Ένας από τους μεγάλους φιλέλληνες, ο Γάλλος Σατωβριάνδος, είχε έρθει, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, να επισκεφθεί την Αθήνα. Ήταν μαζί με το διερμηνέα του κι είχε πόθο μεγάλο να δει τον Παρθενώνα. Ανέβηκε στην Ακρόπολη, είδε την Αθήνα από ψηλά και πόνεσε ή ψυχή του, όταν αντίκρισε τα κόκκινα φέσια των Τούρκων στα στενά δρομάκια της Αθήνας. Βέβαια, ή Αθήνα ήταν τότε μια μικρή πολιτεία. Πάρα πέρα, είδε μερικά κανόνια, που ‘χε ο Τούρκος κατακτητής και με δάκρυα στα μάτια, ο Σατωβριάνδος είπε: «Ελλάδα, πέθανες!». Κατέβηκε καταστενοχωρημένος.
Σκυφτός, πήρε το δρόμο προς τη βόρεια πλευρά, να επισκεφθεί ένα από τα εκκλησάκια, που ακόμη σώζεται, τους Αγίους Αποστόλους.
Εκεί μέσα, αντίκρισε τούτο το συγκινητικό: Ένας γέροντας ιερέας, είχε κοντά του μερικά Ελληνόπουλα, ντυμένα με φουστανέλες και κάτι τους έλεγε.
Έκανε μεγάλη εντύπωση αυτό στο Σατωβριάνδο και είπε στο διερμηνέα του: «Για ρώτησε τον αυτόν τον παπά, τι κάνει, τι τους λέει;» και ο ιερέας απάντησε: «Πες στον ξένο, αφού αγαπάει την Ελλάδα και είναι φιλέλληνας, πες του,ότι εδώ εγώ μαζί μ’ αυτά τα Ελληνόπουλα, υφαίνω το πανί της ελευθερίας».
Μόλις το μετέδωσε αυτό ο διερμηνέας στο Σατωβριάνδο, εκείνος συγκινήθηκε πολύ και βγαίνοντας έξω από το εκκλησάκι των Αγίων Αποστόλων, αναφώνησε: «Ελλάδα, θα ζήσεις, αφού έχεις τέτοια παιδιά!».
Αν δεν θέλεις να πάνε όλοι οι κόποι σου χαμένοι…
Ο ιερός Χρυσόστομος σημειώνει (…) κάτι (…) αξιοπρόσεκτο. Λέει ότι χωρίς τη συγχώρησηόλοι οι κόποι μας πηγαίνουν χαμένοι. Αν διατηρούμε έχθρα στην καρδιά μας, ούτε οι προσευχές μας ούτε οι νηστείες μας ούτε οι ελεημοσύνες μας ούτε η ιερά Εξομολόγηση ούτε η θεία Κοινωνία φέρνουν το ποθητό αποτέλεσμα. Παρόλο που είναι τόσο ωφέλιμες η προσευχή, η νηστεία, η ελεημοσύνη, η ιερά Εξομολόγηση, η θεία Κοινωνία, δεν αποδίδουν τους αναμενόμενους καρπούς, διότι εμποδίζονται από τη μνησικακία μας. Γράφει ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος ότι αυτός που προσεύχεται και μνησικακεί, μοιάζει σαν τον σποριά που σπέρνει στη θάλασσα. Δεν θα θερίσει. Αυτό σημαίνει ότι άδικα κοπιάζουμε, εάν μνησικακούμε. Επιπλέον υφιστάμεθα τις θλιβερές συνέπειες της μνησικακίας μας.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς σχολιάζοντας την Παραβολή των μυρίων ταλάντων σημειώνει ότι ο Κύριος βλέποντας το «πρός τούς ὁμοφύλους ἀσυμπαθές ἡμῶν καί ἀνένδοτον, ὀργίζεται καθ’ ἡμῶν δικαίως». Είναι δίκαιο να αποσύρει τη Χάρη Του, εάν δεν συγχωρούμε αυτούς που μας έφταιξαν, για να παιδαγωγηθούμε με το ίδιο επιτίμιο που παιδαγωγήθηκε ο πονηρός δούλος από τον βασιλιά της Παραβολής. Όπως ο βασιλιάς της Παραβολής παρέδωσε τον πονηρό δούλο του στους βασανιστές που βασάνιζαν τους φυλακισμένους, έτσι κι εμάς ο Ουράνιος Πατέρας θα μας παραδώσει στους βασανιστές αγγέλους, τους δαίμονες, οι οποίοι βασανίζουν τα αξιολύπητα θύματά τους «ἔν τε τῷ παρόντι καί τῷ μέλλοντι βίῳ».
Ο θεόπνευστος λόγος της Αγίας Γραφής μας βεβαιώνει ότι η κρίση του Θεού θα είναι χωρίς έλεος γι’ αυτούς που φέρονται άσπλαχνα στους συνανθρώπους τους. «Ἡ κρίσις ἀνέλεος τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος» (Ιακ. β 13).
Εμάς μας συμφέρει να κριθούμε με επιείκεια. Αλλά για να κριθούμε με επιείκεια, οφείλουμε κι εμείς να κρίνουμε τους άλλους επιεικώς. Είναι απαραίτητο να μακροθυμούμε, για να μακροθυμήσει και σε μας ο Θεός. Να συγχωρούμε, για να μας συγχωρήσει κι εμάς ο Θεός. Να ελεούμε, για να μας ελεήσει κι εμάς ο Θεός. Τη συγχώρηση των παραπτωμάτων μας τη βρίσκουμε, συγχωρώντας τους αδελφούς. Και το έλεος του Θεού το βρίσκουμε, ελεώντας τους αδελφούς. Να ένας εύκολος τρόπος για να σωθούμε. Στη θέλησή μας βρίσκεται η σωτηρία μας, γράφει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. «Ἀγαπήσωμεν οὖν ἀλλήλους, καί ἀγαπώμεθα ὑπό τοῦ Θεοῦ. Μακροθυμήσωμεν ἐπ’ ἀλλήλοις, καί μακροθυμεῖ ἐπί ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Μή ἀποδῶμεν κακόν ἀντί κακοῦ, καί οὐκ ἀπολαμβάνομεν κατά τάς ἁμαρτίας ἡμῶν. Τήν γάρ συγχώρησιν τῶν παραπτωμάτων ἡμῶν, ἐν τῇ συγχωρήσει τῶν ἀδελφῶν εὑρίσκομεν… ἐν τῷ θελήματι ἡμῶν ἐστι λοιπόν ἡ σωτηρία ἡμῶν» (Λόγος ασκητικός, μβ΄, P.G. 90, 953). Όσο περισσότερη μακροθυμία δείχνουμε στους αδελφούς που μας έφταιξαν, τόσο περισσότερο απολαμβάνουμε το έλεος και τη μακροθυμία του Θεού.
Αβραάμ Κοκάλη
από το βιβλίο Τό μεγαλεῖο τῆς συγχωρήσεως
εκδ. Ο Σωτήρ
H απώλεια του Παραδείσου της Εδέμ και η αναζήτησις του επουρανίου Παραδείσου
«Αποικισθέντες Κύριε, Παραδείσου το πρώτον, διά της ξύλου βρώσεως, αντεισήγαγες πάλιν, διά Σταυρού και του Πάθους, σού Σωτήρ και Θεέ μου˙ δι’ ου ημάς οχύρωσον, την Νηστείαν πληρώσαι, αγνοπρεπώς, και την θείαν Έγερσιν προσκυνήσαι, το Πάσχα το σωτήριον, σε Τεκούσης πρεσβείαις» (Εξαποστειλάριον Κυριακής Τυρινής).
Μετά την προκαθάρσιμη περίοδο των τριών πρώτων εβδομάδων του Ιερού Τριωδίου, κατά την οποία μας προετοίμασε η Αγία μας Εκκλησία με τους ιερούς κατανυκτικούς ύμνους και την σταδιακή αποχή από τα αρτύσιμα και πασχαλινά φαγητά, ανοιγόμεθα εις το μέγα πέλαγος της νηστείας, της σωματικής, αλλά και της πνευματικής.
Εις τον κατανυκτικόν ύμνον της Τυρινής εβδομάδος, που αναγνώσαμε εις την αρχή, ο ιερός Υμνογράφος, απευθυνόμενος εις τον Κύριον και Θεόν μας λέγει: Αφού εγίναμε άποικοι του Παραδείσου (με την παρακοή των πρωτοπλάστων και την βρώσιν του απαγορευμένου καρπού) Κύριε, μας επανέφερες πάλιν (εις τον επουράνιον Παράδεισον) διά του Σταυρού και του σταυρικού σου Πάθους, Σωτήρα και Θεέ μου. Διά του Σταυρού σου οχύρωσέ μας και περιθρίγκωσέ μας ώστε να ολοκληρώσωμε τον αγώνα της Νηστείας αγνοπρεπώς, καθώς πρέπει σε πιστούς χριστιανούς, οι οποίοι αγωνίζονται με αγνή διάθεσι και ένθεο ζήλο, και να προσκυνήσωμε με μέθεξιν ψυχής την θείαν Έγερσιν, το σωτήριον Πάσχα, με τις πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Ο Αδαμιαίος θρήνος δια την απώλεια του Παραδείσου της Εδέμ και η έμπονη αναζήτησις του επουρανίου Παραδείσου, των αιωνίων αγαθών της Βασιλείας των Ουρανών, πρέπει να δονούν την καρδία μας, κατά την σημερινή Κυριακή της Τυρινής, που ενθυμούμεθα την έξωσιν των πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο, αλλά και την θείαν υπόσχεσιν ότι ο κατά σάρκα απόγονος της Εύας, ο νέος Αδάμ, ο Ιησούς Χριστός, θα συντρίψη την κεφαλήν του διαβόλου και θα αναγεννήση και ανακαινίση πνευματικά το ανθρώπινο γένος.
Ένας ακόμη επίκαιρος κατανυκτικός ύμνος, αναφερόμενος εις το σωτήριον διά του Τιμίου Σταυρού έργον του Θείου Λυτρωτού μας λέγει τα εξής : «Προ του σωτηρίου Σταυρού, της αμαρτίας βασιλευούσης, της ασεβείας επικρατούσης, των ανθρώπων εμακαρίζετο τρυφή σωματική και σαρκικών ορέξεων ολίγοι κατεφρόνουν˙ αφ’ ου δε το του Σταυρού μυστήριον πέπρακται, και δαιμόνων εσβέσθη η τυραννίς τη θεογνωσία, η των ουρανών επί γης αρετή πολιτεύεται˙ διό νηστεία τιμάται, εγκράτεια λάμπει, προσευχή κατορθούται, και μάρτυς καιρός, ο παρών δεδομένος ημίν, υπό του σταυρωθέντος Χριστού του Θεού, εις σωτηρίαν των ψυχών ημών».
Το πνευματικό διάγγελμα της Νηστείας μας διεγείρει και μας προετοιμάζει δια τον πνευματικό αγώνα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Θα παραθέσωμε εις την συνέχεια αποσπάσματα ομιλίας του μεγάλου νηπτικού Πατρός της Εκκλησίας μας, του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, δια το αγώνισμα της νηστείας και τα πολλλά αγαθά που προέρχονται από την τήρησι της αρχαιοτέρας αυτής θείας εντολής :
«Στον καιρό της νηστείας και της προσευχής ας αφήσουμε από την ψυχή μας, αν πράγματι έχουμε ή νομίζουμε ότι έχουμε κάτι εναντίον κάποιου. Ας δοθούμε όλοι στην αγάπη. Ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα ο ένας τον άλλο. Ας φθάσουμε στην έξαρση της αγάπης και της αγαθοεργίας μιλώντας ο ένας υπέρ του άλλου. Ας σκεπτόμαστε μέσα μας μόνο τα καλά ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων. Έτσι η νηστεία μας θα είναι άψογη και άξια επαίνου από τον Θεό, και τα αιτήματά μας στον καιρό της νηστείας θα είναι ευπρόσδεκτα.
Συχνά ο διάβολος κάνει αγώνα να αχρειωθεί η νηστεία μας βάζοντας μέσα μας εγωισμό, όπως έκανε ο Φαρισαίος, που ενώ νήστευε και προσευχήθηκε έφυγε άδειος από βοήθεια. Εμείς γνωρίζοντας ότι κάθε υπερήφανος είναι ακάθαρτος και δεν γίνεται δεκτός από τον Κύριο, και αναγνωρίζοντας ότι είμαστε οι ίδιοι οφειλέτες πολλών και μεγάλων δωρεών, ας νηστεύουμε και ας προσευχόμαστε με συτετριμμένη την καρδιά. Έτσι η νηστεία μας θα είναι πραγματικά καθαρή και θεάρεστη. Όταν κρατούμε τέτοια νηστεία, πνευματική και σωματική, και προσευχόμαστε, θα σβησθεί η φωτιά της σαρκικής επιθυμίας. Ο θυμός θα εξημερωθεί σαν λιοντάρι, και θα γευθούμε την προφητική τροφή με την ελπίδα των μελλόντων αγαθών, την πίστη και την πνευματική έλλαμψη, νικώντας με τη χάρη του Χριστού όλη τη δύναμη του εχθρού.
Τα δώρα της νηστείας είναι πολλά. Κάθε μία από τις άλλες αρετές καθαρίζει και στολίζει ή την ψυχή ή το σώμα, όπως η προσευχή, η πραότητα, η σωφροσύνη. Η νηστεία και η εγκράτεια κοιμίζει τις επαναστάσεις του σώματος. Τη λύσσα του θυμού και της επιθυμίας τη μαραίνει και κάνει τη διάνοια καθαρή και ανέφελη, καθώς την εξαγνίζει από τους ατμούς που βγαίνουν από το πλήθος των τροφών και το βάρος που προκαλούν. Με τη νηστεία και την εγκράτεια ταπεινώνεται ο εξωτερικός άνθρωπος, ενώ ταυτόχρονα ανακαινίζεται ο εσωτερικός».
Ευχόμενος από καρδίας την εξ ύψους δύναμιν και πάσαν παρά Κυρίου χαρίτωσιν και ευλογίαν κατά την ιεράν αυτήν και κατανυκτικήν περίοδον της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, διατελώ, μετ’ ευχών και αγάπης.
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ’ ΝΗΣΤΕΙΩΝ-Η άγκυρα της ελπίδας
Σε ό,τι έχει να κάνει με τον εαυτό μας, τον κόπο μας, την στάση μας έναντι των άλλων ανθρώπων οι όποιες ελπίδες μας μπορεί να είναι γνήσιες εφόσον συνοδεύονται ή πηγάζουν από την αυτογνωσία. Αν γνωρίζουμε πόσο έχουμε κοπιάσει, αν γνωρίζουμε τι αληθινά θα θέλαμε ώστε να νιώθουμε πλήρεις και ευτυχισμένοι, ακόμη κι αν αυτό έχει να κάνει μόνο με την εγωκεντρική ικανοποίηση των επιθυμιών μας, τότε υπάρχει περίπτωση το θέλημά μας να εκπληρωθεί.
Στην σχέση μας με το Θεό η Εκκλησία μας καλεί να θυμηθούμε ότι μπορούμε να
ελπίζουμε στη διαθήκη που ο Θεός έκανε με την ανθρωπότητα, την συμφωνία δηλαδή μέσα από την οποία το ανθρώπινο γένος αναπλάθεται, χάρις στην παρουσία του Χριστού στον κόσμο και τη ζωή μας.
Αυτή η διαθήκη υπερβαίνει τα υπαρξιακά μας άγχη. Την μοναξιά μας. Τον φόβο του θανάτου. Την αίσθηση ότι οι άλλοι δεν μας κατανοούν. Όχι μόνο γιατί ανήκουμε στο Θεό και σ’ Εκείνον ελπίζουμε, αλλά και γιατί η ελπίδα δεν μας κρατά σε μία παθητικότητα. Ο χριστιανός δεν περιμένει από τους άλλους να τον αγαπήσουν, να αποδεχθούν το πρόσωπό του, να τον οδηγήσουν στη ευτυχία και τη χαρά (κάτι που συνήθως γίνεται προς την αντίθεση κατεύθυνση), ούτε τους χρησιμοποιεί για να καλύψει τις δικές του ανάγκες χωρίς να βλέπει και εκείνους τι χρειάζονται. Ο χριστιανός προχωρά μπροστά. Δεν είναι απλώς πηγή αισιοδοξίας στη ζωή και στους άλλους, αλλά μοιράζεται την χαρά και την βεβαιότητα της αγάπης του Θεού δείχνοντας ότι «του Κυρίου εσμέν» (Ρωμ. 14,8). Κρατά ως άγκυρα ελπίδος την αδιάψευστη υπόσχεση του Θεού ότι θα είναι μαζί μας πάσας τας ημέρας της ζωής. Και σε κάθε δυσκολία της ζωής βγαίνει μπροστά. Δεν κρύβεται. Είτε με τον λόγο είτε με την προσευχή είτε με τα έργα δηλώνει ότι ελπίζει στο θέλημα του Θεού. Κι ας είναι σταυρός αυτό το θέλημα. Δεν ελπίζουμε για να αποφύγουμε τα δύσκολα, αλλά για να τα νικήσουμε μέσα από την σχέση μας με τον Χριστό.
Οι άνθρωποι ελπίζουμε για να εκπληρώσουμε το θέλημά μας. Η κατά Θεόν ελπίδα δεν αποκλείει και αυτή την εκπλήρωση, αλλά δεν μένει εκεί. Προχωρά στην σχέση με το Θεό, η οποία κάνει να εκπληρώνεται το θέλημά Του που είναι η σωτηρία μας. Η εύρεση δηλαδή του σκοπού της ζωής μας και η εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν, η οποία ουδέποτε θα μας οδηγήσει στην αισχύνη του να μην έχουμε προσανατολισμό. Και εκπληρώνοντας το θέλημα του Θεού, στη ζωή της Εκκλησίας, βρίσκουμε αγάπη, χαρά και την ίδια στιγμή καταξίωση των όποιων κόπων μας, ακόμη κι αν ο δρόμος είναι δύσκολος.
«Ισχυράν παράκλησιν έχομεν οι καταφυγόντες κρατήσαι της προκειμένης ελπίδος, ήν ως άγκυραν έχομεν της ψυχής ασφαλή τε και βεβαίαν» (Εβρ. 6, 18-19). Ας ξαναβρούμε αυτήν την οδό, για να έχουν όλες οι ελπίδες μας νόημα, φωτισμένες στην προοπτική της διαθήκης του Θεού μαζί μας εν τω προσώπω του Κυρίου μας Ιησού. Αμήν!
Μια επαναστατική προκήρυξη σε Ορθόδοξες Εκκλησιές!
Αυτές τις μέρες, μια επαναστατική προκήρυξη διαβάζεται στις Ορθόδοξες Εκκλησίες όλου του πλανήτη.
Διαβάζεται στις σπαραγμένες από τον εμφύλιο πόλεμο και τις εξωτερικές επεμβάσεις Ουκρανία και Συρία!
Στις χώρες της Αφρικής, τις ρημαγμένες από τη φτώχεια, τις δικτατορίες, τους εμφύλιους πολέμους και τους σύγχρονους αποικιοκράτες και δουλεμπόρους, όπου εκατοντάδες χιλιάδες Αφρικανοί έγιναν ορθόδοξοι χριστιανοί, μετά την ηρωική συμμετοχή των πρώτων ορθόδοξων ιερέων της Ουγκάντας στον αγώνα για την απελευθέρωση από τους Άγγλους!
Στις Ορθόδοξες Εκκλησίες της Αιγύπτου και της Τυνησίας (όπου στα αρχαία χρόνια αναδείχθηκαν κορυφαίοι ορθόδοξοι άγιοι) κάτω από τα λάβαρα και τα ξίφη των τζιχαντιστών!
Στην Γουατεμάλα, όπου 250.000 ντόπιοι (πρώην ρωμαιοκαθολικοί και πεντηκοστιανοί) έστειλαν αντιπροσώπους στον ορθόδοξο μητροπολίτη Μεξικού Αθηναγόρα και ζήτησαν μόνοι τους να γίνουν ορθόδοξοι χριστιανοί!
Στις χώρες των Βαλκανίων, από τις οποίες μας χώρισαν οι εθνικιστές, οι καπιταλιστές και οι ιμπεριαλιστές του χθες και του σήμερα.
Στη Ρωσία, τη Μολδαβία, τη Λευκορωσία, τη Λιθουανία και τις άλλες δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.
Στις Ορθόδοξες Εκκλησίες της Ινδίας, Κίνας, της Ταϊβάν, της Ιαπωνίας, της Ταϋλάνδης, των νησιών Φίτζι κ.τ.λ., που είναι λιγοστές, αλλά υπάρχουν και δίνουν ελπίδα στους ταλαιπωρημένους λαούς.
Στις Ορθόδοξες Εκκλησίες των δυτικών χωρών, όπου πολλοί άνθρωποι ανακαλύπτουν τις αρχαίες χριστιανικές ρίζες των δικών τους λαών, πριν ο παπισμός και ο προτεσταντισμός αλλοιώσουν το αυθεντικό χριστιανικό φρόνημα…
Και φυσικά στην Ελλάδα της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, των μνημονίων, του ταπεινωμένου και προδομένου λαού και της πολιτισμικής αλλοτρίωσης.
Αυτή η επαναστατική προκήρυξη είναι οι Χαιρετισμοί της Παναγίας, που ψάλλονται κάθε Παρασκευή βράδυ τις πρώτες 5 εβδομάδες της Μεγάλης Σαρακοστής, στο δρόμο προς τη Σταύρωση και την Ανάσταση του Χριστού, που σημαίνει και την ανάσταση κάθε ανθρώπου και του κόσμου ολόκληρου.
Μια τελετή με τρία έργα
Κατ’ αρχάς, όταν πηγαίνουμε στους Χαιρετισμούς, παρακολουθούμε τρία έργα:
α) Τον «κανόνα των Χαιρετισμών», ένα μελοποιημένο ποίημα του αγίου Ιωσήφ του Υμνογράφου (9ος αιώνας), που τον ψάλλουν οι ψάλτες.
β) Τον Ακάθιστο Ύμνο, δηλ. τους ίδιους τους Χαιρετισμούς, ποίημα μάλλον του αγίου Ρωμανού του Μελωδού (6ος ή 8ος αιώνας), που τους διαβάζει ο ιερέας μπροστά στην εικόνα της Παναγίας.
Οι άγιοι Ιωσήφ ο Υμνογράφος και Ρωμανός είναι δύο από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές και μουσικούς όλων των εποχών και πολλά έργα τους ψάλλονται στην Εκκλησία, σε διάφορες γιορτές, αποτελώντας πηγή έμπνευσης για τους επόμενους ποιητές και μουσικούς, μέχρι και σήμερα.
γ) Το Μικρό Απόδειπνο, μια «ακολουθία» (τελετουργική σύνθεση) με ύμνους και προσευχές δημιουργημένη από την αρχαία χριστιανική παράδοση, που διαβάζεται στην αρχή και στο τέλος και καταλήγει στις υπέροχες και αγαπημένες προσευχές του λαού μας προς την Παναγία και το Χριστό «Άσπιλε, αμόλυντε…» κ.τ.λ.
Τα έργα αυτά (όπως όλες οι τελετές της Ορθόδοξης Εκκλησίας) φέρνουν σε επαφή το λαό μας με αριστουργήματα ποίησης, μουσικής, φιλοσοφίας και θεολογίας, εφάμιλλα των δημιουργημάτων των προχριστιανικών Ελλήνων ποιητών και φιλοσόφων. Συνέβαλαν έτσι καθοριστικά στη μόρφωση και την καλλιέργεια του λαού μας, ακόμη και σε εποχές μαύρης σκλαβιάς και αναλφαβητισμού.

Αντίθετα, στην εποχή μας, εποχή πολυετούς σχολικής εκπαίδευσης και τεχνολογικής «υπερφόρτωσης» (εποχή της ανεργίας, των αυτοκτονιών και των εξαρτήσεων, γνώσης της τεχνολογίας και άγνοιας της Ιστορίας), τα διαμάντια αυτά της δικής μας πολιτισμικής κληρονομιάς έχουν καταντήσει άγνωστα και αόρατα κι εμείς έχουμε μετατραπεί σε τηλεκατευθυνόμενους καταναλωτές, που αναζητούν πνευματικούς θησαυρούς (συχνά πλαστούς και απατηλούς, πάλι καταναλώνοντάς τους πρόχειρα και επιπόλαια) σε ξένες παραδόσεις.
Το μήνυμα του φωτός, της χαράς και της ελευθερίας
Τα θέματα που κυριαρχούν στην «ακολουθία» (τελετουργία) των Χαιρετισμών είναι το φως, η χαρά, η λύτρωση, το μεγαλείο του ανθρώπου και η νίκη κατά των εχθρών.
«Χαίρε χαράς δοχείον…».
«Χαίρε, δι’ ής η χαρά εκλάμψει».
«Χαράς αιτία, χαρίτωσον ημών τον λογισμόν…».
«Χαίρε ακτίς νοητού ηλίου, χαίρε, βολίς του αδύτου φέγγους. Χαίρε, αστραπή, τας ψυχάς καταλάμπουσα, χαίρε, ως βροντή τους εχθρούς καταπλήττουσα. Χαίρε, ότι τον πολύφωτον ανατέλλεις φωτισμόν…».
«Χαίρε, στολή των γυμνών παρρησίας».
«Χαίρε, δι’ ής ενεδύθημεν δόξαν».
«Χαίρε, ανόρθωσις των ανθρώπων».
«Χαίρε, γέφυρα μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν».
«Χαίρε, δι’ ής εγείρονται τρόπαια, χαίρε, δι’ ής εχθροί καταπίπτουσι».
Εξάλλου, οι Χαιρετισμοί ανοίγουν και κλείνουν κάθε φορά με το πασίγνωστο τροπάριο «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια», ένα επικό έργο, γραμμένο μετά από νίκη των Βυζαντινών κατά των πολιορκητών της Κωνσταντινούπολης (κατά κοινή πεποίθηση, νίκη με τη βοήθεια της Παναγίας), που όλοι ήξεραν να το ψάλλουν και μετέδιδε (και μεταδίδει) ρίγη συγκινήσεως σε κάθε χριστιανική ψυχή.
Είναι φανερό πόσο θάρρος, αξιοπρέπεια και αγάπη προς την ελευθερία εμπνέουν τα παραπάνω σε ανθρώπους που ζουν σε κατάσταση δουλείας, όπως οι πρόγονοί μας την εποχή της Τουρκοκρατίας ή της ναζιστικής Κατοχής, αλλά και εμείς, οι σημερινοί κάτοικοι της Ελλάδας, αν έχουμε επαφή με αυτά τα κείμενα και προσέχουμε τα λόγια τους.
Τέλος (όπως έχει επισημανθεί και από άλλους), οι όποιες αναφορές των κειμένων σε «βασιλείς» (π.χ. «Χαίρε τίμιον διάδημα βασιλέων ευσεβών») έφερναν στο νου των ραγιάδων τους δικούς μας βυζαντινούς αυτοκράτορες από την εποχή της ελευθερίας και όχι βέβαια τους αγάδες, τους μπέηδες ή τους σουλτάνους. Αυτές, εννοείται, είναι αναφορές ιστορικού χαρακτήρα και δεν έχουν σχέση με κάποια βασιλοχουντική νοσταλγία απολιθωμένων μυαλών της εποχής μας, αν υπάρχουν ακόμη τέτοια.
Στις τελικές ευχές του Αποδείπνου, που κλείνουν την τελετή, ο χριστιανός ζητάει από το Χριστό: «γρήγορον νουν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν» (νηφάλια και ατάραχη), «ύπνον ελαφρόν και πάσης σατανικής φαντασίας απηλλαγμένον».
Συγχωρέστε με, αλλά αυτά είναι προσόντα ενός πολεμιστή.
Ο χριστιανός πολεμιστής
Αυτό είναι λοιπόν ο χριστιανός, ένας πολεμιστής. Πολεμιστής της ειρήνης, που μάχεται ενάντια στο κακό που υπάρχει στον κόσμο, ενάντια στο διάβολο και στα ίδια τα δικά του πάθη, δηλαδή τις αρνητικές πλευρές του εαυτού του.
Φοράει «την πανοπλίαν του Θεού, τον θώρακα της δικαιοσύνης, τον θυρεόν της πίστεως, την περικεφαλαίαν του σωτηρίου και την μάχαιραν του Πνεύματος» και αγωνίζεται «προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις», όπως γράφει ένας κήρυκας της ελευθερίας που θυσίασε το κεφάλι του για τους ανθρώπους, ο απόστολος Παύλος, στην επιστολή προς Εφεσίους, κεφ. 6, στίχους 10-17.
Κατακτά έτσι την αληθινή ελευθερία, την πνευματική, και προχωρά προς την τελειότητα (όσο είναι δυνατόν για έναν άνθρωπο) με την ένωσή του με το Θεό εν Χριστώ, που είναι και ένωση αγάπης και συγχώρησης με όλους τους ανθρώπους.
Με αυτά τα προσόντα αντιμετώπισε τους Τούρκους ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, που αναβάθμισε το μορφωτικό και πνευματικό επίπεδο των ραγιάδων γυρίζοντας από χωριό σε χωριό, μέχρι που τον εκτέλεσαν οι Τούρκοι ως επαναστάτη.
Το ίδιο και η αγία Φιλοθέη η Αθηναία, με το τεράστιο ανθρωπιστικό έργο στην τουρκοκρατούμενη Αθήνα, που επίσης τρόμαξε τους Τούρκους και προκάλεσε το θάνατό της, που ήταν γι’ αυτήν (όπως και για κάθε μάρτυρα) το στεφάνι της αιωνιότητας.
Το ίδιο και ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, που (μέσα στην Τουρκοκρατία) συγκέντρωσε και εξέδωσε τις ιστορίες των μαρτύρων της εποχής του, τους οποίους είχαν βασανίσει και θανατώσει οι Τούρκοι, και κάλεσε όλους τους χριστιανούς (ακόμη κι εκείνους που είχαν αλλαξοπιστήσει από φόβο) σε πνευματική επανάσταση!
Το ίδιο και οι Τέσσερις Μάρτυρες και ο άγιος Ματθαίος ο εκ Γερακαρίου και όλοι οι χριστιανοί μάρτυρες, όχι μόνο της Τουρκοκρατίας, αλλά όλων των εποχών, ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν σεμνά αγόρια και κορίτσια εφηβικής ηλικίας γεμάτα πίστη και αγάπη, που δε δείλιασαν μπροστά σε τίποτα.
Αλλά με αυτά τα προσόντα εξεγέρθηκαν και οι ένοπλοι επαναστάτες όλων των χριστιανικών επαναστάσεων (όχι μόνο των ελληνικών) ενάντια στους κατακτητές. Οι επαναστάσεις βέβαια αυτές έφεραν και πόνο, σκληρότητα, προδοσίες, εμφύλιες διαμάχες, σφαγές αμάχων, υποτέλεια σε ξένες δυνάμεις και άλλα δεινά, που πρέπει να τα συνυπολογίσουμε και να μην τις ωραιοποιούμε, αλλά μέσα σ’ αυτές αναδείχθηκαν και αρκετοί ήρωες με ψυχή και καρδιά, μεγαλωμένοι από πολλές γενιές με τις εκκλησιαστικές τελετές μέσα σε υπερχιλιόχρονα εξωκκλήσια με απαγορευμένη καμπάνα, στολισμένα με εξαίσιες βυζαντινές τοιχογραφίες (αγίων ειρηνικών, ανδρών και γυναικών, μαρτύρων με το χέρι σε στάση άρνησης, αλλά και στρατιωτικών αγίων, που συμβολικά πολεμούσαν το κακό, όπως ο άγιος Γεώργιος που σκοτώνει το δράκοντα), από τις οποίες οι Τούρκοι (ας είναι συγχωρεμένοι) είχαν βγάλει τα μάτια των αγίων με τις ξιφολόγχες!…
«Ο Ρωμηός επί Τουρκιάς γνωρίζει Τετάρτη και Παρασκευή, ξέρει να κάνει μετάνοιες, λειτουργείται κάθε Κυριακή, προσεύχεται, ευλογεί και ευλογείται, μιλάει στα παιδιά του για Θεό, κάνει τον σταυρό του γεμάτον και ολόκληρον – αρχοντικόν σταυρόν, όχι τσιγκούνικον και μπουζούκικον…
Στο κούτελο, κάτω στη βαλβίδα της κοιλιάς, δεξιά κι αριστερά στους ώμους, έτσι κάνει ο Παπαφλέσσας τον σταυρό του, ο Γέρος του Μοριά, ο Διάκος και οι άλλοι…
Όσοι μάς ελευθέρωσαν, εγνώριζαν Τετάρτη και Παρασκευή. Αυτονοήτως ενήστευαν ως κάτι δεδομένο και παραδομένο άπαξ εκ προγόνων Ορθοδόξων.
Πλείστα όσα παραδείγματα δεικνύουν του λόγου το αληθές: ότι αυτοί που μας λευτέρωσαν σαν καλογέρια αγαπούσαν τον Θεό, ήταν άνθρωποι του «Πάτερ Ημών» και της ωραίας εν Θεώ ζωής… Εμείς;» (απόσπασμα από το άρθρο «Το Γένος ενήστευε, το Γένος εγνώριζε» του Κώστα Παναγόπουλου, από το Διαδίκτυο).
Οδός ελευθερίας
Πολύ περισσότερο από τις βίαιες ιδεολογίες των υποτιθέμενων «αντιεξουσιαστών» (που δυστυχώς πέφτουν οι ίδιοι στην αυτοκαταστροφική παγίδα του ίδιου του εαυτού τους, νομίζοντας το θάνατο για ελευθερία), ο ορθόδοξος χριστιανισμός είναι πνευματική οδός για ελεύθερους, όχι για δούλους. Για υιούς και θυγατέρες του Θεού, που είναι βασιλείς στη βασιλεία των ουρανών. «Ουκέτι υμάς λέγω δούλους… υμάς δε είρηκα φίλους» είπε ο Ιησούς Χριστός (κατά Ιωάννην, κεφ. 15, στίχ. 12-17).
Γι’ αυτό και η Εκκλησία (ήδη από τα βυζαντινά χρόνια) θέσπισε από την Κυριακή του Πάσχα μέχρι την Πεντηκοστή, και κάθε Κυριακή όλο το έτος, να μη γονατίζουμε ούτε μπροστά στο Θεό, αλλά να προσευχόμαστε όρθιοι ενώπιόν Του, για να θυμόμαστε ότι είμαστε ελεύθεροι. (Σημ.: η γονυκλινής προσευχή – «μετάνοιες» – είναι μια ανάγκη του ανθρώπου, που λυγίζει από το βάρος των αμαρτιών και των παθών του, όμως δεν περιλαμβάνει μόνο το γονάτισμα, αλλά και την ανόρθωση, το σήκωμα, που συμβολίζει ότι ο Χριστός μας σήκωσε και μας σηκώνει από κάθε πτώση μας).
Ο χαρακτηρισμός μας ως «δούλων του Θεού» σημαίνει ότι ο Χριστός μας εξαγόρασε δίνοντας το αίμα Του και δεν είμαστε πλέον δούλοι ανθρώπων («μη γίνεσθε δούλοι ανθρώπων», απόστολος Παύλος, Α΄ προς Κορινθίους, 7, 20-23), ούτε δούλοι του διαβόλου, της αμαρτίας, των παθών μας και του θανάτου. Ο τελικός εχθρός, ο θάνατος, νικιέται τη νύχτα της αναστάσεως, που ανοίγει το δρόμο για την ανάσταση όλων των ανθρώπων, ενωμένων με το Θεό εν Χριστώ, στη Δευτέρα Παρουσία.
Τα παραπάνω είναι ένα μόνο από τα πολλά παραδείγματα καλλιέργειας του ελεύθερου πνεύματος από τις ορθόδοξες χριστιανικές τελετές. Τελετές ακόμη ζωντανές, αφού από τη στιγμή που θεσπίστηκαν δεν έπαψαν να τελούνται, αιώνες τώρα, ακριβώς δίπλα μας.
Ας θυμηθούμε την απάντηση των Τριών Παίδων στο βασιλιά Ναβουχοδονόσορα από το βιβλίο του Δανιήλ (Παλαιά Διαθήκη), που διαβάζεται στη θριαμβευτική λειτουργία το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου: «γνωστόν έστω σοι, βασιλεύ, ότι τοις θεοίς σου ου λατρεύομεν και τη εικόνι τη χρυσή, η έστησας, ου προσκυνούμεν». Ας θυμηθούμε επίσης το συγκλονιστικό απόσπασμα από τα κεφάλαια 5 και 6 της «Σοφίας Σολομώντος», που διαβάζεται στον εσπερινό των εορτών διαφόρων αγίων: «Δίκαιοι δε εις τον αιώνα ζώσι… Ακούσατε ουν, βασιλείς, και σύνετε· μάθετε, δικασταί περάτων γης…».
(Να σημειώσουμε εδώ ότι αποσπάσματα από την Παλαιά Διαθήκη διαβάζονται στον εσπερινό, που είναι η προετοιμασία για τη θεία λειτουργία, όπως η Παλαιά Διαθήκη είναι η προετοιμασία για τον ερχομό του Χριστού, ενώ στην ίδια τη θεία λειτουργία διαβάζεται η Καινή Διαθήκη).
Ας κλείσουμε με ένα σπουδαίο τροπάριο της πρώτης εβδομάδας της Μεγάλης Σαρακοστής:
«Νηστεύσωμεν αδελφοί σωματικώς, νηστεύσωμεν και πνευματικώς. Λύσωμεν πάντα σύνδεσμον αδικίας, διαρρήξωμεν στραγγαλιάς βιαίων συναλλαγμάτων. Πάσαν συγγραφήν άδικον διασπάσωμεν. Δώσωμεν πεινώσιν άρτον, και πτωχούς αστέγους εισαγάγωμεν εις οίκους, ίνα λάβωμεν παρά Χριστού του Θεού, το μέγα έλεος».
Καλή ανάσταση.
Γιατί η καλωσύνη σταυρώνεται πάντοτε σ’ αυτόν τον κόσμο;
Από τα παμπάλαια χρόνια, το βράδυ του Σαββάτου της τρίτης εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ο σταυρός μεταφέρεται στο κέντρο του ναού, και ολόκληρη η ακόλουθη εβδομάδα είναι γνωστή ως εβδομάδα του Σταυρού. Ξέρουμε πως η Μεγάλη Τεσσαρακοστή αποτελεί μια προετοιμασία για τη Μεγάλη Εβδομάδα, τότε που η Εκκλησία θα ανακαλέσει στη μνήμη της τον πόνο, τη σταύρωση και το θάνατο του Ιησού Χριστού πάνω στο σταυρό. Η προβολή του σταυρού στη μέση της Σαρακοστής, μας υπενθυμίζει το σκοπό της βαθύτερης και εντατικότερης εκκλησιαστικής ζωής κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής. Έτσι είναι ο κατάλληλος τόπος εδώ, για να σκεφτούμε το ρόλο του σταυρού, αυτού του σημαντικότατου και χαρακτηριστικότατου όλων των Χριστιανικών συμβόλων.
Το σύμβολο αυτό έχει δύο στενά αλληλένδετες σημασίες. Αφενός είναι ο σταυρός του Χριστού, αυτό το αποφασιστικό όργανο με το οποίο ολοκληρώθηκε η επίγεια ζωή και διακονία του Χριστού. Είναι η ιστορία ενός φοβερού και τρομακτικού μίσους ενάντια σ’ Αυτόν που ολόκληρη η διδασκαλία Του επικεντρώθηκε στην εντολή της αγάπης, και που ολόκληρο το κύρυγμά Του ήταν μία κλήση σε αυτοθυσία στο όνομα της αγάπης. Ο Πιλάτος, ο Ρωμαίος κυβερνήτης στον οποίο μεταφέρθηκε ο Χριστός, αφού Τον συνέλαβαν, Τον εκτύπησαν και Τον έφτυσαν, λέει, «εν αυτώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω» (Ιωάν. 19, 4). Αυτό όμως προκάλεσε ένα ισχυρότερο ξέσπασμα: «Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν!» φωνάζει το πλήθος.
Έτσι ο σταυρός του Χριστού θέτει ένα αιώνιο πρόβλημα, που σκοπεύει στο βάθος της συνειδήσεως: γιατί η καλωσύνη ξεσήκωσε όχι μόνο αντίθεση, αλλά και μίσος; Γιατί η καλωσύνη σταυρώνεται πάντοτε σ’ αυτόν τον κόσμο;
Συνήθως αποφεύγουμε να δώσουμε απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, επιρρίπτοντας την ευθύνη σε κάποιον άλλο: αν ήμασταν εκεί, αν ήμουν εκεί εκείνη την τρομερή νύχτα, δε θα είχα συμπεριφερθεί όπως οι άλλοι. Αλλοίμονο όμως, κάπου βαθιά στη συνείδησή μας γνωρίζουμε πως αυτό δεν είναι αλήθεια. Ξέρουμε πως οι άνθρωποι που βασάνισαν, σταύρωσαν και μίσησαν τον Χριστό δεν ήταν κάποιου είδους τέρατα, κατεχόμενα από κάποιο ιδιαίτερο και μοναδικό κακό. Όχι, ήταν «όπως όλοι μας». Ο Πιλάτος προσπάθησε ακόμη και να υπερασπιστεί τον Ιησού, να μεταπείσει το πλήθος, προσφέρθηκε ακόμη και να απελευθερώσει το Χριστό ως κίνηση καλής θελήσεως, χάριν της εορτής, όταν κι αυτό απέτυχε, στάθηκε μπροστά στο πλήθος και ένιψε τα χέρια του, δείχνοντας τη διαφωνία του σ’ αυτό το φόνο.
Με λίγες πινελιές το ευαγγέλιο σχεδιάζει την εικόνα αυτού του παθητικού Πιλάτου, του τρόμου του, της γραφειοκρατικής του συνειδήσεως, της δειλής του αρνήσεως να ακολουθήσει τη συνείδησή του.
Δε συμβαίνει όμως ακριβώς το ίδιο στη δική μας ζωή και στη ζωή γύρω μας; Δεν είναι αυτή η πιο κοινότυπη, η πιο τυπική ιστορία; Δεν είναι παρών συνεχώς μέσα μας κάποιος Πιλάτος;
Δεν είναι αλήθεια πως όταν έρθει η στιγμή να πούμε ένα αποφασιστικό, αμετάκλητο όχι στο ψεύδος, στην αδικία, στο κακό και στο μίσος, ενδίδουμε στον πειρασμό να «νίψουμε τας χείρας μας»;
Πίσω από τον Πιλάτο ήταν οι Ρωμαίοι στρατιώτες, οι οποίοι όμως υπερασπιζόμενοι τον εαυτό τους θα μπορούσαν να πούν: εκτελέσαμε απλώς διαταγές, μας είπαν να «εξουδετερώσουμε» κάποιον ταραχοποιό που προκαλούσε αναστάτωση και αταξία, για ποιο πράγμα μιλάτε λοιπόν; Πίσω από τον Πιλάτο, πίσω από τους στρατιώτες ήταν το πλήθος, οι ίδιοι άνθρωποι που έξι μέρες πριν φώναζαν «Ωσαννά», καθώς υποδέχονταν θριαμβευτικά το Χριστό, κατά την είσοδό του στην Ιερουσαλήμ, μόνο που τώρα η κραυγή τους ήταν «Σταύρωσον αυτόν!» Έχουν όμως και γι’ αυτό μία εξήγηση. Δεν είναι οι ηγέτες τους, οι διδάσκαλοί τους και οι κυβερνήτες τους αυτοί που τους έλεγαν πως ο άνθρωπος αυτός ήταν ένας εγκληματίας, που κατέλυσε τους νόμους και τις συνήθειες, και γι’ αυτό, βάσει του νόμου, «πάντοτε βάσει του νόμου, πάντοτε σύμφωνα με το υπάρχον καταστατικό», πρέπει να πεθάνει…; Έτσι κάθε συμπαίκτης σ’ αυτό το τρομακτικό γεγονός είχε δίκαιο «από την πλευρά του», όλοι δικαιώθηκαν. Όλοι μαζί όμως δολοφόνησαν έναν άνθρωπο στον οποίον «ουδέν ευρέθη αίτιον». Η πρώτη σημασία του σταυρού συνεπώς είναι η κρίση του κακού, η μάλλον της ψευδοκαλωσύνης αυτού του κόσμου, μέσα στον οποίο πανηγυρίζει αιώνια το κακό, και ο οποίος προωθεί τον τρομακτικό θρίαμβο του κακού πάνω στη γη.
Αυτό μας μεταφέρει στη δεύτερη σημασία του σταυρού. Μετά το σταυρό του Χριστού ακολουθεί ο δικός μας σταυρός, για τον οποίο ο Χριστός είπε, «ει τις θέλει οπίσω μου έρχεσθαι,… αράτω τον σταυρόν αυτού καθ’ ημέραν και ακολουθείτω μοι» (Λουκ. 9, 23). Αυτό σημαίνει πως η επιλογή που είχε να κάνει ο καθένας εκείνη τη νύχτα –ο Πιλάτος, οι στρατιώτες, οι αρχηγοί, το πλήθος κι ο καθένας μέσα στο πλήθος – είναι μία επιλογή που τίθεται συνεχώς και σε καθημερινή βάση μπροστά μας. Εξωτερικά, η επιλογή έχει να κάνει με κάτι φαινομενικά ασήμαντο για μας, ή δευτερεύον. Για τη συνείδηση όμως τίποτε δεν είναι πρώτο ή δεύτερο, αλλά το καθετί μετράται αν είναι αληθινό ή ψεύτικο, καλό ή κακό. Το να σηκώνεις λοιπόν το σταυρό σου καθημερινά δεν είναι απλώς το να αντέχεις τα φορτία και τις μέριμνες της ζωής, αλλά πάνω απ’ όλα το να ζείς αρμονικά με τη συνείδησή σου, το να ζείς μέσα στο φως της κρίσεως της συνειδήσεως.
Ακόμη και σήμερα, με όλο τον κόσμο να κοιτάζει, ένας άνθρωπος στον οποίο «ουδέν ευρέθη αίτιον» μπορεί να συλλαμβάνεται, να βασανίζεται, να κτυπιέται, να φυλακίζεται ή να εξορίζεται. Όλα αυτά δε «επί τη βάσει του νόμου», χάριν της υπακοής και πειθαρχίας, όλα στο όνομα της τάξεως, για το καλό όλων. Πόσοι Πιλάτοι δε νίπτουν τα χέρια τους, πόσοι στρατιώτες δε σπεύδουν να εκτελέσουν τις διαταγές της στρατιωτικής ιεραρχίας, πόσοι άνθρωποι υπάκουα, δουλόπρεπα δεν τους χειροκροτούν, ή τουλάχιστον δεν κοιτάζουν σιωπηλά το κακό που θριαμβεύει; Καθώς μεταφέρουμε το σταυρό, καθώς τον προσκυνούμε, καθώς τον ασπαζόμαστε, ας σκεφτούμε τη σημασία του. Τι μας λέει, σε τι μας καλεί; Ας θυμηθούμε το σταυρό ως επιλογή από την οποία κρέμονται τα πάντα στον κόσμο, και που χωρίς αυτόν όλα στον κόσμο γίνονται θρίαμβος του κακού και του σκότους. Ο Χριστός είπε, «εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον» (Ιωάν. 9, 39). Σ’ αυτή την κρίση, μπροστά στο δικαστήριο της σταυρωμένης αγάπης, της αλήθειας και της καλωσύνης, δικάζεται ο καθένας μας.
Χαίρε Ξύλον Μακάριον
Πορευόμενοι προς το Άγιο Πάσχα διανύουμε την προπαρασκευαστική περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής. Στο μέσο αυτής της οδοιπορίας για την εορτή των εορτών, η Εκκλησία ενισχύει τον ψυχισμό του αγώνα μας, αναδεικνύοντας ό,τι πιο δυνατό και πολύτιμο έχει: τον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό του Κυρίου. Το «εὐσκιόφυλλον ξύλον» που σκεπάζει και ενδυναμώνει πολλούς. Γι’ αυτό και η ευαγγελική περικοπή μιλά για το ισχυρό αυτό τρόπαιο που χρειάζεται ο κάθε αγωνιζόμενος πιστός στη πορεία του προς το Πάσχα.
Η πρόσκληση ανοιχτή, αλλά και απαιτητική: «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν, και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι». Η ακολουθία και η μαθητεία κοντά στον Χριστό προϋποθέτει, όσο περίεργο κι αν ακούγεται την άρση του Σταυρού, τον οποίο όμως πρώτα ο Χριστός τον υπέμεινε. Η πορεία του Θεανθρώπου Χριστού, προ καταβολής κόσμου ήταν σταυρική αλλά συνάμα και αναστάσιμη. Το αποκορύφωμα των θαυμάτων Του στην επίγειά του ζωή, δεν ήταν τα θαύματά Του αλλά το Πάθος και η Ανάσταση. Αν συγκίνησε δηλαδή κάτι περισσότερο τη ζωή της Εκκλησίας από το βίο του Χριστού, αυτό ήταν ο Σταυρός και η Ανάστασή Του. Το μεγαλύτερο θαύμα που πραγματοποιήθηκε ήταν το Μυστήριο Του Πάθους και της Ανάστασης. Ο ίδιος ο Θεός που περικρατεί τους πάντες και τα πάντα, υπομένει το σταυρικό θάνατο. Υπομένει την αδικία, γινόμενος ο πιο αδικημένος άνθρωπος του κόσμου. Και ενώ τον ανέμεναν πολλοί ως έναν επίγειο θριαμβευτικό βασιλέα, Αυτός τους γκρέμισε τις προσδοκίες με τη σταυρική του θυσία, που για πολλούς ανυποψίαστους θεωρήθηκε και θεωρείται απλά «μωρία».
Στο Χριστιανισμό είναι πολύ δύσκολο να κατανοήσεις λογικά το μυστήριο του Σταυρού και τη «μωρία» του. Είναι πραγματικά δύσκολη η ερμηνεία του πόνου και της αδικίας και των αλλεπάλληλων «γιατί» ενώπιον των δεινών της ανθρωπότητας. Αυτή όμως είναι και η ανατροπή στην Ορθοδοξία και σ’ αυτή τη «μωρία» βασίστηκε και εδραιώθηκε η διδασκαλία της. Ο ίδιος ο Θεάνθρωπος υπομένει τη σταυρική θυσία, πονεί, και βασανίζεται, μετέχει του θανάτου, όμως ταυτόχρονα έπεται μέσα από όλα αυτά η Ζωηφόρος Ανάσταση. Έτσι εξαγιάζεται ο πόνος με το πρίσμα της Αναστάσεως. Η αδικία που υπέστη και η υπομονή που επέδειξε η ανθρώπινη φύση του Χριστού οικοδομεί την πέραν της λογικής θεωρία που καλείται να υιοθετήσει ο κάθε ακόλουθός Του. Ο πόνος, η θλίψη, τα βάσανα και οι καημοί μας συναρμολογούν τον προσωπικό Σταυρό που σηκώνει καθημερινά ο άνθρωπος έχοντας όμως για ενδυνάμωση, προσηλωμένη την θέα στον Άγιο Εσταυρωμένο.
Οι χιλιάδες δοκιμασίες που ζει η ανθρωπότητα κάτω από το πρίσμα του Σταυρού, λαμβάνουν, νομίζω, και την πιο ουσιαστική τους εξήγηση. Ενώ ταυτόχρονα το παράγωγο του Σταυρού σκορπίζεται με την ελπίδα της Ανάστασης. Ο Πόνος βαπτίζεται μέσα στον Σταυρό του Χριστού και μόνο έτσι μπορεί να βρει έστω και μια αμυδρή παρηγοριά όσο ισχυρή κι αν είναι η δοκιμασία. Καρκίνος, Πόνος, Θλίψη… όλα βαρετά κι ασήκωτα άνευ της ελπίδας του Σταυρού. Ο πόνος, εν ολίγοις, κάτω από τη θέα του Σταυρωμένου, δεν μένει βαρύς κι ασήκωτος γιατί ελπίζει στην Ανάσταση. Ο Πόνος συντεριάζεται με τη χαρά, και όλα γίνονται Σταυροαναστάσιμα. Δεν υπάρχουν περιθώρια απόγνωσης, μονοτονίας και μονομέρειας. Δεν υπάρχει μια αρνητική παραμονή στην αδικία του πόνου επειδή ακολουθεί η Ανάσταση.
Έτσι και την Τρίτη Κυριακή των Νηστειών, το πνεύμα της χαρμολύπης ηχεί στα αυτιά μας με το ψαλμικό τροπάριο: «Τον Σταυρόν σου προσκυνούμεν Δέσποτα και την Αγία σου Ανάστασιν υμνούμεν και δοξάζομεν». Μέσα στο Σταυρό βρίσκεται και η Ανάσταση. Αυτό ακριβώς ζούσαν οι μιμητές του Μεγαλομάρτυρα Χριστού τη στιγμή του μαρτυρίου και της δοκιμασίας τους. Ο Σταυρός γίνεται βίωμα αναστάσιμο που μετατρέπει την χαρά και το πένθος της Εκκλησίας από εγκόσμια αισθήματα σε πνευματικά. Και το πένθος της λύπης γίνεται χαροποιόν, καθώς ελπίζει στην Ανάσταση. Με αυτό το πνεύμα, ας σηκώσουμε ο καθένας, τις σταυρικές μας δοκιμασίες, μικρές ή μεγάλες, με ελπίδα Αναστάσεως. Αν έχει να μας διδάξει κάτι ο Σταυρός, αυτό είναι η Υπομονή μέχρι την ανάσα που χαρίζει η Ανάσταση.
Λόγος Ε΄: Περί μετανοίας
Δεν θα ζήσουμε, ψυχή μου, τον χρόνο της παρούσης ζωής μας μέσα στην οκνηρία, την απραγία και την ανοησία, σαν άπειρα νήπια, θεωρώντας ότι είναι αρκετή για την σωτηρία μας η παραμονή μας σε αυτόν τον τόπο, τον απρόσιτο στις γυναίκες και τους κοσμικούς ανθρώπους, γιατί έτσι θα μείνουμε στην πλάνη. Διότι και στα αρχαία χρόνια στους Ισραηλίτες, που με την βοήθεια του Υψίστου και με την καθοδήγηση του Μωυσή έφυγαν από την Αίγυπτο και τον Φαραώ, δεν ήταν αρκετό για την ευσέβειά τους το γεγονός ότι πέρασαν σαράντα χρόνια σε τόπο απρόσιτο, δηλαδή στην έρημο, επειδή ακριβώς δεν διατήρησαν την σοφή πίστη στον Θεό, που τους έσωσε από αναρίθμητες δυσκολίες.
Δεν αρκούν τα άθλια αυτά κουρέλια, ψυχή μου, για να ευχαριστήσουμε τον Κύριο των πάντων. Με ένα από αυτά, την διαμονή στην έρημο, επιτυγχάνεται η απόλυτη σιωπή και με το άλλο η απόλυτη ταπείνωση. Εάν όμως και στο πρώτο και στο δεύτερο κάποιος περιβάλλεται με δόξα και κοσμικές μέριμνες, αυτός δεν διαφέρει σε τίποτε από τον σκύλο που επιστρέφει στα ξεράσματά του, κατά τον λόγο του μεγαλυτέρου των αποστόλων [1]. Αυτά τα μαύρα κουρέλια, ψυχή μου, αποτελούν την εικόνα του θρήνου και της νεκρώσεως, η οποία αφορά εμάς που επιλέξαμε να θεωρούμε τον εαυτό μας πάντοτε νεκρωμένο εκουσίως για την παρούσα ζωή. Η νέκρωση αυτή συνίσταται στο να μισούμε πάντοτε ολόψυχα κάθε σαρκική ηδονή και κάθε επίγεια δόξα και να ζούμε αφιλοκερδώς και όσια, αποκτώντας τα αναγκαία από την δουλειά μας και θεωρώντας την ένδεια ως μεγάλο πλούτο. Αν όμως και πάλι ανόητα περιβάλλουμε τον εαυτό μας με απληστία, δόξα, οινοποσία, γέλια, με τα οποία συνήθως ενώνεται κάθε άνομη επιθυμία, τότε δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι θα παραδοθούμε στα απόλυτα βάσανα, επειδή ακριβώς ψευδόμαστε εκούσια και συνειδητά, αντίθετα προς τους όρκους που δώσαμε. Τι μπορεί να είναι χειρότερο από αυτό; Καλύτερα, λέγει η σοφία του Θεού, να μην υποσχεθούμε και να εκτελέσουμε, παρά να υποσχεθούμε και να ψευσθούμε [2]. Και ο θείος ψαλμωδός διαλαλεί: «Απολείς πάντας τους λαλούντας το ψεύδος» [3].
Ο Χριστός, ψυχή μου, δεν ευχαριστείται με την αλλαγή του τόπου και της αμφιέσεως, όπως είπαμε προηγουμένως, αλλά με την καθαρότητα της ζωής και την απόκτηση διαφόρων αρετών, που στηρίζονται στην τελεία πίστη. Και, όπως με την βοήθεια της χάριτος του Θεού ξέφυγες από τα δίχτυα της νοερής Αιγύπτου, δηλαδή αυτού του κόσμου, έτσι προσπάθησε με όλη την δύναμή σου, κάτω από την προστασία της πίστης και με τον φόβο του Θεού, να ξεφύγεις από τον διάβολο, που σε κυριεύει και πάντοτε επιτίθεται εναντίον σου με δύναμη και μένος. Και μη σταματάς να τρέχεις για να γλυτώσεις από αυτόν, μέχρις ότου δείς να τον πνίγει η ισχυρή δεξιά του Υψίστου μέσα στην άβυσσο της φωτιάς μαζί με όλα τα άρματα και τους δυνατούς οπλοφόρους του. Τότε θα δείς τον εαυτό σου να τον σκεπάζει η θεία νεφέλη του Παρακλήτου, ο οποίος δροσίζει την φλόγα που προκαλούν μέσα σου οι ασώματοι εχθροί με τις φλογερές σκέψεις των απαισίων επιθυμιών. Θα σε οδηγήσει προς την γη της Επαγγελίας όχι το πυρ αλλά η καθαρότητα του ζώντος φωτός. Η γη της Επαγγελίας δεν είναι εκείνη που μοίρασε στους Ισραηλίτες ο Ιησούς του Ναυή, αλλά αυτή που υποσχέθηκε ο πρωτότοκος όλων των ζώντων ο «ωραίος κάλλει παρά τους υιούς των ανθρώπων» [4], ο οποίος γεννήθηκε από την πανάχραντη και Παναγία Παρθένο, ο Χριστός Ιησούς, ο οποίος πρώτος εισήλθε εκεί, αφού νίκησε τον θάνατο.
Να είσαι πάντοτε σε εγρήγορση, ψυχή μου, επειδή ο νοερός Φαραώ που σε κυνηγά δεν παύει να εφευρίσκει κακό εναντίον σου. Μην περιμένεις, αγαπημένη μου ψυχή, να πάψουν οι δοκιμασίες που αυτός μηχανεύεται εις βάρος σου. Επειδή από την φύση του είναι φθονερός και θρασύς, η οργή του δεν υποχωρεί ποτέ, αλλά πάντοτε προσπαθεί να σε ρίξει στο πυρ των βασάνων. Επίσης μην τον εμπιστεύεσαι, όταν υποχωρεί, επειδή τότε ακριβώς προσπαθεί με ξεχωριστή πονηριά να σε αρπάξει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αυτός ο κάκιστος προσπαθεί να σε υποτάξει, οδηγώντας σε μακριά από την συνεχή και σταθερή νήψη σου, για να σε βρεί οκνηρή και να σε πετύχει με ένα από τα πολλά ψυχοφθόρα βέλη του, η με την ολέθρια υπερηφάνεια, να σε βγάλει από τον δρόμο που οδηγεί σε μεγαλύτερες αρετές. Επειδή είναι νούς πολύ έμπειρος στην εξεύρεση του κακού, ξέρει τι όφελος έχουμε, όταν είμαστε νηφάλιοι, παρά τις δυστυχίες που μας επιφέρει, αφού είμαστε προστατευμένοι από την Χάρη του Θεού. Επειδή, όταν είμαστε νηφάλιοι, οι δυστυχίες που μας δίνει μπορούν να γίνουν για εμάς αιτία μεγάλων επαίνων, όπως η πάλη με έναν δυνατό αντίπαλο παρέχει στον έμπειρο παλαιστή την δυνατότητα να λάβει μεγάλους επαίνους. Μπορείς με την βοήθεια του Σωτήρος σου να ξεφύγεις από τα χέρια του ολεθρίου Φαραώ και να περάσεις τα βάθη των φλογερών παθών της Ερυθράς Θαλάσσης διά ξηράς και όχι διά θαλάσσης, όπως μυστικώς μας διδάσκει ο θεόπνευστος λόγος [5]. Αν λοιπόν περάσεις μέσα στην πτωχεία και την ένδεια, και μάλιστα με τα πόδια και όχι επάνω στο άλογο, δηλαδή συνειδητοποιώντας πάντοτε στις σκέψεις σου την ταπεινότητα και την μεγάλη αναξιότητά σου, τότε θα εγκατασταθείς στο Σινά, μέσα στην έρημο, δηλαδή θα φθάσεις την ιερά οικία της απαθείας, που ευφραίνει το Άγιο Πνεύμα.
Να προσέχεις, ακόλαστη, να μην πέσεις και εσύ σε κάποιο μανιώδες πάθος, όπως οι αχάριστοι άνθρωποι. Να μην παραδοθείς στην λαιμαργία, την οινοποσία και τους χορούς, για να μην θεωρήσεις την κοιλιά σου σαν το πιο ακριβό και το πιο ιερό πράγμα [6], και να μην την προσκυνήσεις, όπως προσκύνησαν τον μόσχο [7], και χάσεις τα μέλλοντα αγαθά, όπως εκείνοι που έχασαν την γη της επαγγελίας. Έτσι δεν θα παραδοθείς σε ατελείωτα βάσανα, από τα οποία θα υποφέρεις χειρότερα από όλους, που ζούσαν πριν από τον νόμο. Αν όμως πράγματι αγαπάς τον Χριστό, τον Βασιλέα σου, που υπέμεινε για χάρη σου σταυρικό θάνατο, τότε προσπάθησε με όλη την δύναμή σου να εμφυσήσεις στην ψυχή σου την θεία αγάπη Του.
Αυτό θα το πετύχεις, μόνο αν ελέγξεις αρκετά όλες τις επιθυμίες σου. Και θα τις ελέγξεις, μόνο αν εμφυσήσεις στην καρδιά σου τον φόβο του Θεού. Και αυτόν τον φόβο θα τον αποκτήσεις, αν διώξεις από τον εαυτό σου κάθε αμφιβολία, αλλά και επιθυμία να φαίνεσαι σοφή, και αν ακολουθήσεις ως άκακο παιδί τον Κύριό σου τηρώντας τις εντολές Του [8]. Όπως η αγάπη είναι η εκτέλεση όλου του νόμου, έτσι και η πίστη είναι το θεμέλιο όλων ανεξαιρέτως των αρετών. Από την πίστη γεννιέται ο φόβος, και από αυτόν η τήρηση των εντολών, διά της οποίας ο νούς πληρούται από τον θείο έρωτα. Αφού αξιωθείς αυτά, να σκέπτεσαι ταπεινά θεωρώντας τον εαυτό σου σκόνη, για να απολαμβάνεις πάντοτε τις θείες ευλογίες.
1. Βλ. Β´ Πέτρ. 2,22.
2. Πρβλ. Παρ. 12,22.
3. Ψαλμ. 5, 7.
4. Ψαλμ. 44, 3.
5. Βλ. Ἑβρ. 11,29.
6. Βλ. Φιλ. 3,19.
7. Βλ. Ἔξ. 32,4-6.
8. Πρβλ. Ματθ. 18,3-5. Μάρκ. 10,15. Λουκ. 18,17.
Το μακάριο κυνήγι της Αγιότητας: Γέρων Εφραίμ Κατουνακιώτης
Είναι αλήθεια, πως για να αποκτήσει ο άνθρωπος κάτι πολύ μεγάλο, πρέπει να το θέλει πάρα πολύ. Πρέπει να το θέλει «εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της διανοίας». Και ποιό άραγε είναι το πολύ μεγάλο για τον άνθρωπο; Αναμφιβόλως είναι η Αγιότητα. Πάρα πολλοί Χριστιανοί Ορθόδοξοι επιθυμήσανε την Αγιότητα και κυρίως οι μοναχοί. Άλλωστε, γι’ αυτό έγιναν μοναχοί, για να επιδιώξουν με περισσότερη δύναμη την απόκτηση της Αγιότητος. Όμως, επειδή όπως προείπαμε, για να αποκτηθεί η Αγιότητα χρειάζεται τεράστια θέληση, ώστε να την αγαπήσει ο αγωνιστής, δυστυχώς στάθηκε για πολλούς αγωνιστές δυσεύρετη και άγνωστη. Και συνέβη αυτό το ανεπιθύμητο γεγονός, επειδή η θέλησή τους δεν επικεντρώθηκε αποκλειστικά στο κυνήγι της Αγιότητος, αλλά διασκορπίστηκε δυστυχώς σε πολλά μάταια πράγματα, που ενδεχομένως να εμπόδιζαν αυτόν τον μακάριο στόχο.
Ο φτωχός εγώ, που ομολογώ πως βρίσκομαι σ’ αυτήν την ελεεινή κατάσταση, θα τολμήσω να ασχοληθώ με έναν μακαριστό ιερομόναχο, που κατάφερε κι έστρεψε όλη την θέληση της ψυχής και της καρδίας του, στο μακάριο κυνήγι της Αγιότητος. Και δεν είναι ο Θεός μας άδικος, να μην χάριζε την Αγιότητα στον λεγόμενο ιερομόναχο, αφού είδε πως δεν κράτησε καθόλου μερίδιο από την θέλησή του για χάρη του εαυτού του, αλλά την έκανε θυσία στον Άγιο Τριαδικό Θεό. Φυσικά, αυτός ο ιερομόναχος που κατάφερε αυτό το μεγαλειώδες ανδραγάθημα, είναι ο μακαριστός Άγιος Γέρων, παπά-Εφραίμ ο Κατουνακιώτης.
Είχε την ευλογία ο μακαριστός παπα-Εφραίμ, να γνωρίσει τον μεγάλο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή, διότι πριν συνδεθεί μαζί του ως νέο καλογέρι που ήταν, έμοιαζε με νεαρό άτι πολύ δυναμικό αλλά ανεκπαίδευτο, που διψούσε να βρει έναν σοφό οδηγό να το εκπαιδεύσει. Ο εσωτερικός κόσμος του νεαρού παπα-Εφραίμ, ήταν ένα φαινόμενο για την εποχή του, χωρίς να γνωρίζει ο ίδιος αυτό που ευρίσκετο μέσα του και λέγεται αφανής πλούτος. Τον πίεζε συνεχώς τρόπον τινά θα λέγαμε και είχε φτάσει σε μεγάλη ψυχική αγωνία, διότι ένιωθε μία ακατάπαυστη δίψα μέσα του πνευματική και δεν έβρισκε μόνος του αυτό το μακάριο ύδωρ. Και ενώ ο χρόνος κυλούσε σχεδόν ανώφελα γι’αυτόν, η Παναγία μας, η μεγάλη Γερόντισσα και το μοναδικό αφεντικό του Αγίου Όρους, ευδόκησε να γίνει η μεγάλη συνάντηση του παπα-Εφραίμ με τον μεγάλο ησυχαστή Γέροντα Ιωσήφ. Όταν αντίκρυσε ο νεαρός π. Εφραίμ τον μεγάλο γέροντα και άκουσε τα πρώτα σοφά λόγια από το στόμα του, ευθύς, ως άλλη Μαρία του Ευαγγελίου, έπεσε στα πόδια του μεγάλου Γέροντος. Έκτοτε, αναφωνούσε μέσα του νοερώς κι έλεγε: «Εὐρήκαμεν τόν Μεσσίαν». Όντως, για τον νεαρό π. Εφραίμ, ο μέγας ησυχαστής ήταν ένας μεσσίας, ώστε να εύρει στην συνέχεια το ποθούμενο, αυτό που ακατάπαυστα διψούσε η ψυχή του. Η συνέχεια της ζωής του νεαρού π. Εφραίμ, κοντά στον μέγα διδάσκαλο της υπακοής και νοεράς προσευχής Γέροντα Ιωσήφ, ήταν από τις πολύ σπάνιες περιπτώσεις μέσα στο Άγιον Όρος. Ο νεαρός π. Εφραίμ, αφού είδε τον εαυτό του, πως δεν μπορούσε να ακολουθήσει την απαράμιλλη άσκηση του μεγάλου αββά του, ως σοφός που ήταν αφοσιώθηκε ιδιαιτέρως στην άκρα και αγγελομίμητη υπακοή και στην πολυπόθητη νοερά προσευχή, που την αναζητούσε με πολλά δάκρυα, αλλά δεν μπορούσε να την εύρει μόνος του. Αυτές τις δύο μέγιστες ουράνιες αρετές, εδιδάχτηκε με πολύ αυστηρή ακρίβεια απ’ τον άγιο γέροντα Ιωσήφ ο νεαρός π. Εφραίμ. Και τόσο πολύ γρἠγορα και τέλεια τις αφομοίωσε μέσα του, που παραδόξως δεν μπορούσε να κρύψει τις ενέργειες της Θείας Χάριτος, που τον επισκίασε πλουσίως. Ο νεαρός π. Εφραίμ, δεν χρειάστηκε να αναλωθεί στα κοπιαστικά έργα ασκήσεως της ερήμου, αλλά ως σοφός που ήταν, όπως προείπαμε, αφοσιώθηκε κυριολεκτικά με όλη την ψυχή του, στην κατά Θεόν υπακοή στον μεγάλο ησυχαστή. Και μετά από αυτό τί συνέβη στον νεαρό π. Εφραίμ; Συνέβη αυτό που είχε συμβεί πολύ παλαιότερα στον Άγιο Δοσίθεο, τον υποτακτικό του αββά Δωροθέου, δηλαδή Θεία έλλαμψις. Αυτό συνέβη και στον παπά-Εφραίμ, με αποτέλεσμα να τον θαυμάζουν όλα τα καλογέρια του μεγάλου γέροντος Ιωσήφ. Και ο θαυμασμός τους δεν ήταν μόνον ότι δέχθηκε την Θεία έλλαμψη, αλλά ότι την δέχτηκε τόσο πολύ σύντομα. Μέχρι και ο Άγιος Γέροντάς τους Ιωσήφ θαύμασε κι εδόξασε τον Θεό, πού μπορεί ο μοναχός με μόνη την κατά Θεόν υπακοή, να φτάσει σε Θεία μέτρα πνευματικής καταστάσεως. Να με συγχωρέσετε που δεν θα αναφερθώ στις Θείες ελλάμψεις του μακαριστού π. Εφραίμ, διότι αυτές τις περιγράφουν με πολλή χάρη τα καλογέρια του κι οι συνασκητές του εκείνης της εποχής. Εγώ ο φτωχός εν κατακλείδι, οφείλω να ομολογήσω πως με αξίωσε η Παναγία μας να γνωρίσω αυτό το φαινόμενο που λέγεται παπά-Εφραίμ. Τον επισκέφθηκα τρεις φορές, εκεί στα Κατουνάκια. Μία φορά ως λαϊκός και δύο ως μοναχός. Ομολογώ, πως κατά τη διάρκεια των επισκέψεών μου ήταν αποκαλυπτικός για τη συνέχεια της ζωής μου. Συμπερασματικά λοιπόν, έχουμε να πούμε τα εξής: πως δεν μπορούμε να πετύχουμε τον αγιασμό μας, αν δεν τον ποθήσουμε και δεν τον θελήσουμε πάρα πολύ. Το δίδαγμα και το παράδειγμα μάς το υποδεικνύει με άριστο τρόπο, ο Άγιος Γέρων Εφραίμ Κατουνακιώτης. Φυσικά, παραλείψαμε να αναφέρουμε, πως πριν βάλει σε εφαρμογή την κατά Θεόν υπακοή και την νοερά προσευχή ο παπα-Εφραίμ, πρώτα εταπεινώθηκε πάρα πολύ, διότι εάν πρώτα δεν προηγηθεί η ταπείνωσις, η υπακοή δεν καρποφορεί μόνη της και ίσως μάλλον να καρποφορήσει πικρούς καρπούς, δηλαδή καρπούς κενοδοξίας. Συμβαίνει αυτό που μας λέει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «η κενοδοξία περιμένει πότε να ανθίσει η υπακοή»! Φοβερός ο λόγος αυτός, ο νοών νοείτω… Έτσι λοιπόν, όλοι μας ας μιμηθούμε το κατά δύναμιν, τις τρεις μεγάλες αρετές του μακαριστού γέροντος π. Εφραίμ, την ταπείνωση, την υπακοή και την νοερά προσευχή. Το στάδιο είναι ανοιχτό για όλους μας και μπορούμε να πάρουμε όλοι ο καθένας μας το βραβείο και όχι μόνο ένας, όπως συμβαίνει στα κοσμικά και αθλητικά στάδια, που ενώ σε ένα μαραθώνιο αγώνισμα, από τους εκατοντάδες αγωνιστές που τρέχουν, μόνον ένας, ο πρώτος, θα πάρει χρυσό μετάλλιο! Ενώ, ο δικός μας αγωνοθέτης Χριστός, προσφέρει σε όλους μας που αγωνιζόμαστε, βραβείο πολύ ανώτερο από το χρυσό μετάλλιο και το φοβερό είναι, πως μπορούμε όλοι μας να τερματίσουμε μαζί και να στεφανωθούμε όλοι μας, αρκεί να υπάρχει αυτή η πολυπόθητη θέληση, που χωρίς αυτήν τίποτε δεν γίνεται. Άλλωστε, μας το λέει και ο μέγας ρήτωρ της οικουμένης Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «τα πάντα εξαρτώνται από το θέλω ή και δεν θέλω».
Επειδή αναφερθήκαμε στην κατάκτηση της Αγιότητος, καλό είναι να διευκρινίσουμε τι σημαίνει Αγιότης. Αγιότης σημαίνει, άκρα ψυχική υγεία και αυτός ο άνθρωπος, που είναι ψυχικά υγιής, είναι Άγιος. Δεν νοείται, ο άνθρωπος να είναι υγιής ψυχικά, χωρίς να είναι ενωμένος με τον Ιησού Χριστό, διότι μόνο από την ένωσή μας με τον Χριστό, θα είμαστε ψυχικά υγιείς. Όσες θεωρίες προσφέρουν ψυχική υγεία, χωρίς να υπάρχει ο Χριστός, σ’ αυτές τις θεωρίες κατοικεί το πονηρό πνεύμα και προσφέρει μια επίπλαστη και ψεύτικη ψυχική υγεία, που μαθηματικά οδηγεί σε ψυχικό όλεθρο. Αυτήν την πολυπόθητη ψυχική υγεία, που προέρχεται από τον Ιησού Χριστό, κατόρθωσε και απέκτησε πρώτα με μύριους κόπους, ο μέγας ησυχαστής Γέρων Ιωσήφ και την δίδαξε καλώς σε όλους τους μαθητές του, που ένας από αυτούς είναι και ο μακαριστός π. Εφραίμ Κατουνακιώτης, όπως προείπαμε, κατόρθωσε παρά τους πόδας του διδασκάλου του Ιωσήφ του Ησυχαστού, σε σύντομο χρόνο, να απελευθερωθεί από τον παλαιό άνθρωπο και να χαίρει άκρας ψυχικής υγείας, που όπως προείπαμε σημαίνει Αγιότητα. Είθε, αυτό να συμβεί σε όλους εμάς τους μοναχούς και σε όλο το Ορθόδοξο πλήρωμα. Αμήν.
Ένα πνευματικό φυτώριο
Οι αγρυπνίες τού Αγίου Ελισαίου σταθήκανε πνευματικό φυτώριο. Μέσα στο ταπεινό αυτό εκκλησάκι, στους Αγέρηδες, το ιδιωτικό, το ανύπαρκτο τώρα πια, αφού το γκρέμισε η σκαπάνη της οικονομικής σκοπιμότητας, ο Όσιος παπα-Νικόλας ο Πλανάς, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης και μία πλειάδα ταπεινών ορθοδόξων Χριστιανών, είχανε οργανώσει αυτές τις αγρυπνίες.
Λειτουργός ο ακούραστος ψάλτης ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, κι αριστερός ψάλτης ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης. Και γύρω τους ένα εκκλησίασμα από ταπεινούς Χριστιανούς, που δεν κουραζόντανε, ούτε από τις μακρυές ακολουθίες, ούτε από την αγρυπνία, ούτε από την ορθοστασία. Ούτε τα βλέφαρά τους κλείνανε, ούτε τα γόνατά τους λυγίζανε.

Οι ταπεινοί αυτοί Χριστιανοί, ούτε συλλόγους είχανε σκαρώσει, ούτε λόγους βγάζανε, ούτε συχνάζανε στα γραφεία των εφημερίδων, απαιτώντας προσωπική προβολή και παινέματα των δημοσιογράφων, ούτε καλούσανε κανέναν ισχυρό να ‘ρθη, να τους καμαρώση και να τους ενισχύση.
Δεν κάνανε κοινωνικό Χριστιανισμό, ούτε είχε ψηλώσει ο νους τους, ώστε να θέλουνε να βολέψουνε τα στραβά τού κόσμου, σαν κείνους τους πιο θεόστραβους άπ’ όλους, που παρασταίνουνε τον εκλεχτό τού Θεού, τον προωρισμένο ν’ αποκαταστήση την δικαιοσύνη του, στον ξεστρατισμένο κόσμο. Είτανε άνθρωποι απλοί, ταπεινοί Χριστιανοί, που πιστεύανε στον Θεάνθρωπο Χριστό, στη Παναγία Θεοτόκο και στους αγίους Του. Και πιστοί στο Λόγο Του, δεν νοιαζότανε για τα κρίματα των αλλονών, αλλά για τα δικά τους. Κι’ αυτές τις δικές τους πληγές πασχίζανε να επουλώσουνε με νηστείες, με προσευχή, με καθημερινή παρουσία στον Οίκο Του, μ’ αδιάκοπο διάβασμα τού Λόγου Του, τού Ευαγγελικού και των βίων των αγίων, που βρίσκανε μέσα στα συναξάρια.
Ούτε ο παπα-Νικόλας ο Πλανάς, ούτε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ούτε ο Μωραϊτίδης, ούτε κανένας από κείνους, που αγρυπνούσανε στον Άγιο Ελισαίο, δεν σπαταλούσανε την ώρα της προσευχής, βγάζοντας λόγους, τάχα για να σώσουνε τους άλλους, ενώ στη ουσία αν το κάνανε δεν θα σώζανε κανέναν με τα λόγια, αλλά μονάχα θα προβάλλανε τον εαυτό τους.
Σαν γνήσιοι ορθόδοξοι είχανε αφήσει στους φραγκίζοντες και προτεσταντίζοντες τις ευσεβείς φλυαρίες και κείνοι ζούσανε την λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, που είναι μυστήριο και κλείνει μέσα της όσα κανένα κήρυγμα δεν μπορεί να κλείση. Γιατί όλα τα λέει η λειτουργία, το Λυχνικό, το Ψαλτήρι κι’ η ορθόδοξη υμνογραφία. Όλα, πέρα για πέρα. Και τόσο πολύ, που και μία προσταφαίρεσι δεν είναι δυνατή και νοητή.

Ο παπα-Νικόλας ο Πλανάς στάθηκε η πιο ολοκληρωμένη λειτουργική έκφρασι μέσα στη ορθόδοξη Ελλάδα τού δεύτερου μισού τού περασμένου αιώνα και των πρώτων εικοσιπέντε χρόνων τού τωρινού. Λειτουργική στάθηκε ολάκερη η ζωή του. Ξημερώματα άρχιζε και μεσημέρι τελείωνε. Γιατί τάλεγε όλα, γιατί μνημόνευε εκατοντάδες νεκρούς και ζωντανούς. Και το εκκλησίασμα ούτε αβάσταχτες εύρισκε αυτές τις ακολουθίες, ούτε καταπονετικές, ούτε εμπόδιο στις δουλειές του. Φτωχοί και πολλοί μεροκαματιάρηδες ήτανε αυτοί που εκκλησιαζόντανε στον Άγιο Ελισαίο, ή στον Άγιο Γιάννη τον Κυνηγό, της οδού Βουλιαγμένης, όπου χρόνια λειτουργούσε ο παπα-Νικόλας ο Πλανάς. Άνθρωποι της ανάγκης, θεόφτωχοι, κοπιώντες και πεφορτισμένοι. Κι’ όμως δεν κουραζόντανε για ένα και μόνο λόγο: Δεν ήτανε ξένοι προς τα μυστήρια και τις ακολουθίες. Τις διαβάζανε, ξέρανε όλα άπ’ έξω και γευότανε τη λειτουργία ή τις ακολουθίες των αγρυπνιών, όταν τις τελούσε ένας ιερέας ταπεινός και καθαρός την καρδία. Αυτός ο κόσμος γευότανε όσα έλεγε ο λειτουργός όσα ψέλνανε οι ψαλτάδες. Τα σιγόλεγε και τα σιγόψελνε και το εκκλησίασμα και κάθε λέξη και κάθε φράση και κάθε μουσικός φθόγγος ήτανε βίωμα. Δεν ακούγανε λόγια αδιάφορα γι’ αυτούς ή μουσική κοσμική ή εικόνες φράγκικες, θεατρικές και γλυκανάλατες. Ο,τι ακούγανε σκορπούσε γαλήνη στη ψυχή και στο πνεύμα τους και τα μάτια τους δεχότανε σαν ίαμα τ’ άγια εικονίσματα της βυζαντινής αγιογραφίας. Όξω και μακρυά άπ’ τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, δεν βρίσκανε ούτε λύτρωση, ούτε ανάπαυση. Ο πόθος τους για χριστιανική δικαιοσύνη, όπως το βλέπουμε τόσες φορές στο έργο τού Παπαδιαμάντη και τού Μωραϊτίδη, δεν έκρυψε ποτέ την οργή της εκδίκησης. Η αγάπη που τους θέρμαινε δεν ήτανε η ανήσυχη κι’ εναγώνια αγάπη τού κόσμου, αλλά η ατάραχη και ειρηνική αγάπη τού Χριστού.
Αυτοί οι επιζώντες, όπως και μερικοί άλλοι, καθώς και κείνοι που κοιμηθήκανε εν Κυρίω από τους αγρυπνητές τού προφήτη Ελισαίου, ξέρουνε πως η λογική τού κόσμου δεν έχει θέση στο χριστιανικό περίβολο, όπως δεν έχει θέση κι’ η μεθοδολογία τού κόσμου. Γιατί αυτά κρίνοντάς τα με τα μέτρα τους και βλέποντάς τα με τα κοντόθωρα μάτια τους δεν μπορούνε να καταλάβουνε πως ο Χριστιανισμός είναι η πιο μεγάλη περιπέτεια, η πιο μεγάλη υπερβολή και το πιο απίστευτο απ’ όλα τα πιο απίστευτα τού κόσμου. Για τούτο κι’ η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας είναι η ορθοδοξία ανόθευτη απ’ όλες τις κοσμικόφρονες επιδράσεις τού δυτικού κόσμου.

