μια ατέλεια και αδυναμία (ασφαλώς ένας άγιος δεν μασκαρεύεται – αφού ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού – δεν μεθάει, δεν λέει σεξοτράγουδα κ.τ.λ.), όμως ήταν καλύτερο από την εποχή μας, που το 90% των Ελλήνων έχει μεσάνυχτα από την εκκλησιαστική ζωή και κρατάει μόνο την αγωνία και το λαχάνιασμα από την αναζήτηση της χαράς στις σκιές και τις γωνίες. 

Φτάσαμε να βλέπουμε πολιτιστικούς συλλόγους που διοργανώνουν γλέντι με κρέας ακόμη και την Καθαρή Δευτέρα, που ο λαός μας δεν τρώει λάδι και υπάρχουν χριστιανοί που κάνουν «τριήμερο», δηλ. δεν τρώνε τίποτα την Καθαρή Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη, και το βράδυ της Τετάρτης πηγαίνουν στην 1η προηγιασμένη θεία λειτουργία και μεταλαβαίνουν. Όταν ήμουν μικρός, πηγαίναμεστις προηγιασμένες και στους Χαιρετισμούς με τους γονείς μας. Τώρα, οι μαθητές μας (και οι γονείς τους) δεν ξέρουν ούτε τι είναι αυτά – κι όμως, αυτά κράτησαν το γένος μας σε περιόδους μαύρης σκλαβιάς. Το αστείο είναι ότι και τώρα έχουμε περίοδο μαύρης σκλαβιάς, αλλά δε βλέπω τίποτα να μας κρατάει… 

Καλό (άγιο) Τριώδιο.

πηγή

Γιατί ο Θεός όρισε να είναι άγνωστη η ώρα του θανάτου μας ; (Αγ.Ιωάννη Χρυσοστόμου)

Πολλά πράγματα θέλουμε να μαθαίνουμε και να κατανοούμε, προπαντός όμως τον καιρό που θα γίνει η συντέλεια του κόσμου. Ο απόστολος Παύλος, για να περιορίσει την άκαιρη αυτή πολυπραγμοσύνη μας, γράφει σε μιαν επιστολή του: «Σχετικά με το χρόνο του ερχομού του Κυρίου, αδελφοί, δεν χρειάζεται να σας γράψω, γιατί κι εσείς το ξέρετε πολύ καλά, ότι η ημέρα του Κυρίου θα έρθει απροειδοποίητα, όπως ο κλέφτης τη νύχτα» (Α’ Θεσ. 5:1-2).

  Τί θα κερδίσουμε, δηλαδή, αν γνωρίζουμε πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού; Πέστε μου. Ας υποθέσουμε ότι θα γίνει ύστερ’ από είκοσι χρόνια ή τριάντα ή εκατό. Ποιά σημασία μπορεί να έχει αυτό για μας; Μήπως για τον καθένα μας η συντέλεια δεν έρχεται με το τέλος της ζωής του; Γιατί, λοιπόν, πονοκεφαλιάζεις και βασανίζεσαι για το τέλος του κόσμου; Δυστυχώς, όμως, όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, στις οποίες αδιαφορούμε για τα ζητήματα που μας αφορούν άμεσα και καταπιανόμαστε με τα ζητήματα των άλλων, παραμελούμε τις δικές μας υποθέσεις και φροντίζουμε για τις ξένες, έτσι και σε τούτη την περίπτωση• αντί ο καθένας μας να ενδιαφέρεται για το δικό του τέλος, θέλουμε να μάθουμε με λεπτομέρειες πώς και πότε θα έρθει το κοινό τέλος όλων μας.

  Αν θέλετε να πληροφορηθείτε, γιατί είναι άγνωστο στον καθένα μας το τέλος της ζωής του και γιατί ο θάνατος έρχεται ξαφνικά, όπως ο κλέφτης τη νύχτα, θα σας το πω, καθώς μάλιστα νομίζω ότι σωστά γίνεται έτσι. Αν, λοιπόν, ο καθένας μας ήξερε τη χρονική στιγμή του θανάτου του, κανείς μας δεν θα φρόντιζε να κάνει ενάρετα έργα, όσο θα ζούσε, αλλά, γνωρίζοντας ποια θα ήταν η τελευταία μέρα της ζωής του, αφού πρώτα θα έκανε αμέτρητα κακά, θα μετανοούσε λίγο πριν κλείσει για πάντα τα μάτια του και θα έφευγε για την άλλη ζωή απαλλαγμένος από τις αμαρτίες του. Αν δηλαδή τώρα, που ο φόβος από την άγνοια του χρόνου του θανάτου συγκλονίζει τις ψυχές μας, αφού περάσουμε όλη μας τη ζωή μέσα στην αμαρτία, μόλις στις τελευταίες μας στιγμές αποφασίζουμε οι περισσότεροι να μετανοήσουμε, εφόσον βέβαια προλάβουμε, ποιος από μας θα φρόντιζε για την αρετή, αν ξέραμε σίγουρα το πότε θα πεθάνουμε; Τίποτα δεν θα διστάζαμε να πράξουμε ως την ημέρα εκείνη. Από τους εχθρούς μας θα παίρναμε εκδίκηση, όσους θέλαμε θα σκοτώναμε, τα άγρια πάθη της ψυχής μας θα ικανοποιούσαμε σε βάρος των συνανθρώπων μας, και μετά, πριν πεθάνουμε, θα… μετανοούσαμε!

Πέρα απ’ αυτό, ούτε πράξεις αληθινής αυτοθυσίας θα υπήρχαν ούτε οι 
γενναιόψυχοι άνθρωποι θα είχαν καμιάν ανταμοιβή, γιατί, όταν θ’ αντιμετώπιζαν τολμηρά και ατρόμητα τους διάφορους κινδύνους, θα αντλούσαν το θάρρος τους από τη βεβαιότητα ότι δεν ήρθε η ώρα να πεθάνουν. Και ο πιο δειλός ακόμα θα ριχνόταν αδίσταχτα στη φωτιά, έχοντας τη γνώση ότι δεν κινδυνεύει να πάθει κανένα κακό. Γιατί αυτός που γνωρίζει ότι μπορεί να χάσει τη ζωή του σε κάποιον κίνδυνο και εντούτοις δεν διστάζει να εκτεθεί στον κίνδυνο αυτό, αποδεικνύει με ασφάλεια τη γενναιότητα και την αυτοθυσία του.
Όποιος έχει πραγματικά φιλοσοφημένη σκέψη και κατευθύνεται από την ελπίδα των μελλοντικών αγαθών, ούτε και το θάνατο θα θεωρήσει σαν θάνατο. Ο δίκαιος, δηλαδή, που βαδίζει στο δρόμο του Θεού και καθημερινά περιμένει να μπει στη βασιλεία Του, δεν ταράζεται, δεν αναστατώνεται, δεν στενοχωριέται, όταν έρχεται αντιμέτωπος με το θάνατο, όταν λ.χ. αντικρύσει νεκρό κάποιον συγγενή ή φίλο του. Γιατί γνωρίζει ότι ο θάνατος, γι’ αυτούς που έζησαν ενάρετα στη γη, δεν είναι παρά μετάθεση σε μια καλύτερη ζωή, ταξίδι για έναν καλύτερο τόπο, δρόμος που οδηγεί στα στεφάνια.

Γι’ αυτό μπροστά στις πόλεις και στα χωριά υπάρχουν τα κοιμητήρια και οι τάφοι, για να μας θυμίζουν συνέχεια την ανθρώπινη θνητότητα. Έτσι, καθώς μπαίνουμε σε μια μεγάλη και πλούσια πόλη ή σ’ ένα ωραίο και γραφικό χωριό, πριν δούμε τις ομορφιές και τα αξιοθέατά τους, βλέπουμε το τέλος και την κατάληξη κάθε ομορφιάς, κάθε πλούτου, κάθε δόξας.
Όταν, πάλι, ένας άνδρας και μια γυναίκα παντρεύονται, υπογράφουν συχνά ένα συμβόλαιο, με το οποίο ρυθμίζουν από πριν την τύχη της περιουσίας τους σε περίπτωση θανάτου του ενός ή του άλλου: «Αν ο σύζυγος πεθάνει πριν από τη σύζυγο, θα γίνει τούτο. Αν η σύζυγος πεθάνει πριν από το σύζυγο, θα γίνει τούτο και τούτο». Καλά-καλά δεν γνωρίστηκαν ακόμα, καλά-καλά τη ζωή τους δεν άρχισαν, και το θάνατο σκέφτονται. Πολλές φορές, μάλιστα, το συμβόλαιο αναφέρει τι θα γίνει, αν πεθάνει το παιδί, που θα γεννήσουν: «Αν το παιδί, που θα γεννηθεί, πεθάνει, θα γίνει αυτό κι αυτό». Ακόμα δεν φάνηκε ο απόγονος, και εκδόθηκε η απόφαση του θανάτου του!

Τί θέλω να πω με όλα αυτά; Ότι, πηγαίνοντας στο συμβολαιογραφείο για τη σύνταξη ενός συμβολαίου, ο καθένας γνωρίζει πως ο θάνατος θα επισκεφθεί κάποια στιγμή τον ίδιο ή έναν δικό του άνθρωπο. Το θεωρεί απόλυτα φυσιολογικό και αναπόφευκτο. Όταν, όμως, έρθει ο θάνατος, ξεχνάει όσα έγραψε και άλλα λέει. “Έπρεπε να πάθω εγώ τέτοιο πράγμα;”, φωνάζει με θρήνους και αναστεναγμούς ο άντρας που χήρεψε. “Περίμενα να με βρει τέτοια συμφορά και να χάσω τη γυναίκα μου;”. Τί λες, άνθρωπέ μου; Όταν ήσουνα, ή μάλλον νόμιζες πως ήσουνα, μακριά από το θάνατο, ήξερες καλά τους φυσικούς νόμους• τώρα που έπαθες τη συμφορά, τους ξέχασες; Ίσως να πήρε ο Θεός τη γυναίκα σου, επειδή θέλει να σε οδηγήσει στην εγκράτεια, επειδή σε θεωρεί ικανό για μεγαλύτερους αγώνες, για ανώτερη πνευματική ζωή, και γι’ αυτό σε ελευθέρωσε από τον συζυγικό δεσμό.

Κι εσύ πάλι, η γυναίκα, που έχασες τον άντρα σου, γιατί κλαις; Μήπως επειδή έχασες τον προστάτη σου κι έμεινες έρημη στον κόσμο; Ποτέ μην πεις κάτι τέτοιο. Γιατί δεν έχασες το Θεό, που είναι ο πραγματικός προστάτης όλων μας. Αφού έχεις βοηθό το Θεό, δεν έχεις ανάγκη από κανέναν άλλο. Μήπως, και όταν ζούσε ο άντρας σου, ο Θεός δεν ήταν που σας τα έδινε όλα; Αυτό να σκέφτεσαι και να λες, όπως ο Δαβίδ: «Ο Κύριος είναι το φως μου και ο σωτήρας μου, ποιόν θα φοβηθώ; Ο Κύριος είναι ο υπερασπιστής της ζωής μου, τί θα με κάνει να δειλιάσω;» (Ψαλμ. 26:1). Τώρα πια Αυτός, «ο πατέρας των ορφανών και συμπαραστάτης των χηρών» (Ψαλμ. 67:6), θα φροντίζει για σένα περισσότερο απ’ όσο φρόντιζε πριν. Βλέπεις, λοιπόν, ένα συγγενή σου να φεύγει απ’ αυτόν τον κόσμο; Μην τρομάζεις, μη θρηνείς, μη συντρίβεσαι. Συγκεντρώσου στον εαυτό σου, εξέτασε τη συνείδησή σου και σκέψου ότι σε λίγο καιρό σε περιμένει κι εσένα το ίδιο τέλος.

“Μα ο νεκρός”, θα μου πεις, “σαπίζει, γίνεται σκόνη”. Ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να χαίρεσαι περισσότερο. Όταν θέλει κανείς να ξαναχτίσει ένα σπίτι, που πάλιωσε και έγινε ετοιμόρροπο, αφού πρώτα βγάλει τους ενοίκους, το κατεδαφίζει και το φτιάχνει πιο καλό. Και όταν γίνεται αυτό, οι ένοικοι δεν λυπούνται, επειδή βγήκαν από το παλιό σπίτι, αλλά μάλλον ευχαριστημένοι είναι. Δεν τους νοιάζει, βλέπεις, για την κατεδάφιση, που βλέπουν με τα μάτια τους, γιατί συλλογίζονται τη νέα και ωραία οικοδομή, που θα ανεγερθεί, κι ας μην τη βλέπουν ακόμα.
Το ίδιο κάνει και ο Θεός. Όταν πρόκειται να διαλύσει το σώμα μας, βγάζει πρώτα την ψυχή, που κατοικεί μέσα σ’ αυτό, όπως θα την έβγαζε από ένα παλιό και ετοιμόρροπο σπίτι, για να την εγκαταστήσει πάλι με μεγαλύτερη δόξα στο νέο σπίτι, που θα οικοδομήσει. Και ο Αδάμ, όταν δημιουργήθηκε, δεν είδε ότι πλάστηκε από χώμα. Ο Θεός, δηλαδή, δεν έπλασε την ψυχή πρώτη, για να μη δει τη δημιουργία του σώματος. Γι’ αυτό η ψυχή δεν γνώριζε την ευτέλεια του σώματος. Όταν, όμως, γίνει η κοινή ανάσταση, τότε η ψυχή θα βρεθεί σ’ ένα νέο άφθαρτο σώμα, όχι πια στο παλιό χωμάτινο ένδυμά της.

Ο νεκρός, κι αν δεν βλέπει τον εαυτό του, βλέπει όμως εκείνους που πέθαναν πιο μπροστά να γίνονται σκόνη, και διδάσκεται πολλά. Για κοίτα πόσο μαζεμένοι και συγκρατημένοι είναι μπροστά στους νεκρούς ακόμα και οι πιο περήφανοι, ακόμα και οι πιο απόκοτοι άνθρωποι! Ακούγεται η λέξη “θάνατος”, και η καρδιά όλων σπαρταράει από το φόβο. Και φιλοσοφούμε γύρω από τους τάφους και σκεφτόμαστε που καταλήγουμε και φλυαρούμε για τη ματαιότητα των εγκοσμίων, αλλά, μόλις απομακρυνθούμε, ξεχνάμε την ευτέλειά μας. Να, για παράδειγμα, όταν βρεθεί κανείς στην κηδεία ενός φίλου του, γυρίζει στο διπλανό του και του λέει λόγια σαν και τούτα: “Αλήθεια, πόσο ταλαίπωροι είμαστε! Πόσο ασήμαντη είναι η ζωή μας! Τί γινόμαστε, άραγε, μετά το θάνατο; Αυτό πρέπει να σκεφτόμαστε και να μην κακολογούμε, να μην αδικούμε, να μη μνησικακούμε…”. Φαίνεται να μιλάει με τόση ειλικρίνεια, ώστε, καθώς τον ακούς, δεν αμφιβάλλεις ότι την ίδια κιόλας στιγμή θ’ απαρνηθεί ολότελα την κακία του και θ’ αρχίσει να ζει ενάρετα. Μα, αλίμονο, μετά την κηδεία θα ξεχάσει και το φόβο του και τα λόγια του, και θα συνεχίσει να ζει στην αμαρτία, όπως πρώτα.

Ας ξαναγυρίσουμε, όμως, στο θέμα μας. Πες μου, για ποιό λόγο κλαις με τόσο πόνο αυτόν που πέθανε; Γιατί ήταν κακός; Ε, λοιπόν, όχι μόνο δεν πρέπει να κλαις, αλλά και να ευχαριστείς το Θεό, που σταμάτησε πια η κακία του. Μήπως, απεναντίας, ήταν καλός; Και στην περίπτωση αυτή πρέπει να χαίρεσαι, γιατί πέθανε «πριν η κακία αλλάξει τη σύνεσή του ή η δολιότητα της αμαρτίας εξαπατήσει την ψυχή του» (Σοφ. Σολ. 4:11). Ήταν μήπως νέος; Και γι’ αυτό ακόμα ευχαρίστησε το Θεό και δόξασέ Τον, γιατί τον πήρε κοντά Του. Όπως εκείνους που πηγαίνουν για ν’ αναλάβουν κάποιο αξίωμα, τους κατευοδώνουμε με χαρά και ικανοποίηση, έτσι πρέπει ν’ αποχαιρετάμε κι αυτούς που φεύγουν από τούτη τη ζωή, γιατί πηγαίνουν κοντά στο Θεό, όπου θ’ απολαμβάνουν μεγάλη τιμή και ευτυχία.

Δεν λέω, βέβαια, ότι δεν πρέπει να λυπόμαστε για το χωρισμό από τ’ αγαπημένα μας πρόσωπα, που πεθαίνουν, αλλά να μη λυπόμαστε περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Γιατί θα παρηγορηθούμε αρκετά, αν σκεφτούμε ότι ο άνθρωπος, που χάσαμε, ήταν θνητός, όπως όλοι μας. Με το ν’ αγανακτούμε, δεν δείχνουμε τίποτ’ άλλο, παρά πως ζητάμε πράγματα ασυμβίβαστα με την ανθρώπινη φύση. Γεννήθηκες άνθρωπος, επομένως θνητός. Γιατί, λοιπόν, υποφέρεις με κάτι τόσο φυσικό, όπως ο θάνατος; Μήπως λυπάσαι, επειδή, για να ζήσεις, πρέπει να τρως; Μήπως επιδιώκεις να ζήσεις χωρίς τροφή; Τότε γιατί επιδιώκεις να μην πεθάνεις; Όσο φυσικό είναι το να τρως, άλλο τόσο και το να πεθάνεις. Αφού είσαι θνητός, μη ζητάς να γίνεις αθάνατος• γιατί αυτό το πράγμα καθορίστηκε και νομοθετήθηκε μια μόνο φορά και για πάντα. Ας μη μοιάζουμε στους ληστές, που θέλουν να κάνουν δικά τους όσα ανήκουν σε άλλους. Έτσι, όταν ο Θεός παίρνει από μας χρήματα ή τιμή ή δόξα, ακόμα και το σώμα ή και την ψυχή, παίρνει αυτά που Του ανήκουν. Και το παιδί σου ακόμη αν πάρει, δεν παίρνει ουσιαστικά το παιδί σου, αλλά το δικό Του πλάσμα.
Αφού, λοιπόν, εμείς δεν ανήκουμε στον εαυτό μας, πώς θα ανήκουν σ’ εμάς όσα ανήκουν σ’ Εκείνον; Αν η ψυχή σου δεν είναι δική σου, πώς είναι δικά σου τα χρήματά σου; Και αν δεν είναι δικά σου, πώς ξοδεύεις άσκοπα ή άπρεπα αυτά που ανήκουν σε άλλον; Μη λες, “Τα δικά μου ξοδεύω, από τα δικά μου διασκεδάζω”• γιατί ξοδεύεις και διασκεδάζεις με τα ξένα. Και τα αποκαλώ ξένα, γιατί ο Θεός θεωρεί δικά σου όσα σου έδωσε, για να τα μοιράσεις στους φτωχούς. Τότε μόνο τα ξένα γίνονται δικά σου. Αν τα ξοδέψεις για τον εαυτό σου, τότε τα δικά σου γίνονται ξένα.

Δεν βλέπεις ότι τα σώματά μας τα υπηρετούν τα χέρια; Δεν βλέπεις ότι το στόμα μασάει την τροφή, πριν τη δεχθεί το στομάχι; Μήπως το στομάχι λέει, “Αφού δέχτηκα την τροφή, δικαιωματικά τα κατέχω όλα”; Τα μάτια πάλι, μήπως, επειδή αυτά δέχονται το φως, το κρατάνε μόνο για τον εαυτό τους και δεν το θέτουν στην υπηρεσία όλου του σώματος; Ή μήπως τα πόδια, επειδή μόνο αυτά βαδίζουν, τον εαυτό τους μόνο μετακινούν και όχι το σώμα ολόκληρο; Αλλά και από τους επαγγελματίες, αν θελήσει ο καθένας να μην παραχωρήσει και σε άλλους την ωφέλεια από το επάγγελμά του, όχι μόνο εκείνους, αλλά και τον εαυτό του θα ζημιώσει. Ακόμα και οι φτωχοί, αν ήταν τόσο κακοί όσο εσείς, οι πλούσιοι, που τίποτ’ άλλο δεν σκέφτεστε παρά το πως θ’ αυξήσετε τα κέρδη σας, και δεν έδιναν από το υστέρημά τους στους πιο φτωχούς και αναγκεμένους, γρήγορα θα σας έριχναν κι εσάς στη φτώχεια.
“Μα έχασα το μονάκριβο παιδί μου”, θα πει ίσως κάποιος, “που πάνω του στήριζα τόσες ελπίδες”. Και τί μ’ αυτό; Ευχαρίστησε το Θεό, που πήρε το παιδί σου, και τότε δεν θα είσαι κατώτερος από τον Αβραάμ, που οδήγησε το γιο του Ισαάκ στο βουνό για να τον θυσιάσει, ύστερ’ από θεία εντολή. Όπως εκείνος αγόγγυστα πρόσφερε το μονάκριβο παιδί του στο Θεό, έτσι πρόσφερέ το κι εσύ, και δεν θα πάρεις μικρότερη αμοιβή. Μην κλαις, μη βαρυγγωμάς, μην αναστενάζεις. Πες ό,τι είπε και ο μακάριος Ιώβ, όταν έχασε όλα του τα παιδιά: «Ο Κύριος μου τα έδωσε, ο Κύριος μου τα πήρε. Όπως φάνηκε καλό στον Κύριο, έτσι κι έγινε. Ας είναι τ’ όνομά Του δοξασμένο παντοτινά» (Ιώβ 1:21). Έτσι αποστόμωσε και τη γυναίκα του, λέγοντάς της μάλιστα και τούτα τα λόγια, που προκαλούν το θαυμασμό μας: «Αν δεχτήκαμε από τα χέρια του Κυρίου τα αγαθά, δεν θα υπομείνουμε και τις συμφορές;» (Ιώβ 2:10). Έτσι να σκέφτεσαι κι εσύ, καθώς μάλιστα το παιδί σου δεν έπεσε στα χέρια εχθρού ή κακούργου, αλλά πήγε κοντά στο Θεό, που φροντίζει γι’ αυτό περισσότερο από σένα και που γνωρίζει το συμφέρον του καλύτερα από σένα. Κοίτα πόσα παιδιά, που βρίσκονται στη ζωή, έκαναν μαρτυρική τη ζωή των γονιών τους.

“Τα καλά παιδιά δεν τα βλέπεις;”, θα με ρωτήσεις. Και σου απαντώ: Τα βλέπω κι αυτά, η κατάσταση όμως του δικού σου παιδιού είναι πιο σίγουρη από τη δική τους. Μπορεί τώρα να είναι καλά, το τέλος τους όμως είναι άγνωστο. Εσύ δεν φοβάσαι πια για το παιδί σου, μήπως πάθει τίποτα ή μήπως πάρει στραβό δρόμο. Γι’ αυτό, σου το ξαναλέω, μη θρηνείς. Να δοξολογείς μόνο τον Κύριο, όπως έκανε ο Ιώβ. “Και πώς να μη θρηνώ”, θα πεις, “που δεν είμαι πια πατέρας;”. Τί λόγια είναι τούτα; Μήπως έχασες το παιδί σου; Μάλλον τώρα το έκανες δικό σου και το έχεις πιο σίγουρα. Δεν έπαψες να είσαι πατέρας. Είσαι μάλιστα κάτι παραπάνω -όχι πια πατέρας ενός θνητού πλάσματος, μα ενός αθάνατου όντος! Μη νομίζεις ότι έχασες πραγματικά το παιδί σου, επειδή δεν είναι κοντά σου. Όπως θα συνέχιζε να είναι παιδί σου, αν είχε μεταναστεύσει σε μακρινή χώρα, έτσι και τώρα, που έφυγε για τον ουρανό. Βλέποντας, λοιπόν, τα μάτια του κλειστά, το στόμα του άφωνο και το σώμα του ακίνητο, μη σκέφτεσαι: “Αυτό το στόμα δεν μιλάει πια, αυτά τα μάτια δεν βλέπουν πια, αυτά τα πόδια δεν βαδίζουν πια”. Αλλά να σκέφτεσαι: “Αυτό το στόμα θα πει καλύτερα λόγια, αυτά τα μάτια θα δουν ωραιότερα πράγματα, αυτά τα πόδια θα περπατήσουν στον ουρανό, αυτό το σώμα θ’ αναστηθεί άφθαρτο και θα πάρω πίσω το παιδί μου λαμπρότερο”. “Αλλά δεν γνωρίζω που πήγε”, ίσως θα μου πεις. Πώς δεν το γνωρίζεις; Είτε θεάρεστα έζησε είτε όχι, είναι γνωστό που θα πάει. “Γι’ αυτό ακριβώς κλαίω”, θα εξηγήσεις, “γιατί έφυγε φορτωμένο με αμαρτίες”. Μα κι αν δεν είχε αμαρτίες, μήπως δεν θα έκλαιγες και δεν θα βαρυγγωμούσες; Τώρα παραπονιέσαι στο Θεό και Του λες: “Γιατί μου πήρες το παιδί μου γεμάτο αμαρτίες;”. Τότε θα Του έλεγες: “Γιατί μου πήρες ένα τόσο καλό παιδί;”. Και στις δυο περιπτώσεις, όμως, πρέπει να χαίρεσαι. Αν το παιδί ήταν αμαρτωλό, γιατί έπαψε πια ν’ αμαρτάνει και δεν πρόσθεσε μεγαλύτερο βάρος κακίας στην ψυχή του. Ενώ μάλιστα δεν μπορούσες να το βοηθήσεις όσο ζούσε, γιατί δεν άκουγε τις συμβουλές σου, τώρα μπορείς να το βοηθήσεις• όχι με δάκρυα και θρήνους, αλλά με προσευχές και ελεημοσύνες και προσφορές. Αυτά καθορίστηκαν από τους αγίους αποστόλους όχι τυχαία, αλλά με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Ο ιερέας, μπροστά στο ιερό θυσιαστήριο, όταν τελεί τα φρικτά Μυστήρια του Χριστού, μνημονεύει όχι μόνο τους ζωντανούς, αλλά και τους νεκρούς, οπότε οι ψυχές ανακουφίζονται. Και όταν εμείς κάνουμε γι’ αυτούς προσφορές στην εκκλησία ή ελεημοσύνες στους φτωχούς, τους προξενούμε κάποια παρηγοριά, όσο αμαρτωλοί κι αν ήταν. Αν πάλι το παιδί σου ήταν καλό και ενάρετο, πολύ περισσότερο δεν πρέπει να λυπάσαι. Γιατί, όπως ο καθαρός κι ολόλαμπρος ήλιος ανεβαίνει στον ουρανό, έτσι και η καθαρή ψυχή, που εγκαταλείπει το σώμα, ανεβαίνει ολόλαμπρη, με τη συνοδεία αγγέλων, στο βασίλειο του Θεού.

Δεν είναι κακό, λοιπόν, το να πεθάνει κανείς. Τότε για ποιο λόγο φοβόμαστε το θάνατο; Γιατί δεν μας έχει κυριέψει ο έρωτας της ουράνιας βασιλείας, γιατί δεν μας έχει φλογίσει ο πόθος των μελλοντικών αγαθών. Αν είχε συμβεί αυτό, όλα τα αγαθά της γης θα τα περιφρονούσαμε. Όποιος φοβάται πάντα την κόλαση, δεν θα φοβηθεί ποτέ το θάνατο. Να μην έχετε, λοιπόν, τη σκέψη μικρού παιδιού, αλλά την ακακία μικρού παιδιού. Τα μικρά παιδιά φοβούνται τις αγριωπές αλλ’ ακίνδυνες μάσκες, δεν φοβούνται όμως την επικίνδυνη φωτιά. Έτσι, αν τα κρατάει κανείς κοντά σ’ ένα αναμμένο λυχνάρι, χωρίς να το σκεφτούν, ακουμπάνε το χέρι τους στη φλόγα και καίγονται.

Θέλετε να σας πω και άλλη αιτία, για την οποία φοβόμαστε το θάνατο; Γιατί δεν ζούμε ενάρετη ζωή και δεν έχουμε καθαρή συνείδηση. Αλλιώς ο θάνατος δεν θα μας τρόμαζε. Απόδειξέ μου ότι θα κληρονομήσω τη βασιλεία των ουρανών και σφάξε με τώρα κιόλας. Θα σου χρωστάω μάλιστα και χάρη για τη σφαγή μου, αφού θα με στείλεις γρήγορα σ’ εκείνα τα αγαθά. “Αλλά φοβάμαι να πεθάνω άδικα”, ίσως θα μου πεις. Ώστε ήθελες να πεθάνεις δίκαια; Και ποιός είναι τόσο ταλαίπωρος, που, ενώ μπορεί να πεθάνει άδικα, προτιμάει να πεθάνει δίκαια; Αν πρέπει να φοβόμαστε θάνατο, πρέπει να φοβόμαστε εκείνον που μας βρίσκει δίκαια. Όποιος πεθαίνει άδικα, μοιάζει στους αγίους. Γιατί οι περισσότεροι απ’ αυτούς που ευαρέστησαν το Θεό, θανατώθηκαν άδικα. Και πρώτος ο Αβελ. Δεν δολοφονήθηκε γιατί έφταιξε στον Κάιν, αλλά γιατί τίμησε το Θεό. Και ο Θεός παραχώρησε να γίνει αυτός ο φόνος γιατί αγαπούσε τον Αβελ ή γιατί τον μισούσε; Ολοφάνερα γιατί τον αγαπούσε και ήθελε να του προσφέρει πιο λαμπρό στεφάνι, λόγω της άδικης σφαγής του.

Βλέπεις που δεν πρέπει να φοβάσαι μήπως πεθάνεις άδικα, αλλά μήπως πεθάνεις φορτωμένος με αμαρτίες; Ο Αβελ πέθανε άδικα, μα ο Κάιν πέρασε την υπόλοιπη ζωή του έχοντας την κατάρα του Θεού, στενάζοντας και τρέμοντας ακατάπαυστα. Ποιός από τους δύο ήταν πιο μακάριος; Εκείνος που έπαψε να ζει μέσα στη αρετή ή αυτός που έζησε μέσα στην αμαρτία; Εκείνος που άδικα πέθανε ή αυτός που δίκαια τιμωρήθηκε;

Ας μην κλαίμε, λοιπόν, αδιάκριτα όλους όσοι πεθαίνουν, αλλά εκείνους που πεθαίνουν έχοντας πολλές αμαρτίες. Σ’ αυτούς πρέπουν τα δάκρυα και οι θρήνοι. Γιατί ποιά ελπίδα έχουν, αφού δεν είναι πια δυνατό να καθαριστούν από τις αμαρτίες τους; Όσο βρίσκονταν στην παρούσα ζωή, υπήρχε ελπίδα να μετανοήσουν. Εκεί που πήγαν, όμως, δεν κερδίζει κανείς τίποτα με τη μετάνοια. Ας τους κλαίμε, ναι, όχι όμως με τρόπο υστερικό και άπρεπο, όχι τραβώντας τα μαλλιά μας, ξεσκίζοντας το πρόσωπό μας, ουρλιάζοντας και τσιρίζοντας, αλλά με σεμνότητα, αφήνοντας τα δάκρυα να κυλούν ήρεμα από τα μάτια μας. Αυτό ωφελεί κι εμάς. Γιατί, πενθώντας έτσι τον νεκρό, πολύ περισσότερο θα προσπαθήσουμε να μην πέσουμε και οι ίδιοι σε παρόμοια αμαρτήματα. Με το τράβηγμα των μαλλιών και τις κραυγές ο νους σκοτίζεται, ενώ με το ήρεμο πένθος διατηρεί τη διαύγειά του και μπορεί να φιλοσοφήσει ωφέλιμα γύρω από το θάνατο.
Μ’ αυτόν τον τρόπο να φιλοσοφείς όχι μόνο όταν πεθαίνει κάποιος γνωστός σου, μα κι όταν βλέπεις έναν άγνωστο νεκρό να οδηγείται με πομπή μέσ’ από τους δρόμους στην τελευταία του κατοικία και να συνοδεύεται από τα ορφανά παιδιά του, τη χήρα γυναίκα του, τους συγγενείς και τους φίλους του, όλους κλαμένους και συντριμμένους. Να συλλογίζεσαι τότε πως η ζωή και τα πράγματα του κόσμου τούτου δεν έχουν καμιάν αξία και καμιά διαφορά από τις σκιές και τα όνειρα.
Κοίτα, πόσα κάστρα και παλάτια βασιλιάδων, ηγεμόνων και αρχόντων είναι σωριασμένα σε ερείπια! Σκέψου, πόση δύναμη και πόσο πλούτο είχαν κάποτε! Τώρα έχουν ξεχαστεί και τα ονόματά τους. Λέει η Γραφή: «Πολλοί άρχοντες έχασαν την εξουσία τους και κάθησαν στο χώμα• κι ένας άσημος, που κανείς δεν φανταζόταν ότι θα γίνει βασιλιάς, φόρεσε στέμμα» (Σοφ. Σειρ. 11:5). Δεν σου φτάνουν αυτά; Συλλογίσου τότε, ποιά είναι η αξία σου όταν κοιμάσαι; Μήπως δεν μπορεί κι ένα ζωύφιο να σε θανατώσει; Ναι, πολλοί πέθαναν έτσι στον ύπνο τους. Αλήθεια, από μια κλωστή κρέμεται η ζωή μας! Κόβεται η κλωστή και τελειώνουν όλα. Έτσι να φιλοσοφείς και να μη σαγηνεύεσαι από την ομορφιά, τα πλούτη, τη δόξα, τις απολαύσεις. Ένα μόνο να σε απασχολεί: Που τελειώνουν όλα αυτά. Θαυμάζεις όσα βλέπεις εδώ στη γη; Πιο αξιοθαύμαστα, όμως, είναι εκείνα που αναφέρονται στις άγιες Γραφές.

Δείξε μου έναν αγέρωχο άρχοντα ή έναν λαμπροντυμένο πλούσιο, όταν ψήνεται από τον πυρετό, όταν ψυχομαχεί, και τότε θα σε ρωτήσω: “Πού είναι εκείνος, που περνούσε από την αγορά καμαρωτός και περήφανος με ακολούθους και σωματοφύλακες; Πού είναι εκείνος, που φορούσε πανάκριβα ρούχα; Πού είναι η χλιδή της ζωής του, η πολυτέλεια των συμποσίων του, οι υπηρέτες, οι παρατρεχάμενοι, τα γέλια, οι ανέσεις, οι σπατάλες; Όλα έφυγαν και πέταξαν. Τί απέγινε το σώμα, που απολάμβανε τόση ηδονή; Πλησίασε στον τάφο και κοίτα τη σκόνη, τη σαπίλα, τα σκουλήκια. Κοίτα και στέναξε πικρά. Και μακάρι το κακό να περιοριζόταν σε τούτη τη σκόνη, που βλέπεις. Από τον τάφο και τα σκουλήκια φέρε τη σκέψη σου στο ακοίμητο σκουλήκι της άλλης ζωής, στο τρίξιμο των δοντιών, στο αιώνιο σκοτάδι, στην άσβεστη φωτιά, στις πικρές και αφόρητες εκείνες τιμωρίες, που δεν θα έχουν τέλος. Εδώ, στη γη, και τα καλά και τα κακά κάποτε, αργά ή γρήγορα, τελειώνουν εκεί, όμως, και τα δύο διαρκούν αιώνια. Και διαφέρουν ως προς την ποιότητα από τα καλά και τα κακά του κόσμου τούτου τόσο, που δεν είναι δυνατό να εκφράσει κανείς με λόγια.

Τί έγιναν, λοιπόν, όλα εκείνα τα μεγαλεία; Τί έγιναν τα χρήματα και τα κτήματα; Ποιός άνεμος φύσηξε και τα πήρε και τα σκόρπισε; Τί θέλει, πάλι, κι αυτή η ανώφελη δαπάνη για την κηδεία, που και τον νεκρό δεν ωφελεί και τους οικείους του ζημιώνει; Ο Χριστός αναστήθηκε γυμνός από τον τάφο. Ας μη γίνεται, λοιπόν, η κηδεία αφορμή ικανοποιήσεως της μανίας μας για επίδειξη. Ο Κύριος είπε: «Πείνασα και μου δώσατε να φάω• δίψασα και μου δώσατε να πιω• ήμουνα γυμνός και με ντύσατε» (Ματθ. 25:35-36). Όμως δεν είπε: «Ήμουνα νεκρός και με θάψατε». Γιατί, αν μας παραγγέλλει να μην έχουμε τίποτα περισσότερο από ένα σκέπασμα, όταν ζούμε, πολύ περισσότερο όταν πεθάνουμε. Ποιάν απολογία θα δώσουμε στο Θεό, λοιπόν, όταν ξοδεύουμε τεράστια ποσά για να κηδέψουμε ένα νεκρό σώμα, τη στιγμή που ο Χριστός, με τη μορφή των φτωχών συνανθρώπων μας, τριγυρνάει πεινασμένος και γυμνός, κι εμείς αδιαφορούμε γι’ αυτό;

Όλα όσα σας λέω, βέβαια, είναι ανώφελα για κείνους που έχουν ήδη πεθάνει. Ας τ’ ακούσουν, όμως, οι ζωντανοί και ας συνέλθουν, ας λογικευτούν, ας διορθωθούν. Όπου νά ‘ναι θα έρθει και η δική τους ώρα. Δεν θ’ αργήσουν να βρεθούν κι αυτοί, δεν θ’ αργήσουμε να βρεθούμε όλοι μας, μπροστά στο φοβερό Κριτήριο, όπου θα δώσουμε λόγο για τις πράξεις μας. Ας αγωνιστούμε, λοιπόν, να γίνουμε καλύτεροι, εγκαταλείποντας την αμαρτία και ακολουθώντας την αρετή, για να μη χάσουμε τη βασιλεία των ουρανών, για ν’ αποκτήσουμε τα άφθαρτα αγαθά, που έχει ετοιμάσει για μας ο φιλάνθρωπος Κύριος.

Πηγή: Βιβλίο «Θέματα ζωής». 
Κείμενα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου. 
Η επεξεργασία και μετάφραση των κειμένων καθώς και η έκδοση των βιβλίων έχουν γίνει από τους πατέρες της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού, Τόμος Α’, σελ. 106-121
 

Περί της λύπης του αγίου Ιωάννου Κασσιανού

Ο άγιος Ιωάννης Κασσιανός, ο επικαλούμενος Ρωμαίος, ανήκει στη χορεία των ασκητικών συγγραφέων. Αφού μόνασε στα μοναστικά κέντρα της Αιγύπτου, έγινε μαθητής του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και αργότερα έκτισε μοναστήρι στη Μασσαλία, στο οποίο έγινε ηγούμενος. Ένα από τα πολλά ασκητικά έργα του είναι και ο λόγος «περί των οκτώ της κακίας λογισμών» πού έστειλε στον επίσκοπο Κάστορα [1]. Πρόκειται για συστηματική μελέτη των «οκτώ λογισμών της κακίας», όπου συμπυκνώνεται η εμπειρία των ασκητών Αγίων που βίωσαν τις διάφορες φάσεις των ενεργημάτων των παθών αυτών.

Οι «λογισμοί» κατά βάθος αποτελούν τα θανάσιμα λεγόμενα πάθη, όταν, από τη μη σωστή χρήση τους, σταδιακά γίνονται έξεις (συνήθειες), αποκτούν δύναμη, στερεώνονται στην ψυχή, αναχωνεύονται με τη νοερή ουσία της και μεταβάλλονται σε «σκληρές ουσίες», κατά την έκφραση του αββά Ισαάκ του Σύρου. Φαίνεται περίεργο το γεγονός ότι τα θανάσιμα πάθη (θανάσιμα γιατί πεθαίνει πνευματικώς η ψυχή) σχηματίζονται σταδιακά από έννοιες. Είναι, όμως γνωστό από την κλασσική φιλοσοφία, ότι είχε γίνει παραδεκτό, πως η συνήθεια, η έξη, δημιουργεί δεύτερη φύση. Σε τελευταία ανάλυση, τα διάφορα πάθη αποτελούν στερεωμένους λογισμούς, που έχουν επαναληφθεί και έχουν βιωθεί.

Οι οκτώ λογισμοί, με τη διάκριση του πάθους της υπερηφάνειας σε υπεφηφάνεια και κενοδοξία, είναι οι εξής: 1. Γαστριμαργία, 2. Πορνεία, 3. Φιλαργυρία, 4. Οργή, 5. Λύπη, 6. Ακηδία, 7. Κενοδοξία και 8. Υπερηφάνεια.

1. Βλάβες της λύπης στην ψυχή και αποτελέσματα της εισχωρήσεως στη ζωή του μοναχού

Πέμπτος είναι ο αγώνας εναντίον του πνεύματος της λύπης, το οποίο σκοτίζει την ψυχή από κάθε πνευματική θεωρία και την εμποδίζει από κάθε αγαθή πράξη.

Όταν η λύπη εισχωρήσει στη ψυχή και τη σκοτίσει ολόκληρη, δεν της επιτρέπει να προσεύχεται με προθυμία και δεν ανέχεται να είναι ο άνθρωπος πράος και να κινείται εύκολα σε κατάνυξη και συμπάθεια προς τους αδελφούς. Ανακατώνοντας τις σωτήριες σκέψεις της ψυχής και παραλύοντας τη δραστηριότητα και την καρτερία της, την δένει με το λογισμό της απελπισίας. Αυτό βέβαια δυσκολεύει τον πνευματικό αγώνα και γι αυτό πρέπει να φυλάξουμε την καρδιά μας από το πνεύμα της λύπης. Μας κάνει να μην δεχόμαστε συμβουλές από γνήσιους φίλους και αφού καταλάβει όλη την ψυχή, τη γεμίζει με δυσαρέσκεια, πλήξη και μελαγχολία.

2. Πού βρίσκεται το κέντρο αυτής της ασθένειας και τι μας παραγγέλλει ο Θεός

Νομίζοντας λανθασμένα η ψυχή ότι οι άνθρωποι είναι οι αίτιοι της ταραχής της, δεν εννοεί ότι μέσα της και όχι απ’ έξω έχει την αρρώστια, η οποία τότε φανερώνεται, όταν έρθουν οι πειρασμοί και με τη δοκιμασία τη φέρουν στην επιφάνεια.

Ο Θεός, ο μόνος που γνωρίζει ακριβώς τα τραύματα της ψυχής, δεν παραγγέλνει να αποφεύγουμε τις συναναστροφές των ανθρώπων, αλλά να κόβουμε τις αιτίες της κακίας πού είναι μέσα μας, και να γνωρίζουμε ότι η υγεία της ψυχής δεν κατορθώνεται με τον χωρισμό από τούς ανθρώπους, αλλά με τη διαμονή και εξάσκηση με τους ενάρετους ανθρώπους.

Γι’ αυτό, τονίζει ο άγιος Κασσιανός, όλος ο πόλεμος πρέπει να είναι εναντίον των παθών πού είναι μέσα μας, γιατί αν αυτά, με τη χάρη και τη βοήθεια του Θεού βγουν από την καρδιά μας, όχι μόνο με τους ανθρώπους, αλλά και με τα άγρια θηρία εύκολα μπορούμε να ζήσουμε, όπως λέει ο μακάριος Ιώβ: «Θήρες άγριοι ειρηνεύουσι σοι» (Ιώβ 5, 23).

3. Παραδείγματα κακών αποτελεσμάτων της λύπης στην Αγία Γραφή και ποια είναι η μόνη λύπη που θα πρέπει να έχουμε

Παραδείγματα κακών αποτελεσμάτων του πνεύματος της λύπης έχουμε από την Παλαιά Διαθήκη το παράδειγμα του Κάιν, ο οποίος μετά την αδελφοκτονία δεν μετανόησε και από την Καινή αυτό του Ιούδα με τη γνωστή κατάληξη. Η μόνη λύπη που θα πρέπει να έχουμε είναι αυτή της μετανοίας για τις αμαρτίες μας, ενωμένη με την αγαθή ελπίδα, για την οποία ο Απόστολος λέει: «η γαρ κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν εις σωτηρίαν αμεταμέλητον εργάζεται» (Β΄ Κορ. 7, 10). Κι αυτό γιατί η κατά Θεόν λύπη τρέφοντας τη ψυχή με την ελπίδα που ακολουθεί τη μετάνοια, είναι ανάμικτη με χαρά.

4. Οι καρποί του Αγίου Πνεύματος και αυτοί του πονηρού πνεύματος

Και έτσι γίνονται φανεροί οι καρποί του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή «αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης εγκράτεια» (Γαλ. 5, 22-23), σε αντίθεση με τους καρπούς του πονηρού πνεύματος, οι οποίοι είναι ακηδία, ανυπομονησία, θυμός, μίσος, αντιλογία, απελπισία, οκνηρία στην προσευχή.

5. Συμβουλές του αγίου Κασσιανού

Κλείνοντας το θέμα αυτό ο άγιος μας συμβουλεύει να αποφεύγουμε τη λύπη αυτή, όπως και την πορνεία και τη φιλαργυρία και το θυμό και τα υπόλοιπα πάθη. Αυτή η λύπη θεραπεύεται με την προσευχή και την ελπίδα στον Θεό και τη μελέτη των θείων λόγων και με τη συναναστροφή με ευλαβείς ανθρώπους.

 

Παραπομπές:

1. Αγίου Κασσιανού του Ρωμαίου, Προς τον επίσκοπο Κάστορα περί των οχτώ λογισμών της κακίας, Φιλοκαλία των ιερών Νηπτικών, Μετάφραση Αντώνιος Γ. Γαλίτης, Γενική επιμέλιεα Γεώργιος Αντ. Γαλίτης, Εισαγωγή-σχόλια Θεόκλητος μοναχός Διονυσιάτης, Φιλολογική επιμέλεια Ιγνάτιος Σακαλής, Εκδόσεις «Το περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 19862 , Τόμος Α΄, σελ. 104

πηγή

Μακάριος, όποιος είδε το Φως του κόσμου μέσα του να έχει πάρει Μορφή

 

  

Μακάριοι, όσοι άναψαν το Φως στην καρδιά τους και το κράτησαν άσβηστο.

Μακάριοι, όσοι υποδέχτηκαν τον Χριστό, το Φως που ήρθε στο σκοτάδι τους, γιατί αυτοί έγιναν Παιδιά του Φωτός και της Μέρας.

  Μακάριοι, όσοι γεύονται τον Άρρητο με το στόμα του νου τους κάθε στιγμή, γιατί αυτοί βρίσκονται στη Μέρα, εκεί θα βαδίσουν με Ομορφιά, ο βίος τους δεν θα χάσει ποτέ τη Χαρά.

  Μακάριοι, όσοι ζουν στο Φως του Χριστού αδιάκοπα, γιατί αυτοί τώρα και στους αιώνες χωρίς τέλος θα είναι αδελφοί και συγκληρονόμοι Του.

  Μακάριοι, όσοι άναψαν το Φως στην καρδιά τους και το κράτησαν άσβηστο, χαρούμενοι αυτοί στην έξοδο του βίου, τον Νυμφίο θα συναντήσουν, μαζί Του θα μπουν στον Νυμφώνα κρατώντας Λαμπάδες.

  Μακάριοι, όσοι για τίποτε απ’ αυτά δεν διστάζουν ή δεν νομίζουν πως είναι λάθος, γιατί αυτοί, κι αν τίποτε απ’ αυτά δεν έχουν, που δεν το εύχομαι, είναι όμως βέβαιο, θα τρέξουν οπωσδήποτε να το αποκτήσουν.

  Μακάριοι, όσοι λαμπρύνονται με το θείο Φως, την ασθένειά τους βλέπουν, την ασχήμια της στολής της ψυχής τους καταλαβαίνουν,γιατί αυτοί συνέχεια θα κλάψουν, με τους ποταμούς των δακρύων τους θα καθαρίσουν τέλεια.

  Μακάριοι, όσοι έχουν συνέχεια το νοερό μάτι ανοιγμένο, με κάθε προσευχή τους βλέπουν καλά το Φως, και στόμα με στόμα μιλούν μαζί Του, γιατί αυτοί, των αγγέλων ισότιμοι, ή, τολμηρό ίσως να ειπωθεί, πάνω έχουν φτάσει απ’ τους αγγέλους, και το ίδιο θα είναι στην άλλη ζωή. Γιατί οι άγγελοι υμνούν, ενώ αυτοί συνομιλούν. Κι αν τέτοιοι έγιναν και συνεχώς γίνονται, ήδη τώρα, στον βίο αυτό, όταν η φθορά της σάρκας τους πιέζει, ποιοι θα γίνουν μετά την Ανάσταση; Πώς θα είναι όταν πάρουν το πνευματικό και άφθαρτο σώμα; Πάντως ίσοι, όχι μόνο με τους Αγγέλους, αλλά με τον Κύριο των Αγγέλων, όπως έχει γραφεί: «γνωρίζουμε», λέει ο Ιωάννης, «πως όταν μας φανερωθεί θα είμαστε όπως Εκείνος».

  Μακάριος, όποιος είδε το Φως του κόσμου μέσα του να έχει πάρει Μορφή, γιατί αυτός, σαν έμβρυο έχοντας τον Χριστό, Μητέρα Του θα θεωρηθεί, όπως ο ίδιος Εκείνος ο αψευδής το είπε, «Μητέρα μου, αδελφοί και φίλοι αυτοί είναι».

 
Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος