Καιρός μετανοίας



«Καιρός μετανοίας» 
 Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς
Ο Κριτής κάλεσε τους δίκαιους στη βασιλεία Του κι αμέσως μετά εξήγησε γιατί τους τη χάριζε: «Γιατί πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και μου δώσατε νερό, ήμουν ξένος και σεις με φιλοξενήσατε στο σπίτι σας, ήμουν γυμνός και με ντύσατε, αρρώστησα και με επισκεφτήκατε, ήμουν στη φυλακή και σεις ήρθατε να με δείτε».
Ακούγοντας αυτή τη θαυμάσια εξήγηση, οι δίκαιοι ζήτησαν δισταχτικά και ταπεινά από το βασιλιά να τους πει πότε τον είδαν πεινασμένο και διψασμένο, γυμνό και άρρωστο και πότε τα έκαναν όλα αυτά σ’ Εκείνον. Και στην ερώτηση αυτή ο βασιλιάς έδωσε πάλι τη θαυμάσια αυτή απάντηση: «Αφού όλα αυτά τα κάνατε στους ελάχιστους και ταπεινούς αδελφούς μου, είναι σα να τα κάνατε σ’ έμενα τον ίδιο».
 
Όλη αυτή η ερμηνεία έχει δύο όψεις, μια εξωτερική και μια εσωτερική. Η εξωτερική ερμηνεία είναι σαφής στον καθένα. Εκείνος που τρέφει τον πεινασμένο, ξεδιψάει το διψασμένο, ντύνει το γυμνό και στεγάζει τον άστεγο, είναι σα να τα κάνει όλα αυτά στον ίδιο τον Κύριο. Εκείνος που επισκέπτεται τους αρρώστους ή τους φυλακισμένους, είναι σα να τα κάνει αυτά στον Κύριο. Αναφέρεται και στην Παλαιά Διαθήκη σχετικά πως, «εκείνος που ελεεί τον φτωχό, είναι σαν να δανείζει το Θεό, που ανάλογα με το τί έδωσε, θα του το ανταποδώσει».
Ο Κύριος, μέσα από κείνους που ζητούν τη βοήθειά μας, δοκιμάζει τις καρδιές μας. Ο Θεός δεν χρησιμοποιεί τίποτα δικό μας για λογαριασμό Του. Δεν έχει ανάγκη από τίποτα. Εκείνος που δημιούργησε το ψωμί, δεν μπορεί να πεινάσει. Εκείνος που δημιούργησε το νερό, δε γίνεται να διψάσει. Αυτός που ντύνει την κτίση ολόκληρη δεν μπορεί να είναι γυμνός, ούτε και ν’ αρρωστήσει αυτός που είναι η πηγή της υγείας. Ούτε και γίνεται να αιχμαλωτιστεί ο Κύριος των κυρίων.
Ο Θεός ζητά από μας να δίνουμε ελεημοσύνη, ώστε μ’ αυτόν τον τρόπο να μαλακώσουν οι καρδιές μας, να γίνουν πιό σπλαχνικές. Θα μπορούσε ο Θεός με την παντοδυναμία Του να κάνει διά μιας όλους τους ανθρώπους πλούσιους, χορτασμένους, ντυμένους κι ευχαριστημένους. Αλλ’ αφήνει τους ανθρώπους να δοκιμάσουν την πείνα και τη δίψα, την αρρώστια, τη φτώχεια και τη δυστυχία για δυό λόγους. Πρώτα, ώστε εκείνοι που υποφέρουν απ’ όλα αυτά να μπορέσουν έτσι να μαλακώσουν την καρδιά τους, να γίνουν πιο σπλαχνικοί και να έρθουν πιό κοντά στο Θεό, να τον προσκυνήσουν με πίστη και προσευχή. Δεύτερο, ώστε ο άνθρωπος μέσα από τα δικά του βάσανα να κατανοήσει και τους άλλους, με την ταπείνωσή του να κατανοήσει την ταπείνωση των άλλων. Έτσι θα καταλάβει την αδελφότητα και την ενότητα όλων των ανθρώπων μέσα από τον Ζώντα Θεό, το Δημιουργό και δοτήρα όλων των επίγειων αγαθών. Ο Θεός ζητά από μας να γίνουμε ελεήμονες, να έχουμε πάνω απ’ όλα έλεος. Γνωρίζει πως το έλεος είναι ο τρόπος για ν’ αποκαταστήσει ο άνθρωπος την πίστη στο Θεό, την ελπίδα στο Θεό και την αγάπη για το Θεό.
Αυτή είναι η εξωτερική ερμηνεία. 


Η δεύτερη έχει να κάνει με το Χριστό μέσα μας. Σε κάθε καθαρή σκέψη που έχουμε στο νου μας, σε κάθε ευγενικό συναίσθημα της καρδιάς μας και σε κάθε υψηλή φιλοδοξία κι επιθυμία της ψυχής μας για την επίτευξη του αγαθού, ο Χριστός αποκαλύπτεται μέσα μας με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Όλες αυτές τις αγνές σκέψεις, τα ευγενικά συναισθήματα και τις υψηλές φιλοδοξίες, τις ονομάζει ελαχίστους αδελφούς Του. Τα ονομάζει έτσι όλα αυτά επειδή βρίσκονται μέσα μας σε μια ασήμαντη μειονότητα σε σύγκριση με τους μεγάλους εσωτερικούς αγρούς που είναι γεμάτοι απορρίμματα και κακία. Αν ο νους μας πεινάει για το Θεό και τον ταΐσουμε, είναι σα να τρέφουμε το Χριστό μέσα μας. Αν η καρδιά μας είναι γυμνή από κάθε αγαθό κι ευγενικό πράγμα που ανήκει στο Θεό και την ντύσουμε, είναι σα να ντύσαμε το Χριστό μέσα μας. Αν η ψυχή μας είναι άρρωστη και φυλακισμένη από την κακή μας ύπαρξη και τα κακά μας έργα και το αντιληφθούμε αυτό και την επισκεφθούμε, τότε είναι σα να επισκεφτήκαμε το Χριστό μέσα μας. Με λίγα λόγια, αν αυτός ο δεύτερος εαυτός που έχουμε μέσα μας και που αντιπροσωπεύει το δίκαιο άνθρωπο, υποδουλωθεί και ταπεινωθεί από τον πονηρό κι αμαρτωλό εσωτερικό μας άνθρωπο και μείς τον προστατεύσουμε, είναι σα να προστατεύουμε το Χριστό μέσα μας. Ο δίκαιος άνθρωπος μέσα μας είναι πολύ-πολύ μικρός, ενώ ο αμαρτωλός μέσα μας είναι ένας πραγματικός Γολιάθ. Ο δίκαιος άνθρωπος μέσα μας όμως είναι ο μικρός αδελφός του Χριστού, ο ελάχιστος, κι ο αμαρτωλός Γολιάθ μέσα μας είναι ο εχθρός του Χριστού. Αν τότε προστατέψουμε το δίκαιο άνθρωπο μέσα μας, αν τον ελευθερώσουμε, τον ενισχύσουμε και τον βγάλουμε στο φως· αν τον σηκώσουμε ψηλότερα από τον αμαρτωλό, ώστε, να τον κυριεύσει, και να μπορούμε να πούμε μαζί με τον απόστολο Παύλο, «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. β’20), τότε θα κληθούμε ευλογημένοι και στην τελευταία Κρίση θ’ ακούσουμε τα λόγια του Βασιλιά: δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου.
Σε κείνους που θα βρεθούν αριστερά Του θα πει ο Κριτής: Φύγετε μακριά από μένα εσείς οι καταραμένοι, πηγαίνετε στο αιώνιο πυρ που έχει ετοιμαστεί για το διάβολο και τους πονηρούς αγγέλους του. Ο Κριτής είναι φοβερός, αλλά δίκαιος. Ο Βασιλιάς καλεί τους δίκαιους κοντά Του και τους δίνει τη βασιλεία Του, ενώ απομακρύνει τους αμαρτωλούς και τους στέλνει στο αιώνιο πυρ, στην πονηρή συντροφιά του διαβόλου και των υπηρετών του. Στο έργο του «Περί Τελικής Κρίσεως» ο Μέγας Βασίλειος γράφει: «Αν υπάρχει κάποιο τέλος στα αιώνια βάσανα, σημαίνει πως υπάρχει τέλος και στην αιώνια ζωή. Καθώς όμως είναι αδύνατο να φανταστείς το τέλος της αιώνιας ζωής, πώς είναι δυνατό να σκεφτείς ότι θα υπάρξει τέλος στα αιώνια βάσανα;» Κρίνοντας τους αμαρτωλούς που βρίσκονται αριστερά Του ο Βασιλιάς τους εξηγεί αμέσως γιατί είναι καταραμένοι και γιατί τους στέλνει στο αιώνιο πυρ: Πείνασα και δεν μου δώσατε να φάω, δίψασα και δεν με ποτίσατε. Ήμουν ξένος και δεν με πήρατε στο σπίτι σας, ήμουν γυμνός και δεν με ντύσατε, ήμουν άρρωστος ή φυλακισμένος και δεν με επισκεφθήκατε.
Τίποτα απ’ αυτά που είχαν κάνει οι δίκαιοι δεν έκαναν οι αμαρτωλοί. Και σαν άκουσαν τα λόγια αυτά του Κυρίου οι αμαρτωλοί ρώτησαν, όπως κι οι δίκαιοι: «Κύριε, πότε σε είδαμε πεινασμένο ή διψασμένο…;» Κι ο Κύριος απάντησε: «Αλήθεια σας λέω: αφού δεν κάνατε τίποτα στους αδελφούς μου τους ελάχιστους, ούτε και σε μένα κάνατε».
Η ερμηνεία που έκανε ο Βασιλιάς στους αμαρτωλούς έχει επίσης δυό σημασίες, μια εξωτερική και μια εσωτερική, όπως και στην πρώτη περίπτωση με τους δίκαιους. Ο νους των αμαρτωλών ήταν σκοτισμένος, η καρδιά τους σκληρή κι η ψυχή τους είχε κακή διάθεση προς εκείνους που πεινούσαν, διψούσαν, ήταν γυμνοί, άρρωστοι και φυλακισμένοι στη γη. Με το σκοτισμένο τους νου δεν μπορούσαν να δουν πως ο Χριστός τους καλούσε να ελεήσουν τους φτωχούς και βασανισμένους αδελφούς τους. Η σκληρή καρδιά τους δεν μαλάκωνε με τα δάκρυα των άλλων. Ούτε και το παράδειγμα του Χριστού και των αγίων Του άλλαζε την κακοπροαίρετη ψυχή τους για να επιθυμήσουν το καλό και να το κάνουν. Έτσι, όπως ήταν άσπλαχνοι στο Χριστό, μέσω των αδελφών Του, ήταν άσπλαχνοι και στο Χριστό μέσα από τον ίδιο τον εαυτό τους. Με το που τους ερχόταν κάποια αγνή σκέψη, την εξαφάνιζαν θεληματικά και την αντικαθιστούσαν με άλλες σκέψεις, ακάθαρτες και βλάσφημες. Ξερίζωσαν κάθε ευγενικό συναίσθημα από την καρδιά τους και το αντικατάστησαν με ασπλαχνία, λαγνεία και ιδιοτέλεια. Κάθε επιθυμία που εκδηλωνόταν μέσα τους για να κάνουν κάποια καλή πράξη, ακολουθώντας τις εντολές του Χριστού, την καταπίεζαν αμέσως και στη θέση της έβαζαν άλλη, πώς να κάνουν κακό στους άλλους ή ν’ αμαρτήσουν, για να προκαλέσουν την οργή του Θεού. Έτσι τον ελάχιστο αδελφό του Χριστού, δηλαδή το δίκαιο άνθρωπο που βρισκόταν μέσα τους, τον σταύρωναν, τον σκότωναν και τον έθαβαν. Ο σκοτεινός Γολιάθ που είχαν θρέψει, δηλαδή ο άδικος άνθρωπος μέσα τους ή ο ίδιος ο διάβολος, παρέμενε νικητής στο πεδίο της μάχης.
Τί μπορεί να κάνει ο Θεός σε τέτοιους ανθρώπους; Μπορεί να δεχτεί στη βασιλεία Του εκείνους που έβγαλαν τη βασιλεία αυτή από τη ζωή τους; Μπορεί να καλέσει κοντά Του αυτούς που ξερίζωσαν μέσα τους την εικόνα του Θεού, αυτούς που διακήρυξαν μυστικά στην καρδιά τους αλλά κι ανοιχτά, μπροστά σ’ όλον τον κόσμο, πως είναι εχθροί του Θεού και υπηρέτες του διαβόλου; Όχι! Αυτοί έγιναν με την ελεύθερη βούλησή τους υπηρέτες του διαβόλου. Κι ο Κύριος στην τελική Του κρίση θα τους στείλει να συντροφέψουν εκείνους που είχαν παρέα σ’ ολόκληρη τη ζωή τους. Θα τους στείλει δηλαδή στο αιώνιο πυρ που έχει προετοιμαστεί για το διάβολο και τους πονηρούς αγγέλους του. 
Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Καιρός μετανοίας»

Πρωταθλητής του πόνου

Πρωταθλητής του Πόνου from Χ.Φ.Δ. Αθηνών on Vimeo.

Παύλος Κουλής (1946-1992) 

Ένας σύγχρονος Ιώβ (με την ασθένεια σκλήρυνση κατά πλάκας)
O Παύλος Κουλής γεννήθηκε το 1946 στην Πά­τρα. Ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας και είχε άλλα 5 αδέλφια. Από μικρός ζούσε την εκκλησιαστι­κή ζωή. Ενώ τελείωνε τις σπουδές του στην Θεολογι­κή Σχολή Αθηνών, σε ηλικία 23 ετών, διαπιστώνεται ότι πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας με τις γνω­στές συνέπειες (σταδιακή παράλυση σε όλο το σώμα). Η διάγνωση της ασθένειας αυτής έγινε την 13η Μαΐου 1969 και έκτοτε ο αγωνιστής Παύλος εόρταζε κάθε χρόνο την «επέτειο της ασθενείας του» και μάλι­στα την 13 Μαΐου 1989 με την συμπλήρωση εικοσαε­τίας από τότε, ετέλεσε ευχαριστήρια πανηγυρική Θεία Λειτουργία, στην οποία κάλεσε και φίλους του να συνεορτάσουν και ως καλλίφωνος έψαλε μόνος του όλη την ιερή ακολουθία, με συγκίνηση και κατά­νυξη, ενώ έλαμπε από αγαλλίαση.
Στην αρχή βέβαια, η αποδοχή μιας τόσο τραγικής πραγματικότητας ήταν δύσκολη. Ο Παύλος όμως την αποδέχτηκε και αφέθηκε στο θέλημα του Θεού, όταν μετά δύο χρόνια ψυχολογικής δοκιμασίας, ένα βράδυ αγρύπνιας και αγωνίας αναλογίστηκε εκ βαθέων: «Δεν το ξέρει ο Θεός και δεν με αγαπά;»
Έτσι, πολύ σύντομα, ο αεικίνητος και ζωηρός Παύλος, ο επιτυχημένος κατηχητής, το δυναμικό στέ­λεχος των θρησκευτικών κατασκηνώσεων Πατρών και Αθηνών, καθηλώθηκε στο κρεβάτι του πόνου και άρχισε να χρησιμοποιεί το αναπηρικό αμαξίδιο.
Τα μισά χρόνια της ζωής του, 23 χρόνια από τα 46 πού έζησε, τα πέρασε στο αναπηρικό καρότσι. Από το αμαξίδιο του αυτό, σαν από ένα άλλο άμβωνα, έδω­σε λαμπρές εξετάσεις στην υπομονή, εσήκωσε τον σταυρό της αναπηρίας, οικοδομούσε εις Χριστόν άλ­λους ομοιοπαθείς και υγιείς με το παράδειγμα του ή με τα τονωτικά του λόγια, γλύκανε τον πόνο των άλ­λων. Μερικά από αυτά τα λόγια του τα έδωσε γραπτά σε περιοδικά υπογράφοντας «από το αμαξίδιο».
Η σκληρή δοκιμασία δεν τον κατέβαλε.
Με ήρεμο χαμόγελο, με πίστη και αισιοδοξία σή­κωνε τον καθημερινό σταυρό του. Και ενώ ήταν άρ­ρωστος ο ίδιος, εύρισκε την δύναμη να παρηγορεί και να τονώνει άλλους πονεμένους, και ιδιαιτέρως τους παραπληγικούς. Πλησίαζε ως ομοιοπαθής τους ανα­πήρους, και τους βοηθούσε να δουν την διάσταση της σωτηρίας που έχει ή ασθένεια τους, διαβεβαιώνοντας τους συναναπήρους του ότι:
«Ή αρρώστια μου είναι εκδήλωση της αγάπης του Θεού. Πώς ακουμπάει ένας πατέρας το χέρι του στον ώ­μο του παιδιού του και το παιδί νοιώθει το άγγιγμα; Έτσι και η αρρώστια μου είναι το άγγιγμα του Θεού και μου λέει: -Είμαι εδώ μαζί σου. Μη φοβάσαι τίποτε».
Όταν στην ανηφορική πορεία του προέκυπταν ποικίλα αδιέξοδα λόγω της επιδεινούμενης εξελίξεως της ασθενείας του (μπαστούνι, καροτσάκι, γερανός, μόνος στο σπίτι), πάντοτε τα αντιμετώπιζε με χαρού­μενη διάθεση αλλά και με την βεβαιότητα ότι ο Θεός θα δώσει την κατάλληλη λύση. Δεν διαψεύστηκε πο­τέ! Κατάφερε μάλιστα να κρατήσει το βάρος της ευθύ­νης της ιατρικής φροντίδος σχεδόν μόνος, χωρίς να θέλει να επιβαρύνει κανένα από τους συγγενείς.
Τώρα τι να πούμε εμείς που ένα κρυολόγημα μας πανικοβάλλει, που αντί να λέμε Δόξα τω Θεώ για τις τόσες ευεργεσίες του, βαδίζουμε ανικανοποίητοι, α­γνώμονες, επιλήσμονες;
Κατά το 1975 γνωρίζεται με τον Κλήμη Στεφανίδη, ο όποιος έπασχε από την ίδια ασθένεια από τις αρχές της δεκαετίας του 1950. Ο Κλήμης μαζί με τον πατέρα Ηλία Μαστρογιαννόπουλο είχαν ιδρύσει το σωματείο ΒΗΘΕΣΔΑ – ΜΕΡΙΜΝΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΑ­ΠΗΡΟ, με σκοπό την ψυχική τόνωση και φροντίδα των αναπήρων. Ο Παύλος Κούλης κυριολεκτικώς μα­θήτευσε κοντά στον «κατάκοιτο φωτεινό ήρωα» Κλή­μη, ο όποιος αγωνιζόταν για την ιεραποστολική αξιο­ποίηση της δικής του αναπηρίας.
Μετά την ενδημία του Κλήμη εκλέγεται αντιπρόε­δρος του Σωματείου αυτού που εξέδιδε και το ομώνυ­μο περιοδικό – το όποιο εξακολουθεί και εκδίδεται κάθε μήνα ΒΗΘΕΣΔΑ.
Συχνά έγραφε άρθρα που τα υπέγραφε «Παγκράτης Κ.-από το αμαξίδιο» και ήταν γεμάτα φωτεινές σταγόνες δροσιάς, δοξολογία και δέηση ελέους προς τον Θεό, τον όποιο αισθάνεται και αποκαλεί Πατέρα.
Το φωτεινό χαμόγελο ήταν το σταθερό γνώρισμα του. Χαμόγελο πηγαίο από καρδιά που ζούσε τη χαρά (και μέσα στις θλίψεις).
Εκείνο πού ήταν σε όλους φανερό, ήταν η βαθειά πεποίθηση του στην ζωντανή και γεμάτη αγάπη πα­ρουσία του Θεού, και η μεγάλη εμπιστοσύνη στην Πρόνοια Του. Συχνά έμενε δίχως ανθρώπινη βοήθεια για ένα διάστημα και τότε δεν ήθελε να επιβαρύνει κάποιον συγγενή ή γνωστό αλλά με σταθερότητα έλε­γε: κάποιον θα στείλει ο Θεός, μην ανησυχείτε για μέ­να, και πράγματι, κάποιος βρισκόταν σε λίγο για να τον βοηθήσει.
Τα τελευταία χρόνια κυριολεκτικά είχε παραδοθεί στα χέρια του Θεού και αγαπημένο του θέμα πλέον εί­χε γίνει η βασιλεία του Θεού, για την οποία ετοιμαζό­ταν με εξομολόγηση, συχνή Θεία Κοινωνία, πολλή προσευχή και πνευματική μελέτη.
Ο θάνατος ήλθε ενώ κοιμόταν στο κρεβάτι του το μεσημέρι, πέρασε με βαρύ εγκεφαλικό στον ύπνο του θανάτου για να ξυπνήσει στην αιωνιότητα. Ήταν 26 Αυγούστου του 1992. Η κηδεία έγινε στον Ναό της Παντανάσσης Πατρών.
Το τελευταίο του κείμενο που δημοσιεύτηκε μετά την κοίμησί του καταλήγει «Κύριε, η τελευταία ανάσα της ζωής μου να είναι αυτή: Ναι, έρχου Κύριε Ιησού και έτσι να ανταμώσουμε ΑΜΗΝ».
Πηγή: Βιβλίο «Εκ του αμαξιδίου», Εκδόσεις ΤΑΩΣ, ΠΑΤΡΑ 1996

Η μεγάλη ψαριά (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Η μεγάλη ψαριά – Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

(Λουκ. ε’ 1-11)

Δοτήρας κάθε αγαθού είναι ο Κύριος. Κι όλα τα δώρα του
Θεού είναι τέλεια. Έχουν τέτοια τελειότητα, που κάνουν τους ανθρώπους να
θαυμάζουν. Το θαύμα δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά ένα δώρο του Θεού,
αξιοθαύμαστο. Οι άνθρωποι θαυμάζουν τα δώρα του Θεού, λόγω της τελειότητάς
τους.

Αν οι άνθρωποι ζούσαν με την αγνότητα και την αναμαρτησία του παραδείσου, δε θα
περίμεναν από το Θεό ν’ αναστήσει νεκρούς, να πολλαπλασιάσει τους άρτους ή να
γεμίσει τα δίχτυα με ψάρια, για να πουν ύστερα: «Κοιτάξτε το θαύμα!» Θα το έλεγαν
αυτό για κάθε πλάσμα του Θεού, κάθε στιγμή και με κάθε ανάσα της ζωής τους.
Καθώς όμως οι άνθρωποι συνήθισαν στην αμαρτία, κάθε θαύμα από τ’ αναρίθμητα που
κάνει ο Θεός στον κόσμο, έχει γίνει για τους ανθρώπους συνηθισμένο θέμα. Για να
μη μείνουν τα θέματα αυτά όμως τελείως απαρατήρητα, για να μην υποβιβαστούν
εντελώς, ο Θεός με την ευσπλαχνία Του προς τον άρρωστο άνθρωπο του δίνει ένα
ακόμα θαύμα από τ’ αμέτρητα που του έχει δωρίσει, για να τον ξυπνήσει από τη
σκοτεινή και ψυχοφθόρα συνή­θεια να μη βλέπει κάτι υπερφυσικό στα θαύματα.

Με κάθε θαύμα Του ο Θεός θέλει να θυμίσει στους
ανθρώπους
 πρώτο, πως παρακολουθεί τον
κόσμο, τον κυβερνά με την παντοδύναμη θέλησή Του και τη σοφία Του·
 δεύτερο, πως οι άνθρωποι δεν μπορούν χωρίς Εκείνον να κάνουν
τίποτα. Καμιά προσπάθεια δεν μπορεί να ευοδοθεί χωρίς τη βοήθεια του Θεού.
Καμιά συγκομιδή που έγινε χωρίς την ευλογία του Θεού δε φέρνει αποτέλεσμα.
 Κάθε
ανθρώπινη σοφία που στρέφεται ενάντια στο Νόμο του Θεού, είναι αδύνατη να κάνει
καλό από μόνη της
 ή να προσφέρει έστω
κι ένα κόκκο σινάπεως.
 Ακόμα κι αν φαίνεται πως κάνει καλό για
κάποιο διάστημα, δεν είναι η ανθρώπινη σοφία που το πραγματοποιεί, αλλά το
έλεος του Θεού
 που, έστω για μια φορά,
δεν εγκαταλείπει ακόμα και τον σκληρότερο από τους εχθρούς Του.
 Ο
Θεός αγαπά τους ανθρώπους, δεν εκδικείται. Υπομένει τους ανθρώπους, περιμένει
τη μετάνοιά τους
. Θέλει «πάντας
ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν
» (Α’ Τιμ. β’ 4).

Υποταγμένος από συνήθεια σ’ αυτόν τον κόσμο, ο
άνθρωπος πιστεύει μερικές φορές πως μπορεί να κάνει σπουδαία πράγματα χωρίς τη
βοήθεια του Θεού, ακόμα κι αντίθετα στον ίδιο και στο Νόμο Του. Νομίζει ο
υποταγμένος άνθρωπος πως μπορεί να γίνει καλός ή πλούσιος ή σοφός ή διάσημος
μόνο με τις δικές του προσπάθειες.
 Αυτή η υποταγή του όμως πολύ
σύντομα είτε τον οδηγεί στην απόγνωση, δίνοντάς του έτσι τη σοφία για να
επιστρέψει με επίγνωση στο Θεό, είτε τον απομακρύνει, κυριευμένο από την
αφόρητη αγωνία του κόσμου, ωσότου χάσει εντελώς την ανθρώπινη αξία του ή
παραδοθεί κυριολεκτικά σα σκιά στα χέρια των αόρατων πονηρών δυνάμεων
.

Εκείνος, αντίθετα, που πιστεύει πως ο κόσμος αυτός
είναι ένα από τα θαύματα του Θεού, όπως κι ο ίδιος, ερευνά πάντα τους τρόπους
της θείας πρόνοιας, παρατηρώντας με δέος την άπειρη σειρά των θαυμάτων. Τέτοιος
άνθρωπος μπορεί να μιλήσει όπως ο απόστολος Παύλος: «
Εγώ εφύτευσα, Απολλώ
επότισεν, αλλ’ ο Θεός ηύξανεν· ώστε ούτε ο φυτεύων εστί τι ούτε ο ποτίζων, αλλ’
ο αυξάνων Θεός
» (Α’ Κορ. γ’ 6-7). Κάποια ανάλογη σκέψη εκφράζεται με
μια παροιμία που υπάρχει σε πολλούς λαούς: «Ο άνθρωπος προτείνει, μα ο Θεός
ρυθμίζει».

Ο άνθρωπος προτείνει σχέδια, ο Θεός τ’ αποδέχεται ή τ’
απορρίπτει. Ο άνθρωπος κάνει σκέψεις, λέει λόγια και πράττει έργα· ο Θεός είτε
τα υιοθετεί είτε όχι. Τί υιοθετεί ο Θεός; Αυτά που είναι δικά Του, που
προέρχονται από Εκείνον. Ό,τι δεν είναι δικό Του, δεν προέρχεται από Εκείνον,
το απορρίπτει. «
Εάν μη Κύριος οικοδομήση οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες»
(Ψαλμ. ρκστ’ 1).
 Όταν οι «οικοδομούντες» οικοδομούν στο όνομα του Θεού, θα φτιάξουν
παλάτι, ακόμα κι αν τα χέρια τους είναι αδύνατα και τα υλικά τους φτωχά. Αν
όμως οι οικοδομούντες χτίζουν στο δικό τους όνομα, αδιαφορώντας για το Θεό, το
έργο των χεριών τους θα πέσει
, όπως έγινε με
τον πύργο της Βαβέλ.

Ο Πύργος της Βαβέλ δεν είναι το μοναδικό κτίσμα στην
ιστορία που κατέπεσε. Υπήρχαν και πάρα πολλοί άλλοι πύργοι, που οικοδομήθηκαν
από εγκόσμιους κυβερνήτες, στην επιθυμία τους να μαζέψουν όλα τα έθνη κάτω από
μια οροφή – τη δική τους – και κάτω από ένα χέρι – το δικό τους.
Πολλοί πύργοι πλούτου,
δόξας και μεγαλείου που οικοδόμησαν ιδιώτες, με την επιθυμία να κυβερνήσουν τα
πλάσματα του Θεού, το λαό του Θεού, να γίνουν δηλαδή μικροί θεοί, σκορπίστηκαν
κι έγιναν καπνός
. Οι πύργοι που έχτισαν όμως οι απόστολοι κι οι άγιοι,
καθώς κι άλλοι θεάρεστοι άνθρωποι, δεν σκορπίστηκαν. Πολλές βασιλείες που
δημιούργησε η ματαιότητα των ανθρώπων, έπεσαν και διαλύθηκαν σαν σκιά.
 Η αποστολική
Εκκλησία όμως ζει ως σήμερα
 και θα
στέκεται όρθια πάνω στους τάφους πολλών από τις σημερινές βασιλείες. Τα παλάτια
του Ρωμαίου Καίσαρα, που πολέμησε την Εκκλησία, έγιναν στάχτη. Τα χριστιανικά
σπήλαια κι οι κατακόμβες όμως παραμένουν μέχρι σήμερα. Εκατοντάδες βασιλιάδες
κι αυτοκράτορες κυριάρχησαν στη Συρία, στην Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. Τα μόνα
που έχουν απομείνει από τα μαρμάρινα παλάτια τους είναι μερικές μαρμαρένιες
πλάκες σε μουσεία. Τα μοναστήρια και τα ησυχαστήρια όμως που έχτισαν την ίδια
εποχή άνθρωποι της προσευχής και ερημίτες μέσα σε χαράδρες και σε αμμουδερές ερήμους,
στέκονται όρθια μέχρι σήμερα κι αναδίδουν την ευωδία των προσευχών και του
θυμιάματος που ανεβαίνει στο Θεό εδώ και δεκαέξι ή δεκαεπτά αιώνες. Δεν υπάρχει
δύναμη ικανή να κατεδαφίσει το έργο του Θεού. Τα ειδωλολατρικά παλάτια κι οι
πόλεις καταστρέφονται, τα παραπήγματα του Θεού όμως παραμένουν όρθια. Αυτό που
κρατά το δάχτυλο του Θεού στέκεται πιο σταθερά από εκείνο που κρατά ο Άτλας
στους ώμους του.

 

***

 

«Όπως μη καυχήσηται πάσα σαρξ ενώπιον του Θεού» (Α’
Κορ. α’ 29). Η σάρκα είναι όπως το χορτάρι, που περιμένει να ολοκληρωθούν οι
μέρες του κι έπειτα να ξεραθεί, να γίνει στάχτη. Είθε
 ο παντοδύναμος
Κύριος να μας φυλάξει όλους από τη σκέψη πως είναι δυνατό να κάνουμε κάτι καλό
χωρίς τη βοήθεια και την ευλογία Του
. Είθε η
σημερινή περικοπή του ευαγγελίου να λειτουργήσει σαν μια προειδοποίηση πως
τέτοιες μάταιες σκέψεις δεν πρέπει ποτέ να γεννηθούν μέσα μας.
 Το
σημερινό ευαγγέλιο μας διδάσκει πως οι προσπάθειες των ανθρώπων είναι μάταιες,
αν ο Θεός δεν βοηθήσει
. Οι απόστολοι του
Χριστού ψάρευαν, μα δεν έπιαναν τίποτα. Όταν ο Χριστός όμως τους είπε να
ξαναρίξουν τα δίχτυα στη θάλασσα, έπιαναν τόσα ψάρια, ώστε τα δίχτυα δεν
άντεχαν το βάρος τους και σκίζονταν. Ας παρακολουθήσουμε τη διήγηση:

«Εγένετο δε εν τω τον όχλον επικείσθαι αυτώ του ακούειν
τον λόγον του Θεού και αυτός ην εστώς παρά την λίμνην Γεννησαρέτ. και είδε δύο
πλοία εστώτα παρά την λίμνην οι δε αλιείς αποβάντες απ’ αυτών απέπλυναν τα
δίκτυα, εμβάς δε εις εν των πλοίων, ο ην του Σίμωνος, ηρώτησεν αυτόν από της
γης επαναγαγείν ολίγον· και καθίσας εδίδασκεν εκ του πλοίου τους όχλους
»
(Λουκ. ε’ 1-3). Αυτό ήταν ένα από τα περιστατικά που γίνονταν όταν συνάζονταν
μεγάλα πλήθη για ν’ ακούσουν το λόγο του Θεού από τα χείλη του Χριστού. Για να
τον βλέπουν και να τον ακούν όλοι, δε θα μπορούσε να διαλέξει καλλίτερο τόπο
από μια βάρκα. Στην παραλία υπήρχαν δύο πλοιάρια κι οι ψαράδες ασχολούνταν με
το πλύσιμο των διχτυών. Τα πλοιάρια αυτά ήταν κλασσικά μικρά ψαροκάικα, σαν κι
αυτά που χρησιμοποιούνται και σήμερα στη λίμνη Γεννησαρέτ. Το πλοιάριο όπου μπήκε
ο Κύριος ανήκε στο Σίμωνα, τον μετέπειτα
 απόστολο Πέτρο. Ο Κύριος ζήτησε από το Σίμωνα ν’ απομακρύνει λίγο το
πλοιάριο από την αμμουδιά κι έπειτα κάθισε εκεί κι άρχισε να διδάσκει τα πλήθη.

«Ως δε επαύσατο λαλών, είπε προς τον Σί­μωνα· επανάγαγε εις
το βάθος και χαλάσατε τα δίκτυα υμών εις άγραν
»
(Λουκ. ε’ 4). Την ώρα που έμπαινε στο πλοιάριο ο Κύριος στόχευε σε πολλούς
στόχους.
 Πρώτο, του ήταν πιο
εύκολο να διδάσκει τους ανθρώπους από το πλοιάριο, να τους βοηθήσει και να
θρέψει τις ψυχές τους με τη γλυκιά διδαχή Του.
 Δεύτερο, ήξερε πως οι ψαράδες ήταν στενοχωρημένοι κι
απογοητευμένοι επειδή όλη τη νύχτα είχαν κοπιάσει και δεν έπιασαν ούτε ένα
ψάρι. Έτσι ήθελε να τους παρηγορήσει με μια καλή ψαριά, να ικανοποιήσει τις
σωματικές κι άλλες ανάγκες τους, γιατί ο Θεός φροντίζει και για το σώμα μας,
όπως και για την ψυχή μας, είναι «
ο διδούς τροφήν πάση σαρκί» (Ψαλμ. ρλε’ 25). Τρίτο, ο Κύριος ήθελε να ικανοποιήσει τις ψυχές των
εκλεκτών Του, ενισχύοντας την πίστη τους σ’ Εκείνον, στην παντοδυναμία Του και
στην απεριόριστη ευσπλαχνία Του.
Τελευταίο, μα σπουδαιότερο, ο Κύριος ήθελε να κάνει ξεκάθαρο στους μαθητές Του,
και μέσω αυτών σ’ όλους εμάς, πως
 μαζί μ’ Εκείνον και μέσω
Εκείνου, όλα είναι δυνατά
· πως όλοι οι κόποι
των ανθρώπων χωρίς τη βοήθειά Του είναι τόσο μάταιοι, όσο άδεια ήταν και τα
δίχτυα των ψαράδων που κόπιασαν όλη νύχτα και δεν έπιασαν ούτε ένα ψάρι. Ο
Κύριος πέτυχε το
πρώτο στόχο Του και τώρα προχωρούσε στο δεύτερο. Είπε λοιπόν στο Σίμωνα να πάει στα
βαθιά και να ξαναρίξει τα δίχτυα.

«Και αποκριθείς ο Σίμων είπεν αυτώ· επιστάτα, δι’ όλης
της νυκτός κοπιάσαντες ουδέν ελάβομεν·
 επί δε τω ρήματί σου χαλάσω το
δίκτυον. και τούτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλήθος ιχθύων πολύ· διερρήγνυτο δε το
δίκτυον αυτών. και κατένευσαν τοις μετόχοις τοις εν τω ετέρω πλοίω του ελθόντας
συλλαβέσθαι αυτοίς· και ήλθον και έπλησαν αμφότερα τα πλοία, ώστε βυθίζεσθαι
αυτά
» (Λουκ. ε 5-7). Ο Σίμων δεν ήξερε ακόμα
ποιός ήταν ο Χριστός. Τον ονόμασε «επιστάτη», δηλαδή «κύριο», του έδειξε
σεβασμό δηλαδή, όπως έκαναν και πολλοί άλλοι. Βρισκόταν μακριά όμως από του να
πιστέψει το Χριστό ως Υιό του Θεού και Κύριο. Στην αρχή παραπονέθηκε πως είχαν
κοπιάσει όλη νύχτα και δεν έπιασαν ούτε ένα ψάρι, επειδή σεβόταν το Χριστό όμως
ως καλό και σοφό δάσκαλο, ήθελε να τον υπακούσει και να ξαναρίξει τα δίχτυα.

Ο Θεός δεν ανταμείβει ποτέ τους κόπους των ανθρώπων τόσο πολύ, όσο
ανταμείβει μια υπάκουη καρδιά
. Η ολοπρόθυμη υπακοή του
Πέτρου αποδείχτηκε πολύ μεγάλη, από το γεγονός ότι έθεσε αμέσως σε εφαρμογή τα
λόγια του Χριστού, μ’ όλο που πρέπει να ήταν κατάκοπος και άυπνος, μούσκεμα και
απογοητευμένος, μετά από μια νύχτα άκαρπης προσπάθειας. Γι’ αυτό και η υπακοή
του ανταμείφθηκε αμέσως από το έλεος του Χριστού και την υπακοή των ψαριών,
αφού Εκείνος που δημιούργησε τα ψάρια, τους έδωσε εντολή με το πνεύμα Του να
συγκεντρωθούν και να γεμίσουν τα δίχτυα. Τα ψάρια δεν έχουν φωνή. Ο Κύριος όμως
τους έδωσε εντολή με τη δική Του φωνή να πάνε στα δίχτυα, όπως με τη φωνή Του
έδωσε εντολή στους ανέμους να σταματήσουν και στην ταραγμένη θάλασσα να γαληνέψει.

Τα ψάρια δεν άκουσαν τη φωνή του Κυρίου για να
συναχτούν μέσα στα δίχτυα. Τά ‘φερε εκεί η δύναμή Του. Με το να μαζευτούν στα
δίχτυα τόσο πολλά ψάρια, ο Κύριος αντάμειψε πλούσια την ολονύκτια προσπάθεια
των ψαράδων, εξανέμισε τις ανησυχίες τους και κάλυψε τις σωματικές ανάγκες
τους. Έτσι την ίδια μέρα πέτυχε και το
 δεύτερο στόχο Του.

Σαν είδε τόσο μεγάλο πλήθος από ψάρια, που δεν είχε
δει ποτέ ως τότε στη ζωή του ο Σίμων κι ένας άλλος που ήταν μαζί του στη βάρκα,
έκανε σινιάλο στους συναδέλφους του να πλησιάσουν με τη δική τους βάρκα. Και δε
γέμισε μόνο η βάρκα του Σίμωνα με ψάρια, μα κι η βάρκα του Ιακώβου και του
Ιωάννη. Και γέμισαν τόσο πολύ, ώστε από το βάρος των ψαριών κινδύνευαν να
βουλιάξουν. Κι ίσως να είχαν βουλιάξει, αν δεν ήταν κοντά τους ο Κύριος.

«Ιδών δε Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοις γόνασιν Ιησού
λέγων· έξελθε απ’ εμού, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμι, Κύριε. θάμβος γαρ περιέσχεν
αυτόν και πάντας τους συν αυτώ επί τη άγρα των ιχθύων η συνέλαβον. ομοίως δε
και Ιάκωβον και Ιωάννην, υιούς Ζεβεδαίου, οι ήσαν κοινωνοί τω Σίμωνι
»
(Λουκ. ε’ 8-10). Γεμάτος δέος από το αναπάντεχο θέαμα, ο Πέτρος έπεσε
γονατιστός στα πόδια του Χριστού.
 Ούτε για μια στιγμή δεν αμφέβαλε πως τέτοια καλή ψαριά οφειλόταν στην παρουσία του
Χριστού στο πλοιάριο κι όχι στις δικές του προσπάθειες. Το περιστατικό αυτό
συγκλόνισε τον Σίμωνα ως τα τρίσβαθα της ψυχής του,
 γι’ αυτό και
στη συνέχεια δεν ονόμασε πια τον Ιησού «επιστάτη», αλλά «Κύριο».
 Κάθε άνθρωπος μπορεί να γίνει «επιστάτης», «αφεντικό»,
μα μόνο ένας Κύριος υπάρχει. Όταν άκουγε το σοφό δάσκαλο να διδάσκει τα πλήθη
από το πλοίο που βρισκόταν κοντά στην ακτή, ο Σίμων τον ονόμασε «Επιστάτη» ή
«Διδάσκαλο». Τώρα όμως που είδε το θαυμαστό αυτό έργο Του, τον ομολόγησε
«Κύριο».

Προσέξτε πόσο πιο δυνατά μιλάνε τα έργα από τα λόγια! Αν
πούμε ακόμα και τα γλυκύτερα λόγια, οι άνθρωποι θα μας αποκαλέσουν διδάσκαλους
των ανθρώπων. Αν όμως τα λόγια μας τα υποστηρίζουμε με τα έργα μας, τότε θα μας
ονομάσουν ανθρώπους του Θεού. Ίσως την ώρα που άκουγε ο Σίμων τα λόγια του
Χριστού, να σκεφτόταν μέσα του πόσο όμορφα και σοφά διδάσκει. Ο καρδιογνώστης
που τα έβλεπε όλ’ αυτά, κάλεσε μετά το Σίμωνα στα βάθη, για να του αποδείξει
πως πραγματοποιεί όσα λέει.

Ας δώσουμε προσοχή στον τρόπο που μίλησε ο Σίμων στον
Κύριο.
 Αντί να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του και το θαυμασμό του για ένα
τόσο μεγάλο θαύμα, εκείνος είπε: Έξελθε απ’ εμού
. Το ίδιο δε ζήτησαν οι κάτοικοι των Γαδάρων από το
Χριστό όταν θεράπευσε το δαιμονισμένο; Το ίδιο ζήτησαν κι εκείνοι, μα δεν είχαν
το ίδιο κίνητρο με τον Πέτρο.
 Οι Γαδαρηνοί απομάκρυναν το Χριστό
από τον τόπο τους από πλεονεξία, επειδή οι δαίμονες που έβγαλε ο Χριστός από το
δαιμονισμένο οδήγησαν τους χοίρους στον πνιγμό. Ο Πέτρος όμως συνέχισε: ότι
ανήρ αμαρτωλός ειμι
. Ο λόγος που ζήτησε ο Πέτρος από τον Κύριο να φύγει από
κοντά του, ήταν η αίσθηση της αμαρτωλότητας και της αναξιότητάς του
.

Η αίσθηση αυτή της αμαρτωλότητας ενώπιον του Θεού
είναι μια πολύτιμη πέτρα για την ψυχή.
 Ο Κύριος την εκτιμά περισσότερο
απ’ όλους τους τυπικούς ύμνους δοξολογίας κι ευχαριστίας
. Όταν ο άνθρωπος ψάλλει πολλούς τέτοιους ύμνους στο
Θεό χωρίς την αίσθηση της αμαρτωλότητάς του, δεν ωφελείται καθόλου.
 Η
αίσθηση της αμαρτω­λότητας οδηγεί στη μετάνοια, η μετάνοια οδηγεί στο Χριστό κι
ο Χριστός πραγματοποιεί την αναγέννηση
. Η
αίσθηση της αμαρτωλότητας είναι
 το ξεκίνημα στο δρόμο της
σωτηρίας
 του ανθρώπου.

Ο άνθρωπος που έχει περιπλανηθεί πολύ σε
παραπλανητικούς δρόμους, δεν έχει τίποτα καλ­λίτερο να κάνει από το να βρει το
σωστό δρόμο. Κι όταν τον βρει, το μόνο που του απομένει είναι να τον
ακολουθήσει, χωρίς να κοιτάξει προς τα δεξιά ή τ’ αριστερά του. Τί ωφέλησε τον
Φαρι­σαίο η προσευχή που έκανε στην εκκλησία, όταν προσπαθώντας να εγκωμιάσει
το Θεό, εγκωμίαζε τον εαυτό του; Δε δικαιώθηκε ενώπιον του Θεού, όπως έκανε ο
τελώνης που χτυπούσε το στήθος του κι έκραζε: «
Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω
αμαρτωλώ!
» (Λουκ. ιη’ 13).

Αυτό ήταν το ξεκίνημα της μύησης του Πέ­τρου στην
πίστη του Χριστού. Η ολοκλήρωση έγινε αργότερα, όταν πολλοί από τους ακόλουθους
του Χριστού άρχισαν ν’ απομακρύνονται από το Χριστό, ενώ ο Πέτρος του είπε: «
Κύριε, προς τίνα
απελευσόμεθα; ρήματα ζωής αιωνίου έχεις
» (Ιωάν. στ’ 68). Τώρα
όμως, στο ξεκίνημα, κατάπληκτος από τη δύναμη του Χριστού, του λέει:
 Άπελθε απ’ εμού.

 

Ο Πέτρος δεν ήταν ο μοναδικός που καταλή­φθηκε από
δέος. Ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης, οι γιοί του Ζεβεδαίου, καθώς κι όλοι οι άλλοι που
ήταν μαζί τους, βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση. Όλοι τους
 ξεκίνησαν με
φόβο για τον Κύριο, και τέλειωσαν με αγάπη για Εκείνον
. Όπως διαβάζουμε στις Παροιμίες, «αρχή
σοφίας, φόβος Κυρίου
» (Παρ. α’ 7).

Στο φόβο που ένιωθε ο Πέτρος, καθώς γονάτιζε μπροστά Του,
ο εύσπλαχνος και πάνσοφος Κύριος απάντησε: «
μη φοβού· από του νυν
ανθρώπους έση ζωγρών
» (Λουκ. ε’ 10). Ο
κόσμος αυτός είναι μια θάλασσα γεμάτη πάθη, η Εκκλησία Μου είναι πλοίο και το
Ευαγγέλιό μου δίχτυ, όπου θ’ αλιεύσεις ανθρώπους. Χωρίς εμένα δεν μπορείτε να
κάνετε τίποτα
. Μαζί μου όμως θα έχετε τόσο
καλές ψαριές, που θα γεμίσουν τα δίχτυα σας. Φτάνει να είστε υπάκουοι σε Μένα,
όπως κάνατε και σήμερα. Και τότε δε θα σας φοβίζει κανένα βάθος και ποτέ δε θα
γυρίσετε με άδεια χέρια από το ψάρεμα.

«Και καταγαγόντες τα πλοία επί την γην, αφέντες άπαντα
ηκολούθησαν αυτώ
» (Λουκ. ε’ 11). Εγκατέλειψαν τα πλοιάρια. Ας τα
πάρουν άλλοι κι ας τα κάνουν ό,τι θέλουν. Ο Πέτρος άφησε και το σπίτι του και
τη γυναίκα του. Ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης άφησαν το σπίτι και τον πατέρα τους. Κι
όλοι τους τον ακολούθησαν.
 Για ποιό λόγο να στενοχωρηθούν; Δεν είχαν αγωνιστεί όλη νύχτα άσκοπα; Εκείνος
που μπορεί να κάνει τα πάντα, θα μπορούσε να θρέψει κι αυτούς και τις
οικογένειές τους.
 Εκείνος που στολίζει
τα κρίνα του αγρού και τα κάνει πιο θαυμαστά ακόμα κι από το βασιλιά Σολομώντα,
ο ίδιος θα φροντίσει και για το δικό τους ντύσιμο. Η τροφή και το ντύσιμο είναι
το ελάχιστο που έχουν να φροντίσουν. Εδώ
 ο Κύριος τους καλεί στο
μέγιστο: στη βασιλεία του Θεού
. Όταν μπορεί
να τους δώσει το μέγιστο, είναι δυνατό να μην μπορέσει να τους δώσει το
ελάχιστο; Ο ίδιος ο απόστολος Πέτρος έγραψε αργότερα: «
πάσαν την
μέριμναν υμών επιρρίψαντες επ’ αυτόν, ότι αυτώ μέλλει περί υμών
» (Α Πέτρ. ε’ 7). Τέλος, αν τον υπακούν ακόμα και τα
κωφάλαλα ψάρια στο νερό, πως δε θα μπορούσαν να το κάνουν αυτό οι άνθρωποι
αυτοί, τα λογικά όντα;

Ολόκληρο το περιστατικό αυτό έχει κι ένα βαθύτερο
νόημα.
 Το πλοίο σημαίνει το σώμα. Τα σχισμένα δίχτυα σημαίνουν το παλιό
πνεύμα του ανθρώπου. Τα βάθη της θάλασσας σημαίνουν το βάθος της ψυχής του
ανθρώπου.
 Όταν ο Κύριος κατοικεί σ’ έναν υπάκουο άνθρωπο, τότε ο
άνθρωπος αυτός απομακρύνεται από την ακτή του υλικού κόσμου και πηγαίνει από
τις αισθητικές σκιές στα πνευματικά βάθη. Στα βάθη αυτά ο Κύριος του
αποκαλύπτει τ’ αμέτρητα πλούτη των δωρεών Του, για τις οποίες αγωνιζόταν μάταια
σ’ ολόκληρη τη ζωή του. Οι δωρεές αυτές είναι τόσο μεγάλες, ώστε το παλιό
πνεύμα δεν μπορεί να τις αντέξει και σχίζεται
.
Γι’ αυτό είπε ο Κύριος πως δε βάζουν καινούργιο κρασί σε παλιά ασκιά.

Όταν ο υπάκουος άνθρωπος βλέπει τ’ αρίφνητα πλούτη των
δωρεών Του, γεμίζει δέος και κατάπληξη τόσο για την παντοδυναμία του Θεού, όσο
και για τις δικές του αμαρτίες. Θα ήθελε σ’ αυτήν την περίπτωση να κρυφτεί από
το Θεό, να φύγει ο Θεός από κοντά του κι ο ίδιος να γυρίσει στο παλιό του
πνεύμα και στην παλιά του ζωή. Μόλις όμως η λαμπρότητα του Θεού κι η ευσπλαχνία
Του αποκαλυφθούν στον άνθρωπο, τότε του φανερώνεται ακαριαία η αμαρτωλότητα κι
η αναξιότητά του, η αποξένωσή του απ’ Αυτόν.

Ο Θεός δε θα εγκαταλείψει τον άνθρωπο που έχει οδηγήσει στα βάθη. Δε θα
λάβει σοβαρά την κραυγή του έξελθε απ’ εμού. Ξέρει ότι η κραυγή αυτή βγαίνει
από έναν άρρωστο άνθρωπο, γι’ αυτό και του δίνει θάρρος και τον παρηγορεί με τα
λόγια, «
μη φοβού».

Όταν ο Θεός χορηγεί σ’ έναν υπάκουο άνθρωπο τα θεϊκά
κι ανεκλάλητα χαρίσματά Του, δε θέλει τα χαρίσματα αυτά να σταματήσουν σ’
εκείνον, όπως το τάλαντο που έκρυψε ο πονηρός δούλος στη γη.
 Ο Θεός ζητάει
από τον υπάκουο άνθρωπο να μοιραστεί τα χαρίσματά του με άλλους
. Γι’ αυτό ο Πέτρος κάλεσε τους ανθρώπους του άλλου
πλοιαρίου να κάνουν χώρο για να βάλουν κι εκεί ψάρια. Μοίρασαν τη σοδειά τους
με τους αδελφούς Ιάκωβο και Ιωάννη, καθώς και με τους συντρόφους τους. Ο
Ιάκωβος, ο Ιωάννης κι οι σύντροφοί τους κουράστηκαν κι αυτοί για να σύρουν τα δίχτυα,
ν’ αδειάσουν τα ψάρια και να κωπηλατήσουν ως την ακτή.
 Κάθε
υπάκουος άνθρωπος που λαβαίνει το δώρο του από κάποιον άλλον, πρέπει να ξέρει
πως το δώρο αυτό προέρχεται από το Θεό, όχι από άνθρωπο. Έτσι πρέπει αμέσως,
χωρίς χρονοτριβή, ν’ αρχίσει να εργάζεται για τη διατήρηση, τον πολλαπλασιασμό
και τη μετάδοση του δώρου
.

Τί σημαίνει τώρα το γεγονός των υπάκουων ψαράδων που τράβηξαν τα πλοιάριά
τους στην ακτή, τα εγκατέλειψαν, όπως κι οτιδήποτε άλλο κατείχαν κι ακολούθησαν
το Χριστό;
 Πως ο άνθρωπος που είναι προικισμένος
από το Θεό, όταν προχωρεί στα βαθιά, εγκαταλείπει το σώμα με τα πάθη του, καθώς
και κάθε εφάμαρτο δεσμό με το οποίο ήταν δεμένος ως τότε, εγκαταλείπει δηλαδή
τα πάντα. Εγκαταλείπει όχι μόνο το σώμα και τους δεσμούς του, αλλ’ ακόμα και το
παλιό πνεύμα του με όλες τις ιδέες του. Και τότε ακολουθεί Εκείνον που ντύνει
όσους καλεί με το νέο ένδυμα της σωτηρίας, που καλεί πάντα τους υπάκουους
πιστούς στα πνευματικά βάθη.

Ο Κύριος είπε πως ο Πέτρος θα γίνει αλιέας ανθρώπων. Από του νυν
ανθρώπους έση ζωγρών
. Αυτό σημαίνει πως οι
απόστολοι, οι επίσκοποι, οι λοιποί κληρικοί, καθώς και όλοι οι χριστιανοί, που
ο Θεός τους προίκισε με τα χαρίσματά Του, πρέπει να εργαστούν με αγάπη για να
ψαρέψουν – δηλαδή να σώσουν – όσους περισσότερους ανθρώπους μπορούν, με τη
βοήθεια των χαρισμάτων τους. Ο καθένας θ’ αγωνιστεί ανάλογα με το χάρισμά του:
Εκείνος που έλαβε πολλά χαρίσματα θά ‘χει πλουσιότερη σοδειά,
 όποιος
έλαβε λιγότερα θά ‘ναι λιγότερο υπεύθυνος
,
όπως φαίνεται κι από την παραβολή των ταλάντων. Ο δούλος που έλαβε πέντε
τάλαντα έφερε δέκα, ο άλλος που έλαβε δύο τάλαντα, έφερε τέσσερα.
 Κανένας
όμως δεν πρέπει να υπερηφανευτεί για τα χαρίσματα του Θεού σα νά ‘ταν δικά του,
να τα κρύβει από τους ανθρώπους και να τα θάβει στον τάφο του σώ­ματός του
. Τέτοιος άνθρωπος θα κατακριθεί από μόνος του στη
γέεννα του πυρός, εκεί που είναι ο βρυγμός κι ο τρυγμός των οδόντων.

 

***

 

Η ευαγγελική αυτή περικοπή είναι γεμάτη από διδαχές
για μας, για τη γενιά μας, όπως και τα δίχτυα των ψαράδων ήταν γεμάτα από τα
ευλογημένα ψάρια. Ας μπορούσαν οι σύγχρονοι άνθρωποι να πάρουν από το σημερινό
ευαγγέλιο
 τουλάχιστο το μάθημα της υπακοής στο Θεό! Όλες οι άλλες διδαχές τότε θα ήταν ακόλουθές της κι
όλα τα καλά που επιθυμεί η καρδιά του ανθρώπου θ’ αλιεύονταν στα χρυσά δίχτυα
της ευαγγελικής υπακοής.

Έχουμε μπροστά μας δύο παραδείγματα υπακοής: την
υπακοή των ψαριών και την υπακοή των αποστόλων. Ποιά από τις δύο είναι πιο
σπουδαία; Αυτό είναι αυταπόδεικτο. Τα ψάρια υπακούνε στην εντολή του Κυρίου και
θυσιάζουν τη ζωή τους στα πόδια Του. Ο Κύριος τα δημιούργησε για την
εξυπηρέτηση των αναγκών του ανθρώπου.

Προσέξτε όμως πώς τα ψάρια λειτουργούν και για την
πνευματική του ανάγκη. Σ’ εκείνους που έχουν απομακρυνθεί από το Θεό, στους
επαναστατημένους κι ανυπάκουους ανθρώπους, λειτουργούν ως παράδειγμα υπακοής
στο Δημιουργό τους. Τα ψάρια αυτά δε θα μπορούσαν να γίνουν περισσότερο γνωστά
αν είχαν αφεθεί να ζήσουν και να κολυμπούν στη Λίμνη της Γεννησαρέτ. Εξαγόρασαν
τη ζωή τους με τη μεγάλη τιμή να υπηρετήσουν το σχέδιο του Κυρίου, του Λυτρωτή,
σαν παράδειγμα και επίπληξη στον ανυπάκουο άνθρωπο. Τ’ ανεξιχνίαστο έλεος του
Κυρίου είναι φανερό εδώ:
 ο Κύριος χρησιμοποιεί όλα τα πλάσματά Του για να επαναφέρει τον
άνθρωπο στο δρόμο που έχασε, να τον αφυπνίσει, να τον διεγείρει και να τον
υψώσει πάλι στην προτέρα του αξία και δόξα
.

Το παράδειγμα της υπακοής των αποστόλων είναι επίσης
συγκινητικό. Οι απλοί άνθρωποι συνήθως έχουν πιο στενούς δεσμούς με τα σπίτια
και τις οικογένειές τους από τους κοσμικούς ανθρώπους. Οι κοσμικοί έχουν
πολλούς και ποικίλους δεσμούς με τον κόσμο. Κι αν ακόμα χαλαρώσει ένας δεσμός
τους, έχουν πολλούς άλλους. Κι όμως, οι απλοί ψαράδες
 τα εγκατέλειψαν
όλα
, έσπασαν τους λίγους αλλά πολύ δυνατούς
δεσμούς τους με τον κόσμο, με τα σπίτια και τις οικογένειές τους και
ακολούθησαν τον Κύριο στα μεγάλα και πλούσια πνευματικά βάθη χωρίς να πάρουν
τίποτα μαζί τους, παρά μόνο τον εαυτό τους. Ο χρόνος έδειξε πως
 ο
Κύριος τους αντάμειψε πλούσια για την υπακοή τους
. Αναδείχτηκαν στύλοι της Εκκλησίας του Θεού στη γη και μεγάλοι άγιοι
στην ουράνια βασιλεία Του.
Ας βιαστούμε λοιπόν κι εμείς ν’ ακολουθήσουμε
το παράδειγμα της υπακοής τους. Η νύχτα της επίγειας διαδρομής μας τελειώνει.
Όλοι οι κόποι της νύχτας είναι έτσι κι αλλιώς μάταιοι, τα δίχτυα μας είναι
άδεια, οι καρδιές μας γεμάτες κακία, οι ψυχές κι ο νους μας λιμοκτονούν, αφού
έχουν στερηθεί τη βοήθεια του Θεού.

Ο πράος Κύριος στέκεται δίπλα στο πλοίο του καθενός μας και μας καλεί.
Εκείνος, ο παντογνώστης Δημιουργός, ζητάει από τον καθένα μας να τον αφήσουμε
να μπει στο πλοίο και να ταξιδέψουμε μαζί Του μακριά από τις σκιές και τις
φουρτούνες της ζωής, στα μεγάλα βάθη της πνευματικής θάλασσας. Εκεί θα
γεμίσουμε το πλοίο μας με όλα τα αγαθά που επιθυμούμε.
 Ας τον
υπακούσουμε τώρα, την ώρα που μας καλεί, γιατί όταν χαράξει η μέρα δε θα τον
δούμε πια ως αιτούντα, αλλ’ ως Κριτή
. Ας
μην απορρίψουμε το αίτημά Του να μπει στην καρδιά και στην ψυχή μας
, όπως δεν το απέρριψε ο Πέτρος. Δε μας
το ζητάει για δική Του χάρη, αλλά για δική μας. Να ξέρεις πως δεν είναι εύκολο
στον Πάναγνο να μπει κάτω από ακάθαρτη στέγη. Να ξέρεις πως αυτό που κάνει
είναι θυσία, που την κάνει όμως από αγάπη για μας. Δε μας ζητάει να μπει μέσα
για να πάρει, άλλα για να δώσει
. Το
μόνο που θέλει, είναι να δεχτούμε τη βοήθεια και τη θυσία Του. Αδελφοί μου, ας
αφουγκραστούμε τη φωνή που μας καλεί, προτού φτάσει στ’ αυτιά μας η φωνή του Κριτή
.

Δόξα και αίνος στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό,
μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα
και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β’ – ΟΜΙΛΙΕΣ Ε’ Αγίου Νικολάου
Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013)

 

 Πηγή 

Αναγνωρίζουμε το ταλέντο σε ένα μη αναμενόμενο περιβάλλον;

Όπως θα δείτε και στο video που ακολουθεί, ένας άντρας  ξεκίνησε να παίζει το βιολί του σε κεντρικό σταθμό του μετρό. Έπαιξε για περίπου 45 λεπτά. Κατά τη διάρκεια αυτών των 45 λεπτών, δεδομένου ότι ήταν ώρα αιχμής, πέρασαν από μπροστά του αρκετές χιλιάδες άνθρωποι, οι περισσότεροι πηγαίνοντας στη δουλειά τους. Τρία λεπτά μετά την έναρξη της μουσικής, ένας μεσήλικος κύριος παρατήρησε ότι υπήρχε ένας μουσικός που έπαιζε βιολί, τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και συνέχισε το βιαστικό του βηματισμό. Ένα λεπτό αργότερα, ο βιολιστής εισέπραξε το πρώτο του δολάριο, από μια κυρία που το πέταξε στο καπέλο του καθώς περνούσε από μπροστά του χωρίς να σταματήσει καθόλου. Λίγο αργότερα, κάποιος ακούμπησε στον τοίχο και τον άκουσε για λίγο, αλλά μετά κοίταξε το ρολόι του και έφυγε βιαστικός.

Περισσότερο από όλους τους περαστικούς, ασχολήθηκε μαζί του ένα αγόρι,περίπου τριών χρονών, το οποίο ήθελε να σταματήσει για να ακούσει, αλλά η μητέρα του το τράβηξε για να συνεχίσουν τη διαδρομή τους. Το παιδί κοιτούσε συνεχώς προς τα πίσω καθώς απομακρυνόταν. Το ίδιο επαναλήφθηκε και με άλλα παιδιά και τους γονείς τους, οι οποίοι,χωρίς καμία εξαίρεση, τα τράβαγαν για να συνεχίσουν το δρόμο τους. Στα 45 λεπτά μουσικής, συνολικά σταμάτησαν για να ακούσουν μόνο 6 άνθρωποι, ενώ περίπου 20 άνθρωποι έριξαν λεφτά στο καπέλο καθώς συνέχιζαν να περπατούν, χωρίς να ελαττώσουν την ταχύτητα τους. 

Η συνολική είσπραξη ήταν 32 δολάρια. Όταν η μουσική σταμάτησε και υπήρξε σιωπή, κανείς δεν το πρόσεξε. Κανείς δε χειροκρότησε, ούτε υπήρξε κανενός άλλου είδους αναγνώριση.

Αυτό που δεν ήξερε κανείς ήταν ότι ο συγκεκριμένος βιολιστής ήταν ο Joshua Bell, ένας από τους καλύτερους μουσικούς του κόσμου, και έπαιζε με ένα βιολί Stradivarius αξίας 3,5 εκατομμυρίων δολαρίων, κατασκευασμένο από τον ίδιο τον Antonio Stradivari το 1713. Δύο ημέρες νωρίτερα, ο Joshua Bell έπαιξε σε ένα κατάμεστο θέατρο της  Βοστώνης και η τιμή ενός κάτω-του-μετρίου εισιτηρίου ήταν 100 δολάρια. Ο Bell αμείβεται με περίπου 1000 δολάρια το λεπτό!

Το συγκεκριμένο πείραμα,  οργανώθηκε από την εφημερίδα Washington Post, ως μέρος μιας κοινωνικής μελέτης περί του τι εκλαμβάνουμε ως σημαντικό, τι μας αρέσει, και σε τι δίνουμε προτεραιότητα. Η γενική περιγραφή του πειράματος ήταν: « Σε ένα συνηθισμένο περιβάλλον, σε μια ακατάλληλη ώρα, αντιλαμβανόμαστε το ωραίο;  Σταματάμε για να το ευχαριστηθούμε;  Αναγνωρίζουμε το ταλέντο σε ένα μη-αναμενόμενο περιβάλλον;» Δείτε το video παρακάτω.. μια και έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον..

Πηγή 

Παρασκευή 12/1/2007, 7:51 π.μ. Ουάσινγκτον.
Στάση Μετρό L’ENFANT PLAZA STATION 
(ώρα αιχμής για τους υπαλλήλους που πηγαίνουν
στις δουλειές τους)

Ένας από τους πιο ακριβοπληρωμένους βιολιστές στον κόσμο, ο Joshua Bell (με αμοιβή που φτάνει τα 1000$ / λεπτό),
με ένα χειροποίητο βιολί αξίας 3.500.000 $ (Gibson ex Huberman), που κατασκευάστηκε το 1713 από τον Antonio Stradivari, 
ξεκινά να ερμηνεύει, ινκόγκνιτο, για τους ανυποψίαστους περαστικούς
του μετρό, δίνοντας τον καλύτερο εαυτό του,
κλασικά (αλλά όχι και ευρέως γνωστά) αριστουργήματα 
όπως, Bach’s “Chaconne”, Franz Schubert’s “Ave Maria,” 
Manuel Ponce’s “Estrellita”.

Σε 43 λεπτά, 1097 περαστικοί, περάσαν
μπροστά από τον καλύτερο βιολιστή, 
που με το καλύτερο βιολί, ερμήνευε για αυτούς 
μερικά από τα καλύτερα μουσικά κομμάτια.
Πόσοι από αυτούς σταμάτησαν να ακούσουν;
Πόσα χρήματα άφησαν;
Το συγκεκριμένο πείραμα,  οργανώθηκε από την εφημερίδα Washington Post, ως μέρος μιας κοινωνικής μελέτης περί του τι εκλαμβάνουμε ως σημαντικό, τι μας αρέσει, και σε τι δίνουμε προτεραιότητα.
Η γενική περιγραφή του πειράματος ήταν: «Σε ένα συνηθισμένο περιβάλλον, σε μια ακατάλληλη ώρα, αντιλαμβανόμαστε το ωραίο;  Σταματάμε για να το ευχαριστηθούμε;  Αναγνωρίζουμε το ταλέντο σε ένα μη-αναμενόμενο περιβάλλον;» 
Ο ταλαντούχος μουσικός, επίτηδες επέλεξε να ερμηνεύσει μη ευρέως γνωστά κομμάτια προκειμένου να μην προκαλέσει τεχνητά το 
ενδιαφέρον του κοινού.
Σε 43 λεπτά, από τους 1097 περαστικούς, μόλις 7 σταμάτησαν να τον ακούσουν.
Ανάμεσά τους και ένα 3χρονο παιδί που απομακρύνθηκε από τη μητέρα του.
Μόλις 27 από τους περαστικούς άφησαν βιαστικά χρήματα (οι περισσότεροι χωρίς να
σταματήσουν).
Το ποσό που συγκέντρωσε ήταν 32 $.
Ο ίδιος βιολιστής (Joshua Bell) πριν από 3 ημέρες είχε γεμίσει το το Boston’s Stately Symphony Hall, με μέση τιμή εισιτηρίου 100$ το άτομο.
Δύο εβδομάδες αργότερα, στο Music Center στο Strathmore, στη North Bethesda, έπαιξε για ένα ακροατήριο αποκλειστικά για όρθιους, σε ένα κοινό τόσο ευλαβικά προσηλωμένο στο ταλέντο του, που συγκρατούσαν ακόμα και το ξερόβηχά τους, για τα σιωπηλά σημεία των κομματιών του.


Αναλυτικά το κοινωνικό πείραμα, παρουσιάζεται στο άρθρο με τίτλο
Pearls Before Breakfast (Μαργαριτάρια Προ Του Πρωινού)
που δημοσιεύτηκε την Κυριακή 8 Απριλίου 2007 στην Washington Post εδώ

Για την ευγένεια – Άγιος Ισαάκ ο Σύρος

Μεγάλο κεφάλαιο η ευγένεια για τον πιστό
άνθρωπο.
Συνήθως όμως, η συμπαθητική αυτή αρετή της ευγενείας, μπαίνει από τους πολλούς
στο περιθώριο, και θεωρείται μια υπόθεση ξεπερασμένη, που για να σταθής σήμερα,
πρέπει να σε διακρίνει το θράσος, η ελευθεροστομία και η αναίδεια.
Η ευγένεια, θεωρείται σήμερα, νόμισμα απηρχαιωμένο, που θέση δεν έχει στην
σύγχρονη ζωή.
Ωστόσο, οι αντιλήψεις αυτές προδίδουν παρακμή και εκφυλισμό στις ανθρώπινες
κοινωνικές σχέσεις.
Η ευγένεια ποτέ δεν ξεπέφτει, όπως κι’ η μάνα που τη γέννησε, η αγάπη, γιατί
γνήσιο παιδί της αγάπης είναι.
Η ευγένεια συγκαταλέγεται στο σύνολο των χριστιανικών αρετών και είναι δείκτης
της πνευματικής καλλιέργειας.
Η διατήρηση της ευγενείας, τόσο στη δημόσια όσο και στην ιδιωτική ζωή είναι
κάτι αρκετά δύσκολο.
Λίγοι άνθρωποι μπορούν να καυχηθούν ότι διατηρούν την ευγένειά τους και στον
ιδιωτικό και απόλυτα προσωπικό τους βίο.

Ένας τέτοιος στάθηκε ο Απόστολος Παύλος.

Φυλακισμένος στη Ρώμη, γράφει στη Β΄του
Επιστολή στον Τιμόθεο: «Σύ παρηκολούθηκάς μου τη διδασκαλία τη αγωγή, τη
προθέσει» (γ 10).

Εσύ παιδί μου, του γράφει, έζησες την διαγωγή μου και αντελήφθης τις εσώτατές
μου προθέσεις.

Σπάνιο πράγμα, να μπορεί κανείς να προβάλει στους συνεργάτες του, σε κείνους
μάλιστα που τόσο καιρό έζησαν μαζί του, μια ζωή αγία που να λαμπυρίζει μέσα από
το κρύσταλλο της ευγενείας του. Θα πρέπει, όσοι πλησίαζαν τον Απόστολο, να
έφευγαν διαφορετικοί.

Είχε ένα κάτι, που αιχμαλώτιζε τους συνομιλητές του. Ή καλύτερα, ήταν ο ίδιος
κάτι. Ήταν ευγενής.

Η ευγένεια πάντοτε καλλιεργήθηκε από τα γνήσια χριστιανικά αναστήματα.     
 
Αντικαθρεπτίζει δε πάντοτε, την εσωτερική ομορφιά της ψυχής.

Ευγένεια, δεν είναι η υψηλή καταγωγή, αλλά η καλλιεργημένη ψυχή. Μπορεί κανείς
να είναι ευγενής στην καταγωγή και δούλος στην ψυχή.

Η ευγένεια δεν κάνει διακρίσεις. Είναι η
ίδια για όλους. Συμπεριφέρεται καλά, τόσο στον διάσημο άνθρωπο, όσο και στον
άσημο. Στον μικρό, εξ’ ίσου και στον μεγάλο.

Όπως η αγάπη «ού ζητεί τα εαυτής», έτσι και η ευγένεια δεν ζητά τα ίσα για να
προσφερθεί. Προσφέρεται ότι κι αν συναντήσει μπροστά της. Πουθενά δεν συναντάς
την αληθινή αγάπη χωρίς την ευγένεια. Και ποτέ δεν βρίσκεις την αληθινή
ευγένεια χωρίς την αγάπη.

Η ευγένεια είναι ένας από τους πιο όμορφους ανθούς της αγάπης.

Είναι το ξεχείλισμα, ότι ωραίου υπάρχει μέσα στην καρδιά.

Κατορθώνει, ότι δεν πετυχαίνει η βία και η
αγένεια. «Μια σταγόνα μέλι, μαζεύει πιο πολλές μύγες, παρά ένα βαρέλι ξύδι»,
λέει μια ξένη παροιμία.  
Η ευγένεια ακόμη, είναι και μεταδοτική.

Υποβάλλει, υποχρεώνει, εμπνέει, επιβάλλεται. Η παρουσία της σου δίδει το
αίσθημα ότι βρίσκεσαι στο χώρο της Βασιλείας του Θεού. Η ευγένεια, πραγματικά
κατέχει το μυστικό της κοινωνικής κατακτήσεως.

Χαρακτηριστικά της ευγενείας είναι η πραότης, η εξυπηρετηκότης, η ανοικτή
καρδιά, η φιλοξενία, το καλόκαρδο μειδίαμα, η απλοχεριά, η ευγνωμοσύνη, η
ειλικρίνεια, η αγάπη, η διακριτικότης.

Το «ευχαριστώ», εγκάρδιο και ειλικρινές, είναι το «σήμα κατατεθέν» της.
      
Η Αγία Γραφή προσφέρει μερικές συμπυκνωμένες προτροπές γι’
αυτήν:
      
«Ο λόγος υμών πάντοτε εν χάριτι, άλατι ηρτυμένος, ειδέναι πώς δεί υμάς ενί
εκάστω αποκρίνεσθαι» (Κολ. δ΄ 6).
«Τη τιμή αλλήλους προηγούμενοι» (Ρωμ. Ιβ΄10)
«Ευχάριστοι γίνεσθε» (Κολ. γ΄15).
«Άγιοι εν πάση αναστροφή γενήθητε» (Α΄Πέτρ. α΄ 15).
«Τύπος γίνου των πιστών, εν λόγω, εν αναστροφή… εν αγάπη» (Α΄Τιμ. δ ΄12).
 
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, βαθειά καλλιέργησαν την ευγένεια.
      
Η έρημος που κατοικήθηκε από Ασκητές, μετεβλήθη σ’ ένα απέραντο σαλόνι από
ανθρώπους αληθινά ευγενείς και ανωτέρους.

Ευγένεια δεμένη, με όλο τον πλούτο της χριστιανικής των καρδιάς.

Μερικά δείγματα γραμμένα από μια γνήσια ψυχή της ερήμου, τον Άγιο Ισαάκ
τον Σύρο
, φανερώνουν το βάθος και την έκταση αυτής της λαμπρής αρετής.

Με την παράθεση μερικών απ’ αυτά, θα κλείσωμε και το θέμα μας.
«Έχε την γλώσσα σου καλή και ατιμία δεν θα σε συναπαντήσει».

«Απόκτησε χείλη γλυκά, και όλους φίλους θα τους έχεις».

«Μίκρυνε τον εαυτό σου μπροστά σε όλους τους ανθρώπους και θα υψωθείς πάνω απ’
όλους τους άρχοντας τούτου του κόσμου».

«Πρότρεχε όλους στον χαιρετισμό και θα
τιμηθείς πιο πολύ από κείνους που προσφέρουν πολύτιμο χρυσάφι».
«Καταφρόνησε την τιμή για να τιμηθείς, και μη την αγαπήσεις για να μην
ατιμασθείς».

«Μη αηδιάσεις την δυσοσμία των αρρώστων και μάλιστα των πτωχών, γιατί και συ
σώμα φέρεις».

«Όταν συναντήσεις κάποιον, ανάγκασε τον
εαυτό σου να τον τιμήσει πιο πάνω απ’ ότι αξίζει. Χαιρέτισε τον θερμά. Παίνεσε
τον. Όταν απομακρυνθεί, πες γι’ αυτόν κάθε καλό και τίμιο λόγο.

Με τον τρόπο αυτόν θα τον κάνεις καλύτερον
απ’ ότι είναι. Πάντοτε ο τρόπος αυτός να σε χαρακτηρίζει. Να είσαι δηλαδή
ευπροσήγορος πάντοτε και να αποδίδεις την τιμή σε όλους».

«Μη διακόψεις τον συνομιλητή σου για να πεις τη γνώμη σου σαν αμαθής και
απαίδευτος».
«Μη ξεγυμνώνεσαι μπροστά στους άλλους».

«Απομακρύνσου από την παρρησία (την
υπερβολική οικειότητα) σαν από τον θάνατο».

«Μη φτύσεις μπροστά σε άλλους. Όταν θες να βήξεις, στρέψε το πρόσωπό σου πίσω».

«Με σωφροσύνη φάγε και πιές όπως αρμόζει σε παιδιά του Θεού».

«Μην απλώσεις το χέρι σου να πάρεις κάτι μπροστά από τους άλλους, με αναίδεια».

«Εάν φιλοξενήσεις κάποιον, πρότρεψε τον μία και δύο φορές να φάγει, καθισμένος
και συ συνεσταλμένα μαζί του στο τραπέζι».

«Όταν χασμουριέσαι, βάλε μπροστά το χέρι
σου. Κρατώντας την αναπνοή σου θα σου περάσει».

«Όταν μπεις στο σπίτι εκείνου που σε
φιλοξενεί μη στρέφεις από δω κι από κει τα μάτια σου εξετάζοντας τα γύρω
αντικείμενα».

«Μη μπεις αιφνίδια σε ξένο σπίτι ή δωμάτιο, αλλά να κρούσεις προηγουμένως απ’
έξω, κι αφού προτραπείς να μπεις, τότε πέρασε με πολλή ευλάβεια».

«Με ηρεμία άνοιξε και κλείσε, τόσο τη δική σου πόρτα όσο και την ξένη».

«Μη περπατάς άτακτα και τρεχαλέα, εκτός αν βιάζεσαι πολύ».

«Κουβέντιαζε με όλους ήρεμα».

«Με σωφροσύνη κοίταξε τους άλλους, και τα μάτια σου μη τα χορτάσεις από το
κοίταγμα ξένου προσώπου».

«Όταν βαδίζεις με ανωτέρους σου, μη τους προσπερνάς στο βάδισμα».

«Κάθε σου φυσική ανάγκη με ευλάβεια να την υπηρετήσεις ντρεπόμενος τον Φύλακα
σου Άγγελο».

«Φυλάξου από τα μικρά για να μη πέσεις στα
μεγάλα».

«Να θεωρείς ξένο τον εαυτό σου όπου κι αν
βρεθείς, για να μπορέσεις να απαλλαγείς από τη ζημιά που κάνει η παρρησία».

(Εκ του περιοδικού “Ορθόδοξος
Φιλόθεος Μαρτυρία”, Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη”, Σπαρτάκου 6,
Συκιές – Θεσσαλονίκη)

Πηγή 

 

Το νόμισμα της καλοσύνης

Το νόμισμα της καλοσύνης

Το νόμισμα της καλοσύνηςΚάποτε ο γνωστός συγγραφέας Ντοστογιέφσκι βγήκε στον απογευματινό του περίπατο.
Ενώ η ημέρα έφθανε στο σούρουπο ένας ζητιάνος άπλωσε το χέρι του  και ζητούσε βοήθεια. Ο Ντοστογιέφσκι ψάχνει τις τσέπες του να βρει κανένα κέρμα, αλλά δεν βρίσκει τίποτα. Ψάχνει το ρολόι του να το προσφέρει, αλλά και εκείνο το είχε ξεχασμένο στο σπίτι του.

Ο μεγάλος συγγραφέας  κοκκίνισε λίγο στο πρόσωπο και πάνω στην αμηχανία του έσκυψε, φίλησε το χέρι του τυφλού και ψιθύρισε: «Συγχώρα με, καλέ μου άνθρωπε, γιατί αυτή τη στιγμή δεν έχω τίποτα να σου προσφέρω»!

Και ο γέρο ζητιάνος απαντά: «Ευχαριστώ πολύ. Το πήρα! Αυτό που μου έδωσες δεν μπορούσα να το βρω αλλού. Το νόμισμα της καλοσύνης σπάνια το βρίσκω..»

Πηγή 

Κυριακή Η’ Ματθαίου: Ο πολλαπλασιασμός των άρτων (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Ματθ. ιδ’ 14-22)


Όλα όσα κάνει ο Ύψιστος, είναι απαραίτητα. Δεν κάνει τίποτα άσκοπο, τίποτα
υπερβολι­κό, τίποτα που να μη χρειάζεται. Γιατί μερικοί άνθρωποι
περιφέρονται τόσο άσκοπα και κάνουν τόσο αδιάφορα πράγματα; Επειδή δεν είναι
βέβαιοι για το σκοπό της ζωής τους
, για τον προορισμό τού επίγειου ταξιδιού
τους. Γιατί μερικοί άνθρωποι υπερ­φορτώνονται με άσκοπες υποχρεώσεις,
προβαίνουν σε υπερβολικές ενέργειες, σε σημείο που να μην μπορούν να κινούνται
ελεύθερα κάτω από τέτοιο βάρος υποχρεώσεων; Επειδή δε γνωρίζουν το ένα πράγμα,
«ού εστι χρεία».

Για να βοηθήσει ο Κύριος τον άνθρωπο να
μαζέψει το διασκορπισμένο νου του, να θεραπεύσει τη διχα­σμένη καρδιά του και
να συγκροτήσει την ανεξέλεγκτη δύναμή του, αποκάλυψε τον ένα και μοναδικό στόχο
που είναι απαραίτητος: τη Βασιλεία του Θεού.
 Πόσο άσκοπη είναι αλήθεια η ζωή τού ανθρώπου που αγω­νίζεται να
επιτύχει διάφορους στόχους! Πόσο αναί­σθητη είναι η διχασμένη καρδιά! Πόσο
αδύναμη είναι η θέληση, όταν η δύναμή της κατακερματίζεται!


Ενός εστι χρεία. Μόνο ένα πράγμα μας χρειάζεται: η Βασιλεία τού Θεού. Ο
θαυματουργός Χριστός προ­σπάθησε να στρέψει τα μάτια και την προσοχή
όλων των ανθρώπων προς αυτόν τον προορισμό
. Όποιος σκέφτεται έτσι, έχει ένα
μόνο στόχο: το Θεό. Ένα αίσθημα: την αγάπη. Μια νοσταλγία: να πλησιάσει το Θεό.
Μακάριος είναι εκείνος που έφτασε σ’ αυτό το μέτρο. Ο άνθρωπος αυτός έχει γίνει
σαν το φακό που συγκεντρώνει τις ακτίνες τού ήλιου για να δημι­ουργήσει φωτιά.


Τα λόγια που είπε ο Χριστός στη Μάρθα, «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και
τυρβάζη περί πολλά· ενός δέ εστι χρεία» (Λουκ. ι’ 41, 42),
 ήταν στην
πραγματικό­τητα ένας έλεγχος, μια προειδοποίηση στον κόσμο ολόκληρο. Κι αυτό το
ένα που έχουμε πραγματική ανάγκη, είναι η Βασιλεία τού Θεού (βλ. Ματθ. στ’
33
). Για όλα όσα είπε και έκανε ο Κύριος, είχε στο νου του το στόχο αυτό.
Εκεί είχε συγκεντρωθεί όλη η φλόγα που φωτίζει τους ταξιδιώτες εκείνους που
περιφέρονται γύρω από τις χαράδρες και τους ανε­μοστρόβιλους της πρόσκαιρης
αυτής ζωής.


Όλα όσα κάνει ο Ύψιστος, είναι απαραίτητα. Τα πάντα γίνονται μ’ αυτόν τον
ύψιστο, το μοναδικό στό­χο. Όλα είναι απαραίτητα, τόσο τα λόγια που λέει όσο
και τα έργα που κάνει. Δεν υπάρχει ούτε ένας αργός λόγος, ούτε ένα αχρείαστο
έργο. Και πόσο καρποφόρα ήταν τα λόγια και τα έργα Του! Πόσα εκατομμύρια φορές
έχει καρποφορήσει κάθε λόγος και κάθε Του πράξη, ως τις μέρες μας! Πόσο γλυκός,
ευωδιαστός και ζωογόνος είναι ο καρπός αυτός!


Γιατί ο Κύριος δε μετέτρεψε τις πέτρες σε ψωμιά όταν του το ζήτησε ο
σατανάς;
 Σε δυο μεταγενέστερες περιπτώσεις, όταν γύρω του υπήρχε ένα
πεινασμένο πλήθος, πολλαπλασίασε το λίγο ψωμί σε μια τεράστια ποσότητα, ώστε
μετά τη διατροφή τού πλήθους, πε­ρίσσεψε περισσότερο ψωμί απ’ όσο ήταν αρχικά.
Το πρώτο θαύμα όμως (η μετατροπή των λίθων σε ψωμί), ήταν κάτι αδόκιμο,
ανάρμοστο, άτοπο. Το δεύτερο θαύμα (ο πολλαπλασιασμός των άρτων) ήταν κατάλ­ληλο,
απαραίτητο και ταιριαστό.


Γιατί ο Κύριος δεν έδωσε «σημείον εκ του ουρα­νού» στους Φαρισαίους,
όταν του το ζήτησαν;
 Δεν έδωσε τέτοια σημεία από τον ουρανό σε
αμέτρητες περιπτώσεις, όπως σε θαύματα-θεραπείες άρρωστων, λεπρών,
δαιμονισμένων, δεν ανέστησε νεκρούς; Κάθε σημείο από τον ουρανό στους φθονερούς
Φαρισαίους όμως θα ήταν ανάρμοστο, ακατάλληλο και υπερβο­λικό, ενώ σε άλλες
περιπτώσεις θα ήταν κατάλληλο, απαραίτητο και ταιριαστό.


Γιατί ό Κύριος δε μετακίνησε όρη από ένα σημείο σε άλλο ή δεν τα έριξε στη
θάλασσα;
 Θα μπορούσε να το κάνει κι αυτό, δεν υπάρχει αμφιβολία. Γιατί
λοιπόν δεν το έκανε; Εκείνος που μπορούσε να διατάξει την τρικυμισμένη θάλασσα
και να γαληνέψει, τους ανέμους και να ηρεμήσουν, σίγουρα θα μπορούσε να μετακι­νήσει
όρη και να τα ρίξει στη θάλασσα. Ποιό σκοπό όμως θα είχε υπηρετήσει
έτσι; Κανέναν.
 Γι’ αυτό κι ο Κύριος δεν έκανε τέτοιο θαύμα. Υπήρχε
όμως μεγάλη ανάγκη να γαληνέψει η θάλασσα και να ηρεμήσει ο άνεμος, γιατί
υπήρχαν άνθρωποι που έκραζαν για βοήθεια, επειδή κινδύνευαν να πνιγούν.


Μόνο οι δαίμονες κι οι αμαρτωλοί ζητούν από το Χριστό θαύματα που είναι
υπερβολικά κι αχρείαστα, όχι απαραίτητα
. Προσέξτε τι ανόητα πράγματα ζήτησε
ο σατανάς από τον Κύριο: να μετατρέψει τις πέτρες σε ψωμιά στην έρημο, να
πηδήσει κάτω από το πτερύγιο του ναού! Κοιτάξτε τώρα και τους σκληροτράχηλους
αμαρτωλούς, τους Φαρισαίους. Είχαν δει πολλά θαύ­ματα του Χριστού, που τά ‘κανε
όλα για να βοηθήσει τους ανθρώπους. Και του ζητούσαν έπειτα να κάνει κάποια
άσκοπα κι ανώφελα θαύματα, όπως το να ρίξει κάποιο βουνό στη θάλασσα! Ο Κύριος
αρνιόταν να κάνει τέτοια θαύματα, να ικανοποιήσει τέτοιες απαι­τήσεις του
διαβόλου και των υποκριτών. Ποτέ όμως δεν αρνήθηκε να κάνει θαύματα που ήταν
απαραίτητα, επειδή υπηρετούσαν τη σωτηρία των ανθρώπων.


***


Το σημερινό ευαγγέλιο περιγράφει ένα τέτοιο απαραίτητο και
χρήσιμο θαύμα
: τον πολλαπλα­σιασμό των άρτων στην έρημο. Αυτή δεν ήταν
κάποια ακατοίκητη έρημος, μια έρημος όπου μόνο ο διάβολος κατοικούσε. Ήταν μια
έρημος όπου βρέθη­καν πάνω από δέκα χιλιάδες πεινασμένοι άνθρωποι. Το
συμπέρασμα για τον αριθμό τους προκύπτει απ’ όσα γράφει ο ευαγγελιστής
, πως
το πλήθος ήταν πέντε χιλιάδες άντρες, χωρίς να συνυπολογίσει τις γυναίκες και
τα παιδιά.


«Και εξελθών ο Ιησούς είδε πολύν όχλον, και εσπλαγχνίσθη επ’ αυτοίς και
εθεράπευσε τους αρρώ­στους αυτών» (Ματθ. ιδ’ 14).
 Αυτό έγινε την εποχή
που ο βασιλιάς Ηρώδης είχε αποκεφαλίσει τον Ιωάννη το Βαπτιστή. Κι όταν το
άκουσε αυτό ο Ιησούς επιβιβάστηκε σ’ ένα πλοίο κι αναχώρησε «εις έρημον
τόπον κατ’ ιδίαν» (Ματθ. ιδ’ 13). 
Το περιστατικό αυτό το αναφέρουν και
οι τέσσερις ευαγγελιστές. Μερικοί αναφέρουν περισσότερες λεπτομέρειες, άλλοι
λιγό­τερες. Σύμφωνα με τον Ιωάννη, ο Κύριος μπήκε στο πλοίο κοντά στην
Τιβεριάδα και πέρασε στο απέναντι μέρος της θάλασσας τής Γαλιλαίας, που
ονομάζεται και θάλασσα της Τιβεριάδας. Ο Λουκάς λέει πως «υπεχώρησε
κατ’ ιδίαν εις τόπον έρημον πόλεως καλούμενης Βηθσαϊδά» (θ’ 10).


Το συνήθιζε ο Κύριος ν’ αποσύρεται συχνά στην έρημο, σε ερημικές
τοποθεσίες και σε βουνά. Το έκανε αυτό για τρεις λόγουςΠρώτο,
για να κάνει σύντομα διαλείμματα από τις εντατικές και πολυσχιδείς δρα­στηριότητές
Του, ώστε να χωνέψουν κι οι άνθρωποι τις διδαχές Του και τα θαύματα που
είχε κάνει
Δεύτερογια να δώσει το παράδειγμα στους
αποστόλους και σε μας πως είναι απαραίτητο ν’ αποσυρόμαστε, να
εισερχόμαστε στο ταμιείο μας(Ματθ. στ’ 6), για να
παραμένουμε στην προσευχή μόνοι μας με το Θεό
Η ησυχία κι η σιωπή
καθαρίζουν τον άνθρωπο, τού δι­δάσκουν την υποταγή στο Θεό και τού χαρίζουν
πνευ­ματική διαύγεια και δύναμη
Τρίτο, για να μας δείξει πως ο
καλός και χρήσιμος άνθρωπος δεν μπορεί να κρυφτεί
 – «Ου
δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη» (Ματθ. ε’ 14).
 Έτσι έδειξε
κι επισήμανε ποιος είναι ο πραγματικός τόπος για τους ερημίτες και τους
μοναχούς.


Η εκκλησιαστική ιστορία το έχει αποδείξει αυτό χιλιάδες φορές. Δεν
υπάρχει ούτε ένας μοναδικός ερη­μίτης, άνθρωπος της προσευχής και θαυματουργός,
που να κατόρθωσε να κρυφτεί από τους ανθρώπους.
Πολλοί ρωτάνε αναιτιολόγητα: Τί
κάνει ο μοναχός στην έρημο; Δε θά ‘ταν καλύτερα ο μοναχός να μένει στον κόσμο,
ανάμεσα στους ανθρώπους, και να τους υπηρετεί; Πώς όμως μπορεί να φωτίσει ένα
κερί που δεν είναι αναμμένο;
 Ο μοναχός κουβαλάει την ψυχή του στην
έρημο σαν κερί άκαφτο. Τη φέρνει στην έρημο για να την ανάψει με προσευχή, με
νηστεία, με περισυλλογή και άσκηση
Αν κατορθώσει να την ανάψει, το
φως Του θα λάμψει σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Ο κόσμος θα τον ακολουθήσει και θα τον
βρει, ακόμα κι αν αυτός κρυφτεί στην έρημο, σε απομακρυσμένα βουνά ή σε
απρόσιτες σπηλιές. Όχι, ο μοναχός δεν είναι άχρηστος. Είναι ικανός να γίνει
πολύ πιο χρήσιμος στους άλλους από οποιονδήποτε άλλον. 
Αυτό φαίνεται
πολύ καθαρά σ’ αυτήν την περίπτωση από τον Κύριο Ιησού. Μάταια κρυβόταν από
τους ανθρώπους στην έρημο, γιατί τα πλήθη τον έβρισκαν και τον ακολουθούσαν.


Ο Κύριος τους κοίταξε και «εσπλαχνίσθη περί αυτών, ότι ήσαν εκλελυμένοι
και ερριμένοι ως πρό­βατα μη έχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ’ 36). 
Κάτω στις
πόλεις οι συναγωγές ήταν γεμάτες από αυτόκλητους ποιμένες, που στην
πραγματικότητα ήταν λύκοι με εμφάνιση προβάτων. Οι άνθρωποι το
ήξεραν αυτό, το ένιωθαν, όπως ήξεραν κι ένιωθαν την αμέτρητη ευσπλαχνία και
αγάπη τού Χριστού γι’ αυτούς. Οι άνθρωποι ήξεραν και ένιωθαν πως ο Χριστός ήταν
ο μόνος Καλός Ποιμένας, πως η μέριμνά Του γι’ αυτούς ήτανγνήσια,
στοργική. Γι’ αυτό και τον ακολουθούσαν στην έρημο. Κι ο Κύριοςεθεράπευσε
τους αρρώστους αυτών
. Οι άνθρωποι ένιωθαν πως τον χρειάζονταν το Χριστό, δεν
του ζητούσαν να θαυματουργήσει από μάταιη περιέργεια, αλλ’ από μεγάλη ανάγκη
.
Κι ο Μάρκος μας λέει πως εκεί άρχισε να τους διδάσκει.


«Οψίας δε γενομένης προσήλθον αυτώ οι μαθηταί αυτού λέγοντες· έρημός
εστιν ο τόπος και η ώρα ήδη παρήλθεν απόλυσον τους όχλους, ίνα απελθόντες εις
τας κώμας αγοράσωσιν εαυτοίς βρώματα» (Ματθ. ιδ’ 15).
 Ο Ματθαίος δε
μας λέει τι τον κρατούσε τόσο πολύ με τους ανθρώπους. Γράφει μόνο πως θεράπευσε
τους αρρώστους. Ο Μάρκος το συμπληρώνει αυτό και λέει πως τους δίδασκε πολλά
πράγματα. Προσέξτε πόσο όμορφα συμπληρώνουν ο ένας ευαγγελιστής τον άλλο! Ο
Κύριος συνέχισε να διδάσκει τους όχλους για πολλές ώρες, ωσότου άρχισε να
νυχτώνει. Όλες αυτές τις ώρες ο Κύριος δίδαξε τόσο πολλά στο λαό, που θα
μπορούσε να γεμίσει ολόκληρο ευαγγέλιο. Αυτό το είπε ο ευαγγελιστής Ιωάννης,
όταν έγραψε πως «ουδέ αυτόν οίμαι τον κόσμον χωρήσαι τα γραφόμενα βι­βλία»
(Ιωάν. κα’ 25)
.


Παρατηρούμε όμως και την αγάπη των μαθητών: Έρημός εστιν ο τόπος και η
ώρα ήδη παρήλθεν
. Το πλήθος πεινάει κι είναι αργά πια για να φύγουν και να
πάνε στον τόπο του ο καθένας. Τα σπίτια τους είναι μακριά. Δες, εδώ έχουμε και
πολλές γυναίκες, έχουμε και παιδιά. Πρέπει να βρουν τροφή όσο πιο σύντομα
γίνεται. Ας τους λοιπόν να πάνε στα γύρω χωριά για να βρουν κάτι να φάνε.


Ο Χριστός σίγουρα είναι πιο εύσπλαχνος και πιο στοργικός από τους μαθητές
Του
. Μήπως δεν ένιωθε κι ο ίδιος, όπως οι μαθητές Του, πως οι άνθρωποι πει­νούσαν
κι η νύχτα ήταν κοντά; Και βέβαια ο Χριστός ήταν περισσότερο ελεήμων και
στοργικός από τους μαθητές Του. Τις ανάγκες των ανθρώπων τις ένιωθε πριν από
εκείνους. Στην αρχή, όπως λέει ο ευαγγελι­στής Ιωάννης, «επάρας ουν ο
Ιησούς τους οφθαλμούς και θεασάμενος ότι πολύς όχλος έρχεται προς αυτόν, λέγει
προς τον Φίλιππον πόθεν αγοράσωμεν άρτους ίνα φάγωσιν ούτοι;» (Ιωάν. στ’ 5). 
Η
συζήτηση με το Φίλιππο όμως τέλειωσε κι οι άνθρωποι μαζεύτη­καν γύρω από τον
Κύριο με τους ασθενείς τους. Ο Κύριος θεράπευσε πρώτα όλους τους αρρώστους κι
έπειτα άρχισε να διδάσκει τους όχλους. Η διδασκαλία κράτησε ως το βράδυ. Και
τότε μόνο σκέφτηκαν οι απόστολοι πως οι άνθρωποι θα πεινούσαν κι έπρεπε να
φάνε.


Ο Κύριος το είχε προβλέψει αυτό από την αρχή. Δε μίλησε όμως, σκόπιμα.
Περίμενε τους αποστόλους να θέσουν το πρόβλημα. Κι αυτό το έκανε για δυο
λόγους: πρώτα για να τους διεγείρει την ευσπλαχνία και τη συμπάθεια και δεύτερο
για ν’ αποδείξει πόσο αδύναμοι ήταν χωρίς Εκείνον
. Τους είπε ο Χριστός: «ου
χρείαν έχουσιν απελθείν
· δότε αυτοίς υμείς φαγείν» (Ματθ. ιδ’ 16). Γνώριζε
πως αυτό δεν μπορούσαν να το κάνουν, ήταν αδύνατο ανθρωπίνως να γίνει. Το είπε
όμως για να συνειδητοποιήσουν πλήρως και να ομολογήσουν την αδυναμία
τους
. Γι’ αυτό και του είπαν: «ουκ έχομεν ώδε ει μη πέντε άρτους
και δύο ιχθύας» (Ματθ. ιδ’ 17)
. Σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Ιωάννη, τα
λιγοστά αυτά τρόφιμα δεν ήταν δικά τους, ανήκαν σε κάποιο μικρό παιδί που
βρισκόταν εκεί. Γράφει ο ευαγγελιστής: «Έστι παιδάριον εν ώδε, ος έχει
πέντε άρτους κριθίνους και δυο όψάρια΄ αλλά ταύτα τί εστιν εις τοσούτους;» (Ιωάν.
στ 9).
 Στον Κύριο αυτό το είπε ο Ανδρέας. Παρά το γεγονός ότι ο
πρωτόκλητος των αποστόλων ζούσε τόσο καιρό μαζί Του, ακόμα δεν είχε εδραιωθεί
στην πίστη, δεν είχε τελειοποιηθεί. Αυτό είναι φανερό από εκείνο που είπε: αλλά
ταύτα τί εστιν εις τοσούτους;
 Το ψωμί ήταν κρίθινο. Κι αυτό δεν
ήταν συμπτωματικό. Σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, απ’ αυτό
μαθαίνουμε πως πρέπει να ικανοποιούμαστε με απλές τροφές, να μην είμαστε
απαιτητικοί.
 «Η λαιμαργία κι η πολυ­φαγία είναι μητέρες της
αρρώστιας», 
συμπληρώνει ο άγιος πατέρας.


«Ο δε είπε· φέρετέ μοι αυτούς ώδε» (Ματθ. ιδ’ 18). Τώρα είχε έρθει
η δική Του ώρα. Οι όχλοι δεν μπορούσαν να βρουν τρόφιμα για να φάνε. Οι απόστο­λοι
ομολόγησαν την αδυναμία τους, δεν μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Τότε και
μόνο τότε ήρθε η δική Του ώρα. Το κλίμα ήταν ώριμο για να γίνει το θαύμα
.


«Και κελεύσας τους όχλους ανακλιθήναι επί τους χόρτους, λαβών τους πέντε
άρτους και τους δύο ιχθύας, αναβλέψας εις τον ουρανόν ευλόγησε, και κλάσας
έδωκε τοις μαθηταίς τους άρτους, οι δε μαθηταί τοις όχλοις» (Ματθ. ιδ’ 19)
Γιατί
κοίταξε πρώτα στον ουρανό ο Κύριος; Όταν έκανε πολλά από τ’ άλλα θαύματά Του
δεν το είχε κάνει, δεν είχε ξανακοιτάξει στον ουρανό
. Δεν το έκανε όταν
άνοιγε τα μάτια των τυφλών, όταν θεράπευε τους λεπρούς, έβγαζε δαιμόνια από
τους ανθρώπους, γαλήνευε τη θά­λασσα, έκανε το νερό κρασί κι όταν ακόμα
ανάσταινε νεκρούς. Γιατί λοιπόν στη συγκεκριμένη αυτή περί­πτωση έστρεψε τα
μάτια Του προς τον ουρανό, προς τον ουράνιο Πατέρα Του; Πρώτο, για να
κάνει σαφή στους ανθρώπους την ταυτότητα της θέλησής Του μ’ εκείνην του Πατέρα
Του, να καταρρίψει την άποψη και κατηγορία των Φαρισαίων, πως τα θαύματα τα
έκανε με τη συνεργεία τών δαιμόνων. Δεύτερο, για να δώσει ως άνθρωπος στον
κόσμο το παράδειγμα της ταπεί­νωσης ενώπιον του Θεού, καθώς και της ευχαριστίας
για κάθε αγαθό που προέρχεται από το Θεό.
 Ένα παρόμοιο παράδειγμα μας
έδωσε και στο Μυστικό Δείπνο: «Λαβών ο Ιησούς τον άρτον και
ευχαριστήσας έκλασε…» (Ματθ. κστ’ 26)
. Ευχαρίστησε τον ουράνιο Πατέρα Του
κι ύστερα ευλόγησε το ψωμί, ως δώρο Θεού. Κι εμείς πρέπει να
ευχαριστούμε και να υμνούμε το Θεό για τα δώρα Του σε κάθε γεύμα, όσο λιτό κι
αν είναι. Τρίτο, ως Θεός, με τον πολλαπλασια­σμό των άρτων – μια πράξη που
μοιάζει πολύ με νέα δημιουργία – να εκφράσει την ενότητα δύναμης της Αγίας
Τριάδας: του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της ομοούσιας και
αδιαίρετης Τριάδας, του Δημιουργού των πάντων.


Ο Κύριος Ιησούς «έκλασε», έκοψε τον άρτο με τα ίδια Του τα
χέρια. Γιατί; Γιατί δεν έδωσε εντολή στους αποστόλους Του να το κάνουν; Για να
δείξει πως επιθυμούσε να λογαριάσει τους ανθρώπους ως φιλοξενούμενούς Του, να
τονίσει τη μεγάλη αγάπη Του γι’ αυτούς και να διδάξει έτσι κι εμάς πως, όταν
δίνουμε ελεημοσύνη και δώρα, πρέπει να το κάνουμε με αγάπη και ιλαρότητα, όπως
κι Εκείνος.


«Και έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν, και ήραν το περισσεύον των κλασμάτων
δώδεκα κοφίνους πλή­ρεις· οι δε εσθίοντες ήσαν άνδρες ωσεί πεντακισχίλιοι χωρίς
γυναικών και παιδίων» (Ματθ. ιδ’ 20,21).
 Αυτό είναι το θαύμα των
θαυμάτων, η δόξα που ξεπερνάει κάθε άλλη δόξα! Για να πάρουν πέντε
χιλιάδες άνθρω­ποι (χωρίς να συνυπολογιστούν οι γυναίκες και τα παιδιά) από μια
μπουκιά ψωμί, όπως το αντίδωρο που παίρνουμε στην εκκλησία, τα πέντε ψωμιά δε
θα έφταναν με τίποτα. Εδώ όμως έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν και μάλιστα
περίσσεψαν και δώδεκα κοφίνια. Αν αυτή ήταν κάποια οφθαλμαπάτη, δε θα έγραφε ο
ευαγγελιστής πως εχορτάσθησαν
.Αν κά­ποιος άνθρωπος μπορούσε να
εξαπατήσει έναν άλλο ότι έφαγε, δε θα μπορούσε όμως να πείσει έναν πει­νασμένο
ότι χόρτασε. Αν πράγματι ήταν αυτό κάποια οφθαλμαπάτη, από πού προέκυψαν τα
περισσεύματα, πού γέμισαν δώδεκα κοφίνια ψωμιά;


Όχι! Μόνο άνθρωποι που η καρδιά τους είχε νε­κρωθεί από την αμαρτία
μπορούν να το αποκαλέσουν οφθαλμαπάτη αυτό
. Ήταν πραγματικό γεγονός, όπως
πραγματικός είναι κι ο Θεός. Πρέπει να προσέξετε όμως πως για το θαύμα
αυτό δεν ξεσηκώθηκαν φω­νές εναντίον Του, δεν του έδωσαν κάποιες ανόητες
ερμηνείες, όπως έκαναν οι Φαρισαίοι σε πολλά άλλα από τα θαύματά Του. Κι όχι
μόνο δεν το αμφισβήτη­σε κανένας
, αλλά «οι άνθρωποι, ιδόντες ο
εποίησε σημείον ο Ιησούς, έλεγον ότι ούτος εστιν αληθώς ο προφήτης ο
ερχόμενος εις τον κόσμον (Ιωάν. στ’ 14)
. Κι οι όχλοι ήθελαν«αρπάζειν
αυτόν ίνα ποιήσωσιν αυτόν βασιλέα»
 (αυτ. στίχ. 15). Τέτοια
απήχηση είχε στο λαό το καταπληκτικό αυτό θαύμα!


Πότε προσπάθησε κάποιος να μετατρέψει μια απά­τη σε βασιλιά; Αυτό
όμως ήταν πραγματικό γεγονός. Οι άνθρωποι ξεσηκώθηκαν από την αλήθεια και
ήθελαν να κάνουν το Χριστό βασιλιά με το ζόρι. Κι αυτό θα είχε γίνει,
αν ο Χριστός δεν είχε απομακρυνθεί μόνος Του
. Κι έτσι ματαιώθηκε το σχέδιο
του πλήθους που ριγούσε από ενθουσιασμό.


«Και ευθέως ηνάγκασεν ο Ιησούς τους μαθητάς αυτού εμβήναι εις το πλοίον και
προάγειν αυτόν εις το πέραν, έως ου απολύση τους όχλους» (Ματθ. ιδ’ 22)
Δεν
είναι περίεργο το γεγονός ότι ο Χριστός ανάγκασε τους μαθητές Του να μπουν σε
πλοίο και να φύγουν πριν από τον ίδιο;
 Γιατί το έκανε αυτό; Πρώτο,
γι’ αυτό που είχε γίνει. Και δεύτερο, γι’ αυτό που επρόκειτο να γίνει.Τούς
άφησε ν’ απομακρυν­θούν από το πλήθος όσο πιο γρήγορα γινόταν, για να
συλλογιστούν και να συζητήσουν μεταξύ τους το μεγάλο θαύμα τού πολλαπλασιασμού
των άρτων. 
Τους άφησε να ταξιδέψουν με το πλοίο, όπου ο Κύριος θα τους
επισκεπτόταν σύντομα μ’ ένα καινούργιο κι ανήκουστο θαύμα: θα τους
πλησίαζε περπατώντας πάνω στο νερό, όπως περπατάει κανείς σε στέρεο έδαφος
.
Ο Κύριος γνώριζε εκείνο που επρόκειτο να γίνει και τι θα έκανε ο ίδιος. Οι
μαθητές Του, που δεν έβλεπαν τίποτα, ένιωσαν έκπληξη που ο Χριστός τούς έστειλε
πριν απ’ Αυτόν. Τον άφησαν όμως μόνο Του με το πλήθος, κατέβηκαν από το όρος
στη θάλασσα και ξεκίνησαν το ταξίδι.


Ένας άλλος αναμφισβήτητος λόγος για τη σπουδή που έδειξε ο Κύριος να
προπέμψει τους μαθητές Του
, να τους απομακρύνει από τα πλήθη των ανθρώπων,
ήταν επειδή ο ίδιος ήθελε να τους προφυλάξει από την υπερηφάνεια στα
μάτια των ανθρώπων, από τα εγκώμιά τους και την αυτοεκτίμηση που θα ένιωθαν
επειδή ήταν μαθητές τέτοιου Θαυματουργού
. Ήθελε να τους διδάξει πως πρέπει
να είναι ταπεινοί, γι’ αυτό και τους είχε πει: «δότε αυτοίς
υμείς φαγείν». 
Και τώρα τους έδιωξε επειδή ήθελε να τους προφυλάξει
από την υπερηφάνεια και την υψηλοφροσύνη, επειδή είχαν τέτοια σχέση μαζί Του,
με το Διδάσκαλό τους. Και τελικά ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να τούς κάνει να
γνωρίσουν την απεριόριστη ταπείνωσή Του ενώπιον του Θεού: μετά από ένα τόσο
καταπληκτικό θαύμα, αποσύρθηκε στην ησυχία για να προσευχηθεί.


Οι μαθητές Του ήταν εξοικειωμένοι με τη συνή­θειά Του ν’ αποσύρεται συχνά στην
έρημο για να προσευχηθεί. Εκείνη την ημέρα όμως μήπως αποσύρ­θηκε σκόπιμα στην
έρημο, για να μείνει μόνος Του, μετά τη φοβερή είδηση για το θάνατο του Ιωάννη
τού Βαπτιστή; Ας ξεχάσουν οι μαθητές Του για ποιο λόγο πήγε στην έρημο· ας
συνειδητοποιήσουν πως το μεγάλο θαύμα που τόσο ξαφνικά έκανε, καθώς κι όλοι οι
έπαινοι κι ο θαυμασμός των ανθρώπων, δεν μπορούσαν να καταστρέψουν την
εσωτερική γαλήνη και την ταπείνωσή Του, ούτε και να τον κάνουν ν’ αλλάξει την
απόφασή Του να πάει στην έρημο για να προσευχηθεί.


***


Ολόκληρο το περιστατικό αυτό της διανομής των άρτων και των ψαριών στους
ανθρώπους, ο αριθμός των ψαριών και των άρτων, καθώς και ο αριθμός των κοφινιών
με τα περισσεύματα, όλα μαζί έχουν κι ένα εσωτερικό, ένα βαθύτερο νόημα.
Λίγο πριν από το θάνατό Του ο Κύριος ονόμασε τον άρτο Σώμα Του. Στο
συγκεκριμένο περιστατικό είναι αλή­θεια πως δε λέει κάτι τέτοιο με λόγια, το
κάνει όμως με τον αριθμό των άρτων.Οι πέντε άρτοι σημαίνουν τις πέντε
αισθήσεις
· κι οι πέντε αισθήσεις αντιπροσω­πεύουν όλο το σώμαΤο
ψάρι σημαίνει τη ζωή
. Τους πρώτες αιώνες της χριστιανικής ζωής το Χριστό
τον απεικόνιζαν με τη μορφή ψαριού. Το σύμβολο αυτό μπορεί να το δει ακόμα και
σήμερα κανείς στις αρχαίες χριστιανικές κατακόμβες. Απ’ αυτήν την άποψη, ο
Χριστός έδωσε το σώμα και τη ζωή Του στους ανθρώ­πους για να τραφούν
Και
γιατί ήταν δύο τα ψάρια; Επειδή ό Κύριος έδωσε και δίνει τον εαυτό Του θυσία
τόσο όσο διάστημα κράτησε η επίγεια διαδρομή Του, όσο και στην Εκκλησία μετά
την Ανάστασή Του, ως τη σημερινή μέρα. Ποιά σημασία έχει το γεγονός ότι έκοψε
μόνος του τους άρτους; Αυτό σημαίνει πως Εκείνος, με την ελεύθερη βούλησή Του,
παραδόθηκε να θυσιαστεί για τη σωτηρία των ανθρώπων. Γιατί έδωσε τα ψωμιά και
τα ψάρια στους αποστόλους, για να τα μοιράσουν αυτοί μετά στο λαό; Επειδή
εκείνοι ήταν που έπρεπε να μεταφέρουν το Χριστό σ’ ολό­κληρο τον κόσμο και να
τον δώσουν στους ανθρώπους και τα έθνη ως τροφή ζωής. Τί σημαίνουν τα δώδεκα
κοφίνια με τα περισσεύματα των άρτων;
 Την άφθονη καρποφορία τού
έργου των αποστόλων. Κάθε θερισμός των αποστόλων θα είναι ασύγκριτα μεγαλύτερος
από το σπόρο που έσπειραν
, όπως κάθε καλάθι είχε περισσότερο ψωμί από τους
άρτους που έφαγαν και χόρτασαν οι πεινασμένοι άνθρωποι. (Το περιστατικό τού
θαύματος του πολλαπλασιασμού των άρτων που έγινε με τη δύναμη του Χριστού
μνημονεύεται κάθε φορά σε μια ωραία ευχή, στην τελετή της αρτοκλασίας: «Κύριε
Ιησού Χριστέ, ο Θεός, ο ευλογήσας τους πέντε άρτους εν τη ερήμω και εξ αυτών
πεντακισχιλίους άνδρας χορτάσας, ευλόγησον και τους άρτους τούτους, τον σίτον,
τον οίνον και το έλαιον και τους εξ αυτών μεταλαμβάνοντας πιστούς δούλους Σου
αγίασον»).


Όλ’ αυτά τα μυστήρια έχουν μεγάλο βάθος, δυσθε­ώρητο. Ποιός τολμά να κοιτάξει
τόσο βαθιά, στα απύθ­μενα βάθη τους; Ποιός θα τολμούσε στην πρόσκαιρη ζωή μας
να διεισδύσει στα βάθη αυτά; Ίσως πληροφο­ρηθούν αρκετά εκείνοι που τους αρέσει
να διαβάζουν και ν’ ακούνε το ευαγγέλιο. Οι άγγελοι απολαμβάνουν μέχρι κορεσμού
τη γλυκύτητα του ευαγγελίου. Όσο περισσότερο το διαβάζει ο άνθρωπος,
τόσο περισσότερο τρέπεται σε σκέψεις πνευματικές και σε προσευχή
Όσο
περισσότερο καθοδηγεί τη ζωή του σύμφωνα μ’ αυτό, τόσο η ανάγνωση θ’ ανοίγει τα
βάθη των νοημάτων του 
και θα τον ικανοποιεί με το άρωμά του. Γι’ αυτό
πρέπει δόξα και ύμνος στον Κύριο Ιησού Χριστό, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του
και το Πανάγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και
στους αιώνες τών αιώνων. Αμήν.

 


(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ομιλίες Δ’ – Κυριακοδρόμιο, Εκδ. Πέτρου
Μπότση, 2012)

 Πηγή

Αγαπάτε τους φίλους σας

Αγαπάτε τους φίλους σας

Τι αξία έχει, αδελφοί μου, εάν μιλώ αιώνια για τον Θεό και ο Θεός αιώνια σιωπά;

Μπορώ άραγε να υπερασπιστώ το δίκαιο του Θεού, εάν ο Θεός δεν το θέσει υπό την προστασία Του;

Μπορώ να αποδείξω τον Θεό στους άθεους, εάν ο Θεός κρύβεται;

Μπορώ να αγαπώ τα παιδιά Του, εάν Αυτός είναι αδιάφορος απέναντι στα παθήματά τους;

Όχι. Τίποτε από όλα αυτά δεν μπορώ. Οι λέξεις μου δεν έχουν φτερά για να μπορούν να υψώσουν στον  Θεό όλους τους πεσμένους και ξεπεσμένους από τον Θεό ούτε έχουν φωτιά για να ζεστάνουν τις παγωμένες καρδιές των παιδιών έναντι του Πατέρα τους. Οι λέξεις μου δεν είναι τίποτε, αν δεν είναι απήχηση και επανάληψη αυτού που ο Θεός με τη δική του δυνατή γλώσσα λέει. Τι είναι ο ψίθυρος στα βότσαλα της ακτής μπροστά στο φοβερό βουητό του ωκεανού; Έτσι είναι και οι λέξεις μου απέναντι στους λόγους του Θεού. Πώς μπορεί να ακούσει κάποιος τον ψίθυρο στα βότσαλα, τα σκεπασμένα από τον αφρό του μανιώδους στοιχείου, όταν είναι κουφός μπροστά στο βουητό του ωκεανού;

Πώς θα δει τον Θεό στα λόγια μου εκείνος που δεν μπορεί να τον δει στη φύση και στη ζωή;

Πώς οι αδύναμες ανθρώπινες λέξεις μπορούν να πείσουν εκείνον που ούτε οι κεραυνοί δεν είναι σε θέση να πείσουν;

Πώς θα ζεσταθεί με μία σπίθα εκείνος που άφησε τη φωτιά πίσω του;

Δεν σιωπά ο Θεός, αδελφοί μου, αλλά μιλά δυνατότερα από όλες τις θύελλες και τους κεραυνούς. Δεν εγκαταλείπει ο Θεός τον δίκαιο, αλλά τον παρακολουθεί στα παθήματά του και απαλά τον οδηγεί στο θρόνο. Δεν εξαρτάται ο Θεός από οποιουδήποτε την καλή θέληση, αλλά πράττει τα πάντα εξαρτώμενα από τη δική Του καλή θέληση.

Θα ήταν κακόμοιρος ο Θεός, εάν εξαρτιόταν από τις δικανικές υπερασπίσεις ενός θνητού ανθρώπου. Δεν βγαίνω μπροστά σας για να Τον προστατεύσω, αφού ο ίδιος ζητώ την προστασία Του μέρα και νύχτα. Δεν βγαίνω εγώ, ο πτωχός, να ζητήσω από εσάς, τους πτωχούς, ενίσχυση του Θεού και των θείων πραγμάτων. Όχι, αλλά αντίθετα, βγαίνω με την πρόταση, με το αίτημα, -κυρίως με το αίτημα- να ζητήσουμε την ενίσχυση του εαυτού μας και των πραγμάτων μας από τον Θεό, και μόνον από τον Θεό. Δεν έχει να κάνει με χάρη προς τον Θεό, αλλά με χάρη προς τον εαυτό μας. Επαναλαμβάνω: όχι για χάρη του Θεού, αλλά για χάρη του εαυτού μας. Γιατί ο Θεός θα παραμείνει το ίδιο μέγας, είτε τον μεγαλύνουμε είτε τον υποτιμούμε. Ο Θεός θα λάμπει, όσο σκοτάδι και αν ρίξουμε στο όνομά Του. Ο Θεός θα υπάρχει, ακόμα και αν όλη η γη από τα χείλη όλων των πλασμάτων και από τους κρατήρες των ηφαιστείων ούρλιαζε: «Δεν υπάρχεις Θεέ!». Ο Θεός θα υπάρχει, φωτεινός και μεγάλος όπως και σήμερα, και τότε που οι ακτίνες του ήλιου μάταια θα αναζητούν ένα ανθρώπινο πλάσμα στη γη, και αντί ζωντανών θα ζεσταίνουν μόνον τους τάφους των νεκρών.

Ω Θεέ, αιώνια λαμπρέ και αιώνια μεγάλε, να είσαι η ενίσχυσή μας όπως είσαι η ενίσχυση τόσων ήλιων στο διάστημα! Και οι ήλιοι θα έσβηναν, εάν απέστρεφες το βλέμμα Σου, και θα μεταμορφωνόταν την ίδια στιγμή σε βρεγμένες σκοτεινές εστίες – πώς εμείς να λάμπουμε χωρίς Εσένα;

Πώς θα μπορέσουμε, αδελφοί μου, να αγαπήσουμε τους εχθρούς μας χωρίς την ενίσχυση του Θεού; Ιδού, δεν κάναμε καν το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν μάθαμε ακόμα να αγαπάμε ούτε καν τους φίλους μας. Ακόμα χειρότερα: δεν μάθαμε, ακόμα να αγαπάμε ούτε τους εαυτούς μας. Πώς θα αγαπήσουμε τους εχθρούς μας;

Οι λόγοι του Χριστού περί αγάπης για τους εχθρούς μας, περιφέρονται ακόμα στον κόσμο από στόμα σε στόμα, αλλά ακόμα δεν καταφέρνουν να βρουν τον δρόμο από το στόμα στην καρδιά.

Δεν αγαπάμε τους εχθρούς μας. Άραγε δεν είναι οφθαλμοφανές, χωρίς αποδείξεις; Αγαπάμε μόνο εκείνους που μας αγαπούν και δανείζουμε μόνο σε εκείνους που μπορούν να μας τα επιστρέψουν, και κάνουμε καλό μόνο σε εκείνους που μπορούν διπλά να μας ξεχρεώσουν.

Αγαπάμε τον εαυτό μας και τους φίλους μας. Αγαπάμε τους κοντινούς μας, τους πιο κοντινούς μας, με την κυριολεκτική σημασία. Οι απόμακροί μας βρίσκονται μακριά από την αγάπη μας. Η καρδιά μας προσκολλάται σε εκείνο που προσκολλώνται τα μάτια μας. Τα μάτια μας είναι ο οδηγός και της καρδιάς μας.

Σκεφτόμαστε: Ας αγαπάμε τον εαυτό μας και τους φίλους μας. Και σε αυτό εξαπατώμεθα, αφού τον εγωισμό τον αποκαλούμε αγάπη προς τον εαυτό μας και τους ασπασμούς αγάπη απέναντι στους φίλους μας. Στην πραγματικότητα δεν αγαπάμε ούτε τον εαυτό μας ούτε τους φίλους μας και κατά τον ίδιο τρόπο ούτε τους εχθρούς μας. Γιατί σε αυτό που εμείς ονομάζουμε αγάπη δεν υπάρχουν τα πιο καλά στοιχεία της.

Και τα πιο  καλά στοιχεία της αγάπης είναι: η επίγνωση, ο σεβασμός και η θυσία. Η αγάπη έναντι του εαυτού μας δεν διαθέτει ούτε την επίγνωση ούτε το σεβασμό ούτε τη θυσία. Η αγάπη μας έναντι των φίλων μας επίσης δεν διαθέτει τίποτε από τα τρία. Η αγάπη μας αποτελείται μόνον από τα κατώτερά μας στοιχεία. Η αγάπη μας έναντι του εαυτού μας και των κοντινών μας δεν είναι τίποτε άλλο αποδυναμωμένη και σαθρή ταυτόχρονα ενστικτώδης, ζωώδης αγάπη. Και εκείνο που κάνει την ανθρώπινη αγάπη υψηλότερη και φωτεινότερη σε σχέση με την αγάπη των ήμερων και άγριων ζώων είναι η επίγνωση, ο σεβασμός και η θυσία.

Η επίγνωση του εαυτού μας και των φίλων μας αποτελεί το πρωταρχικό στοιχείο της υψηλής και φωτεινής θείας αγάπης. Ο άνθρωπος που σκέφτηκε πολύ για τον εαυτό του και δοκίμασε αρκετά τον εαυτό του μπορεί να φτάσει στην αυτογνωσία. Αλλά απαιτείται να είναι πολύ προσεκτικός σε αυτήν την έρευνα του εαυτού του.

Από το μικρότερο λάθος στην αυτογνωσία μπορεί να βγει λανθασμένο συμπέρασμα και από το λανθασμένο συμπέρασμα να βγει ψευδής αγάπη έναντι του εαυτού μας.

Πρέπει να συνηθίσουμε στην ανάλυση και στην έρευνα. Επειδή από την ορθή ανάλυση του εαυτού μας θα φθάσουμε ως την ορθή σύνθεση. Κάθε λανθασμένη κρίση για τον εαυτό μας, μας εκδικείται πολλαπλάσια. Σε τι βοηθά ένα σωστό και προσεκτικό περπάτημα ολόκληρη την ημέρα στις Άλπεις, αν πριν νυχτώσει γίνει ένα λανθασμένο βήμα  πάνω από το κενό;

Τα σημαντικότερα ερωτήματα που ένας νέος πρέπει να απαντήσει με ορθότητα για να γνωρίσει τον εαυτό του, ώστε ολόκληρη η μελλοντική του ζωή να είναι ορθή και υγιής, είναι:

Α. Ποιος είμαι;

Β. Πόσος είμαι;

Γ. Για τι είμαι;

Κάθε άνθρωπος δεν μπορεί να αφιερωθεί στην φιλοσοφία. Αλλά ένας κόκκος φιλοσοφίας είναι απαραίτητος σε κάθε ανθρώπινη ζωή, όπως το αλάτι στο φαγητό.

Αν ο άνθρωπος αντιληφθεί την οντότητά του ως παραγωγή της τυχαίας διακύμανσης της ύλης, ως ασυνείδητο και άσκοπο παιχνίδι στοιχείων, θα διαθέτει την κατώτερη αντίληψη για τον εαυτό του και τη σημασία του. Αλλά από το μέγεθος της αντίληψης για τον εαυτό του εξαρτάται και το μέγεθος των ιδανικών ενός ανθρώπου, το μέγεθος των σκέψεων και των αισθήσεων και των πράξεών του. Αν όμως ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται την οντότητά του ως αποτέλεσμα και συνέχεια μιας καλλιτεχνικής αναλογίας και δημιουργικής σοφίας συμπαντικής, τότε θα διαθέτει για τον εαυτό του την υψηλότερη αντίληψη, υποταγμένος μόνο στο φαινόμενο του Θεού.

Το δεύτερο ερώτημα επιβάλλεται σε κάθε άνθρωπο: Πόσος είμαι; Ένα κουβάρι γλιστερής ζελατίνης και αδυναμίας εμφανίζεται υπό τον ήλιο με το όνομα άνθρωπος. Η αδυναμία η ίδια, τα δάκρυα, ο νυσταγμός! Με ξένη βοήθεια το κουβάρι ξεδιπλώνεται και με ξένα χέρια σηκώνεται προς τον ήλιο. Χωρίς να προσφέρει τις υπηρεσίες του μοιράζεται το ψωμί με τον υπόλοιπο κόσμο, χωρίς τη θέλησή του γίνεται μέτοχος στο δράμα της ζωής και της αμοιβής της ζωής. Ακόμα μικρό, αυτό το κουβάρι πίνει με την ψυχή του σαν σφουγγάρι όλο τον κόσμο γύρω του με τα δύο μικρά παραθυράκια των ματιών. Αλλά η ψυχή του είναι τόσο μικρή που όλα τα φαινόμενα μοιάζουν ατελείωτα μεγάλα. Στο παιδί ο γονιός του και όλοι οι ενήλικες άνθρωποι φαντάζουν σαν Τιτάνες, σαν θεοί. Όταν φθάσει στο συνηθισμένο ύψος όλων των ανθρώπων, αλλάζει τότε η αντίληψή του περί μεγέθους. Δεν ποθεί πλέον το μέγεθος οποιουδήποτε ενηλίκου ανθρώπου αλλά το μέγεθος συγκεκριμένου αριθμού μεγάλων ανθρώπων, οι οποίοι φαίνονται στην ιστορία σαν τον ήλιο ανάμεσα στα άστρα. Και συγκρίνοντας τον εαυτό του με τους μεγάλους ανθρώπους και με το ιδανικό του για το μέγεθος, αναρωτιέται κάποια μέρα αναμφίβολα: Πόσος είμαι;

Και εκεί αμέσως εμφανίζεται ο κίνδυνος να εξαπατηθεί, να κάνει το λανθασμένο βήμα προς το κενό. Έτσι κρίνει το μέγεθος του εαυτού του ορθά και βρίσκει και τον εαυτό του και τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει. Αν όμως δεν είχε θέσει τον εαυτό του υπό κρίση θα βάδιζε λάθος.

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κρίνουν σωστά το μέγεθός τους και ζουν σε οπτική αυταπάτη. Η πλειονότητα βλέπει τον εαυτό της σε πολύ μεγαλύτερη αναλογία από ότι είναι. Ζώντας σε μία αυταπάτη τέτοιοι άνθρωποι κάνουν τα πάντα για να εξαπατήσουν και άλλους. Επειδή δεν το καταφέρνουν – και δεν είναι στο χέρι τους να το καταφέρουν- αισθάνονται σαν δυστυχισμένοι ιππότες, που ζουν εκτός της εποχής τους και της κοινωνίας τους. Σαν να είναι απαραίτητο όλοι οι άνθρωποι να γίνουν μεγάλοι και μεγαλοφυείς! Σαν για τον Θεό, στο ιστορικό δράμα Του, να μην ήταν το ίδιο απαραίτητοι και οι μικροί άνθρωποι! Σαν ο κόσμος να μπορούσε να υπάρχει χωρίς κτηνοτρόφους και σιδηρουργούς και οδοκαθαριστές!

Ο Θεός μοίρασε στους ανθρώπους τα ταλέντα ανόμοια, ώστε εξαιτίας αυτής της ανομοιότητας να βρίσκεται σε κίνηση η ανθρώπινη ζωή. Κανείς δεν ενοχοποιείται επειδή ήρθε στον κόσμο με περισσότερα ταλέντα. Αλλά θα ενοχοποιηθεί και αυστηρά θα τιμωρηθεί εκείνος που δεν βλέπει το ταλέντο του στην ορθή του διάσταση και εκείνος που δεν προσπαθεί με αυτό που του δόθηκε να δικαιολογήσει την επιβίωσή του και να εκπληρώσει την αποστολή του.

Και το τρίτο ερώτημα: Για τι είμαι εγώ; Αυτό το ερώτημα αφορά την επίγνωση της αποστολής σε αυτόν τον κόσμο. Κάθε άνθρωπος έρχεται σε αυτόν τον  κόσμο με ιδιαίτερη αποστολή. Πόσο πολλοί είναι αυτοί που δεν το πιστεύουν αυτό!

Όλοι είμαστε απεσταλμένοι και ακόλουθοι του Θεού. Όλοι! Η εργασία του σιδηρουργού είναι μια ιδιαίτερη, θεοεμπνευσμένη αποστολή, όπως και του ξυλοκόπου και του λογοτέχνη και του πολιτικού. Χωρίς την εργασία του σιδηρουργού δεν θα υπήρχε πολιτισμός, ούτε αιγυπτιακός ούτε ευρωπαϊκός ούτε κανείς. Η λαϊκή φαντασία μοίρασε σε έναν από τους Ολύμπιους θεούς την εργασία του σιδηρουργού. Δεν είναι λοιπόν ευάρεστο στον ουρανό μόνον το βασιλεύειν και το νουθετείν αλλά και το σφυρηλατείν του σιδερά και η λείανση του ξύλου και το πλέξιμο της ψάθας. Στην Δευτέρα Παρουσία δεν θα πει ο Θεός: Κάθισε δεξιά μου εσύ που φορούσες το στέμμα, ενώ εσύ που κρατούσες το σφυρί κάθισε στ’ αριστερά, αλλά θα δώσει προτεραιότητα και επιβράβευση σύμφωνα με την καλύτερη αντίληψη και εκπλήρωση της αποστολής στη γη.

Δυστυχώς, είναι πολλοί ανάμεσά μας που σε ολόκληρη τη ζωή τους δεν μαθαίνουν την αποστολή τους. Πολλοί μικρόμυαλοι αισθάνονται κλήση για όλες τις αποστολές. Πολλοί υπερήφανοι, μην κάνοντας καμία εργασία, κατακρίνουν όλες τις εργασίες. Πολλούς ανέχεται ο Θεός από ευσπλαχνία, ετοιμάζοντας και στέλνοντας άλλους για την ίδια αποστολή, που προοριζόταν για εκείνους και στα χέρια τους καταστράφηκε. Πολλοί είναι παραπονεμένοι, και ερωτευμένοι καθώς είναι με τον εαυτό τους, περιμένουν ανυπόμονα να τους τεθεί το ερώτημα: «γιατί είσαι εσύ;» για να μπορέσουν να απαντήσουν δυνατά: για όλα! Πολλοί , πάρα πολλοί, είναι εκείνοι που δεν γνωρίζουν, ούτε ποιοι είναι ούτε πόσοι είναι ούτε γιατί είναι, ενώ μιλούν περί αγάπης προς τον εαυτό τους.

Πολλοί, πάρα πολλοί, είναι εκείνοι που δεν βρήκαν τον εαυτό τους αλλά τον αγάπησαν. Τη φανταστική εικόνα τους αγαπούν αυτοί και όχι τον εαυτό τους. Η αυταπάτη για αυτούς είναι γλυκιά, αυτήν αγαπούν και όχι τον εαυτό τους.

Πολλοί είναι εκείνοι που φτιάχνουν πήλινες κατσαρόλες  και νομίζουν για τον εαυτό τους ότι είναι γλύπτες. Πολλοί είναι εκείνοι που έγιναν πολιτικοί, ενώ θα έπρεπε να είναι έμποροι. Όλοι αυτοί μιλούν για αγάπη προς τους εχθρούς, αλλά εν τω μεταξύ ακόμα ούτε τον εαυτό τους δεν αγαπούν, αφού δεν τον γνωρίζουν, ούτε καν ανακάλυψαν τον καλύτερο εαυτό τους. Η αγάπη τους είναι ψεύτικη, εφόσον είναι σχετική με την ψευδή εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους και όχι με την αλήθεια. Όταν ο κεραμοποιός αγαπά τον γλύπτη μέσα του, η αγάπη του για τον εαυτό του είναι ψευδής.

Και όποιος αγαπά ψευδώς τον εαυτό του αυτός αγαπά ψευδώς και τους φίλους του. Και όποιου η αγάπη είναι ψεύτικη προς τον εαυτό του και προς τους φίλους του, αυτού η αγάπη προς τους εχθρούς του είναι δύο φορές μεγαλύτερο ψέμα.

Αλλά δεν αποτελεί υψηλή και άγια αγάπη μόνον η επίγνωση. Μαζί με την γνώση πρέπει να έρθει και ο σεβασμός, το δεύτερο κύριο στοιχείο της άξιας αγάπης.

Ο άνθρωπος πρέπει να ξέρει να σέβεται τον εαυτό του και τους φίλους του. Αλλά δεν μπορεί ο άνθρωπος να σέβεται το κακό μέσα του – ακόμη και ένας ληστής γνωρίζει ότι μόνον το καλό είναι για σεβασμό. Δεν μπορεί όμως ο άνθρωπος να σέβεται το καλό μέσα του, αν δεν γνωρίσει τι είναι και που βρίσκεται το καλό μέσα του. Η γνώση δηλαδή είναι το θεμέλιο και του σεβασμού.

Είχε κάποιος ένα χωράφι, στο οποίο δεν μπορούσε να ξεριζώσει αρκετά αγκάθια. «Μέχρι πότε θα παλεύω με αυτά τα καταραμένα αγκάθια;» αναρωτήθηκε ο νοικοκύρης και σιχάθηκε το χωράφι του. Ο θυμός του ιδιοκτήτη απέναντι στην ανελέητη γη ακόμα περισσότερο μεγάλωνε. Συνέχισε μονότονα να σκάβει, όταν μια μέρα η τσάπα σταμάτησε να αντηχεί και να αναπηδά στις πέτρες. Όταν έμαθε ότι οι σπόροι κάτω από τα αγκάθια ήταν ασημένιοι, τότε του πέρασε και ο θυμός και η μονοτονία. Και άρχισε ο νοικοκύρης να εκτιμά πολύ περισσότερο το χωράφι με τα αγκάθια από όλα τα άλλα, λόγω του ασημιού που υπήρχε σε αυτό.

Έτσι και ο άνθρωπος μπορεί να βλέπει τον εαυτό του σαν χωράφι με αγκάθια. Παρότι μπορεί να αγαπήσει τον εαυτό του, η αγάπη αυτή θα είναι πάντοτε ανακατεμένη με περιφρόνηση του εαυτού του. Μπορεί να καυχιέται μπροστά στους άλλους ανθρώπους αλλά όταν είναι μόνος να σιχαίνεται τον εαυτό του, γιατί γνωρίζει ότι ξεγέλασε τους ανθρώπους καιότι ξεγέλασε και τον εαυτό του, αγαπώντας πάνω του εκείνο που δεν είναι για αγάπη. Δεν μπορεί να σέβεται τον εαυτό του αφού δεν βρήκε κάποιο λόγο για αυτό, δεν βρήκε ούτε κόκκο ασημιού στα αγκάθια της ψυχής του.

Έτσι και η αγάπη προς τους φίλους, αν δεν είναι θεμελιωμένη στο σεβασμό και στη γνώση, γρήγορα γυρίζει σε περιφρόνηση και αηδία.

Πόσο λίγη ιδανική αγάπη υπάρχει μέσα μας για τους φίλους μας!

Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν βασίζεται στην ψυχική συγγένεια, στη γνώση και στο σεβασμό, αλλά στην τυχαία συμπάθεια και στον ατομικό υπολογισμό.

[…]

Καλύτερα να ζει ο άνθρωπος χωρίς φίλους από το να έχει φίλους τους οποίους δεν μπορεί να σέβεται. Το να ζει με φίλους τους οποίους δεν σέβεται είναι γλίστρημα στο πάγο που οδηγεί στην άβυσσο. Στον πάγο τα παιδιά κρατούν το χέρι το ένα του άλλου και τραβούν το ένα το άλλο, για να γλιστρούν ευκολότερα και γρηγορότερα. Και η φιλία χωρίς σεβασμό τέτοιο γλίστρημα στον πάγο είναι, γλίστρημα που καταλήγει σε σπάσιμο λαιμού και καταστροφή.

Το τρίτο στοιχείο της υψηλής και φωτεινής αγάπης είναι η θυσία. Η αγάπη είναι ιερό, όπου συνεχώς πρέπει να τελείται θυσία. Η αγάπη είναι θεότητα, που ζητά μπροστά στο πρόσωπό της πάντα να καίει θυσία, έτσι που να φαίνεται στο φως. Η αληθινή αγάπη, η θεία αγάπη, έχει σχέση πάντοτε με ότι καλύτερο υπάρχει στον άνθρωπο.

Αν αγαπώ τη φαντασία μου, τότε η αγάπη μου είναι ψευδής. Αν αγαπώ τον φίλο μου λόγω των ελαττωμάτων του, τότε η αγάπη μου είναι ψευδής. Αν αγαπώ τον Θεό για να κερδίσω κάτι σε αυτόν τον κόσμο τότε η αγάπη μου είναι ψευδής. Αν αγαπώ πράγματι το ψέμα, τότε πρέπει να θυσιάσω την αλήθεια, αφού και η ψευδής αγάπη ζητά θυσίες. Εκείνος που αγαπά τη ματαιοδοξία, θυσιάζει την εξυπνάδα του και εκείνος που αγαπά το σώμα του θυσιάζει την ψυχή του και εκείνος που αγαπά το χρήμα θυσιάζει την τιμή του.

Και αντίθετα: όποιος αγαπά το νου θυσιάζει τη ματαιοδοξία και όποιος αγαπά την ψυχή θυσιάζει το σώμα και όποιος αγαπά την εντιμότητα θυσιάζει το χρήμα.

Η αγάπη προς τους φίλους είναι ακριβή. Εγώ μιλώ για την αληθινή, θεία αγάπη. Βοήθησε το φίλο σου για το καλό – και ζήτησε τη βοήθειά του για το καλό – μόνον αυτό μπορεί να ονομαστεί πραγματική φιλική αγάπη. Επιθυμώ το φίλο όχι για να κολακεύει τις αδυναμίες μου και να σκεπάζει και να δικαιολογεί τα λάθη μου, αλλά, αντίθετα,να με διορθώνει στο κακό και να με υποστηρίζει στο καλό. Τέτοια φιλία είναι καθαρτήριο, στο οποίο ο άνθρωπος καθαρίζεται από τις άγριες και χαμηλές συνήθειες και διαθέσεις.

Η φιλία είναι πιο απαραίτητη στη ψυχή παρά στο σώμα. Στη θλίψη η σκέψη του φίλου φέρνει ευχάριστη όψη στο πρόσωπο. Στο νεκρικό κρεβάτι η παρουσία του φίλου ομορφαίνει το πρόσωπο του θανάτου. Η φιλία είναι πάντοτε η ζωοδότρα πνοή του αγγέλου, που μας παρακολουθεί στη ζωή, που μας σηκώνει όταν πέφτουμε και μας εμπνέει όταν αποδυναμωνόμαστε.

Ανάλογα με το είδος της αγάπης που προσφέρει ένας άνθρωπος στους φίλους του, τέτοιους φίλους θα βρει. Ο καθένας έχει το φίλο που του αξίζει. Ανάλογα με την ποιότητα και το μέγεθος της θυσίας βρίσκονται και οι φίλοι. Θα πρέπει να απαρνηθώ οτιδήποτε ευτελές για να μπορέσω να έχω για φίλο εκείνον του οποίου το ύψος της ψυχής του μ’ αρέσει. Και πρέπει να αποβάλω τον εγωισμό αγαπώντας έναν μη εγωιστή φίλο. Και πρέπει να αποβάλω τη θηριωδία αγαπώντας έναν ευγενή φίλο.

Η φιλία είναι σχολείο. Ότι είδους είναι η φιλία, τέτοιου είδους είναι και το σχολείο. Κάποιον η φιλία τον ανεβάζει στον ουρανό και άλλον τον τραβά στην κόλαση. Φιλίες οι οποίες είναι συνωμοσία ενάντια στο καλό υπάρχουν αρκετές. Τέτοιες φιλίες υπάρχουν πολλές και στο περιβάλλον μας. Φίλοι μπορεί να γίνουν κι εκείνοι που ούτε γνωρίζονται ούτε σέβονται ούτε θυσιάζονται ο ένας για τον άλλον. Φίλοι γίνονται άνθρωποι διαφορετικής ψυχοσύνθεσης, όχι λόγω της ψυχοσύνθεσης αλλά για το κέρδος. Φίλοι γίνονται άνθρωποι διαφορετικών αρχών, όχι λόγω των αρχών, αλλά για τον πλούτο. Λόγω ειδικού καθεστώτος για να πάρουν άδεια εργασίας και λόγω προμηθειών, λόγω πλιάτσικου και κλοπής.

Φίλοι συχνά αποκαλούνται προσωρινά και εκείνοι που από το βάθος της ψυχής τους περιφρονούν ο ένας τον άλλον. Χαμογελούν ο ένας στον άλλον συχνά εκείνοι που με χαμόγελα καταπιέζουν ξεσπάσματα μίσους ο ένας για τον άλλον. Αχ, αυτά τα φιλικά χαμόγελα! Συχνά σημαίνουν αυλαία πάνω από την κόλαση. Φίλοι γίνονται συχνά οι άνθρωποι λόγω δειλίας, συχνά από φόβο, του ενός προς τον άλλον, πολλές φορές από ματαιοδοξία, συχνά λόγω του ότι βαριούνται. Αυτή είναι η πρόσκαιρη και συμφεροντολογική φιλία – το μεγαλύτερο ζιζάνιο που μεγαλώνει τη γη και η μεγαλύτερη ντροπή των ανθρώπων!

Είναι λοιπόν περίεργο που οι άνθρωποι δεν αγαπούν τους εχθρούς τους, όταν δεν ξέρουν να αγαπούν ούτε τους φίλους τους; Είναι παράξενο να μην μπορεί να διαβάσει βιβλία το παιδί που δεν έμαθε το αλφάβητο; Πώς μπορεί να αγαπήσει ο άνθρωπος τον απόμακρό του, όταν δεν μπορεί να αγαπήσει τον πλησίον του; Πώς μπορεί ο Σέρβος να αγαπήσει τον Γερμανό, όταν ο Σέρβος δεν έμαθε να αγαπά τον Σέρβο; Πώς οι μη γνωρίζοντες τον Θεό Ιάπωνες να αγαπήσουν τους χριστιανούς Ρώσους, όταν οι Ρώσοι δεν αγαπούν ο ένας τον άλλον;

Ποτέ δεν θα υπάρξει αγάπη προς τους εχθρούς, μέχρι να υπάρξει αγάπη ανάμεσα στους φίλους. Και δεν θα υπάρξει αγάπη ανάμεσα σε φίλους, μέχρι να οικοδομηθεί επάνω στην αλληλογνώση, το σεβασμό και τη θυσία.

Όσο η φιλία θα αποτελεί μόνο υπηρέτρια των κατώτερων στόχων, τόσο θα κυβερνά στον κόσμο το κακό.

Η χριστιανική αγάπη κινείται κυκλικά. Πρώτα έρχεται η αγάπη προς τον εαυτό μας, κατόπιν η αγάπη προς τους φίλους μας, μετά η αγάπη προς τους εχθρούς μας και, τέλος, η αγάπη προς τον Θεό. Ο Χριστός την αγάπη προς τον εαυτό μας την πήρε για μέτρο της αγάπης μας για τους ανθρώπους και για τον Θεό.

«Όπως αγαπάς τον εαυτό σου» λέει ο Χριστός, «να αγαπάς και τον πλησίον». Αν οι άνθρωποι είχαν χριστιανική αγάπη προς τον εαυτό τους, γρήγορα θα είχαν και χριστιανική αγάπη προς τους φίλους τους και προς τους εχθρούς τους. Αλλά αυτή η βασική αγάπη των ανθρώπων – η αγάπη προς τον εαυτό μας- ακόμα πλειοψηφεί ως ζωώδης, εγωιστική, αδηφάγα, ακάθαρτη, οπότε και κάθε άλλη αγάπη, βασιζόμενη σε τέτοια αγάπη, είναι ομοίως τέτοια.

Όμως, θα έρθει μια καλύτερη εποχή, κατά την οποία οι άνθρωποι θα αγαπιούνται περισσότερο με το πνεύμα και την αλήθεια, και λόγω του πνεύματος και της αλήθειας, και θα έχουν αληθινή αγάπη τόση όση είναι σήμερα η ψευδής αγάπη.

Θα έρθει εποχή κατά την οποία ο φίλος για τον φίλο θα είναι ιερέας και εξομολόγος, και όχι συνεργάτης στην συγκέντρωση πλούτου και την απόλαυση αυτού του κόσμου.

Θα έρθει εποχή κατά την οποία ο φίλος είναι για τον φίλο παρηγορητής και ιατρός, και όχι αποπλανητής και εξολοθρευτής της ψυχής.

Όταν έρθει αυτή η εποχή, τότε θα αρχίσει η αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους. Μα όσο μακριά και αν είναι αυτή η εποχή, βρίσκεται καθοδόν και θα έρθει.

Η αγάπη με την οποία σήμερα οι άνθρωποι  αγαπιούνται οδηγεί στην αυτοκτονία. Αλλά όταν έρθει εκείνη η εποχή θα φέρει μαζί της και την αγάπη η οποία θα καθοδηγεί προς τη ζωή.

Ακόμα δεν ήρθε η εποχή της αγάπης προς τους εχθρούς, αφού ακόμα δεν πληρούμε την εντολή της αγάπης προς τους φίλους.

Αλλά θα εκπληρωθεί και η μία και η άλλη εντολή, γιατί δεν προέρχονται από τον άνθρωπο αλλά από τον Θεό. Και η θεϊκή εντολή δεν μπορεί να μείνει ανεκπλήρωτη. Δεν μπορώ εγώ, αδελφοί μου, να σας παρακινήσω με τους αδύναμους λόγους μου, ώστε να εκπληρώσετε τις θεϊκές εντολές περί αγάπης. Όμως, θα σας κινήσει σ’ αυτό ο Θεός, ο οποίος κινεί τους ήλιους. Δεν μπορώ να σας δώσω ούτε τη δύναμη για αληθινή αγάπη προς τους  φίλους ούτε τη δύναμη για την γνώση ούτε τη δύναμη για το σεβασμό ούτε τη δύναμη για τη θυσία. Αυτή τη δύναμη θα σας τη δώσει Εκείνος που έχει την παντοδυναμία στα χέρια Του και που κινεί τα σύννεφα με τις σκέψεις. Το ζήτημα του Θεού θα καταστρεφόταν αν εξαρτιόταν από τους λόγους μου και από τις δικές σας συνήθειες. Αλλά το ζήτημα του Θεού, ανεξάρτητα από όλους εμάς θα πετύχει και θα νικήσει. Εκείνος του οποίου τα χρόνια δεν έχουν αριθμό και η οντότητά του δεν έχει τέλος δεν μπορεί να αφήσει το επίγειο σπίτι του στις διαθέσεις μας, στα αδύναμα δημιουργήματά του, των οποίων η αρχή και το τέλος συναντιούνται σ’ ένα σημείο και των οποίων η οντότητα είναι μια κουκίδα. Δεν είναι ο άνθρωπος αλλά ο Θεός φερέγγυος και πιστός εγγυητής της βασιλείας της αγάπης στη γη. Ο Θεός μας είναι εγγυητής ότι ο ήλιος δεν θα σβήσει πριν να δει τα τέκνα Του επί της γης να μοιάζουν στον επουράνιο Πατέρα τους.

Κοίτα, σε λίγο καιρό θα σβήσει για μας ο ήλιος: θα μείνουμε κρυμμένοι από τον ήλιο. Αλλά γιατί και εμάς να μη δει ο ήλιος, όσο ζούμε, σαν τέκνα που μοιάζουν στον επουράνιο Πατέρα τους; Ας υποσχεθούμε ότι θα δώσουμε τέτοια ευχαρίστηση στον ήλιο και πόσο μεγαλύτερη ευχαρίστηση σε εμάς και τους φίλους μας! Ας είναι αρωγός μας σε αυτό ο επουράνιος Πατέρας μας, και τώρα και στους αιώνες. Μόνο δίπλα του η φιλία λαμβάνει θεϊκό φωτοστέφανο και θεϊκή ζεστασιά. Μόνο σε Αυτόν υπάρχει αγάπη και μόνο μέσω Αυτού η γνώση και ο σεβασμός, και μόνο με τη βοήθειά Του η θυσία. Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και το φως Του μαζί μας επί γης!

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ, Επισκόπου Αχρίδος και προηγουμένως Ζίτσης,

Δρ Θεολογίας, Δρ Φιλοσοφίας

«Αγαπάτε τους φίλους σας» αποσπάσματα

ΑΡΓΑ ΒΑΔΙΖΕΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ Εκδόσεις Εν Πλώ