Νοοτροπία και τρόπος ζωής στη μαζική δημοκρατία


Νοοτροπία και
τρόπος ζωής στη μαζική δημοκρατία

 

Νοοτροπία και τρόπος ζωής στη μαζική
δημοκρατία

Απόσπασμα* από το βιβλίο Η παρακμή του αστικού πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία. Παναγιώτης Κονδύλης, εκδόσεις Θεμέλιο.

Κείμενο: Παναγιώτης Κονδύλης
 Η νοοτροπία και ο τρόπος ζωής μιας
κοινωνίας προφανώς σχετίζο­νται στενά με τις εκάστοτε κρατούσες ιδέες για τα
δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ατόμου, για τον ρόλο του ως συνανθρώπου
καθώς και για την υφή του ως άνθρωπου. Γνωρίζουμε ότι η μεθερμηνεία και η
μετατροπή του φιλελευθερισμού υπό το πνεύμα της μαζικής δημο­κρατίας
συντελέσθηκαν πρωταρχικά σε συνάφεια με τη δραστική μετατόπιση του περιεχομένου
της έννοιας του ατομικισμού. Η νέα αντίληψη για το άτομο, με την οποία συναρτώνται
σε ουσιώδη σημεία η νοοτροπία και ο τρόπος ζωής της μαζικής δημοκρατίας,
στηριζόταν σε μια προγραμματική αντικατάσταση των άξιων της αυτοπειθάρχησης από
τις άξιες της αυτοπραγμάτωσης, οι οποίες από την πλευρά τους έχουν διπλή
αναφορά ή διπλή σημασία.


Στο στενότερο επίπεδο του άτομου —εκείθεν ή εντεύθεν των πο­λιτικών προγραμμάτων— το αίτημα της αυτοπραγμάτωσης 

συχνά συνυφαίνεται με τις ηδονιστικές εκείνες στάσεις που υποβαστάζουν ψυχολογικά τη μαζική κατανάλωση και επομένως 

την υπόσταση της οικονομίας.



Στο επίπεδο των πολι­τικών προγραμμάτων
και σκοποθεσιών το σύνθημα της αυτοπραγμάτωσης του άτομου συνδέθηκε με
αιτήματα, τα οποία σε τελευταία ανάλυση απέβλεπαν στην υλική ισότητα και επί
πλέον στον εκδημοκρατισμό μέσω της συμμετοχής. Σε συνάφεια με τον στόχο της υλικής Ισότητας, η αυτοπραγμάτωση του άτομου σήμαινε ότι το κράτος όφειλε να
προνοήσει για τη δημιουργία των γενικών εκείνων συνθηκών, οι οποίες θα
πρόσφεραν σε κάθε άτομο («γνήσια», δηλαδή όχι απλώς τυπικά-νομικά, ίσες
ευκαιρίες να αναπτύξει ελεύθερα τις φυσικές του καταβολές και τα ενδιαφέροντα
του. Από την άλλη μεριά, η αυτο­πραγμάτωση και ο εκδημοκρατισμός φάνηκαν να
συνδέονται στενά επειδή μοναχά άτομα, που έχουν αυτοπραγματωθεί με την παραπάνω
έννοια ή που βρίσκονται τουλάχιστον στον σωστό δρόμο προς την αυτοπραγμάτωση,
έχουν τις απαιτούμενες ικανότητες για να συμμετάσχουν ως ίσοι μεταξύ ίσων στη
διαμόρφωση των κοινωνικά σημαντικών αποφάσεων σε όλες τις βαθμίδες όπου
λαμβάνονται τέτοιες· η συμμετοχή σε δημοκρατικές διαδικασίες είναι λοιπόν
αναγκαίος όρος και συνάμα φυσική συνέπεια της αυτοπραγμάτωσης. Ως πολιτικό
μέγεθος η αυτοπραγμάτωση ισοδυναμεί με τον αυτοπροσδιορισμό, δηλαδή με την
ικανότητα του άτομου να επιβάλλει μέσω της συμμετοχής του σε δημοκρατικές
διαδικασίες αποφάσεων την ατομική αυτοπραγμάτωση ως απόλυτη κοινωνική
προτεραιότητα, και συνάμα να επεξεργάζεται το νομικό πλαίσιο για την υλική
διασφάλιση τούτης της προτεραιότητας. Αντίστοιχα ερμηνεύονται τώρα και τα
«ανθρώπινα δικαιώματα», τα οποία, αντίθετα απ’ όσα ισχυρίζεται η δημοκρατική
τελολογική αντίληψη της Ιστορίας, δεν αποτελούν τελειωτικό πνευματικό και ηθικό
επίτευγμα ύστερα από αιώνες καταπίεσης και σκότους, παρά κατά βάση συνιστούν
τον τρόπο λειτουργίας και επιβίωσης της μαζικής δημοκρατίας, με την οποία και
συνδέεται η μοίρα τους. Τα «ανθρώπινα δικαιώματα» είναι δικαιώματα που
φαίνονται απαραί­τητα για την αυτοπραγμάτωση με τη δημοκρατική έννοια του όρου
και έχουν, ακριβώς όπως και η αυτοπραγμάτωση, όχι μόνο μια πολιτική, αλλά και
μια δεύτερη διάσταση, την οποία υπαινιχθήκαμε προηγουμένως και θα εξηγήσουμε
τώρα.


Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι κάτω από την επιρροή βιοτικών ιδεωδών και ρευμάτων, 

τα οποία εμπνέονται από την πολιτισμική επανάσταση και εκπροσωπούνται κυρίως από ομάδες 

(π.χ. νέους και διανοουμένους) με μικρότερη ικανότητα ή επιθυμία κατανάλωσης, ο ηδονισμός 

παίρνει συχνότατα μορφές εν μέρει άμεσα αντιτιθέμενες στον χυδαίο καταναλωτικό υλισμό.



Στο στενότερο επίπεδο του άτομου
—εκείθεν ή εντεύθεν των πο­λιτικών προγραμμάτων— το αίτημα της αυτοπραγμάτωσης
συχνά συνυφαίνεται με τις ηδονιστικές εκείνες στάσεις που υποβαστάζουν
ψυχολογικά τη μαζική κατανάλωση και επομένως την υπόσταση της οικονομίας. Τούτη
η ηδονιστική αυτοπραγμάτωση πρέπει βέβαια να διακριθεί από την πολιτική· δεν
αντιτίθενται οπωσδήποτε θεωρητικά σε τούτην εδώ, όμως ως πρακτική στάση
συχνότατα πηγάζει από την παθητικότητα εκείνη, η οποία απορρέει από τη
διαπίστωση της ασημαντότητας του άτομου εντός των γιγαντιαίων δομών και
μηχανισμών της μαζικής δημοκρατίας και της οποίας το αντιστάθμισμα ζητείται
στην ένταση της προσωπικής ζωής και των προσωπικών βιωμάτων — όπως και
αντίστροφα: η βεβαιότητα, πως η ζωή στη μαζική δη­μοκρατία μπορεί να προσφέρει
μια πληθώρα τέτοιων αντισταθμισμάτων, ενισχύει την τάση για μιαν ύπαρξη στο
περιθώριο της μεγάλης και της μικρής πολιτικής. Αναμφίβολα υπάρχει πρωταρχική
και ουσιώδης σχέση ανάμεσα στις διαθέσιμες καταναλωτικές δυνατότητες και στην
επικρατούσα εκδοχή του ιδεώδους της αυτοπραγμάτωσης. Γιατί αυτές οι δυνατότητες
πρόσφεραν για πρώτη φορά το συγκεκριμένο ερέθισμα και την απτή βάση για την
προγραμματική σύνδεση αυτοπραγμάτωσης και ηδονισμού, ενώ σε όλους τους
προγενέστερους κοινωνικούς σχηματισμούς η αυτοπραγμάτωση οριζόταν κατά κύριο
λόγο ως αυτοϋπέρβαση, δηλαδή ως επιβολή του αληθινού ή αυθεντικού εγώ πάνω στα
κατώτερα ψυχόρμητα– τώρα όμως η αυτοϋπέρβαση με την
παραδεδομένη ηθική έννοια εμφανίζεται κατά κανόνα ως το ακριβώς αντίθετο της
γνήσιας αυτοπραγμάτωσης. Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι
κάτω από την επιρροή βιοτικών ιδεωδών και ρευμάτων, τα οποία εμπνέονται από την
πολιτισμική επανάσταση και εκπροσωπούνται κυρίως από ομάδες (π.χ. νέους και
διανοουμένους) με μικρότερη ικανότητα ή επιθυμία κατανάλωσης, ο ηδονισμός
παίρνει συχνότατα μορφές εν μέρει άμεσα αντιτιθέμενες στον χυδαίο καταναλωτικό
υλισμό. Έτσι εκτιμώνται περισσότερο από τα υλικά αγαθά τα πνευματικά, ωστόσο
και πάλι παραμερίζεται η παραδοσιακή ασκητική αντιδιαστολή του πνευματικού
στοιχείου προς το αισθητό ή υλικό: στην περίπτωση αυτήν είναι δυνατόν να
συμπίπτουν τα πνευματικά αγαθά με την ικανοποίηση των αισθήσεων, ήτοι τα πρώτα
σχετίζονται με τον έρωτα, τις αθλοπαιδιές, τη φιλική συντροφιά, τη σχόλη ή τον
στοχασμό — πάντοτε στην υπηρεσία της επικοινωνίας και της αυτοπραγμάτωσης.
Βέβαια, μονάχα μια κοινωνία που παράγει και καταναλώνει, κατά μάζες υλικά αγαθά
μπορεί να δημιουργήσει τους ελεύθερους χώρους, oι οποίοι είναι απαραίτητοι για
την ομαδική αναζήτηση και καλλιέργεια τέτοιων πνευματικών αγα­θών. Αυτό εξηγεί
γιατί τούτα τα τελευταία, παρά τον τρόπο που κατανοούν τον εαυτό τους οι
εκπρόσωποι τους, μπορούν να υπαχθούν μαζί με τις πεζές καταναλωτικές ανάγκες
των πλείστων μελών της κοινωνίας κάτω από έναν και μόνο κοινό παρονομαστή,
εκείνον του ηδονισμού. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάμουμε με στάσεις,
οι οποίες διαμορφώνονται κάτω από τις ίδιες κοινωνικές συνθήκες και έχουν
μεταξύ τους σχέση συμπληρωματική, αν και όχι πάντοτε αρμονική.
Κοντολογής, το χαρακτηρολογικό πρότυπο,
το οποίο δίνει τον τόνο στη μαζική δημοκρατία, μολονότι δεν κυριαρχεί σ’ όλη τη
γραμμή, αποτελεί σε κεντρικά σημεία αντιστροφή του πουριτανικού ή του
βικτωριανού αστικού ήθους και έθους. Στο προσκήνιο δεν βρίσκεται η
αυτοπειθαρχία με σκοπό την επίτευξη εσωτερικών και εξωτερικών στόχων ούτε κι η
υποταγή της καθημερινής δραστηριότητας σε μακροπρόθεσμες επιδιώξεις, παρά
μάλλον η κατάφαση της βραχυπρόθεσμης απόλαυσης, του στιγμιαίου και του
αυθόρμητου καθώς και η απόρριψη του εξωτερικού ελέγχου, της πειθάρχησης και της
εξουσίας.

* Σελ 251,252,253

Πηγή 


Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού 


από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία

Αν δεν μπορείτε να διαβάσετε άρθρο κάντε κλικ εδώ.


Η αξία του δαχτυλιδιού

Υπάρχει μια παλιά ιστορία για ένα παιδί που πήγε να ζητήσει τη βοήθεια ενός σοφού….



«Ήρθα, δάσκαλε, γιατί νοιώθω τόσο ασήμαντος που δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα. Μου λένε ότι δεν αξίζω τίποτα, ότι δεν κάνω τίποτα σωστά, ότι είμαι αδέξιος και χαζός. Πως μπορώ να βελτιωθώ; Τι μπορώ να κάνω για να με εκτιμήσουν περισσότερο;»

Ο δάσκαλος, χωρίς να τον κοιτάξει, του είπε:

«Πόσο λυπάμαι, αγόρι μου. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω γιατί πρώτα πρέπει να λύσω ένα δικό μου πρόβλημα. Μετά, ίσως..» και ύστερα από μια παύση συνέχισε : «Αν θέλεις να με βοηθήσεις εσύ, μπορεί να λύσω γρήγορα το πρόβλημά μου και μετά να μπορέσω να σε βοηθήσω.»

«Ε …;μετά χαράς, δάσκαλε» είπε διστακτικά ο νεαρός, νοιώθοντας ότι τον υποτιμούσαν για άλλη μια φορά και μετέθεταν τις ανάγκες του.

«Ωραία» συνέχισε ο δάσκαλος. Έβγαλε το δαχτυλίδι που φορούσε στο αριστερό του χέρι και το έδωσε στο αγόρι, λέγοντας :»Πάρε το άλογο που είναι εκεί έξω και τρέξε στην αγορά. Πρέπει να πουλήσω αυτό το δαχτυλίδι για να πληρώσω ένα χρέος. Είναι ανάγκη να πάρεις όσο περισσότερα χρήματα μπορείς για αυτό. Και με κανέναν τρόπο μη δεχτείς λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί. Πήγαινε και έλα με το χρυσό φλουρί όσο πιο γρήγορα μπορείς.»

Ο νεαρός πήρε το δαχτυλίδι κι έφυγε. Μόλις έφτασε στην αγορά άρχισε να προσφέρει το δαχτυλίδι στους εμπόρους που το κοίταζαν με κάποιο ενδιαφέρον, ώσπου ο νεαρός έλεγε τι ζητούσε γι’ αυτό.

Όταν το παιδί έλεγε «ένα χρυσό φλουρί» άλλοι γελούσαν, άλλοι του γύριζαν τις πλάτες και μόνο ένας γέροντας φάνηκε αρκετά ευγενικός για να μπει στον κόπο να του εξηγήσει ότι ένα χρυσό φλουρί ήταν πάρα πολύ για ένα δαχτυλίδι. Θέλοντας να βοηθήσει, ένας του πρόσφερε ένα ασημένιο νόμισμα κι ένα μπακιρένιο τάσι, όμως, ο νεαρός είχε οδηγίες να μη δεχτεί λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί κι έτσι απέρριψε την προσφορά.

Αφού προσπάθησε να πουλήσει το κόσμημα σε όποιον συνάντησε στο δρόμο του στην αγορά – και σίγουρα θα ήταν πάνω από εκατό άτομα – , παραδέχτηκε την αποτυχία του, καβάλησε το άλογο και γύρισε πίσω.

Πόσο θα ήθελε ο νεαρός να είχε ένα χρυσό φλουρί για να το δώσει στο δάσκαλο και να τον γλυτώσει από το πρόβλημά του. Έτσι, θα έπαιρνε κι αυτός τη συμβουλή και τη βοήθεια του δασκάλου.

Μπήκε μέσα στην κάμαρη.

«Δάσκαλε» είπε, «λυπάμαι. Είναι αδύνατο να τα καταφέρω. Ίσως να μπορούσα να πάρω δύο ή τρία ασημένια, όμως, νομίζω ότι δεν μπορώ να γελάσω κανέναν για την πραγματική αξία του δαχτυλιδιού.»

«Αυτό που είπες είναι πολύ σημαντικό, νεαρέ μου φίλε» απάντησε χαμογελώντας ο δάσκαλος. «Πρέπει πρώτα να μάθουμε την αληθινή αξία του δαχτυλιδιού. Καβάλησε πάλι το άλογο και πήγαινε στον κοσμηματοπώλη. Ποιος άλλος θα ξέρει καλύτερα; Πες του ότι θέλεις να το πουλήσεις και ρώτησέ τον πόσα μπορεί να πιάσει.Ομως, μην του το πουλήσεις όσα κι αν σου προσφέρει. Γύρισε πίσω με το δαχτυλίδι.»

Ο νεαρός καβάλησε το άλογο κι έφυγε πάλι.

Ο κοσμηματοπώλης εξέτασε το δαχτυλίδι στο φως του κεριού, το κοίταξε με το φακό, το ζύγισε και μετά είπε στο παιδί:

«Πες στο δάσκαλο, αγόρι μου, ότι αν θέλει να το πουλήσει αμέσως, δεν μπορώ να του δώσω παραπάνω από πενήντα οχτώ χρυσά φλουριά για το δαχτυλίδι του.»
«Πενήντα οχτώ χρυσά;» φώναξε το παιδί.
«Ναι» απάντησε ο κοσμηματοπώλης. «Βέβαια,, με λίγη υπομονή θα μπορούσαμε να βγάλουμε γύρω στα εβδομήντα χρυσά φλουριά, όμως, αν είναι επείγον …;»
Ο νεαρός έτρεξε συγκινημένος στο σπίτι του δασκάλου να του πει τα καθέκαστα.

«Κάθισε» του είπε ο δάσκαλος αφού τον άκουσε. «Είσαι κι εσύ σαν αυτό το δαχτυλίδι. ‘Ενα πολύτιμο και μοναδικό κόσμημα. Και σαν τέτοιο, πρέπει να σ΄εκτιμήσει ένας αληθινός ειδικός. Γιατί στη ζωή σου γυρίζεις εδώ κι εκεί ζητώντας να εκτιμήσει ο καθένας την πραγματική σου αξία;»

Και μ’ αυτά τα λόγια, έβαλε πάλι το δαχτυλίδι στο μικρό του δάχτυλο του αριστερού του χεριού…

Υγιαίνετε..!


Η διάθεσις του ανθρώπου είναι μέτρον του ελέους του Θεού

Η διάθεσις του ανθρώπου είναι μέτρον του ελέους του Θεού

Ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

Ἑρμηνεία εἰς τὸν στίχον:

«Καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν τοῖς φοβουμένοις αὐτόν»

τῆς Θ´ ᾨδῆς τῆς Παρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας

ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΚΗΠΟΣ ΧΑΡΙΤΩΝ»,
ἔκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσ/νίκη 1979, σελ. 219-221

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ





Καὶ διὰ τοῦτο, λέγει ἡ Παρθένος, συνέλαβα τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τοῦτο αὐτὸς ἔλαβεν ἐξ ἐμοῦ σάρκα ἐμψυχωμένην, λογικήν, νοεράν, θελητικὴν καὶ αὐτεξούσιον καὶ ἥνωσεν αὐτὴν εἰς τὴν ἰδικήν του ὑπόστασιν, διὰ νὰ ἐκχύσῃ τὸ πλούσιον αὐτοῦ ἔλεος εἰς τὰς γενεὰς τῶν ἀνθρώπων, ὅπου μέλλουν νὰ φοβηθοῦν αὐτὸν καὶ νὰ πιστεύσουν αὐτῷ. Οἱ φοβούμενοι τὸν Θεόν, ἤτοι οἱ διὰ μετανοίας εἰς φόβον τρεπόμενοι, αὐτοὶ ἐλεοῦνται ἀπὸ τὸν Θεόν, οἱ δὲ μὴ φοβούμενοι, ἤτοι οἱ μὴ μετανοοῦντες, οὐκ ἐλεοῦνται. Διότι τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἂν καὶ λέγεται ἔλεος, ὅμως εἰς τοὺς ἀξίους τοῦ ἐλέους δίδοται καὶ ὄχι εἰς τοὺς ἀναξίους αὐτοῦ· ἐὰν γὰρ καὶ εἰς τοὺς ἀναξίους ἐδίδοτο, ὅλοι οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλομ θὰ ἐσώζοντο καὶ οὐδεμς θὰ ἐκολάζετο. Τοῦτο δὲ ἐναντιοῦται εἰς τὴν θείαν δικαιοσύνην καὶ ἀποδείχνει τὸν Θεὸν ἄδικον. Ὅθεν εἶπεν ὁ Χρυσορρήμων, ἑρμηνεύων τὸ “ἐλέησόν με, κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι” τοῦ ϛ´ ψαλμοῦ: «Πάντες ἐλέους δεόμεθα, ἀλλ᾽ οὐ πάντες ἄξιοί ἐσμεν ἐλεεῖσθαι· εἰ γὰρ καὶ ἔλεός ἐστιν, ὅμως τὸν ἄξιον ἐπιζητεῖ· ὁ μὲν οὖν ἄξιόν τι τοῦ ἐλεηθῆναι ποιήσας, ἐρεῖ· Ἐλέησόν με· ὁ δὲ ἐκβαλὼν ἑαυτὸν τοῦ ταύτης τυχεῖν τῆς συγγνώμης, μάτην ἐρεῖ τό· Ἐλέησόν με. Εἰ γὰρ ἐφ᾽ ἅπαντας ἔμελλεν ὁ ἔλεος ἔρχεσθαι, οὐδεὶς ἂν ἐκολάσθη· ἀλλὰ καὶ οὗτος ἔχει τινὰ κρίσιν, καὶ τὸν ἄξιον ἐπιζητεῖ καὶ τὸν ἐπιτήδειον, ὥστε αὐτοῦ ἀπολαῦσαι»[…] Οὕτω δὲ καὶ εἰς τὸν Μωυσῆν εἶπεν ὁ Θεός: «Ἐλεήσω ὃν ἂν ἐλεῶ, καὶ οἰκτειρήσω ὃν ἂν οἰκτείρω» (Ἔξ. λγ´19). Καὶ πάλιν: «ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου καὶ ποιῶν ἔλεος εἰς χιλιάδας τοῖς ἀγαπῶσί με καὶ τοῖς φυλάσσουσι τὰ προστάγματά μου» (Ἔξ. κ´6). Καὶ ὁ Δαβὶδ τοῦτο σχεδὸν τὸ ἴδιον λέγει: «ὅτι κατὰ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τῆς γῆς ἐκραταίωσε Κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ (οὐχὶ ἐπὶ πάντας) ἀλλ᾽ ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτόν» (Ψαλμ. ΡΒ´ 11) […]

. Ἁρμόζει δὲ καὶ ρητὸν τοῦτο καὶ εἰς ἐσένα Χριστιανέ, διότι, ἐὰν καὶ σὺ ἀγαπᾷς νὰ σὲ ἐλεήσῃ ὁ Θεὸς καὶ νὰ σοὶ χαρίσῃ τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν σου, πρέπει νὰ φοβῆσαι τὸν Θεόν, ὄχι ὅμως νὰ τὸν φοβῆσαι ἁπλῶς, ἀλλὰ ὡς Θεὸν φοβερόν, ὡς Θεὸν δίκαιον καὶ ὡς Θεὸν «δυνάμενον καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ», καθὼς τὸ προστάζει ὁ ἴδιος καὶ οὕτω διὰ τὸν φόβον αὐτὸν νὰ μετανοῇς καὶ νὰ κλαίῃς διὰ τὰς ἁμαρτίας ὅπου ἔπραξας, καὶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἀπέχῃς καὶ νὰ μὴ κάμνῃς πλέον αὐτάς, καθὼς λέγει ἐδῶ ἡ Θεοτόκος: «Καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν τοῖς φοβουμένοις αὐτόν». Καθὼς γὰρ ὅταν θέλῃ τινὰς νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸν μυρεψὸν μῦρον, πρέπει πρῶτον νὰ ἑτοιμάσῃ τὸ ἀγγεῖον διὰ νὰ χύσῃ τὸ μῦρον μέσα εἰς αὐτό, ἔτσι καὶ ὅποιος θέλει νὰ λάβῃ ἔλεος ἀπὸ τὸν Θεόν, πρέπει νὰ ἑτοιμάσῃ τὸ ἀγγεῖον τῆς ψυχῆς του, διὰ νὰ λάβῃ τὸ θεῖον ἔλεος, ἐπειδὴ χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀγγεῖον, ἔλεος δὲν τῷ δίδοται· ἀγγεῖον δὲ εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ πρὸς Θεὸν ἐλπίς, εἶναι ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἀποχὴ τοῦ κακοῦ, εἶναι τὸ πένθος, ἡ κατάνυξις, τὰ δάκρυα. Ὅθεν ὁ μέγας Βασίλειος εἶπεν ὅτι ἡ διάθεσις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μέτρον τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅσον αὐτὴ εἶναι χωρητική, τόσον δίδοται καὶ τὸ θεῖον ἔλεος·ἑρμηνεύων γὰρ οὕτως τὸ «γένοιτο Κύριε τὸ ἔλεός σου ἐφ᾽ ἡμᾶς, καθάπερ ἠλπίσαμεν ἐπὶ σέ» τοῦ λβ´ Ψαλμοῦ, λέγει· «ὁρᾷς πῶς ἐπιστημόνως προσηύξατο; τὴν ἰδίαν διάθεσιν μέτρον ἐποίησε τῆς ἐπιχορηγίας τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ Θεοῦ· τοσοῦτός, φησι, γένοιτο ὁ ἔλεός σου ἐφ᾽ ἡμᾶς, ὅσην φθάσαντες ἡμεῖς ἐπὶ σοὶ τὴν ἐλπίδα κατεβαλόμεθα». Εἶπε δὲ καὶ ὁ Ἡσύχιος· «ὁ ἑαυτὸν μὴ ἐλεήσας, πῶς παρὰ τοῦ Κριτοῦ ἐλεηθῆναι δύναται;», ἤτοι οὐδαμῶς. Ἁρμόζει δὲ εἰς τοῦτο καὶ ἐκεῖνο, ὅπου εἶπεν ὁ μέγας Ἀντώνιος· οὗτος γὰρ εἰς τὸν εἰπόντα αὐτῷ· «ἐλέησόν με Ἀββᾶ, καὶ εὖξαι ὑπὲρ ἐμοῦ»· ἀπεκρίνατο· «οὔτε ἐγώ σε ἐλεῶ, οὔτε ὁ Θεός, ἐὰν μὴ σὺ σαὐτὸν ἐλεήσῃς». Ὅθεν, ἐὰν ἐσὺ ἀδελφὲ δὲν μετανoῇς, ἀλλὰ τρέχεις εἰς τὴν λάσπην τῆς ἁμαρτίας ὅσον ὁ χoῖρoς, ἤξευρε ὅτι δὲν ἠμπoρεῖς νὰ λάβῃς τὸ ἔλεoς τoῦ Θεoῦ· διότι πoῖoς πoτὲ ἐλεεῖ καὶ σπλαγχνίζεται ἐκεῖνoν ὁπoὺ πηγαίνει μόνoς τoυ καὶ πιάνει τὰ ὀφίδια καὶ πιάνωντάς τα δαγκώνεται ἀπὸ αὐτὰ καὶ θανατώνεται; Bέβαια, oὐδείς.
.               Δι
ὰ τoῦτo λέγει ὁ Σειράχ: «Τίς ἐλεήσει ἐπαoιδὸν ὀφιόδηκτoν καὶ πάντας τoὺς πρoσάγoντας θηρίoις;» (Σειρ. ιβ´ 13). Ἔτσι καὶ ὁ Θεὸς δὲν ἐλεεῖ, oὔτε σπλαγχνίζεται ἐκεῖνoν τὸν Χριστιανὸν ὁπoὺ πηγαίνει μόνoς τoυ εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ πράττoντας αὐτήν, φαρμακεύεται καὶ ψυχικῶς θανατώνεται.
.
Ἤξευρε λoιπόν, ἁμαρτωλέ, σύντρoφε ἰδικέ μoυ, ὅτι ἐὰν δὲν ἀφεθῇς ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν καὶ λάβῃς σύνεσιν τoῦ κακoῦ ὁπoὺ ἔκαμες, καὶ ἐὰν δὲν ἐξoμoλoγηθῇς εἰς τὸν Πνευματικόν σoυ, ὁ Θεὸς ὁπoὺ σὲ ἔπλασε, δὲν θέλει σὲ ἐλεήσει.
.
Ἔτσι μόνoς Toυ τὸ βεβαιώνει διὰ τoῦ Ἡσαΐου: «Oὐ γὰρ λαός ἐστιν ἔχων σύνεσιν, διὰ τoῦτo oὐ μὴ oἰκτειρήσῃ ὁ πoιήσας αὐτoύς, oὐδὲ ὁ πλάσας αὐτoὺς oὐ μὴ ἐλεήσῃ» (Ἡσ. κζ´ 11). Εἶπε δὲ καὶ ὁ ἱερὸς Aὐγoυστῖνoς: «Ὁ πλάσας σε ἄνευ σoῦ, oὐ δύναται σῶσαί σε ἄνευ σoῦ». Ἐὰν δὲ σὺ ἁμαρτάνωντας καὶ μὴ μετανoῶντας, μηδὲ ἐξoμoλoγoύμενoς, ἔχῃς ἐλπίδα, ὅτι θέλει σὲ ἐλεήσει ὁ Θεός, ἤξευρε, ὅτι ἡ ἐλπίς σoυ αὐτὴ εἶναι ψευδὴς καὶ μὲ τὸ ψεῦδoς παρηγoρῆσαι.
.
Ὅθεν πληρoῦται εἰς ἐσὲ τὸ τoῦ Ἡσαΐoυ ἐκεῖνo: «Ἐθήκαμεν ψεῦδoς τὴν ἐλπίδα ἡμῶν καὶ τῷ ψεύδει σκεπασθησόμεθα» (Ἡσ. κη´ 15).

 

 

Πηγή

Η τηλεόραση ως ζηλωτική θεότητα

Σωτήρης Γουνελάς

 

Αν δεν μπορείτε να διαβάσετε άρθρο κάντε κλικ εδώ.



Πηγή: (Από το βιβλίο «Ο αντιχριστιανισμός», εκδ. Αρμός, Αθήνα 2009), περιοδικό  «Πειραϊκή Εκκλησία» Δεκ. 2009)

Αναδημοσίευση από Αντίφωνο

Γιατί οι άδικοι προοδεύουν;…

Γιατί οι άδικοι προοδεύουν;…


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

Μέχρι πότε προοδεύουν; Και τί συμβαίνει στο τέλος σ΄ αυτούς και στους απογόνους τους; Αναρωτήθηκες ποτέ; Να μη σκοντάφτουν οι σκέψεις σου όταν βλέπεις ότι κάποιος καυχιέται με τη δύναμη και ξεχνά το Δωρητή της δύναμης. Θυμήσου πως ο υπερήφανος και καυχόμενος Γολιάθ σκοτώθηκε από τη σφεντόνα ενός αγοριού, του Δαβίδ. Να μη συγχύζεται η καρδιά σου όταν βλέπεις πως κάποιος πλουτίζει με άδικο τρόπο.

Θα τρώει και δεν θα χορταίνει, θα αρπάζει και δεν θα του φτάνουν.

Θυμήσου τους πλούσιους πολίτες στα Σόδομα, πως σε μία στιγμή ρίχτηκε πάνω τους φωτιά και έγιναν στάχτη μ’ όλο τους τον πλούτο. Εσύ είσαι χριστιανός, και ο χριστιανός παρατηρεί τα γεγονότα στην άλλη γραμμή, στην ολότητα, και όχι επί μέρους. Την πρόοδο του αδίκου ο χριστιανός δεν εκτιμά σαν κάποιο τετελεσμένο γεγονός αλλά περιμένει να δει τι ακολουθεί. Αυτός ξέρει πως ο άδικος δεν προοδεύει ούτε με τη δική του δύναμη ούτε με το δικό του μυαλό αλλά μόνο επειδή ο Θεός του επιτρέπει να προοδεύει, μπας και κάποια στιγμή θυμηθεί το Θεό.

Αφού είναι ανείπωτα ελεήμων ο Θεός μας, και επιτρέπει στους αδίκους εκείνο που αυτοί επιθυμούν, μπας και κάποια στιγμή σκεφθούν, ότι αυτό είναι από το Θεό και ντραπούν για την αδικία τους και διορθωθούν. Στο Θεό είναι αγαπητοί οι μετανοούντες‡ είναι πολύ αγαπητοί σ’ Αυτόν όσοι μετανοούν ταπεινά για τις άδικες πράξεις τους.

Ο Δημιουργός δεν θέλει πάντα να τιμωρήσει αμέσως μόλις κάποιος ξεκινήσει σε λάθος δρόμο. Εκείνος περιμένει τον πλανημένο να γυρίσει μόνος του στον σωστό δρόμο. Εκείνος βλέπει και σιωπά. Περιμένει και δεν αργεί. Είναι θαυμαστός στη σοφία, πανθαύμαστος στο έλεός Του. Γι’ αυτό ο προορατικός Ψαλμωδός ενθουσιασμένα λέει στον Κύριο: «Τα κρίματά σου ωσεί άβυσσος πολλή» (Ψαλμ. 35,7). Ποιός θα ερευνήσει όλο το βάθος της πρόνοιας του Θεού;

Οι ανόητοι θυμώνουν επειδή ο Θεός δεν διοικεί τον κόσμο κατά τη δική τους λογική, και οι λογικοί κοπιάζουν ασταμάτητα να μπουν στη λογική του Θεού. Είναι δύσκολο καμιά φορά και στο λογικότατο να κατανοήσει το γιατί σ’ έναν άνθρωπο συμβαίνει έτσι, ενώ στον άλλον αλλιώς• γιατί ο νέος που επιθυμεί τη ζωή πεθαίνει, ενώ ο γέρος που επιθυμεί τον θάνατο ζει – γιατί ο ευσεβής βασανίζεται, ενώ ο άθεος καλοπερνά. Και οι αγιότατες ψυχές καμιά φορά βρίσκονται σε αμηχανία μπροστά στο αίνιγμα των γεγονότων. Στην Ιερά παράδοση υπάρχει γραμμένη η εξής περίπτωση: πέθανε κάποιος αμαρτωλός πλούσιος, του οποίου οι αμαρτίες ήταν γνωστές σε όλους, και ο ενταφιασμός του ήταν πανηγυρικός, με τον επίσκοπο και πολλούς Ιερείς. Λίγο μετά απ’ αυτό επιτέθηκε ύαινα σ’ έναν ασκητή στην έρημο και τον κατασπάραξε.

Κάποιος μοναχός, ο όποιος είχε δει εκείνη την πανηγυρική νεκρώσιμη πομπή του αμαρτωλού και τα ματωμένα υπολείμματα του δίκαιου, στη σύγχυση του άρχισε να κλαίει και φώναξε: «Κύριε, πώς έγινε αυτό και γιατί; Πώς εκείνος ο αμαρτωλός είχε και απαλή ζωή και απαλό θάνατο, ενώ αυτός ο δίκαιος πικρή ζωή και πικρό θάνατο;».

Σ’ αυτό του εμφανίστηκε άγγελος του Θεού και εξήγησε: «Εκείνος ο κακός πλούσιος είχε στη ζωή του μόνο μία καλή πράξη, ενώ αυτός ο ασκητής είχε στη ζωή του μόνο μία πιο βαριά αμαρτία. Με την εορταστική και τιμητική νεκρώσιμη πομπή ο Ύψιστος ήθελε στον κακό πλούσιο να ξεπληρώσει εκείνο το καλό έργο, ώστε να μην περιμένει τίποτα άλλο σ’ εκείνον τον κόσμο, ενώ με τον φρικτό θάνατο του ασκητή ήθελε να τον απαλλάξει από εκείνη τη μία αμαρτία, ώστε να του δώσει πλήρες βραβείο στους ουρανούς».

Γι’ αυτό εσύ να σκέπτεσαι περί των κρίσεων του Θεού και τοποθέτησε όλη την ελπίδα στον Δημιουργό σου. «Μη φθονείς την ευτυχία εκείνων που σκέφτονται το πονηρό και μη ζηλεύεις εκείνους που κάνουν το κακό» (Ψαλμ. 36,1). Έτσι γράφει ο δίκαιος βασιλιάς Δαβίδ, τον οποίον για πολύ καιρό βασάνιζε εκείνο που βασανίζει και σένα, ώσπου ο Κύριος του αποκάλυψε το λόγο για να καταλάβει. Ο ίδιος λέει και αυτή την παρήγορη εμπειρία του: «Ήμουν νέος και τώρα γέρασα και δεν είδα δίκαιο να εγκαταλείπεται από το Θεό, ούτε τα παιδιά του να ζητιανεύουν ψωμί» (Ψαλμ. 36,25). Διάβαζε συχνά το Ψαλτήρι, και θα καταλάβεις και θα παρηγορηθείς.

Ειρήνη και η ευλογία από τον Κύριο

πηγή