Άγιος Πορφύριος (2 Δεκ.): Κανείς δεν μπορεί να φθάσει στον Θεό, αν δεν περάσει απ’ τους ανθρώπους

Είμαστε ευτυχισμένοι, όταν αγαπήσουμε όλους τους ανθρώπους μυστικά. Θα νιώθουμε τότε ότι όλοι μας αγαπούν. Κανείς δεν μπορεί να φθάσει στον Θεό, αν δεν περάσει απ’ τους ανθρώπους…
Ν’ αγαπάμε, να θυσιαζόμαστε για όλους ανιδιοτελώς, χωρίς να ζητάμε ανταπόδοση. Τότε ισορροπεί ο άνθρωπος. Αυτό είναι το μεγαλύτερο μυστήριο της Εκκλησίας μας. Να γίνομε όλοι ένα εν Θεώ.

Η αγάπη στον αδελφό μας προετοιμάζει ν’ αγαπήσομε περισσότερο τον Χριστό. Ας σκορπίζομε σε όλους την αγάπη μας ανιδιοτελώς, αδιαφορώντας για τη στάση τους. Όταν έλθει μέσα μας η χάρις του Θεού, δεν θα ενδιαφερόμαστε αν μας αγαπάνε ή όχι, αν μας μιλάνε με καλοσύνη. Θα νιώθουμε την ανάγκη εμείς να τους αγαπάμε όλους. Είναι εγωισμός να θέλομε οι άλλοι να μας μιλάνε με καλοσύνη.

Όταν αγαπάμε χωρίς να επιδιώκομε να μας αγαπάνε, θα μαζεύονται όλοι κοντά μας σαν τις μέλισσες. Αυτό ισχύει για όλους μας. Αν ο αδελφός σου σ’ ενοχλεί, σε κουράζει, να σκέπτεσαι: «Τώρα με πονάει το μάτι μου, το χέρι μου, το πόδι μου” πρέπει να το περιθάλψω μ’ όλη μου την αγάπη». Να μη σκεπτόμαστε, όμως, ούτε ότι θα αμειφθούμε για τα δήθεν καλά ούτε ότι θα τιμωρηθούμε για τα κακά που διαπράξαμε.
Έρχεσαι εις επίγνωσιν αληθείας, όταν αγαπάεις με την αγάπη του Χριστού. Τότε δεν ζητάεις να σ’ αγαπάνε” αυτό είναι κακό. Εσύ αγαπάεις, εσύ δίνεις την αγάπη σου” αυτό είναι το σωστό. Από μας εξαρτάται να σωθούμε. Ο Θεός το θέλει. Όπως λέει η Αγία Γραφή: «πάντας θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν».

Όταν κάποιος μας αδικήσει μ’ οποιονδήποτε τρόπο, με συκοφαντίες, με προσβολές, να σκεπτόμαστε ότι είναι αδελφός μας που τον κατέλαβε ο αντίθετος. Έπεσε θύμα του αντιθέτου. Γι’ αυτό πρέπει να τον συμπονέσομε και να παρακαλέσουμε τον Θεό να ελεήσει κι εμάς κι αυτόν” κι ο Θεός θα βοηθήσει και τους δύο.
Αν, όμως οργισθούμε εναντίον του τότε ο αντίθετος από κείνον θα πηδήσει σ’ εμάς και θα μας παίζει και τους δύο. Όποιος κατακρίνει τους άλλους, δεν αγαπάει τον Χριστό. Ο εγωισμός φταίει. Από κει ξεκινάει η κατάκριση.

Ας υποθέσομε ότι ένας άνθρωπος βρίσκεται μόνος του στην έρημο. Δεν υπάρχει κανείς. Ξαφνικά ακούει κάποιον από μακριά να κλαίει και να φωνάζει. Πλησιάζει κι αντικρίζει ένα φοβερό θέαμα: μία τίγρις έχει αρπάξει έναν άνθρωπο και τον καταξεσχίζει με μανία. Εκείνος απελπισμένος ζητάει βοήθεια. …
Τι να κάνει, για να τον βοηθήσει; …; Μήπως θα πάρει καμιά πέτρα να τήνε ρίξει στον άνθρωπο και να τον αποτελειώσει; «Όχι, βέβαια!», θα πούμε. Κι όμως αυτό είναι δυνατόν να γίνει όταν δεν καταλαβαίνομε ότι ο άλλος που μας φέρεται άσχημα κατέχεται από τον διάβολο, την τίγρη.
Μας διαφεύγει ότι, όταν κι εμείς τον αντιμετωπίζομε χωρίς αγάπη, είναι σαν να του ρίχνομε πέτρες πάνω στις πληγές του, οπότε του κάνομε πολύ κακό και η «τίγρις» μεταπηδάει σ’ εμάς και κάνομε κι εμείς ό,τι εκείνος και χειρότερα. Τότε, λοιπόν ποια είναι η αγάπη που έχομε για τον πλησίον μας και πολύ περισσότερο για τον Θεό;

Να αισθανόμαστε την κακία του άλλου σαν αρρώστια που τον βασανίζει και υποφέρει και δεν μπορεί να απαλλαγεί. Γι’ αυτό να βλέπομε τους αδελφούς μας με συμπάθεια και να τους φερόμαστε με ευγένεια λέγοντας μέσα μας με απλότητα το «Κύριε Ιησού Χριστέ», για να δυναμώσει με τη θεία χάρι η ψυχή μας και να μην κατακρίνομε κανένα. Όλους για αγίους να τους βλέπομε.

Όλοι μας μέσα φέρομε τον ίδιο παλαιό άνθρωπο. Ο πλησίον όποιος κι αν είναι, είναι «σάρξ εκ της σαρκός μας», είναι αδελφός μας και «μηδενί, μηδέν οφείλομεν, ει μη το αγαπάν αλλήλους», σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο. Δεν μπορούμε ποτέ να κατηγορήσομε τους άλλους, γιατί «ουδείς την εαυτού σάρκα εμίσησεν».

Όταν κάποιος έχει ένα πάθος να προσπαθούμε να του ρίχνομε ακτίνες αγάπης κι ευσπλαχνίας για να θεραπεύεται και να ελευθερώνεται. Μόνο με την χάρι του Θεού γίνονται αυτά. Να σκέπτεσθε ότι αυτός υποφέρει περισσότερο από εσάς.

Να στεκόμαστε με προσοχή σεβασμό και προσευχή. Εμείς να προσπαθούμε να μην το κάνομε το κακό. Όταν υπομένομε την αντιλογία του αδελφού λογίζεται μαρτύριο. Να το κάνομε με χαρά.

Ο χριστιανός είναι ευγενής. Να προτιμάμε ν’ αδικούμαστε. Άμα έλθει μέσα μας το καλό, η αγάπη, ξεχνάμε το κακό που μας κάνανε. Εδώ κρύβεται το μυστικό. Όταν το κακό έρχεται από μακριά, δεν μπορείτε να το αποφύγετε. Η μεγάλη τέχνη είναι, όμως να το περιφρονήσετε. Με την χάρι του Θεού ενώ θα το βλέπετε, δεν θα σας επηρεάζει, διότι θα είστε πλήρεις χάριτος.

πηγή

Εάν είσαι άνθρωπος της “αγάπης” χωρίς Θεό…

 

 Ο καλύτερος τρόπος για να γνωρίσουμε τον Θεό δεν είναι να αγαπήσουμε πολύ, διότι αυτό κρύβει την παγίδα μιας αφηρημένης έννοιας για την αγάπη. Τι σημαίνει αγαπώ; Τί αγαπώ; Πώς αγαπώ;

 Βέβαια δεν υπάρχει καλύτερος ή χειρότερος τρόπος αλλά ένας-μοναδικός τρόπος για να γνωρίσουμε τον Θεό. Και αυτός ο τρόπος είναι της Εκκλησίας. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος που θέλει να γνωρίσει τον Θεό και να κοινωνεί μαζί Του καλείται να ζει τηρώντας τις εντολές Του με υπακοή και ταπεινό φρόνημα.

 Σίγουρα ο άνθρωπος που ζει δι’αυτού του τρόπου αγωνίζεται να αγαπήσει τον κάθε άνθρωπο. Όμως πολλές φορές υπάρχει η εξής παρεξήγηση όσο αφορά την αγάπη. Θεωρούν πολλοί άνθρωποι ότι η αγάπη είναι ο Θεός. Όχι, αυτό είναι λάθος. Ο Θεός είναι αγάπη! Η διαφορά είναι τεράστια.
Το να γίνουμε λοιπόν άνθρωποι του Θεού δεν αρκεί μία ρομαντική προσέγγιση του Θείου που βασίζεται στον δικό μας τρόπο, αλλά σε μία συγκεκριμένη ασκητική προσπάθεια του ανθρώπου ο οποίος ζει μέσα στην Χάρη της Εκκλησίας καθ’ολοκληρία.
 Ο τρόπος αγιασμού λοιπόν είναι συγκεκριμένος. Ο δρόμος όμως του καθενός διαφορετικός. Ο ένας θα γίνει μοναχός, ο άλλος έγγαμος, ο άλλο μαραγκός, ο άλλος ιατρός…διαφορετικοί δρόμοι. Ο τρόπος όμως παραμένει ο ίδιος. Ο τρόπος της Εκκλησίας: μετάνοια, ασκητική ζωή, ταπείνωση, προσευχή, συμμετοχή στα Μυστήρια, συγχωρετικότητα, απλότητα, ανεξικακία, αγάπη.
Τότε και μόνο τότε ίσως καταφέρουμε να αγαπήσουμε γνήσια, χριστομίμητα, χωρίς ιδιοτέλεια, χωρίς 
 Μόνο εάν βρούμε τον Θεό, θα βρούμε και την Αγάπη. Μη ψάχνεις όμως σε λάθος τόπους και με λάθος τρόπους (της λογικής σου). Ο τόπος είναι η Εκκλησία Του, τον τρόπο θα τον διδαχθείς από τον ίδιο τον Θεό.

 Αν γίνεις άνθρωπος του Θεού θα έχεις και αγάπη.
Εάν είσαι άνθρωπος της “αγάπης” χωρίς Θεό…τότε σίγουρα και η αγάπη σου είναι νόθα και ψευδής· θα το καταλάβεις με την κακία που ξυπνά μέσα σου όταν αδικείσαι, όταν δεν αναγνωρίζεται η “αγάπη” σου, όταν υβρίζεσαι χωρίς να φταις, όταν απαξιώνεσαι· ταράσσεσαι γιατί η αγάπη σου ήταν 
Χωρίς Θεό, μόνο placebo αγάπης κερνάμε ο ένας τον άλλον…τίποτα παραπάνω.

αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος
 

Διδάσκαλε αγαθέ τί ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;

Στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή ακούσαμε για τη συνάντηση και συνομιλία του Ιησού Χριστού με ένα πλούσιο Ιουδαίο άρχοντα, άνθρωπο καλοπροαίρετο και αυστηρό τηρητή των εντολών του Νόμου, ο οποίος πλησίασε τον Κύριο με αληθινή φιλομάθεια και ειλικρίνεια θέτοντάς του το ερώτημα τι έπρεπε να κάνει, ώστε να κληρονομήσει την αιώνια ζωή «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσας ζωήν αἰώνιον κληρονομήσω;»[1].

Ανεζήτησε λόγο και συμβουλή από τον Κύριο, γιατί στα βάθη της καρδιάς του αναζητούσε τον δρόμο της σωτηρίας και τελειότητας. Ήταν άνθρωπος με φόβο Θεού, είχε ζωή καθαρή, είχε πίστη. Ακόμη και η ερώτηση που έκανε: «τί ἐτι ὑστερῶ», δηλώνει την αγωνία που είχε ο νέος για τη σωτηρία του. Ο ιερός Χρυσόστομος στο σημείο αυτό παρατηρεί ότι η ερώτηση του νεανίσκου ήταν σημάδι της μεγάλης του επιθυμίας, για να σωθεί.

Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός του υποδεικνύει λέγοντάς του να τηρήσει πιστά τις εντολές του Θεού, τον παραπέμπει στον Μωσαϊκό Νόμο. Ο Νόμος λειτουργούσε ως «παιδαγωγός εις Χριστόν» και η εφαρμογή του οδηγούσε τον άνθρωπο της Παλαιάς Διαθήκης στην αγάπη, την αλήθεια και τη Χάρη του Χριστού.

Τί να είναι, άραγε, οι Θείες εντολές; Πώς ωφελούν την ανθρώπινη ύπαρξη; Οι εντολές του Θεού είναι το κριτήριο για το ποιο είναι το θέλημα του Θεού, το οποίο ασφαλώς είναι η σωτηρία του ανθρώπου. Εκείνος που τηρεί τις εντολές του Θεού, έχει την Χάρη και την αγάπη του Τριαδικού Θεού. Αυτό μας το διαβεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος «ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με»[2]. Οι εντολές του Θεού είναι η οδός προς την αιώνιο ζωή, είναι οι οδοδείκτες που μας προφυλάσσουν από τους γκρεμούς της αμαρτίας. Ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος μας λέγει «ότι όποιος φυλάττει τις εντολές αυτός μάλιστα φυλάττεται από τις εντολές διότι λυτρώνεται από τα πάθη και τις αμαρτίες».

Ο νέος αυτός άρχοντας, λοιπόν, τηρούσε από νεαρής ηλικίας τις Θείες εντολές, νικώντας τα διάφορα νεανικά του πάθη, όπως την σάρκα του, τον εγωισμό του, τις ιδιορρυθμίες του, όμως ένα πάθος δεν κατάφερε να νικήσει. Το πάθος της φιλαργυρίας και του πλούτου. Βρισκόταν μεταξύ των επιγείων και των ουρανίων θησαυρών, μεταξύ των υλικών αγαθών του μάταιου τούτου βίου και των πνευματικών αγαθών του παραδείσου, μεταξύ του Θεού και του μαμωνά. Επιθυμία του ήταν να συμβιβάσει τις ανέσεις και την δόξα του πλούτου με την λαμπρότητα του ουρανού. Δεν μπορούσε να αντιληφθεί, όμως, ότι «οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ»[3].

Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός του υποδεικνύει να τηρήσει ακόμη μία σημαντική και απαραίτητη εντολή λέγοντάς του να πωλήσει όλα όσα είχε και να δώσει τα χρήματά του στους φτωχούς και στη συνέχεια να Τον ακολουθήσει. Του είπε να κάνει κάτι μεγάλο, γιατί η διανομή της περιουσίας στους πτωχούς για τους Ιουδαίους ήταν κάτι το ανήκουστο, αλλά του έδωσε και μεγάλα έπαθλα «ἕξεις θησαυρόν ἐν οὐρανῷ»[4]. Του υποσχέθηκε να τον κάνει πιο πλούσιο, τον προέτρεψε να δώσει τα φθειρόμενα, ώστε να κερδίσει τα μένοντα και αιώνια.

Ο άρχοντας δεν άντεξε στο άκουσμα αυτής της προτροπής και απομακρύνθηκε από το Χριστό, γιατί αδυνατούσε να την υλοποιήσει, «ἀπῆλθε λυπούμενος»[5]. Αντί να σπεύσει να κατακτήσει την ουράνια βασιλεία, να γίνει δηλαδή μαθητής του Θεανθρώπου, αυτός στεναχωρήθηκε γιατί του φαινόταν ακατόρθωτο να αποχωρισθεί τα πλούτη του. Δεν επιθυμούσε να απομακρύνει, να εξοντώσει από την καρδία του, το φοβερό αυτό πάθος της φιλαργυρίας και του πλούτου.

Όταν ο Χριστός είδε το νέο να φεύγει απελπισμένος και απογοητευμένος ανέφερε ότι δύσκολα θα μπουν στη Βασιλεία του Θεού αυτοί που έχουν χρήματα. Είναι πιο εύκολο μία καμήλα να περάσει από τη μικρή τρύπα της βελόνας, παρά να μπει ο πλούσιος στη Βασιλεία του Θεού[6]. Μόλις άκουσαν αυτό, εκείνοι που βρίσκονταν κοντά στον Ιησού, του έθεσαν το ερώτημα ποιος να μπορεί να σωθεί. Τότε, ο Κύριος τους έδωσε την εξής απάντηση: «τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν»[7]. Δηλαδή, η Χάρις του Τρισαγίου Θεού κάνει δυνατά όχι μόνο τα δύσκολα, αλλά και τα αδύνατα.

Μόνο η χάρις του Θεού μπορεί να κάνει τον κάθε άνθρωπο να απαγκιστρωθεί από την προσκόλλησή του στα διάφορά του πάθη και επιθυμίες. Σε όποιο πάθος και αν έχουμε κάποια αδυναμία, θα πρέπει να συνειδητοποιούμε ότι στο δρόμο προς τη Βασιλεία του Θεού χρειαζόμαστε όλοι μας τη Χάρη του Θεού. Κανείς δεν μπορεί από μόνος του να υπερνικήσει κάποιο του πάθος.

Στην περίπτωση του πλουσίου της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής, έχουμε την αρνητική χρήση του πλούτου, από την οποία φαίνεται η απληστία και η εξάρτηση του νέου από τα υλικά αγαθά, ταυτόχρονα όμως και ο κίνδυνος της απώλειας της αιώνιας ζωής.

Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο πλούτος δεν είναι κάτι κακό που ο κάτοχός του οδηγείται στην απώλεια. Αυτό που οδηγεί στην απώλεια είναι η κακή του χρήση. Η καλή του χρήση οδηγείται στον Παράδεισο. Και ο πλούτος είναι μέρος της δημιουργίας του Θεού, η οποία στην Αγία Γραφή χαρακτηρίζεται «λίαν καλή».

Το ερώτημα αυτό που έθεσε ο νέος στον Ιησού, δηλαδή το τι έπρεπε να κάνει για να κληρονομήσει την αιώνια ζωή, το θέτουμε στον εαυτό μας; Ερευνούμε τον εαυτό μας για να δούμε πού υστερούμε ώστε να γίνουμε και εμείς άξιοι της βασιλείας του Θεού; Ή μήπως καθησυχάζουμε τον εαυτό μας αγνοώντας τις μερικές μας ελλείψεις; Αιώνια ζωή χωρίς τον Χριστό δεν υπάρχει. Η αιωνιότητα χωρίς τον Χριστό είναι η Κόλαση.

Το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα μας φανερώνει τον ορθό τρόπο με τον οποίο πρέπει να αγωνιζόμαστε πνευματικά. Πνευματική ζωή σημαίνει πρώτα απ’ όλα ταπείνωση, σημαίνει υπέρβαση του εαυτού μας, του εγώ μας, και ολοκληρωτική αφιέρωση στις προσκλήσεις του Κυρίου μας.

Αγαπητοί μου αδελφοί, ας στρέψουμε την καρδιά μας στα μη βλεπόμενα, ας τοποθετήσουμε στην πρέπουσα θέση τη γη απέναντι στον ουρανό και ας κατανοήσουμε ότι ναι μεν είμαστε και κατοικούμε προσωρινά σε αυτή την γη, όμως ο προορισμός μας είναι ο ουρανός. Στόχος του ανθρώπου είναι να κερδίσει την Βασιλεία του Θεού, την οποία ο Κύριός μας ετοίμασε για το τελειότερό του δημιούργημα, τον άνθρωπο, και μόνο για τον άνθρωπο. Αμήν!

[1] Λουκά 18, 18
[2] Ιωάννη 14,21
[3] Λουκά 16,13
[4] Λουκά 18,22
[5] Ματθαίου 19,22
[6] Λουκά 18,25
[7] Λουκά 18, 27

πηγή

 

 

 

Οι Τρεις Άγιοι του Πόνου και της Ελπίδας

Είναι βαθειά πεποίθηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας ότι κάθε εποχή έχει τους δικούς της Αγίους και ότι δεν υπάρχει εποχή χωρίς Αγίους. Ο Άγιος της κάθε εποχής είναι η ζωντανή απόδειξη και κατάδειξη της Χάριτος του Χριστού, της αγάπης του Πατρός και της κοινωνίας του Αγίου Πνεύματος εν τόπω και χρόνω, ανάμεσά μας. Όταν ένας Άγιος φεύγει από τον κόσμο αυτό για την ουράνια κατοικία του, αφήνει στην γενιά που τον γνώρισε το προνόμιο του Ιωάννου του Ευαγγελιστού. Να μπορεί η γενιά αυτή να αναφωνεί το «όν ακηκόαμεν, όν έωρακαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ον εθεασάμεθα, και αι χείρες ημών εψηλάφησαν» (Α΄Ιω. 1,2).
 
Αποτέλεσμα εικόνας για αγιοι παισιος ιακωβος πορφυριος
 
Αυτή ήταν η δική μας γενιά που γνώρισε τους τρεις Γέροντες Ιάκωβο, Πορφύριο και Παΐσιο, επισήμως κατεταγμένους πια στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι περισσότεροι από εμάς ήμασταν μαθητές δημοτικού, γυμνασίου, λυκείου και φοιτητές όταν τους επισκεφθήκαμε για να πάρουμε την ευχή τους. Λίγα κατανοούσαμε από τους λόγους και την προσωπικότητά τους. Πηγαίναμε σε αυτούς είτε με την οικογενειακή προτροπή είτε εξ αιτίας της φήμης που είχαν αποκτήσει οι Άγιοι μέσα στην Εκκλησία, τον λαό του Θεού. Πηγαίναμε κι εμείς συνήθως επειδή πήγαιναν και όλοι οι άλλοι.
 
 
Ορισμένες, λίγες φορές βρήκαμε την ευκαιρία να εκμυστηρευθούμε σε κάποιον από τους τρεις Αγίους τους εφηβικούς λογισμούς μας και λάβαμε πνευματική ανάπαυση και πολύτιμες συμβουλές, τις οποίες συνήθως δεν κατορθώναμε να ακολουθήσουμε. Φυλάχθηκαν όμως στον νου και την καρδιά μας ως πολύτιμη παρακαταθήκη και «εμφανίστηκαν» μπροστά μας όταν οι δυσκολίες της ζωής το απαίτησαν. Περισσότερο παίρναμε ένα μερίδιο της Χάρης τις λίγες στιγμές που βρεθήκαμε δίπλα τους. Χάρη και χαρά ανεξήγητη. Ο χρόνος σταματούσε. Η βιοτική μέριμνα έμπαινε αβίαστα στο περιθώριο. Οι λογισμοί και οι σκέψεις για το άτομό μας υποχωρούσαν. Τα προβλήματά μας εκείνη την ώρα δεν μας απασχολούσαν. Υπήρχε μία αίσθηση αιωνιότητας. Ότι αυτό που ζούσαμε εκεί θα συνέχιζε για πάντα.
 
Όταν όμως αποχωρούσαμε η αίσθηση αυτή υποχωρούσε και σε μικρό χρονικό διάστημα προσγειωνόμασταν άλλες φορές ομαλότερα κι άλλες όχι τόσο στην σκληρή πραγματικότητα της ρουτίνας μας. Την ρουτίνα όχι μόνο την δική μας αλλά και όλων των υπολοίπων συν-ανθρώπων μας των εγγύς και των μακράν. Είναι όλοι εκείνοι για τους οποίους ακούμε κάθε μέρα και εκείνοι οι πιο κοντινοί. Αυτούς τους τελευταίους τους ακούμε, τους βλέπουμε και τους ψηλαφούμε σε σημείο που να τους συνηθίζουμε, να τους βαριόμαστε, να μας είναι ενοχλητικοί, να τους θεωρούμε εμπόδια ή ακόμη και να τους μισούμε. Και όλα αυτά χωρίς να έχουμε εξ αρχής κάποια κακή πρόθεση, τουναντίον μπαίνουμε όλοι στον αγώνα της ζωής με τις καλύτερες προθέσεις και με την επιθυμία της προόδου και της παραγωγικότητας.
 
 Ο χρόνος ωστόσο και η πραγματικότητα μας διαψεύδουν. Δεν παίρνουμε αυτό που θέλουμε ή αυτό που πιστέψαμε ότι μας αξίζει. Απογοητευόμαστε από τους άλλους. Ιδιαιτέρως από αυτούς που τους έχουμε πολύ ψηλά στην εκτίμησή μας. Δεν μας παρέχουν την αίσθηση και την ανάπαυση που αποζητούμε και που όσο περνούν τα χρόνια την έχουμε περισσότερη ανάγκη. Η ανάμνηση της

προσωπικής επαφής μας με τους Αγίους, τους τρεις Αγίους της γενιάς μας, Πορφύριο, Παΐσιο και Ιάκωβο καθίσταται απόμακρη για την κατάστασή μας. Αυτό πολλές φορές μας στενοχωρεί, ενίοτε και μας σκανδαλίζει. Γιατί αυτοί οι Άγιοι να μην είναι συνεχώς μαζί μας; Γιατί να μην μα στέλνουν, έστω και για λίγο, ένα μικρό κύμα Χάριτος από αυτό που παίρναμε όταν στην νεότητά μας τους προσεγγίζαμε; Γιατί μας εγκαταλείπουν να τα βγάλουμε μόνοι πέρα σε μια πραγματικότητα που γίνεται ολοένα πιο σκληρή, στερημένοι από κάθε αίσθηση της δικής τους μακαριότητας;

 
Αναφέραμε στην αρχή ότι κάθε εποχή και γενιά έχει τους δικούς της Αγίους. Είναι οι δικοί της Άγιοι όχι μόνο γιατί έζησαν στον συγκεκριμένο χρόνο και χώρο, αλλά γιατί σε αυτούς φανερώθηκε η πρόνοια του Θεού για την συγκεκριμένη γενιά. Η δική μας γενιά ήταν η γενιά της ευμάρειας που ακολούθησε τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, την εμφύλια εγχώρια σύγκρουση και τις πολιτικές περιπέτειες της πατρίδας μας. Η προηγούμενη γενιά προσπαθούσε να κλείσει πληγές για να ορθοποδήσει. Η δικιά μας προσπαθούσε να αποκοπεί από το παρελθόν και να απολαύσει με άκρα αισιοδοξία ένα παρόν, χωρίς να αναλογίζεται ιδιαίτερα το μέλλον. Αναπόφευκτα το τότε μέλλον έγινε παρόν. Και την ευμάρεια και την ασυλλόγιστη αισιοδοξία την διαδέχθηκαν η γενικευμένη κρίση και η απαισιοδοξία. Η γενιά μας δεν ήταν μεγαλωμένη να αντέχει και να αντιμετωπίζει τον πόνο και την δυσκολία. Ήταν μια γενιά για τα εύκολα. Γι’ αυτό και τους Αγίους της τους είδε και τους αισθάνθηκε έτσι. Οι Άγιοι της Χάριτος, της Ανάπαυσης, της Χαράς. Εύκολα μας τα μετέδωσαν αυτά όταν ήμασταν δίπλα τους. Ποτέ όμως δεν αναρωτηθήκαμε πώς τα απέκτησαν. Διαβάζαμε στα Γεροντικά και στα ασκητικά βιβλία το «Δως αίμα, λάβε Πνεύμα», αλλά ποτέ δεν το ζήσαμε στο «πετσί» μας.
Τελικά όμως ον τρεις μεγάλο Άγιοί μας δεν μας εγκατέλειψαν. Επέστρεψαν μετά από λίγα χρόνια με την πράξη αγιοκατάταξης της Εκκλησίας μας. Κατανόησε η Εκκλησία, το Σώμα του Χριστού στο οποίο είμαστε όλοι μέλη, ότι τα μέλη της, αυτά της παρούσας γενιάς, νοσούν βαρέως. Πάσχουν από την νόσο της πρόσκαιρης και δοτής ευμάρειας και της ευκολίας και είναι ανίσχυρα να αντιμετωπίσουν τον πειρασμό της κρίσης. Επαναφέρει  η Αγία Εκκλησία τους Αγίους μας στο προσκήνιο τιμώντας τον βίο τους, αλλά προ πάντων την τελευτή τους.
 
Μελετώντας τους Αγίους κάθε εποχής βλέπουμε ότι συγκεντρώνουν κάποια κοινά, ομοειδή τρόπον τινά, χαρακτηριστικά. Οι Άγιοι των Αποστολικών χρόνων, οι Μάρτυρες της Πρώτης Εκκλησίας, οι Ασκητές της Ερήμου, οι Μεγάλοι Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων, οι Θεολόγοι της Εμπειρίας του Ακτίστου Φωτός, οι Αγιορείτες Άγιοι, οι Νεομάρτυρες και πολλές άλλες ομάδες Αγίων κάθε εποχής που δεν είναι δυνατόν να τους αναφέρουμε εδώ όλους. Στους τρεις Αγίους της δικιάς μας γενιάς βλέπουμε δύο κοινά χαρακτηριστικά, όχι τα μόνα, αλλά αυτά που απαντούν στα αδιέξοδα της εποχής μας: τον Πόνο και την Ελπίδα. Και οι τρεις κοινώνησαν τον Πόνο των εκατομμυρίων ανθρώπων της γενιάς μας: τον πόνο της ασθένειας, της εγκατάλειψης, της ανέχειας. Ειδικά εκείνον της αρρώστιας, του πλέον ορατού σημείου της φθοράς και της θνητότητας. Αυτό που ο σύγχρονος άνθρωπος με όλα τα μέσα προσπαθεί να αποφύγει και να εξορκίσει. Κανείς από τους τρεις Αγίους δεν τον απέφυγε. Και οι τρεις είχαν από μία ικανή «συλλογή» ασθενειών την οποίαν υπέμειναν οι ίδιοι, τους άλλους όμως τους εθεράπευσαν. Και ενώ οι ίδιοι πέθαναν μέσα σε πόνους φρικτούς, σύμφωνα με τις μαρτυρίες αυτών που ήταν δίπλα τους, άφησαν στην γενιά την δικιά μας, της πάλαι ποτέ ευμάρειας και της τωρινής κρίσης την Ελπίδα μέσα από την ζωντανή παρουσία τους στην Εκκλησία, ότι κάποια στιγμή θα νιώσουμε δίπλα τους πάλι εκείνη την ανεξήγητη Χάρη και Χαρά.
Ας έχουμε την ευχή τους!
 
Νικόλαος Κόϊος / pemptousia

Σταυρός καθημερινός…

Ο λόγος του Χριστού μέσα στα ιερά Ευαγγέλια είναι πάντοτε λόγος ξεκάθαρος, απόλυτος, αληθινός. Κάποτε ακούγεται σαν λόγος δύσκολος και βαρύς, σκληρός και απωθητικός, λόγος που δεν τον αντέχει ο άνθρωπος. «Τις δύναται αυτού ακούειν;», εγείρεται τότε η ένσταση (Ιωάν. στ´ 60).

Το πρώτο και εισαγωγικό μάθημα της χριστιανικής ζωής, που κατά παράδοξο τρόπο φαίνεται και το δυσκολότερο, είναι ένας τέτοιος λόγος. «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι» (Μαρκ. η´ 34). Ο Χριστός, καθώς στεκόμαστε στην αρχή του δρόμου Του, μας υποδέχεται με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο από κάθε άλλο διδάσκαλο. Ξεκαθαρίζει το έδαφος με μία βαρυσήμαντη δήλωση, με μία απαίτηση ολοκληρωτική. Δέχεται ακολούθους Του μόνον όσους αποφασίζουν να αρνηθούν τον εαυτό τους, μόνον όσους είναι πρόθυμοι να σηκώσουν σταυρό και να Τον ακολουθήσουν.

Και άρνηση του εαυτού μας σημαίνει να αρνηθούμε χάριν του Χριστού τις σκέψεις του φυσικού ανθρώπου, τα αμαρτωλά μας θελήματα, τα ιδιοτελή και εγωιστικά ελατήρια, τις άνομες επιθυμίες της καρδιάς μας. Να αρνηθούμε κάποτε και αυτά τα φυσικά δικαιώματά μας, τις νόμιμες απαιτήσεις, να παύσουμε να ζούμε για τον εαυτό μας. Να διαγράψουμε μόνοι μας, αυτοπροαίρετα τον εαυτό μας.

Και όπως οι κατάδικοι έφθαναν στον τόπο της θανατικής τους εκτελέσεως, φέροντας επ’ ὠμου τον σταυρό τους, έτσι πρέπει να βαδίζουμε αποφασιστικά μέχρι τον θάνατο και οι πιστοί, χάριν του Χριστού και της πίστεώς μας, αίροντες τον σταυρό μας. Δηλαδή υπομένοντας καρτερικά το βάρος κάθε θλίψεως και δοκιμασίας, κάθε διωγμού και ταλαιπωρίας ή περιφρονήσεως και εξευτελισμού, κάθε πνευματικού αγώνα εναντίον των πολλών και ποικίλων παθών που εμφωλεύουν στην ψυχή, εναντίον των δαιμόνων που επιβουλεύονται την ακεραιότητά της, εναντίον του κόσμου της αμαρτίας που πάντοτε καραδοκεί να την πλήξει.

* * *

Η ζωή του πιστού μέσα στις σελίδες της Αγίας Γραφής δεν παρουσιάζεται ως ζωή ανέσεως, αλλά ως αγώνας, ως άθληση, ως κακοπάθεια και στρατεία, ως πάλη και πόλεμος, ως «οδός τεθλιμμένη» και ανηφορική. Δηλαδή: σταυρός! Και όπως σημειώνει ο ιερός ευαγγελιστής Λουκάς, ο Κύριος ζητεί να αίρουμε τον σταυρό μας «καθ’ ημέραν» (θ´ 23). Πρόκειται δηλαδή για έναν αγώνα χωρίς ανάπαυλα. Για μια διαρκή εμπόλεμη κατάσταση. «Διηνεκώς γαρ, φησί, περίφερε τον θάνατον τούτον, καθ’ ημέραν έτοιμος έσο προς σφαγήν», ερμηνεύει ο ιερός Χρυσόστομος[1]. Κάθε μέρα πρέπει να είσαι έτοιμος να πεθάνεις.

Και ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος παρατηρεί: Δεν πρέπει να χαίρεσαι όταν είσαι σε άνεση, και στις θλίψεις να σκυθρωπάζεις και να τις θεωρείς ότι είναι ξένες της οδού του Θεού. «Εξ αιώνος γαρ και από γενεών εν σταυρώ και θανάτω πατείται η τρίβος αυτού». Έτσι το όρισε απ’ την αρχή ο Θεός: Όποιος θέλει να βαδίσει το δρόμο Του, θα πρέπει να έχει απόφαση σταυρού και θανάτου. Όπως οι λόγοι του Κυρίου, έτσι και η διδασκαλία των αγίων της Εκκλησίας μας είναι σαφής: «Η οδός του Θεού σταυρός καθημερινός εστιν. Ουδείς γαρ εν τω ουρανώ ανήλθε μετά ανέσεως»[2]. Κάθε μέρα θα σηκώνεις σταυρό. Κανείς δεν ανέβηκε με άνεση στον ουρανό.

Οι άγιοι Πατέρες δεν ξεχωρίζουν το μαρτύριο από τον καθημερινό αγώνα του πιστού, από τον εσταυρωμένο του βίο. Βλέπουν και στο συνήθη αγώνα μας εναντίον των εισηγήσεων του πονηρού, των προκλήσεων του κόσμου και των αμαρτωλών μας κλίσεων, ένα διαρκές πνευματικό άθλημα ισάξιο του σωματικού μαρτυρίου για την πίστη. Κάθε πιστός που είναι «νεκρός τη αμαρτία» (Ρωμ. Ϛ´ 11) προσφέρει τον εαυτό του θυσία στον Θεό. Είναι ένας σταυρωμένος μάρτυς. Βρίσκεται προσηλωμένος στο σταυρό της εκούσιας παραδόσεως των πάντων στη θεία βουλή.

* * *

Αλλά αν όλα αυτά φαίνονται βαριά και δύσκολα, δεν είναι στην πραγματικότητα μόνον τέτοια. Η απόλυτη απαίτηση του Χριστού, ο λόγος Του που ακούγεται τόσο απωθητικός, εξασκεί συγχρόνως μία παράδοξη και μυστική έλξη στην ψυχή εκείνου που έχει «ώτα ακούειν», που διαθέτει εξησκημένα πνευματικά αισθητήρια και συλλαμβάνει το βαθύτερο νόημα της προσκλήσεως του Χριστού.

Διότι ο Χριστός δεν καλεί μόνο σε αυταπάρνηση, σε άρση σταυρού. Καλεί συγχρόνως να Τον ακολουθήσουμε. Δηλαδή να συμπορευθούμε. Και είναι μεγαλείο να συμπορεύεσαι με τον Χριστό, όπου και αν πηγαίνει. «Δεύτε ουν και ημείς, κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν», ψάλλει κατανυκτικά και προτρεπτικά ο ιερός υμνογράφος της Εκκλησίας, καθώς ανοίγει η Μεγάλη Εβδομάδα και ο Κύριος αρχίζει να ανεβαίνει τον δρόμο του Γολγοθά. Μας καλεί να «νεκρωθώμεν δι’ αυτόν ταις του βίου ηδοναίς»[3]. Να πεθάνουμε ως προς την αμαρτία. Και να καταλάβουμε με τη διάνοια κεκαθαρμένη, με ξάστερο και υψωμένο το νου, το μεγάλο μυστικό: ότι η νέκρωση αυτή είναι ζωοποιός. Και ο σταυρός που επιθέτει στους ώμους μας ο Θεός οδηγεί στην ανάσταση. Συμπορευόμεθα, συσταυρούμεθα, συνθαπτόμεθα και συνανιστάμεθα τελικώς μετά του Κυρίου. Και αυτή η ανάστασή μας στην καινή ζωή και η συμμετοχή μας στη χαρά της Βασιλείας Του ελαφρύνει το βάρος μας, κάνει αγαπητό τον σταυρό μας, και τον λόγο Του, που ζητεί αυταπάρνηση, ιδιαίτερα ελκυστικό.

* * *

Στον κόσμο της πτώσεως και της φθοράς που ζούμε, ο σταυρός είναι ο μόνος δρόμος που μπορεί να οδηγήσει στην ανάσταση την πεσούσα φύση μας. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να ξαναβρεί η εξαχρειωθείσα από την αμαρτία και το κακό ύπαρξή μας το πρωτόκτιστο κάλλος της και να ανακτήσει τη χαμένη της δόξα.

Γι’ αυτό και «είπεν ο αββάς Ησαΐας· ότι ει θέλεις εξακολουθήσαι τω Κυρίω ημών Ιησού Χριστώ, και τον παλαιόν σου άνθρωπον συγκρεμάσαι Αυτώ, τους καταφέροντάς σε από του σταυρού εκκόψαι οφείλεις»[4]. Εφόσον θέλουμε να ακολουθήσουμε τον Κύριο στην οδό Του και να σταυρώσουμε τον παλαιό άνθρωπο, τον άνθρωπο της αμαρτίας, οφείλουμε να απορρίψουμε με αποτομία όποιον επιχειρήσει να μας κατεβάσει από τον σταυρό μας. Διότι αυτός είναι εχθρός της σωτηρίας μας.

Και αντίθετα, οφείλουμε να δεχόμαστε με ευγνωμοσύνη κάθε προτροπή που ζητεί να μείνουμε στο καθήκον μας, όσο και αν είναι δύσκολο αυτό, που μας προτρέπει να συνεχίσουμε τον αγώνα μας, όσο και αν γίνεται συχνά αφόρητα σκληρός, που μας καλεί ν’ ανεβούμε στο δικό του σταυρό ο καθένας μας. Και μάλιστα πρόθυμοι να δεχθούμε τα πάντα υπέρ του Υιού και Λόγου του Θεού. Και με τα παθήματά μας να μιμηθούμε το δικό Του άχραντο Πάθος. Με το αίμα μας να τιμήσουμε το δικό Του άγιο Αίμα. Τα καρφιά αυτής της σταυρώσεως είναι γλυκά, έστω και αν προκαλούν πόνους δριμείς. Διότι το να πάσχουμε με τον Χριστό και υπέρ του Χριστού είναι πολύ προτιμότερο από το να απολαμβάνουμε με άλλους, όπως ο θεοφώτιστος λόγος του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου μας λέγει: «Πάντα υπέρ του Λόγου δεχώμεθα, πάθεσι το πάθος μιμώμεθα, αίματι το αίμα σεμνύνωμεν, επί τον σταυρόν ανίωμεν πρόθυμοι. Γλυκείς οι ήλοι, και ει λίαν οδυνηροί. Το γαρ μετά Χριστού πάσχειν, και υπέρ Χριστού, του μετ’ άλλων τρυφάν αιρετώτερον»[5].

* * *

Η πορεία του πιστού στην οδό του Κυρίου «σταυρός καθημερινός εστι». Σ’ αυτό το σταυρό όμως κρύβεται η πηγή της αληθινής, της διαρκούς, της καθημερινής χαράς μας, της χαράς όλου του κόσμου: «Ιδού γαρ ήλθε δια του σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω»[6].

 

από το βιβλίο του αρχ. Αστερίου Χατζηνικολάου
Η οδός του Κυρίου, εκδ. «Ο Σωτήρ», Αθήνα 2016 (6η έκδοση)


[1] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλ. ΝΕ´ εις το κατά Ματθαίον, ΡG 58, 542.

[2] Ισαάκ του Σύρου, Τα ευρεθέντα Ασκητικά, εκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1977, Λόγος Δ´, σελ. 17.

[3] Όρθρος Μ. Δευτέρας, Στιχηρό Ιδιόμελο των Αίνων.

[4] Ευεργετινός, εκδ. Ματθαίου Λαγγή, Αθήναι 1980, τομ. Α´, σελ. 336.

[5] Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΜΕ´, Εις το άγιον Πάσχα, ΡG 36, 656.

[6] Όρθρος Κυριακής του Πάσχα.

 

πηγή

Τα Εισόδια της Θεοτόκου – προετοιμασία για μεγάλα πράγματα (πώς να μιλήσουμε στα παιδιά για τον πνευματικό αγώνα)

 
Στόχος: Τα παιδιά :

• να συνειδητοποιήσουν ότι για να πετύχουν στον πνευματικό αγώνα χρειάζεται καθημερινός αγώνας (προσευχή, νηστεία, μυστηριακή ζωή κλπ).

• να δουν την Παναγία σαν πρότυπο και βοήθεια στον πνευματικό τους αγώνα.

Ανάπτυξη:

• Πείτε μου ένα γεγονός, μια είδηση, μια ανακάλυψη που πιστεύετε ότι είναι πολύ σημαντική ή που σας έκανε να πείτε Φοβερό!’.

– Πάτησε ο άνθρωπος στο φεγγάρι/ Το πείραμα Cern/ Κέρδισε το κύπελλο ο Ολυμπιακός…

• Όλα αυτά που είπατε είναι όντως εκπληκτικά. Κανένα από αυτά όμως δεν έγινε έτσι τυχαία, έτσι ξαφνικά. Όλα είχανε από πίσω τους πολλά χρόνια προετοιμασίας, σκληρής δουλειάς και αφοσίωσης. Χιλιάδες ώρες μέσα σε εργαστήρια, ατέλειωτα χιλιόμετρα τρεξίματος και προπόνησης βρέξει – χιονίσει. Κάθε μεγάλο πράγμα, λοιπόν, χρειάζεται προετοιμασία, κόπο επιμονή και υπομονή.

Μια τέτοια προετοιμασία ξεκίνησε πριν από πολλά χρόνια στο Ναό της Ιερουσαλήμ. Αυτή όμως δεν ήταν σαν τις άλλες προσπάθειες. Δεν οδήγησε σε ρεκόρ, ούτε σε επίδειξη δύναμης ή γνώσης. Ήταν μια προετοιμασία που οδήγησε στο να αλλάξει όλος ο κόσμος για πάντα. Τίποτε δεν έμεινε ανεπηρέαστο. Ήταν σαν να έγινε μια τεράστια πυρηνική έκρηξη στην καρδιά του σύμπαντος: Μια νεαρή κοπέλα θα γεννούσε το Θεό !

• Την προετοιμασία της Παναγίας γιορτάζουμε σήμερα στην Εκκλησία μας με τα Εισόδια της Θεοτόκου. Η Παναγία, παιδί ακόμα, μπαίνει με τους γονείς της στο Ναό των Ιεροσολύμων, όπως ήτανε έθιμο την εποχή εκείνη. Αυτή όμως η είσοδος είναι μια συμβολική κίνηση: Η Παναγία γίνεται η ίδια ο Ναός όπου θα κατοικήσει σαν έμβρυο ο ίδιος ο Θεός. Γι’ αυτό υπάρχει η παράδοση ότι έμεινε η Παρθένος στα Άγια των Αγίων (στο ιερότερο μέρος του Ναού). Δεν υπήρχε στον κόσμο ιερότερο μέρος από τα Άγια των Αγίων. Δεν υπάρχει στον κόσμο ιερότερο και αγιότερο πρόσωπο από την Παναγία.

• Για τα μεγάλα πράγματα χρειάζεται προετοιμασία. Για να κερδίσεις τον Παράδεισο χρειάζεται προετοιμασία. Για να προοδεύσεις πνευματικά χρειάζεται προετοιμασία.

• Αυτές τις μέρες έχει ήδη αρχίσει ένας πνευματικός αγώνας. Η νηστεία των Χριστουγέννων. Έβλεπα κάτι διαφημίσεις που λέγανε: «Ετοιμάσου για τα Χριστούγεννα! Αγόρασε από τώρα τα δώρα των αγαπημένων σου και κέρδισε λεφτά!» ή κάποιες άλλες: « Η καλύτερη δίαιτα για να λάμπετε μέχρι τα Χριστούγεννα!», «Ανακαλύψτε τη μαγεία των Χριστουγέννων στη Ντίσνεΰλαντ! Κλείστε τώρα εισιτήρια.»

Σου λέει όμως η εκκλησία: Θες να ζήσεις τα Χριστούγεννα; Νήστεψε! Προσευχήσου! Εξομολογήσου! Θα μου πείτε «Πάααλι; Μετά από λίγο θα μου ξαναλέει: Νήστεψε για το Πάσχα, προσευχήσου για την Πεντηκοστή κλπ. Κάθε χρόνο τα ίδια και τα ίδια! Τι έχετε να πείτε πάνω σ’ αυτό;

Ο πνευματικός αγώνας είναι σαν το Μαραθώνιο. Τρέχεις σιγά, αλλά σταθερά, συνέχεια. Δεν είναι σπριντ που τα δίνεις όλα για μερικά δευτερόλεπτα και τερμάτισες. Γι’ αυτό πρέπει να ασκούμαστε σιγά – σιγά αλλά σταθερά. Με ασκήσεις καθημερινές, συνεχείς. Κάθε χρόνο. Ξεκινάς με τη νηστεία. Βάζεις και τον εκκλησιασμό… Και την προσευχή το βράδυ… Και το να διαβάσεις ένα βίο Αγίου… Κάθε μέρα. Κάθε χρόνο. Έτσι προετοιμάζεσαι για τα μεγάλα πράγματα. Έτσι μοιάζεις στην Παναγία.

 
Η Παναγία δεν γεννήθηκε τέλεια. Αντίθετα με τους Καθολικούς που πιστεύουν ότι η Παναγία γεννήθηκε χωρίς προπατορικό αμάρτημα, η εκκλησία μας διδάσκει ότι η Παναγία γεννήθηκε όπως όλοι οι άνθρωποι. Σαν κι εμένα και σαν κι εσένα. Ο πνευματικός της αγώνας όμως και η πνευματική ωριμότητα την έκαναν να εξυψωθεί πάνω από όλους τους ανθρώπους και να γίνει μοναδικά Αγία, πάνω και περισσότερο από όλους Αγία (Παν -Αγία). Η δε τελείωση της και ο εξαγνισμός της κορυφώθηκε με τον Ευαγγελισμό, όταν δηλαδή ήρθε το Άγιο Πνεύμα μέσα της.

Και ακριβώς επειδή ήταν άνθρωπος και ξέρει τα προβλήματα και τις δυσκολίες μας είναι το μεγαλύτερο «μέσο» που έχουμε στον ουρανό. Ακούει τις προσευχές όλων μας και πρεσβεύει, μεσιτεύει για μας. Μακάρι, λοιπόν, η Παναγία να προστατεύει και να δυναμώνει όλους μας στον πνευματικό μας Μαραθώνιο.

Μάθημα κατηχητικού σχολείου από την Ιερά Μητρόπολη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής από εδώ, όπου και αφιερώματα για την Παναγία.

 
Δείτε την ανάλυση για μικρά παιδιά, με αποσπάσματα από το Θεοτοκάριο των εκδόσεων Χρυσοπηγή, εδώ.
 

Ὅποιος παλεύει μέ τά πάθη του ἐκπληρώνει τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου

Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος

Ὁ δρόμος τοῦ χριστιανοῦ εἶναι γεμᾶτος ἐμπόδια, πού γίνονται ὁλοένα καί πιό πολλά. Ἀγωνισθεῖτε λοιπόν μέ ἀνδρεία καί ἡρωϊσμό, ἀκολουθώντας τόν Ἀπόστολο Παῦλο. Ὅποιος παλεύει μέ τά πάθη του ἐκπληρώνει τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου. Ἀνάλογα μέ τόν ἀγῶνα του ἐξαγνίζεται. Καί ἀνάλογα μέ τόν ἐξαγνισμό του πλησιάζει τόν Κύριο, πού ὑποσχέθηκε ὅτι: «ἐλευσόμεθα καί μονήν ποιήσομεν» (Ἰωάν.14, 23) στήν καθαρή καρδιά».
 
 «Ὅταν ψυχραίνεται ὁ ζῆλος γιά τήν πνευματική ζωή πρέπει μέ κάθε τρόπο νά τόν θερμαίνουμε καταφεύγοντας μέ φόβο καί τρόμο στόν Θεό. Ἡ ραθυμία, ἡ ἀκηδία, ἡ ἀθυμία, ἡ κατάθλιψη τοῦ πνεύματος καί τοῦ σώματος θά μᾶς ἔρχονται καί καμιά φορά θά μᾶς ταλαιπωροῦν ἀρκετό καιρό. Δέν πρέπει νά δειλιάζουμε. Θά παραμένουμε σταθεροί καί ἀνδρεῖοι στίς ἀρχές μας, ἐκτελώντας μέ ὑπομονή τά καθήκοντά μας .

 Ας μην πιστεύουμε ότι θα έχουμε πάντοτε εσωτερική θέρμη ή ότι θ’ απολαμβάνουμε διαρκώς εσωτερική γλυκύτητα. Αυτό μην το ελπίζετε. 
 Αντίθετα, να περιμένετε συχνά ξαφνικές μεταπτώσεις. Γι’ αυτό όταν σας πολεμά η ακηδία και η κατάθλιψη, να τις αντιμετωπίζετε σαν κάτι συνηθισμένο στην πνευματική ζωή. Δεν επιτρέπεται να γογγύζουμε. Ας κάνουμε υπομονή την περίοδο αυτή και θα έρθουν φωτεινές ημέρες. Έχετε θάρρος και αγωνισθείτε στην προσευχή. Είναι πηγή παρηγοριάς, Είναι φωτισμός στους λογισμούς και δύναμη στον αγώνα.

 Οι θλίψεις στην παρούσα ζωή είναι περισσότερες από τις χαρές. 
 Άλλοτε τις στέλνει ο Θεός για να ξυπνήσουμε από τον πνευματικό ύπνο, να σταματήσουμε τις αμαρτίες, να καθαρισθούμε με την μετάνοια.
 Και άλλοτε τις στέλνει για να υποταχθούμε περισσότερο σ’ Αυτόν που όλα τα ρυθμίζει. 
Να δείξουμε ανδρεία και υπομονή δοξάζοντάς Τον. Σε κάποια απ’ αυτές τις αιτίες οφείλονται και οι δικές σας θλίψεις. Εξετάζεται λοιπόν τον εαυτό σας, ειρηνεύεται και εμπιστεύεσθε στο θέλημα του Θεού, το σοφό και άγιο. 
«Σας κυνηγά η μια συμφορά μετά την άλλη; Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Ο Θεός σας θυμήθηκε! Δεν είναι συνηθισμένο να σκέφτεται κανείς έτσι, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Και σας θυμήθηκε ο Θεός όχι με οργή, αλλά με έλεος. 
Βέβαια εσείς νιώθετε μόνο τη στέρηση και τον χαμό. Δεν βλέπεται όμως το έλεος που βρίσκεται πίσω από αυτά και μέσα σ’ αυτά.» 
«Σας συκοφάντησαν άδικα; Υπομείνετε καρτερικά. Θα θεωρηθεί αυτό επιτίμιο για εκείνα που πραγματικά φταίτε. Από την άποψη αυτή η συκοφαντία είναι μία πρόνοια του Θεού για εσάς. Πρέπει λοιπόν να έχετε ειρήνη με τους συκοφάντες σας, όσο και αν αυτό σας φαίνεται δύσκολο.» 

«Η υγεία σας κλονίσθηκε. Κλονισμένη υγεία μπορεί να σημαίνει και κλονισμένη σωτηρία, όταν από τα χείλη του ασθενούς ακούγονται γογγυσμοί και κραυγές απελπισίας. Είθε ο Κύριος να σας βοηθήσει να απαλλαγείτε από τη συμφορά αυτή. 
 Η υγεία και η αρρώστια είναι και τα δύο μέσα σωτηρίας, όταν τα εκμεταλλευόμαστε με το πνεύμα της πίστεως στον Θεό που μας αγαπά και προνοεί για εμάς. Τα ίδια όμως είναι και μέσα καταστροφής, όταν τα αντιμετωπίζουμε με λανθασμένη νοοτροπία.» Συμφιλιωθείτε λοιπόν με τη δοκιμασία σας. Υπομείνετέ την με υποταγή στον Κύριο, πιστεύοντας ότι έτσι θα ευεργετηθείτε και εσείς και οι οικείοι σας. Θυμηθείτε και την καρτερία των αγίων μαρτύρων, οι οποίοι μετά τα βασανιστήρια παρέμεναν στη φυλακή πέντε, δέκα ή και είκοσι ακόμη χρόνια έχοντας ανακούφιση και απόλαυση την ζωντανή ελπίδα του Παραδείσου. 

 Αποσπάσματα από το βιβλίο «Απάνθισμα Επιστολών-Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου», Ιερά Μονή Παρακλήτου, 2008

πηγή

Αν κουβαλούσαμε μόνο της ημέρας το φορτίο δυσκολιών, πόσο πιο ξένοιαστη θα ήταν η ζωή μας!

Αν μου πει ένας – κάποιος, πως δεν έχει μείνει ούτε ένα βράδυ ξάγρυπνος κατακλυζόμενος από αγχωτικές και αγωνιώδεις σκέψεις, θα δυσκολευτώ να τον πιστέψω.

Τα τελευταία χρόνια ζούμε, θαρρείς, ένα θρίλερ, μια υπεραγωνιώδη ταινία που επιφυλάσσει για όλους μας δυσάρεστες εκπλήξεις.
Ωστόσο δεν μπορεί η ζωή μας να είναι γεμάτη στρες και αγωνίες κι οι νύχτες μας άγρυπνες, γεμάτες λογισμούς και φόβους. Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να ξαλαφρώσουμε την ψυχή μας.

Διάβασα κάπου και σας μεταφέρω μια διδακτική ιστοριούλα.
Εν παραβολαίς…
«Ένας Χριστιανός βασανιζόταν συχνά από την έγνοια μελλοντικών δύσκολων υποθέσεων.
Ανησυχούσε πολύ για το τι θα γίνει αύριο, τι θα γίνει μεθαύριο, τι τον περιμένει την επομένη εβδομάδα και τα λοιπά. Όλη αυτή η φροντίδα έπνιγε την ψυχή του. Ήταν πολύ δυστυχισμένος.
Ωστόσο με την αναιμική του πίστη παρακάλεσε τον Θεό να του δώσει μια πληροφορία παρηγοριάς.
Κι ο Θεός, ο σπλαχνικός Πατέρας όλων μας, του απάντησε μ’ ένα πολύ παραστατικό όνειρο.

«Περπατούσε αυτός ο άνθρωπος σ’ ένα μακρινό δρόμο φορτωμένος με ένα σακί στην πλάτη.
Το φορτίο του ήταν βαρύ, ασήκωτο. Το έσερνε με πολύ κόπο και κάπου στάθηκε να ξαποστάσει.
-Μα τι κουβαλάω κι είναι τόσο βαρύ; αναρωτήθηκε. Ανόητος που είμαι! Ας το ανοίξω να δω τι βάρος έχω φορτωθεί!
Ανοίγει και τι βλέπει! Μικρά-μικρά δέματα.
Το ένα έγραφε απ’ έξω: «Άσ’ το αυτό για αύριο».
Ένα άλλο έγραφε: «Άς το αυτό για μεθαύριο».
Το τρίτο έγραφε: «Αυτό είναι για του χρόνου».
Κι άλλα δεματάκια έγραφαν μελλοντικές ημερομηνίες.
Τέλος έπιασε στα χέρια του ένα πολύ ελαφρό που έγραφε: «Αυτό είναι για σήμερα. Σήμερα κουβάλα μόνο αυτό!»
Με πολλή χαρά πήρε στα χέρια του το ελαφρό δεματάκι του και συνέχισε χαρούμενος, πανάλαφρος, λυτρωμένος, το δρόμο του!»

Αν κουβαλούσαμε μόνο της ημέρας το φορτίο δυσκολιών, πόσο πιο ξένοιαστη θα ήταν η ζωή μας!
Στο κάτω-κάτω ξέρουμε πόσες ημέρες ζωής μας ανήκουν, ώστε να φορτωθούμε τα βάρη που τις αντιστοιχούν!
«Μη ούν μεριμνήσητε εις την αύριον, η γαρ αύριον μεριμνήσει τα εαυτής. Αρκετόν τη ημέρα η κακία αυτής».
Αυτά τα σοφά λόγια του Κυρίου ας ηχούν στ’ αυτιά μας την ώρα που πετάμε μακριά τα «δεματάκια» που δεν αφορούν τη σημερινή μας ημέρα.
Αυτή μας χαρίστηκε απ’ τον Θεό για να Τον γνωρίσουμε και να Τον αγαπήσουμε ξεκολλώντας από τις ατέλειωτες φροντίδες του αιώνος τούτου του απατεώνος!

πηγή

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Η Ευρώπη διώχνει τον Χριστό με κάθε τρόπο..!

Ο Χριστός με τη διδασκαλία του συνέβαλε στην πρόοδο της Ευρώπης; Η Ευρώπη ευχαρίστησε τον Χριστό;
Αδελφοί μου, αυτά τα ερωτήματα μπορούν να αποτελέσουν θέμα μελέτης και διδαχής. Τι πρόσφερε ο Χριστός στην Ευρώπη;
Οι Ευρωπαίοι ανέμεναν πολλά από τον Χριστό και Αυτός τους έδωσε περισσότερα από όσα εκείνοι περίμεναν. Τους πρόσφερε τα πάντα.

Ο Χριστός απάλλαξε την Ευρώπη από τον σκοταδισμό της αθεΐας και τη μωρία της ειδωλολατρίας. Αυτή η φράση είναι σημαντική για όποιον μπορεί να καταλάβει τι είναι ειδωλολατρία και τι είναι αθεΐα. Για όποιον δεν μπορεί να την κατανοήσει, θα την εξηγήσω περισσότερο.

Ο καιρός της αθεΐας και της ειδωλολατρίας στην Ευρώπη ήταν μία περίοδος σκοταδισμού. Μια κατάσταση παρόμοια μ’ αυτήν που υπάρχει στις μαύρες φυλές που ζουν στην Αφρική.

Αθεΐα και ειδωλολατρία σήμαινε: θεολογία δίχως τον αληθινό Θεό, γάμοι χωρίς ηθική και κοινωνία δίχως ευσπλαχνία για τον συνάνθρωπο.

Με μια λέξη αθεΐα και ειδωλολατρία σήμαινε ζωή χωρίς ουσία και θάνατο χωρίς ελπίδα.

Παράλληλα υπήρχε συνεχής φόβος για θεούς τρομακτικούς, των οποίων τον θυμό προσπαθούσαν να κατευνάζουν με αιματηρές θυσίες, είτε ζώων είτε ανθρώπων. Σκοτάδι και μωρία επικρατούσε στις φτωχές χωριάτικες καλύβες, αλλά και στον περίβολο των παλατιών. Ο σατανάς κυριαρχούσε στην Ευρώπη μέχρι ο Χριστός να εμφανιστεί. Όλοι οι ευρωπαίοι ήταν άρρωστοι στην ψυχή και στο σώμα, όπως οι λεπροί. Όταν λοιπόν ο Χριστός εμφανίστηκε σ’ αυτό το ευρωπαϊκό νοσοκομείο και τρελοκομείο, μίλησε στην Ευρώπη με τον ίδιο τρόπο που μίλησε σ’ εκείνη τη γυναίκα την άρρωστη για δεκαοχτώ χρόνια από δαιμονικό πνεύμα. Ήταν κυρτωμένη και δεν μπορούσε να ισιώσει το σώμα της. Όταν την είδε ο Ιησούς, της φώναξε και της είπε: «Ευρώπη, απαλλάσσεσαι από την αρρώστια σου». Έτσι μεμιάς η Ευρώπη, όπως η γυναίκα, ορθώθηκε, συνήλθε, διαφωτίστηκε, εξαγνίστηκε, εκπολιτίστηκε. Η Ευρώπη σαν τον φυλακισμένο, που ξαφνικά ανοίγει ένα παράθυρο στο κελί του, φωτίστηκε. Ο Χριστός έδωσε την εξουσία στους βαπτισμένους λαούς της να βαπτίζουν και άλλους σ’ όλη τη γη. Τους έδωσε την εξουσία, αφού ήταν αγιασμένοι από Αυτόν, να αγιάζουν άλλους, και αφού φωτίστηκαν, να φωτίζουν τους υπόλοιπους αδελφούς τους. Να λοιπόν, αυτό το θαύμα των θαυμάτων έκανε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός στην Ευρώπη.

Στο δεύτερο ερώτημα, με ποιο τρόπο η Ευρώπη ευχαρίστησε τον Χριστό, η απάντηση είναι πως δεν τον ευχαρίστησε με φως, αλλά με σκοτάδι. Τον ευχαρίστησε με θλίψη αντί χαρά. Τον ευχαρίστησε όπως οι Γαδαρηνοί, τους οποίους ο Χριστός ελευθέρωσε από τη δαιμονική λεγεώνα και εκείνοι Τον παρακάλεσαν να φύγει από κοντά τους. Και Εκείνος έφυγε χωρίς να πει μια λέξη. Κατάρα έμεινε σ’ αυτή την περιοχή. Η περιοχή των Γαδαρηνών, που κάποτε ήταν εύφορη και πλούσια, σήμερα είναι μία γκρίζα καταραμένη έρημος. Οι Γαδαρηνοί παρακάλεσαν τον Χριστό να φύγει από κοντά τους, ενώ οι Ευρωπαίοι δεν τον παρακαλούν να φύγει, αλλά τον διώχνουν με κάθε τρόπο.

Τον διώχνουν από τα σχολεία, τις εφημερίδες, τα περιοδικά, από την πολιτική, τα φιλμ, την επιστήμη και από την επηρμένη κουλτούρα τους. Τον διώχνουν με τις σκέψεις, με τα λόγια τους και με τα έργα τους, ένας-ένας και όλοι μαζί.

Αν η περιοχή των Γαδαρηνών, που από ανοησία οι κάτοικοί της παρακάλεσαν τον Χριστό να φύγει, είχε τέτοια κατάληξη, τι θα συμβεί στην Ευρώπη, η οποία δεν τον παρακαλεί, αλλά τον διώχνει από κακία; Τι θα συμβεί στην Ευρώπη;

Τι θα συμβεί στην Ευρώπη που εγκατέλειψε τον Χριστό και επέστρεψε στον παλαιό, σκοτεινό και μωρό παγανισμό;

Η απάντηση στο ερώτημα, τι θα συμβεί στην Ευρώπη που αρνείται τον Χριστό, υπάρχει έμμεσα στο Ευαγγέλιο. Θα συμβεί το ίδιο που συνέβη στην Καπερναούμ, που ήταν πόλη με μεγάλο πολιτισμό, πλούσια, οργανωμένη, χαρούμενη, περήφανη για την ακμή της. Ο Χριστός σφράγισε την πορεία της με τα παρακάτω λόγια: «Και εσύ, Καπερναούμ, που υψώθηκες ως τα ουράνια, θα κατεβείς στα τρίσβαθα του Άδη. Πλην σε βεβαιώνω πως ο Θεός την ημέρα της κρίσεως θα δείξει μεγαλύτερη επιείκεια για τα Σόδομα παρά για σένα» (Ματθ. 11:23).

Αδελφοί μου, αν στην Ινδία και την Κίνα συνέβαιναν τόσα πολλά και μεγάλα θαύματα όπως συνέβησαν στην Ευρώπη εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια, από παλιά θα μετάνοιωναν οι κάτοικοί της και θα γίνονταν χριστιανοί.

Στενοχωριέμαι για την Ευρώπη, γιατί θα καταστραφεί όπως η Καπερναούμ. Οι περήφανοι πύργοι της θα γκρεμιστούν, θα καταστραφούν, και οι λεωφόροι της θα μετατραπούν σε τόπους που θα φυτρώσουν θάμνοι με αγκάθια, όπου θα κάνουν τη φωλιά τους τα φίδια. Στον τόπο που τώρα ακούγονται φωνές εναντίον του Χριστού, θα ακούγονται κραυγές από κουκουβάγιες και ουρλιαχτά από τσακάλια.

Τη στιγμή που η Ευρώπη νόμισε για τον εαυτό της πως εκπολιτίστηκε, τότε ήταν και που αγρίεψε. Τη στιγμή που νόμισε πως τα ήξερε όλα, τότε ήταν και που παραφρόνησε. Τη στιγμή που νόμισε πως απέκτησε μεγάλη δύναμη, τότε ήταν και που έχασε όλη της τη δύναμη.

Ορίστε, αδελφοί μου, το αντικείμενο μελέτης και διδαχής.

Δοξάστε τον Χριστό, τον Θεό, για να σας δοξάσει και αυτός στη βασιλεία των ουρανών. Αμήν.

Πηγή: Αγίου Νικολάου Επισκόπου Αχρίδος, “Μέσα από το παράθυρο της φυλακής. Μηνύματα στο λαό.”, Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 2012, σ. 105

Που Ελπίζεις;

«Επί σοι, Κύριε, ήλπισα, μη καταισχυνθείην εις τον αίωνα» (Ψαλμ. 70, 1)
Η ελπίδα είναι για τον άνθρωπο σαν τον αέρα που αναπνέει. Είναι σαν το νερό που πίνει. Χωρίς ελπίδα δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια του. Δεν μπορεί να ζει.
Δεν μπορεί να κάνει καμιά εργασία. Δεν μπορεί να σταδιοδρομήσει. Χωρίς ελπίδα η ζωή είναι απελπισία. Είναι απόγνωση. Είναι σκοτάδι.

Όπως είπε σωστά ο Γκαίτε: «Εάν η ελπίς και το θάρρος χαθούν, το παν εχάθη»! Με την ελπίδα ζει ο άνθρωπος. Με αυτήν κοιμάται και με αυτήν ξυπνά. Με αυτήν ασχολείται με το ένα η το άλλο έργο. Με την ελπίδα ζει και με την ελπίδα πεθαίνει.

Αλλά που πρέπει να στηρίζουμε την ελπίδα μας, για να μπορέσουμε να επιτύχουμε στη ζωή; Να είμαστε πάντα κερδισμένοι και ποτέ ζημιωμένοι και ποτέ χαμένοι; Που, λοιπόν, να στηρίζουμε την ελπίδα μας;

Στον εαυτό μας;
Πολλοί άνθρωποι εκεί στηρίζουν την ελπίδα τους, για μία επιτυχημένη και ασφαλισμένη ζωή. Στον εαυτό τους. Στην υγεία τους. Στις δυνάμεις τους. Στις ικανότητές τους. Στην εξυπνάδα τους. Στα χαρίσματά τους. Αλλά είναι αυτή η ελπίδα σίγουρη; Είναι ασφαλής; Είναι απόλυτη; Αν το πούμε αυτό, θα πούμε ψέματα. Γιατί; Γιατί η υγεία του ανθρώπου δεν είναι σταθερή. Συχνά κλονίζεται. Ο άνθρωπος αρρωσταίνει. Και πάσχει πότε από τη μία και πότε από την άλλη αρρώστια.

Και, τότε, τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις του. Μειώνονται οι ικανότητές του. Εξάλλου εγκεφαλικές παθήσεις επηρεάζουν και την εξυπνάδα του και τη σοφία του. Είναι, λοιπόν, αλήθεια αυτό που, ψάλλει η Εκκλησία μας. Ποιό; Ο άνθρωπος «ως άνθος μαραίνεται». Κι ας είναι ακόμα νέος. Κι ας βρίσκεται σε οποία ηλικία ακόμα κι αν βρίσκεται. Κι ας είναι διάσημος στον κόσμο όλο. Όχι. Δεν είναι σίγουρη ελπίδα ο εαυτός μας. Αλλά, τότε, που να στηρίζουμε την ελπίδα μας;

Στους φίλους μας;
Ο άνθρωπος είναι κοινωνικός. Κανείς δεν μπορεί να ζει εντελώς μόνος του. Θέλει να συνδέεται και με κάποιο συνάνθρωπο. Έτσι, δημιουργούνται οι φιλίες. Έτσι, ο καθένας έχει τα φιλικά του πρόσωπα. Πρόσωπα, τα οποία πολλές φορές υπερέχουν σε πολλά από μας. Κι αυτά τα φιλικά πρόσωπα μας εμπνέουν εμπιστοσύνη. Έτσι, κατά συνέπεια, στηρίζουμε πολλές ελπίδες σ’ αυτά τα πρόσωπα. Άλλωστε κι αυτά τα ίδια φιλικά πρόσωπα μας προκαλούν να ελπίζουμε σ’ αυτά, μάλιστα για όλα. Και τι μας λένε;

«Εγώ εδώ είμαι». Και ημείς, το δεχόμαστε. Στηρίζουμε σ’ αυτά πολλές, μάλιστα, ελπίδες. Είναι, τότε, τα πρόσωπα αυτά η ελπίδα μας. Αλλά είναι όμως κι αυτή η ελπίδα σίγουρη; Είναι ασφαλής; Πολλά περιστατικά έρχονται και διαψεύδουν και την ελπίδα μας αυτή! Καθένας έχει τις δικές του πικρές εμπειρίες. Εμπειρίες που προκάλεσαν δάκρυα πολλά. Να αναφέρω κι ένα γενικό περιστατικό; Ο Καίσαρας της Ρώμης είχε στην ακολουθία του και το Βρούτο. Βρούτος για τον Καίσαρα σήμαινε πιστός φίλος, αφοσιωμένος, σε σημείο που τον αποκαλούσε «τέκνο» του. Και πόσα δεν έκανε γι αυτό το «τέκνο» του ο Καίσαρας! Πολλά. Κι όμως ο Βρούτος, μαζί με άλλους συνωμότες, δολοφόνησε τον Καίσαρα μέσα στο Βουλευτήριο της Ρώμης. Κι όταν ο πληγωμένος, θανάσιμα, Καίσαρας διέκρινε, ανάμεσα στους δολοφόνους του, και το Βρούτο, του είπε με πίκρα και δάκρυα στα μάτια:
«Και συ, τέκνον Βρούτε;». Ναι, Καίσαρα Και το «τέκνο» σου, ο Βρούτος, ύψωσε το σπαθί εναντίον σου. Όχι, λοιπόν, δεν είναι ούτε οι φίλοι ασφαλής ελπίδα. Και τότε, που να στηρίξουμε την ελπίδα μας;

Στους άρχοντες;
Αυτό φρονούν πολλοί. «Όταν στηρίζεσαι στους άρχοντες, στηρίζεσαι στην ελπίδα». Έχουν δύναμη οι άνθρωποι αυτοί, από τη θέση την οποία κατέχουν. Μπορούν και λύνουν πολλά προβλήματα. Μπορούν και σε βοηθούν στη μία η στην άλλη περίπτωση. Παλιότερα έλεγαν πως «αν έχεις μπάρμπα στην κορώνα, είσαι ασφαλής». Τότε, όλες οι πόρτες είναι ανοιχτές. Τότε, όλοι οι δρόμοι είναι διάπλατα ανοιχτοί στη ζωή σου. Με αυτή τη σκέψη πολλοί και σήμερα, αλλά και πάντα, συμπαραστέκονται, με φανατισμό, στις επιδιώξεις των οποίων αρχόντων, ιδιαίτερα των πολιτικών αρχόντων.

Αλλά αποτελούν πράγματι οι άρχοντες σταθερή ελπίδα στη ζωή μας; Αν καλοσκεφθούμε το πράγμα, θα καταλήξουμε στο αντίθετο. Όχι. Δεν αποτελούν σταθερή ελπίδα ούτε οι άρχοντες, όσο γνώριμοι κι αν μας είναι, όσο φίλοι και συγγενείς ακόμα κι αν συμβαίνει να είναι. Γιατί; Και το ρωτάτε; Γιατί η ίδια η «καρέκλα» τους δεν είναι σταθερή. Σήμερα είναι άρχοντες κι αύριο γίνονται απλοί, αδύνατοι, και όχι σπάνια, περιφρονημένοι πολίτες. Σαν και μας. Γι αυτό και δικαιολογημένα ο Δαβίδ, που γεύθηκε όλη τη δόξα και τη δύναμη του άρχοντα, είπε το λόγο τούτο, που εκφράζει την αλήθεια. Ποιό λόγο; «Μή πεποίθατε ἐπ’ ἄρχοντας» (Ψαλμ. 145, 3). Μη στηρίζετε την πεποίθηση και την ελπίδα σας στους άρχοντες. Ο λόγος είναι γενικός, αλλά και ειδικός. Ειδικός, γιατί «ὁ Κύριος καθεῖλεν θρόνους ἀρχόντων» (Σοφ. Σειρ. 10, 14). Ο Θεός ανέτρεψε θρόνους αρχόντων. Και η ιστορία μας είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα. Την ίδια έννοια έχει και ο άλλος λόγος. «Καθεῖλε δυνάστας ἀπό θρόνων» (Λουκ. α, 52). Γκρέμισε ο Θεός από τους θρόνους τους άρχοντες ισχυρούς. Και μήπως αυτό, δεν το βλέπουμε και σήμερα; Και τότε, τι γίνεται; Που πάνε οι ελπίδες μας; Χάνονται. Σβήνουν. Αλλά τότε, μήπως πρέπει να στηρίξουμε την ελπίδα μας.

Στην περιουσία μας;
Στα σπίτια μας και στα λεφτά μας; Σπίτια! Αλλά ποιά ελπίδα να σου δώσει το σπίτι, όταν μία ξαφνική πυρκαγιά, το κάνει στάχτη; Όταν μία καταιγίδα, νεροποντή, το παρασύρει στη θάλασσα και το κάνει πλεούμενο, σαν αυτό που συνέβηκε στη Φούρκα της Χαλκιδικής; Όταν ένας σεισμός το μεταβάλλει σε μπάζα από τσιμέντα και σίδερα; Ένας, κοιτώντας το καινούργιο σπίτι του, έλεγε φιλοσοφώντας: «Σπίτι μου, σπίτι μου! Σήμερα είσαι δικό μου, αύριο θα είσαι κάποιου άλλου και ποτέ δεν θα ανήκεις σε κανέναν.» Και, επιτέλους, είσαι ευτυχής, γιατί έχεις σπίτι η σπίτια; Αγγίζουν μήπως την ψυχή σου;

Στα λεφτά μας;
Στηρίζουμε την ελπίδα μας στα λεφτά μας; Εδώ είναι το πιο τραγικό. Γιατί τα λεφτά είναι άδηλα, αβέβαια. Άδηλος ο πλούτος. Δεν σου παρέχει καμιά σιγουριά. Γι αυτό και ο Απ. Παύλος γράφει στον Τιμόθεο να παραγγείλει στους πλουσίους•«μηδέ ελπικέναι επί πλούτου αδηλότητι» (Α Τίμ. στ, 17). Να μη ελπίζουν στα πλούτη που είναι αβέβαια. Ύστερα είναι και το άλλο: «Οἱ πεποιθότες ἐπί χρήμασι, αἰσχύνην ὀφειλήσουσιν» (Ιώβ, στ, 20). Όσοι στηρίζουν την πεποίθηση στα χρήματα, θα πληρώσουν την πεποίθησή τους αυτή με αισχύνη, με ντροπή. Γιατί; Γιατί «ὁ πεποιθῶς ἐπί πλούτω, οὗτος πεσεῖται» (Παροιμ. ία, 28). Όποιος έχει την ελπίδα του στον πλούτο, θα καταστραφεί. Είναι επικίνδυνα τα χρήματα. Σε πνίγουν, σαν τον Ιούδα. Σε σκοτώνουν, σαν τόσους που συχνά σκοτώνουν μέσα στην Αθήνα και σ’ άλλες πόλεις. Στα παίρνουν τρομοκράτες και στη στιγμή, αν σου χαρίσουν τη ζωή, γίνεσαι φτωχός. Αδελφοί! Μη ξεχνάτε τον ψαλμό που ψάλλουμε στην αρτοκλασία. «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν…» (Ψαλμ. 33, 11). Που, τέλος πάντων, να στηρίξουμε την ελπίδα μας;

Στο Θεό.
Αυτός είναι η ελπίδα μας. Μία ελπίδα που δεν μας ντροπιάζει. Ποιός ντροπιάσθηκε, γιατί στήριξε την ελπίδα του στο Θεό: Όσοι στηρίζουν την ελπίδα τους στο Θεό, μοιάζουν σαν το όρος Σιών. «Οι πεποιθότες επί Κύριον ως όρος Σιών» (Ψαλμ. 124, 1). Είναι ευτυχής, ο ευτυχέστερος άνθρωπος, αυτός που στηρίζει τις ελπίδες του στο Θεό. «Μακάριος ανήρ, ός ελπίζει επ’ αὐτόν» (Ψαλμ. 33, 8).

Στη ζωή μας, μία και μόνο να είναι η ελπίδα μας. Εκείνος. Ο Κύριος. Σ’ αυτόν και μόνο να ελπίζουμε μέρα και νύχτα, «από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός» (Ψαλμ. 129, 6). Από τα χαράματα μέχρι περασμένα μεσάνυχτα. Με την ελπίδα μας σ’ Αυτόν, να κλείνουμε τα μάτια μας τα βράδια και να τα ανοίγουμε το πρωί. Κι όταν κλείσουμε, για πάντα τα μάτια μας σε τούτη τη ζωή και τότε, πάλι, ιδιαίτερα τότε, να τα κλείσουμε με την ελπίδα μας σε Αυτόν και μόνον. Για να πάρουμε θέση στη Βασιλεία του, με όλα τα πνευματικά αγαθά της.

πηγή