Η νοσταλγία, Κυριακή του Ζακχαίου (Λουκ.19, 1—10)

Η Ορθόδοξη Εκκλησία για να μας προετοιμάσει για τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, αρχίζει να μας αναγγέλλει τον ερχομό της έναν ολόκληρο μήνα πριν αυτή αρχίσει. Πόσο δύσκολο είναι να καταλάβει ο άνθρωπος πως πέρα από την αφοσίωσή του στις αναρίθμητες ασχολίες της ζωής, θα πρέπει να αφιερώσει επίσης φροντίδα για την ψυχή, για τον εσωτερικό του κόσμο.

Αν ήμασταν λίγο πιο σοβαροί, θα βλέπαμε πόσο σημαντική, ουσιαστική και θεμελιώδης είναι η φροντίδα της ψυχής. Θα κατανοούσαμε τότε τον αργό και μυστηριώδη ρυθμό της εκκλησιαστικής ζωής. Γνωρίζουμε φυσικά το νόημα που έχει η τροφή για τη ζωή μας. Μερικές τροφές είναι καλές και θρεπτικές, άλλες είναι ανθυγιεινές· κάποιες είναι βαριές, πρέπει να προσέξουμε. Προσπαθούμε πολύ να εξασφαλίσουμε πως η τροφή που τρώμε είναι καλή για μας.

Και είναι κάτι πολύ περισσότερο από ευσεβές ρητορικό σχήμα όταν λέμε πως και η ψυχή χρειάζεται να τραφεί, πως «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος» (Ματθ. 4,4). Όλοι μας ξέρουμε πως χρειαζόμαστε χρόνο για διάβασμα, για στοχασμό, για συζήτηση, για διασκέδαση. Ακόμη κι αυτά όμως τα φροντίζουμε πολύ λίγο, τα προσέχουμε ελάχιστα, ακόμη και από την άποψη της υγιεινής. Επιδιώκουμε το ελαφρύ διάβασμα, τα πειράγματα αντί για τη συζήτηση, τη διασκέδαση αντί για την ψυχαγωγία.

Δεν καταλαβαίνουμε πως η ψυχή παθαίνει δυσκοιλιότητα πολύ ευκολότερα απ’ ο,τι το πεπτικό μας σύστημα, και πως οι συνέπειες μιάς δυσκοίλιας ψυχής είναι πολύ πιο επιβλαβείς. Τόσος χρόνος αφιερώνεται στα εξωτερικά πράγματα, και πολύ λίγος στην εσωτερική ζωή. Πλησιάζουμε όμως τώρα αυτή την εποχή του έτους που η Εκκλησία μας κάλει να θυμηθούμε την ύπαρξη αυτού του εσωτερικού ανθρώπου και να θορυβηθούμε από την αμνησία μας, από τον δίχως νόημα παραλογισμό μέσα στον οποίο βρισκόμαστε, από τη σπατάλη του πολύτιμου χρόνου που μας έχει δοθεί τόσο φειδωλά, από την άγαρμπη και μικροπρεπή σύγχυση μέσα στην οποία ζούμε.

Η Σαρακοστή είναι καιρός μετανοίας, και μετάνοια είναι η επανεξέταση, η επανεκτίμηση, το να βαθύνει κανείς και να φέρει τα πάνω κάτω. Μετάνοια είναι το επώδυνο ξεσκέπασμα του παραμελημένου, ξεχασμένου, μολυσμένου «εσωτερικού» ανθρώπου.

Η πρώτη αναγγελία της σαρακοστής, η πρώτη υπενθύμιση προέρχεται από μία μικρή ευαγγελική ιστορία για έναν εντελώς ασήμαντο άνθρωπο, «μικρόν τω δέμας», που το επάγγελμα του φοροεισπράκτορα που εξασκούσε, τον χαρακτήριζε, την εποχή εκείνη και σ’ εκείνη την κοινωνία, ως πλεονέκτη, απάνθρωπο και ανέντιμο.

Ο Ζακχαίος ήθελε να δεί τον Χριστό· το ήθελε τόσο πολύ, ώστε η επιθυμία του τράβηξε την προσοχή του Ιησού. Η επιθυμία είναι η αρχή του παντός. Όπως λέει το ευαγγέλιο, «όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών» (Ματθ. 6,21). Τα πάντα στη ζωή μας αρχίζουν με κάποια επιθυμία, επειδή ο,τι επιθυμούμε είναι και αυτό που αγαπούμε, αυτό που μας τραβάει από τα μέσα, αυτό στο οποίο παραδινόμαστε. Γνωρίζουμε πως ο Ζακχαίος αγαπούσε το χρήμα, και κατά τη δική του παραδοχή γνωρίζουμε πως για να το αποκτήσει δεν είχε κανένα ενδοιασμό να κλέβει άλλους. Ο Ζακχαίος ήταν πλούσιος και αγαπούσε τον πλούτο, αλλά μέσα του ανακάλυψε μια άλλη επιθυμία,ήθελε κάτι άλλο, και αυτή η επιθυμία έγινε κεντρική στιγμή της ζωής του.

Αυτή η ευαγγελική ιστορία θέτει ένα ερώτημα στον καθένα μας: τι αγαπάμε, τι επιθυμούμε, -όχι φυσικά επιπόλαια, αλλά βαθιά. Δεν υπάρχει κανένας μυστηριώδης δάσκαλος που να περπατά στην πόλη σας, που να περιβάλλεται από το πλήθος. Είναι όμως έτσι; Δεν υπάρχει κάποια μυστηριώδης κλήση που περνά κάθε στιγμή από τη ζωή σας· και κάπου στα βάθη της ψυχής σας, δεν αισθάνεσθε κάποιες φορές μια νοσταλγία για κάτι το διαφορετικό απ’ αυτό που γεμίζει τη ζωή σας από το πρωί μέχρι το βράδυ; Σταματήστε για μια στιγμή, προσέξτε, εισέλθετε στην καρδιά σας, αφουγκραστείτε το εσωτερικό σας, και θα βρείτε μέσα σας την ίδια ακριβώς παράξενη και όμορφη επιθυμία.

Ο Ζακχαίος ήρθε αντιμέτωπος χωρίς αυτό κανείς δεν μπορεί να ζήσει, είναι κάτι όμως που σχεδόν όλοι μας φοβούμαστε και το καταπιέζουμε με το θόρυβο και τη ματαιότητα όλων αυτών που μας περιστοιχίζουν. «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω» (Αποκ. 3,20). Ακούς το σιγανό κτύπημα; Αυτή είναι η πρώτη πρόσκληση της εκκλησίας, του Ευαγγελίου, και του Χριστού: επιθύμησε κάτι άλλο, πάρε μια βαθιά αναπνοή από κάτι άλλο, θυμήσου κάτι άλλο. Και τη στιγμή ακριβώς που σταματάμε για να ακούσουμε αυτή την κλήση είναι σαν ένα φρέσκο και ευχάριστο αεράκι να φυσά στο μουχλιασμένο αέρα της άχαρης ζωής μας, και αρχίζει έτσι η αργή επιστροφή.

Επιθυμία. Η ψυχή παίρνει μια βαθιά ανάσα. Όλα γίνονται -έχουν κιόλας γίνει- διαφορετικά, νέα, απεριόριστα σημαντικά. Ο ανθρωπάκος, με τα ματιά του καρφωμένα στο χώμα πάνω σε γήινες επιθυμίες, τώρα παύει να είναι ανθρωπάκος καθώς αρχίζει η νίκη μέσα του. Εδώ βρίσκεται η αρχή, το πρώτο βήμα από τα έξω προς τα μέσα, προς αυτή τη μυστηριώδη πατρίδα που όλοι οι άνθρωποι, συχνά ασυνείδητα, νοσταλγούν και επιθυμούν.

πηγή

Το θέλημα και το σχέδιο του Θεού ας ζητάμε να γίνεται στις ζωές μας

Γνώρισα μια γιαγιά σοφή που μου είπε: 
“Γιε μου, όταν ήμουν ακόμα νέα, ζητούσα επίμονα κάτι απ’τον Θεό. Το ζητούσα για δώδεκα ολόκληρα χρόνια! Ναι, δώδεκα! Όμως, Εκείνος ήξερε ότι δεν ήταν για το καλό μου.
Έτσι, δεν μου το’δωσε! Και μετά από δώδεκα χρόνια κατάλαβα το γιατί”.
Το διανοείσαι;
Πέρασαν δώδεκα ολόκληρα χρόνια για να το αντιληφθεί… Δώδεκα χρόνια καθημερινής, έμπονης, καρδιακής προσευχής… Μοιάζει απίστευτο!
Και συνέχισε η γιαγιά λέγοντας:
“Το θέλημα και το σχέδιο του Θεού ας ζητάμε να γίνεται στις ζωές μας.
Εγώ πλέον δε ζητάω.Μονάχα Τον παρακαλώ να γίνεται το θέλημά Του και να μου δίνει τη δύναμη να το αντέχω.Αυτός είναι ο πιο ασφαλής δρόμος, γιε μου”.

Γιατί το ξέρω, το ξέρω ότι μ’αγαπάει…”

 

πηγή

Ο Άγιος που προτίμησε τη σωτηρία των λίγων από την ευημερία των πολλών

Αποτέλεσμα εικόνας για ЗОТИК СИРОПИТАТЕЛЬ, КОНСТАНТИНОПОЛЬСКИЙ

Ο άγ. Ζωτικός καταγόταν από ευγενή οικογένεια της πρεσβυτέρας Ρώμης. Επειδή διακρινόταν για την οξύνοιά του, ο Μ. Κωνσταντίνος τού ζήτησε να τον ακολουθήσει στη Νέα Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη, πράγμα που συνέβη (330).

 Την εποχή εκείνη εμφανίστηκαν πολλοί λεπροί στη νέα πρωτεύουσα και επειδή σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής, η λέπρα θεωρούνταν μεταδοτική ασθένεια, ο αυτοκράτορας διέταξε να πνίγονται στη θάλασσα όσοι διαπιστωνόταν πως είχαν νοσήσει. Ο αυλικός όμως Ζωτικός με τίποτε δεν μπορούσε να ανεχθεί αυτό το μέτρο. Γι’ αυτό και έθεσε σε εφαρμογή ένα ευφυές σχέδιο για τη σωτηρία αυτών των δυστυχισμένων ανθρώπων.

Αποτέλεσμα εικόνας για ЗОТИК СИРОПИТАТЕЛЬ, КОНСТАНТИНОПОЛЬСКИЙ

 Επειδή ήταν άνθρωπος της απόλυτης εμπιστοσύνης του Μ. Κωνσταντίνου, παρουσιάστηκε μπροστά του και του ζήτησε χρυσάφι για να αγοράσει πολύτιμους λίθους για το βασιλικό θησαυροφυλάκιο. Ο αυτοκράτορας τού έδωσε ό,τι ζητούσε και με τα χρήματα αυτά ο Ζωτικός δωροδόκησε τους δημίους, απελευθέρωσε τους μελλοθάνατους λεπρούς και τους οδήγησε σε ασφαλές μέρος, που ήταν απομακρυσμένο και λεγόταν «Ελαιώνας». Εκεί τους έχτισε καταλύματα και ο ίδιος τους επισκεπτόταν τακτικά, για να ικανοποιήσει τις ανάγκες τους. Το ίδιο επαναλήφθηκε πολλές φορές στη συνέχεια, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί οικονομική στενότητα στην αγορά της Βασιλεύουσας.

 Κάποτε (337) ο Μ. Κωνσταντίνος εξεδήμησε προς Κύριον και τα σκήπτρα της Αυτοκρατορίας ανέλαβε ο γιος τους Κωνστάντιος. Αυτός δεν συμπαθούσε τον Ζωτικό, γιατί ανάμεσα στα άλλα ο φιλεύσπλαχνος αυλικός ήταν ορθόδοξος ενώ ο Κωνστάντιος αρειανός. Τον σεβόταν όμως, λόγω της απεριόριστης εκτίμησης που του έτρεφε ο πατέρας του. Ωστόσο, τον υποπτευόταν ότι ήταν επικίνδυνος, γιατί η πρακτική του να σώζει τους λεπρούς μπορούσε να γίνει αιτία γενικευμένης μόλυνσης της Κωνσταντινούπολης.

 Έτυχε δε, λίγο αργότερα, να νοσήσει και η ίδια η κόρη του αυτοκράτορα. Ο Κωνστάντιος δεν έκανε καμία διάκριση για χάρη της και διέταξε να θανατωθεί μαζί με τους υπόλοιπους. Ο Ζωτικός, όμως, έσπευσε να τη σώσει και εκείνη και να τη μεταφέρει ασφαλή στον Ελαιώνα.
 Μετά από σύντομο διάστημα, ενέσκηψε μεγάλη πείνα στην αυτοκρατορία. Από τους πρώτους ύποπτους θεωρήθηκε ο Ζωτικός. Πριν ακόμη διατυπωθούν ευθείς κατηγορίες εναντίον του, παρουσιάστηκε στον αυτοκράτορα. Εκείνος τον ρώτησε ειρωνικά τι γίνονται οι πολύτιμοι λίθοι που (υποτίθεται πως) συνάγει τόσον καιρό. Ο Ζωτικός με χαρά τον κάλεσε να τους δει και τον οδήγησε στον Ελαιώνα.
Οργισμένος ο Κωνστάντιος, νομίζοντας πως ο αυλικός του τον εμπαίζει, διέταξε να τον δέσουν σε μουλάρια, για να συρθεί και να διαμελιστεί, πράγμα που έγινε. Στο μέρος μάλιστα που άφησε την τελευταία του πνοή ο θαρραλέος μάρτυς, ανέβλυσε θαυματουργό αγίασμα.

Η παράδοση αναφέρει ότι τα μουλάρια μίλησαν επιτιμώντας τον Κωνστάντιο, ο οποίος στη συνέχεια διέταξε να ταφεί με τιμές ο Ζωτικός, να περιθαλφθούν οι λεπροί και να σταματήσει το βάρβαρο μέτρο της θανάτωσής τους.

Η μνήμη του αγ. Ζωτικού τιμάται την 31η Δεκεμβρίου.

 

Η ειρήνη του Θεού πολύτιμος θησαυρός για τον άνθρωπο

Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος

Όταν ο άνθρωπος έχει ειρήνη μέσα του και βεβαιωθεί η ψυχή του ότι όντως ο Θεός είναι πατέρας του και διοικεί την κτίση και αυτός είναι παιδί αυτού του Παντοκράτορος Θεού, που συνέχει την κτίση, δεν κινδυνεύει και δεν έχει να φοβηθεί τίποτε. Αφού λοιπόν ο άνθρωπος ειρηνεύει με τον Θεό, ειρηνεύει και με τον πλησίον του. Παύει να βλέπει τον αδελφό του σαν εχθρό του, αλλά βλέπει τον αδελφό του σαν τον ίδιο τον Θεό του: «είδες τον αδελφό σου, είδες Κύριον τον Θεόν σου». Για τον άνθρωπο του Θεού πλέον ο κάθε άνθρωπος είναι καλός λίαν, όπως τον έπλασε ο δημιουργός Θεός. Δεν μπορεί να πει κακία η καρδιά αυτού του ανθρώπου, αφού η κακία είναι ανύπαρκτη γι’ αυτόν. Βέβαια, δεν είναι αφελής. Απλώς δεν αποδέχεται ότι το πλάσμα του Θεού, το οποίο πλάστηκε κατ’ εικόνα του καλού Θεού, είναι κακό, και ότι θέλει το κακό του. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος του Θεού είναι ανόητος και αφελής και επειδή έχει τη βεβαιότητα ότι δεν κινδυνεύει από τίποτε, δεν έχει κακή σχέση με τους συνανθρώπους του. 

Ο άνθρωπος του Θεού ο οποίος βεβαιώθηκε για την ύπαρξη του Θεού στην καρδία του δεν φοβάται τίποτε και κανένα. Αυτή η ειρήνη του Θεού έχει απίστευτες κοινωνικές προεκτάσεις. Όταν καταργηθεί ο φθόνος, η καχυποψία, ο φόβος τότε τί λόγος υπάρχει πλέον να μην είμαστε αγαπημένοι και ενωμένοι μέσα στην οικογένειά μας και στην καθημερινή μας ζωή; Όταν όμως δεν υπάρχει η ειρήνη του Θεού, τότε ζηλεύουμε και φοβόμαστε ο ένας τον άλλο και κινούμαστε σε ένα πνεύμα καχυποψίας και απώλειας της ειρήνης. Μας πιέζει η κακία που υπάρχει μέσα μας, γιατί δεν βγήκαμε με τη χάρη του Θεού πάνω από τα νέφη της κακίας του κόσμου τούτου. Δεν φοβόμαστε βέβαια μόνο τους αδελφούς μας και τους ανθρώπους αλλά και το περιβάλλον μας. Αισθανόμαστε απειλές από παντού. Πολλές φορές φοβόμαστε να μείνουμε μόνοι μας εκτεθειμένοι κάπου, γιατί δεν ξέρουμε τι συμβαίνει εκεί. Δεν αισθανόμαστε ειρήνη μέσα στην ψυχή μας. Αυτή η ειρήνη που πηγάζει από τον Θεό διαχέεται και στον περιβάλλοντα χώρο. Έτσι οι άνθρωποι του Θεού κατοικούν οπουδήποτε και γίνονται φίλοι και ειρηνικοί με την κτίση. Πολλοί Άγιοι έζησαν με άγρια θηρία. Ο Άγιος Γεράσιμος στον Ιορδάνη έζησε μαζί με ένα λιοντάρι, ο Γέροντας Παΐσιος ζούσε άνετα με άγρια ζώα, γιατί, όπως και κάθε Άγιος, έγινε ειρηνικός πλέον με τον Θεό. Ο Γέροντας Παΐσιος ζούσε μέσα σε μία χαράδρα, σ’ ένα τόπο φοβερό, όπως είναι και όλα τα ερημητήρια εκεί στο Άγιον Όρος. Εκεί δεν αισθανόταν κανένα φόβο, ήταν τόσο οικεία και ωραία γύρω του σαν να κατοικούσε στον πιο ωραίο τόπο του κόσμου. Σήμερα μπορεί να ζούμε μέσα σε μία πόλη με πολλούς ανθρώπους κι όμως φοβόμαστε, γιατί υπάρχει αυτή η απώλεια της ειρήνης του Θεού μέσα σ’ αυτό τον χώρο.
Αυτή λοιπόν η ειρήνη του Θεού η οποία δίνεται στον άνθρωπο με τη συγκεκριμένη μέθοδο έχει προεκτάσεις σε όλη τη ζωή του ανθρώπου και είναι συγκεκριμένη, ουσιαστική και απόλυτη. Αυτή τη δίνει η Εκκλησία μας. Πώς γίνεται όμως πρακτικά αυτό; Οι άνθρωποι που είναι μέσα στον κόσμο και ζουν την καθημερινή ζωή με όλα τα προβλήματα και τους κινδύνους μπορούν να βιώσουν την ειρήνη του Θεού και τα χαρίσματά Του ή είναι μόνο για μια κατηγορία ανθρώπων; Ο Χριστός κάλεσε όλους τους ανθρώπους κοντά Του και προσφέρεται σε όλους μέσα στην Εκκλησία.

Εμείς είμαστε τέκνα της Εκκλησίας, τέκνα αυτής της μητέρας την οποία ο Θεός προίκισε και πλούτισε με όλα τα χαρίσματα, τα οποία έφερε με τη σάρκωσή Του και με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Άρα μπορούμε να μετέχουμε και στην ειρήνη του Θεού. Έτσι αυτός ο ύμνος των αγγέλων επαληθεύτηκε και πραγματοποιήθηκε και πραγματοποιείται μέσα στην καρδία κάθε ανθρώπου. Ο Χριστός δεν βλέπει τον κόσμο σαν μάζα, αλλά βλέπει τον κάθε άνθρωπο σαν πρόσωπο μοναδικό, θεραπεύει τον καθένα ξεχωριστά και διατηρεί τον χαρακτήρα του κάθε ανθρώπου. Δεν τους κάνει όλους το ίδιο. Η διασφάλιση και η εκτίμηση της ελευθερίας του ανθρώπου φανερώνει ότι η ειρήνη συντελείται στον καθένα ξεχωριστά και απομένει σε μας ένας δρόμος, ο δρόμος της συναντήσεώς μας με τον Χριστό. Oι ίδιοι οι Άγιοι μας απέδειξαν ότι αυτή η ειρήνη υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο και μας δίνεται και μας προσφέρεται. Πορευόμενοι λοιπόν προς τα Χριστούγεννα δίνεται σε μας αυτή η πλούσια χάρη της εορτής των Χριστουγέννων. Ανοιγομένη η καρδία στη χάρη κοινωνεί μ’ αυτήν και ανεβαίνει πάνω από τα γεγονότα του κόσμου τούτου.

Η ειρήνη του Θεού προσφέρεται στον καθένα από εμάς. Μπορούμε να την απολαύσουμε: «έρχου και ίδε», λέει ο Χριστός, «γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος». Η Εκκλησία πάντοτε μιλούσε με απόλυτη σιγουριά και αυθεντία, γιατί είχε στα χέρια της την εμπειρία. Αυτή την εμπειρία την προσφέρει στον καθένα και ο καθένας μπορεί και πρέπει να την ερευνήσει και να την αποδείξει και στον εαυτό του και στο περιβάλλον του. Ο Θεός έσωσε τον άνθρωπο ολόκληρο και είναι μεγάλο σφάλμα να νομίζουμε ότι υπάρχει περίπτωση στην οποία ο Θεός αδυνατεί να μας σώσει και ότι είναι ποτέ δυνατόν η κακία του ανθρώπου και η πονηρία και η δύναμη των ισχυρών να Τον φέρουν σε δύσκολη θέση ή να ματαιώσουν το έργο και την πρόνοιά Του. Η νίκη ανήκει στον Θεό: «Αύτη εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών». Ο Χριστός νίκησε τον κόσμο, τον φόβο και την αγωνία και μας παρεδόθη πλέον σαν η όντως ειρήνη μας. Έτσι είμαστε χαρούμενοι και ειρηνικοί. Δεν φοβόμαστε, αλλά πορευόμαστε τον δρόμο μας έχοντας μέσα στην καρδιά μας αυτή τη βαθιά ειρήνη την οποία έψαλλαν οι άγγελοι και την οποία βίωσαν όλοι οι Άγιοι και φυλάττει η Εκκλησία μας μέχρι σήμερα σαν πολύτιμο θησαυρό. Έτσι αν καταφέρουμε να γευτούμε την ειρήνη αυτή του Θεού, τότε Χριστούγεννα για μας θα είναι κάθε μέρα και όχι κάθε 25 Δεκεμβρίου, γιατί κάθε στιγμή ο Χριστός θα γεννάται στην καρδιά μας.

πηγή

Δεν φταίω εγώ που μεγαλώνω

Γιορτάζουμε οι άνθρωποι τον ερχομό του νέου χρόνου. Χαμογελούμε, γιατί ελπίζουμε σε ένα καινούργιο ξεκίνημα. Ότι αυτό που μας πόνεσε στον χρόνο που φεύγει δεν θα έρθει πάλι. Ότι με έναν μαγικό τρόπο θα αφυπνιστούμε. Ο χρόνος μαζί του θα φέρει την αλλαγή. Γι’ αυτό και ανταλλάσσουμε ευχές. Οι πολιτικοί, μαζί με τους επισκόπους, από τη δική του σκοπιά ο καθένας, απευθύνουν μηνύματα στον λαό. Κάρτες, κυρίως ηλεκτρονικές, μηνύματα στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Μία λέξη παντού: ΕΛΠΙΔΑ.

 Το να αναρωτηθούμε, μικρότεροι και μεγαλύτεροι, αν η ελπίδα είναι κατάσταση ή πρόσωπο, συνήθως μας διαφεύγει.Είμαστε εν κόσμω εκκοσμικευμένοι. Ο χρόνος μετριέται ηλικιακά. Μετριέται με τις εμπειρίες. Με την δίψα της ευτυχίας, που είναι διαφορετική για τον καθέναν. Καλοί βαθμοί στο σχολείο και επιτυχία στις εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο, μία σχέση μέσα από την οποία θα αντλήσουμε χαρά και θα αισθανθούμε λιγότερο μόνοι, περισσότερα χρήματα, ένα ταξίδι ή μία ευκαιρία ανανέωσης με βάση τα καταναλωτικά πρότυπα. Ένα καινούργιο κινητό, ένα καινούργιο ρούχο, ένα καινούργιο στυλ. Να πετάξουμε τα παλιά, τα περασμένα!

  Είναι στην φύση μας το ανικανοποίητο. Το αίσθημα ότι μπορούμε καλύτερα. Και η αλλαγή του χρόνου μας δίνει την ελπίδα ότι όσα σκεφτόμαστε μπορούν να γίνουν πραγματικότητα. Ήσυχοι λοιπόν διασκεδάζουμε το βράδυ της Πρωτοχρονιάς και περιμένουμε τον νέο χρόνο να εκπληρώσει τα όνειρά μας, μέχρις ότου προσγειωθούμε στην αλήθεια.

   Δεν είναι κακό να ελπίζουμε. Αξίζει όμως να καταλάβουμε ότι η ελπίδα δεν είναι μόνο κατάσταση ή στόχος. 
 Είναι πρωτίστως καρπός του Αγίου Πνεύματος, που πηγάζει μέσα από την σχέση με τον Χριστό και την ζωή της Εκκλησίας. 
  Είναι η εναπόθεση των σκέψεων και των ονείρων μας στην πρόνοια του Θεού. Ο αγώνας και, την ίδια στιγμή, η ήρεμη πεποίθηση ότι τα υπόλοιπα εξαρτώνται από το θέλημα του Θεού.
 Η άρση της απογοήτευσης που συνοδεύει την απαίτηση για επιτυχία. Και η θέαση του χρόνου όχι στην προοπτική του τι πετύχαμε ή τι θα πετύχουμε αλλά στην ωριμότητα που δίνει η αγάπη και η κοινωνία με τον Χριστό, η εργασία πάνω στα τάλαντά μας, η εύρεση νοήματος ζωής, η παρουσία των προσώπων των άλλων.
 Ο χρόνος μάς δίνεται για να χτίσουμε εντός μας αλήθεια και να συναντηθούμε με τους συνανθρώπους μας, στην οικογένεια, στην εργασία, στην κοινωνία, στην ζωή. Ο χρόνος είναι η πραγμάτωση της ελπίδας ότι ο Χριστός είναι μαζί μας, ότι, αν διαλέξουμε τον δικό Του δρόμο, ακόμη και οι δυσκολίες θα φέρουν γνήσια χαρά.

Ένα ωραίο τραγούδι λέει: «δεν φταίω εγώ που μεγαλώνω, χτυπάει πισώπλατα ο χρόνος» (Παντελής Θαλασσινός). Ο άνθρωπος δεν μεγαλώνει μόνο ηλικιακά. Αυτό είναι αναπόφευκτο. Καλείται να μεγαλώσει στην επίγνωση του ποιος είναι και ποιος είναι ο στόχος της ζωής του. Και μπορεί ο χρόνος να μην λυπάται κανέναν, όμως όταν υπάρχει η ελπίδα που συνδέεται με την πίστη τότε καμιά ζωή δεν είναι μικρή. Διότι παλεύουμε να την γεμίσουμε με αγάπη, ώστε να αξίζει κάθε στιγμή της. Αυτός είναι ένας δρόμος τον οποίο οι μεγαλύτεροι μπορούμε να τον βρούμε και να τον μοιραστούμε με τα παιδιά μας! Γιατί γνωρίζοντας σε Ποιον να ελπίζουμε, ο χρόνος έχει νόημα και για μας και για τους δικούς μας!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Πέμπτης 28 Δεκεμβρίου 2017
 

«Για να αλλάξει ο χρόνος, πρέπει να αλλάξουμε ζωή».

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

 Λένε μερικοί ότι δεν μπορούμε σε λίγο χρόνο να εκριζώσουμε αμαρτωλές πολύχρονες συνήθειες, που μας έχουν γίνει δευτέρα φύση. Κι όμως για πράγματα που προστάζει ο Θεός είναι δυνατόν. Δώστε μου άνθρωπο, που περισσότερο ορκίζεται μάλλον παρά ομιλεί, δέκα μέρες. Θα τον αλλάξω οπωσδήποτε, εάν συνεργαστεί μαζί μου. 
Δεν κομπάζω, απλώς το λέω, επειδή έχω το παράδειγμα της Νινευή.

 Βάρβαροι, ανόητοι, χωρίς τη βοήθεια των προφητών οι Νινευΐτες. Κι όμως, μόλις άκουσαν τον Ιωνά να λέγει:
 «Έτι τρεις ημέραι, και Νινευή καταστραφήσεται», (Ιωνά 3,4) αμέσως σε τρεις ημέρες άφησαν κάθε πονηρή συνήθεια. Δεν σταμάτησαν ένα πάθος τους, αλλά όλα μαζί. Και είχαν πολλά, ανήκουστα πάθη. Διότι λέγει· «Ανέβη η κραυγή της κακίας αυτής (της Νινευή) προς με». (Ιων. 1,2) Αυτό σημαίνει ότι έφθασε η κακία τους μέχρι των ουρανών.
Το ίδιο συνέβη και στα Σόδομα. «Κραυγή Σοδόμων και Γομόρρας πεπλήθυνται προς με, και αι αμαρτίαι αυτών μεγάλαι σφόδρα. Καταβάς ουν όψομαι, ει κατά την κραυγήν αυτών την ερχομένην προς με αυντελούνται, ει δε μη, ίνα γνω». (Γεν. 18,20-21)

 Και όμως αυτοί που είχαν πέσει σε πολλά και ανήκουστα πάθη μέσα σε τρεις ημέρες απέβαλαν όλες τις αμαρτίες τους.«Και είδεν ο Θεός τα έργα αυτών, ότι απέστρεψαν από των οδών αυτών των πονηρών, και μετενόησεν ο Θεός επί τη κακία ή ελάλησε του ποιήσαι αυτοίς, και ουκ εποίησε». (Ιων. 3,10) Απέστρεψαν από των οδών αυτών». Δεν είπε από την πορνεία, την μοιχεία, την κλοπή, αλλά από όλους τους δρόμους τους πονηρούς συλλήβδην.
Οι Νινευΐτες σε τρεις μέρες απέβαλαν όλη την κακία τους. Εμείς χρόνια ολόκληρα ακούμε κηρύγματα και δεν αλλάζουμε. Δεν είναι ντροπή αυτό; Δεν είναι αίσχος; «Ανέβη η κραυγή της κακίας αυτών προς με».
Υπερβολική η κακία τους, αλλά και κεραυνοβόλα η μετάνοια!

Όπου υπάρχει φόβος Θεού, δεν χρειάζεται χρονικό διάστημα…
Κι όπου υπάρχει αφοβία, δεν υπάρχει ωφέλεια του μεγάλου χρόνου. Τα σκεύη που σκούριασαν, εάν τα τρίψεις μόνο με νερό δεν καθαρίζουν. Αν τα βάλεις στο χωνευτήριο, τότε ναι. Εάν η μετάνοια γίνεται για να γίνεται, τότε ωφέλεια μηδέν. Εάν όμως έχει το στοιχείο του φόβου, τότε ναι.

 Ας μη αναβάλουμε για αύριο. «Ου γαρ ήδομαι τι τέξεται η επιούσα». (Παρ. 27,1) Ούτε να λέμε θα υπερισχύσουμε της συνήθειας λίγο-λίγο. Σήμερα εάν δεν το κάνουμε, δεν θα το κάνουμε ποτέ. Κι αν μας πνίγουν χίλια πράγματα· κι αν τα πάντα χάσουμε…
Σήμερα οπωσδήποτε πρέπει να νικήσουμε…
«Άνδρες Νινευΐτες θα αναστηθούν κατά την κρίση μαζί με την γενεά την τωρινή και θα την κατακρίνουν. Γιατί αυτοί μετανόησαν, ακούγοντας το κήρυγμα του Ιωνά, ενώ οι σημερινοί Ισραηλίτες δεν μετανόησαν, ακούγοντας τον Χριστό, που είναι ανώτερος του Ιωνά». (Λκ 11,32)

  Γιατί εκείνοι μεν μία φορά άκουσαν το κήρυγμα και μετανόησαν. Εμείς δε αν και ακούσαμε αναρίθμητα κηρύγματα, δεν επιστρέψαμε στον δρόμο τον καλό.

 Εκείνοι κατόρθωσαν ολόκληρη την αρετή, εμείς ούτε μέρος. Εκείνοι φοβήθηκαν που θα καταστραφεί η πόλη τους μόνο, εμείς δεν φοβόμαστε ούτε την γέεννα…

Εκείνοι διορθώθηκαν χωρίς να έχουν την βοήθεια των διδασκάλων και προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, εμείς δε, ενώ απολαμβάνουμε συνεχούς διδασκαλίας και έχουμε την χάρη, παραμένουμε αδιόρθωτοι. 

Και δεν σας κατηγορώ μόνο για τα δικά σας αμαρτήματα, αλλά και για τα αμαρτήματα των άλλων. Διότι είμαστε υπεύθυνοι και γιατί δεν μετανοούν οι άλλοι.
Δεν φθάνει για να σωθούμε, να μετανοήσουμε μόνοι εμείς…
Πρέπει να μετανοήσουν και οι άλλοι. Γι΄ αυτό πρέπει να διδάξουμε και τους άλλους. Αν εμείς απαλλαχτήκαμε από την αμαρτία, μη το θεωρήσουμε αρκετό, αλλά ας επιμείνουμε μέχρι ν’ αλλάξουμε και τους άλλους.
Και έκαστος δέκα γνωστούς, αφού διορθώσει, ας τους φέρει κοντά στον Θεό. Θυμηθείτε αυτόν που έκρυψε το τάλαντο χωρίς να φέρει τόκους. «Ο λόγος του Χριστού ενοικείτω εν υμίν πλουσίως». (Κολ. 3,16) Αγοράστε τα βιβλία της αγίας Γραφής. Δώστε χρήματα, για να τα προμηθευτείτε.
Μη περιμένεις άλλο δάσκαλο, έχεις τα λόγια του Θεού. Κανείς δεν θα σε διδάξει όπως εκείνα…

Τον ιεροκήρυκα πολλοί τον φθονούν από κακία κι από ζήλεια. Την Γραφή ποτέ. Μη περιμένετε τα πάντα από εμάς. Είστε πρόβατα αλλα όχι άλογα, αλλά λογικά. Πολλά και σε σας ο Παύλος επιτρέπει. Αυτούς που διδάσκουμε, δεν τους διδάσκουμε για να είναι συνέχεια μαθητές, αλλά για να γίνουν κάποτε διδάσκαλοι.
Αν συνέχεια μόνο μαθαίνεις, δεν θα μάθεις ποτέ. Πρέπει και να διδάξεις κάποτε…
Μέχρι πότε θα σας διδάσκουμε για τον τρόπο της ζωής; Στους αποστόλους τα πράγματα δεν ήταν έτσι, αλλά συνεχώς οι απόστολοι έκαναν άλματα, καθιστώντας εκείνους, που μάθαιναν πρώτα, διδασκάλους σε άλλους μαθητευομένους. Έτσι κατόρθωσαν να γυρίσουν την οικουμένη, με το να μη δένονται σε έναν τόπο…

«Για να αλλάξει ο χρόνος, πρέπει να αλλάξουμε ζωή»
Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου
Ιωάννου Χρυσοστόμου, ομιλία 20η προς Ανδριάντας,
Ε.Π.Ε. 32,654-663, περιληπτική διασκευή.
Για την επιμέλεια· αρχιμ. Μελέτιος

πηγή

Ταξίδευε στον αληθινό Θεό! Πες και στους χριστιανούς να ταξιδεύουν!

Μίλησα χθες μ’ ένα φίλο που ΄ναι μοναχός και πριν απ’ αυτό ως λαϊκός ήταν χρήστης ναρκωτικών. Πήγε απεξάρτηση κι έπειτα έβαλε το σχήμα. Τις μεγάλες μέρες κοιτάω να τα λέμε γιατί όλο και κάτι φωτισμένο έχει να πει. Εχθές βέβαια, ομολογώ, ότι τονε πήρα τηλέφωνο περισσότερο για να διαμαρτυρηθώ – σε σχέση με την αρνητική στάση που συνάντησα από πολλούς ανθρώπους όταν έβλεπαν τούτες τις ημέρες τον παπά με την αγιαστούρα- παρά για να τον ακούσω. Όπως και να ‘χει, με άκουγε με πολύ υπομονή χωρίς ν’ ακούω κάποια αντίδραση στο τηλέφωνο. 

Τελειώνοντας το σχεδόν λογύδριο που θα μπορούσε να έχει τίτλο “πάμε απ’ το κακό στο χειρότερο” με τη δόση υπερβολής -που χαρακτηρίζει πάντοτε τους ανθρώπους της πόλης- εκείνος, σε αντίθεση μ’ εμένα -που ‘ναι άνθρωπος του βουνού και της ησυχίας- δεν άντεξε και με διέκοψε:

– Να σου πω πάτερ… Ταξιδεύεις καθόλου;
– Εννοείς αν φεύγω απ’ την Αθήνα;
– Σε ρώτησα αν ταξιδεύεις, αν την ώρα της Λειτουργίας και μετά, στο αμάξι προς το σπίτι, όταν φτάνεις σπίτι, όταν ξεκουράζεσαι, φεύγει το μυαλό σου σ’ εκείνα που τέλεσες πριν λίγο.. Αν σου μιλάει η Λειτουργία. Αν σου μιλάει ο Χριστός! Αν σου μιλάει, τότε πως λες ότι πάμε απ’ το κακό στο χειρότερο; Είσαι καλά;

– Ωραία πάτερ, η Λειτουργία -του λέω- αλλά εδώ έξω εκτός απ’ τον κόσμο που δε θέλει τον παπά ή τον αγιασμό, υπάρχει φτώχεια, υπάρχει πείνα…

– Τότε, καλέ μου παπα Ιάσονα, τι Θεοφάνεια γιορτάσαμε σήμερα; Όσο πιο σκοτεινά, τόσο φωτεινά μπορούνε να γίνουν. Όσο αδικία, τόση κι η Δικαιοσύνη! Φτιάξε την εικόνα στο μυαλό σου: ένα τσούρμο πόρνες, τελώνες στην ουρά να βαφτιστούν στον Ιορδάνη… Στην ουρά όμως ήτανε κι ο Θεός να βαφτιστεί λες κι ήτανε ο πιο σκάρτος της κοινωνίας. Στην ουρά με τ’ αποβράσματα! Πάνε το μυαλό εκεί, σ’ αυτά που γιορτάζουμε σήμερα, ταξίδεψε στον Ιορδάνη! Ε, ορίστε: τα πάντα, να λες, πάνε απ’ το κακό στο καλύτερο. Τώρα ξέρουμε, παλιά δε ξέραμε. 
Εδώ εμένα o Θεός με πήρε απ’ το Πεδίο του Άρεως με τη σύριγγα στο χέρι και μ’ έκανε καλόγερο. Ο Θεός είναι ζωντανός και ξέρουμε ποιος είναι. Ταξίδευε στον αληθινό Θεό! Πες και στους χριστιανούς να ταξιδεύουν! Πίστευε στον αληθινό Θεό και μη φοβάσαι. Εκεί που γεμίσαμε σκοτάδι, Αυτός μας έδωσε το Φως. Μη διαμαρτύρεσαι λοιπόν!Να χαίρεσαι! Σε χαιρετώ κι εγώ… αργολογίσαμε*. Χρόνια Φωτεινά”!

*αργολογώ: μιλάω περισσότερο απ’ όσο πρέπει- όρος καλογερικός

 
Από την σελίδα στο facebook του ιερομονάχου Ιάσωνα

Το λιβάνι της Λειτουργίας (ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ)

Του Γιάννη Πρόφη
Λαογράφου-συγγραφέα
 
 
Εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό η θεία Κούλα ξύπνησε με τα κοκόρια κι άρχισε να ετοιμάζεται για τη λειτουργία που θα έκανε μαζί με τη μητέρα της, τη γιαγιά Χρυσούλα, στο ξωκλήσι της Παναγίας του Σκουπέρη. Είχανε από μέρες κανονίσει με τον παπά-Δημήτρη τη μέρα και την ώρα της λειτουργίας, μέρα καθημερινή. Αυτός θα πήγαινε στο ξωκλήσι με το γαϊδούρι του, αυτές ποδαρόδρομο. Μάνα και κόρη είχανε από τότε συνεννοηθεί ποια από τα χρειαζούμενα της λειτουργίας θα έπαιρνε μαζί της η καθεμιά: Η μάνα θα έπαιρνε το μπουκάλι με το γλυκό κρασί για τη θεία κοινωνία, το λάδι και το πρόσφορο. Η κόρη τα κεριά, τα λουμίνια, τα σπίρτα, το λιβάνι, τα καρβουνάκια κι ένα κλωνάρι βασιλικό. Κι από το προηγούμενο βράδυ ετοίμασε η καθεμιά στο σπίτι της τα πράματα που έπρεπε να πάρει μαζί της, ώστε αύριο το πρωί να τα είχε έτοιμα. Η θεία Κούλα ετοίμασε τα κεριά από «ντίλα», όπως έλεγαν τη κερήθρα, και τ’ άλλα πράματα που είχανε συμφωνήσει, τα έβαλε στο ταγάρι κι έπεσε νωρίς να κοιμηθεί.
 
Το πρωί ξύπνησε πριν καλά – καλά ξημερώσει, πλύθηκε, έκανε το σταυρό της και φόρεσε ρούχα καθαρά. Πήρε στο χέρι της το ταγαράκι με τα πράματα της λειτουργίας και ξεκίνησε για το σπίτι της γιαγιάς. Το σπίτι της μητέρας της δεν ήταν μακριά, σ’ ένα λεφτό έφτασε. Η γιαγιά την περίμενε. «Καλημέρα, μητέρα», «καλημέρα, Κούλα μου». Άρχισε τις ερωτήσεις η γιαγιά: «Πήρες τα κεριά;» «Πήρα». «Πήρες λουμίνια;» «Πήρα». «Πήρες σπίρτα;» «Πήρα». «Πήρες λιβάνι;» «Λιβάνι; Αχ, όχι, δεν πήρα… Τ΄ ήταν αυτό που έπαθα; Και δεν έχω καθόλου στο σπίτι μου. Έλεγα να πήγαινα χτες το απόγεμα ν’ αγόραζα, αλλά το ξέχασα εντελώς… Μήπως έχεις εσύ;» «Ούτε κι εγώ έχω, μου έχει τελειώσει… Τι θα κάνουμε τώρα; Πώς θα γίνει η λειτουργία χωρίς λιβάνι;», είπε η γιαγιά. Μάνα και κόρη μείνανε για λίγο αμίλητες και στεναχωρημένες. «Είναι και που θ’ αργήσουνε ν’ ανοίξουνε τα μαγαζιά για να πήγαινα ν’ αγοράσω τώρα, απάντησε η θεία Κούλα και συνέχισε: Κι ο παπάς δε θα μας περιμένει. Άμα αργήσουμε, θα φύγει». Η γιαγιά σκέφτηκε λίγο και είπε: «Πήγαινε ξανά στο σπίτι σου και ψάξε καλά μήπως σου βρίσκεται πουθενά λίγο λιβάνι. Κι άμα δε βρεις, κοίταξε μήπως έχει ξυπνήσει καμιά γειτόνισσα, να της ζητήσεις». Έτρεξε η θεία Κούλα στο σπίτι της, όπως της είπε η γιαγιά. Άνοιξε συρτάρια, άνοιξε κουτιά, άνοιξε ντουλάπια, αλλά λιβάνι πουθενά. Ούτε για δείγμα. Με άδεια χέρια πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Βγαίνοντας από το σπίτι, κοίταζε στις γειτονικές αυλές, μήπως έβλεπε κάποια γειτόνισσα που είχε ξυπνήσει, για να της ζήταγε λιβάνι. Τίποτα. Όλες κοιμόντουσαν. Τέτοια ώρα άλλες φορές όλο και κάποια φαινότανε στην αυλή ή έξω στο δρόμο που σκούπιζε με το θυμάρι το μέρος μπροστά από την αυλόπορτά της. Σήμερα καμιά, λες και το ‘καναν επίτηδες. Αλλά δεν ήτανε και σωστό να πάει να χτυπήσει ξένη πόρτα από τα χαράματα.
 
Με βαριά καρδιά συνέχισε τον δρόμο για το σπίτι της γιαγιάς. Της ερχόταν να βάλει τα κλάματα από τη σταναχώρια και βάδιζε με το κεφάλι σκυφτό. Όμως, όταν έφτασε στην αυλόπορτά της, μια πιθαμή μπροστά από το κατώφλι, είδε πάνω στο χώμα, ανάμεσα σε μερικά χαλικάκια, ένα τοσοδά μικρό πραματάκι, που δεν έμοιαζε με πέτρα, αλλά μάλλον κάτι άλλο ήτανε. Η θεία Κούλα παραξενεύτηκε και σταμάτησε για λίγο για να δει τι ήταν αυτό το πράμα. Με την άκρη του παπουτσιού της το μετακίνησε λίγους πόντους πιο πέρα. Αυτό κύλισε και τότε είδε καθαρά ότι ήταν ένα πολύ μικρό χωνάκι από φτηνό μπεζ χαρτί, μάλλον ήταν από κομμάτι παλιάς χαρτοσακούλας. Το απάνω μέρος του χωνιού ήταν γυρισμένο και πιεσμένο, ώστε μα μη χυνόταν το περιεχόμενό του. Στο μυαλό της θείας Κούλας πέρασε τότε σαν αστραπή η ιδέα και η ελπίδα πως μέσα σ’ αυτό το μικρό χωνάκι κρυβόταν αυτό που με λαχτάρα αναζητούσε: Το λιβάνι. Έσκυψε γρήγορα και το πήρε στα χέρια της. Άνοιξε τις γυρισμένες άκρες του και τι να δει: Το χωνάκι ήταν γεμάτο με μικρούς κόκκους όπως του λιβανιού ή της χιώτικης μαστίχας. Με τρεμάμενα χέρια το έφερε τώρα στη μύτη της για να μυρίσει το περιεχόμενό του. Ένα άρωμα μοσχολίβανου πλημμύρισε τα σωθικά της. Δάκρυσε τώρα η θεία Κούλα. Γύρισε τα μάτια της στον ουρανό, έκανε τον σταυρό της και είπε: «Σ’ ευχαριστώ, Παναγία μου, που μου έβγαλες αυτή τη σταναχώρια».
 
Όταν μπήκε στην αυλή, η γιαγιά την περίμενε. «Βρήκες λιβάνι, μόι Κούλα;» τη ρώτησε με αγωνία. «Βρήκα, αλλά από θάμα το βρήκα», απάντησε εκείνη, δείχνοντάς της το χωνάκι. «Δηλαδή τι θάμα;», ξαναρώτησε η γιαγιά. «Να το βρήκα πεταμένο χάμω, έξω από την αυλόπορτά σου». Η γιαγιά δεν την πίστεψε: «Αλήθεια λες; Μήπως το είχες φέρει εσύ και σου έπεσε από το ταγάρι την ώρα που ερχόσουν;» Όχι, καλέ μητέρα, αφού σου είπα ότι χτες ξέχασα εντελώς να πάω ν’ αγοράσω. Και στο σπίτι που πήγα προηγουμένως δε βρήκα ούτε ένα κόκκο». «Και τότες ποιος λες να έβαλε το λιβάνι απ’ έξω από την αυλόπορτα;», ρώτησε η γιαγιά. Η θεία Κούλα ύψωσε τα δυο της χέρια, κοίταξε ψηλά και είπε: «Η Παναγία… Αυτή μας το ‘φερε… Ποιος άλλος;» Η γιαγιά πήρε τώρα στο χέρι της το χωνάκι και το μύρισε. «Ναι, λιβάνι είναι, μοσχολίβανο… Και μυρίζει πολύ ωραία», είπε στην κόρη της και μονολόγησε: «Καλά λες… Η Παναγία μάς το ‘φερε». Έκανε κι αυτή τον σταυρό της με ανακούφιση. «Εμπρός, πάμε τώρα στην εκκλησία, γιατί αργήσαμε», είπε στο τέλος.
 
Οι δυο γυναίκες πιάστηκαν αγκαζέ και ξεκίνησαν για το ξωκλήσι, την ώρα που η ανατολή ρόδιζε από το φως του ήλιου. Στο δρόμο δεν αντάλλαξαν ούτε μια κουβέντα. Είχανε στο μυαλό τους αυτό που τους συνέβη εκείνο το πρωινό. Και τα πρόσωπά τους φωτίζονταν από ένα μικρό χαμόγελο. Όσο για το θάμα, δεν το είπανε ούτε του παπά… Το διηγήθηκε μετά από μερικά χρόνια η ίδια η θεία Κούλα. Και συμπλήρωσε με αφοπλιστική πεποίθηση: «Δε μου το βγάζεις από το μυαλό ότι αυτό που μου συνέβη τότε ήτανε θάμα».
 

Χριστουγεννιάτικη ιστορία (1843) – Τσάρλς Ντίκενς

Γεμάτος αδιαφορία για κάθε λογής χριστουγεννιάτικη μαγεία, συναισθήματα ή τρυφερότητα, ο Σκρουτζ, ο γεροτοκογλύφος, μετράει τα λεφτά του. Δεν συγκινείται από τα παιδιά που τραγουδούν τα κάλαντα, αδιαφορεί μπροστά στα στολισμένα δέντρα, το γιορτινό πνεύμα δεν τον αγγίζει καθόλου. Ομως η μοίρα που τον θέλει εγωιστή και παλιάνθρωπο δεν θα έχει για πολύ το πάνω χέρι. Ποτέ δεν είναι αργά για ένα θαύμα.

———

“Παραμονή Χριστουγέννων. Σκυμμένος πάνω απ το γραφείο του, ο Εμπενέζερ Σκρούτζ δούλευε ασταμάτητα. Το δωμάτιο ήταν μάλλον κρύο, γιατί τα λιγοστά κάρβουνα στη σόμπα δεν ζέσταιναν αρκετά. Όχι όχι έλειπαν του Σκρούτζ τα χρήματα για ν αγοράσει περισσότερα κάρβουνα. Αλλά ο Εμπενέζερ Σκρούτζ ήταν ένας φοβερός τσιγκούνης! Στο διπλανό δωμάτιο, χωρίς θερμάστρα, εργαζόταν ο Μπόμπ Κράτσιτ, ο κλητήρας του, πού έτρεμε ολόκληρος από την παγωνιά. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε κι ένας χαμογελαστός άντρας μπήκε στο γραφείο.

«Θείε, Καλά Χριστούγεννα!».

«Κακά, ψυχρά κι ανάποδα…» γκρίνιαξε ο Σκρούτζ.

«Θείε μου, μή μουτρώνεις. Ήρθα να σε καλέσω για το μεσημέρι», είπε ο Φρέντ, ο ανιψιός του.

Αλλά ο Σκρούτζ αρνήθηκε την πρόσκληση. Ποτέ του δεν γιόρταζε τα Χριστούγεννα. Τα θεωρούσε χάσιμο χρόνου. Όμως η απάντηση του Σκρούτζ δε χάλασε το κέφι του Φρέντ. Έφυγε χαμογελαστός, αφού προηγουμένως αντάλλαξε ευχές με τον Μπόμπ Κράτσιτ.

Λίγα λεπτά αργότερα χτύπησαν την πόρτα. Ο υπάλληλος έτρεξε ν ανοίξει. Παρουσιάστηκαν δυο κύριοι.

«Εδώ είναι η εταιρεία Σκρούτζ και Μάρλεϊ;» ρώτησε ο πρώτος.

«Ο συνέταιρός μου, ο Μάρλεϊ, πέθανε σαν απόψε πριν από εφτά χρόνια», του απάντησε ψυχρά ο Σκρούτζ.

«Τα συλλυπητήρια μου», είπε ο δεύτερος.

«Εμείς κάνουμε έρανο για τους φτωχούς. Αύριο, πού ξημερώνει μέρα χαράς, υπάρχουν, δυστυχώς, άνθρωποι πού υποφέρουν από το κρύο και την πείνα. Μπορούμε να έχουμε τη συνδρομή σας;».

Ο γέρο-σπαγκοραμμένος δεν είχε σκοπό να ξοδέψει ούτε μία πένα για να βοηθήσει τους συνανθρώπους του και απάντησε αρνητικά στους δυο επισκέπτες.

Εκείνοι έφυγαν απογοητευμένοι, χωρίς να τον πιέσουν περισσότερο.

Νύχτωσε. Ήρθε η ώρα να κλείσει το γραφείο. Ο Σκρούτζ φόρεσε το παλτό και το καπέλο του και πήρε στο χέρι το μπαστούνι του. Με τη σειρά του, ο Μπόμπ Κράτσιτ ετοιμάστηκε κι αυτός να φύγει.

 

«Υποθέτω ότι δεν θέλεις να δουλέψεις αύριο», του είπε ο Σκρούτζ με δυσφορία. Ο Μπόμπ κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

«Α-α-αν δε σάς πειράζει, κύ-κύ-κύριε Σκρούτζ», τραύλιζε ο καημένος ο Μπόμπ.

«Δε μου αρέσει να σε πληρώνω όταν δεν εργάζεσαι», τον διέκοψε ο Σκρούτζ. «Πάντως, μεθαύριο θα πιάσεις από νωρίς δουλειά!».

Ο Μπόμπ τον ευχαρίστησε κι έτρεξε έξω να βρεί κάτι παιδάκια πού διασκέδαζαν κάνοντας τσουλήθρα στον παγωμένο δρόμο.

Αδιαφορώντας για τη γιορταστική ατμόσφαιρα, ο Σκρούτζ έφαγε, όπως συνήθως, μόνος του σε μια γειτονική ταβέρνα.

Έπειτα, τράβηξε για το σπίτι του. Το κτίριο όπου έμενε βρισκόταν στην άκρη ενός στενού και σκοτεινού δρόμου. Το παλιό και φθαρμένο διαμέρισμα ανήκε κάποτε στο συνέταιρό του, τον Τζάκ Μάρλεϊ.

Ο Σκρούτζ έβγαλε το κλειδί για να ξεκλειδώσει την εξώπορτα. Το ρόπτρο, αν και μεγάλο, δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερα όμορφο πάνω του. Κι όμως, εκείνη τη βραδιά έμοιαζε λουσμένο σ ένα απόκοσμο φώς. Ο Σκρούτζ, πραξενεμένος, έσκυψε να εξετάσει καλύτερα… και τότε αντίκρισε το πρόσωπο του Μάρλεϊ να τον κοιτάζει!.. Την επόμενη στιγμή όμως ξανάγινε ένα κοινότατο ρόπτρο. Ταραγμένος ο Σκρούτζ μπήκε στο διαμέρισμα, μαντάλωσε την πόρτα πίσω του και προχώρησε στη σάλα.

Στη συνέχεια, έβγαλε το παλτό του, φόρεσε τις παντόφλες του και κάθησε μπροστά στο τζάκι. Πάνω στη σχάρα τρεμόσβηναν λίγες αδύναμες φλόγες. Ξαφνικά, απ τη μεριά της αποθήκης άκουσε να σέρνονται βαριές αλυσίδες. Μέσα από την κλειστή πόρτα γλίστρησε μία παράξενη σκιά καί, αιωρούμενη, ήρθε και στάθηκε στη μέση του δωματίου. Τούτη τη φορά δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία. Ήταν το φάντασμα του παλιού συνεταίρου του Σκρούτζ, πού είχε πεθάνει ακριβώς πριν εφτά χρόνια. Ο γέρος δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του.

«Ποιός είσαι;» ψιθύρισε.

«Ποιός ήμουν!» τον διόρθωσε το φάντασμα. «Ήμουν ο Τζάκ Μάρλεϊ, ο συνέταιρός σου. Δε με θυμάσαι;».

Το φάντασμα του Μάρλεϊ κάθησε στην αγαπημένη του πολυθρόνα. Ο Σκρούτζ, πού κόντευε να λιποθυμήσει από το φόβο του, τον ρώτησε ικετευτικά: «Τζάκ, πές μου, τί θέλεις;».

«Βλέπεις αυτές τις αλυσίδες;» τον ρώτησε το φάντασμα. «Κάθε κρίκος τους αντιπροσωπεύει και μία άσχημη κουβέντα της ζωής μου. Όσο για τα βαριά χρηματοκιβώτια πού σέρνω; Είναι τα πλούτη πού συγκέντρωσα και δεν τα χρησιμοποίησα σωστά. Όλα αυτά θέλω να τα σκεφτείς σοβαρά και να δείς και τη δική σου ζωή αλλιώς, Σκρούτζ!». Το φάντασμα σώπασε για λίγο κι ύστερα συνέχισε:

«Ήρθα να σε προειδοποιήσω. Έχεις ακόμη μια ευκαιρία να γλιτώσεις από τη δική μου μοίρα, θα έρθουν τρία πνεύματα. Το πρώτο θα σε επισκεφθεί απόψε, στη μία μετά τα μεσάνυχτα. Το δεύτερο αύριο, την ίδια ώρα. Και το τρίτο μεθαύριο, μόλις χτυπήσει το ρολόι δώδεκα. Αυτή είναι η τελευταία σου ελπίδα!..».

Και με τα λόγια αυτά ο Μάρλεϊ ξαναέφυγε για να συναντήσει τα άλλα φαντάσματα πού περιπλανιούνται ασταμάτητα στις ομίχλες της αιωνιότητας. Εξαντλημένος ο Σκρούτζ, έπεσε χωρίς να γδυθεί στο κρεβάτι του κι αποκοιμήθηκε αμέσως.

ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ

Ήταν ακόμη σκοτάδι όταν ξύπνησε ο Σκρούτζ. Νόμισε πώς το ρολόι είχε σταματήσει, θυμόταν ότι έπεσε να κοιμηθεί μετά τις δυό. Το ρολόι χτύπησε μία ακριβώς.

Αμέσως, μια λάμψη δυνατή πλημμύρισε την κρεβατοκάμαρα. Ο Σκρούτζ ανασηκώθηκε και τότε είδε εμπρός του μια περίεργη οπτασία. Είχε το ανάστημα, το πρόσωπο, τα χέρια ενός μικρού παιδιού, αλλά τα μαλλιά της ήταν ολόλευκα όπως ενός γέρου. Από τον ώμο, πάνω από το λευκό, κοντό χιτώνιό της, κρεμόταν μια γιρλάντα λιόπρινο, σύμβολο του χειμώνα.

«Μή φοβάσαι», του είπε η οπτασία. «Είμαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρελθόντος κι ήρθα να σε βοηθήσω».

Πήρε τον Σκρούτζ από το χέρι και τον οδήγησε στο παράθυρο.

Ο Σκρούτζ φοβήθηκε μήπως πέσει, αλλά το Πνεύμα τον ενθάρρυνε να πετάξει μαζί του πάνω από στέγες και αγρούς. Κι ήταν πρωί όταν έφτασαν σε μία μικρή επαρχιακή πόλη.

«Μά, εδώ πέρασα τα παιδικά μου χρόνια», μουρμούρισε κατάπληκτος ο Σκρούτζ.

«Έ, τότε, θα ξέρεις το δρόμο για να έρθεις εδώ», τον ρώτησε το Πνεύμα.

«θά μπορούσα να τον βρώ με κλειστά μάτια», απάντησε εκείνος.

«Κι όμως, δείχνεις σαν να έχεις ξεχάσει ακόμη και την ύπαρξη αυτού του τόπου», παρατήρησε αυστηρά το Πνεύμα.

Ύστερα βάδισαν πάνω στο χιονισμένο δρόμο συναντώντας φυσιογνωμίες γνωστές. Αγρότες με τις άμαξες, παιδιά με τ αλογάκια τους. Ο Σκρούτζ τους θυμόταν όλους. Τους φώναξε μάλιστα με τα ονόματά τους. Αλλά κανείς δεν του απάντησε!

«Είναι μόνο σκιές», του εξήγησε το Πνεύμα, «δέν μάς βλέπουν».

Ο Σκρούτζ χάρηκε πολύ πού ξαναείδε φίλους και γνωστούς από τα νιάτα του. Και τούτη η χαρά ήταν πρωτόγνωρη γι αυτόν. Σε λίγο, οι δυο ταξιδιώτες έφτασαν σ ένα χωριουδάκι. Μπήκαν σ ένα μεγάλο κτίριο χτισμένο από τούβλα. Στο εσωτερικό αντίκρισαν σειρές θρανία. Ήταν σχολείο με οικότροφους μαθητές, πού σπούδαζαν μακριά από τις οικογένειές τους.

Σε κάποιο θρανίο, ένα μοναχικό αγόρι, καθόταν και διάβαζε. Κατά τρόπο μαγικό, οι ήρωες του βιβλίου πρόβαλαν εμπρός στο παιδί – ο Αλή Μπαμπά με την ανατολίτικη φορεσιά του, ο Ροβινσών Κρούσος με τον παπαγάλο του στον ώμο, κι άλλοι πολλοί. Στην αρχή ο Σκρούτζ ενθουσιάστηκε βλέποντας τους ήρωες των σχολικών του χρόνων. Έπειτα, όμως, κατάλαβε. Το μοναχικό αγόρι, με μοναδική παρέα τα βιβλία, ήταν ο εαυτός του. Κάθησε, τότε, σ ένα θρανίο και έκλαψε πικρά.

«Πάμε τώρα να επισκεφτούμε κάποια άλλα Χριστούγεννα», του πρότεινε το Πνεύμα.

Καθώς μιλούσε, παρατήρησε ότι το παιδί μεγάλωσε κι έγινε έφηβος. Ο Σκρούτζ ήξερε πολύ καλά ότι ο νεαρός ήταν πάλι μόνος. Οι άλλοι μαθητές θα επέστρεφαν στα σπίτια τους για τις διακοπές.

Ξαφνικά, η πόρτα άνοιξε. Μια νέα και όμορφη κοπέλα μπήκε τρέχοντας στην αίθουσα. Ήρθε και τον αγκάλιασε.

«Αδελφούλη μου», του φώναξε. «Ήρθα να σε πάρω. Θα πάμε στο σπίτι να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα!».

«Στο σπίτι, Φάντ;» ρώτησε ο νεαρός Σκρούτζ.

«Ναί, ζήτησα από τον πατέρα να σ αφήσει να ξαναγυρίσεις για πάντα στο σπίτι. Συμφώνησε. Δε θα ξαναπάς εσωτερικός στο σχολείο!», του ξαναφώναξε χαρούμενη.

«Είναι πολύ γλυκιά με χρυσή, με χρυσή καρδιά», σχολίασε το Πνεύμα. «Νομίζω ότι πέθανε νέα, πάνω στη γέννα!».

«Ναί…» απάντησε σκεφτικός ο Σκρούτζ.

Βγήκαν από το σχολείο και περιπλανήθηκαν στους δρόμους. Οι βιτρίνες των καταστημάτων ήταν στολισμένες για τα Χριστούγεννα. Το Πνεύμα στάθηκε εμπρός σ ένα κατάστημα και ρώτησε τον Σκρούτζ αν το αναγνωρίζει. Εκείνος κούνησε το κεφάλι και είπε: «Εδώ πρωτοεργάστηκα σαν μαθητευόμενος!».

Μπήκαν μέσα. Ένας ηλικιωμένος κύριος καθόταν στο γραφείο.

«Αυτός είναι ο γερό-Φέζιβικ!.. Ο γερό-Φέζιβικ αναστημένος!..» φώναξε μ ενθουσιασμό ο Σκρούτζ.

Εκείνη τη στιγμή, ο νεαρός Σκρούτζ κι ένας άλλος μαθητευόμενος μπήκαν στην αίθουσα.

«Μαζέψτε τα όλα», τους είπε ο Φέζιβικ, «νά ετοιμάσουμε τη γιορτή!».

Οι μαθητευόμενοι δεν περίμεναν να το ακούσουν δεύτερη φορά. Πριν προλάβει ο γέρο-Σκρούτζ ν ανοιγοκλείσει τα μάτια, όλα ήταν καθαρά και τακτοποιημένα. Σε λίγο άρχισαν να καταφθάνουν οι καλεσμένοι. Η γιορτή είχε οργανωθεί για όλους τους υπαλλήλους του Φέζιβικ.

Σύντομα η μουσική και ο χορός άναψαν το κέφι για τα καλά. Προσφέρθηκαν γλυκίσματα και ποτά. Ήταν πιά αργά όταν ξεκίνησαν να φύγουν οι καλεσμένοι. Ο κύριος και η κυρία Φέζιβικ έσφιξαν τα χέρια όλων και τους ευχήθηκαν «Καλά Χριστούγεννα!». Έσφιξαν τα χέρια ακόμη και των νεαρών μαθητευομένων πριν πάνε στα κρεβάτια τους στο πίσω μέρος του καταστήματος. Ο γέρο-Σκρούτζ έδειχνε ξετρελαμένος καθώς παρακολουθούσε αυτή τη σκηνή. Ένιωθε τόση χαρά, λες και συμμετείχε πραγματικά στη γιορτή. Αργά τη νύχτα το Πνεύμα και ο Σκρούτζ άκουσαν τους μαθητευομένους να κουβεντιάζουν ξαπλωμένοι στα κρεβάτια τους. Παίνευαν το γέρο-Φέζιβικ και τον ευγνωμονούσαν για την ωραία γιορτή πού τους ετοίμασε.

«Και του κόστισε μόνο τρεις ή τέσσερις λίρες», σχολίασε κάπως ειρωνικά το Πνεύμα. «Έξοδο πού άξιζε τον κόπο!». «Το κόστος δεν ήταν υλικό», διαμαρτυρήθηκε ο Σκρούτζ. «Ανεξάρτητα από τα χρήματα, η γιορτή θα είχε επιτυχία γιατί ο Φέζιβικ ήταν καλός άνθρωπος και πάντοτε ακτινοβολούσε χαρά κι ευτυχία!».

Ξαφνικά ο Σκρούτζ έκοψε την κουβέντα του απότομα.

«Τί σου συμβαίνει;» τον ρώτησε το Πνεύμα. «Μήπως έγινε κάτι πού σε τάραξε;».

«Όχι, τίποτα… Νά, θα ήθελα μόνο να έχω πεί κάτι στον κλητήρα μου».

Η σκηνή άλλαξε. Τώρα ο Σκρούτζ ήταν πλέον ώριμος άντρας. Και μία νέα γυναίκα εγκατέλειπε το σπίτι. Έκλαιγε η καημένη, βουβά. Γύρισε και του είπε:

«Κάποτε ήμασταν φτωχοί αλλά ευτυχισμένοι. Τώρα σε κυβερνά το πάθος σου για το χρήμα!».

«Μά, μεταξύ μας, τίποτα δεν άλλαξε», διαμαρτυρήθηκε ο Σκρούτζ.

«Εγώ έμεινα η ίδια. Εσύ όμως άλλαξες. Δεν μπορώ να σε παντρευτώ. Σου εύχομαι κάθε ευτυχία στη σταδιοδρομία πού διάλεξες».

Και με τα λόγια αυτά η γυναίκα βγήκε στο δρόμο, ενώ ο άντρας δε δοκίμασε να τη σταματήσει.

«Πνεύμα», φώναξε ο γέρο-Σκρούτζ, «σταμάτα να με βασανίζεις, θέλω να γυρίσω στο σπίτι. Δεν αντέχω τις δυσάρεστες αναμνήσεις».

Μέσα σε μία στιγμή πέρασαν χρόνια. Και ξαναείδαν τη νέα γυναίκα. Τώρα γελούσε τρισευτυχισμένη με την κόρη της. Σε διαφορετικές περιστάσεις θα μπορούσε να είναι το παιδί του Σκρούτζ. Ο πατέρας μπήκε στο δωμάτιο. Η μικρή έτρεξε και τον φίλησε. Αγκαλιάστηκαν και οι τρεις εμπρός στο αναμμένο τζάκι.

«Δεν το αντέχω», μούγκρισε ο γερο-Σκρούτζ με φωνή σπασμένη. Και στράφηκε απελπισμένος προς το Πνεύμα, πού μέσα στην ολοφώτεινη ανταύγεια του έμοιαζε σαν να ειρωνεύεται την απελπισία του. Σε λίγο η οπτασία του Πνεύματος άρχισε ν απομακρύνεται και να σβήνει σιγά-σιγά, μέχρι πού εξαφανίστηκε τελείως. Ο Σκρούτζ ένιωσε αφάνταστα κουρασμένος. Τα μάτια του βάρυναν. Ξαναγύρισε στην κρεβατοκάμαρά του. Μόλις πού πρόλαβε να ξαπλώσει στο κρεβάτι κι έπεσε σε ύπνο βαθύ.

ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ

Όταν ξύπνησε ο Σκρούτζ, το ρολόι χτυπούσε μία. Μια κατακόκκινη λάμψη ερχόταν απ τη σάλα. Σηκώθηκε, φόρεσε τη ρόμπα του και πήγε να δεί τί συμβαίνει. Η σάλα είχε μεταμορφωθεί! Από το πάτωμα ως το ταβάνι ήταν στολισμένη με κισσό, λιόπρινο και ιξό. Στο τζάκι έκαιγε μία ζωηρή φωτιά και στη γωνιά υψωνόταν ένας τεράστιος σωρός από φαγητά-γαλοπούλες, χήνες, πατάτες, μήλα, καρύδια – ενώ πάνω στην κορυφή καθόταν χαμογελαστός ένας γίγαντας μ ένα δαυλό αναμμένο στο αριστερό του χέρι.

«Είμαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρόντος», του φώναξε φιλικά. «Έλα!». Ο Σκρούτζ παρατήρησε το Πνεύμα. Ήταν ντυμένο μ ένα μακρύ λευκό χιτώνα. Και πάνω στα μακριά μαύρα του μαλλιά φορούσε ένα στεφάνι από λιόπρινο.

«Πήγαινε με όπου θέλεις», ξερόβηξε ο Σκρούτζ. «Πήρα ήδη μερικά μαθήματα απ το συνάδελφό σου. Είμαι έτοιμος να παρακολουθήσω και τα δικά σου».

«Τότε πιάσου από τον ποδόγυρο του χιτώνα μου», απάντησε ο γίγαντας.

Η χαρούμενη σάλα, η διακόσμηση, τα φαγητά, όλα εξαφανίστηκαν.

Βρέθηκαν έξω από το σπίτι του υπαλλήλου του, του Μπόμπ Κράτσιτ και κοίταξαν από το παράθυρο. Η κυρία Κράτσιτ και οι τρεις κόρες της φορούσαν παλιά φθαρμένα φορέματα, στολισμένα όμως με κορδέλες για τη γιορτή, και κάθονταν στο τραπέζι. Ξαφνικά, μπήκαν τρέχοντας δυο αγοράκια.

«Μυρίσαμε γαλοπούλα ψητή! Τί καλά! Μοσχοβολά από το δρόμο!» φώναξαν με ενθουσιασμό. Πίσω τους ερχόταν ο πατέρας τους. Στους ώμους του κουβαλούσε το μικρότερο γιό του, τον Τίμ. Τον απέθεσε προσεκτικά στο πάτωμα. Το παιδί ήταν άρρωστο και βάδιζε με δεκανίκι.

Κάθησαν όλοι στο γιορτινό τραπέζι. Η μικρή γαλοπούλα μοιράστηκε πολύ προσεκτικά ώστε να φτάσει για όλους. Πάντως η σκηνή ήταν χαρούμενη. Οι δυο γονείς πρόσεχαν ιδιαίτερα τον ανάπηρο Τίμ. Ένα χαμόγελο φώτισε το χλωμό του προσωπάκι.

«Πνεύμα», ρώτησε με ξαφνικό ενδιαφέρον ο Σκρούτζ, «ο μικρός Τίμ θά… ζήσει ακόμη για πολύ;».

«Χμμ… τον περιβάλλουν σκιές. Αν το μέλλον δεν τις μεταβάλει, το παιδάκι θα πεθάνει! Αλλά εσένα τί σε νοιάζει; Ένα στόμα λιγότερο σε τούτο τον πυκνοκατοικημένο κόσμο. Έτσι δεν είναι;».

Ο Σκρούτζ τότε θυμήθηκε ότι ο ίδιος είχε επαναλάβει πολλές φορές αυτή τη φράση. Και κατέβασε το κεφάλι ντροπιασμένος.

Ξαφνικά, χωρίς το Πνεύμα να προσθέσει άλλη λέξη, βρέθηκαν στο σπίτι του ανιψιού του. «Ο θείος Σκρούτζ μάς θεωρεί τρελούς πού γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα. Κι έτσι, αρνήθηκε να φάει μαζί μας σήμερα», είπε ο Φρέντ.

«Τί απαίσιος άνθρωπος», αναστέναξε η γυναίκα του υποτιμητικά και οι καλεσμένοι κούνησαν τα κεφάλια γιατί συμφώνησαν μαζί της. Αλλά ο Φρέντ πρόσθεσε πικραμένος: «Εγώ, πάντως, λυπάμαι ειλικρινά πού ο θείος έχασε μία ευκαιρία να χαρεί. Και τώρα, παρ όλο πού δε βρίσκεται μαζί μας, θα ήθελα να του εκφράσω τις καλύτερες ευχές μου». Κι αμέσως σήκωσε το ποτήρι και ήπιε στην υγειά του θείου του.

Γρήγορα όμως η χαρούμενη ομήγυρη ξέχασε τον Σκρούτζ. Έπαιξαν μουσική, χόρεψαν, διασκέδασαν με παντομίμα. Ο Σκρούτζ, πού τόσο του άρεσε αυτό το παιχνίδι, συμμετείχε όλο χαρά, ξεχνώντας ότι κανείς δεν μπορούσε να τον δεί ή να τον ακούσει. Το Πνεύμα τον παρακολουθούσε κι έμοιαζε να το γλεντάει μαζί του. Αλλά σύντομα ήρθε η ώρα να φύγουν. «Έχουμε να επισκεφτούμε πολλά μέρη ακόμη ώσπου να περάσει η νύχτα», είπε το Πνεύμα.

Και οδήγησε τον Σκρούτζ έξω από το σπίτι. Περπάτησαν μέσα στο κρύο και στο χιονόνερο, σε βρωμερά στενά και δρομάκια περίεργα, κι ακόμη κάτω από τις σκοτεινές γέφυρες της πόλης. Εκεί ο Σκρούτζ είδε δυστυχισμένους ανθρώπους πού, κολλημένοι σφιχτά ο ένας πάνω στον άλλον, προσπαθούσαν να ζεσταθούν. Ανάμεσα τους τριγύριζαν παιδάκια πού ζητιάνευαν φαγητό απ τους περαστικούς. Κάπου μακριά, ένα ρολόι σήμανε μεσάνυχτα.

Ο Σκρούτζ, τρομοκρατημένος απ την τόση αθλιότητα, αναζήτησε το γιγάντιο Πνεύμα. Αλλά εκείνο είχε εξαφανιστεί.

ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

Σε λίγο, ένα άλλο φάντασμα, τυλιγμένο στην ομίχλη, προχώρησε αργά προς τον Σκρούτζ. Παρατήρησε ότι το Πνεύμα αυτό φορούσε μία τεράστια μαύρη κάπα και μία κουκούλα πού του έκρυβε εντελώς το πρόσωπο. Ο Σκρούτζ παραλίγο να λιποθυμήσει από τον τρόμο του.

«θά πρέπει να είσαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Μέλλοντος», ψιθύρισε. «Τί μου επιφυλάσσει το μέλλον; Ίσως ν αλλάξω… Είμαι έτοιμος να σε ακολουθήσω».

Παρά τα γενναία του λόγια, ο Σκρούτζ φοβόταν τόσο πολύ αυτό το φάντασμα, ώστε τα πόδια του άρχισαν να τρέμουν. Δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Το Πνεύμα παρέμεινε ακίνητο περιμένοντας υπομονετικά τον Σκρούτζ μέχρι να συνέλθει. Έπειτα κινήθηκε αθόρυβα. Και ο Σκρούτζ το ακολούθησε σαν να τον τύλιξε η κάπα του Πνεύματος, πού τον παρέσυρε στο άγνωστο.

Κοσμοσυρροή και οχλαγωγία στο χρηματιστήριο. Το Πνεύμα με τον Σκρούτζ ανάμεσα στους χρηματιστές και στους εμπόρους. «Πότε πέθανε;» ρώτησε κάποιος από το πλήθος. «Χθές βράδυ, νομίζω», απάντησε ένας άλλος. «Δεν πιστεύω να πάτησε κανείς στην κηδεία του», σχολίασε ένας τρίτος. «Επιτέλους ξεκουμπίστηκε… Τον σιχαίνονταν όλοι!».

Ο Σκρούτζ ένιωσε οίκτο γι αυτόν πού μιλούσαν. Αναρωτήθηκε για ποιό λόγο να τον έφερε το Πνεύμα σε τούτο το μέρος. Έπειτα αναγνώρισε κάποιον άλλο χρηματιστή στη συνηθισμένη του θέση. Μάταια όμως έψαξε να βρεί και τον εαυτό του.

«Ίσως», σκέφτηκε, «ο Σκρούτζ του μέλλοντος θα παρατήσει τις συναλλαγές και θα στραφεί προς άλλες δραστηριότητες…».

Γύρισε να ρωτήσει το Πνεύμα. Αλλά εκείνο εξακολουθούσε να σωπαίνει. Σήκωσε μόνο το χέρι και έδειξε με το μακρύ του δάχτυλο προς κάποια κατεύθυνση. Ήταν καιρός να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Ο γέροντας ένιωσε να διαπερνά τη ραχοκοκαλιά του κρύος ιδρώτας.

Έφτασαν σε μία κακόφημη γειτονιά της πόλης. Ο Σκρούτζ δεν είχε ξαναπατήσει το πόδι του εκεί. Στην άκρη ενός βρώμικου στενού βρισκόταν ένα άθλιο καταγώγιο-φωλιά λωποδυτών! Μέσα, τρεις κλέφτες, ένας άντρας και δυο γυναίκες, με τρύπια ρούχα, μοιράζονταν τη λεία τους. Οι πεταμένες πάνω στο πάτωμα κουρτίνες ήταν ίδιες μ εκείνες της κρεβατοκάμαρας του Σκρούτζ.

«Καλά πού κάναμε και τα αρπάξαμε», κακάρισε η μία γυναίκα. «Έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν πρόκειται να ενδιαφερθεί για τα πράγματά του», πρόσθεσε ο άντρας.

«Α το γέρο-τσιγκούνη», έβρισε η άλλη γυναίκα. «Αν ήταν εντάξει άνθρωπος, κάποιος θα βρισκόταν δίπλα του την ώρα πού πέθαινε». Ο Σκρούτζ παρακολουθούσε αηδιασμένος την κουβέντα τους. «Πνεύμα», φώναξε. «Πάμε να φύγουμε, σε παρακαλώ, από αυτό το απαίσιο μέρος». Αλλά η σιωπή του Πνεύματος του πάγωσε το αίμα.

«Πνεύμα», κλαψούρισε ο Σκρούτζ, «βοήθησέ με να ξεχάσω τούτη τη θλιβερή σκηνή. Πήγαινέ με σ ένα μέρος όπου οι άνθρωποι μιλούν ευγενικά για τους νεκρούς…».

Το Πνεύμα τον οδήγησε τότε σε δρόμους γνωστούς, πίσω στο σπίτι του Μπόμπ Κράτσιτ. Η γυναίκα και τα παιδιά του ήσαν όλοι μαζεμένοι γύρω από τη φωτιά. Όμως το φτωχικό δωμάτιο ήταν παράξενα σιωπηλό.

«Δε θα αργήσει ο πατέρας σας», είπε η κυρία Κράτσιτ. «Έχει καθυστερήσει μόνο λίγα λεπτά», είπε κάποιο από τα παιδιά. «Τούτες τις μέρες βαδίζει πιο αργά».

«Αχ!» αναστέναξε ένα άλλο. «Όταν κουβαλούσε τον Τίμ στους ώμους ερχόταν τρεχάτος για το σπίτι».

Εκείνη τη στιγμή ο Μπόμπ Κράτσιτ μπήκε στο σπίτι. Είχε τα μάτια κατακόκκινα σαν να είχε κλάψει. Χαιρέτησε όμως τρυφερά ένα-ένα τα παιδιά του. Έπειτα είπε: «Ποτέ δεν πρόκειται να ξεχάσουμε το μικρούλη μας τον Τίμ, έτσι; Η ανάμνηση του της υπομονής και της ευγενείας του θα μάς κρατήσει για πάντα ενωμένους!».

«Ναί! Ναί!» φώναξαν τα παιδιά. «Έ, τότε, με κάνετε να νιώθω ευτυχισμένος», απάντησε ο Μπόμπ «πολύ ευτυχισμένος!».

Αγκαλιάστηκαν όλοι. Και δάκρυα γέμισαν τα μάτια του Σκρούτζ.

«Πνεύμα», είπε ο Σκρούτζ, «σέ λίγο θα χωρίσουμε. Δε θα μου εξηγήσεις το νόημα όλων αυτών; θα ήθελα να δώ και τη δική μου πορεία στο μέλλον».

Ξαναβγήκαν στο δρόμο και προχωρώντας, βρέθηκαν έξω από το γραφείο του Σκρούτζ. Το Πνεύμα δεν είχε πρόθεση να σταματήσει. Το μακρύ του δάχτυλο έδειχνε εμπρός.

«Σε παρακαλώ, άφησε με μία στιγμή να δώ πώς θα είμαι στο μέλλον», ικέτευσε ο Σκρούτζ. Το Πνεύμα κοντοστάθηκε σιωπηλό. Ο Σκρούτζ κοίταξε από το παράθυρο. Αναγνώρισε το γραφείο του, αλλά η επίπλωση δεν ήταν πλέον η δική του και ο άνθρωπος πού καθόταν στην πολυθρόνα δεν ήταν ο Σκρούτζ! Το Πνεύμα, αμίλητο πάντα, προχώρησε. Ο Σκρούτζ ακολούθησε τα βήματά του. Μετά από λίγο έφτασαν σε μία καγκελόπορτα. Ο Σκρούτζ γούρλωσε τα μάτια. Ήταν το νεκροταφείο. Το Πνεύμα πήγε και στάθηκε εμπρός από έναν τάφο. Ο Σκρούτζ πλησίασε τρέμοντας. Πάνω στην ταφόπλακα διάβασε χαραγμένο το όνομά του: «ΕΜΠΕΝΕΖΕΡ ΣΚΡΟΥΤΖ».

«Μά, τότε, στο χρηματιστήριο θα πρέπει να μιλούσαν για μένα», κλαψούρισε, «καί οι κλέφτες λήστεψαν, μόλις πέθανα, το δικό μου σπίτι!».

«Πνεύμα, βοήθεια, βοήθεια!» φώναξε. «Δεν θέλω να τελειώσει έτσι η ζωή μου. Μπορώ… θέλω να την αλλάξω. Τα μαθήματα των τριών πνευμάτων δεν θα πάνε χαμένα. Μπορείς να αλλάξεις το μέλλον μου;».

Πάνω στην αγωνία του ο Σκρούτζ αγκάλιασε το Πνεύμα από τη μέση. Αλλά η κάπα ήταν άδεια -τό Πνεύμα έγινε ατμός- και ο Σκρούτζ αγκάλιαζε στην πραγματικότητα το κάγκελο του κρεβατιού του! Ναί, του δικού του κρεβατιού! Βρισκόταν πάλι στην κρεβατοκάμαρά του. Ανακουφισμένος από την αγωνία, κλαίγοντας και γελώντας, έτρεξε να αγγίξει τις κουρτίνες. Ήταν εκεί, στη συνηθισμένη τους θέση. Βάλθηκε να χοροπηδά σ όλο το σπίτι γεμάτος ευτυχία. Όλα ήταν στη θέση τους! Τίποτα δεν είχε αλλάξει! Και τη μεγάλη του χαρά διέκοψαν μόνο οι καμπάνες των εκκλησιών, πού χτυπούσαν χαρούμενες σ όλη την πόλη.

ΤΟ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΕΛΟΣ

Ο Σκρούτζ έτρεξε κι άνοιξε το παράθυρο. Ο ήλιος έλαμπε. Το κρύο ήταν τσουχτερό, αλλά το πρωινό ευχάριστο. «Τί ημέρα είναι σήμερα;», ρώτησε ένα αγόρι πού περνούσε απέξω. «Σήμερα έχουμε Χριστούγεννα!».

«Α τότε, δεν τα έχασα», φώναξε ο Σκρούτζ. «Τα πνεύματα έκαναν τη δουλειά τους μέσα σε μία μόνο νύχτα!».

«Αγόρι μου», ξαναείπε στο παιδί. «Τρέξε, σε παρακαλώ, στο χασάπη και πές του να μου φέρει τη μεγαλύτερη γαλοπούλα του. Θα σου χαρίσω ένα σελίνι, ίσως και τρία, αν επιστρέψεις μέσα σε πέντε λεπτά».

Το παιδί δε δίστασε στιγμή. Έτρεξε γρήγορα και ξαναγύρισε λαχανιασμένο, παρέα με τον κρεοπώλη, πού κουβαλούσε μία τεράστια γαλοπούλα.

«Θα τη στείλω στον Μπόμπ Κράτσιτ», κρυφογέλασε ο Σκρούτζ, «χωρίς να μάθει ποιός του τη δώρισε».

Το πουλί ήταν τόσο βαρύ, ώστε ο Σκρούτζ αναγκάστηκε να καλέσει ένα αμάξι για να το μεταφέρει ως το σπίτι του κλητήρα του. Ο Σκρούτζ, χαμογελώντας, πλήρωσε το αγοράκι, το χασάπη και τον αμαξά. Ένιωθε υπέροχα.

Ο Σκρούτζ έκανε το μπάνιο του, φόρεσε ένα καθαρό κοστούμι και βγήκε περίπατο. Βάδιζε με τα χέρια σταυρωμένα στη ράχη, παρατηρώντας τους περαστικούς. Όλοι ήταν χαρούμενοι. Μερικοί του ευχήθηκαν «Καλά Χριστούγεννα!». Ο Σκρούτζ ομολόγησε ότι ποτέ δεν είχε ακούσει πιο ευχάριστα λόγια. Στο δρόμο συνάντησε έναν από τους δυο κυρίους πού την προηγουμένη τον είχαν επισκεφθεί για να του ζητήσουν τη βοήθειά του για τους φτωχούς.

«Καλέ μου κύριε», του φώναξε «πώς είστε;».

Κι όταν ο άνθρωπος πλησίασε, ο Σκρούτζ του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. Εκείνος τον κοίταξε κατάπληκτος. «Μιλάτε σοβαρά, κύριε Σκρούτζ;» φώναξε. «Μα είστε πολύ γενναιόδωρος!». «Μή με ευχαριστείτε», του απάντησε ο Σκρούτζ. «Κάντε μόνο τον κόπο να περάσετε μία από αυτές τις μέρες, όσο το δυνατόν πιο σύντομα, από το γραφείο μου. Θα είναι δική μου ευχαρίστηση!».

Στο τέλος, ο Σκρούτζ κατέληξε εμπρός στο σπίτι του ανιψιού του. Δίστασε για λίγο στο κεφαλόσκαλο. Αλλά μετά πήρε την απόφαση και χτύπησε το κουδούνι. Η υπηρέτρια του άνοιξε την πόρτα.

«Το αφεντικό σου είναι μέσα;» τη ρώτησε.

«Μάλιστα, κύριε. Περάστε. Κάθεται ήδη με τη σύζυγό του και τους καλεσμένους στο τραπέζι, θα σάς δείξω…».

«Δε χρειάζεται, καλή μου», της απάντησε ο Σκρούτζ. «Γνωρίζω πολύ καλά αυτό το σπιτάκι». Ανοιξε σιγανά την πόρτα της τραπεζαρίας και έχωσε το κεφάλι μέσα.

«Φρέντ», ρώτησε, «μπορώ να περάσω;».

«Ποιός είναι;» ρώτησε έκπληκτος ο ανιψιός του Σκρούτζ γυρνώντας το κεφάλι του.

«Ο θείος σου ο Σκρούτζ», του απάντησε. «Ήρθα για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι πού με κάλεσες!».

Ο Φρέντ και η γυναίκα του χάρηκαν πολύ πού τελικά ο Σκρούτζ αποφάσισε να τους κάνει την τιμή. Και η γιορτή εξελίχτηκε θαυμάσια. Το γεύμα ήταν νοστιμότατο. Ακολούθησαν μουσική και χορός. Έπαιξαν διάφορα διασκεδαστικά παιχνίδια και φυσικά παντομίμα. Αλλά το καλύτερο απ όλα ήταν εκείνη η ξέφρενη χαρά πού ένιωθε μέσα του ο Σκρούτζ.

Την επομένη, ο Σκρούτζ πήγε πολύ νωρίς στο γραφείο. Ήθελε να κάνει έκπληξη στον κλητήρα του, πού ήξερε ότι θα αργούσε να φανεί στη δουλειά. Και πράγματι, ο Μπόμπ Κράτσιτ ήρθε λίγο πριν τις δέκα. Κάθησε αθόρυβα στη θέση του, με την ελπίδα ότι ο Σκρούτζ δε θα έπαιρνε είδηση την καθυστέρησή του.

«Ααα!» γκρίνιαξε τότε ο Σκρούτζ προσπαθώντας να μιμηθεί το γνωστό κακότροπο ύφος του. «Τί σημαίνει πάλι αυτό;».

«Συ-συ-συγγνώμη, κύριε», τραύλισε ο Μπόμπ Κράτσιτ, «δέν πρόκειται να ξαναργήσω».

«Και πώς μπορείς να δίνεις τέτοιες υποσχέσεις;» του είπε μουτρωμένος ο Σκρούτζ. Ο Μπόμπ άρχισε να τρέμει. Φοβήθηκε την απόλυση.

«Πάντως, για τούτη τη φορά…» συνέχισε ο Σκρούτζ «νομίζω ότι πρέπει να σου αυξήσω το μισθό σου!».

Κατάπληκτος ο Μπόμπ σκέφτηκε να τρέξει για βοήθεια. Νόμισε ότι ο εργοδότης του τρελάθηκε!

«Καλά Χριστούγεννα, αγόρι μου», του είπε τότε ήρεμος και χαμογελαστός ο Σκρούτζ, με τρόπο τόσο ειλικρινή, ώστε τελικά τον έπεισε ότι τα είχε τετρακόσια. «Και όχι μόνο θα σου κάνω αύξηση, αλλά θα βοηθήσω και την οικογένειά σου. Πήγαινε, όμως, πρώτα σε παρακαλώ, να αγοράσεις κι άλλα κάρβουνα, θα ζεσταθούμε καλά κι έπειτα καθισμένοι δίπλα στη φωτιά θα συζητήσουμε όλες τις λεπτομέρειες.

Ο Σκρούτζ κράτησε το λόγο του. Και σύντομα ο μικρός Τίμ ξεπέρασε την αρρώστια, απέκτησε δυνάμεις κι έγινε ένα γελαστό και όμορφο αγόρι, πού ο Σκρούτζ το φρόντισε σαν να ήταν δικό του παιδί. Ο πρώην τσιγκούνης έγινε πολύ γενναιόδωρος κι ήταν πάντα ευγενικός με όλους. Μερικοί βέβαια τον κορόιδεψαν για τη μεταβολή του χαρακτήρα του. Αλλά ο Σκρούτζ δεν ενοχλήθηκε γιατί, όπως είπε πολύ σοφά: «Καλύτερα να σε περιγελούν παρά να σε περιφρονούν!».

Ο Σκρούτζ δεν ξαναείδε τα πνεύματα. Αλλά από εκείνη την ημέρα, όπως λένε, δεν υπήρχε άνθρωπος πού να γιορτάζει καλύτερα τα Χριστούγεννα από τον Εμπενέζερ Σκρούτζ.

πηγή

Τι βλέπεις;

 
No automatic alt text available.
 
Τι βλέπεις;

Θα απαντήσεις σ’αυτήν την ερώτηση ανάλογα με το που θα εστιάσεις. Πολλοί άνθρωποι βλέποντας αυτήν την εικόνα θα απαντήσουν, “βλέπω μια μαύρη κουκίδα”.
Αυτή η απάντηση περιέχει μια μικρή δόση αλήθειας, δεν είναι όμως η αλήθεια. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει η μαύρη αυτή κουκίδα αλλά συγχρόνως υπάρχει πάρα πολύ λευκό.

Στην ζωή μας σίγουρα θα υπάρχουν και οι μικρές μαύρες κουκίδες. Το θέμα όμως είναι να μην εστιάζουμε σ’αυτές αλλά να βλέπουμε το λευκό που δεσπόζει.
Οι μαύρες κουκίδες της ζωής μας είναι ο πόνος μας, οι αστοχίες μας, οι αμαρτίες μας, οι λύπες και οι στεναχώριες της καθημερινότητας που πάντοτε θα υφίστανται, άλλοτε σε μεγαλύτερο βαθμό κι άλλοτε σε μικρότερο.

Το θέμα είναι να μη μένουμε στις μαύρες κουκίδες γιατί τότε χάνουμε το πολύ λευκό της ζωής μας. Φτάνουμε δηλαδή στην αγνωμοσύνη. Δεν εκτιμούμε το λευκό, με αποτέλεσμα να αγγίζουμε την αχαριστία. Εάν δίνουμε περισσότερη σημασία απ’ ότι πρέπει στις μικρές μαύρες κουκίδες τότε καταντούμε μίζεροι, ιδιότροποι, νευρικοί…και είναι κρίμα. Αδικούμε το πολύ λευκό που ο Θεός μας χάρισε· δεν το βλέπουμε και έτσι ουσιαστικά αδικούμε και τον Θεό και τον εαυτό μας.

Μπορεί να έχεις μία δυσκολία λοιπόν στην ζωή σου. Έχεις όμως και τόσα ευλογημένα πράγματα. Μπορείς και αναπνεύεις χωρίς κόπο, μπορείς να περπατάς, να γράφεις, να σκέφτεσαι, να βλέπεις, έχεις ανθρώπους που σε νοιάζονται, έχεις πάνω απ’ όλα Πατέρα, Φίλο, Αδελφό και Συνοδοιπόρο τον Χριστό.
Έχοντας αυτά υπ’ όψιν μας ας βλέπουμε πάντοτε αισιόδοξα την ζωή, ας εστιάζουμε στο λευκό της ζωής κι ας μην γιγαντώνουμε με την απαισιόδοξη και μίζερη στάση μας τις μικρές μαύρες κουκίδες που υπονομεύουν την ειρήνη και την χαρά μας.

Κι εσύ έχεις πολύ λευκό στην ζωή σου. Αυτή είναι η βάση της ζωής σου. Μην είσαι αγνώμων. Κατάλαβέ το· δες το.Και τότε “θα την δεις αλλιώς”…

 
π.Παύλος Παπαδόπουλος