Ηλίας Παναγουλάκης, από αλήτης Άγιος !




Αναφέρει ο π. Επιφάνιος
Θεοδωρόπουλος:


«Θα σας πω ένα ωφέλιμο, από την πατρίδα μου. Γύρω
στά 1916 -1917, κάπου εκεί , αν δεν με απατά η μνήμη μου, υπήρχε κάτω στην
πατρίδα μου, στην Καλαμάτα, ένας νέος ονόματι Ηλίας Παναγουλάκης.

Αυτός ήταν πάρα πολύ
καλός τραγουδιστής, ήταν καλλίφωνος και περνούσε τη ζωή του με μερικούς άλλους
νέους γυρίζοντας στα καλντερίμια εκεί και τους δρόμους και παίζοντας κιθάρες
και όργανα για να βγαίνουν οι κοπέλες από τα παράθυρα. 

Είχε ένα ταβερνείο,
στο οποίο μαζεύονταν όλοι οι αλήτες της Καλαμάτας και στους οποίους επιβαλλόταν
σαν αρχηγός. Όλη η αληταρία της Καλαμάτας είχε αρχηγό τον Ηλία Παναγουλάκη.
Έδερνε με το παραμικρό. Απλώς γιατί τον στραβοκοίταξαν.

Ήταν πάρα πολύ
χειροδύναμος. Αγράμματος βέβαια. Όλα τα ι τα έγραφε με γιώτα. Και ζούσε τη ζωή
του με αυτό τον τρόπο. Γλέντι και τραγούδι και διασκέδαση. Κάποτε πέθανε ένας
φίλος του, από την παρέα του. Πήγε στην κηδεία, στο νεκροταφείο. Άκουσε την
φράση του Ευαγγελίου: «Αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν».

Αγράμματος ήτανε, την κατάλαβε
όμως, «Μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν».

Τί είναι τούτο το πράγμα;

Υπάρχει ζωή μετά θάνατον;

 

 

Πλησιάζει έναν
επίτροπο και του υποβάλλει αυτή την ερώτηση: Τί λέει; Τί φράση είναι αυτή, την
οποία είπε ο παπάς; Υπάρχει ζωή μετά θάνατον;

Κατά θεία πρόνοια,
έπεσε στα χέρια κάποιου ευσεβούς επιτρόπου, ο οποίος του είπε αρκετά πράγματα.
Αυτά ήταν αρκετά, βέβαια και με τη θέα του νεκρού. Είδε πριν από λίγο, ότι όλα
έληξαν, όλα τελείωσαν γι΄αυτόν τον άνθρωπο, ως εδώ ήταν αυτός ο άνθρωπος. Δεν
μπορούσε να προχωρήσει πιο πέρα, να ζήσει περισσότερο. Τελείωσαν όλα. Υπό το
φάσμα του θανάτου, τα λόγια αυτά του επιτρόπου βρήκαν απήχηση. Κατεβαίνει στην
πόλη…

Το νεκροταφείο απείχε
λίγο απ’ την άκρη της πόλεως, τώρα πια είναι σχεδόν μέσα στην πόλη. Κατεβαίνει,
λοιπόν, στην πόλη. Παίρνει μαύρα κρέπια και ντύνει το δωμάτιο του. Δηλαδή όλους
τους τοίχους τους έντυσε με μαύρα κρέπια. Πουλάει όλα τα αντικείμενα του
ταβερνείου. 

Ανεβαίνει στο
μοναστήρι της Βελανιδιάς, το οποίο απέχει μια ώρα από την Καλαμάτα. Και
εξομολογείται σε ένα καλό πνευματικό που υπήρχε τις μέρες εκείνες, με δάκρυα
και συντριβή μεγάλη, και δίνει υπόσχεση ότι θα ζήσει πια υποδειγματική
Χριστιανική ζωή.

Πηγαίνει λίγες μέρες
στο χωριό του, αποχαιρετά του δικούς του, ξανάρχεται στην πόλη και πιάνει μια
σπηλιά της πόλεως και αποφάσισε να γίνει εκεί ασκητής. Αυτό έπεσε σαν βόμβα
στην πόλη, γιατί ήταν πασίγνωστος. Ο καλύτερος τραγουδιστής της Καλαμάτας. Οι
φίλοι του τον νόμισαν τρελό. 

Μπα, λένε, αυτός
τρελάθηκε και τον παράτησαν. Αυτός άφησε γένια, άφησε μαλλιά, φόρεσε ένα
παλιόρασο, από κάποιον το ζήτησε και έμεινε εκεί στη σπηλιά.

Πολλά παιδιά νεαρής
ηλικίας, τα οποία ελκύσθηκαν από το παράδειγμά του, πήγαιναν να τον δουν. Τί
είναι αυτός ο άνθρωπος. Άλλοι από περιέργεια. Πήγαιναν εκεί, κι αυτός τους
δίδασκε, είχε βρει κάτι συναξάρια. Με τις ελάχιστες γραμματικές γνώσεις τις
οποίες είχε, προσπαθούσε να διαβάζει τα συναξάρια, κάτι άλλα βιβλία πατερικά
και να τους διδάσκει. Κάποιος φίλος του τού πρόσφερε χρήματα να κτίσει μερικά
κελλάκια, γιατί από τα παιδιά πολλοί ήθελαν να μείνουν μαζί του. Αυτός που είχε
το κτήμα στο οποίο υπήρχε η σπηλιά τον έδιωξε, τον κυνήγησε. Του λέει, φύγε από
δω. Έφυγε, κάποιος άλλος του πρόσφερε μια μικρή περιοχή, στην οποία έκτισε
κελλάκια με τα χρήματα, τα όποια του έδωσε αυτός ο εύπορος κύριος.

Τα κελάκια υπάρχουν
ακόμη. Οι πόρτες είναι τόσο μικρές, ώστε μόνο πλαγίως μπορεί να μπει κανείς.
Αυτό το είχε κάνει επίτηδες, για να υπενθυμίζει την στενή πύλη του παραδείσου.
Και τα κελλάκια ήταν ενάμιση μέτρο επί ένα ογδόντα, δύο μέτρα.. κάτι τέτοιο,
πάρα πολύ μικρά. Και αυτός είχε μια σπηλιά εκεί πέρα, στην οποία ασκήτευε.

Με την πάροδο του
χρόνου έκτισαν και ένα Εκκλησάκι και έκαναν αγρυπνίες εκεί πέρα. Από τους
πρώτους καρπούς του ανθρώπου αυτού, ήταν ο μακαρίτης πατήρ Ιωήλ Γιαννακόπουλος.
Από αυτόν ξεκίνησε. Δέκα πέντε ετών παιδί έφευγε από το κρεβάτι του, πήδαγε απ’
το παράθυρο, γιατί δεν τον άφηνε ο πατέρας του και πήγαινε και παρακολουθούσε
τις αγρυπνίες του Παναγουλάκη. Εγώ βέβαια ήμουν αγέννητος τότε. Από ανθρώπους
που τον πλησίαζαν τα ξέρω αυτά, από ανθρώπους τέτοιους, τον πατέρα Ιωήλ και
άλλους.

Ο π. Ιωήλ πήγαινε
εκεί και κάποια μέρα μάλιστα, τον έπιασε ο πατέρας του, έφευγε το βράδυ έντεκα,
εντεκάμιση όταν κοιμόταν και γύριζε το πρωί πέντε, πεντέμιση η ώρα και
ξανάπεφτε στα ρούχα- ένα πρωί λοιπόν, τον έπιασε ο πατέρας του και τον έδειρε
αγρίως τον μακαρίτη. 

Όταν όμως μεγάλωσε,
πήγε και έμεινε μαζί του αρκετά χρόνια. Και πολλοί άλλοι πήγαν και ωφελούνταν
απ’ αυτόν πάρα πολύ. Ήταν τέτοια η επίδραση του κηρύγματός του, ώστε ο
Διοικητής του Κέντρου της Καλαμάτας έστελνε περιπόλους στις προσβάσεις της
περιοχής στην οποία βρισκόταν -ένα ύψωμα στο ΒΑ άκρο της πόλεως-, έστελνε
περιπόλους για να εμποδίζουν τους στρατιώτες να πλησιάζουν. Επειδή οι
στρατιώτες που πήγαιναν και παρακολουθούσαν το κήρυγμά του γύριζαν στο κέντρο
και πέταγαν τα αρτύσιμα φαγητά τις Τετάρτες και τις Παρασκευές και έμεναν εντελώς
άσιτοι. 

Υπερτόνιζε τη
νηστεία, τις αγρυπνίες, κυρίως αυτά είναι τα γνωρίσματα των ασκητών. Αλλά ήταν
και έντονα Χριστοκεντρικός άνθρωπος.

Κάποτε μου είπε ο
πατήρ Ιωήλ δύο περιπτώσεις οι οποίες αποδεικνύουν ότι αυτός ο άνθρωπος είχε
χάρισμα από το Θεό και προορατικό, αλλά μπορώ να πώ και θαυματουργικό χάρισμα.

Το κελλί του είχε
στέγη καλάμια και κεραμίδια, και, για να μην πέφτουν κομμάτια απ’ τα ασβέστια
και τα καλάμια κάτω, είχε βάλει ένα χαρτί μπλε, απ’ αυτό που τύλιγαν τα βιβλία,
το ξέρετε, τις κόλλες αυτές. Μεσολαβούσε όμως μεταξύ του χαρτιού και της στέγης
των καλαμιών, ένα διάστημα δύο τρείς πόντοι. Εκεί, λοιπόν, είχε μπει ένα
έντομο, εμείς στην Μεσσηνία τα λέμε μπουρμπούδουλα αυτά τα πράγματα, δεν ξέρω
πώς τα τα λέτε εσείς, αυτά τα χρυσά, τα οποία δένουν τα παιδάκια στην κλωστή
και τα τραβάνε.

-Χρυσόμυγες τα λέμε
εμείς.

-Λοιπόν, είχε μπει
μία φορά ένα τέτοιο πράγμα και βούιζε, την ώρα κατά την οποία δίδασκε τα
παιδιά, τους νεαρούς οι οποίοι πήγαιναν εκεί. Αυτοί άρχισαν να γελάνε και να
πειράζουν ο ένας τον άλλο ακούγοντας το βούουουου, που έκανε πάνω αυτό. Το
αντιλήφθηκε ο Παναγουλάκης αυτό, κοίταξε προς τα πάνω, σήκωσε το χέρι και λέει:
«Επιτιμήσαι σοι ο Κύριος, διάβολε, σατανά!» Σε δευτερόλεπτα σταματάει.

Δεύτερη περίπτωση,
την οποία μου είχε πει ο π. Ιωήλ. Αυτός, ο π. Ιωήλ, ήταν πάρα πολύ
βραδύγλωσσος, στα νεανικά του χρόνια. Για να πει μία λέξη, έπρεπε να μαρτυρήσει
ο άλλος, ο οποίος τον άκουγε. Τρομακτική βραδυγλωσσία, τρομακτική, και στα
τελευταία κάτι του είχε μείνει, αλλά μόλις διακρινόταν. Στα μαθητικά του χρόνια
ήταν απαίσια βραδύγλωσσος, αφόρητος.

Όπως μου έλεγε ο
ίδιος και όπως μου λέγανε και οι συμμαθητές του. Κάποτε, λοιπόν, κάτι ήθελε να
εκφράσει και δεν μπορούσε, προσπαθούσε πολύ ώρα και… και… και… συνέχεια ο
καημένος και δεν μπορούσε. Τον πλησίασε ο Παναγουλάκης, τον εθώπευσε στο κεφάλι
και του λέει: «Άκουσε παιδί μου, η βραδυγλωσσία θα σου περάσει. Κάτι μόλις θα
σου αφήσει, αλλά θα σου περάσει και θα γίνεις και κήρυκας του Ευαγγελίου». Ήταν
τότε δεκαπέντε δεκαέξι ετών, κάτι τέτοιο.

Και άλλα πολλά
τέτοια. Α…, και ένα ακόμη. 

Πριν αποφασίσει να
μείνει οριστικά στη σπηλιά, πήγε και βρήκε όλους τους ανθρώπους τους οποίους
είχε αδικήσει, είχε δείρει, είχε με οποιοδήποτε τρόπο βλάψει και ζήτησε από όλους
συγχώρεση. 

Στις φυλακές Ναυπλίου
βρισκόταν ένας κατάδικος, σε βαριά ποινή, γιατί, δεν ξέρω, κάποιο έγκλημα είχε
κάνει. Αυτόν κάποτε είχε αποπειραθεί να τον μαχαιρώσει ο Παναγουλάκης. Και είχε
δικασθεί, τότε, ο Παναγουλάκης ένα μικρό χρονικό διάστημα, γιατί έφταιγε ο
άλλος. Πήγε, λοιπόν, στο διευθυντή των φυλακών και τον παρακάλεσε να του φέρει
τον κατάδικο αυτό να τον δει. Όταν ο κατάδικος άκουσε ότι τον ζητά ο
Παναγουλάκης, δεν ήθελε να παρουσιασθεί. 

Αμάν, λέει και εδώ
ήλθε να με σκοτώσει. Είδε κι έπαθε ο διευθυντής να τον πείσει, ότι δεν πάει με
τέτοιες διαθέσεις. Τελικά πείσθηκε αυτός και άφησε να τον πάνε στο εντευκτήριο
εκεί της φυλακής. 

Ο Παναγουλάκης πήγε,
έπεσε στα πόδια, του έβαλε μια εδαφιαία μετάνοια, του φίλησε τα πόδια, του λέει
με συγχωρείς για ότι σου είχα κάνει. Εγώ πια αποφάσισα να αλλάξω ζωή, εύχομαι
κι εσύ να μιμηθείς το παράδειγμά μου. Γύρισε, λοιπόν, και ζήτησε συγνώμη απ’
όλους.

Έζησε μία ζωή Οσιακή,
κοιμόταν τρεις ώρες το εικοσιτετράωρο, ποτέ στο κρεβάτι. Είχε μέσα στη σπηλιά
του αυτή, η οποία συγκοινωνούσε με ένα κελάκι, ένα σκαμνάκι μικρό και έβαζε τα
χέρια έτσι, σ’ ένα μικρό τραπεζάκι, το οποίο είχε, έβαζε τα χέρια έτσι και το
κεφάλι πάνω στα χέρια και κοιμόταν τρεις ώρες περίπου το 24ωρο καθιστός. Ποτέ
δεν έπεσε, ούτε σε σανίδα κάτω, καθιστός πάντοτε.

Έτρωγε πάντοτε μετά
τη δύση του ηλίου, λάδι μόνο Σάββατο και Κυριακή, όλο το χρόνο. Κρέας και ψάρι
ποτέ. Και μόνο στα τέλη της ζωής του, επειδή προσβλήθηκε λόγω της μεγάλης
ασκήσεως από καλπάζουσα φυματίωση, μετά από εντονότατη πίεση των πνευματικών
του τέκνων έφαγε λίγο κρεατόζουμο. 

Δεν ήταν δική του
κατάλυση, βέβαια, αλλά είχε βαρύτατη φυματίωση ο ίδιος και δεν μπόρεσε ο
καημένος να αντέξει και το 1921 ή 1922, δεν θυμάμαι ακριβώς έφυγε από τον κόσμο
αυτό, αφού διήνυσε μια οσιακή ζωή και αφού πολλούς ανθρώπους οδήγησε στο σωστό
δρόμο.

Σας είπα απ’ τους
πρώτους καρπούς του π. Ηλία είναι ο π. Ιωήλ ο Γιαννακόπουλος, η ηγουμένη της
Μονής των καλογραίων Φιλοθέη κάτω στην Καλαμάτα, ο π. Χρυσόστομος
Παπασαραντόπουλος που πήγε στην Ουγκάντα -όλοι αυτοί από ‘κει μέσα βγήκανε, απ’
τον Παναγουλάκη.

Ο π. Ευσέβιος
Θεριάκης, ιερομόναχος στην Καλαμάτα.

Τόσοι και με τόσων
ετών εργασία αρχιερείς και ιεροκήρυκες και δεν κατορθώνουν να βγάλουν δύο τρεις
εργάτες του Ευαγγελίου. 

Πλείστοι όσοι αρχιερείς
και ιεροκήρυκες -και αυτός ο αστοιχείωτος άνθρωπος, ο αγράμματος, έδωσε στο
Ευαγγέλιο πάρα πολλούς εργάτες. 

Και πολιτογράφησε
στον Παράδεισο πάρα πολλές ψυχές με την οσιακή του ζωή. (π. Επιφάνιος
Θεοδωρόπουλος, Άρθρα και Μελέτες)

Πηγή

ΚΙ΄ ΑΛΛΕΣ  ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ…

Ο όσιος Νεοασκητής π.
Ηλίας Παναγουλάκης, γεννήθηκε την 14/7/1873 στην Καλαμάτα και έζησε στην
περιοχή της Μεσσηνίας. Από τα πρώτα χρόνια της ζωής του είναι γνωστά ελάχιστα
πράγματα, είναι όμως γενικά παραδεκτό, ότι ήταν άνθρωπος του κόσμου και της
αμαρτίας.

Ο θάνατος ενός στενού
και αγαπημένου του φίλου, υπήρξε γι’ αυτόν γεγονός σωτήριο, γιατί κατά τη
κηδεία του, άκουσε για πρώτη φορά τα σχετικά με την αιώνια ζωή λόγια του
Ευαγγελίου, «ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντι με, έχει ζωήν
αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μετέβηκεν εκ του θανάτου προς την
ζωήν» (Ιωαν. 5, 24) δηλαδή «όποιος ακούει το λόγο μου πιστεύει σε αυτόν που με
έστειλε (το Θεό Πατέρα), έχει αιώνια ζωή, και σε κρίσει δεν θα έρθει, αλλά απ
τον θάνατο στη Ζωή πορεύεται». 

Γεμάτος σκέψεις και
βαθειά επηρεασμένος, ζήτησε από τον Ιερέα του νεκροταφείου να του εξηγήσει
σχετικά. Πράγματι ο Ιερέας του μίλησε για την κρίση, την μετά θάνατο ζωή, την
τιμωρία (ανταπόδοση ορθότερα), την μετάνοια και την επιστροφή. 

Με συντριβή και
επίγνωση της πνευματικής του κατάστασης, (σύμφωνα με τους μαθητές του είπε στον
ιερέα: «Και για μένα; Για μένα που έχω ματώσει την θάλασσα, υπάρχει σωτηρία;»),
ζήτησε να εξομολογηθεί. Ο ιερέας όμως δεν ήταν εξομολόγος και γι αυτό τον έστειλε
σε έμπειρο πνευματικό της Μονής Βελανιδιάς.

Μετά το σωτήριο
λουτρό της μετανοίας και γεμάτος ζήλο για έργα αρετής, είπε στον εξομολόγο
του: 

«Θα κάνω τη ζωή του
Μεγάλου Αντωνίου!» παρόλο όμως το γεγονός, ότι ο πνευματικός του συνέστησε να
γίνει απλώς ένας χριστιανός, ο Ηλίας ξεκίνησε για τη Μάνη, αναζητώντας τόπο για
προσευχή και άσκηση. Στη Μάνη, έζησε κοντά σε ένα εξωκκλήσι για μικρό χρονικό διάστημα,
εργαζόμενος την μετάνοια και την προσευχή, και αγωνιζόμενος υπεράνθρωπα με
νηστεία και αγρυπνία. 

Ο ιερέας όμως του
κοντινού χωριού , του συνέστησε να αγωνισθεί εκεί που αμάρτησε, δηλαδή στην
Καλαμάτα. Υπάκουσε και επιστρέφοντας στον τόπο που έζησε την αμαρτωλή του ζωή,
κατοίκησε στα κτήματα ενός χριστιανού στην ερημική θέση «Αγία Άννα», στο
φρούριο της πόλης. Εκεί αρχίζει νέους αγώνες υπεράνθρωπους, αδιανόητους για την
εποχή του, και προσφέρει στο Θεό τους καρπούς της μετανοίας του. 

Σε μικρό χρονικό
διάστημα η περιοχή κατακλύζεται από επισκέπτες. Δεκάδες άνθρωποι έρχονται προς
αυτόν, (οι περισσότεροι γεμάτοι περιέργεια και σκωπτική διάθεση). Πολλούς το
πύρινο κήρυγμα μετανοίας και προ πάντων το παράδειγμα του, μεταβάλλει σε
πιστούς προσκυνητές και υπάκουους μαθητές. Το γεγονός αυτό έβαλε σε σκέψεις τον
ιδιοκτήτη του κτήματος, ο οποίος φοβούμενος μήπως η Εκκλησία αποκτήσει
δικαιώματα στην ιδιοκτησία του , ζήτησε από τον π. Ηλία να απομακρυνθεί.

Ο ταλαιπωρημένος
ασκητής(ήδη τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, είχαν αλλοιωθεί από την νηστεία
και την κακοπάθεια), υπάκουσε. Πριν φύγει από την «Αγία Άννα» έδωσε ένα νόμισμα
(μια χάλκινη πεντάρα της εποχής), σε κάποιον μαθητή του και τον έστειλε στο Ναό
της Υπαπαντής, για να ψάλλει μία παράκληση. Μετά την επιστροφή του υποτακτικού
του, η μικρή συνοδεία ξεκίνησε χωρίς συγκεκριμένη πορεία. 

Μετά από περιπλάνηση,
λίγο μετά την του Αγίου Κωνσταντίνου που ίδρυσε ο λόγιος Ιερομόναχος Γεράσιμος
Παπαδόπουλος (1763-1844, συναντήθηκε με τον εργολάβο Χρήστο Ταμπακέα. Ο π.
Ηλίας και οι μαθητές του, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του ευσεβούς Ταμπακέα,
εξιστόρησαν τα γεγονότα. Ο Ταμπακέας, που όπως αποδεικνύεται από τα πράγματα
ήταν ευσεβής και φιλομόναχος, προσπάθησε να βοηθήσει την συνοδεία και για τούτο
την οδήγησε στο κτήμα του φίλου του Θωμά Μιχαλάκου, (εκεί που σήμερα βρίσκεται
η Ιερά Μονή Ευαγγελίστριας), από τον οποίο και αγόρασε το κτήμα, προσφέροντας
του στον ασκητή. 

Μετά την εγκατάσταση
στην νέα εξασφαλισμένη θέση, ο π. Ηλίας, αφού οικονόμησε από κάπου ένα παλιό
ράσο, κατέβηκε στο μικρό σπήλαιο που υπήρχε στο κτήμα και άρχισε με μεγαλύτερο
ζήλο την άσκηση. Μέσα στο σκοτάδι και την υγρασία του σπηλαίου, αγωνίσθηκε
υπεράνθρωπα μιμούμενος τους μεγάλους ασκητές. Σε λίγο η φήμη του ξεπέρασε τα
όρια της περιοχής και εκατοντάδες άνθρωποι άρχισαν και πάλι να συρρέουν, για να
ακούσουν το φλογερό κήρυγμα του μετανοίας. Πολλοί από τους επισκέπτες του,
γοητευμένοι από την ζωή και την προσωπικότητα του, παρέμειναν μαζί του και
έγιναν υποτακτικοί και μαθητές του. 

Εκεί χωρίς να έχει
καρεί μοναχός έζησε για δεκαπέντε χρόνια με σκληρή άσκηση, νηστεία και
προσευχή. Κρέας, ψάρια, αυγά, και γάλα δεν έτρωγε ποτέ. Λάδι μόνο κάθε Σάββατο
και Κυριακή. Και Τετάρτη και Παρασκευή είχε ολοχρονίς πλήρη ασιτία. Δεν ήταν
όμως μακριά από τους ανθρώπους, γιατί πολλοί τον επισκεπτόντουσαν, τον ζούσαν
και άκουγαν το κήρυγμά του, και ήταν μέρος της καθημερινής τους κουβέντας!!

Κάθε Κυριακή και
εορτή συνέρρεαν στο Ασκητήριο του Παναγουλάκη πλήθη Χριστιανών στους οποίους
κήρυττε τον λόγο του Θεού. Μέσα στο απέριττο οίκημα που κήρυττε, υπήρχε
κρεμασμένο το ομοίωμα ενός ανθρώπινου σκελετού για να θυμίζει συνεχώς στους
ακροατές την ματαιότητα του κόσμου τούτου. Το απλό και άτεχνο, αλλά προερχόμενο
από την καρδιά  που φλόγιζε η αγάπη του Χριστού κήρυγμα του Παναγουλάκη,
αναγέννησε πλήθος ψυχών.

Κήρυττε με απαράμιλλη
ζέση την μετάνοια. Υπενθύμιζε τον πνευματικό και αιώνιο θάνατο και την απειλή
της αιώνιας καταδίκης. Το ζωντανό παράδειγμα οδήγησε πολλούς στην οδό της
Μετανοίας,  της Ιεράς Εξομολόγησης, και τους έκανε συνειδητά μέλη της
Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Κοντά  στον
 αγράμματο  αυτό ασκητή μαθήτευσαν παιδιά τότε, κατοπινοί
 μεγάλοι  εργάτες  του  Ευαγγελίου, όπως ο  Φώτιος
(Αρχιμανδρίτης  Ιωήλ) Γιαννακόπουλος(1901-1966),  ο Αρχιμανδρίτης
Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος(1876-1972), μεγάλος  Ιεραπόστολος της
 Αφρικανικής Ηπείρου, ο Αρχιμανδρίτης  Ιωακείμ Αγιαννανίτης
(1895-1955), μεγάλη Αγιορείτικη μορφή  και άλλοι πολλοί. 

Οι σπουδαιότεροι από
τους μαθητές του ήταν επίσης: Ο Γεώργιος Αναγιαρέας (διάδοχος του στην ηγεσία
της Μονής κατά την περίοδο 1918-1920), ο Γεώργιος Πουπουλάτης (έπειτα
Μητροπολίτης Γ.Ο.Χ. Μεσσηνίας με το όνομα Χρυσόστομος), ο Πέτρος Καλοκύρης
(μοναχός Συμεών), ο Ανδρέας Κωτσόπουλος (Μοναχός Αντώνιος), ο Φώτιος Μπούστος,
ο Μοναχός Παναγιώτης και ο Γεώργιος Αναγνωστόπουλος (έπειτα Αρχιμανδρίτης
Θεόδουλος, ιδρυτής της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Κορώνης).

Αξιοσημείωτος
 είναι ο τρόπος που τον γνώρισε και έγινε μαθητής του ο Φώτιος
Γιαννακόπουλος, ο κατοπινός π. Ιωήλ. Αναφέρει ο ίδιος χαρακτηριστικά:

«…Μια μέρα του 1913,
όταν ο Φώτης ήταν κοντά στα 12, ενώ έπαιζε
ξυπόλητος στο δρόμο, μια γιαγιά, φτωχή και τυφλή, του ζήτησε να την
οδηγήσει στην άγνωστη μέχρι τότε σπηλιά του ασκητή. Ο καλοσυνάτος Φώτης άφησε
το παιχνίδι του με τα άλλα παιδιά και συνοδεύοντας την τυφλή άκουσε το κήρυγμα
του Παναγουλάκη. Η γαλήνια όψη του και ο δυναμικός του λόγος τον γοήτεψαν και
έτσι αφέθηκε στο Άγιο Πνεύμα να τον οδηγήσει, ό,που το στόμα της τυφλής γιαγιάς
έλεγε!!!!

Από τότε ο Φώτης
απέκτησε Δάσκαλο…. Από τότε και σε όλη του τη ζωή έλεγε «τι παράξενα, τι
μυστήρια που ενεργεί ο Θεός; Εμένα στο φώς με οδήγησε μια γριά τυφλή. Τι σοφά
που ενεργεί ο Θεός! Είχα την εντύπωση ότι την οδηγούσα εγώ. Και ο Θεός μου
έδειξε, ότι μου την είχε στείλει για να  οδηγήσει Εκείνος, με αυτήν την
«τυφλή», στο φώς της επιγνώσεώς του εμένα που ‘έβλεπα’».

Μία  άλλη φορά
 βρέθηκε μπροστά σε ένα θαυμαστό σημείο, που
 όχι μόνο τον  σαγήνευσε, αλλά για  το φιλοσοφικό του
 μυαλό, τον  σιγούρεψε για  την αλήθεια  και
 τη δύναμη της  Ορθόδοξης  Πίστης.

Ο Ηλίας Παναγουλάκης
μιλούσε σε μία ομάδα νεαρών και αρκετούς μεγάλους για αυτή την Πίστη. Τότε ένας
χρυσοκάνθαρος πετούσε συνεχώς πάνω από τα κεφάλια τους και όλοι στράφηκαν σε
αυτόν, χωρίς να προσέχουν τον ασκητή. Τότε ο Ηλίας, με το σημείο του σταυρού,
επιτίμησε τον διάβολο, οπότε το ζωύφιο έπεσε κάτω νεκρό….Ο σοφός Φώτης τότε
κατάλαβε!!! 

Αλήθεια, έχουμε
σκεφθεί πόσο δαιμονικό είναι το κάθε τι, που μας αποσπάει από το λόγο του Θεού
και διώχνει από την ψυχή μας την κατάνυξη; Δεν είχε συμπληρώσει ακόμη τα
σαράντα πέντε του χρόνια ο Παναγουλάκης, όταν προσβλήθηκε από βαρείας μορφής
φυματίωση .

Την 17η Ιανουαρίου
1918 (ημέρα εορτής του Αγίου Αντωνίου, του οποίου την ζωή ήθελε να μιμηθεί!),
σε ηλικία μόλις 45 ετών, μετά από 16ετή άσκηση γεμάτη κακοπάθεια αλλά και
πλούσιους πνευματικούς καρπούς, ο νεοασκητής π. Ηλίας Παναγουλάκης κοιμήθηκε
τον ύπνο του δικαίου. 

Άφησε τη φήμη οσίου
και πνευματικού ανδρός και τιμάται ιδιαίτερα από το λαό της περιοχής. Ο τάφος
που βρίσκεται στη βάση του δεξιού κωδωνοστασίου του (παλαιού) Ναού της
Ευαγγελίστριας στην ιερά του Μονή, και η τίμια κάρα του σε μικρό ξύλινο
κιβώτιο- προθήκη, στο παρεκκλήσιο της Υπαπαντής, δίπλα στην Κάρα του μαθητή του
και έπειτα επισκόπου Γ.Ο.Χ. Μεσσηνίας αειμνήστου κυρού Χρυσοστόμου.

Πηγή: «ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟΝ
ΕΙΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΝ Γ.Ο.Χ. ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ» (Αντ. Μάρκου). Έκδοση Ι. Μητροπόλεως
Μεσσηνίας, 1981. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

Ανέκδοτα
Αρχιμανδρίτου Ιωήλ Γιαννακόπουλου, έκδοσις Δ΄ εν Αθήναις, 1973, σελ. 44-46,
επιμέλεια Αρχιμ. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου

Σύγχρονες Αγιορείτικες
μορφές, ΙΩΑΚΕΙΜ ΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΗΣ, τόμος 1, έκδοσις Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός
Ατικκής, 1955

Μητροπολίτου
Νικοπόλεως ΜΕΛΕΤΙΟΥ,  Ο πατήρ Ιωήλ, Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Νικοπόλεως

 Πηγή 

Ο Τίποτα

Ο “Τίποτα” δεν είναι τιποτένιος, ίσως είναι ένα χνάρι από την πνοή του Θεού στον άνθρωπο….
Beggar at Ajmer Shariff by Satyam Desai

Στα παραμύθια δεν υπάρχει επηρμένος ήρωας. Ο ήρωας του παραμυθιού ούτε κρίνει ούτε συγκρίνει ούτε 
κατακρίνει – μονάχα ακολουθεί με γενναιότητα και γενναιοδωρία τη ροή της Ζωής. 

Είναι ο «Τίποτα»  – κάποιος αληθινά ελεύθερος, χωρίς κανένα φόβο και καμιά περηφάνεια, 
πολύ μακριά από την ανασφάλεια του επηρμένου, απόλυτα ασφαλής, αφού ποτέ 
δε νιώθει ούτε ανώτερος ούτε κατώτερος από τον διπλανό του.

Ο «Τίποτα» αναδύεται από μέσα μας κάποιες στιγμές επίγνωσης ότι πράγματα για τα 
οποία παλέψαμε με νύχια και με δόντια ή τα χτίσαμε λιθαράκι λιθαράκι είχαν μικρότερη αξία 
από όση νομίζαμε -ή καμιά αξία. 

Ο «Τίποτα» που βρίσκεται στον αντίποδα του «ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε;» δεν είναι επιφανειακά μετριόφρων, 
δεν είναι καν μετριόφρων, δεν έχει καμιά απαίτηση αναγνώρισης ή υποστήριξης ή συνδρομής 
οποιασδήποτε μορφής. Στη μικρή μας πολιτεία που είναι γεμάτη πρόσωπα που στριμώχνονται για 
να πάρουν τον λόγο κάθε φορά που ανοίγουμε το στόμα για να πούμε «εγώ νομίζω ότι», 
είναι ο μόνος που έχει την ικανότητα να διακρίνει το θαυμαστό παντού, ανεξάρτητα από τις συνθήκες. 
Είναι ένας σοφός χωρίς καμιά γνώση. Έχει μονάχα επίγνωση του πόσο μικροί είμαστε – μικροί 
κι ασήμαντοι, ένα τίποτα μέσα στην απεραντοσύνη του κόσμου. 
Είναι ο μόνος που αξίζει να παίρνει τον λόγο κάθε φορά 
που είμαστε έτοιμοι να κρίνουμε.

Εκείνος μέσα μας που μας λέει πως είμαστε ένα τίποτα, δεν είναι τιποτένιος. 
Κατοικεί στον κέντρο της ύπαρξής μας – 
έναν χώρο έξω από τη φασαρία του κόσμου, γεμάτο τρυφερό φως. 
Ίσως είναι ένα χνάρι στον άνθρωπο από την πνοή του Θεού.

Beggars in Samarkand – Vasily Vereshchagin

Ο ΤΙΠΟΤΑ  

Ένα παραμύθι για ξενόφοβους, εξουσιαστές και άλλους τρομαγμένους…..

Ήταν μια φορά ένας ζητιάνος που, αναζητώντας ένα μέρος για να κοιμηθεί, είχε λουφάξει σε μια κόχη, 
έξω από 
τα τείχη μιας πολιτείας της Ανατολής. Με το που χάραξε η μέρα κι οι σκιές άρχισαν να χάνονται, 
τον είδε ένας φρουρός, ήρθε από πάνω του και τον τάραξε στις κλωτσιές.

-Σήκω, βρομιάρη, τσακίσου από δω, πάρε δρόμο γιατί όπου να ’ναι θα περάσει ο πολυχρονεμένος 
μας χαλίφης.

Ο ζητιάνος σηκώθηκε, όρθωσε το κορμί του και με μεγάλη ηρεμία, κοιτώντας κατάματα τον φρουρό, 
του είπε:

-Με ποιο δικαίωμα με προσβάλλεις; Με γνωρίζεις; Είσαι σίγουρος πως αξίζω βία και περιφρόνηση; 
Είσαι σίγουρος πως εσύ αξίζεις περισσότερο από μένα; Σεβάσου αυτόν που δεν γνωρίζεις!

Τα ’χασε ο φρουρός. Αμέσως σκέφτηκε πως ο ζητιάνος ίσως ήταν κάποιος αξιωματούχος της φρουράς 
που κρύφτηκε στα τείχη μεταμφιεσμένος – πράγμα που συνηθιζότανε εκείνον τον καιρό – για 
να ελέγχει έτσι καλύτερα την ασφάλεια της πολιτείας και τον ρώτησε με δυσπιστία:

-Είσαι ο επικεφαλής της φρουράς;

Κι ο ζητιάνος απάντησε περήφανα, δείχνοντας τον ουρανό:

-Πιο πάνω. Σεβάσου, αν δεν γνωρίζεις.

Τότε, ο φρουρός:

-Είσαι… ο βεζίρης;

Κι ο ζητιάνος:

-Σεβάσου τον ξένο, φρουρέ! Πιο πάνω.

-Μα πιο πάνω από τον βεζίρη είναι ο χαλίφης. Μη μου πεις πως είσαι ο χαλίφης;

-Πιο πάνω. Σεβάσου!

-Μα πιο πάνω είναι ο σουλτάνος, είπε ο φρουρός κι έπεσε στα γόνατα.

-Πιο πάνω.

-Πιο πάνω είναι μονάχα ο Θεός, ψιθύρισε ο φρουρός κι έπεσε μπρούμυτα μπροστά στα σκονισμένα 
παπούτσια του ζητιάνου.

Κι αυτός: 
-Πιο πάνω…

Ο φρουρός σήκωσε το κεφάλι από το χώμα και κοίταξε ξαφνιασμένος τον άγνωστο:
-Μα πιο πάνω δεν υπάρχει τ ί π ο τ α!

Τότε ο ζητιάνος βόηθησε τον φρουρό να σηκωθεί, τον κράτησε απ’ τους ώμους και του είπε:
-Αυτό είναι ο ξένος: Τίποτα. Μπορεί ζητιάνος, μπορεί σουλτάνος. 
Μην καθρεφτίζεις τους φόβους σου σ’ αυτόν. Όσο δεν τον γνωρίζεις, να θυμάσαι πως 
είναι ο Τίποτα – και ο Τίποτα δεν είναι τιποτένιος.


(Ελεύθερη διασκευή Λ. Λαμπρέλλη, με βάση το παραμύθι «Rien» από τη συλλογή 
του Henri Gougaud «Le livre des chemins», εκδόσεις Albin Michel)


Peter Brueghel the Elder – The Beggars (1568)

Ο Θεός κάθε ώρα μας στέλνει ανθρώπους…

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ
Πρεσβυτέρου: Αλεξάνδρου Ελτσιανίνωφ
Αποτέλεσμα εικόνας για ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΙΚΟΝΕΣ
Το λάθος μας πάντα είναι ότι δεν παίρνουμε στα σοβαρά αυτό που είναι η δεδομένη, η παρεχομένη σημερινή ημέρα της ζωής μας, το ότι ζούμε στο παρελθόν ή στο μέλλον και το ότι όλο και περιμένουμε κάποιαν ιδιαίτερη μέρα, οπότε η ζωή μας θα ξεδιπλωθεί και θα αποκτήσει όλη την σημασία και σπουδαιότητά της και δεν προσέχουμε ότι η ζωή μας κυλάει και φεύγει σαν νερό, που διαρρέει μέσα από τα δάκτυλα του χεριού, ή όπως τον πολύτιμο σπόρο, που διαπερνά και πέφτει από μη σφιχτοδεμένο σακκί.
 
Συνεχώς, την κάθε μέρα και την κάθε ώρα, ο Θεός μας στέλνει ανθρώπους είτε περιστάσεις είτε καθήκοντα, που πρέπει να χρησιμεύσουν σαν αφετηρία στην αναγέννησή μας, αλλά εμείς δεν του δίνουμε προσοχή, με αποτέλεσμα την κάθε ώρα να εναντιωνόμαστε στο θέλημα Του Θεού για μας. Και πράγματι, πως μπορεί ο Θεός να μας βοηθήσει; Μόνο στέλνοντάς μας στην καθημερινή μας ζωή συγκεκριμένους ανθρώπους και συγκεκριμένες συγκυρίες περιστάσεων. Αν δε, την ώρα της ζωής μας την δεχόμαστε σαν την ώρα όπου εκδηλώνεται του Θεού το θέλημα για μας και σαν την αποφασιστική, την σπουδαιότατη και μοναδική ώρα της ζωής μας, οποίες ως την ώρα εκείνη κρυμμένες πηγές χαράς, αγάπης και δύναμης θα ξεπηδούσαν και θα ανέβλυζαν από τα βάθη της ψυχής μας!

Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΙΚΟΝΕΣ διακοσμησης Ναών
 
Να δεχόμαστε λοιπόν, με σοβαρότητα κάθε άνθρωπο που συναπαντούμε στον δρόμο της ζωής μας και να παίρνουμε στα σοβαρά κάθε ευκαιρία και δυνατότητα να κάνουμε έργο καλό και να ‘στε βέβαιοι ότι μ’ αυτό τον τρόπο κάνετε αυτό που θέλει ο Θεός για σας στις συγκεκριμένες εκείνες περιστάσεις, την δεδομένη εκείνη ημέρα και ώρα.
 
Αν αγαπούσαμε τον Θεό περισσότερο, πόσο εύκολα θα Του εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας και τον κόσμο ολόκληρο με όλες τις αντινομίες του και τις ακατανόητες πλευρές του! Όλες οι δυσκολίες οφείλονται στο ότι οι άνθρωποι δεν αγαπούν ο ένας τον άλλον αρκετά. Εκεί όπου υπάρχει αγάπη δεν μπορούν να υπάρχουν δυσκολίες.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΙΚΟΝΕΣ

Πολλή από την σύγχυση που υπάρχει ανάμεσα στους σύγχρονους Χριστιανούς, θα διαλύονταν  (αν είμαστε πραγματικά Χριστιανοί με την κυριολεκτική, Ευαγγελική σημασία της λέξης) θα λυόταν, ανάμεσα σ’ άλλα και το θέμα της σημασίας του πόνου στη ζωή, του να υποφέρουμε «όπως ο Κύριος υποφέρει» … και άλλα πολλά. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν την ακόρεστη και άπληστη προσκόλλησή μας στα αγαθά του κόσμου τούτου  ( όταν η ίδια η προσκόλληση στα αγαθά του κόσμου τούτου, όταν αυτή η ίδια η προσκόλληση γίνεται πρόξενος πολλού πόνου) για ποιο θρησκευτικό και πνευματικό νόημα της ζωής μας, περιλαμβανομένου και του δικού μας πόνου, μπορούμε να μιλούμε;

Η σημασία της θυσίας του Χριστού (Αγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος)

Η σημασία της θυσίας του Χριστού (Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος)

 

Κατηχητικός λόγος
του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου σχετικά με τη σημασία
της θυσίας του Ιησού Χριστού, για την ζωή του ανθρώπου.  «Ο
Κύριος Ιησούς και Θεός μας χωρίς να φταίει σε τίποτε ραπίσθηκε,
ώστε οι αμαρτωλοί που θα τον μιμηθούν, όχι μόνον να λάβουν άφεση των
αμαρτιών τους, αλλά και να γίνουν συγκοινωνοί στη θεότητά του με
την υπακοή τους
.

 Εκείνος
ήταν Θεός κι έγινε για μας άνθρωπος
. Ραπίσθηκε, φτύστηκε και
σταυρώθηκε, και με όσα έπαθε ο απαθής κατά τη θεότητα είναι σαν να μας
διδάσκει και να λέει στον καθένα μας:

 «Αν θέλεις,
άνθρωπε, να γίνεις Θεός, να κερδίσεις την αιώνια ζωή και να ζήσεις μαζί
μου, πράγμα που ο προπάτοράς σου, επειδή το επεδίωξε με κακό τρόπο, δεν το
πέτυχε, ταπεινώσου, καθώς ταπεινώθηκα κι εγώ για σένα– απόφυγε
την αλαζονεία και την υπερηφάνεια του δαιμονικού φρονήματος, δέξου
ραπίσματα, φτυσίματα, κολαφίσματα, υπόμεινέ τα μέχρι θανάτου και μην
ντραπείς.

 Αν όμως εσύ
ντραπείς να πάθεις κάτι χάρη των εντολών μου, καθώς εγώ ο Θεός έπαθα για
σένα, θα θεωρήσω κι εγώ ντροπή μου το να είσαι μαζί μουκατά την
ένδοξη έλευσή μου και θα πω στους αγγέλους μου:

Αυτός κατά την
ταπείνωσή μου ντράπηκε να με ομολογήσει και δεν καταδέχθηκε να
εγκαταλείψει τον κόσμο και να γίνει όμοιός μου
. Τώρα λοιπόν που
απογυμνώθηκε από τη φθαρτή δόξα του Πατέρα μου, θεωρώ ντροπή μου ακόμη
και να τον βλέπω. Πετάξτε τον λοιπόν έξω: «αρθήτω ο ασεβής, ίνα μή ίδη τήν
δόξαν Κυρίου» (Ησ. 26:10) 

(διώξτε τον ασεβή
για να μη δει τη δόξα του Κυρίου).

 

Φρίξετε, άνθρωποι,
και τρομάξετε, και υπομείνετε με χαρά τις ύβρεις που ο Θεός υπέμεινε
για τη σωτηρία μας
… 

Ο Θεός ραπίζεται από
έναν τιποτένιο δούλο… και εσύ δεν καταδέχεσαι να το πάθεις αυτό από τον
ομοιοπαθή σου άνθρωπο; 

Ντρέπεσαι να γίνεις
μιμητής του Θεού, και πώς θα συμβασιλεύσεις μ’ αυτόν και θα συνδοξασθείς
στη βασιλεία των ουρανών, αν δεν υπομείνεις τον αδελφό σου; Αν και
’κείνος δεν καταδεχόταν να γίνει άνθρωπος για σένα και σ’ άφηνε να
κείτεσαι μέχρι τώρα στην πτώση της παραβάσεως, δεν θα βρισκόσουν τώρα
στον πυθμένα του Άδη, άθλιε, με τους άπιστους και τους ασεβείς;

 Αλλά τί θα
πούμε προς αυτούς πού δήθεν εγκατέλειψαν τα πάντα κι έγιναν φτωχοί για την
βασιλεία των ουρανών;

 — Αδελφέ,
φτώχυνες και μιμήθηκες το Δεσπότη Χριστό και Θεό σου. 

Βλέπεις λοιπόν ότι
τώρα ζει και συναναστρέφεται μαζί σου, αυτός που βρίσκεται υπεράνω
όλων των ουρανών. 

Να, βαδίζετε τώρα οι
δυο μαζί– κάποιος σας συναντάει στο δρόμο της ζωής, δίνει ράπισμα
στον Δεσπότη σου, δίνει και σε σένα

Ο Δεσπότης δεν
αντιλέγει και συ αντεπιτίθεσαι; «Ναι», λέει, γιατί είπε σε εκείνον που τον
ράπισε: «ει κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περί του κακού– ει δε καλώς, τί με
δέρεις;» (Ιω. 18,23). 

(Αν είπα κάτι κακό,
πες ποιο ήταν– αν όμως μίλησα σωστά, γιατί με χτυπάς;)».

 Αυτό όμως δεν
το είπε αντιμιλώντας, όπως φαντάστηκες, αλλά επειδή εκείνος«αμαρτίαν ουκ
εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού»
 (δεν έκανε
αμαρτία, ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα του).

 Και για να μη
νομισθεί, ότι, επειδή τάχα αμάρτησε, δίκαια τον χτύπησε ο δούλος λέγοντάς
του: 

«ούτως αποκρίνει τω
αρχιερεί;» (Ιω. 18,22)– (έτσι αποκρίνεσαι στον αρχιερέα;), για να αποδείξει
λοιπόν ανεύθυνο τον εαυτό του, είπε τον παραπάνω λόγο. Δεν είμαστε
όμως όμοιοί του εμείς οι υπεύθυνοι για πολλές αμαρτίες.

 Έπειτα,
μολονότι υπέμεινε πολύ χειρότερα απ’ αυτό, δεν μίλησε καθόλου, αλλά
μάλλον προσευχήθηκε για τους σταυρωτές Του.

 Εκείνος,
αν και τον περιέπαιζαν, δεν αγανακτούσε, και σε γογγύζεις;

 Εκείνος
ανέχεται
 φτυσίματα, κολαφίσματα και φραγγελώσεις, και σε δεν
ανέχεσαι ούτε ένα σκληρό λόγο;

 Εκείνος
δέχεται σταυρό
 και την οδύνη των καρφιών κι ατιμωτικό θάνατο, και
συ δεν καταδέχεσαι να εκτελέσεις τα ταπεινά διακονήματα;

 Πώς λοιπόν θα
γίνεις συγκοινωνός στη δόξα, αφού δεν καταδέχεσαι να γίνεις συγκοινωνός
στον ατιμωτικό του θάνατο; 

Μάταια στ’ αλήθεια
εγκατέλειψες τον πλούτο, αφού δεν δέχθηκες να σηκώσεις τον σταυρό, δηλ. να
υπομείνεις πρόθυμα την επίθεση όλων των πειρασμών – έτσι απόμεινες
μόνος στον δρόμο της ζωής και χωρίσθηκες δυστυχώς από τον γλυκύτατο Δεσπότη
και Θεό σου!»

 (από το βιβλίο «Σταυροαναστάσιμα»,
έκδοσις Ι.Μ. Αγίου Συμεών Νέου Θεολόγου)

Πηγή 

Ἐγὼ εἶμαι ἡ Ἀνάσταση καὶ ἡ Ζωή

γ εμαι  νάσταση κα  Ζωή

γιος ουστνος Πόποβιτς

 

Ἐὰν πάρχει μι λήθεια στν ποία θ μποροσαν ν συνοψισθον λες 

ο εαγγελικς λήθειες

 λήθεια ατ θ ταν  νάσταση το ΧριστοΚα κόμηἐὰν πάρχει μι 

πραγματικότητα στν ποία θ μποροσαν ν συνοψισθον λες ο καινοδιαθηκικς 

πραγματικότητες πραγματικότητα ατ θ ταν  νάσταση τοῦ Χριστο.

Μόνο στν νάσταση το Χριστο ξηγονται λα τ θαύματά Τουλες ο λήθειές Του

λα τ λόγια Τουλα τ γεγονότα τς Καινς Διαθήκης.

 

Μέχρι τν νάστασή Του  Κύριος δίδασκε γι τν αώνια ζωήλλ μ τν νάστασή Του 

δειξε τι  διος ντως εναι  αώνια ζωήΜέχρι τν νάστασή Του

δίδασκε γι τν νάσταση τν νεκρνλλ μ τν νάστασή Του δειξε τι  διος εναι πράγματι 

 νάσταση τν νεκρν. Μέχρι τν νάστασή Του δίδασκε τι  πίστη

σ’ Ατν μεταφέρει κ το θανάτου ες τν ζωήνλλ μ τν νάστασή Του δειξε τι 

 διος νίκησε τ θάνατο κα τσι ξασφάλισε στος θανατωμένους νθρώπους 

τμετάβαση κ το θανάτου στν νάσταση.

 

Μ τν μαρτία  νθρωπος γινε θνητς κα πεπερασμένος· μ τν νάσταση το Θεανθρώπου 

γίνεται θάνατος κα αώνιοςΣ’ ατ δ κριβς γκειται  δύναμηκα τ κράτος κα  

παντοδυναμία τς το Χριστο ναστάσεωςΚα γι ατ χωρς τν νάσταση το Χριστο 

δν θ πρχε κν  ΧριστιανισμόςΜεταξ τν θαυμάτων  νάσταση το Κυρίου εναι τ 

μεγαλύτερο θαμα. λα τ λλα θαύματα
πηγάζουν 
π ατ κα συνοψίζονται 

σ’ ατό. π’ ατ πηγάζουν  πίστη κα  γάπη κα ἡἐλπίδα κα  προσευχ κα  θεοσέβεια. 

Ατ εναι κενο τ ποο καμία λλη θρησκεία δν χει· ατ εναι κενο τ ποο 

νυψώνει τν Κύριο περάνω λων τννθρώπων κα τν θεν. Ατ εναι κενο τ 

ποο κατ τρόπο μοναδικ κα ναμφισβήτητο δείχνει κα ποδεικνύει τι  ησος 

Χριστς εναι  μόνος ληθινς Θες καὶ Κύριος σ λους τος ρατος κα όρατους κόσμους.

 

Τ τι  νθρωπος πιστεύει ληθιν στν ναστάντα Κύριο τ ποδεικνύει μ τ ν γωνίζεται 

κατ τς μαρτίας κα τν παθν κα ἐὰν μν γωνίζεται, πρέπει νγνωρίζει τι γωνίζεται 

γι τν θανασία κα τν αώνια ζωή. Ἐὰν μως δν γωνίζεται, τότε μάταιη  πίστη του!

Διότιἐὰν  πίστη το νθρώπου δν εναι γώνας γιτν θανασία κα τν αωνιότητα,

τότε τί εναι

Ἐὰν μ τν πίστη στ Χριστ δν φθάνει κανες στν θανασία κα τν π το θανάτου νίκη,

τότε πρς τί  πίστη μαςἘὰν Χριστς δν ναστήθηκετοτο σημαίνει τι  μαρτία κα  θάνατος 

δν χουν νικηθε

Ἐὰν δ δν χουν ατ τ δύο νικηθετότε γιατί ν πιστεύει κανες στ Χριστό;

κενος μως  ποος μ τν πίστη στν ναστάντα Χριστ γωνίζεται ναντίον 

κάθε μαρτίας τουατς νισχύει σιγσιγ μέσα του τν ασθηση τι  Κύριος 

πραγματικ ναστήθηκεμβλυνε τ κέντρο το θανάτου, νίκησε τ θάνατο σ λα τ μέτωπα τς μάχης.

 Χωρς τν νάσταση δν πάρχει οτε στν οραν οτε κάτω π τν οραν τίποτε πι 

παράλογο π τν κόσμο ατ οτε μεγαλύτερη πελπισία π τ ζω ατή, 

δίχως θανασία. Σ’ λους τος κόσμους δν πάρχει περισσότερο 

δυστυχισμένη παρξη π τν νθρωπο, πο δν πιστεύει στν νάσταση τν νεκρν. 

Γι’ ατό, γι τν νθρώπινη παρξη,  ναστημένος Κύριος εναι τ «πάντα ν πσιν» 

σ’ λους τος κόσμους: ,τι τ ραο, τ Καλό, τ ληθινό, τ Προσφιλές, τ Χαρμόσυνο, τ Θεο, 

τΣοφό, τ Αώνιο. Ατς εναι λη  γάπη μας, λη  λήθειά μας, λη  Χαρά μας, 

λο τ γαθό μας, λη  Ζωή μας,  Αωνία Ζω σ λες τς αωνιότητες καὶ ἀπεραντοσύνες.

 

  Πηγή 

Αληθώς Ανέστη!

Αληθώς Ανέστη! – Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

 

Η πλάνη πάντα αυτοκαταστρέφεται και, παρόλο που δεν το
θέλει, στηρίζει σε όλα την αλήθεια. 

Πρόσεξε: Έπρεπε ν’ αποδειχθεί ότι ο Χριστός
πέθανε και τάφηκε και αναστήθηκε. 

Ε, λοιπόν όλα αυτά τα κατοχυρώνουν οι ίδιοι οι
εχθροί! Εφ’ όσον έφραξαν με τον 

βράχο και σφράγισαν και φρούρησαν τον τάφο, δεν
ήταν δυνατό να γίνει καμιά κλοπή. 

Αφού όμως δεν έγινε κλοπή και εν τούτοις ο
τάφος βρέθηκε άδειος, εί­ναι ολοφάνερο 

και αναντίρρητο ότι αναστήθηκε. Είδες
πως και μη θέλοντας στηρίζουν την αλήθεια;

Αλλά και πότε θα τον έκλεβαν οι μαθηταί; Το
Σάββατο; Μα αφού δεν επιτρεπόταν 

από τον νόμο να κυκλο­φορήσουν. Κι αν
υποθέσουμε ότι θα παραβίαζαν τον νόμο 

του Θεού, πώς θα τολμούσαν αυτοί οι τόσο
δειλοί να βγουν έξω απ’ το σπίτι; 

Και με ποιο θάρρος θα ριψο­κινδύνευαν για ένα
νεκρό; Προσμένοντας ποιάν ανταπόδοση; 

Ποιάν αμοιβή;
Και στ’ αλήθεια, πού στηρίζονταν; Στη δεινότητα
του λόγου τους; Αλλά ήταν απ’ όλους 

αμαθέστεροι. Στα πολλά τους πλούτη; Αλλά
δεν είχαν ούτε ραβδί ούτε υποδήματα. 

Μήπως στην ένδοξη καταγωγή τους; Αλλά ήταν
οι ασημότεροι του κόσμου. Μήπως στο πλήθος τους; 

Αλλά δεν ξεπερνούσαν τους
ένδεκα, που κι αυτοί σκόρπισαν.

Αν ο κορυφαίος τους φοβήθηκε τον λόγο μιας γυ­ναίκας
θυρωρού κι όλοι οι άλλοι, 

όταν είδαν τον Διδά­σκαλό τους δεμένο, σκόρπισαν και
διαλύθηκαν, πώς θα τους 

περνούσε καν απ’ τον νου να τρέξουν στα πέρατα της
οικουμένης και να φυτέψουν 

πλαστό κήρυγμα ανα­στάσεως; Αφού φοβήθηκαν τη
γυναικεία απειλή και τη θέα μόνο 

των δεσμών, πώς θα μπορούσαν να τα βάλουν με
βασιλείς και άρχοντες και λαούς, 

όπου ξίφη και τηγά­νια και καμίνια και μύριοι
θάνατοι κάθε μέρα, αν δεν είχαν απολαύσει 

και οικειοποιηθεί τη δύ­ναμη και την
έλξη του Αναστάντος;

Αλλά γι’ αυτά πρέπει να επανέλθουμε. Ας ξαναρω­τήσουμε
όμως τώρα τους Εβραίους; 

Πώς έκλεψαν το σώμα του Χριστού οι μαθηταί, ώ ανόητοι;
Επειδή η αλή­θεια είναι 

λαμπρή και ολοφάνερη, το ιουδαϊκό ψέμα δεν μπορεί ούτε
σαν σκιά να σταθεί. 

Πώς θα το έκλεβαν, πες μου; Μήπως δεν ήταν σφραγισμένος ο
τάφος; 

Δεν τον έζωναν τόσοι φρουροί και στρατιώτες και Ιουδαίοι, που είχαν την
υποψία 

και αγρυπνούσαν και πρόσεχαν;
Μα και για ποιο λόγο θα το έκλεβαν; Για να
πλάσουν το δόγμα της Αναστάσεως; 

Και πώς τους ήρθε να πλά­σουν κάτι τέτοιο
αυτοί οι δειλοί; Και πώς κύλησαν τον 

ασφαλισμένο βράχο; Πώς ξέφυγαν από τόσους
άγρυ­πνους κι άγριους φρουρούς;

Πρόσεξε όμως πως με όσα κάνουν οι Εβραίοι πιά­νονται
πάντα στα ίδια τους τα δίχτυα. 

Να, αν δεν πήγαι­ναν στον Πιλάτο κι αν δεν
ζητούσαν την κουστωδία, πιο εύκολα θα 

μπορούσαν να λένε τέτοια ψεύδη οι αδιάν­τροποι.
Μα τώρα όχι. (Υπήρχε η κουστωδία. 

Κανείς δεν μπορούσε να γλυτώσει απ’ την
άγρυπνη προσοχή της κι απ’ τα ξίφη της). 

Κι έπειτα γιατί να μην κλέψουν το σώμα
νωρίτερα; Ασφαλώς αν είχαν σκοπό να κάνουν 

κάτι τέ­τοιο, θα το έκαναν όταν δεν
εφρουρείτο ο τάφος, τότε που ήταν και ακίνδυνο και 

σίγουρο, δηλ. την πρώτη νύ­χτα·
γιατί το Σάββατο πήγαν οι Εβραίοι στον Πιλάτο και 

ζήτησαν την κουστωδία και
φρούρησαν τον τάφο, ενώ την πρώτη νύχτα δεν ήταν κανένας εκεί.

Και τι γυρεύουν στο έδαφος τα σουδάρια τα
ποτισμέ­να με τη σμύρνα, που βρήκαν, 

τυλιγμένα μάλιστα, ο Πέ­τρος και οι άλλοι
απόστολοι; Είχε πάει πρώτη η Μαγδα­ληνή 

Μαρία. Κι όταν γύρισε και ανήγγειλε τα
θαυμαστά συμβάντα στους αποστόλους, 

εκείνοι χωρίς καθυστέρη­ση τρέχουν αμέσως
στο μνημείο και βλέπουν κάτω τα οθόνια. 

Αυτό ήταν σημείο Αναστάσεως. Γιατί αν
ήθελαν κάποιοι να τον κλέψουν, δεν θα τον 

έκλεβαν βέβαια γυ­μνό. Αυτό θα ήταν
όχι μόνο ατιμωτικό αλλά και ανόητο. Δεν θα 

κοίταζαν να ξεκολλήσουν τα σουδάρια,
να τα τυ­λίξουν με επιμέλεια και να τα βάλουν 

τακτοποιημένα σ’ ένα μέρος. Αλλά
τι θα έκαναν; Θ’ άρπαζαν όπως-όπως το σώμα και 

θάφευγαν γρήγορα.
Γι’ αυτό άλλωστε προηγουμένως ο Ευαγγελιστής Ιω­άννης
είπε ότι τον έθαψαν με πολλή 

σμύρνα που κολλά­ει τα οθόνια πάνω στο σώμα, όπως
το μολύβι τα μέταλλα, και δεν ήταν 

καθόλου εύκολο να ξεκολλήσουν ώστε όταν
ακούσεις ότι τα σουδάρια βρέθηκαν μόνα τους, 

να μην ανεχθείς εκείνους που λένε
ότι εκλάπη. Θα πρέπει να ήταν βέβαια πολύ ηλίθιος 

ο κλέφτης, ώστε να σπατα­λήσει
για ένα περιττό πράγμα τόση προσπάθεια. Για ποιο σκοπό 

θ’ άφηνε τα σουδάρια;
Και πώς ήταν δυνατό να ξεφύγει την ώρα που θα έκανε αυτή τη δουλειά; 

Γιατί
ασφαλώς θα δαπανούσε πολύ χρόνο και ήταν φυσικό καθυστερώντας να συλληφθεί επ’
αυτοφώρω.


Αλλά και τα οθόνια γιατί κοίτονται χωριστά και
χωρι­στά το σουδάριο, τυλιγμένο μάλιστα; 

Για να βεβαιωθείς ότι δεν ήταν έργο
βιαστικών ούτε ανήσυχων κλεφτών το να τοποθετήσουν 

χωριστά εκείνα και χωριστά
τούτο τυ­λιγμένο. Κι από εδώ λοιπόν αποδεικνύεται απίθανη η 

κλοπή. Άλλωστε και
οι ίδιοι οι Εβραίοι τα σκέφθηκαν όλα αυτά και γι’ αυτό έδωσαν χρήματα 

στους
φρουρούς λέγοντας: «Πείτε σεις πως τον έκλεψαν, κι εμείς θα τα κανονίσουμε με
τον ηγεμόνα».

Υποστηρίζοντας ότι οι μαθηταί τον έκλεψαν επικυ­ρώνουν
και μ’ αυτό πάλι την Ανάσταση, 

γιατί έτσι ομολογούν πάντως ότι το σώμα δεν ήταν
εκεί. Όταν όμως αυ­τοί οι ίδιοι βεβαιώνουν 

ότι το σώμα δεν ήταν εκεί, ενώ από
την άλλη μεριά η κλοπή αποδεικνύεται ψευδής και απίθανη 

από τη σχολαστική
φρούρηση και τις σφραγί­δες του τάφου και τα οθόνια και το σουδάριο και τη 

δει­λία
των μαθητών, αναμφισβήτητα προβάλλει και από τα δικά τους τα λόγια η απόδειξη
της 

Αναστάσεως. Ρωτάνε όμως πολλοί: Γιατί μόλις αναστήθηκε να μη
φανερωθεί αμέσως στους Ιουδαίους; 

Αυτός ο λόγος είναι περιττός. Αν υπήρχε
ελπίδα να τους ελκύσει στην πίστη, δεν θ’ αμελούσε να 

φανερωθεί σε όλους. Αλλά
ότι δεν υπήρχε τέτοια ελπίδα το απέδειξε η ανάσταση του Λαζάρου: 

Αν και ήταν
ήδη τέσσερις μέρες νεκρός και είχε αρχίσει να μυρίζει και να σαπίζει, τον
ανέστησε 

μπροστά στα μάτια όλων. Παρά ταύτα, όχι μόνο δεν ελκύσθηκαν στην
πίστη, αλλά και 

εξαγριώθηκαν εναντίον του Χριστού, ώστε ήθελαν να σκοτώσουν κι
Αυτόν και τον Λάζαρο.

Αφού λοιπόν άλλον ανέστησε και όχι μόνο δεν πί­στεψαν,
αλλά και εξαγριώθηκαν εναντίον του, 

αν ο ίδιος μετά την Ανάστασή του τους
φανερωνόταν, δεν θα εξαγριώνονταν πολύ περισσότερο 

τυφλωμένοι από το μίσος και
την απιστία τους;

Αλλά για ν’ αφοπλίσει τον άπιστο από κάθε αμφιβο­λία,
όχι μόνο σαράντα ολόκληρες ήμερες 

εμφανιζόταν στους μαθητάς του και έτρωγε
μάλιστα μαζί τους, αλλά παρουσιάσθηκε και σε 

πάνω από πεντακόσιους αδελ­φούς,
δηλ. σε πλήθος ολόκληρο. Στο Θωμά μάλιστα που δυσπιστούσε, 

έδειξε τα σημάδια
απ’ τα καρφιά και το τραύμα απ’ τη λόγχη.

Και γιατί, λένε, να μην κάνει μετά την Ανάστασή
του μεγάλα κι εντυπωσιακά θαύματα, 

αλλά μόνο έφαγε και ήπιε; Γιατί αυτή καθ’
εαυτήν η Ανάσταση ήταν το μέγιστο θαύμα, και 

η πιο ισχυρή απόδειξη της Αναστάσεως
ήταν ότι έφαγε και ήπιε.

Μα, για σκέψου, αν οι απόστολοι δεν έβλεπαν τον
Χριστό Αναστάντα, πώς τους ήρθε να 

φαντασθούν ότι θα κυριέψουν την οικουμένη;
Μήπως τρελλάθηκαν ώστε να νομίζουν ότι 

θα κατώρθωναν κάτι τέτοιο; Αν όμως ήταν στα λογικά τους, όπως έδειξαν και
τα πράγματα, 

πώς, χωρίς αξιόπιστα εχέγγυα από τους ουρανούς και χωρίς θεία
δύναμη, πώς, πες μου, 

θ’ αποφάσιζαν να βγουν σε τόσους πολέμους, να τα βάλουν
με στεριές και θάλασσες και, 

δώδεκα όλοι κι όλοι, ν’ αγωνι­σθούν με τόση
γενναιότητα για να μεταβάλουν όλης της οικουμένης 

τα έθνη, που ήταν επί τόσα
χρόνια νεκρά απ’ την αμαρτία;

Και αν ακόμη ήταν ένδοξοι και πλούσιοι και
δυνατοί και μορφωμένοι, ούτε τότε θα ήταν λογικό 

να ξεσηκω­θούν για τόσο
μεγαλεπήβολα σχέδια. Αλλά επί τέλους θα είχε κάποιο λόγο η 

προσδοκία τους.
Αυτοί όμως εί­χαν περάσει τη ζωή τους άλλοι στις λίμνες, άλλοι κατα­σκευάζοντας 

σκηνές κι άλλοι στα τελωνεία. Απ’ αυτά τα επαγγέλματα δεν υπάρχει σχεδόν τίποτε
πιο άχρηστο 

και για τη φιλοσοφία και για να πείσεις κάποιον να σκέ­πτεται
ανώτερα, όταν μάλιστα δεν έχεις 

να του επιδεί­ξεις ανάλογο προηγούμενο. Πόσο
μάλλον που οι από­στολοι, όχι μόνο δεν είχαν ανάλογα 

παραδείγματα απ’ το
παρελθόν, ότι θα επικρατήσουν, αλλά αντίθετα είχαν παραδείγματα, και μάλιστα 

πρόσφατα, ότι δεν θα επι­κρατήσουν.
Είχαν επιχειρήσει πολλοί να εισαγάγουν
καινούργιες διδασκαλίες, αλλά απέτυχαν. Κι όχι με δώδεκα 

ανθρώ­πους, μα με πολύ
πλήθος. Ο Θευδάς κι ο Ιούδας1
 π.χ. έχοντας ολόκληρες μάζες ανθρώπων 

χάθηκαν μαζί με τους οπαδούς των.
Ο φόβος εκείνος θα ήταν αρκετός να τους διδάξει.
Αλλά ας υποθέσουμε ότι περίμεναν να κυριαρχήσουν. 

Με ποιες ελπίδες θα έμπαιναν
σε τέτοιους κινδύνους, αν δεν απέβλεπαν στα μέλλοντα αγαθά; 

Τι κέρδος
προσδοκούσαν με το να οδηγήσουν όλους στον μη αναστάντα, καθώς ισχυρίζονται οι εχθροί; 

Αν τώρα άνθρω­ποι που πίστεψαν στη βασιλεία των ουρανών και στα αμέτρητα αγαθά
δύσκολα δέχονται 

να κινδυνέψουν, πώς εκείνοι θα υπέμεναν τα πάνδεινα ματαίως ή
μάλλον για κακό τους; Γιατί αν 

δεν έγινε η Ανάσταση, που έγινε, κι ο Χριστός
δεν ανέβηκε στον ουρανό, τότε προσπα­θώντας να τα 

πλάσουν όλα αυτά και να
πείσουν τους άλ­λους, έμελλαν οπωσδήποτε να προκαλέσουν την οργή του 

Θεού και
να περιμένουν μύριους κεραυνούς απ’ τον ουρανό.

Άλλωστε κι αν ακόμη είχαν μεγάλη προθυμία όταν
ζούσε ο Χριστός, θα έσβηνε μόλις πέθανε. 

Αν δεν τον έβλεπαν Αναστημένο, τί θα
ήταν ικανό να τους βγάλει σ’ εκείνο τον πόλεμο; 

Αν δεν είχε αναστηθεί, όχι μόνο
δεν θα ριψοκινδύνευαν γι’ αυτόν, μα θα τον θεω­ρούσαν απατεώνα: 

Τους είχε πει
«μετά τρεις ημέρες θ’ αναστηθώ» και τους υποσχέθηκε τη βασιλεία των ουρα­νών. 

Τους είπε ότι αφού λάβουν το Άγιο Πνεύμα θα κυ­ριαρχήσουν στην οικουμένη κι
ακόμη τόσα άλλα 

υπερ­φυσικά και ουράνια. Αν τίποτε απ’ αυτά δεν γινόταν, όσο κι
αν τον πίστευαν ζωντανό, πεθαμένο 

δεν θα τον υπά­κουαν φυσικά, αν δεν τον
έβλεπαν Αναστάντα.

Και με το δίκιο τους, γιατί θα έλεγαν: «Μετά
τρεις ημέρες», μας είπε, «θ’ αναστηθώ», και δεν αναστήθηκε. 

Υποσχέθηκε να μας
στείλει Πνεύμα Άγιο, και δεν το έστειλε. 

Πώς λοιπόν να τον πιστέψουμε για τα
μέλλον­τα, αφού διαψεύδονται τα παρόντα;

Αλλά για πες μου, σε παρακαλώ, για ποιο λόγο,
χωρίς ν’ αναστηθεί, κήρυτταν ότι αναστήθηκε; 

Γιατί, λέει, τον αγαπούσαν. Μα το
λογικό θα ήταν να τον μι­σούν τώρα, επειδή τους εξαπάτησε και 

τους πρόδωσε. Ενώ
τους ξεμυάλισε με χίλιες δυο ελπίδες και τους χώρισε απ’ τα σπίτια τους κι απ’
τους 

γονείς τους κι απ’ όλα και ξεσήκωσε κι ολόκληρο το ιουδαϊκό έθνος εναν­τίον
τους, 

ύστερα τους πρόδωσε. Κι αν μεν ήταν από αδυναμία, θα τον συγχωρούσαν. 

Τώρα όμως ήταν σωστό κακούργημα: Έπρεπε να τους είχε πει την αλήθεια και όχι να
τους 

υποσχεθεί τον ουρανό, αφού ήταν θνητός.


Ώστε λοιπόν ήταν φυσικό να κάνουν το εντελώς αν­τίθετο:
Να κηρύττουν την απάτη και να τον 

λένε απατεώ­να και μάγο. Έτσι θα γλύτωναν κι
από τους κινδύνους κι από τους πολέμους των 

αντιπάλων. Όλοι ξέρουν ότι οι
Ιουδαίοι αναγκάστηκαν να δωροδοκήσουν τους στρα­τιώτες, 

για να πουν ότι έκλεψαν
το σώμα· αν λοιπόν πήγαιναν οι ίδιοι οι μαθηταί κι έλεγαν, 

«εμείς το κλέψα­με,
δεν αναστήθηκε», πόσες τιμές δεν θ’ απολάμβαναν; Ώστε ήταν στο χέρι 

τους και να
τιμηθούν και να στεφα­νωθούν! Ε, λοιπόν δεν αναρωτιέσαι γιατί ν’ ανταλλάξουν 

όλα αυτά με τις ατιμίες και τους κινδύνους, αν δεν ήταν μια θεία δύναμη που
τους βεβαίωνε, 

δυνατώτερη απ’ όλα αυτά τα γήινα αγαθά;
Κι αν με όλα αυτά δεν σε πείσαμε, σκέψου και τούτο:
Έστω ότι δεν είχε γίνει η Ανάσταση. 

Κι αν ακόμη οι από­στολοι ήταν
αποφασισμένοι να διδάξουν τον κόσμο, επ’ ουδενί λόγω 

θα κήρυτταν στο όνομά του.
Γιατί είναι γνωστό, πως όλοι μας δεν θέλουμε ούτε τα ονόματα 

ν’ ακούσουμε, όσων
μας εξαπάτησαν. Άλλωστε γιατί θα διατυμπάνιζαν το όνομά του; 

Ελπίζοντας να
επικρατή­σουν μ’ αυτό; Μα θα έπρεπε να περιμένουν το αντίθετο, 

γιατί κι αν
έμελλαν να κυριαρχήσουν θα χάνονταν φέρνοντας στη μέση το όνομα ενός απατεώνα.

Ας θυμηθούμε εξ άλλου ότι η αγάπη των μαθητών
προς τον Διδάσκαλο, ενώ ζούσε ακόμη, 

μαραινόταν σιγά-σιγά απ’ τον φόβο του
επικειμένου μαρτυρίου. Όταν τους προανήγγειλε τα δεινά 

που θ’ ακολουθούσαν και
τον σταυρό, πάγωσαν απ’ τον φόβο τους κι έσβησαν τε­λείως.

 Ένας μάλιστα δεν
ήθελε ούτε καν να τον ακο­λουθήσει στην Ιουδαία, επειδή άκουσε για 

κινδύνους
και για θανάτους. Αν μαζί με τον Χριστό φοβόταν τον θάνατο, χωρίς αυτόν και
τους 

άλλους μαθητάς, μόνος δηλ., πώς θ’ αποτολμούσε;2
Επί πλέον: Πίστευαν ότι θα πεθάνει μεν, αλλά θ’
αναστηθεί κι όμως υπέφεραν τόσο. 

Αν δεν τον έβλε­παν Αναστημένο, πως δεν θα
εξαφανίζονταν και δεν θα ζητούσαν ν’ ανοίξει η γη 

να τους καταπιεί απ’ την
απελπισία τους για την απάτη κι απ’ τη φρίκη για τα επερχόμενα; 

Θ’
αντιμετώπιζαν τώρα την κατακραυγή για την αδιαντροπιά τους. Τι θα είχαν να
πουν; 

Το πάθος το ήξερε όλος ο κόσμος: Τον κρέμασαν σε ψηλό ικρίωμα, ήταν μέρα
μεσημέρι, 

μέσα στην πρωτεύουσα και στην πιο μεγάλη γιορτή που κανένας δεν ήταν
δυνατό ν’ απουσιάζει.

Την Ανάσταση όμως δεν την είδε κανείς απ’ τους
άλ­λους. Κι αυτό δεν ήταν μικρό εμπόδιο για 

να τους πεί­σουν. Πώς λοιπόν θα
μπορούσαν να βεβαιώσουν στεριά και θάλασσα για την Ανάσταση; 

Και γιατί, πες
μου, αφού σώνει και καλά ήθελαν να το κάνουν αυτό, δεν εγκατέλειπαν την Ιουδαία 

αμέσως, να πάνε στις ξένες χώρες; Αλλά δεν θαυμάζεις ότι έπεισαν πολλούς και
μέσα στην Ιουδαία;

Είχαν την τόλμη να παρουσιάσουν τα τεκμήρια της
Αναστάσεως στους ίδιους τους φονείς, 

σ’ εκείνους που τον σταύρωσαν και τον
έθαψαν, στην ίδια την πόλη όπου αποτολμήθηκε 

το φοβερό κακούργημα. Ώστε και
όλοι οι έξω ν’ αποστομωθούν. Γιατί όταν οι «σταυρώσαντες» 

γίνονται
«πιστεύσαντες», τότε και η παρανομία της σταυρώσεως βεβαιώνεται και λάμπει η 

απόδειξη της Αναστάσεως.
Για να ελκύονται όμως τα πλήθη σημαίνει πως οι
μαθηταί έκαναν θαύματα. 

Αν όμως δεν αναστήθηκε και μένει νεκρός, πώς οι
απόστολοι θαυματουργούσαν 

στο όνομα του; Πως πάλι, αν δεν έκαναν θαύματα,
έπειθαν; Και αν μεν έκαναν -και βεβαίως έκαναν- 

είχαν Θεού δύ­ναμη. Αν όμως δεν
έκαναν και εν τούτοις κυριαρχούσαν παντού, θα ήταν ακόμη 

πιο αξιοθαύμαστο, θα ήταν
το μέγιστο θαύμα, αν χωρίς θαύματα διέσχιζαν και κυ­ρίευαν την 

οικουμένη δώδεκα
φτωχοί και αγράμματοι άνθρωποι.

Ασφαλώς ούτε με τα πλούτη ούτε με τη σοφία τους
επεκράτησαν οι ψαράδες. 

Ώστε και χωρίς να θέλουν κηρύττουν ότι μέσα τους
ενεργούσε η θεία δύναμη της Αναστάσεως. 

Γιατί είναι τελείως αδύνατο ανθρώπινη
δύναμη να κατορθώσει ποτέ τέτοια εκπληκτικά πράγμα­τα.

Προσέξτε με πολύ εδώ, γιατί αυτά είναι αναμφισβή­τητες
αποδείξεις της Αναστάσεως. 

Γι’ αυτό και θα επα­ναλάβω: Αν δεν αναστήθηκε, πώς
έγιναν αργότερα στο όνομά του 

μεγαλύτερα θαύματα; Κανείς βέβαια δεν κάνει μετά
τον θάνατό του μεγαλύτερα θαύματα 

απ’ όσα όταν ζούσε. Ενώ εδώ μετά τον θάνατο
του Χριστού γί­νονται θαύματα μεγαλύτερα 

και κατά τον τρόπο και κατά τη φύση:
Κατά τη φύση ήταν μεγαλύτερα, γιατί ποτέ η σκιά του 

Χριστού δεν θαυματούργησε.
Ενώ οι σκιές των αποστόλων έκαναν πολλά θαύματα. 

Κατά τον τρόπο πάλι ήταν
μεγαλύτερα, επειδή τότε μεν ο ίδιος ο Κύριος πρό­σταζε και 

θαυματουργούσε. Μετά
τη Σταύρωση όμως και την Ανάστασή του οι δούλοι του επικαλούμενοι 

απλώς το
σεβάσμιο και άγιο όνομά του μεγαλύτερα και εκπληκτικώτερα επιτελούσαν. 

Έτσι
δοξαζόταν κι ακτι­νοβολούσε πιο πολύ η δύναμή του.

Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες όρισαν να διαβάζονται
αμέ­σως μετά τον σταυρό και την Ανάστασή του, 

οι «Πρά­ξεις» που περιγράφουν τα
θαύματα των αποστόλων και κατ’ εξοχήν επικυρώνουν 

την Ανάσταση, για να έχουμε
σαφή και αναμφισβήτητη της Αναστάσεως την απόδει­ξη: 

Δεν τον είδες Αναστάντα με
τα μάτια του σώματος; Αλλά τον βλέπεις με τα μάτια της 

πίστεως. Δεν τον εί­δες
με τα «όμματα» τούτα; Θα τον δεις με τα θαύματα εκείνα. 

Των θαυμάτων η επίδειξη
σε χειραγωγεί στης Αναστάσεως την απόδειξη.

Θέλεις όμως να δεις και τώρα θαύματα; Θα σου δεί­ξω.
Και μάλιστα πιο μεγάλα 

απ’ τα προηγούμενα: Όχι ένα νεκρό ν’ ανασταίνεται, όχι
ένα τυφλό να ξαναβλέπει, 

αλλά τη γη ολόκληρη να εγκαταλείπει το σκοτάδι της
πλάνης.

Μεγίστη απόδειξη της Αναστάσεως είναι ότι ο
Εσφαγμένος Χριστός έδειξε μετά τον 

θάνατο τόση δύ­ναμη, ώστε έπεισε τους
ζωντανούς να περιφρονήσουν και πατρίδα και 

σπίτι και φίλους και συγγενείς και
την ίδια τη ζωή τους για χάρη του και να προτιμήσουν 

μαστι­γώσεις και κίνδυνους
και θάνατο. Αυτά δεν είναι κατορ­θώματα νεκρού κλεισμένου 

στον τάφο, αλλά
αναστημέ­νου και ζωντανού.

Πρόσεξε παρακαλώ· Οι απόστολοι, όταν μεν ζούσε ο
Διδάσκαλος από τον φόβο τους τον 

πρόδωσαν κι εξα­φανίσθηκαν όλοι. Ο Πέτρος
μάλιστα τον αρνήθηκε με όρκο τρεις φορές. 

Όταν όμως πέθανε ο Χριστός, αυτός που
τον αρνήθηκε τρεις φορές και πανικοβλήθηκε 

μπροστά σε μιαν υπηρετριούλα, τόσο
απότομα άλλαξε, ώστε ν’ αψηφήσει ολόκληρο λαό και 

μέσ’ στη μέση του Ιουδαϊκού
όχλου να διακηρύξει ότι ο σταυρωθείς και ταφείς αναστήθηκε 

εκ νεκρών την τρίτη
ήμερα και ότι ανέβηκε στα ουράνια. Και τα κήρυξε όλα αυτά χωρίς να 

υπολογίσει
τη φοβερή μανία των εχθρών και τις συνέ­πειες.

Πού βρήκε αυτό το θάρρος; Πού αλλού παρά στην
Ανάσταση. Τον είδε και συνομίλησε μαζί του 

και άκουσε για τα μέλλοντα αγαθά, κι
έτσι έλαβε δύναμη να πεθάνει γι’ Αυτόν και να σταυρωθεί 

με την κεφαλή προς τα
κάτω.

Το εξόχως σπουδαίο είναι ότι όχι μόνο ο Πέτρος
και ο Παύλος και οι λοιποί απόστολοι, αλλά και 

ο Ιγνάτιος, που ούτε καν τον
είδε ούτε απόλαυσε τη συντροφιά του, έδειξε τόση προθυμία για 

χάρη του, ώστε
γι’ Αυτόν πρό­σφερε θυσία τη ζωή του.

Και μόνο ο Ιγνάτιος και οι απόστολοι; Και
γυναίκες καταφρονούν τον θάνατο, που, πριν αναστηθεί 

ο Χρι­στός, ήταν φοβερός
και φρικώδης ακόμη και σε άνδρες και μάλιστα αγίους.

Ποιος τους έπεισε όλους αυτούς να περιφρονήσουν
την παρούσα ζωή; 

Φυσικά δεν είναι κατόρθωμα ανθρώ­πινης δυνάμεως να πεισθούν
τόσες μυριάδες, 

όχι μόνο ανδρών, αλλά και γυναικών και παρθένων και μικρών
παιδιών, να πεισθούν να θυσιάσουν 

την παρούσα ζωή, να τα βάλουν με θηρία, να
περιγελάσουν τη φωτιά, να κατα­πατήσουν κάθε είδος 

τιμωρίας και να σπεύσουν
προς τη μέλλουσα ζωή!

Και ποιος, παρακαλώ, τα κατόρθωσε όλ’ αυτά; Ο νε­κρός;
Αλλά τόσοι νεκροί υπήρξαν και κανένας 

δεν έκα­νε τέτοια πράγματα. Μήπως ήταν
μάγος και αγύρτης; Πλήθος μάγοι και αγύρτες και πλάνοι 

πέρασαν, αλλά ξε­χάστηκαν
όλοι, χωρίς ν’ αφήσουν το παραμικρό ίχνος· μαζί με τη ζωή τους 

έσβησαν κι οι
μαγγανείες τους. Η φήμη όμως κι η δόξα κι οι πιστοί του Χριστού κάθε μέρα 

αυξάνουν κι απλώνονται σ’ όλη την οικουμένη.

Οι άπιστοι φρίττουν κι οι πιστοί διακηρύττουν:


Χριστός ανέστη! Αληθώς Ανέστη!

«Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των  αιώνων.  Αμήν».


1) Τις σχετικές πληροφορίες αντλούμε από τον περίφημο Ιουδαίο νομοδιδάσκαλο 

Γαμαλιήλ που ανέφερε τα εξής στο Μ. Συνέδριο του Ισ­ραήλ: «Τον τελευταίο καιρό 

εμφανίσθηκε ο Θευδάς που ισχυριζόταν ότι είναι κάποιος μεγάλος και του
προσκολλήθηκαν 

περίπου τετρακό­σιοι άνδρες. Αλλά φονεύθηκε εκείνος και όλοι οι
οπαδοί του διαλύθη­καν και εξαφανίσθηκαν. 

Μετά από αυτόν παρουσιάσθηκε ο Ιούδας
ο Γαλιλαίος… και παρέσυρε αρκετό λαό πίσω του. 

Χάθηκε κι εκείνος, και όσοι
τον πίστευαν διασκορπίσθηκαν» (Πράξ. 5, 36-37).



2) Εννοεί τον Απ. Θωμά, πρβλ. Ιωάν. 11, 16.

Πηγή 

Λόγος στο Άγιο Πάσχα

1. Eἶναι κατάλληλη στιγμή
σήμερα ν᾿ ἀναφωνήσουμε ὅλοι ἐμεῖς ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ μακάριος Δαυΐδ.«Ποιός
μπορεῖ νά διηγηθεῖ τή δύναμη τοῦ Κυρίου, νά ἐξυμνήσει ὅλες τίς δόξες του;
»
(Ψαλμ. 105, 2). Νά λοιπόν ἔφθασε ἡ ποθητή γιά μᾶς καί σωτήρια ἑορτή, ἡ
ἀναστάσιμη ἡμέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ προϋπόθεση τῆς εἰρήνης, ἡ
ἀφορμή τῆς συμφιλίωσης, ἡ ἐξαφάνιση τῶν πολέμων, ἡ κατάργηση τοῦ θανάτου, ἡ
ἥττα τοῦ διαβόλου. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἀναμείχθηκαν μέ τούς ἀγγέλους καί αὐτοί
πού ἔχουν σῶμα προσφέρουν τή δοξολογία τους μαζί μέ τίς ἀσώματες δυνάμεις.
Σήμερα καταργεῖται ἡ ἐξουσία τοῦ διαβόλου, σήμερα λύθηκαν τά δεσμά τοῦ θανάτου,
ἐξαφανίσθηκε ἡ νίκη τοῦ ἅδη. Σήμερα εἶναι εὐκαιρία νά ποῦμε τά προφητικά ἐκεῖνα
λόγια. «Ποῦ εἶναι, θάνατε, τό κεντρί σου; ποῦ εἶναι, ἅδη, ἡ
νίκη σου;
» (Α´ Κορ. 15, 55). Σήμερα ὁ Κύριός μας ὁ Χριστός συνέτριψε τίς
χάλκινες πύλες καί ἐξαφάνισε τόν ἴδιο τό θάνατο.

Καί γιατί λέγω τόν ἴδιο τό
θάνατο; Ἄλλαξε τό ὄνομά του, γιατί δέ λέγεται πιά θάνατος, ἀλλά κοίμηση καί
ὕπνος. Γιατί πρίν ἀπό τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ καί τή φροντίδα του γιά τόν
ἄνθρωπο μέ τή σταύρωσή Του, ἦταν φοβερό καί τό ἴδιο τό ὄνομα τοῦ θανάτου. Γιατί
ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ἀφοῦ δημιουργήθηκε, καταδικαζόταν ν᾿ ἀκούει αὐτό, σάν μιά
κάποια μεγάλη τιμωρία.«Τήν ἡμέρα πού θά φάγεις, θά πεθάνεις
ὁπωσδήποτε
» (Γέν. 2, 17). Καί ὁ μακάριος Ἰώβ μ᾿ αὐτό τό ὄνομα τόν ὀνόμασε,
λέγοντας.«Ὁ θάνατος εἶναι ἀνάπαυση στόν ἄνθρωπο» (Ἰώβ 3, 23).
Καί ὁ προφήτης Δαυΐδ ἔλεγε.«Ὁ θάνατος τῶν ἁμαρτωλῶν εἶναι κακός»
(Ψαλμ. 33, 22). Καί ὀνομαζόταν ὄχι μόνο θάνατος ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό
σῶμα, ἀλλά καί ἅδης. Ἄκουσε λοιπόν τόν πατριάρχη Ἰακώβ πού λέγει.«Θά
κατεβάσετε τά γηρατειά μου μέ λύπη στόν ἅδη
» (Γεν. 42, 38). Ἄκουσε πάλι τόν
προφήτη.«Ἄνοιξε πολύ τό στόμα του ὁ ἅδης» (Ἠσ. 5, 14). Καί
ἄκουσε πάλι ἄλλον προφήτη πού λέγει.«Θά μέ σώσει ἀπό τόν κατώτατο
ἅδη
» (Ψαλμ. 85 13). Καί σέ πολλά σημεῖα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης θά βρεῖς νά
ὀνομάζεται θάνατος καί ἅδης ἡ ἀναχώρηση ἀπό τήν παρούσα ζωή. Ἀφ᾿ ὅτου ὅμως ὁ
Χριστός, ὁ Θεός μας, προσφέρθηκε θυσία καί ἀναστήθηκε, ἔβγαλε ἀπό τή μέση καί
αὐτές τίς ὀνομασίες ὁ φιλάνθρωπος Κύριος καί ἔφερε καινούρια καί παράξενη
συμπεριφορά στή ζωή μας. Γιατί ἀντί γιά θάνατος λέγεται στό ἑξῆς κοίμηση καί
ὕπνος ἡ ἀναχώρηση ἀπό τήν παρούσα ζωή.

Καί ἀπό ποῦ εἶναι φανερό
αὐτό; Ἄκουσε τόν ἴδιο τό Χριστό πού λέγει.«Ὁ φίλος μας Λάζαρος
ἔχει κοιμηθεῖ, ὅμως πηγαίνω νά τόν ξυπνήσω
» (Ἰω. 11, 11). Ὅπως λοιπόν εἶναι
εὔκολο σ᾿ ἐμᾶς νά ξυπνήσουμε καί νά σηκώσουμε ἐπάνω ἐκεῖνον πού κοιμᾶται, ἔτσι
καί στόν Κύριο ὅλων μας εἶναι εὔκολο τό νά ἀναστήσει νεκρό. Καί ἐπειδή ἦταν
καινούρια καί παράξενα τά λόγια του, οὔτε οἱ μαθητές τά κατάλαβαν, ὥσπου
συγκαταβαίνοντας στήν ἀδυναμία τους τά εἶπε πιό καθαρά. Καί ὁ διδάσκαλος τῆς
οἰκουμένης, ὁ μακάριος Παῦλος, γράφοντας στούς Θεσσαλονικεῖς, λέγει.«Δέ
θέλω νά ἔχετε ἄγνοια γιά ἐκείνους πού ἔχουν κοιμηθεῖ, γιά νά μή λυπᾶστε, ὅπως
καί οἱ ἄλλοι πού δέν ἔχουν ἐλπίδα
» (Α´ Θεσ. 4, 13). Καί ἀλλοῦ πάλι.«Συνεπῶς
καί ἐκεῖνοι πού κοιμήθηκαν μέ τήν πίστη στό Χριστό, χάθηκαν
» (Α´ Κορ. 15,
18). Καί πάλι.«Ἐμεῖς οἱ ζωντανοί, πού ἀπομείναμε στή ζωή, δέ θά
προφθάσουμε ἐκείνους πού κοιμήθηκαν
» (Α´ Θεσ. 4, 15). Καί ἀλλοῦ πάλι λέγει.«Γιατί
ἄν πιστεύουμε καί ὅτι ὁ Ἰησοῦς πέθανε καί ἀναστήθηκε, ἔτσι πρέπει νά πιστεύουμε
ὅτι ὁ Θεός θά φέρει μαζί του ἐκείνους πού κοιμήθηκαν
» (Α´ Θεσ. 4, 14).

2. Εἶδες ὅτι παντοῦ ἀπό
τότε ὁ θάνατος ὀνομάζεται κοίμηση καί ὕπνος; καί ὅτι ἐκεῖνος πού πρίν εἶχε
φοβερό ὄνομα, τώρα γίνεται εὐκαταφρόνητος μετά τήν ἀνάσταση; Εἶδες ὅτι εἶναι
λαμπρό τό τρόπαιο τῆς ἀνάστασης; Μέ αὐτήν ἔχουν ἔρθει σ᾿ ἐμᾶς τά ἄπειρα ἀγαθά,
μέ αὐτήν διαλύθηκε ἡ ἀπάτη τῶν δαιμόνων, μέ αὐτήν περιγελοῦμε τό θάνατο. Μέ τήν
ἀνάσταση περιφρονοῦμε τήν παρούσα ζωή, μέ αὐτήν ἐπιθυμοῦμε σφοδρά τά μέλλοντα
ἀγαθά. Μέ αὐτήν, ἐνῶ ἔχουμε σῶμα, δέν ἔχουμε τίποτε λιγότερο ἀπό τίς ἀσώματες
δυνάμεις, ἐάν θέλουμε. Σήμερα ἔγινε ἡ λαμπρή μας νίκη. Σήμερα ὁ Κύριός μας,
ἀφοῦ ἔστησε τό τρόπαιο τῆς νίκης του ἐναντίον τοῦ θανάτου καί διέλυσε τήν
ἐξουσία τοῦ διαβόλου, μᾶς χάρισε μέ τήν ἀνάστασή του τό δρόμο γιά τή σωτηρία
μας. Ἄς χαιρόμαστε λοιπόν ὅλοι, ἄς χορεύουμε, ἄς εὐφραινόμαστε. Γιατί, ἄν καί ὁ
Κύριός μας νίκησε καί ἔστησε τό τρόπαιο, εἶναι δική μας ὅμως ἡ εὐφροσύνη καί ἡ
χαρά. Γιατί ὅλα τά ἔκαμε γιά τήν δική μας σωτηρία, καί μέ ἐκεῖνα τά μέσα πού
μᾶς πολέμησε ὁ διάβολος, μέ τά ἴδια τόν νίκησε ὁ Χριστός.

Τά ἴδια τά ὅπλα πῆρε ὁ Χριστός,
καί μέ αὐτά τόν νίκησε. Καί ἄκουσε μέ ποιό τρόπο. Ἡ παρθένος καί τό ξύλο καί ὁ
θάνατος ἦταν τά σύμβολα τῆς ἥττας μας. Καί πράγματι ἡ Εὔα ἦταν παρθένος, ἀφοῦ
δέ γνώριζε ἀκόμη ἄνδρα, ὅταν ἐξαπατήθηκε. Ξύλο ἦταν τό δένδρο, θάνατος ἡ
τιμωρία στόν Ἀδάμ. Εἶδες πῶς τά σύμβολα τῆς ἥττας μας ἦταν παρθένος καί ξύλο
καί θάνατος; Πρόσεχε λοιπόν πῶς αὐτά ἔγιναν πάλι τά σύνεργα τῆς νίκης μας. Στή
θέση τῆς Εὔας εἶναι ἡ Μαρία. Στή θέση τοῦ ξύλου γιά τή γνώση τοῦ καλοῦ καί τοῦ
κακοῦ, εἶναι τό ξύλο τοῦ σταυροῦ. Στή θέση τοῦ θανάτου τοῦ Ἀδάμ, εἶναι ὁ
θάνατος τοῦ Κυρίου. Εἶδες ὅτι μ᾿ αὐτά πού μας νίκησε, μέ τά ἴδια νικήθηκε;
Κοντά στό δένδρο νίκησε τόν Ἀδάμ ὁ διάβολος. Κοντά στό σταυρό νίκησε τό διάβολο
ὁ Χριστός. Καί τό ξύλο ἐκεῖνο ἔστελνε στόν ἅδη, τό ξύλο ὅμως αὐτό, δηλαδή τό
ξύλο τοῦ σταυροῦ, ξανάφερε πάλι ἀπό τόν ἅδη καί αὐτούς πού πέθαναν. Καί ἐκεῖνο
ἔκρυβε τόν νικημένο σάν αἰχμάλωτο καί γυμνό, αὐτό ὅμως ἔδειχνε σ᾿ ὅλους τόν
νικητή γυμνό, καρφωμένο στά ψηλά. Καί ὁ θάνατος τοῦ Ἀδάμ καταδίκαζε καί αὐτούς
πού ἔζησαν ὕστερα ἀπό αὐτόν, ὁ θάνατος ὅμως τοῦ Χριστοῦ ἀνάστησε πραγματικά καί
αὐτούς πού ἔζησαν πρίν ἀπό αὐτόν. «Ποιός μπορεῖ νά διηγηθεῖ τή δύναμη τοῦ
Κυρίου, νά ἐξυμνήσει ὅλες τίς δόξες του;
». Ἀπό θνητοί ἔχουμε γίνει
ἀθάνατοι, ἀπό νεκροί ἀναστηθήκαμε, ἀπό νικημένοι γίναμε νικητές.

3. Αὐτά εἶναι τά
κατορθώματα τοῦ σταυροῦ, αὐτά ἀποτελοῦν τήν πιό μεγάλη ἀπόδειξη τῆς ἀνάστασης.
Σήμερα χορεύουν οἱ ἄγγελοι καί ἀγάλλονται ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις, ἐπειδή
χαίρονται γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Γιατί, ἄν γίνεται χαρά
στόν οὐρανό καί τή γῆ, ὅταν μετανοεῖ ἕνας ἁμαρτωλός, πολύ περισσότερο θά
γίνεται γιά τή σωτηρία ὅλης τῆς οἰκουμένης. Σήμερα ἀφοῦ ἐλευθέρωσε τό ἀνθρώπινο
γένος ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ διαβόλου, τό ξανάφερε στήν προηγούμενη τιμητική του
θέση. Ὅταν λοιπόν δῶ ὅτι ἡ ἐκλεκτή προσφορά μας νίκησε τόσο πολύ τό θάνατο, δέ
φοβοῦμαι πιά, δέν τρέμω πιά τόν πόλεμο. Οὔτε βλέπω στήν ἀδυναμία μου, ἀλλά
προσέχω στήν ἀνέκφραστη δύναμη ἐκείνου πού πρόκειται νά γίνει σύμμαχός μου.
Γιατί ἐκεῖνος πού νίκησε τήν ἐξουσία τοῦ θανάτου καί τοῦ ἀφαίρεσε ὅλη του τή
δύναμη, τί δέ θά κάμνει στό ἑξῆς γιά τό γένος πού εἶναι ὅμοιό του, τή μορφή τοῦ
ὁποίου ἀπό τή μεγάλη του φιλανθρωπία θεώρησε ἄξιο νά πάρει, καί μ᾿ αὐτήν νά
παλέψει μέ τό διάβολο; Σήμερα παντοῦ στήν οἰκουμένη ἐπικρατεῖ χαρά καί
πνευματική εὐφροσύνη. Σήμερα ὅλοι οἱ ἄγγελοι καί ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις
ἀγάλλονται γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.

Σκέψου λοιπόν, ἀγαπητέ
μου, πόσο μεγάλη εἶναι ἡ χαρά, ἀφοῦ καί οἱ οὐράνιες δυνάμεις ἑορτάζουν μαζί
μας, γιατί χαίρονται μαζί μας γιά τά δικά μας ἀγαθά. Γιατί ἄν καί εἶναι δική
μας ἡ χάρη πού ἔδωσε ὁ Κύριος, εἶναι ὅμως καί δική τους ἡ εὐχαρίστηση. Γι᾿ αὐτό
δέν ντρέπονται νά ἑορτάσουν μαζί μας. Καί γιατί λέγω, ὅτι οἱ σύνδουλοί μας δέν
ντρέπονται νά ἑορτάσουν μαζί μας; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, πού εἶναι δικός τους καί
δικός μας, δέν ντρέπεται νά ἑορτάσει μαζί μας. Καί γιατί εἶπα, δέν ντρέπεται;
Αὐτός μάλιστα ἐπιθυμεῖ νά ἑορτάσει μαζί μας. Ἀπό ποῦ εἶναι φανερό αὐτό; Ἄκουσε
τόν ἴδιο πού λέγει.«Ἐπιθύμησα πολύ νά φάγω αὐτό τό Πάσχα μαζί σας»
(Λουκ. 22, 15). Ἐάν ὅμως ἐπιθύμησε νά φάγει τό Πάσχα, εἶναι φανερό ὅτι ἐπιθυμεῖ
καί νά ἑορτάσει μαζί μας. Ὅταν λοιπόν βλέπεις ὅτι ὄχι μόνο οἱ ἄγγελοι καί ὅλες
οἱ οὐράνιες δυνάμεις, ἀλλά καί ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων ἑορτάζει μαζί μας, τί σοῦ
λείπει πιά γιά νά χαίρεσαι πολύ; Κανένας λοιπόν ἄς μήν εἶναι θλιμμένος σήμερα
ἐξ αἰτίας τῆς φτώχειας του, γιατί σήμερα εἶναι ἑορτή πνευματική.

Ἄς μήν ὑπερηφανεύεται
κανένας πλούσιος γιά τόν πλοῦτο του, γιατί δέν μπορεῖ νά προσφέρει τίποτε στήν
ἑορτή αὐτή ἀπό τά χρήματά του. Στίς ἑορτές βέβαια ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἐννοῶ
τίς κοσμικές, ὅπου γίνεται μεγάλη ἐπίδειξη καί τῆς ἐξωτερικῆς περιβολῆς καί τῆς
πολυτέλειας στά τραπέζια, δικαιολογημένα ἐκεῖ θά εἶναι ὁ φτωχός στενοχωρημένος
καί θλιμμένος, καί ὁ πλούσιος χαρούμενος καί εὐχαριστημένος. Γιατί ὅμως; Γιατί
ὁ πλούσιος φορᾶ λαμπρά ροῦχα καί προσφέρει πλουσιότερο τραπέζι, ὁ φτωχός ὅμως
ἐμποδίζεται ἀπό τή φτώχεια του νά δείξει τήν ἴδια γενναιοδωρία. Ἐδῶ ὅμως δέ
συμβαίνει τίποτε τέτοιο, ἀλλά λείπει κάθε τέτοια διάκριση καί ὑπάρχει ἕνα
τραπέζι καί γιά τόν πλούσιο καί γιά τό φτωχό, καί γιά τό δοῦλο καί γιά τόν
ἐλεύθερο. Καί ἄν εἶσαι πλούσιος, δέν ἔχεις τίποτε περισσότερο ἀπό τό φτωχό. Καί
ἄν εἶσαι φτωχός, δέν ἔχεις τίποτε λιγότερο ἀπό τόν πλούσιο, οὔτε θά ἐλαττωθεῖ ἡ
πνευματική σου εὐωχία ἐξ αἰτίας τῆς φτώχειας σου. Γιατί ἡ χάρη εἶναι τοῦ Θεοῦ
καί δέν ξεχωρίζει τά πρόσωπα. Καί γιατί λέγω, ὅτι τό ἴδιο τραπέζι βρίσκεται
μπροστά στόν πλούσιο καί στό φτωχό; Καί σ᾿ αὐτόν πού ἔχει τό βασιλικό στέμμα
καί φορᾶ τή βασιλική πορφύρα, πού ἔχει ἀναλάβει τήν ἐξουσία τῆς οἰκουμένης, καί
στό φτωχό πού κάθεται γιά ἐλεημοσύνη, ὑπάρχει τό ἴδιο τραπέζι.

Τέτοια λοιπόν εἶναι τά
πνευματικά δῶρα. Δέ διαιροῦν τήν κοινωνία ἀνάλογα μέ τή διάθεση καί τίς σκέψεις
τοῦ καθενός. Μέ τό ἴδιο θάρρος καί τήν ἴδια τιμή ὁρμοῦν καί ὁ βασιλιάς καί ὁ
φτωχός γιά ν᾿ ἀπολαύσουν καί νά κοινωνήσουν τά θεῖα αὐτά μυστήρια. Καί γιατί
λέγω, μέ τήν ἴδια τιμή; Πολλές φορές ὁ φτωχός ἔρχεται μέ περισσότερο θάρρος.
Γιατί λοιπόν γίνεται αὐτό; Γιατί τό βασιλιά, πού εἶναι κυκλωμένος ἀπό φροντίδες
καί περιστοιχισμένος ἀπό πολλά ζητήματα, σάν νά εἶναι μέσα σέ πέλαγος, ἔτσι ἀπό
παντοῦ τόν κτυποῦν τά κύματα συνεχῶς καί τόν καταστρέφουν τά πολλά ἁμαρτήματα.
Ὁ φτωχός ὅμως, ἀπαλλαγμένος ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, καί φροντίζοντας μόνο γιά τήν
ἀπαραίτητη τροφή του, καί κάμνοντας μιά ἀμέριμνη καί ἥσυχη ζωή, σάν νά κάθεται
σέ λιμάνι καί γαλήνη, πλησιάζει μέ πολλή εὐλάβεια τό τραπέζι.

4. Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά
καί ἀπό πολλά ἄλλα προέρχονται διάφορες στενοχώριες σ᾿ ἐκείνους πού ἀσχολοῦνται
μέ τίς κοσμικές ἑορτές. Γιατί ἐκεῖ πάλι ὁ φτωχός εἶναι στενοχωρημένος καί ὁ
πλούσιος χαρούμενος, ὄχι μόνο γιά τό τραπέζι καί τήν πολυτέλεια, ἀλλά καί γιά
τά πολυτελή ροῦχα καί τή φανταστική ἐμφάνισή τους. Ἐκεῖνο λοιπόν πού παθαίνουν
στό τραπέζι, αὐτό παθαίνουν καί στά ροῦχα. Ὅταν λοιπόν δεῖ τόν πλούσιο ὁ φτωχός
νά φορᾶ πολυτελέστερη στολή, τόν κυριεύει μεγάλη λύπη, θεωρεῖ τόν ἑαυτό του
δυστυχισμένο, ξεστομίζει πολλές κατάρες. Ἐδῶ ὅμως καί αὐτή ἡ στενοχώρια
ἐξαφανίζεται, γιατί ἕνα εἶναι τό ἔνδυμα τῆς σωτηρίας γιά ὅλους. Καί φωνάζει ὁ
Παῦλος λέγοντας: «Ὅσοι βαπτισθήκατε στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ντυθήκατε τό
Χριστό
» (Γαλ. 3, 27).

Ἄς μήν προσβάλλουμε λοιπόν
αὐτήν τήν ἑορτή, σᾶς παρακαλῶ, ἀλλά ἄς ἀποκτήσουμε φρόνημα ἄξιο ἐκείνων πού μᾶς
δώρησε ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ. Ἄς μήν παραδοθοῦμε στή μέθη καί στήν πολυφαγία,
ἀλλ᾿, ἀφοῦ κατανοήσουμε τή γενναιοδωρία τοῦ Κυρίου μας, καί ὅτι τίμησε τό ἴδιο
καί τούς πλούσιους καί τούς φτωχούς καί τούς δούλους καί τούς ἐλεύθερους, καί
ἔστειλε σ᾿ ὅλους τήν ἴδια χάρη, ἄς ἀμείψουμε τόν εὐεργέτη γιά τήν ἀγάπη του πού
δείχνει σ᾿ ἐμᾶς. Καί ἀμοιβή ἱκανοποιητική εἶναι συμπεριφορά πού ἀρέσει σ᾿ Αὐτόν
καί ψυχή νηφάλια καί ἄγρυπνη. Αὐτή ἡ ἑορτή καί πανήγυρη δέ χρειάζεται χρήματα,
οὔτε ἔξοδα, ἀλλά διάθεση μόνο καί καθαρή σκέψη. Τίποτε τό ὑλικό δέν μποροῦμε νά
ὠφεληθοῦμε ἐδῶ, ἀλλ᾿ ὅλα τά πνευματικά, τήν ἀκρόαση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, τίς
εὐχές τῶν πατέρων, τίς εὐλογίες τῶν ἱερέων, τήν κοινωνία τῶν θείων καί
ἀπόρρητων μυστηρίων, τήν εἰρήνη καί τήν ὁμόνοια, καί δῶρα πνευματικά καί ἄξια
τῆς γενναιοδωρίας ἐκείνου πού τά δωρίζει.

Ἄς ἑορτάσουμε λοιπόν τήν
ἑορτή αὐτή κατά τήν ὁποία ἀναστήθηκε ὁ Κύριος. Γιατί ἀναστήθηκε καί ἀνέστησε
μαζί του τήν οἰκουμένη. Καί αὐτός βέβαια ἀναστήθηκε, ἀφοῦ ἔσπασε τά δεσμά τοῦ
θανάτου, ἐμᾶς ὅμως μᾶς ἀνέστησε ἀφοῦ διέλυσε τούς σωρούς τῶν ἁμαρτιῶν μας.
Ἁμάρτησε ὁ Ἀδάμ καί πέθανε, δέν ἁμάρτησε ὁ Χριστός καί πέθανε. Καινούριο καί
παράδοξο πράγμα. Ἐκεῖνος ἁμάρτησε καί πέθανε, αὐτός δέν ἁμάρτησε καί πέθανε.
Γιά ποιό λόγο καί γιά ποιό σκοπό; Γιά νά μπορέσει ἐκεῖνος πού ἁμάρτησε καί
πέθανε νά ἐλευθερωθεῖ ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου μέ τή βοήθεια ἐκείνου πού δέν
ἁμάρτησε καί πέθανε. Ἔτσι γίνεται πολλές φορές καί σ᾿ ἐκείνους πού ὀφείλουν
χρήματα. Ὀφείλει κάποιος χρήματα σέ κάποιον καί δέν μπορεῖ νά τά ἐπιστρέψει,
καί γι᾿ αὐτό φυλακίζεται. Κάποιος ἄλλος πού δέν ὀφείλει, ἀλλά πού μπορεῖ νά τά
ἐπιστρέψει, ἀφοῦ τά δώσει ἐλευθερώνει τόν ὑπεύθυνο. Ἔτσι ἔγινε καί στόν Ἀδάμ
καί στό Χριστό. Χρεωστοῦσε ὁ Ἀδάμ τό θάνατο, καί τόν κρατοῦσε φυλακισμένο ὁ
διάβολος. Δέ χρεωστοῦσε ὁ Χριστός, οὔτε τόν κρατοῦσε ὁ διάβολος. Ἦρθε καί
κατέθεσε τό θάνατό του γιά χάρη τοῦ φυλακισμένου, μέ σκοπό νά τόν ἐλευθερώσει
ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου. Εἶδες τά κατορθώματα τῆς ἀνάστασης; εἶδες τή
φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου; εἶδες τό μέγεθος τῆς φροντίδας του;

Ἄς μή γινόμαστε λοιπόν
ἀχάριστοι πρός αὐτόν τόν τόσο μεγάλο εὐεργέτη, οὔτε ἐπειδή πέρασε ἡ νηστεία νά
γίνουμε πιό ἀδιάφοροι. Ἀλλά τώρα ἄς φροντίζουμε τήν ψυχή μας περισσότερο ἀπό
προηγουμένως, γιά νά μή γίνει πιό ἀδύνατη, ἐπειδή παχαίνει τό σῶμα μας, γιά νά
μή παραμελοῦμε τήν οἰκοδέσποινα φροντίζοντας τή δούλη. Γιατί ποιό εἶναι τό
ὄφειλος, πές μου, νά σκάνουμε ἀπό τήν πολυφαγία καί νά ξεπερνᾶμε τό μέτρο; Αὐτό
καί τό σῶμα καταστρέφει καί τήν εὐγένεια τῆς ψυχῆς ζημιώνουμε. Ἀλλά ἄς μᾶς
ἱκανοποιοῦν τά λίγα καί τά ἀπαραίτητα, γιά νά ξεπληρώσουμε ἐκεῖνο πού πρέπει
καί στήν ψυχή καί στό σῶμα, γιά νά μή σκορπίσουμε ἀμέσως ἐκεῖνα πού
συγκεντρώσαμε ἀπό τή νηστεία. Μήπως λοιπόν σᾶς ἐμποδίζω νά ἀπολαμβάνετε τά
φαγητά καί νά διασκεδάζετε; Δέν ἐμποδίζω αὐτά, ἀλλά συμβουλεύω νά γίνονται τά
ἀπαραίτητα, καί νά σταματήσουμε τήν πολλή διασκέδαση καί νά μή καταστρέφουμε
τήν ὑγεία τῆς ψυχῆς μας ξεπερνώντας τό μέτρο. Γιατί ἐκεῖνος πού ξεπερνᾶ τά ὅρια
τῆς ἀνάγκης δέ θά ἀπολαύσει καμιά εὐχαρίστηση, καί τό γνωρίζουν αὐτό πολύ καλά
ἐκεῖνοι πού τό δοκίμασαν, ἀφοῦ προξενοῦν ἀπό αὐτό πολλές ἀρρώστιες στόν ἑαυτό
τους καί ὑποφέρουν πολλές στενοχώριες. Ἀλλά τό ὅτι θά ὑπακούσετε στίς
παραινέσεις μου, δέν ἀμφιβάλλω, γιατί γνωρίζω πόσο ὑπάκουοι εἶστε.

5. Καί γι᾿ αὐτό ἀφοῦ
σταματήσω ἐδῶ τίς παραινέσεις γιά τό ζήτημα αὐτό, θέλω νά μεταφέρω τό λόγο πρός
αὐτούς πού ἀξιώθηκαν τή λαμπρή αὐτή νύχτα νά πάρουν τή χάρη τοῦ θείου
βαπτίσματος, τά καλά αὐτά φυτά τῆς Ἐκκλησίας, τά πνευματικά ἄνθη, τούς νέους
στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ. Προχθές ὁ Κύριος βρισκόταν στό σταυρό, ἀλλά ἀναστήθηκε
τώρα. Ἔτσι καί αὐτοί, προχθές τούς κρατοῦσε δούλους ἡ ἁμαρτία, ἀλλά τώρα
ἀναστήθηκαν μαζί μέ τό Χριστό. Ἐκεῖνος μέ τό σῶμα του πέθανε καί ἀναστήθηκε,
αὐτοί ἦταν μέ τίς ἁμαρτίες τους νεκροί, καί ἀπό τήν ἁμαρτία ἀναστήθηκαν. Ἡ γῆ
λοιπόν τήν ἐποχή αὐτή τῆς ἄνοιξης μᾶς προσφέρει τριαντάφυλλα καί μηνεξέδες καί
ἄλλα λουλούδια. Τά νερά ὅμως μᾶς παρουσίασαν σήμερα λιβάδι πιό ὄμορφο ἀπό τό
τῆς γῆς.

Καί μήν ἀπορήσεις, ἀγαπητέ
μου, ἄν βγῆκαν ἀπό τά νερά λιβάδια μέ λουλούδια. Γιατί οὔτε ἡ γῆ ἀπό τήν ἀρχή
ἔβγαλε τά εἴδη τῶν φυτῶν γιατί τό ἀπαιτοῦσε ἡ φύση της, ἀλλά γιατί ὑπάκουσε στό
πρόσταγμα τοῦ Κυρίου. Καί τά νερά ὅμως τότε ἔβγαλαν ζῶα μέ ζωή, ἐπειδή ἄκουσαν.«Ἄς
βγάλουν τά νερά ἑρπετά ζωντανά
» (Γεν. 1, 20). Καί ἡ προσταγή
πραγματοποιήθηκε, ἡ ἄψυχη οὐσία ἔβγαλε ζωντανά ζῶα. Ἔτσι καί τώρα ἡ ἴδια
προσταγή ἔκαμε τά πάντα. Τότε εἶπε.«Ἄς βγάλουν τά νερά ἑρπετά
ζωντανά
», τώρα ὅμως δέ ἔβγαλαν ἑρπετά, ἀλλά πνευματικά χαρίσματα. Τότε τά
νερά ἔβγαλαν ψάρια χωρίς λογικό, τώρα ὅμως μᾶς γέννησαν ψάρια λογικά καί
πνευματικά πού τά ψάρεψαν οἱ ἀπόστολοι. Γιατί λέγει. «Ἀκολουθῆστε
με καί θά σᾶς κάνω ἱκανούς νά ψαρεύετε ἀνθρώπους
» (Ματθ. 4, 19). Εἶναι
ἀλήθεια καινούριος αὐτός ὁ τρόπος ψαρέματος. Γιατί αὐτοί πού ψαρεύουν βγάζουν
ἀπό τά νερά τά ψάρια, καί ὅσα ψαρέψουν τά νεκρώνουν. Ἐμεῖς ἀντίθετα τούς
ρίχνουμε μέσα στά νερά καί παίρνουν ζωή ἐκεῖνοι πού ψαρεύονται.

Ὑπῆρχε κάποτε καί στούς
Ἰουδαίους κολυμβήθρα μέ νερό. Ἀλλά μάθε ποιά δύναμη εἶχε, γιά νά γνωρίσεις καλά
τή φτώχεια τῶν Ἰουδαίων καί νά μπορέσεις νά ἀντιληφθεῖς τό δικό μας πλοῦτο. «Κατέβαινε
ἐκεῖ
», λέγει, «ἕνας ἄγγελος καί τάραζε τό νερό, καί ἐκεῖνος πού θά
ἔμπαινε πρῶτος ὕστερα ἀπό τό κούνημα τοῦ νεροῦ, θεραπευόταν
» (Ἰω. 5, 4).
Κατέβηκε ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων στά νερά τοῦ Ἰορδάνη, καί ἀφοῦ ἁγίασε τά νερά
θεράπευσε ὅλη τήν οἰκουμένη. Γι᾿ αὐτό ἐκεῖ ἐκεῖνος πού κατέβαινε ὕστερα ἀπό τόν
πρῶτο δέ θεραπευόταν πιά, γιατί στούς Ἰουδαίους ἡ χάρη δινόταν στούς ἄρρωστους,
σ᾿ ἐκείνους πού σύρονταν στό ἔδαφος. Ἐδῶ ὅμως ὕστερα ἀπό τόν πρῶτο μπαίνει ὁ
δεύτερος, ὕστερα ἀπό τό δεύτερο ὁ τρίτος καί ὁ τέταρτος. Καί ἄν ἀκόμη πεῖς πάρα
πολλούς, καί ἄν ἀκόμη ὅλη τήν οἰκουμένη βάλεις μέσα σ᾿ αὐτά τά πνευματικά νερά,
δέν ξοδεύεται ἡ χάρη, δέν τελειώνει ἡ δωρεά, δέ μολύνονται τά νερά, δέν
ἐλαττώνεται ἡ γενναιοδωρία του.

Εἶδες πόσο μεγάλη εἶναι ἡ
δωρεά; Ἀκοῦτε αὐτά ἐσεῖς πού σήμερα καί αὐτή τή νύχτα γίνατε πολίτες στήν ἄνω
Ἰερουσαλήμ, καί φυλάξτε τα ὅπως ἀξίζει στίς πολλές δωρεές, γιά ν᾿ ἀποσπάσετε
πιό ἄφθονη τή χάρη. Γιατί ἡ εὐγνωμοσύνη γι᾿ αὐτά πού μᾶς ἔδωσε ἤδη προσκαλεῖ τή
γενναιοδωρία τοῦ Κυρίου. Δέν ἐπιτρέπεται, ἀγαπητέ, νά ζεῖς ἀδιάφορα στό ἑξῆς, ἀλλά
ὅρισε στόν ἑαυτό σου νόμους καί κανόνες, ὥστε νά κάνεις τά πάντα στήν ἐντέλεια
καί νά φυλάγεσαι πολύ καί ἀπό ἐκεῖνα πού θεωροῦνται ὅτι εἶναι κακά. Γιατί ὅλη ἡ
παρούσα ζωή εἶναι ἀγώνας καί πάλη, καί πρέπει ἐκεῖνοι πού μπαίνουν μιά γιά
πάντα στό στάδιο αὐτό τῆς ἀρετῆς νά εἶναι ἐγκρατεῖς σ᾿ ὅλα. «Γιατί καθένας
πού ἀγωνίζεται, εἶναι ἐγκρατής σ᾿ ὅλα
» (Α´ Κορ. 9, 25). Δέ βλέπεις στούς
γυμνικούς ἀγῶνες πῶς φροντίζουν πολύ γιά τόν ἑαυτό τους ἐκεῖνοι πού δέχονται νά
παλέψουν μέ ἀνθρώπους, καί μέ πόση ἐγκράτεια κάνουν τήν ἄσκηση τοῦ σώματός
τους; Ἔτσι βέβαια καί ἐδῶ πρέπει νά γίνεται. Ἐπειδή ἡ πάλη μας δέν εἶναι μέ
ἀνθρώπους, ἀλλά μέ τά πονηρά πνεύματα, καί ἡ ἄσκηση καί ἡ ἐγκράτειά μας ἄς
εἶναι πνευματική, ἀφοῦ καί τά ὅπλα μας, πού μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος, εἶναι πνευματικά.

Ἄς ἔχουν λοιπόν καί τά
μάτια περιορισμούς καί κανόνες, ὥστε νά μήν πέφτουν χωρίς σκέψη σ᾿ ὅλα πού
συναντοῦν. Καί ἡ γλώσσα ἄς ἔχει φράχτη, ὥστε νά μή τρέχει πρίν ἀπό τό νοῦ. Γι᾿
αὐτό λοιπόν καί τά δόντια καί τά χείλη δημιουργήθηκαν γιά τήν προφύλαξη τῆς
γλώσσας, γιά νά μή βγεῖ ποτέ χωρίς σκέψη ἀφοῦ ἀνοίξει τίς πόρτες, ἀλλ᾿ ὅταν
τακτοποιήσει καλά τά δικά της, τότε μέ κάθε σεμνότητα νά προχωρήσει καί νά
προφέρει τέτοια λόγια, γιά νά ὠφελεῖ ἐκείνους πού ἀκούουν καί νά λέγει ἐκεῖνα
πού συντελοῦν στήν οἰκοδομή τῶν ἀκροατῶν. Καί πρέπει νά ἀποφεύγει ἐντελῶς τά
ἄπρεπα γέλια, νά ἔχει ἤρεμο καί ἥσυχο βάδισμα νά ἔχει σεμνό ντύσιμο, καί γενικά
πρέπει νά ρυθμίζει τά πάντα ἐκεῖνος πού διάλεξε τό στάδιο τῆς ἀρετῆς. Γιατί ἡ
καλή διαγωγή τῶν ἐξωτερικῶν μας μελῶν εἶναι εἰκόνα τῆς κατάστασης πού ἐπικρατεῖ
στήν ψυχή μας.

6. Ἑάν φέρουμε ἀπό τήν
ἀρχή τούς ἑαυτούς μας σέ τέτοια συνήθεια, βαδίζοντας στό ἑξῆς μέ εὐκολία τό
δρόμο μας, θά κατορθώσουμε ὅλη τήν ἀρετή, καί δέ θά χρειασθοῦμε πολύ κόπο καί
θά προσελκύσουμε μεγάλη βοήθεια ἀπό τό Θεό. Ἔτσι λοιπόν θά μπορέσουμε καί τά
κύματα τῆς παρούσας ζωῆς νά περάσουμε μέ ἀσφάλεια καί, ἀφοῦ ἐξουδετερώσουμε τίς
παγίδες τοῦ διαβόλου, νά ἐπιτύχουμε τά αἰώνια ἀγαθά, μέ τή χάρη καί τή
φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ, μαζί μέ τόν ὁποῖο στόν Πατέρα καί συγχρόνως
στό ἅγιο Πνεῦμα ἀνήκει ἡ δόξα, ἡ δύναμη, ἡ τιμή, τώρα καί πάντοτε καί στούς
αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Πηγή 

 

Ο Νικητής του θανάτου – Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

 

Σήμερα λοιπόν ο Κύριός μας περιοδεύει στον Άδη. Σήμερα συνέτριψε τις
χάλκινες πύλες και τους σιδερένιους μοχλούς του. Πρόσεξε την ακριβολογία. Δεν
είπε, άνοιξε τις πύλες, αλλά «συνέτριψε τις χάλκινες πύλες», για να αχρηστεύσει
το δεσμωτήριο.Δεν αφαίρεσε τους μοχλούς, αλλά τους συνέτριψε, για να
αχρηστεύσει τη φυλακή. Όπου βέβαια δεν υπάρχει ούτε μοχλός ούτε θύρα, και αν
κάποιος εισέλθει, δεν εμποδίζεται να εξέλθει. Όταν λοιπόν συντρίψει ο Χριστός,
ποιος θα μπορέσει να διορθώσει; Οι βασιλείς όταν πρόκειται να αφήσουν
ελεύθερους τους φυλακισμένους, δεν κάνουν αυτό που έκανε ο Χριστός, αλλά δίνουν
διαταγές και αφήνουν στη θέση τους και τις πόρτες και τους φύλακες, δείχνοντας
μ’ αυτό πώς θα χρειαστεί να μπουν πάλι εκεί μέσα ή εκείνοι που αποφυλακίστηκαν
ή κάποιοι άλλοι στη θέση τους.

Αλλά ο Χριστός δεν ενεργεί μ’ αυτόν τον τρόπο.
Θέλοντας να δείξει ότι καταργήθηκε ο θάνατος, συνέτριψε τις χάλκινες πύλες του.
Και τις ονόμασε χάλκινες όχι επειδή ήταν από χαλκό, αλλά για να δηλώσει τη
σκληρότητα και την αδιαλλαξία του θανάτου. Και για να μάθεις ότι ο χαλκός και ο
σίδηρος εκφράζουν την ακαμψία και τη σκληρότητα, άκουσε τι λέει σε κάποιον
αδιάντροπο: «Τα νεύρα σου είναι από σίδηρο και ο τράχηλος και το μέτωπό σου από
χαλκό». Και εκφράστηκε έτσι όχι διότι είχε σιδερένια νεύρα ή χάλκινο μέτωπο,
αλλά επειδή έδειχνε πως είναι αυστηρός, αδιάντροπος και σκληρός.


Θέλεις να μάθεις πόσο αυστηρός και άκαμπτος και ασυγκίνητος είναι ο θάνατος;
Κανένας δεν τον κατάφερε ποτέ ν’ αφήσει ελεύθερο κάποιον από τους αιχμαλώτους
του, έως ότου ήρθε και τον ανάγκασε ο Κύριος των αγγέλων. Πρώτα λοιπόν συνέλαβε
και φυλάκισε εκείνον (το θάνατο) και ύστερα του πήρε ό,τι του ανήκε. Γι’ αυτό
προσθέτει: «Θησαυροί που βρίσκονται στο σκοτάδι και είναι κρυμμένοι και δεν
φαίνονται». Αν και αναφέρεται σε ένα πράγμα, η σημασία του είναι διπλή.
Υπάρχουν, δηλαδή, τόποι σκοτεινοί, οι οποίοι μπορεί πολλές φορές να φωτιστούν,
αν τοποθετήσουμε μέσα τους λυχνία και φως. Οι χώροι όμως του Άδη ήταν πολύ
σκοτεινοί και θλιβεροί και ποτέ δεν μπήκαν μέσα του ακτίνες φωτός, γι’ αυτό και
τους χαρακτήρισε σκοτεινούς και αόρατους. Επειδή ήταν στην
πραγματικότητα σκοτεινοί μέχρι τη στιγμή που κατέβηκε σ’ αυτούς ο Ήλιος της
δικαιοσύνης και τους κατελάμπρυνε με το φως του και έκανε τον Άδη ουρανό.
 Γιατί
όπου βρίσκεται ο Χριστός, ο τόπος μεταβάλλεται σε ουρανό. 

Εύλογα ονομάζει τον Άδη σκοτεινό θησαυροφυλάκιο, γιατί εκεί υπήρχε σωρευμένος
πολύς πλούτος. Πραγματικά, όλο το ανθρώπινο γένος που αποτελούσε πλούτο του
Θεού ληστεύτηκε από τον διάβολο που εξαπάτησε τον πρωτόπλαστο και τον
υποδούλωσε στο θάνατο. Το ότι το ανθρώπινο γένος αποτελούσε πλούτο του Θεού, το
αποδεικνύει και ο Παύλος με όσα λέει: «Ο Κύριος είναι πλούσιος σε όλους και
ιδιαίτερα σ’ εκείνον που τον επικαλείται». Όπως, λοιπόν, ένας βασιλιάς, όταν
συλλάβει κάποιον ληστή, που λήστευε τις πόλεις, που άρπαζε από παντού, που
κρυβόταν μέσα σε σπηλιές και αποθήκευε εκεί τα κλεμμένα πλούτη, αφού φυλακίσει
τον ληστή, εκείνον μεν τον παραδίνει σε τιμωρία, τους δε θησαυρούς του
μεταφέρει στα βασιλικά ταμεία, έτσι έκανε και ο Χριστός, με το θάνατό
Του φυλάκισε τον ληστή και τον δεσμοφύλακα, δηλαδή τον διάβολο και το θάνατο,
και μετέφερε όλα τα πλούτη, εννοώ το ανθρώπινο γένος, στα βασιλικά ταμεία.
 

Αυτό δηλώνει και ο Παύλος λέγοντας: «Ο Κύριος μάς λύτρωσε απ’ την υποδούλωσή
μας στο σκοτάδι και μάς μετέφερε στο βασίλειο της αγάπης του». Και το πιο
σπουδαίο είναι ότι ασχολήθηκε με το γεγονός αυτό ο Ίδιος ο βασιλιάς, τη στιγμή
που κανένας άλλος βασιλιάς δεν κατδέχτηκε να κάνει κάτι παρόμοιο, αλλά δίνει
εντολή στους υπηρέτες του να ελευθερώσουν τους φυλακισμένους. Εδώ όμως δεν
συνέβη έτσι, αλλά ήρθε ο Ίδιος ο βασιλιάς στους φυλακισμένους και δε
ντράπηκε ούτε τη φυλακή ούτε τους φυλακισμένους. Γιατί ήταν αδύνατο να ντραπεί
το πλάσμα Του.
 

Και συνέτριψε τις πύλες και διέλυσε τους μοχλούς και κυριάρχησε στον Άδη και
εξαφάνισε όλη τη φρουρά και, αφού συνέλαβε δέσμιο τον δεσμοφύλακα (τον θάνατο),
επανήλθε σ’ εμάς. Ο τύραννος μεταφέρθηκε αιχμάλωτος, ο ισχυρός δεμένος. Ο ίδιος
ο θάνατος πέταξε τα όπλα του και έτρεξε άοπλος και δήλωσε υποταγή στο βασιλιά.

 

Είδες τι αξιοθαύμαστη νίκη; Είδες τα κατορθώματα του σταυρού; Να σου πω και
κάτι άλλο πιο αξιοθαύμαστο; Αν μάθεις με ποιον τρόπο νίκησε ο Χριστός, ο
θαυμασμός σου θα γίνει μεγαλύτερος. Με τα όπλα δηλαδή που νίκησε ο διάβολος, με
τα ίδια τον υπέταξε ο Χριστός. Αφού του άρπαξε (ο Χριστός) τα όπλα του, με
εκείνα τον κατετρόπωσε. Και άκουσε πώς; Παρθένος, ξύλο και θάνατος ήταν τα
σύμβολα της ήττας μας. Παρθένος ήταν η Εύα, γιατί δεν είχε γνωρίσει ακόμα τον
άνδρα της. ξύλο ήταν το δέντρο και θάνατος η τιμωρία του Αδάμ. Αλλά να, και
πάλι Παρθένος και ξύλο και θάνατος, αυτά τα σύμβολα της ήττας έγιναν σύμβολα
της νίκης. Γιατί αντί της Εύας έχουμε τη Μαρία, αντί του ξύλου της γνώσεως του
καλού και του κακού, το ξύλο του σταυρού, και αντί του θανάτου ως τιμωρία του
Αδάμ, το θάνατο του Χριστού. Βλέπεις ότι ο διάβολος νικήθηκε με τα όπλα που
νίκησε άλλοτε; Τον Αδάμ πολέμησε ο διάβολος και τον νίκησε κοντά στο δέντρο,
τον διάβολο νίκησε ο Χριστός πάνω στο σταυρό. 

Το ξύλο την πρώτη φορά έστελνε απ’ τον Άδη στη ζωή ακόμη κι όσους είχαν πάει
εκεί. Το ξύλο επίσης την πρώτη φορά έκρυψε τον αιχμάλωτο που ήταν γυμνός, τη
δεύτερη έδειχνε σ’ όλους γυμνό το νικητή (το Χριστό) που ήταν κρεμασμένος ψηλά.
Και ακόμη, ο πρώτος θάνατος (του Αδάμ) καταδίκασε κι όλους εκείνους που
γεννήθηκαν μετά από αυτόν, ενώ ο δεύτερος (του Χριστού) ανάστησε κι εκείνους
ακόμη που έζησαν πριν από Εκείνον. «Ποιος μπορεί να περιγράψει με λόγια τη
δύναμη του Κυρίου; Από νεκροί που ήμασταν, γίναμε αθάνατοι. Αυτά είναι τα
κατορθώματα του σταυρού. 

Έμαθες για τη νίκη; Έμαθες με ποιον τρόπο επιτεύχθηκε; Δες τώρα πώς
επιτεύχθηκες χωρίς κόπο. Δεν βάψαμε τα όπλα μας στο αίμα, δεν παραταχθήκαμε σε
θέση μάχης, δεν τραυματιστήκαμε, ούτε είδαμε κανέναν πόλεμο, κι όμως νικήσαμε.
Αγωνίστηκε ο Κύριος και μεις στεφανωθήκαμε. Επειδή λοιπόν είναι και δική μας η
νίκη, ας ψάλλουμε όλοι σήμερα σαν στρατιώτες ύμνο επινίκιο: «Κατανικήθηκε ο
θάνατος και κατατροπώθηκε. Πού είναι θάνατε η νίκη σου; Πού είναι Άδη το κεντρί
σου;».

Πηγή