Ποιος μου βεβαιώνει εμένα ότι ο Χριστός αναστήθηκε; Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Μου το βεβαιώνει η συνείδησή μου πριν απ’ όλα. Κατόπιν ο νους μου και η
βούληση μου.

 

Πρώτον, η συνείδηση μου λέει: τόσα πάθη που υπέστη ο Χριστός για το καλό
και τη σωτηρία των ανθρώπων δεν θα μπορούσαν να επιβραβευτούν με τίποτε άλλο
παρά με την ανάσταση και την υπερκόσμια δόξα. Τα ανείπωτα πάθη του Δικαίου
στεφανώθηκαν με την ανείπωτη δόξα. Αυτό μου δίνει ικανοποίηση και ηρεμία.



Δεύτερον, ο νους μού λέει: χωρίς την λαμπρή αναστάσιμη νίκη όλο το έργο του
Υιού του Θεού θα παρέμενε στον τάφο, ολόκληρη η αποστολή Του θα ήταν μάταιη.

 

Τρίτον, η βούληση μού λέει: η ανάσταση του Χριστού με έσωσε από τους
ταλαντευόμενους δισταγμούς ανάμεσα στο καλό και το κακό, και με θέτει
αποφασιστικά στον δρόμο του καλού. Και αυτό μου φωτίζει τον δρόμο και μου δίνει
στήριγμα και δύναμη.

 

Εκτός από τις τρεις φωνές, οι οποίες από μέσα μου βεβαιώνουν εμένα, υπάρχουν
και άλλοι ασφαλώς μάρτυρες, που το βεβαιώνουν. Είναι οι ένδοξες μυροφόρες
γυναίκες, είναι οι δώδεκα μεγάλοι απόστολοι, και πέντε εκατοντάδες άλλων
μαρτύρων, που όλοι μετά την ανάστασή Του Τον έβλεπαν και Τον άκουγαν, όχι στον
ύπνο τους αλλά στην πραγματικότητα, και όχι μόνο για ένα λεπτό αλλά για σαράντα
ολόκληρες ημέρες. Μου το βεβαιώνει εκείνος ο πύρινος Σαύλος ο μεγαλύτερος
Εβραίος διώκτης του χριστιανισμού· μου το μαρτυρεί, ότι είδε εκείνο το φώς του
αναστηθέντα Κυρίου καταμεσής της ημέρας, και ότι άκουσε τη φωνή Του, και ότι
υπάκουσε την εντολή Του. Αυτήν την μαρτυρία ο Παύλος δεν ήθελε να την αρνηθεί
ούτε μετά από τριάντα χρόνια, ούτε ακόμα και την ώρα που στη Ρώμη του Νέρωνα η
μάχαιρα έπεφτε στο κεφάλι του. Μου το βεβαιώνει και ο άγιος Προκόπιος, αρχηγός
του Ρωμαϊκού στρατού που ξεκίνησε να αφανίσει τους χριστιανούς στις χώρες της
ανατολής, και στον οποίον εμφανίστηκε ξαφνικά ζωντανός ο Χριστός και τον γύρισε
με το μέρος Του. Και αντί να σφάξει ο Προκόπιος τους χριστιανούς, αυτοβούλως
παραδόθηκε για να τον σφάξουν στο όνομα του Χριστού. Μου το βεβαιώνουν ακόμα
χιλιάδες μαρτύρων του Χριστού στις φυλακές, στους τόπους εκτελέσεων μέσω αιώνων
και αιώνων, από τους μάρτυρες των Ιεροσολύμων μέχρι τους μάρτυρες των
Βαλκανίων, έως τις μέρες μας, ως τους νεότερους Μοσχοβίτες μάρτυρες.

 

Μου το βεβαιώνουν και όλες οι δίκαιες και αγαθές ψυχές, τις οποίες συχνά
συναντώ στη ζωή, και οι οποίες χαίρονται όταν ακούν ότι ο Χριστός αναστήθηκε εκ
νεκρών. Αυτό ανταποκρίνεται στη συνείδησή τους, δονεί την ψυχή τους, και
ευφραίνει την καρδιά τους.

 

Μαρτυρία παίρνω και από τους αμαρτωλούς και τους αντιπάλους του Χριστού.
Μονο και μόνο με το ότι αυτοί, ως αμαρτωλοί και μοχθηροί, απορρίπτουν την
ανάσταση του Χριστού εγώ βεβαιώνομαι για το αντίθετο. Σε κάθε δικαστήριο τίθεται
θέμα της συμπεριφοράς των μαρτύρων, και ως εκ τούτου σταθμίζουν την αξία της
μαρτυρίας τους. Όταν νηφάλιοι, καθαροί και άγιοι μάρτυρες ισχυρίζονται πως
ξέρουν ότι ο Χριστός ανέστη, λαμβάνω με ευχαρίστηση την μαρτυρία τους ως αληθή.
Αλλά όταν οι ακάθαρτοι, άδικοι και ασυνείδητοι απορρίπτουν την ανάσταση του
Χριστού, μ’ αυτό ενδυναμώνουν τη μαρτυρία των πρώτων, και μου βεβαιώνουν ακόμα
περισσότερο την αλήθεια της Ανάστασης του Κυρίου μου. Εφόσον αυτοί όσα
απορρίπτουν, τα απορρίπτουν από κακεντρέχεια και όχι από γνώση.

 

Με βεβαιώνουν ακόμα αρκετοί λαοί και φυλές, που μόνο η πίστη στην Ανάσταση
του Χριστού τους έβγαλε από την άγρια κατάσταση στη διαφώτιση, από τη δουλεία
στη ελευθερία, από το βούρκο του αμοραλισμού και του σκοταδισμού στο φως των
τέκνων του Θεού. Και η ανάσταση του Σερβικού λαού μου μαρτυρεί την Ανάσταση του
Χριστού.

 

Ακόμα και η λέξη «Ανάσταση» εκ νεκρών μου βεβαιώνει το αυτονόητο. Γιατί
χωρίς την Ανάσταση του Χριστού δεν θα υπήρχε ούτε καν η λέξη στις ανθρώπινες
γλώσσες. Όταν ο Παύλος πρώτη φορά πρόφερε αυτή τη λέξη στην πολιτισμένη Αθήνα,
οι Αθηναίοι εξεπλάγησαν και αναστατώθηκαν.

 

Και έτσι, τέκνα του Θεού, σας χαιρετώ κι εγώ.

 

Αληθώς Ανέστη ο Χριστός.

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, “Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται”,
Εκδ. Εν πλω, 2008 σ. 70-72)


Πηγή 

Εικόνες του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού


Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ
Τοιχογραφία του 1312 που βρίσκεται στον εξωνάρθηκα του καθολικού της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους!

Αν δεν μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο κάντε κλικ εδώ 



Απόδειξη Μεγάλου Αθανασίου για την Ανάσταση του Χριστού

Προχωρώντας τον λόγο Περί Ενανθρωπήσεως και αφού απέδειξε ότι ο Χριστός κατήργησε τον θάνατο, ο Μέγας Αθανάσιος προσκομίζει απόδειξη περί της Αναστάσεως του Κυρίου.

«Εάν δε εις κάποιον δεν είναι αρκετή αυτή η απόδειξις περί της αναστάσεως αυτού, ας βεβαιωθή από αυτά που συμβαίνουν εμπρός εις τα μάτια μας.

Όταν ένας είνε νεκρός, δεν δύναται να ενεργήση˙ η ικανότης του υφίσταται μέχρι το μνήμα, πέραν δε αυτού παύει.  Αι πράξεις και αι ενέργειαι προς τους ανθρώπους είνε ιδιότητες μόνον των ζωντανών. Ας προσέξη λοιπόν αυτός που θέλει, και ας κρίνη από όσα βλέπει, δια να ομολογήσει την αλήθειαν.

Όταν βεβαίως ο Σωτήρ ενεργή εις τους ανθρώπους τόσον μεγάλα, και καθημερινώς πείθει αοράτως να προσέλθουν εις την πίστιν του και να υπακούουν όλοι εις την δικήν του διδασκαλίαν, τόσον μέγα πλήθος από όλα τα μέρη και από εκείνους που κατοικούν εις την Ελλάδα και από εκείνους που κατοικούν εις βαρβαρικάς χώρας, άραγε αμφιβάλλει ακόμη κανείς, ότι ανεστήθη ο Σωτήρ και ζη ο Χριστός, ή μάλλον ότι αυτός είναι η ζωή;

Μήπως είνε ίδιον νεκρού να συγκινή βαθύτατα τας διανοίας των ανθρώπων, ώστε να αρνούνται την θρησκείαν των προγόνων και να προσκυνούν ως διδάσκαλον τον Χριστόν;

Ή, αν δεν ενεργή, εφ΄ όσον είνε νεκρός, πως αυτός σταματά τας ενέργειας εκείνων που ζουν και ενεργούν, ώστε ο μοιχός να μη μοιχεύη πλέον, ο φονεύς να μη φονεύη, ο άδικος να μη πλεονεκτή, και ο ασεβής εις το εξής να είνε ευσεβής;

Εάν πάλι δεν ανεστήθη, αλλ’  είνε νεκρός, πως εκδιώκει και καταδιώκει και καταβάλλει τους ψευδοθεούς και λατρευομένους δαίμονας, δια τους οποίους οι άπιστοι λέγουν ότι ζουν;

Διότι όπου προφέρεται το όνομα Χριστός και η πίστις του, εκκαθαρίζεται απ’  εκεί κάθε ειδωλολατρία, ξεσκεπάζεται κάθε απάτη των δαιμόνων, και κάθε δαίμων ούτε το όνομα δεν υποφέρει, αλλά και μόνον εάν το ακούση, αμέσως τρέπεται εις φυγήν.

Αυτό, βεβαίως δεν είναι έργον νεκρού, αλλά ζώντος και μάλιστα Θεού. Εξ άλλου θα ήτο γελοίον να λέγωμεν ότι είνε μεν ζωντανοί οι δαίμονες οι οποίοι εκδιώκονται υπ’  αυτού και τα είδωλα τα οποία καταργούνται, είνε δε νεκρός αυτός ο οποίος τους εκδιώκει και με την δύναμίν του δεν τους αφήνει να φανούν, αυτός, τον οποίον όλοι ομολογούν ότι είνε Υιός του Θεού.

Κεφ. 31. Όσοι απιστούν εις την ανάστασιν προκαλούν σφοδρόν έλεγχον εναντίον των, αφού όλοι οι δαίμονες και οι θεοί τους οποίους προσκυνούν δεν εκδιώκουν τον Χριστόν, αλλ’ ο Χριστός τους αποδεικνύει όλους νεκρούς.

Διότι εάν είναι αλήθεια ότι ο νεκρός δεν ενεργεί καμμίαν ενέργειαν, ενώ ο Σωτήρ καθημερινώς κάνει τόσα πολλά, ήτοι ελκύει εις ευσέβειαν, πείθει εις αρετήν, διδάσκει περί αθανασίας, ωθεί εις τον πόθον των ουρανίων, αποκαλύπτει την γνώσιν περί του Πατρός, εμπνέει την δύναμιν κατά του θανάτου, φανερώνει εις τον καθένα τον εαυτόν του, και κρημνίζει την αθεΐαν των ειδώλων.

Από αυτά τίποτα δεν δύνανται να πράξουν οι θεοί και δαίμονες των απίστων, αλλά μάλλον νεκρώνονται με την παρουσίαν του Χριστού, διότι η εμφάνισίς των είναι άνευ έργου και κούφια.

Δια του σημείου  όμως του σταυρού παύεται κάθε μαγεία, καταργείται κάθε μαγγανεία, και όλα τα είδωλα ερημώνονται και εγκαταλείπονται˙ παύει κάθε ανόητη ηδονή, και ο καθένας στρέφει το βλέμμα από την γην προς τον ουρανόν.

Ποιον θα ονομάση κανείς νεκρόν; Τον Χριστόν, ο οποίος ενεργεί τόσον μεγάλα; Αλλά δεν είνε ίδιον του νεκρού να εργάζεται. Ή αυτόν που δεν ενεργεί καθόλου, αλλά μένει άψυχος, πράγμα το οποίον είνε ιδιότης των δαιμόνων και των ειδώλων, αφού είναι νεκρά;

Διότι ο Υιός του Θεού είνε ζωντανός και δραστήριος και καθημερινώς εργάζεται και ενεργεί την σωτηρίαν όλων˙ ενώ καθημερινώς αποδεικνύεται ότι ο θάνατος έχει αδυνατήσει και ότι τα είδωλα και οι δαίμονες είνε νεκροί˙ δια τούτο κανείς πλέον δεν αμφιβάλλει περί της αναστάσεως του σώματος αυτού» .

(μετ. Στέργιου Σάκκου, Μεγάλου Αθανασίου Έργα, εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλονίκη 1973, τομ. 1 σελ. 303-307)

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Πέραν της απολογητικής αξίας του κειμένου, μπορούμε να βγάλουμε κι ένα ιστορικό συμπέρασμα. Ανακαλύπτουμε με έκπληξη και αντίθετα στις ψευδολογίες των νεοπαγανιστών, ότι ο Μέγας Αθανάσιος αποκαλεί την Ελλάδα … Ελλάδα και όχι Ρωμανία. Ίσως, απαιτούν οι νεοπαγανιστές, σε ένα κρεσέντο εθνικισμού, ν’ αποκαλείται ολόκληρη η ρωμαϊκή αυτοκρατορία Ελλάδα, δηλ. και η Αίγυπτος και η Ισπανία και όλες οι άλλες χώρες που αποτελούσαν το οικουμενικών διαστάσεων κράτος. Αυτό ούτε στέκει ιστορικά, ούτε και μπορεί να γίνει αποδεκτό. Η κάθε χώρα, ως επαρχία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας διατήρησε την ονομασία της, αλλά η ίδια η αυτοκρατορία είχε όνομα και αυτό ήταν Ρωμανία. Το όνομα δεν το έδωσε ο Μέγας Αθανάσιος. Θα ήταν ανόητο να πούμε ότι ένας άνθρωπος επέβαλε την ονομασία «Ρωμιός» σε εκατομμύρια πολίτες ανά μέσω των αιώνων. Οι ίδιοι οι πολίτες, ως Ρωμαίοι πολίτες από το 212 μ.Χ και μετά ονόμασαν εαυτούς Ρωμιούς και διατήρησαν την ονομασία για τους επόμενους 18 αιώνες, μέχρι που ο Κοραής διέταξε να ξαναγίνουν Γραικοί.΄

Επιμέλεια κειμένου και παρατηρήσεις: Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου

Πηγή 

Το «όχι» στα παιδιά κάνει καλό

Ενάντια στην τάση της εποχής που θέλει τους γονείς να μη χαλούν χατίρι στο σπλάχνο τους και να συγχέουν τον ρόλο τους με εκείνο του φίλου, έρευνες και ειδικοί το λένε ξεκάθαρα: το «όχι» είναι το καλύτερο δώρο που μπορεί να κάνει κανείς στο παιδί του. Χωρίς να παραγνωρίζουν τον αυξημένο βαθμό δυσκολίας που ενέχει στις ημέρες μας η ανατροφή ενός παιδιού, και μάλιστα από εργαζόμενους γονείς, ολοένα πληθαίνουν οι φωνές εκείνων που τάσσονται υπέρ της επιστροφής σε πιο παραδοσιακές μεθόδους διαπαιδαγώγησης. 

«Το παραχαϊδεμένο παιδί είναι δυστυχισμένο. Η ακατάλληλη διαπαιδαγώγηση εμποδίζει τα παιδιά να αξιοποιήσουν τις δυνατότητές τους και να επιτύχουν όλα όσα πραγματικά μπορούν» δηλώνει απερίφραστα η γενική γραμματέας της Ενωσης Δασκάλων της Μεγάλης Βρετανίας Μαίρη Μπάουστιντ σε συνέντευξή της στην εφημερίδα «Τhe Τimes». Μητέρα και η ίδια και με πολυετή εμπειρία στη διδασκαλία, η κυρία Μπάουστιντ προειδοποιεί ότι η επιθυμία των σύγχρονων μπαμπάδων και μαμάδων να ξεφύγουν από τα άκαμπτα και απολυταρχικά πρότυπα των δικών τους γονέων τούς έχει οδηγήσει στο αντίθετο άκρο κάνοντάς τους να θεωρούν διαταγή κάθε επιθυμία του τέκνου τους. 

«Πολλές φορές όσοι έχουν παιδιά επενδύουν περισσότερο στο να γίνουν αρεστοίπαρά στο να γίνουν σεβαστοί. Ως γονιός, όμως, δεν είσαι ο καλύτερος φίλος του παιδιού σου. Η δουλειά σου είναι πολύ πιο σοβαρή από αυτό. Πρέπει να γίνεις παράδειγμα για το παιδί σου και να του δείξεις τον δρόμο για την ωριμότηταασκώντας σωστά την εξουσία σου. Οσοιέχουν παιδιάδέχονται υπερβολικές πιέσεις να τους παρέχουν τα πάντα και συχνά η αντίσταση σε αυτές τις πιέσεις μπορεί να γίνει εξαντλητική. Παρ΄ όλα αυτά, έχουμε φτάσει στο σημείο να πιστεύουμε ότι όλοι οι κανόνες είναι διαπραγματεύσιμοι και ότι αν ένα παιδίζητάει κάτιτο έχει ανάγκη και αν απαιτεί κάτι τότε πρέπει να το έχει» λέει. 

Κι όμως υπερβολικά ανεκτικός γονιός δεν σημαίνει απαραιτήτως «καλός γονιός». Πολυάριθμες μελέτες έχουν αποδείξει ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν σε ένα υγιώς πειθαρχημένο περιβάλλον έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν σημαντικές δεξιότητες όπως η κατανόηση, η αυτοπειθαρχία και η εργατικότητα και συνεπώς να γίνουν πιο επιτυχημένα στην ενήλικη ζωή τους. Παρομοίως τα παιδιά που διαπρέπουν στο σχολείο είναι ως επί το πλείστον εκείνα που δεν προέρχονται από υπερβολικά φιλελεύθερες ή αυταρχικές οικογένειες. 

«Πολλοί εργαζόμενοι γονείς προσπαθούν να επανορθώσουν για τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο τους “κακομαθαίνοντας” τα παιδιά τους, κωφεύοντας στις επιπτώσεις τηςσυμπεριφοράς τους. Ορισμένες από τις σημαντικότερες δεξιότητες επιβίωσης που μπορεί να διδάξει κανείς στο παιδί του αφορούν την πειθαρχία, την αυτοσυγκράτηση, τη σύνεση και τη δυνατότητα τήρησης ενός ορισμένου προϋπολογισμού. Στην πραγματικότητα δεν κάνουμε χάρη στα παιδιά μας αν τους φερόμαστε σαν σε πρίγκιπες και πριγκίπισσες». 

10 τρόποι να αρνηθείτε 
Πώς να θέσετε όρια στο παιδί σας χωρίς να κάνετε το σπίτι σας… εμπόλεμη ζώνη! 

1 Προτού αρνηθείτε ή απαγορεύσετε κάτι στο παιδί σας,πάρτε λίγο χρόνο για να σκεφθείτε πώς ακριβώς θα χειριστείτε την κατάσταση και προσπαθήστε να μην παρασυρθείτε από τον θυμό ή την κούρασή σας. 

2 Ακούτε με υπομονή το αίτημα του παιδιού σας και απαντάτε του πάντοτε με γλυκύτητα,ευγένεια και σεβασμό προς το άτομό του,ανεξαρτήτως της ηλικίας του.Ετσι θα μάθει να σας απαντά αναλόγως. 

3 Να εξηγείτε πάντοτε στο παιδί με ξεκάθαρο,κατανοητό και ήρεμο τρόπο γιατί αρνείστε ένα αίτημά του.Γνωρίζοντας ότι δεν το τιμωρείτε θα δεχθεί την άρνηση με μεγαλύτερη ευκολία. 

4 Οταν το παιδί σας ρωτάει γιατί δεν μπορεί να έχει ή να κάνει κάτι,η απάντησή σας πρέπει να συνάδει προς τη γενικότερη συμπεριφορά σας και να είναι σταθερή.Διαφορετικά η άρνησή σας θα αυτοαναιρείται. 

5 Αν η άρνησή σας είναι θέμα συνθηκών ή ηλικίας του παιδιού και όχι θέμα αρχών,εξηγήστε στο παιδί τι χρειάζεται να κάνει ή πόσων χρονών πρέπει να γίνει για να μετατρέψει το «όχι» σε «ναι». 

6 Χρησιμοποιήστε θετικές εκφράσεις για να αντισταθμίσετε την άρνηση.Για παράδειγμα, «δεν μπορείς να πάρεις το μαχαίρι αλλά μπορείς να πάρεις την μπάλα» ή «δεν μπορείς να μείνεις εκτός σπιτιού ως τα μεσάνυχτα αλλά μπορείς να προσκαλέσεις τους φίλους σου να δείτε ταινία ως αργά». 

7 πιβραβεύστε τα παιδιά που παρουσιάζουν υπεύθυνη και ώριμη συμπεριφορά.Ετσι θα ξέρουν έμπρακτα ότι ο σεβασμός των ορίων και των κανόνων αποδίδει καρπούς και δεν είναι μια στείρα διαδικασία. 

8 Αν και το «όχι» πρέπει να είναι σταθερό, για να απολαμβάνετε πάντοτε την εμπιστοσύνη του παιδιού σας, οφείλετε να φαίνεστε προσηνείς και ευέλικτοι. Αν το παιδί διαπραγματευθεί με βάσιμα επιχειρήματα και ήρεμο τόνο το αίτημά του, σκεφθείτε την πιθανότητα να αναιρέσετε την αρχική σας απόφαση. 

9 Θα πρέπει να είστε έτοιμοι όχι μόνο να εκφράσετε μια άρνηση αλλά και να γίνετε αποδέκτης της. Να θυμάστε ότι η άσκηση της γονεϊκής εξουσίας δεν είναι ένα παιχνίδι στο οποίο ο γονιός έχει πάντα δίκιο. 

10 Αν, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές σας,οι λέξεις «όχι» ή «μη» αποτελούν αιτία «πολέμου» για το παιδί σας,ίσως είναι θεμιτό να επανεξετάσετε τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνείτε μαζί του. 

10 «κέρδη» που απολαμβάνουμε βοηθώντας τους άλλους και προσφέρουν το «κλειδί» της ευτυχίας

Όταν κάνουμε κάτι καλό για τους άλλους, οι αποδέκτες αυτών των καλών πράξεων δεν είναι οι μόνοι που “κερδίζουν”. Υπάρχουν οφέλη και για εμάς. Με αφορμή τη φετινή Παγκόσμια Ημέρα της Ευτυχίας, που εορτάζεται στις 20 Μαρτίου, ανακαλύψαμε 10 τρόπους με τους οποίους βοηθώντας τους άλλους, θα χαμογελάσουμε και εμείς.

Βοηθώντας τους άλλους θα αισθανθούμε υπέροχα

Προσφέροντας, βιώνουμε μια θετική επίδραση στο σώμα μας. Μελέτες έχουν δείξει πως όταν προσφέρουμε για φιλανθρωπικούς σκοπούς, το τμήμα του εγκεφάλου μας που είναι “υπεύθυνο” για την παραγωγή συναισθημάτων ανταμοιβής, ενεργοποιείται. Ο εγκέφαλος απελευθερώνει επίσης θετικές χημικές ουσίες και μας προκαλεί να επιδοθούμε σε ακόμη περισσότερες καλές πράξεις.

Προσφέροντας, ενισχύεται η αυτοπεποίθησή μας

Διαθέτοντας λίγο από το χρόνο μας σε ένα σκοπό που μας ενδιαφέρει και μας συγκινεί θα μετριάσει τη διαρκή κριτική που ασκούμε στον εαυτό μας. Οι άνθρωποι που προσφέρουν εθελοντική εργασία έχει αποδειχθεί πως έχουν υψηλότερη αυτοεκτίμηση. Όπως εξηγούν οι ειδικοί όταν συνδεόμαστε και επικοινωνούμε με άλλους ανθρώπους και αυξάνουν τα συναισθήματα που προκαλεί αυτή η διαδικασία, τόσο αυξάνει και η αυτοεκτίμησή μας. Άρα, όσο περισσότερο χρόνο διαθέτουμε για εθελοντική εργασία τόσο μεγαλύτερη μπιστοσύνη θα έχουμε στον εαυτό μας.

Θα έχουμε πιο “δυνατές” φιλίες

Το να είμαστε μια δύναμη θετικής ενέργειας για τους φίλους μας, βοηθά στην ανάπτυξη ενός ισχυρού δεσμού. Όταν βοηθάμε τους άλλους, εκπέμπουμε θετική ενέργεια η οποία κατά κάποιο τρόπο “συνοδεύει” τους φίλου μας και φυσικά βελτιώνει τη σχέση μας μαζί τους, όπως αναφέρει και σχετική μελέτη του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας των ΗΠΑ. Σε αυτή την περίπτωση και οι δύο πλευρές θα συνεισφέρουν για τη διατήρηση μιας δυνατής σχέσης.


Βλέπουμε το ποτήρι μισογεμάτο

Το να έχουμε μια θετική επίδραση σε κάποιον, μπορεί να μας βοηθήσει να αλλάξουμε και τη δική μας οπτική αλλά και στάση. Ειδικοί υποστηρίζουν πως οι καλές πράξεις ενισχύουν την καλή μας διάθεση και μας κάνουν πιο αισιόδοξους.

Βοηθώντας τους άλλους θα νιώσουμε πως μπορούμε να κατακτήσουμε τον κόσμο

Βοηθώντας τους συνανθρώπους μας, νιώθουμε “γεμάτοι”. Οι άνθρωποι που μετέχουν σε εθελοντικά προγράμματα εργασίας αισθάνονται πιο δυνατοί. Σύμφωνα με έρευνα του United Health Group, το 96% των ανθρώπων που προσέφεραν εθελοντική εργασία τους 12 τελευταίους μήνες νιώθουν πως έχουν έναν σκοπό.

Νοιώθουμε πως ανήκουμε κάπου

Είτε με μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων σε μια εθελοντική οργάνωση, είτε μεταξύ δύο φίλων η ανταλλαγή συμβουλών, μας βοηθά να αισθανθούμε ότι ανήκουμε σε μια μικρή κοινότητα. Οι “face-to-face” δραστηριότητες όπως η εθελοντική εργασία μπορεί να μειώσει το αίσθημα της μοναξιάς και της απομόνωσης, σύμφωνα με το Ίδρυμα Ψυχικής Υγείας των ΗΠΑ.

Προσφέροντας θα βρούμε εσωτερική γαλήνη

Εάν οι καταστάσεις στη ζωή μας, μας καταπονούν συναισθηματικά, το να προσφέρουμε μπορεί να μας βοηθήσει να “καθαρίσουμε” το μυαλό μας. Σε μια έρευνα της United Health Group, το 78% των ανθρώπων οι οποίοι προσέφεραν εθελοντική εργασία κατά τους τελευταίους 12 μήνες, ανέφεραν πως ένιωσαν ότι η φιλανθρωπική τους δράση μείωσε το στρες που βίωναν ενώ ήταν και πιο ήρεμοι συγκριτικά με όσους δεν επιδίδονταν σε τέτοιου είδους δραστηριότητες.

Θα νιώσουμε ευγνώμονες

Το να βοηθάμε τους άλλους μας βοηθά θα “διορθώσουμε” την οπτική μας και για καταστάσεις που μας αφορούν άμεσα ενώ μας μαθαίνει να εκτιμάμε αυτά που έχουμε. Το Global One Foundation, περιγράφει την εθελοντική προσφορά ως έναν τρόπο “ενίσχυσης ενός βαθύτερου αισθήματος ευγνωμοσύνης, καθώς αναγνωρίζουμε όλα όσα είναι θετικά στη ζωή μας”.

Θα νιώσουμε αναζωογονημένοι

Το να βοηθάμε τους άλλους μπορεί να μας διδάξει πως να βοηθήσουμε και τον εαυτό μας. Όταν βιώνουμε μια δύσκολη κατάσταση ή όταν απλώς είμαστε στις “μαύρες” μας η… “ακτιβιστική θεραπεία”, είναι ένας υπέροχος τρόπος για να νοιώσουμε και πάλι ο εαυτός μας.

Βοηθώντας τους άλλους, θα τους παρακινήσουμε να πράξουν το ίδιο

Η καλοσύνη είναι μεταδοτική, σύμφωνα με τη μελέτη ερευνητών των πανεπιστημίων του Λος Άντζελες και του Κέιμπριτζ “όταν βλέπουμε κάποιον να προσφέρει βοήθεια σε ένα άτομο που έχει ανάγκη, βιώνουμε θετικά συναισθήματα…τα οποία μας προκαλούν αν προχωρήσουμε και εμείς σε κάποια πράξη αλτρουισμού”.

Πηγή 

ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΝ ΣΙΝΑΪΤΗ



ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ
ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΝ ΣΙΝΑΪΤΗ
Τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου,
…4. Τρόποι θεραπείας
Αφού είδαμε ποιός πρέπει να είναι ο θεραπευτής, και ποιός είναι oάρρωστος άνθρωπος, θα πρέπει να δούμε τους τρόπους θεραπείας που έξασκεί ο Θεός διά του εμπείρου και ικανού θεραπευτού.
Σέ προηγούμενη ένότητα εντοπίστηκε γιά λίγο η παρουσία και άναγκαιότητα του ικανού και πεπειραμένου θεραπευτού Κληρικού, ο οποίος, βέβαια, εννοείται ότι έχει προηγουμένως ο ίδιος θεραπευθή. Επειδή τα θέματα αυτά, δηλαδή η θεραπεία, ο θεραπευτής και οι τρόποι θεραπείας συνεφάπτονται, γι αυτό, αναγκαστικά, σε μερικά σημεία θα επανέρχομαι.
Κατ’ αρχήν γιά την εξάσκηση και εφαρμογή της καταλλήλου θεραπευτικής μεθόδου χρειάζεται να υπάρχη γνήσιος και όχι νόθος πνευματικός-θεραπευτής. Ο ίδιος ο θεραπευτής πρέπει να γνωρίζη καλά τον εαυτό του και να έχη άπειρη αγάπη προς τον θεραπευόμενο, τον Χριστιανό. Ο Χριστιανός πρέπει να χαίρεται και με την απλή παρουσία του πνευματικού του ιατρού. Τελικά, η ίδια η ύπαρξη του θεραπευτού ωφελεί τον άρρωστο πνευματικά. Γράφει ο άγιος

Ιωάννης: «ίνα, τον ιατρόν ορών ο νοσών, ευφραίνηται, ει και μηδέν ίσως παρ’ αυτού ωφελείται» (ι’). Και βέβαια, αυτό σημαίνει ότι ο θεραπευτής πρέπει να έχη σαφή γνώση ότι «η κατ’ έννοιαν αμαρτία του προεστώτος», δηλαδή αμαρτία του θεραπευτού που γίνεται με λογισμούς, είναι χειρότερη από την κατ’ ενέργειαν αμαρτία του υπηκόου (ξ’). Η γνώση αυτή θα τον κάνη να είναι πολύ διακριτικός και θεραπευτικός, γιατί διαφορετικά θα επιβάλη δυσβάστακτα φορτία.

Δεν είναι εύκολη η θεραπεία των ασθενών. Χρειάζεται αγάπη, πνευματική ανδρεία, γιατί κατά την πορεία της θεραπείας, θα δημιουργηθούν πολλά προβλήματα και θα γίνουν πολύ λεπτοί χειρισμοί, ακριβώς γιατί έχει να κάνη κανείς με τον λεπτό, ευαίσθητο ψυχικό κόσμο του ανθρώπου, με τις τόσο λεπτές διεργασίες. Γι’ αυτό και πρέπει ο θεραπευτής να καταβάλη «και πάσαν την σπουδήν, την αγάπην, την θέρμην, την επιμέλειαν, και την προς Θεόν ικεσίαν, επί τον λίαν πεπλανημένον, και συντετριμμένον» (οθ’). Ο άρρωστος εδώ χαρακτηρίζεται συντετριμμένος, γι’ αυτό και χρειάζονται λεπτές επεμβάσεις. Πρέπει ο θεραπευτής να έχη την ικανότητα να φανερώνη στον άρρωστο όχι απλώς τα εξωτερικά τραύματα και τα φαινόμενα, αλλά τα αίτια της ψυχικής ασθενείας, τα οποία δεν φαίνονται εξωτερικά (κβ’). Επίσης, πρέπει να διακρίνη τους προσερχομένους σε αυτόν ανάλογα με τις επιθυμίες τους, με το τί θέλουν από τον ιατρό. Να αναδέχεται την πνευματική θεραπεία των ανθρώπων, αφού ξεχωρίσει μεταξύ «γνησίων τέκνων», «εκ διγαμίας», «εκ παιδισκών» και «έτερα χαμαιρριφή». Γιατί, πράγματι, δεν ζητούν το ίδιο όλοι οι προσερχόμενοι ασθενείς. Οπόοτε, είναι απαραίτητη η διάκριση σε αυτήν την λεπτή επέμβαση που γίνεται στον ψυχικό κόσμο. Πάντως, δπως ύπογραμμίζει ο άγιος ‘Ιωάννης ο Σιναΐτης, Απαι¬τείται ολοκληρωτική προσφορά του πνευματικού θεραπευτού κατά το υπεύθυνο αυτό έργο, ήτοι απαιτείται «αναδοχή κυρίως, ψυχής δόσις, αντί υπέρ ψυχής του πλησίον κατά πάντα».
Η αναδοχή αυτή άλλοτε συνδέεται με αμαρτήματα του παρελθόντος, και άλλοτε με αμαρτήματα του μέλλοντος (νζ’). Οπότε, φαίνεται και από αυτό μόνο το έργο ότι ο θεραπευτής πρέπει να έχη πνευματική δύναμη μεγάλη.«Δυνάμεως ημίν χρεία πνευματικής, ώ τίμιε, πρό πάντων», γιατί άλλοτε θα χρειαστή να κρατήσουμε τα νήπια από το χέρι και να τα οδηγήσουμε στον ορθό δρόμο και άλλοτε θα χρειασθή τα πολύ νήπια και τους πολύ αδύνατους να τους άνυψώσουμε και κρατήσουμε στους ώμους (γ’). Όποτε, το έργο της πνευματικής πατρότητος είναι βαρύ, λεπτό, καθοριστικό, υπεύθυνο, θυσίαστικό.
Βέβαια, και εδώ πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι το έργο του πνευματικού θεραπευτού δεν γίνεται ανθρωποκεντρικά και αυτόνομα. Απαιτείται συντονισμός της θείας Χάριτος με την έλευθερία του ασθενούς. Η ίαση των ψυχικών τραυμάτων των άνθρώπων δεν γίνεται με άνθρώπινες συμβουλές και μεθόδους έργαστηρίου, αλλά με την ενέργεια του Θεού και την συνέργεια του πνευματικού θεραπευτού. Σε όλο το κείμενο του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου γίνεται λόγος γιά προσευχή, γιά επέμβαση του Θεου, γιά το ότι ο πραγματικός θεραπευτής είναι ο Θεός, αφού δικά του παιδιά είναι οι άνθρωποι. Αρχέτυπο των ανθρώπων είναι ο Θεός και όχι ο άνθρωπος. Αλλά και πάλι δεν μπορεί να ενεργήση ο Θεός, ουτε να βοηθήση ο ικανός και πεπειραμένος πνευματικός, αν δεν συνεργήση και ο άρρωστος άνθρωπος. Στην Ορθόδοξη θεραπευτική επιστήμη, όλα γίνονται με ελευθερία, ποτέ με την βία και την επιβολή.
Σε όλο το κείμενο του ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης δίνει μεγάλη σημασία στην ολοπρόθυμη και αβίαστη προσέλευση του αρρώστου, και μάλιστα στην ολοκληρωτική βοήθειά του γιά την δική του θεραπεία. Η ελευθερία του ανθρώπου είναι απαραβίαστη. Κάπου τονίζει ότι ουτε ο κυβερνήτης μπορεί να σώση το πλοίο χωρίς την συνέργεια των ναυτών, ουτε και ο ιατρός να θεραπεύση τον άρρωστο «μη πρότερον δυσωπηθείς παρ’ αυτού, και διά της του τραύματος φανερώσεως προτραπείς ολοπίστως» (λστ’). Δηλαδή, χρειάζεται εμπιστοσύνη του άρρώστου στον θεραπευτή του, παράκληση να τον συνδράμη και βέβαια οικειοθελή αποκάλυψη του τραύματος.
Σε όλη αύτήν την κίνηση υπάρχει απόλυτη ελευθερία. Γιατί, πράγματι, είναι αδύνατη η σωτηρία «εκείνων (των άρρωστων) μη συνεργούντων» (ξδ’) αυτών των ιδίων. Βέβαια, υπάρχει περίπτωση που ο άρρωστος άνθρωπος αισθάνεται την δειλία και την άδυναμία του, και γι’ αυτό προσφέρει όλη την θέληση του στον έμπειρο θεραπευτή, αλλά και σε αυτήν την περίπτωση προϋποτίθεται η ελεύθερη αυτοπροσφορά του. Οι άνθρωποι στην κατηγορία αυτή ζήτησαν «έκουσίφ βίς* ίατρεΰσαι» καί, βέβαια, σε αύτήν την περίπτωση ο άγιος ‘Ιωάννης ο Σιναΐτης συνιστά να υπακού¬σουν οι ιατροί στην ελεύθερη προσφορά των ασθενών (λα’). Πάντως, η θεραπεία δεν μπορεί να επιτευχθή έξω από την ελευθερία και το φιλότιμο των πνευματικών παιδιών, γι’ αυτό και «γνήσιος υιός, εν άπουσίαις πατρός γνωρίζεται» (νη’). Άλλωστε, όταν κάνουμε λόγο γιά θεραπεία στην ορθόδοξη παράδοση, εννοούμε το να ρυθμιστή κατάλληλα ο πνευματικός οργανισμός του άνθρωπου, ώστε να μη χρειάζεται συνεχείς παρεμβάσεις και εξαρτήσεις. Ο άνθρωπος, ελευθερωμένος από την δουλεία που θέλουν να επιβάλλουν τα κτίσματα και ο κόσμος των παθών, πορεύεται τον δρόμο της συνεχούς ανόδου και προόδου.
Συνέπεια της ελευθερίας που πρέπει να εχη ο άρρωστος άνθρωπος είναι και ο τρόπος της εξομολογήσεως. Δηλαδή, σημαντικό θεραπευτικό μέσο είναι το μυστήριο της εξομολογήσεως, κατά το οποίο ο άρρωστος, με την απόλυτη δική του ελευθερία, αποκαλύπτει τα εσωτερικά του τραύματα. Στο σημείο αυτό ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης είναι πολύ εκφραστικός. Βέβαια, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι υπάρχουν δύο είδη εξομολογήσεως, ήτοι η φανέρωση των ψυχικών τραυμάτων γιά να τύχουν της θεραπευτικής επεμβάσεως, αλλά και η εξαγόρευση των λογισμών, ώστε ο άνθρωπος να λάβη πνευματική κατεύθυνση.
Ο άγιος Ιωάννης προσφέρει πολύ σημαντικές πληροφορίες για την εξομολόγηση. Κατ’ αρχάς η έξαγόρευση πρέπει να γίνεται με την απόλυτη ειλικρίνεια και ελευθερία του ασθενούς, γιατί τότε προσφέρεται αποτελεσματική βοήθεια. «Γίνεται γάρ αυτοίς και διά της προς ημάς εξαγορεύσεως ου μετρία συγχώρησις». Και αυτό συνδέεται με το ότι, όπως συμβουλεύει, και αν ακόμη ο πνευματικός θεραπευτής εχη το προορατικό χάρισμα και δι’ αυτού γνωρίζει τα ψυχικά τραύματα, δεν πρέπει να τα αποκαλύπτη, αλλά να αφήνη τον ίδιο τον προσερχόμενο να τα εξομολογήται.
Σε μιά τέτοια περίπτωση «δι’ αινιγμάτων (με διαφόρους πλάγιους τρόπους) αυτούς εις την έξομολόγησιν προτρεψώμεθα». Επίσης, πρέπει να υπάρχη διαρκές ενδιαφέρον μετά την εξομολόγηση, αφού, όπως διδάσκει ο άγιος Ιωάννης, πρέπει να τους προτρέψουμε να έχουν και μετά την έξομολόγηση μεγαλύτερη παρρησία σε μας. Αλλά και ο πνευματικός θεραπευτής πρέπει να δείχνη τον εαυτό του υπόδειγμα ταπεινώσεως, να υπομένη, εκτός, βέβαια, από την ανυπακοή, και να τους εκπαιδεύη να έχουν σεβασμό απέναντί του (πδ’). Φαίνεται καθαρά από το κείμενο αυτό ότι η εξομολόγηση δεν είναι εύκολο πράγμα, αλλά γίνεται μέσα στά πλαίσια της ελευθερίας, της αγάπης, της ταπεινώσεως, του σεβασμού και της υπομονής. Και αυτό συμβαίνει γιατί η αποκάλυψη του εσωτερικού κόσμου απαιτεί λεπτούς χειρισμούς, είναι μιά πολύ δύσκολη και επαχθής εργασία.
Ο άγιος Ιωάννης δίνει και άλλες λεπτομερείς οδηγίες γι’ αυτήν την διακριτική και υπεύθυνη αποστολή. Ο άρρωστος πρέπει να παρακινήται στο να αποκαλύπτη ακριβώς το είδος της αμαρτωλής πράξεως που διέπραξε. Και αυτό γιά δύο λόγους, πρώτον γιά να μην αποκτά παρρησία έναντι του θεραπευτού και δεύτερον γιά να διεγείρη την αγάπη του θεραπευτου γνωρίζοντας τα αμαρτήματα που ανέλαβε (με’). Φαίνεται εδώ ότι η σχέση μεταξύ θεραπευτου και θεραπευομένου είναι αρκετά λεπτή και είναι δυνατόν να χαθή η δυνατότητα ανοιχτης επικοινωνίας μεταξύ των δύο, ή με την πολλή παρρησία του θεραπευομένου ή με την έλλειψη της αγάπης του θεραπευτού, οπότε χρειάζεται πολλή προσοχή γιά να διαφυλάσσεται ο σεβασμός του θεραπευομένου και η μεγάλη αγάπη του θεραπευτοΰ.
Όμως και αυτή η εξαγόρευση των εσωτερικών τραυμάτων «κατ’ είδος» έχει τα περιοριστικά της όρια. Ο θεραπευτής δεν πρέπει να εισέρχεται βίαια και ανελεύθερα στην εσωτερική κατάσταση της προσωπικότητος του θεραπευομένου. Δεν χρειάζεται να γίνεται λεπτομερειακός εξεταστής της προσωπικότητος του άλλου. Λέγει ο άγιος Ιωάννης: «δρα μη γίνου ακριβής των ελαχίστων εξεταστής, και ουκ έση λοιπόν Θεού μιμητής» (μθ’). Ο Θεός δεν καταργεί την ελευθερία του ανθρώπου, και δεν εξετάζει τις λεπτομέρειες της ζωής του. Οπότε, μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να κινήται και ο θεραπευτής, γιατί διαφορετικά χάνει την θεομιμησία, δεν κάνει το έργο του κατά Θεόν. Επίσης, δεν πρέπει ο ψυχικά άρρωστος άνθρωπος να κάνη λεπτομερείς περιγραφές των σαρκικών παραπτωμάτων, όπως πρέπει να κάνη σε άλλες περιπτώσεις. Δηλαδή, γιά άλλα άμαρτήματα απαιτείται πλήρης περιγραφή, γιατί έτσι θα μπορέση να καταλάβη και τα εσωτερικά αίτια μιάς πράξεως, όμως γιά τα σαρκικά αμαρτήματα δεν πρέπει να είναι αναλυτικός: «Νουθέτει τους υπηκόους τα μεν σωματικά και λάγνα μη κατ’ είδος εξαγορεύειν τα δε λοιπά πάντα κατ’ είδος νύκτωρ τε και μεθ’ ημέραν ανακινείν τω νοΐ πλημμελήματα» (ξα’). Και το λέγει αυτό ο άγιος Ιωάννης, διότι όταν ο άρρωστος κάνη λεπτομερείς αναλύσεις, κατά κάποιον τρόπο ηδονίζεται και ευχαριστείται με την ανάμνηση, οπότε διενεργούνται λεπτές διεργασίες και αλλοιώσεις στον εσωτερικό του κόσμο.
Φυσικά, υπογραμμίζει και το απόρρητο της εξομολογήσεως, αφού δεν είναι επιτρεπτό ο θεραπευτής να ανακοινώση σε άλλους το περιεχόμενο της εξαγορεύσεως του εξομολογουμένου. Ο θεραπευτής δεν πρέπει να φανερώνη τις ψυχικές αποκαλύψεις που του έκαναν οι άλλοι. Αυτό το θέτει σε βάση θεολογική και σωτηριολογική, αφού αφ’ ενός μέν ο Θεός δεν αποκαλύπτει την εξομολόγηση που άκουσε, αφ’ ετέρου δε γιατί μιά ενδεχόμενη άποκάλυψη δημιουργεί τεράστια σωτηριολογικά προβλήματα στους εξομολογουμένους, αφού σε τέτοια περίπτωση «αυτούς ανίατα νοσείν παρασκευάση» (πγ’).
Θά πρέπη όμως στην συνέχεια να δούμε γιά λίγο και τους τρόπους τους όποιους θα χρησιμοποιή ο καλός θεραπευτής, αφού υπάρχει διαφορά των προσερχομένων, από άποψη πνευματικής ηλικίας, τρόπου ζωής, ψυχικών ασθενειών κλπ. Ο πεπειραμένος πνευματικός ιατρός πρέπει να γνωρίζη όλα αυτά, γιατί διαφορετικά διαστρεβλώνεται ο τρόπος και η μέθοδος θεραπείας, καταργείται η ελευθερία του ανθρώπου.
Ο θεραπευτής πρέπει να γνωρίζη «εν ποίοις, και πώς, και πότε» πρέπει να εφαρμόζωνται διάφορες παραγγελίες της Αγίας Γραφής (κθ’). Ο χρόνος και ο τρόπος ζωής των ανθρώπων παίζουν σπουδαίο ρόλο γιά την μέθοδο θεραπείας τους. Όπως ο στρατηγός, έτσι και ο Ποιμήν πρέπει σαφώς να γνωρίζη «την εκάστου των ερχομένων στάσιν και τάξιν» (λε’), γιατί υπάρχει διαφορά μεταξύ πνευματικής ηλικίας και άλλοι χρειάζονται γάλα, και άλλοι στερεά βρώματα, αφού, άλλωστε, «καιρός παρακλήσεως» (νδ’). Οι άνθρωποι έχουν πολλές διαφορές μεταξύ τους, αφού «πολύ το ποικίλον και το διάφορον κέκτηνται». Γι’ αυτό οι υπεύθυνοι γιά την μαρτυρική αυτή διακονία, την θεραπεία των ανθρώπων, πρέπει να λαμβάνουν υπ’ όψη τους«και τους τόπους, και τας αναβιώσεις (ανατροφή), και τας έξεις (τις συνήθειες)» (μστ’). Ακόμη δε είναι διαφορετικές οι προσελεύσεις των ανθρώπων,γι’ αυτό και κάθε άνθρωπος θέλει την δική του αντιμετώπιση (μδ’).
Είναι σημαντικός ένας λόγος του άγιου Ιωάννου του Σιναΐτου, σύμφωνα με τον οποίο ο θεραπευτής δεν πρέπει να εργάζεται με την δικαιοσύνη ούτε να φροντίζη να αποδίδη πάντοτε το δίκαιο, γιατί δεν αντέχουν όλοι οι άνθρωποι το ίδιο. Και παρουσιάζει τον τρόπο που αντιμετώπισε ένας σοφός και διακριτικός Γέροντας την περίπτωση δύο αδελφών, οι οποίοι προφανώς μάλωσαν μεταξύ τους. Ο ένας ήταν ένοχος, αλλά περισσότερο αδύνατος, και ο πνευματικός εκείνος θεραπευτής τον ανεκήρυξε αθώο. Ο άλλος ήταν αθώος, αλλά επειδή ήταν δυνατός και ανδρείος, τον κατεδίκασε ως ένοχο, και αυτό «ίνα μη διά δικαιοσύνης πλείον το σχίσμα γένηται». Βέβαια, ιδιαιτέρως μίλησε ανάλογα στον καθένα, ιδίως στον ψυχικά ένοχο (π’). Βλέπει κανείς εδώ ότι η θεραπεία των ανθρώπων δεν γίνεται με βάση τα δικαστήρια και την απονομή της δικαιοσύνης, αλλά με βάση την ιατρική επιστήμη, δηλαδή τις δυνατότητες που έχει κάθε άνθρωπος.
Η γνώση που πρέπει να διαθέτη ο θεραπευτής γιά να θεραπεύση τις ψυχικές ασθένειες των προσερχόμενων είναι, απαραίτητη, γιατί συνδέεται στενά με τους τρόπους της θεραπείας και τα φάρμακα τα όποια θα δώση. Δεν απαιτείται μόνον σωστή διάγνωση, ούτε γνώση της ιδιαιτερότητος κάθε ανθρώπου, αλλά ακόμη και σωστή χορήγηση των φαρμάκων. Θα δούμε μερικούς τρόπους θεραπείας, όπως τους παρουσιάζει ο άγιος Ιωάννης, ο έμπειρος αυτός καθοδηγητής των ψυχών.
Η χορήγηση των πνευματικών φαρμάκων συνδέεται στενά με την συμπάσχουσα καρδία του θεραπευτού. Δηλαδή, ο πνευματικός θεραπευτής συμμετέχει στον πόνο και την ψυχική κατάσταση του αδελφού. Ο Ηγούμενος πρέπει σαφώς να γνωρίζη «το πάσι κατά την εαυτών αξίαν προσπάσχειν και συνδιατίθεσθαι» (ιδ’). Μόνον μέσα από την «συμπάσχουσα καρδία» γίνεται αποτελεσματική θεραπεία. Ο πόνος του άλλου γίνεται δικός του πόνος και ο ίδιος πάσχει με την κατάσταση του αρρώστου. Δεν πρόκειται γιά μιά αντικειμενοποιημένη ιατρική, αλλά γιά μιά πολύ προσωποποιημένη. Η πνευματική επέμβαση γίνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μεταβάλη τους πονηρούς μοναχούς σε απλούς και όχι οι απλοί και ευθείς μοναχοί να γίνωνται πονηροί και πολύπλοκοι στους λογισμούς (ε’). Απαιτείται ιδιαιτερότητα και σύνεση.
Σ’ ένα θαυμάσιο κείμενο, έχοντας υπ’ όψη του τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν οι ιατροί της εποχής εκείνης γιά να θεραπεύσουν τις σωματικές ασθένειες, τα προσαρμόζει και στον τρόπο της επεμβάσεως σε ψυχικά τραύματα και νοσήματα. Ο πνευματικός θεραπευτής πρέπει να χρησιμοποιή ποικίλους τρόπους, ανάλογα με τις ασθένειες των ανθρώπων. Γιά σωματικά πάθη τα οποία φαίνονται χρησιμοποιεί «έμπλαστρον», γιά θεραπεία εσωτερικών παθών που δεν φαίνονται και γιά κάθαρση του εσωτερικού κόσμου χρησιμοποιεί «πόσιν», δηλαδή ιατρικό υγρό,γιά καθάρισμα του ψυχικού όφθαλμού «κολλύριον», και γιά χειρουργική επέμβαση, όταν πρόκειται να καθαρίση κάποια σαπίλα χρησιμοποιεί «ξυρίον», δηλαδή ξυράφιο και «φλεβότομον» και «μάχαιραν». Όμως, δεν αρκείται στην επέμβαση και την χρησιμοποίηση των καταλλήλων εργαλείων, αλλά χρησιμοποιεί διάφορα εργαλεία και φάρμακα, κατά την διάρκεια της επεμβάσεως, και μετά από αυτή, ήτοι «σπόγγον», δηλαδή δρόσισμα του ασθενούς με γλυκά και ήπια και απλά λόγια, «καυτήρα», δηλαδή κανόνα και επιτίμιο από αγάπη γιά ένα μικρό χρονικό διάστημα, «άλειμμα», δηλαδή αλοιφή, ήτοι ένα λόγο ή μιά παρηγοριά γιά την ανακούφιση του ασθενούς, «υπνωτικόν», δηλαδή να σηκώση ο θεραπευτής το φορτίο του υποτακτικού, ώστε να έχη ο υποτακτικός «τύφλωσιν οσίαν» και να μή βλέπη τα καλά έργα. Βέβαια, υπάρχουν περιπτώσεις που ο θεραπευτής πρέπει να χρησιμοποιή «μάχαιρα», ώστε να αποκόπτη ένα μέλος σεσηπός γιά την ωφέλεια των άλλων αδελφών (ιβ’).
Φαίνεται καθαρά, όπως το περιγράφει ο άγιος Ιωάννης, ότι ποικίλουν τα φάρμακα και τα εργαλεία. Άλλοτε απαιτείται θεραπεία, άλλοτε εκκένωση των βρωμάτων, άλλοτε χειρουργική επέμβαση και άλλοτε εκτομή. Αλλά και η χειρουργική επέμβαση πρέπει να γίνεται με διακριτικότητα, χωρίς να προκαλή πόνο στον ασθενή.
Τα φάρμακα που δίνονται στους ψυχικά αρρώστους πρέπει να είναι ανάλογα με την πνευματική τους κατάσταση. Συνιστά: «σκοπείν δε μάλλον και προσφυώς αρμόζειν τα φάρμακα». Σ’ εκείνους που αμάρτησαν πάρα πολύ πρέπει να προσφέρεται παρηγορία γιά να μη πέσουν στην απόγνωση, στους υπερηφάνους και εγωιστάς χρειάζεται στενή και τεθλιμένη όδός
Γιά άλλους πρέπει ο θεραπευτής να προσεύχεται με πολλή νήψη (η1, θ’), σε άλλους θα προσφέρη τον λόγο του και την διδασκαλία του (ζ’), άλλους θα ελέγχη και θα τους προκαλή και λίγο πόνο «ίνα μη μακροχρονίση, ή τελευτήση εκ σιωπής επαράτου» (κστ’, κζ’). Άλλους ωφελεί η της «εξόδου υπόμνησις» (πα’), άλλους άλλα, και όλη η κοινότητα ωφελείται από την «ατιμία», δηλαδή από τον έλεγχο κάποιου που αντέχει (πβ1), άλλοι χρειάζονται βαρύτατα επιτίμια (νη’). Ο θεραπευτής δίνει στον καθένα ανάλογα με το τί θα τον ωφελήση πνευματικά. Διαφορετικός είναι ο τρόπος προσευχής που καθορίζεται στον καθένα. Ακόμη δε διαφορετική είναι η δίαιτα που χορηγείται. Μάλιστα, χρησιμοποιώντας την διαγωγή ενός πεπειραμένου Ηγουμένου, λέγει ότι προτιμούσε να εκδιώξη κάποιον από το Μοναστήρι, γιατί έτσι θα ωφεληθή ο ίδιος περισσότερο, παρά να παραμένη στό Μοναστήρι και εν όνόματι μιας φιλανθρωπίας και συγκαταβάσεως να μένη στό θέλημά του (δ’).
ΟΌ κάθε άνθρωπος βοηθείται και ωφελείται διαφορετικά. Στον ένα, όταν ανάψη ο θείος έρως, δεν ισχύει ο φόβος των λόγων. Στον άλλον, η παρουσία του φόβου της κολάσεως δημιούργησε υπομονή σε όλους τους κόπους, και στον άλλον η ελπίδα της Βασιλείας των Ουρανών τον οδήγησε στην περιφρόνηση όλων των επιγείων (λδ’).
Είναι σαφές με όσα προηγήθηκαν ότι ο τρόπος θεραπείας είναι μιά σταυρική διακονία, δεν είναι μιά επιπόλαια πράξη. Η  ιδιαιτερότητα κάθε ανθρώπου, αλλά και η ιδιοσυγκρασία του απαιτούν διαφορετική αντιμετώπιση, κυρίως απαιτούν διεισδυτικό, ευαίσθητο, πεπειραμένο πνευματικό ιατρό, ο οποίος όχι μόνον θα κάνη ορθή διάγνωση και ορθή θεραπεία, αλλά κυρίως θα είναι έτοιμος να συμπάσχη με τον ασθενή, να αισθάνεται πάνω στην δική του ψυχή, αλλά και στο σώμα του τον πόνο και την οδύνη του αρρώστου, και βέβαια, θα είναι πρόθυμος να αίρη τον σταυρό της πνευματικής καθοδηγήσεως. Η πνευματική ιατρική επιστήμη δεν είναι μιά εγκεφαλική διακονία, αλλά μιά μαρτυρική ζωή, κατά το πρότυπο του Χριστού και πάντων των άγιων, όπως και του Προφήτου Μωϋσέως, που καθοδηγούσε με πόνο έναν σκληροτράχηλο λαό.
5. Προϋποθέσεις θεραπείας
Μέχρι τώρα έγινε λόγος γιά το τί άκριβώς είναι ή πνευματική ασθένεια, ποιός είναι ο κατάλληλος θεραπευτής, τί είναι η θεραπεία και βεβαίως πώς επιτυγχάνεται. Απομένει να υπογραμμισθή ότι η θεραπεία του ανθρώπου δεν έγκειται απλώς σε μιά ψυχολογική υποστήριξη και μιά ατομικιστική πράξη, αλλά κυρίως και πρό παντός είναι πορεία γιά να φθάση ο άνθρωπος από την άτομικότητά του στην προσωπική σχέση, από την φιλαυτία στην φιλοθεΐα και την φιλανθρωπία, από την ιδιοτελή στην ανιδιοτελή αγάπη. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο η θεραπεία γίνεται μέσα σ’ ένα ορισμένο πνευματικό κλίμα.
Η Εκκλησία, η οποία εκλαμβάνεται ως οικογένεια, άλλά και πνευματικό Νοσοκομείο… είναι ο κατάλληλος χώρος της εξασκήσεως της θεραπευτικής αγωγής. Ήδη έχει εντοπισθεί ότι οι ψυχικές ασθένειες είναι αποτέλεσμα της απώλειας της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό, τον συνάνθρωπο, τον εαυτό του και ολόκληρη την κτίση. Η πτώση του άνθρώπου συνδέεται στενώτατα με την απώλεια της σχέσης. Επομένως, η θεραπεία έγκειται στην απόκτηση της πραγματικής σχέσης με τον Θεό, τον συνάνθρωπο, τον εαυτό του και την κτίση. Αυτό πραγματοποιείται μέσα στον χώρο της Εκκλησίας.
Το όλο κείμενο του άγιου Ιωάννου του Σιναΐτου που μελετάμε, προϋποθέτει ένα κοινόβιο, ένα Μοναστήρι. Αναφέρεται σ’ έναν Ηγούμενο, που είναι ο Ποιμήν, και του όποιου έργο είναι η θεραπεία των ψυχικών και σωματικών παθών των μοναχών. Στο σημείο αυτό δεν πρέπει να επιμείνουμε πολύ, γιατί και μιά απλή άνάγνωση του κειμένου «πρός Ποιμένα» το επιβεβαιώνει.
Απλώς θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι ο άγιος Ιωάννης κάνει λόγο γιά προσοχή στην υποδοχή των «θρεμμάτων» (πθ’), ώστε να θέλουν να ενταχθούν στην ποίμνη έχοντας αγνή διάθεση και ζήλο γιά την σωτηρία τους. Η κατάλληλη ηλικία προσελεύσεως θεωρείται απαραίτητη, ώστε να μήν υπάρχη μεταμέλεια αργότερα, μετά την αποδοχή του μοναχικού σχήματος (ο’). Αλλά καίτοι οι μοναχοί ζούν σε μιά ορισμένη κοινότητα, εν τούτοις πρέπει να υπάρχη και η δυνατότητα της ελευθερίας ανάλογα με τις ήλικίες. Ο προεστώς πρέπει να προσέχη το θέμα αυτό, γιατί άλλωστε «αι καταστάσεις και κατοικήσεις προς τας σωματικάς ηλικίας διάφοροι» (ξθ’). Επίσης, απαιτειται ιδιαίτερη προσοχή, γιατί η συγκατοίκηση των αγωνιστών με τους ραθύμους δημιουργούν πολλούς κινδύνους (ξγ’).
Επομένως, η κοινότητα, τό κοινόβιο, το Μοναστήρι, εκλαμβάνεται ως μία θεραπευτική κοινότητα, μέσα στην οποία ο άνθρωπος εντάσσεται γιά την θεραπεία του, γιά να γίνη πρόσωπο, αλλά και να αποκτήση ουσιαστική κοινωνία με τούς άλλους. Στην θεραπευτική αυτή κοινότητα υπάρχει ο ειδικός θεραπευτής, αλλά και άλλοι πνευματικοί αδελφοί, οι οποίοι βοηθούν τους παρευρισκομένους αδελφούς.
Τό επίκεντρο όμως της κοινότητος δεν είναι ο άνθρωπος, δηλαδή η κοινότητα δεν συγκροτείται σε ανθρωποκεντρικό επίπεδο. Κέντρο είναι ο Θεός, αφού και αυτός ο ποιμήν-ηγούμενος ενεργεί την αποστολή του με την δύναμη και ενέργεια του Θεού. Έτσι, λοιπόν, η κοινότητα που έχει υπ’ όψη του ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης είναι Μοναστήρι, το κέντρο είναι ο Ιερός Ναός, μέσα στό οποίο τελείται η θεία Ευχαριστία, αυτή η κατ’ εξοχήν κοινωνική πράξη, αφού δι’ αυτής αποκτούμε ενότητα με τον Θεό, τους αδελφούς και με όλη την κτίση, και βέβαια, η όλη λατρεία που γίνεται μέσα στον Ιερό Ναό. Σε κάποιο σημείο ο άγιος Ιωάννης αναφέρει ότι κάποιος από τους θεοφιλείς ανθρώπους του είπε ότι «πάντοτε μέν, μάλιστα δε εν ταίς ετησίοις και Δεσποτικαίς εορταίς, ο Θεός τους εαυτού θεράποντας δωρεαίς αμείβεται» (ιζ’). Εδώ φαίνεται ότι δεν πρόκειται γιά μιά ουμανιστική θεραπεία, γιά μιά ψυχολογική ισορροπία, αλλά γιά δωρεές που προέρχονται από τον Θεό και μάλιστα κατά την διάρκεια των Δεσποτικών εορτών. Προϋποτίθεται λατρευτική σύναξη των μελών της Εκκλησίας. Μάλιστα δε η πορεία του ανθρώπου προς την ένωσή του με τον Θεό εκλαμβάνεται μέσα από την εικόνα της θείας Ευχαριστίας (γ1).
Η ύπαρξη της κοινότητος και η τέλεση της θείας Εύχαριστίας και της λατρείας συνδέεται αναπόσπαστα με ένα άλλο άπαραίτητο στοιχείο της θεραπεία τού ανθρώπου και αυτό είναι η δογματική αλήθεια της Εκκλησίας, τα δόγματα και η λεγομένη πίστη. Ο άγιος Ιωάννης θα συστήση στον Ποιμένα: «Πίστεως απαθούς, και δογμάτων ευσεβών πρό πάντων κλήρου ο μίαν τοις υιοίς καταλίμπανε· ίνα μη μόνον τους υιούς, αλλά και τα εκγονά σου Κυρίω δι’ οδού ορθοδοξίας προσαγάγεις» (ζ’). Η Ορθοδοξία συναπαρτίζεται και συνίσταται από την απαθή πίστη και τα ευσεβή δόγματα. Διά της ορθοδόξου αυτής πίστεως προσάγει κανείς στον Κύριο όχι μόνον τα πνευματικά του τέκνα, αλλά και τα εγγόνια. Και βέβαια αυτή είναι η μεγαλύτερη πνευματική κληρονομιά.
Επομένως, οι τρεις αυτοί παράγοντες είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις γιά την θεραπεία του ανθρώπου, ήτοι η Κοινότητα-Εκκλησία, η Εύχαριστία-λατρεία, και η Ορθοδοξία (απαθής πίστη, ευσεβή δόγματα). Αλλά και αυτός ακόμη ο ησυχαστής και ερημίτης δεν αποδεσμεύεται από την κοινότητα, διότι ή είχε ζήσει προηγουμένως σε μιά κοινότητα, ή ακόμη εμπνέεται από αυτήν, γιατί ζη μέσα στο πνεύμα της κοινότητος. αφού, αγαπώντας τον Θεό και έχοντας κοινωνία μαζί Του, έχει κοινωνία με όλο τον κόσμο, και βέβαια αισθάνεται την ανάγκη να εκκλησιασθή και να κοινωνήση του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Το γεγονός πάντως είναι ότι όταν ο άνθρωπος κατορθώση να γνωρίση τα βάθη της υπάρξεώς του και το κακό που βρίσκεται εντός του, και μάλιστα όταν, με την Χάρη του Θεού και την βοήθεια του εμπείρου πνευματικού ιατρού, θεραπευθή ψυχικά, τότε γνωρίζει το βάθος του κακού, αλλά και το ύψος της λυτρώσεως. Είναι αρκετό να ζήση κανείς την πτώση και την ανάσταση μέσα στά έγκατα της υπάρξεώς του, γιατί τότε γνωρίζει όλον τον κόσμο.
6. Συμπέρασμα
Η θεραπεία του άνθρώπου είναι το σπουδαιότερο έργο που μπορεί να επιτελεσθή πάνω στην γη. Ο άγιος Ιωάννης θα πη: «μη μακάριζε τους χρήματα προσφέροντας, μακάριε· αλλά τους πρόβατα λογικά Χριστώ ανατιθέντας». Δεν υπάρχει άλλο πιό ευπρόσδεκτο δώρο στον Χριστό από«το ψυχάς λογικάς διά μετανοίας προσφέρειν». Και αυτό γιατί ολόκληρος ο κόσμος δεν αξίζει όσο μία ψυχή, αφού «ο μέν παρέρχεται, η δε άφθαρτος και έστι και διαμένει» ().
Ο θεραπευτής με την καθαρότητά του, που δεν είναι έργο δικό του, αλλά δώρο του Θεού, αποσμήχει (σπογγίζει) τον ρύπο των άλλων, αποδεικνύει τον εαυτό του «συνεργόν των ασωμάτων και νοερών Δυνάμεων», αφού αυτό είναι το δικό τους έργο (οη’).
Τελικά οι άνθρωποι σήμερα ζητούν την θεραπεία, όπως την περιγράφει και την παρουσιάζει ο άγιος ‘Ιωάννης ο Σιναΐτης, και την προσφέρει η Ορθόδοξη Εκκλησία. Και όταν αναζητά την δικαιοσύνη, την ειρήνη, την ισότητα μεταξύ των ανθρώπων, στο βάθος ζητά την θεραπεία, δηλαδή την σωστή σχέση του με τον Θεό, τους άλλους, τον εαυτό του και την κτίση. Τα παράπονα, οι μεμψιμοιρίες του, οι συνεχείς γογγυσμοί, οι «γκρίνιες» δημιουργούνται γιατί στό βάθος του ο άνθρωπος δεν ζη την πληρότητά του. Και βέβαια, γιά το έργο αυτό είναι απαραίτητη η παρουσία ενός ευαίσθητου, υπομονετικού πνευματικού, ο οποίος να είναι ο ίδιος ψυχικά ελεύθερος, να σέβεται απόλυτα την ελευθερία του άλλου, και να τον οδηγή πράγματι στην ελευθερία του πνεύματος και όχι σε ιδιοτελείς δικές του επιδιώξεις.
«Μεταξὺ Δύο Αἰώνων», Ἱεροθέου, Μητροπολίτου Ναυπάκτου, σελ. 321-334.

Τα δύο άλογα

Ακριβώς πάνω από τον δρόμο μου είναι ένα χωράφι με δύο άλογα.
Από μία απόσταση, κάθε άλογο φαίνεται φυσιολογικό.
Αλλά εάν σταματήσεις το αυτοκίνητό σου, ή περπατήσεις κοντά, θα παρατηρήσεις κάτι καταπληκτικό…
Το κοίταγμα στα μάτια του ενός αλόγου θ” αποκαλύψει ότι είναι τυφλό.
Ο ιδιοκτήτης του διάλεξε να μην το εξαλείψει, αλλά έφτιαξε ένα καλό σπίτι γι” αυτό.
Αυτό από μόνο του είναι καταπληκτικό.
Εάν σταθείς κοντά και αφουγκραστείς, θ” ακούσεις τον ήχο κάτι σαν μιας καμπάνας.
Κοιτώντας γύρω για την πηγή του ήχου θα δεις ότι προέρχεται από το μικρότερο άλογο στο χωράφι.
Προσκολλημένο στο καπίστρι του αλόγου είναι ένα κουδουνάκι. Επιτρέπει στον τυφλό φίλο να ξέρει πού είναι το άλλο άλογο, έτσι ώστε να μπορεί ν” ακολουθεί.
Καθώς στέκεσαι και παρατηρείς αυτούς τους δύο φίλους, θα δεις ότι το άλογο με το κουδούνι πάντα ελέγχει το τυφλό άλογο και ότι το τυφλό άλογο πάντα ακούει το κουδουνάκι και μετά προχωρά αργά προς το μέρος του άλλου αλόγου εμπιστευόμενο ότι δεν θα ξεστρατίσει.
Όταν το άλογο με το κουδούνι επιστρέφει στο σκέπαστρο της σιταποθήκης κάθε βράδυ, σταματά περιστασιακά και κοιτά πίσω, για να βεβαιωθεί ότι ο τυφλός φίλος δεν είναι πολύ μακριά πίσω για ν” ακούσει το κουδούνι. >>

Όπως ο καλός ιδιοκτήτης αυτών των δύο αλόγων, ο Θεός δεν μας πετά, γιατί μας αγαπά, όταν έχουμε προβλήματα ή προκλήσεις. Μας παρακολουθεί όμως και μάλιστα φέρνει άλλους στις ζωές μας για να μας βοηθήσουν όταν είμαστε σε ανάγκη..
Μερικές φορές είμαστε το τυφλό άλογο οδηγούμενοι από το κουδουνάκι αυτών που ο Θεός τοποθετεί στις ζωές μας Άλλες φορές είμαστε το άλογο οδηγός, βοηθώντας άλλους να βρουν τον δρόμο τους.. Οι καλοί φίλοι είναι σαν αυτό…
Μπορεί να μην τους βλέπεις πάντοτε, αλλά ξέρεις ότι είναι πάντα εκεί.
Παρακαλώ άκου προσεκτικά για το δικό μου κουδούνι και θα ακούσω προσεκτικά για το δικό σου. Και θυμήσου…
Να είσαι πιο καλός (με τους άλλους) από ό,τι είναι απαραίτητο.
Καθένα που γνωρίζεις αγωνίζεται σε κάποιο είδος μάχης.
Ζήσε απλά. Αγάπησε γενναιόδωρα. Νιάξου βαθιά. Μίλα καλοσυνάτα…
Γίνε όργανο του Θεού, της Αγάπης. Της σταυρωμένης Αγάπης!
Και άσε τα υπόλοιπα στο Θεό! Στη σαρκωμένη Αγάπη των ημερών!

Καλή Μεγαλοβδομάδα. Καλή Ανάσταση!

Πηγή 

«Είτε ζούμε, είτε πεθαίνουμε είμαστε του Θεού». Ομιλία του Γέροντα Μακάριου Μαρουδά

Σήμερα,
Κυριακή 29 Μαρτίου 2015, το απόγευμα τελέσθηκε στον Μη­τρο­πο­λι­τι­κό Να­ό του
Α­γί­ου Νι­κο­λά­ου στην Αλεξανδρούπολη, ο Στ’ Κατανυ­κτι­κός Ε­σπε­ρι­νός της
Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στής. Πριν από το τέ­λος του Ε­σπε­ρι­νού ανέπτυξε την
ομιλία του ο προσκεκλημένος Αγιορείτης Ιερομόναχος Μακάριος, Γέροντας του Ιερού
Χιλιανδαρινού Κελλιού Γέννησης της Θεοτόκου (Μαρουδά), η οποία είχε ως θέμα:
«Είτε ζούμε, είτε πεθαίνουμε είμαστε του Θεού».

 

Η ομιλία του Γέροντα Μακάριου:



Σεβασμιότατε
…….Πατέρες
και αδελφοί, ιερόν εκκλησίασμα.
…….Με
τη Χάρη και τη βοήθεια Του Θεού, ανταμώνουμε και πάλι μετά από ένα χρόνο, εδώ
στη Μητρόπολή μας. Κάθε χρόνο, όλο και κάποιοι απουσιάζουν από την συνάθροισή
μας αυτή. Γι  αυτούς που έφυγαν ο χρόνος τελείωσε, μπήκαν στην
αιωνιότητα. Συνήθως ευχόμαστε ελαφρύ το χώμα που τους σκεπάζει, ειρήνη στη
μακαρία ψυχή τους και αιωνία η μνήμη.
…….Όπως
έφυγαν αυτοί έτσι αργά ή γρήγορα θα τους ακολουθήσουμε κι εμείς. Το αιωνία η
μνήμη δεν περιορίζεται στη «χρονική» μνήμη όσων μένουν πίσω πάνω στη γη, αλλά
ευχόμαστε να μετέχουν της Αιωνιότητας κοντά Στον Αιώνιο χωρίς αρχή και τέλος
Θεό. Από Το Θεό ξεκινάει ο άνθρωπος και στον Θεό καταλήγει.
…….Προ
ετών είχε μεταβεί στην Αγγλία για εξετάσεις και θεραπεία ένας καρκινοπαθής
μοναχός και συναντήθηκε με τον Άγιο Γέροντα Σωφρόνιο στο Μοναστήρι του Τιμίου
Προδρόμου στο Έσσεξ. Εξέθεσε ο μοναχός την κατάστασή του στον Γέροντα
παρακαλώντας τον να προσευχηθεί. Εκτός της υπόσχεσης ότι θα προσευχηθεί, η μόνη
κουβέντα που του είπε ο γερο-Σωφρόνιος ήταν: «αδελφέ είτε ζώμεν είτε
αποθνήσκομεν του Κυρίου εσμέν.»
…….Στην
προς Ρωμαίους Επιστολή του ο Απόστολος Παύλος γράφει: ο καθένας από εμάς, (που
πιστεύουμε στο Χριστό), δεν ζει για τον εαυτό του και κανένας δεν πεθαίνει για
τον εαυτό του, γιατί και αν ζούμε για τον Κύριο ζούμε και αν πεθαίνουμε για τον
Κύριο πεθαίνουμε, είτε λοιπόν ζούμε είτε πεθαίνουμε του Κυρίου είμαστε.
…….Μας
προβληματίζει ο θάνατος, μας τρομοκρατεί η ιδέα του θανάτου γιατί στην ουσία
δεν ζούμε. Λέμε ότι είμαστε χριστιανοί και είμαστε τυπικά,  μέλη της
Μιας Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας που έχει όλη την αποκεκαλυμμένη
Αλήθεια. Βιώνουμε όμως αυτή τη ζωή, ή επιβιώνουμε καλύπτοντας «χριστιανικά» τις
θρησκευτικές μας ανάγκες;
…….Ο
Χριστός είναι η Οδός η Ζωή και η Ανάσταση. Μας έδειξε ο Χριστός τον δρόμο, την
οδό που είναι η αγάπη, η μεταξύ μας κοινωνία. Με το θάνατο καταργεί τα
αποτελέσματα της ανθρώπινης πτώσης από τον παράδεισο, «ίνα μη το κακό αθάνατο
γένηται», και με την ανάσταση μας παίρνει αιωνίως κοντά
Του.
Θλιβόμαστε και θρηνούμε για το θάνατο αγαπημένων προσώπων. Σίγουρα δεν είναι
ευχάριστος ο αποχωρισμός από αγαπημένα πρόσωπα και πονάμε και συναισθηματικά.
Κατά βάθος όμως θρηνεί ο καθένας το δικό του θάνατο. Θρηνούμε γιατί
αισθανόμαστε μόνοι. Ούτε Του Κυρίου Ιησού αισθανόμαστε να είμαστε ούτε και των
αδελφών μας. Το πρόβλημα είναι ότι αγωνιζόμαστε για την ατομική μας
«τακτοποίηση» και σωτηρία. Σώος, ολόκληρος –το να πετύχει κανείς τη σωτηρία του
– δεν γίνεται κανείς από μόνος του. Η σωτηρία, η ολοκλήρωση είναι πάντα σε
σχέση με το Θεό και τους συνανθρώπους μας. Συνεχώς δέεται και προτρέπει η
Εκκλησία μας σε όλες τις Ακολουθίες: «Εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν
ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Από μόνος του ο καθένας μας είναι πολύ λίγος.
…….Υπάρχει
μια ρωσική ταινία, «Ο Ιερέας», που αναφέρεται στην περίοδο της γερμανικής
εισβολής στη Ρωσία το 1943 που ο Στάλιν θέλοντας να συνασπίσει το λαό
παραχώρησε κάποιες θρησκευτικές ελευθερίες. Αναφέρω ένα κομμάτι από την ταινία.
Ο παππάς είναι ένας ξερακιανός γέρος. Η παπαδιά του μια χοντρή γυναίκα με
δύσκολο χαρακτήρα. Κάποιος ενορίτης παραπονιέται στον παπά για τη γυναίκα του.
Του λέει ο παππάς: «όντως η μητερούλα-έτσι αποκαλούν τις πρεσβυτέρες οι ρώσοι-είναι
δύστροπη, χοντρή, ολοστρόγγυλη σαν ένα μηδενικό, εγώ λεπτός, ψηλός σαν άσσος,
μας ένωσε Ο Θεός και έκανε ένα 10, υπομένουμε ο ένας τον άλλον κι από μας που
αν μέναμε ανεξάρτητοι θα είμασταν ένα τίποτε δημιουργήθηκε μια αγαπημένη
οικογένεια με παιδιά και εγγόνια και τώρα μαζεύουμε και τα ορφανά της ενορίας
στο σπίτι μας να βρουν οικογενειακή ζεστασιά». Στη συνέχεια αυτή η δύστροπη
πρεσβύτερα, όταν αρρωσταίνει,  μάλλον από φυματίωση, αυτοεξορίζεται
για να μη βλάψει τα υιοθετημένα παιδιά της. Θυσιάζεται γιατί στην ψυχή της
υπάρχει Χριστός και αγάπη.
…….Στο
τελευταίο επεισόδιο της εκπομπής «ΠΑΜΕ ΠΑΚΕΤΟ», εμφανίστηκε η ιστορία μιας
πάμφτωχης καθαρίστριας, της Μαρίας Μαύρου, που ενώ είχε δικά της παιδιά,
περιέθαλψε και στη συνέχεια υιοθέτησε- ένα εγκαταλελειμμένο δίπλα στα σκουπίδια
μωράκι 10 μηνών- με σοβαρότατα προβλήματα υγείας. Η πιστή αυτή γυναίκα
κατόρθωσε με την θυσιαστική της αγάπη όχι μόνον να σώσει το παιδί αυτό, που
κατά τους γιατρούς είχε-δεν είχε ένα χρόνο ζωής, αλλά να το μορφώσει και να
είναι σήμερα ένας ολόκληρος άντρας, ο Αλέξανδρος.
…….Μας
προτρέπει το Ιερό Ευαγγέλιο να επισκεπτόμαστε τους ασθενείς, τους
φυλακισμένους, να βοηθούμε τους έχοντες ανάγκη. Πολλοί το κάνουμε και έχουμε
την ικανοποίηση ότι κάναμε το καθήκον μας. Δεν φτάνει αυτό. Είναι εύκολο να
κάνουμε έργα ευποιίας και είναι καλό. Το δύσκολο είναι να νοιώσουμε ότι αυτές
τις καλές πράξεις τις κάνουμε σαν μέλη του Σώματος Του Χριστού. Να νοιώσουμε
ότι όταν το ένα μέλος πάσχει συμπάσχουμε κι εμείς. Είμαστε μέλη Του Σώματος Του
Χριστού, δεν είμαστε άτομα συνασπισμένα ιδεολογικά σε ένα σωματείο, σε μια
οργάνωση. «Μείνατε εν Εμοί καγώ εν υμίν», λέει ο Κύριος. «Καθώς το κλίμα δεν
δύναται να φέρει καρπόν από τον εαυτό του εάν δεν μείνει ενωμένο με την άμπελο,
έτσι ούτε εσείς αν δεν μείνετε ενωμένοι μ’ εμένα. Όποιος μένει ενωμένος μ’
εμένα κι εγώ μ’ αυτόν αυτός φέρνει καρπό πολύ γιατί χωρίς εμένα δεν μπορείτε να
κάνετε τίποτα. Όπως μ’ αγάπησε ο Πατέρας κι Εγώ σας αγάπησα, μείνετε μέσα στη
δική μου αγάπη. Αυτά σας τα είπα για να είναι η χαρά η δική μου μέσα σας και η
χαρά σας να ολοκληρωθεί. Αυτή είναι η εντολή η δική μου: Να αγαπάτε ο ένας τον
άλλον όπως σας αγάπησα εγώ.»
…….Όταν
δεν ζούμε αυτή την αγαπητική σχέση με το Χριστό και τους αδελφούς μας, είμαστε
ανασφαλείς, φοβόμαστε, φοβόμαστε την μοναξιά μας, φοβόμαστε τον θάνατο. Η
ανασφάλεια προέρχεται από έλλειψη αγάπης. Φοβόμαστε γιατί δεν αγαπάμε, και το
κυριότερο δεν ανοίγουμε την ψυχή μας, την καρδιά μας, να ζεσταθεί από την αγάπη
του Χριστού, που μας παρέχεται πλούσια με την πρόνοιά Του. Θέλουμε, κλεισμένοι
στα τείχη του εγωϊσμού μας να μην πάρουμε δωρεάν την Χάρη, την αγάπη Του αλλά
να αισθανθούμε άξιοι για τα δώρα που μας δίνει, κι εγώ δεν ξέρω πώς, τη στιγμή
που και όλες τις εντολές να φυλάξουμε πάλι το καθήκον μας κάναμε και
παραμένουμε αχρείοι δούλοι.
…….Ο
Μέγας Άγιος Αντώνιος λέει: «Ουκέτι φοβούμαι τον Θεόν αλλά αγαπώ Αυτόν». Η αγάπη
διώχνει μακριά τον φόβο. Ο Θεός μας, η Αγία Τριάδα είναι το πρότυπο της αγάπης.
Πολύ όμορφα, μυθιστορηματικά, γράφει γι αυτή την αγάπη ένας ξένος συγγραφέας ο
Γουίλιαμ Π. Γιάνγκ στο βιβλίο του «Η ΚΑΛΥΒΑ», υπότιτλος «εκεί όπου η τραγωδία
συναντά την αιωνιότητα», κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ. Πρωτοκυκλοφόρησε
το 2007 και μέχρι το 2009 που μεταφράστηκε στα ελληνικά, σε δυο χρόνια δηλαδή,
είχαν πουληθεί 2.000.000 αντίτυπα.

Σήμερα
δυστυχώς οι άνθρωποι είναι απορροφημένοι από την εικόνα και δεν διαβάζουν.
…….Καλά
είναι, πέρα από τα θρησκευτικά βιβλία, που συνήθως την προσοχή μας τραβάνε μόνο
τα προφητολογικά, να διαβάζουμε και λίγη λογοτεχνία. Έχουν γραφεί ή και
μεταφραστεί στη γλώσσα μας πολλά πλούσια κείμενα μεστά νοημάτων και μηνυμάτων.
…….Μια
ιστοριούλα για τα σύγχρονα «γεροντικά», τα συνήθως ωραιοποιημένα. Έρχεται
κάποιος τριανταπεντάρης και μου λέει: «πήγα σ’ έναν άγιο πνευματικό, απλό,
φωτισμένο-τον παπα-Γιάννη Καλαϊδη- πολλοί από εσάς τον γνωρίσατε, την ευχή του
νάχουμε, να κουβεντιάσουμε κι ενώ αναπαύτηκα πολύ από όσα άκουσα, όταν τον
ρώτησα τι να διαβάζω μου απάντησε: την Αγία Γραφή παιδί μου, ξανάκανα την ίδια
ερώτηση και επέμενε ότι όλα είναι εκεί γραμμένα και μας είναι αρκετή η ανάγνωση
της Αγίας Γραφής.

Με
ρωτάει εμένα:
…….Γιατί
επέμενε ο παππούλης στην ανάγνωση μόνον της Αγίας Γραφής;
…….Εγώ
δεν μπόρεσα να βρω μια λογική απάντηση.
…….Η
απάντηση δόθηκε σε λίγες μέρες όταν ήρθε κάποιος όχι τόσο χαρούμενος. 
…….Τα
παράτησα όλα πάτερ, διαβάζοντας τους βίους και τα πνευματικά κατορθώματα των
συγχρόνων γερόντων, απελπίστηκα γιατί κι αυτοί στην ίδια εποχή ζήσανε με τις
ίδιες συνθήκες και δυσκολίες και φτάσανε σε τέτοια μέτρα αρετής κι εγώ δεν
μπορώ να κάνω τίποτε, στο νυχάκι δεν τους φτάνω. Γι αυτό τα παράτησα όλα.
…….Εγώ
χαμογέλασα.
…….Χαίρεσαι
με ρωτάει;
…….Χαίρομαι,
του απαντώ,  γιατί ταπεινώθηκες ίσως λίγο παραπάνω και απελπίστηκες
από τον εαυτό σου, αλλά και γιατί πήρα απάντηση σ’ ένα ερώτημα που μου έθεσε
πριν λίγες μέρες ένας άλλος προσκυνητής. Πολλές φορές τα «ωραιοποιημένα»
κατορθώματα δεν ωφελούν. Ο παπα-Γιάννης μάλλον τέτοιες περιπτώσεις θα είχε
συναντήσει και γι αυτό προέτρεπε στην μελέτη μόνον της Αγίας Γραφής.
…….Τα
τελευταία χρόνια έχουν κυκλοφορήσει άπειρα βιβλία θρησκευτικού περιεχομένου.
Μπερδεύτηκε ο κόσμος διαβάζοντας καλογερικές ιστορίες. Θέλησαν αδιάκριτα να
μιμηθούν τον μοναχικό τρόπο ζωής.
…….Οι
βίοι των Αγίων είναι αξιοθαύμαστοι αλλά όχι αξιομίμητοι. Άλλο ο κόσμος με τις
μέριμνες και τις ευθύνες, οικογενειακές κλπ, και άλλο ο μοναχός ο οποίος
θεωρητικά τουλάχιστον ζει τον απράγμονα βίο. Έχουμε και τη μετάφραση ρωσικών
κειμένων. Εκεί οι άνθρωποι, έχουν ανάγκη πειθαρχίας και στενής καθοδήγησης,
πράγμα που εμείς από τη φύση μας όντες απείθαρχοι και θεληματάρηδες δεν
μπορούμε να δεχτούμε. Μας βολεύει να προσπαθούμε να κάνουμε δήθεν υπακοή στους
πνευματικούς – που δυστυχώς οι περισσότεροι είναι σήμερα άγαμοι και μακριά από
την πιεστική καθημερινότητα της οικογενειακής ζωής- ικανοποιώντας την
ευθυνοφοβία μας.
…….Τώρα
για την απελπισία.
…….Το
προνόμιο να απελπίζεται το έχει μόνον ο άνθρωπος. Τα ζώα δεν καταλαβαίνουν και
ακολουθούν αδιαμαρτύρητα τους νόμους που έθεσε ο Θεός στη φύση. Ο άνθρωπος
σκέφτεται: «εγώ είμαι…» και σπάει τα μούτρα του και απελπίζεται από τις
δυνάμεις και σκέφτεται να φτάσει και στο θάνατο ακόμη γιατί δεν μπορεί να
ταπεινωθεί, να βλέπει τα χάλια του, αλλά ευτυχώς που δεν έχουμε το κουράγιο,
εκτός ολίγων να βάλουμε τέρμα στη ζωή μας, που ουσιαστικά δεν μας ανήκει, γιατί
κι αυτή δώρο του Θεού είναι. Πάντως κακά τα ψέματα, αν δεν πιάσουμε πάτο δεν
αρχίζουμε να ζούμε πραγματικά.
…….ΒΑΓΓΕΛΗΣ
…….Σοκαρίστηκα
πραγματικά με την αυτοκτονία του εικοσάχρονου Βαγγέλη Γιακουμάκη. Όχι τόσο με
το γεγονός αυτό καθ’ εαυτό, όσο με την απερίγραπτη υποκρισία όλων μας που
βρήκαμε την ευκαιρία να δηλώσουμε άλλος την δήθεν ευαισθησία του και άλλος την
έκπληξή του . Όλοι αυτοί που στέκονται σιωπηλοί όσο εξελίσσεται ένα γεγονός,
ξεσπαθώνουν όταν πια τα λόγια δεν μπορούν να αλλάξουν τίποτε. Γράφτηκαν
εκατοντάδες άρθρα, έγιναν δεκάδες εκπομπές για την υπόθεση αυτή. Ξεχώρισα την
παρέμβαση του Μητροπολίτη Σιατίστης κ. Παύλου και της Έλενας Ακρίτα. Παραθέτω
μερικά αποσπάσματα και από τις δυο.
…….Μητροπολίτης
Σιατίστης: «ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ ΤΟΣΗ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ»
…….Οργή
ναμεμιγμένη μέ ηδία δοκίμασα ατές τίς μέρες μέ φορμή τήν ατοκτονίαγκλημα το νεαρο παιδιο πό τήν Κρήτη, κε στά Γιάννενα. Δημοσιογράφοι μέ ψεύτικο φος λύπης,
λοιποί σχολιαστές πού τάχα
ποροσαν καί προσπαθοσαν νά καταλάβουν τό γεγονός. λοι ατοί πού τάχα προβληματίζονται εναι κενοι πού μέ τό παράδειγμα τους, τό λόγο τους καί τήν γραφίδα τους μετέτρεψαν τίς παλιές μορφες παρέες καί φιλίες τν παιδιν καί τν νέων μας σέ «συμμορίες» πού σκοτώνουν. Τά παιδιά μας χρειάζονται λήθεια καί γάπη! λλά ποιός νά τούς τήν δώσει. Παιδεία πού δέν σχολεται πλέον μέ τό πρόσωπο το μαθητή τς μαθήτριας, λλά μόνο μέ τό μυαλό τους χοντάς τους μεταβάλλει πό πρόσωπα σέ λεκτρονικούς πολογιστές πού τούς φορτώνουν μόνο «δεδομένα»; Νά δώσει λήθεια καί γάπη Οκογένεια! Ποιά οκογένεια; ατή πού βαθμοθηρε; Ατή πού καλλιεργε τόν νταγωνισμό τν παιδιν; οκογένεια πού διαμαρτύρεται στόν καθηγητή γιατί τό παιδί χει 18 καί χι 19 στό μάθημα, λλά δέν νδιαφέρεται γιά τόν χαρακτήρα καί τήν χαλασμένη προσωπικότητα το παιδιο της; οκογένεια πού βλέπει τό παιδί της σάν να ραο ζωάκι καί δέν διερωτήθηκε ν ατό τό παιδί χει καί ψυχή τήν ποία πρέπει νά φροντίσει; οκογένεια πού πολλές φορές χει στερήσει τό χαμόγελο πό τό παιδί μέσα στό διο της τό σπίτι; Μήπως πολλές φορές καί ο θτες δέν εναι θύματα πού γεννον καινούρια θύματα μέ τή σειρά τους; Νά δώσει λήθεια καί γάπη κοινωνία! Ποιά κοινωνία; Ατή
πού
ξαρτώμενη πό μιά διεφθαρμένη ξουσία σαρκάζει τήν ρετή, πού μπαίζει τή δικαιοσύνη, πού ερωνεύεται τό θος, πού πολεμ τήν ξιοκρατία, πού διδάσκει τήν κομπίνα, πού διδάσκει καί προβάλλει τήν βία; Τά παιδιά μας εκόνες μας εναι, σέ μς τούς μεγάλους μαθήτευσαν, μες τ σαρκάζουμε ν δέν χουν γίνει τόσο «προδευτικ» στε κόμη καί νά κδίδονται. μες τούς φαιρέσαμε τό μέτρο τς ξίας τους γιά νά τά μπορευόμαστε πιο φτηνά στίς περίεργες «γορές μας».Φτάνει λοιπόν λη ατή ποκρισία! ν σέ κάτι ταρακουνηθήκαμε ς φροντίσουμε τά λλα ποψήφια θύματα. ς ξαναβάλουμε στό κέντρο τς Οκογένειας, τς Παιδείας, τς Κοινωνίας, λα ατά πού πετάξαμε σάν χρηστα, λα ατά πού στερήσαμε πό τά παιδιά μας καί ς σταματήσουμε νά ψευτοκλαμε πάνω πό τούς
νωπούς τάφους τους.
 
…….Έλενα
Ακρίτα: «ΠΡΩΤΑ αδιαφορούμε και ΜΕΤΑ θρηνούμε»
…….«Μην
ανακατεύεσαι εκεί που δε σε σπέρνουν., Μη μπλέκεις σε καβγάδες, εσύ θα την
πληρώσεις. Άσε τους άλλους να βγάλουν το φίδι απ’ την τρύπα. Τόσος κόσμος
υπάρχει, κορόιδο είσαι να βοηθήσεις εσύ; Κοίτα το σπιτάκι σου και τη δουλίτσα
σου.
…….Κάνε
πως δεν βλέπεις. Μόνος σου θ’ αλλάξεις τον κόσμο;

…….Άσε κάναν άλλον να καθαρίσει, δεν είμαστε για
μπλεξίματα. Προσπέρνα τον άστεγο. Προσπέρνα τον ζητιάνο. Προσπέρνα το θύμα της
λεκτικής και σωματικής βίας. Προσπέρνα τον μετανάστη που ξυλοκοπούν. Προσπέρνα
τον παχύσαρκο που ξεφτιλίζουν. Προσπέρνα τον γκέι που γελοιοποιούν. Προσπέρνα
τον αδύναμο που χτυπάνε οι μπρατσωμένοι. Προσπέρνα τον μικρό που βασανίζουν οι
μεγαλύτεροι. Κάψε ζωντανό το σκυλί να γελάσουμε. Βασάνισε μέχρι θανάτου το
γατάκι να σπάσουμε πλάκα. Χτύπα. Δείρε. Βρίσε. Στιγμάτισε. Στηλίτευσε.
Διαπόμπευσε. Κι όταν λυγίσει, όταν γονατίσει, ότι σωριαστεί – πάτα στο πτώμα
του και προχώρα τη ζωή σου! Ζωούλα. Σπιτάκι. Δουλίτσα. Γυναικούλα. Αντρούλης.
Παιδάκια…

…….Όλα
αυτά τα ‘-άκια’ και τα ‘-ούλια” της ντροπή. Όλα τα υποκοριστικά της μιζέριας,
της ψυχικής ένδειας, ανθρωπ-ΑΚΙ της συμφοράς. Είμαστε και πολύ μάγκες,
πατριώτες; Κοίτα την πάρτη σου, κοίτα το τομάρι σου, κοίτα το νιτερέσο σου.
Στάχτη και μπούρμπερη όλα τ’ άλλα. Για την αδικία δίπλα μας ΠΡΩΤΑ αδιαφορούμε
και ΜΕΤΑ θρηνούμε.

…….Αν
δεν αγαπήσουμε τα παιδιά μας, αν δεν τα αποδεχτούμε όπως είναι, όπως μας
αποδέχεται και μας αγαπάει ο Ουράνιος Πατέρας μας που προσέφερε και προσφέρει
θυσία τον γιό Του για μας, αν δεν αλλάξουμε τα πρότυπα που εμείς πρώτοι απ’
όλους καλλιεργούμε στα παιδιά μας, φοβάμαι ότι ο Βαγγέλης Γιακουμάκης δεν θα
είναι το τελευταίο θύμα αυτής της αγριότητας με το ξενικό όνομα bullying.
…….Ο
τρόπος των Αγίων…
…….Σε
αντίθεση με τους περισσότερους από εμάς οι Άγιοι είχαν άλλο τρόπο. Το κέντρο
της ύπαρξής τους δεν ήταν ο εαυτός τους αλλά ο πλησίον, δηλαδή ο Χριστός.
Έχουμε πολλά παραδείγματα στην ζωή της Εκκλησίας μας, Αγίων που προτίμησαν τις
εξορίες και το θάνατο γιατί ποθούσαν την Αιώνια Ζωή. Ο Άγιος Ζαχαρίας,
Πατριάρχης Ιεροσολύμων, το 614, προτιμώντας να πεθάνει παρά να εγκαταλείψει στα
χέρια των ασεβών ειδωλολατρών το Τίμιο Ξύλο, εξορίστηκε στην Περσία. Στους
συν-αιχμαλώτους του έλεγε: «Ευλογητός ο Θεός που επέτρεψε να έρθει σ’ εμάς
τέτοια τιμωρία! Ας κρατήσουμε την πίστη τηρώντας τις εντολές του Κυρίου για να
απολαύσουμε την Αιώνια Ζωή. Υπομένοντας τις δοκιμασίες θα κερδίσουμε χαρά
μεγάλη και ατέλειωτη ευφροσύνη». 
…….Ανακρινόμενος
στην Περσία από τον βασιλιά Χοσρόη τον Β΄ απόδειξε με θαύματα την ανωτερότητά
της πίστης μας έναντι της πλάνης των μάγων και κέρδισε ευνοϊκότερη μεταχείριση
των αιχμαλώτων από το βασιλιά.
…….Έχουμε
και στις μέρες μας περιπτώσεις αιχμαλωσίας, ομηρίας και θανάτωσης χριστιανών.
Γι αυτούς που πέφτουν θύματα της, κατά τα φαινόμενα τουλάχιστον θρησκευτικής
μισαλλοδοξίας και φανατισμού δεν μπορούμε να ξέρουμε τι σκέφτονται ή πιστεύουν.
Εμείς όμως οι υποτιθέμενοι χριστιανοί καλά είναι να φερόμαστε χριστιανικά και
όχι κοσμικά προσπαθώντας να εκδικηθούμε. «Ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν»
λέει ο Κύριος. Δεν ζούμε μόνον γι αυτόν τον κόσμο. Και αλλού μας λέει: «Η
δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται». Η δύναμη του Χριστού φανερώνεται στην
πληρότητά της μέσα σ’αυτή την αδυναμία μας, η Χάρις Του, αναπληρώνει τα
ελλείποντα και θεραπεύεις τις ασθένειές μας.
…….Έρχονται
πολλοί ταλαιπωρημένοι προσκυνητές από την Ουκρανία που ξέρουμε ότι υπάρχει
αναβρασμός και εμφύλιος πόλεμος.
…….Ένας
από αυτούς, ιερέας, με ρωτάει:
…….-Τι
μπορώ να πω στους ανθρώπους που έρχονται να ζητήσουν παρηγοριά κοντά στην
Εκκλησία, άλλοι τραυματισμένοι με κομμένα χέρια ή πόδια ή έχοντας θύματα στον
πόλεμο;
…….Τον
ρωτάω:
…….Εσύ
πως αντιδράς όταν ακούς αυτά τα λόγια;
…….Απαντάει:
…….Ταράζομαι
και θυμώνω πολύ με τις αδικίες που γίνονται και τον πόνο που βλέπω.
…….Του
λέω:
…….Οι
άνθρωποι έρχονται στην Εκκλησία να παρηγορηθούν. Κι αν αυτά νοιώθεις με όλα
αυτά ταραχή που δυστυχώς τη μεταδίδεις, πως μπορείς να βοηθήσεις; Μόνον ένας
τρόπος υπάρχει. Να προσπαθήσεις να ηρεμήσεις εσύ κάνοντας προσευχή να σου δώσει
ο Θεός δύναμη να αντέχεις να μοιράζεσαι τον πόνο των ανθρώπων που σε
πλησιάζουν, να σε φωτίζει να λες λίγα παρηγορητικά λόγια τα οποία δεν
χρειάζονται πάντα γιατί ο άλλος έρχεται να τον ακούσεις, θέλει κάπου να
μιλήσει, να τον ακούσουν θέλει και να εμπιστευτείς εσύ πρώτα την πρόνοια του Θεού.
Τίποτε δεν γίνεται χωρίς το Θέλημά Του. Ούτε μια τρίχα από το κεφάλι μας δεν
πέφτει χωρίς να το θέλει ο Θεός. Όλοι λέμε ότι πιστεύουμε στο Θεό αλλά δεν τον
εμπιστευόμαστε και γι αυτό δεν έχουμε ειρήνη μέσα μας. Αν δεν αλλάξει η οπτική
γωνία που βλέπουμε τα γεγονότα, μόνο πίκρα θα γευόμαστε και, αν προσπαθούμε να
γλυκάνουμε αυτή την πίκρα με μάταιες απολαύσεις χωρίς Θεό, το κενό μέσα μας
μεγαλώνει.
…….Ο
ιστορικός Ηρόδοτος λέει ότι ο πόλεμος είναι πατήρ πάντων. Πατέρας όλων είναι ο
πόλεμος. Η ζωή των ανθρώπων όλα τα χρόνια πάει από το κακό στο χειρότερο μέχρι
που φτάνει στο απροχώρητο.  «Έγκειται η διάνοια του ανθρώπου επιμελώς
επί τα πονηρά εκ νεότητος αυτού». Ο Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος στο 4ο κεφάλαιο
της Επιστολής του γράφει: «Από πού προέρχονται οι πόλεμοι και από πού οι μάχες
μεταξύ σας; Όχι από εδώ, από τις ηδονές σας που μάχονται μέσα στα μέλη σας;
Επιθυμείτε και δεν έχετε. Φονεύετε και ζηλεύετε και δεν μπορείτε να επιτύχετε.
Μάχεστε και πολεμάτε. Δεν έχετε γιατί δεν ζητάτε. Ζητάτε και δεν λαμβάνετε
γιατί κακώς ζητάτε, για να δαπανήσετε στις ηδονές σας. Ψυχές μοιχαλίδες, δεν
ξέρετε ότι η φιλία του κόσμου είναι έχθρα στο Θεό; Όποιος θελήσει να είναι
φίλος του κόσμου καθίσταται εχθρός του Θεού…Ταπεινωθείτε μπροστά στο Θεό και θα
σας υψώσει».
…….Στην
ουσία οι πόλεμοι και οι μάχες οφείλονται στην απομάκρυνση των ανθρώπων από το
Θεό, από το φυσικό νόμο που έβαλε ο Θεός μέσα στην ψυχή, στη συνείδηση των
ανθρώπων. Γίνεται λοιπόν ο πόλεμος, διαλύονται όλα και ξαναρχίζει ο άνθρωπος να
χτίζει τη ζωή του, υλική και πνευματική, σε καινούρια βάση. Γι αυτό ο Ηρόδοτος
αποκαλεί τον πόλεμο πατέρα πάντων.
…….Σήμερα
πόλεμος με τον κλασσικό τρόπο, όπλα κλπ στον τόπο μας δεν γίνεται. Στο
αδιέξοδο, στο απροχώρητο έχουμε φτάσει από καιρό. Είχαμε βολευτεί για τα καλά
στην ευμάρεια, στην καλοπέραση. Τώρα μας ταρακουνάει η λεγόμενη οικονομική
κρίση. Με τις ίδιες απολαβές και με περισσότερο κόπο ζούσαμε πριν χρόνια.
Πεινούσαμε πολλοί τότε, αλλά δεν γογγύζαμε όπως σήμερα, ξέραμε ότι αυτό είναι
και σ’ αυτό θα προσαρμοστούμε και μ’ αυτό θα ζήσουμε. Την τότε δυσκολία
ακολούθησε μια οικονομική, φαινομενικά, άνθηση που κυκλοφόρησε πολύ χρήμα χωρίς
να κοπιάσουμε γι’ αυτό και συνηθίσαμε να το δαπανάμε στις «ηδονές» μας, στην
καλοπέραση. Αυτή η καλοπέραση μας ξεχαρβάλωσε και τώρα παθητικά κλαιγόμαστε και
γκρινιάζουμε κατηγορώντας τους ευρωπαίους, τους πολιτικούς μας και όλους τους
άλλους εκτός από τον εαυτό μας, πράγμα που δυστυχώς δείχνει την διαστρέβλωση
της συνείδησής μας. 
…….Αντί
να επωφεληθούμε από την κρίση και να στραφούμε στο Θεό που πραγματικά φροντίζει
για τις ανάγκες όλων μας, να μετανοήσουμε, να συνειδητοποιήσουμε ότι φεύγουμε
από αυτή τη ζωή, να προετοιμαστούμε για την αιωνιότητα, φωνάζουμε να μην
μειώσουν άλλο τις συντάξεις μας, λες και θα συνταξιοδοτούμαστε αιώνια…Και καλά
οι νέοι άνθρωποι, έχουν όνειρα να, να, να…εμείς όμως οι συνταξιούχοι γέροι ας
θυμηθούμε τι εύχονταν οι παππούδες μας. Εκείνοι συνήθιζαν να λένε: «Τώρα καλή
ψυχή». Και ξαναγυρνάμε από την αρχή. Ο χρόνος τελειώνει. Η αιωνιότητα μας
περιμένει. Ας μετανοήσουμε. Δεν χρειάζεται μεταμέλεια για την προηγούμενη ζωή
μας. Ότι έγινε, έγινε, δεν ξεγίνεται, αλλαγή του νου μας χρειάζεται. Αλλαγή
στόχου και ο στόχος μας η Αιώνια Ζωή κοντά στο Χριστό. Να πετάξουμε από πάνω
μας περίσσια φορτία, μέριμνες και φροντίδες που δεν θα μας χρειαστούν εκεί, για
να μπορέσει να γλυκάνει η ψυχή μας με την ελπίδα των μελλόντων αγαθών.
«Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν» λέει ο Δαυίδ. Φύγε από τις κακές
συνήθειες και κάνε το καλό. Το καλό δεν μπορούμε να το πραγματοποιήσουμε παρά
μόνον με την βοήθεια του Θεού. Και η βοήθεια του Θεού παρέχεται μέσα στην
Εκκλησία. Εκεί είναι η Χάρη Του. Μέσα στην Εκκλησία μετέχουμε στα μυστήρια που
ουσιαστικά όλα οδηγούν στην αγάπη. Αγάπη του Θεού στους ανθρώπους και αγάπη
μεταξύ μας. Ο Θεός σε κάθε Θεία Λειτουργία θυσιάζει με τα χέρια του ιερέως τον
γιό του τον Χριστό και μας φωνάζει να τον φάμε. Ποιο αγαπητική θυσιαστική
κίνηση απ’ αυτή δεν υπάρχει κι εμείς μένουμε μακριά από αμέλεια, αδιαφορία, ή
από εκφοβισμό ακόμη και Θείας τιμωρίας για όσους «κοινωνούμε αναξίως». Και σας
ρωτώ ευθέως: Υπάρχει κανένας άξιος τέτοιας τιμής;
…….Ο
Θεός,  μας θέλει αγαπημένους, ενωμένους.
…….Ενότητα
στην πίστη. Ενότητα μεταξύ μας με αγάπη. Ο διάβολος από τα πρώτα χρόνια στην
ιστορία της Εκκλησίας πολεμούσε με τα σχίσματα, με τις αιρέσεις. Στην αίρεση
δεν ανήκει μόνον αυτός που έχει πλάνες, ως προς τη δογματική διδασκαλία της
Εκκλησίας, αλλά και αυτός που αποκόπτεται από το Σώμα του Χριστού, την
Εκκλησία, για διάφορους προσωπικούς ή συναισθηματικούς, πάντως εγωιστικούς
λόγους. Αίρω σημαίνει παίρνω. Παίρνω, χωρίζω από το Σώμα. Η Αίρεση είναι από το
αίρω. Όποιος φύγει από το Σώμα κινδυνεύει. Όλες οι αιρέσεις και τα σχίσματα
ξεκινούν από εγωιστικούς λόγους. Άνθρωποι με ικανότητες, γιατί χρειάζονται
ικανότητες κυρίως δημαγωγικές, θέλοντας να ηγηθούν κάποιας ομάδας ανθρώπων
εφευρίσκουν ιδέες, τις πλασάρουν όμορφα, ακουμπώντας ευαίσθητες χορδές και
μαζεύουν γύρω τους οπαδούς. Οι οπαδοί αυτοί καλύπτοντας προσωπικές ανάγκες,
προσκολλώνται στον ηγέτη, δημιουργείται προσωπολατρία και η αναφορά και η
Λατρεία προς τον Χριστό μετατοπίζεται σε φυσικό πρόσωπο, τον αρχηγό της ομάδας
και όχι στον Αρχηγό της Ζωής. «Εις τόπον και τύπον Χριστού» στην κάθε τοπική
Εκκλησία είναι ο Επίσκοπος. Αυτόν ορίζει το Άγιον Πνεύμα για την ενότητα της
Εκκλησίας. Δεν έχει μεγάλη σημασία το ποιος είναι ο Επίσκοπος, αν μας αρέσει ή
όχι. Κατά τον λαό και οι άρχοντες. Αυτόν όρισε η Εκκλησία και σ’ αυτόν
αναφερόμενοι εμείς οι ιερείς στο όνομά του τελούμε τα μυστήρια. Πλήρης μεν η
Χάρις στην Ιεροσύνη των Ιερέων αλλά ενεργεί μόνον με την αναφορά στον Επίσκοπο.
Και όλα αυτά τα θέσπισαν οι Άγιοι Πατέρες για να είμαστε ασφαλείς ενωμένοι,
μέσα στην Εκκλησία. Να έχουμε δύναμη εν τη ενώσει με τους αδελφούς μας, να
ζούμε εν Χριστώ και να πιστεύουμε ότι και μετά θάνατον όλοι μαζί θα είμαστε.
Τότε, μ’ αυτή την ελπίδα ο φόβος του θανάτου μειώνεται. Όπως μοιράζεται κανείς
αγάπη σ’ αυτόν τον κόσμο, έτσι θα την μοιράζεται και στην Αιωνιότητα, κοντά
στην Αγία Τριάδα, στο Θεό μας. Χρειάζεται πόθος για το Θεό για να ζούμε και σ’
αυτόν τον κόσμο και για συνεχίζουμε να ζούμε κοντά Του μετά την αποδημία μας
από εδώ.
…….Αντιγράφω
μερικά λόγια φίλου ιερέως του πατρός Χαραλάμπους Παπαδοπούλου ή παπα-Λίβυου
όπως είναι γνωστός στο μπλόγκ του, επειδή δεν μπόρεσε ο ίδιος να έρθει να
μιλήσει σε μια από τις Κυριακές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής φέτος.
…….Ο
πιστός που βλέπει την σχέση του με τον Θεό ανταγωνιστικά δεν μπορεί να
κατανοήσει ότι πίστη δεν σημαίνει αποδοχή ιδεολογημάτων ή ιερών εννοιών, αλλά
αυτοπαράδοση σε μια αγάπη, σε έναν έρωτα. Μια ερωτική βεβαιότητα ότι κάποιος με
αγαπάει πολύ και αυτόν τον κάποιον τον εμπιστεύομαι. Ο έρωτας όμως τσαλακώνει
και οι περισσότεροι θρησκευτικοί άνθρωποι φοβούνται απόλυτα το τσαλάκωμα της
εικόνας τους. Στην σχέση με τον Θεό χάνεις για να κερδίσεις, και δεν κερδίζεις
εάν δεν χάσεις κάτι……
…….Ξέρεις
πόσο λυτρωτικό είναι να διαλύεις την εικόνα σου; Να κάνεις συντρίμμια το είδωλο
σου και να τσαλακώνεις το προφίλ σου; Να ξεγυμνώνεις το κορμί σου, δίχως να
ντρέπεσαι μήπως φανούν οι ουλές της μοναξιά σου; Τα σημάδια των παθών σου; Να
αφήνεις όλα τα όπλα του «εγώ» πάνω στο τραπέζι της φαντασίας και ξαρμάτωτος να
εγκαταλείπεσαι στην πραγματικότητα της ζωής; Να νιώθεις την ελευθερία του να
μην είσαι κάποιος, να μην πρέπει να αποδείξεις τίποτα σε κανένα. Να είσαι
ανώνυμος στο έπαινο και απαθής στην κατηγορία. Να είσαι αυτό που είσαι και όχι
εκείνο που οι άλλοι θέλησαν ή φαντάστηκαν για τις δικές τους ανάγκες. Να
γίνεσαι αυτό που λέει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος και με συγκλονίζει «σαν να μην υπήρξες
ποτέ…». Να μάθεις τελικά ότι ο έπαινος και η κατηγορία είναι ίδια φυλακή;…
…….Όταν
στην αποτυχία σου πεθαίνεις και χάνεις τον κόσμο από τα μάτια σου, στάσου λίγο
στην καρδιά σου και ρώτα με βλέμμα απαιτητικό για απαντήσεις, «Είμαι εγώ που
απέτυχα; Σε τι απέτυχα; Αυτό που θέλησα ήταν το δικό μου θέλω ή κάποιου άλλου;
Γιατί νιώθω τόσο χάλια;» Τότε με έκπληξη θα καταλάβεις, σαν μέρα γιορτινή, ότι
ο θρήνος και τα δάκρυα σου δεν έχουν αντικείμενο. Εσύ ποτέ δεν πόθησες αυτό που
«θέλησες». Το στόχο που δεν πέτυχες ποτέ εσύ δεν τον έθεσες. Δεν είσαι εσύ καλέ
μου που θρηνείς μα εκείνος ο «άλλος» που από μικρός έμαθες να υπηρετείς και
πάντα χαρούμενο να κάνεις. Ένιωσες «αποτυχημένος» γιατί την επιτυχία την έχεις
συνδέσει μέσα σου με την ευχαρίστηση κάποιου «άλλου»(πατέρα, μάνας, αδελφού,
σχολείου, θρησκείας….). Έτσι σε έμαθαν. Να είσαι «ευτυχισμένος» μονάχα όταν
ικανοποιείς τα θέλω κάποιου «άλλου».
…….Ο
Χριστός δεν θέλει να μας κάνει καλά δίχως να μας μάθει τον τρόπο να είμαστε
καλά. Και αυτό θέλει κόπο, υπομονή και προπαντός χρόνο. Το θέμα δεν είναι
περιστασιακά να θεραπευθούμε ή να ξεπεράσουμε ένα σκόπελο στην ζωή μας. Αλλά να
μάθουμε τον τρόπο να ζούμε θαυμαστά και σε πληρότητα. Να ζούμε και όχι να
επιβιώνουμε.
…….Όταν
πραγματικά ζούμε εδώ στη γη κοντά στο Χριστό δεν μας φοβίζει ο θάνατος γιατί με
το σωματικό θάνατο μεταβαίνουμε στη Ζωή.
…….Και
κάτι από τον Άγιο Γέροντα Πορφύριο.
…….Αγιότητα
είναι μια βαθιά ευαισθησία. Μια βαθιά ποιητική ματιά που μπορεί να μεταμορφώνει
τα πάντα σε άγγιγμα ψυχής. Ο άγιος είναι ποιητής και ευαίσθητος. «Για να γίνει
κανείς Χριστιανός, πρέπει να έχει ποιητική ψυχή, πρέπει να γίνει ποιητής.
«Χοντρές» ψυχές κοντά Του ο Χριστός δεν θέλει.» αγ. Πορφύριος. Αγαπάει ακόμη
και τα μη αξιαγάπητα. Εκείνο που όλοι θα περιφρονούσαν με μεγάλη χαρά, η
αγιότητα το μαζεύει, το αγκαλιάζει, το φιλά με πάθος μέχρι να το θεραπεύσει.
…….Η
αγιότητα μεταμορφώνει τα έρημα. Κυκλώνει τα διεσπαρμένα. Ενώνει τα διαιρεμένα.
Μπορεί και αντέχει πάνω και περά από τις πληγές και τις καταστροφές. Κοιτάει
εκεί που δεν κοιτάει κανείς άλλος. Δεν χωρίζει τα πράγματα σε καλά και κακά.
Δεν τους βάζει ταμπέλες. Δεν κατηγοριοποιεί την ζωή σε ανώτερη και κατώτερη.
Δεν διχάζει, δεν μοιράζει, δεν αποσπά, ενώνει, συνενώνει, και δυναμώνει το
αδύνατο να συμβεί και το όνειρο να πραγματωθεί. Η αγιότητα είναι μια βαθιά
ποίηση που συντονίζει το σύμπαν στους στίχους του δημιουργού Του. Είναι ο ίδιος
ο Χριστός που μέσα από τον άγιο μιλάει ξανά για την αγάπη. Που μέσα από την
ματιά του αγίου στέλνει το τρυφερό βλέμμα του σε όλους τους κουρασμένους. Στους
αποτυχημένους και τους κουρελιασμένους στις μάχες της ζωής. Μια τεράστια
αγκαλιά να ξαποστάσουν πάντες. Η αγιότητα είναι μεταξένια αίσθηση της ζωής.
Ευαισθησία που αναγεννά την πρωπτωτική ματιά. Τότε που τα πάντα ήταν έκπληξη
και θαυμασμός. Τότε που τίποτε δεν ήταν βαρετά το ίδιο ή επαναλήψιμο. Η
αγιότητα αναδεικνύει ξανά την ξεχασμένη μας παιδικότητα. Εκείνο το ξάφνιασμα
μπροστά στο μυστήριο της ζωής. Η αγιότητα δεν είναι τελειότητα μα αποδοχή της
ασημαντότητας. Δεν είναι επιτυχία μα δώρο. Δεν είναι κατόρθωμα αλλά χάρισμα.
Δεν είναι δύναμη μα κένωση και άδειασμα. Ταπείνωση και εκούσια απόσυρση από τα
φώτα του ψεύτικου, πρόσκαιρου και μάταιου.Δεν αγιάζουν οι αναμάρτητοι μα
εκείνοι που άντεξαν να δουν τις αμαρτίες τους. Να τις ακουμπήσουν δίχως να
φοβούνται μην λερωθούν και χαλάσει το προφίλ τους. Είναι ανώτερος λέει ο Άγιος
Ισαάκ ο Σύρος εκείνος που είδε τις αμαρτίες του, από εκείνο που ανέστησε
νεκρούς.Ο άγιος δεν ξέρει ότι είναι άγιος. Εάν το ήξερε απλά δεν θα ήταν. Όπως
ο αθώος δεν γνωρίζει την αθωότητα του. Πολλώ δε μάλλον δεν την προασπίζει.
Αθωότητα που προασπίζεται είναι “ευγενής “ναρκισσισμός. Ο άγιος το
μόνο που γνωρίζει είναι η έντονη παρουσία του Χριστού εντός του. Ο άγιος βιώνει
μια εσωτερική αποδοχή του Θεού. Μια αγκαλιά που δεν το κρίνει, παρά μονάχα τον
καλύπτει από το ψύχος του κόσμου τούτου.Ο άγιος μονάχα αγαπά. Γιατί ο ίδιος
έχει βιώσει την αγάπη του Θεού. Ξέρει από πάθη και οδύνη. Γνωρίζει τι σημαίνει
αστοχία υπαρξιακή, λάθος, σφάλμα και πτώση, γιατί δεν γεννήθηκε άγιος, ούτε
τέλειος, μα ούτε προνομιούχος. Πόνεσε, έπεσε, έπαθε, έμαθε. Έτσι μας
καταλαβαίνει μας κατανοεί και ποτέ δεν μας κρίνει. Μονάχα μας αγαπά. Παντού και
πάντοτε. Ο άγιος δεν απορρίπτει. Αποδέχεται απόλυτα, διακρίνοντας την πράξη από
το πρόσωπο. Την πράξη την επικρίνει, το ανθρώπινο πρόσωπο, ποτέ. Το
καταλαβαίνει και το συμπαθεί. Όχι ηθικά. Μα οντολογικά. Γνωρίζει ότι αυτός
είναι ο άνθρωπος. Φοβισμένος, τραυματισμένος, χαμένος και πτωτικός. Εκφράζοντας
το πνεύμα του Χριστού, συγχωρεί όχι μια πράξη, αλλά τον όλο άνθρωπο. Όπως το
έκανε ο Χριστός. Δεν σώζει τον άνθρωπο από τις αμαρτίες του απλώς, αλλά από την
ίδια του την φύση. Η αγιότητα είναι ένα παράθυρο για να μπορούν εκεί που θέλουν
και επιθυμούν, να κοιτάζουν την βασιλεία του Θεού.

 

ΚΑΛΗ
ΑΝΑΣΤΑΣΗ…

 Πηγή 

Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών και Αειπαρθένου Μαρίας. Αγ. Νικόλαος Καβάσιλας

 

  Εάν πρέπει κάποτε να χαίρη ο άνθρωπος και να σκιρτά και να ψάλλη με ευφροσύνη, εάν υπάρχη μιά περίοδος που απαιτεί να λεχθή ό,τι υπάρχει πιο μεγάλο και πιο λαμπρό και που κάνει τον άνθρωπο να ποθή να έχη όσο το δυνατόν ευρύτερη σχέση, ωραιότερη έκφραση και δυνατώτερο λόγο, για να υμνήση τα μεγαλεία της, δεν βλέπω ποια άλλη μπορεί να είναι αυτή, αν όχι η σημερινή γιορτή.
Γιατί σαν σήμερα έφθασε στη γη Άγγελος από τον ουρανό αναγγέλλοντας την απαρχή όλων των καλών. Σήμερα ο ουρανός μεγαλύνεται.
Σήμερα η γη αγάλλεται. Σήμερα ολόκληρη η κτίση χαίρει. Και δεν μένει έξω από τη γιορτή ούτε Αυτός που κρατεί στα χέρια του τον ουρανό. Γιατί αυτά που συμβαίνουν σήμερα είναι ένα πραγματικό πανηγύρι. Όλοι συναντιούνται σ’ αυτό, στην ίδια χαρά.

Όλοι ζουν και δίνουν και σ’ εμάς την ίδια ευφροσύνη: Ο Δημιουργός, τα δημιουργήματα όλα, η ίδια η μητέρα του Δημιουργου που του πρόσφερε τη φύση μας και τον έκαμε έτσι κοινωνό στις χαρμόσυνες συνάξεις και τις γιορτές μας. Χαίρει πριν απ’ όλους ο Δημιουργός. 
Γιατί είναι βέβαια ευεργέτης κι από την αρχή της δημιουργίας έχει σαν έργο Του την ευεργεσία. Ποτέ Του δεν είχε ανάγκη από τίποτε και δεν ξέρει άλλο από το να προσφέρη και να ευεργετή. Σήμερα όμως, χωρίς να σταματήση το σωτήριο έργο Του, περνά στη δεύτερη θέση, έρχεται ανάμεσα σ’ αυτούς που ευεργετούνται. Και δεν χαίρεται τόσο για τις μεγάλες δωρεές που χάρισε Αυτός στην κτίση και που τον αποδεικνύουν γενναιόδωρο, όσο για τα μικρά που έλαβε από τους ευεργετημένους, γιατί έτσι φανερώνεται ότι είναι φιλάνθρωπος. 

Kαι θεωρεί ότι τον δοξάζουν όχι μόνο εκείνα που ο ίδιος έδωσε στους φτωχούς δούλους, αλλά κι όσα oι φτωχοί του χάρισαν. Γιατί αν και διάλεξε από τη θεία δόξα την κένωση και καταδέχθηχε να πάρη σαν δώρο από μας την ανθρώπινη φτώχεια, ο πλούτος Του έμεινε αναλλοίωτος και μετέτρεψε πάνω του το δώρο μας σε κόσμημα και βασιλεία.

Για την κτίση πάλι -και λέγοντας κτίση εννοώ όχι μόνο την ορατή, αλλά κι εκείνη που ξεπερνά το ανθρώπινο μάτι- τι θα μπορούσε να αποτελέση μεγαλύτερη αφορμή ευφροσύνης από το γεγονός ότι βλέπει το Δημιουργό της να έρχεται μέσα της και τον Κύριο των όλων να παίρνη θέση ανάμεσα στους δούλους; 
Κι αυτό όχι απογυμνώνοντας τον εαυτό Του από την εξουσία Του, αλλά προσλαμβάνοντας το δούλο, όχι αποβάλλοντας τον πλούτο, αλλά μεταδίδοντάς τον στο φτωχό, όχι ξεπέφτοντας από τα ύψη Του, αλλά εξυψώνοντας τον ταπεινό.

Αλλά χαίρει και η Παρθένος, χάρις στην οποία όλες αυτές oι δωρεές δόθηκαν στους ανθρώπους. Kαι χαίρει για πέντε λόγους. Πριν απ’ όλα σαν άνθρωπος, που συμμετέχει, όπως όλοι, στα κοινά αγαθά. Χαίρει όμως και γιατί oι δωρεές δόθηκαν σ’ Αυτή και πριν και αφθονώτερα από τους άλλους, κι ακόμη περισσότερο, γιατί Αυτή είναι η αιτία που oι δωρεές αυτές δόθηκαν σ’ όλους. Ο πέμπτος όμως και μεγαλύτερος λόγος για τον οποίο χαίρει η Παρθένος είναι ότι όχι απλώς διά μέσου αυτής ο Θεός, αλλά και αυτή η ίδια, χάρις σ’ εκείνα που γνώρισε και προείδε, έφερε την ανάσταση στους ανθρώπους.

2. Γιατί η Παρθένος δεν είναι όπως η γη που συνετέλεσε μεν, αλλά δεν έκαμε όμως η ίδια τίποτε στη δημιουργία του ανθρώπου, που χρησιμοποιήθηκε σαν απλή ύλη από τον Δημιουργό και απλώς “έγινε” χωρίς να “πράξη” τίποτε. Η Παρθένος πραγματοποίησε η ίδια μέσα της και πρόσφερε στο Θεό όλα εκείνα που προσείλκυσαν τον Τεχνίτη στη γη, που παρακίνησαν το δημιουργικό χέρι.
 Και ποια είναι αυτά; Βίος πανάμωμος, ζωή πάναγνη, άρνηση κάθε κακίας, άσκηση όλων των αρετών, ψυχή από το φως καθαρώτερη, σώμα εντελώς πνευματικό, λαμπρότερο από τον ήλιο, από τον ουρανό καθαρώτερο, από τους χερουβικούς θρόνους ιερώτερο. 
Φτερούγισμα νου, που δεν δειλιάζει μπρος σε κανένα ύψος, που ξεπερνά ακόμη και τα φτερά των Αγγέλων. Θείος έρως, που απορρόφησε και αφομοίωσε κάθε άλλη επιθυμία της ψυχής. Κτήμα του Θεού, ένωση με το Θεό που δεν χωράει σέ καμμιά ανθρώπινη σκέψη. ΄

Ετσι, έχοντας στολίσει με τέτοιο κάλλος και το σώμα και την ψυχή Της, κατορθώνει να ελκύση επάνω της το βλέμμα του Θεού. Ανέδειξε, χάρις στη δική Της ωραιότητα, ωραία την κοινή ανθρώπινη φύση. Και κατέκτησε τον απαθή. Και έγινε άνθρωπος εξ αιτίας της Παρθένου Εκείνος που εξ αιτίας της αμαρτίας ήταν στους ανθρώπους μισητός.

3. Kαι το “μεσότοιχον της έχθρας” και ο “φραγμός» δεν είχαν για την Παρθένο καμμιά ισχύ, αλλά κάθετι που χώριζε το ανθρώπινο γένος από το Θεό σε ό,τι αφορά την ίδια είχε καταργηθή. Έτσι και πριν από την κοινή καταλλαγή είχε συναφθή ανάμεσα στο Θεό και την Παρθένο μόνη ειρήνη. 
Ακόμη περισσότερο, δεν χρειάσθηκε ποτέ να προσφέρη εκείνη σπονδές ειρήνης και συμφιλιώσεως, μια και στεκόταν από την αρχή στην κορυφή του χορού των φίλων. Όλα αυτά πραγματοποιήθηκαν για τους άλλους. Και υπήρξε πριν από τον Παράκλητο, «παράκλητος υπέρ ημών προς τον Θεόν», για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Παύλου, υψώνοντας προς Αυτόν για χάρη των ανθρώπων όχι τα χέρια Της, αλλά, αντί για άλλη ικεσία, την ίδια τη ζωή Της. Κι έφθασε η αρετή μιας ψυχής να σταματήση την κακία των ανθρώπων όλων των αιώνων. 
Όπως η Κιβωτός που έσωσε τον άνθρωπο κατά το κοινό ναυάγιο της οικουμένης δεν έλαβε η ίδια μέρος στις συμφορές και διέσωσε στο γένος τη δυνατότητα να συνεχισθή, το ίδιο συνέβηκε και με την Παρθένο. Διατήρησε πάντοτε τη σκέψη Της τόσο άθικτη και ιερή, σαν να μην είχε αποτολμηθή ποτέ στη γη καμμιά αμαρτία, σαν να ήταν όλοι συνεπείς σ’ αυτά που έπρεπε, σαν να έμεναν όλοι ακόμα στην εστία του Παραδείσου. 
Ούτε καν αισθάνθηκε, πράγματι, την κακία που ξεχύθηκε σ’ όλη την γη. Και ο κατακλυσμός της αμαρτίας που ξαπλώθηκε παντού κι έκλεισε τον ουρανό κι άνοιξε τον Άδη κι έβαλε σε πόλεμο τους ανθρώπους με τον Θεό κι έδιωξε από τη γη τον Αγαθό, φέρνοντας στη θέση του τον Πονηρό, δεν κατάφερε ούτε στο παραμικρό να θίξη τη μακαρία Παρθένο. Αλλ’ ενώ κυριάρχησε σ’ ολόκληρη την οικουμένη κι έσεισε και συντάραξε και γκρέμισε τα πάντα, νικήθηκε από ένα μόνο λογισμό, από μια ψυχή. Και δεν νικήθηκε από την Παρθένο μόνο, αλλά χάρις σ’ αυτήν υποχώρησε η αμαρτία κι από ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.

Αυτή ήταν η συμβολή της Παρθένου στο έργο της σωτηρίας, πριν φθάση, η ημέρα εκείνη, κατά την οποία έπρεπε ο Θεός, σύμφωνα με το προαιώνιο σχέδιο Του, να κλίνη τους ουρανούς και να κατέβη στη γη: από τη στιγμή που γεννήθηκε οικοδομούσε κατάλυμα για εκείνον, που μπορούσε να σώση τον άνθρωπο, αγωνιζόταν να καταστήση ωραία την κατοικία του Θεού, τον εαυτό Της, τέτοια που να μπορή να είναι άξια γι’ Αυτόν. Έτσι τίποτε δεν βρήκε να κατηγορήση στα ανάκτορα ο βασιλιάς. 
Κι ακόμη περισσότερο, δεν του πρόσφερε η Παρθένος μόνο βασιλική κατοικία αξία του μεγαλείου του, αλλά του ετοίμασε από τον εαυτό της και τη βασιλική πορφύρα και τη ζώνη και, όπως λέγει ο Δαβίδ, την “ευπρέπεια”, τη “δύναμη” και την ίδια τη “βασιλεία”. 
Όπως μια λαμπρή πολιτεία, που ξεπερνά όλες τις άλλες στο μέγεθος και την ωραιότητα, στο υψηλό ηθικό φρόνημα και στο πλήθος των κατοίκων και στον πλούτο και σε κάθε είδους δύναμη, δεν περιορίζεται μόνο στο να δεξιωθή και να φιλοξενήση απλώς το βασιλιά, αλλά γίνεται το κράτος του και αποτελεί την εξουσία του και την τιμή του και τη δύναμη και τον οπλισμό του. 
Έτσι και η Παρθένος, με το να δεχθή μέσα της το Θεό, με το να του δώση τη σάρκα της, έκαμε να παρουσιασθή ο Θεός μέσα στον κόσμο και να γίνη στους μεν εχθρούς συμφορά ακαταμάχητη, στους δέ φίλους σωτηρία και πηγή όλων των αγαθών.

4. Μ’ αυτόν τον τρόπο ωφέλησε το ανθρώπινο γένος πριν ακόμη έρθη ο καιρός της γενικής σωτηρίας: Αλλά κι όταν ήρθε ο καιρός και παρουσιάσθηκε ο ουράνιος αγγελιοφόρος, πάλι έλαβε ενεργητικό μέρος στη σωτηρία με το γεγονός ότι πίστεψε σε ό,τι της είπε και δέχθηχε να αναλάβη τη διακονία που της ζήτησε ο Θεός. Γιατί ήταν κι αυτά απαραίτητα και χρειάζονταν οπωσδήποτε για τη σωτηρία μας. Αν η Παρθένος δεν τηρούσε αυτή τη στάση, καμμιά πια ελπίδα δεν θα απόμενε στους ανθρώπους. 
Δεν ήταν βέβαια δυνατό, όπως είπα πιο πάνω, να προσβλέψη ο Θεός με ευμένεια προς το ανθρώπινο γένος και να θελήση να κατέβη στη γη, αν δεν είχε προπαρασκευασθή η Παρθένος, αν δεν υπήρχε δηλαδή εκείνος που θα την υποδεχόταν, και θα μπορούσε να διακονήση στη σωτηρία. 
Κι ούτε πάλι ήταν δυνατό να πραγματοποιηθή το θέλημα του Θεού για τη σωτηρία μας, αν δεν πίστευε σ’ αυτό η Παρθένος και δεν δεχόταν να διακονήση. Αυτό γίνεται φανερό από το ότι ο μεν Γαβριήλ με το “χαίρε” που είπε στην Παρθένο και με το γεγονός ότι την ονόμασε “κεχαριτωμένη” τελείωσε την αποστολή του, φανέρωσε ολόκληρο το μυστήριο. 
Όση όμως ώρα η Παρθένος ζητούσε να μάθη τον τρόπο, με τον οποίον θά γινόταν η κύηση, ο Θεός δεν κατερχόταν. Ενώ τη στιγμή που πείσθηκε κι αποδέχθηκε την πρόσκληση, ολόκληρο το έργο με μιας πραγματοποιήθηκε: ο Θεός πήρε επάνω Του σαν ενδυμασία τον άνθρωπο κι έγινε μητέρα του Κτίστου η Παρθένος.

Αλλά το ακόμη πιο θαυμαστό είναι το εξής: Ο Θεός ούτε προειδοποίησε τον Αδάμ ούτε τον έπεισε να του δώση την πλευρά, από την οποία έπρεπε να δημιουργηθή η Εύα. Τον εκοιμισε κι έτσι, έχοντάς του αφαιρέσει τις αισθήσεις, του απέσπασε το μέλος. 
Ενώ για να προχωρήση στη δημιουργία του Νέου Αδάμ εδίδαξε προηγουμένως την Παρθένο και περίμενε την πίστη και την παραδοχή της. Για τη δημιουργία του Αδάμ πάλι συσκέπτεται με τον μονογενή του Υιό λέγοντας: “ποιήσωμεν άνθρωπο”. Όταν όμως χρειάσθηκε να “εισαγάγη τον πρωτότοκον”-αυτόν τον “θαυμαστόν Σύμβουλον” -“εις την οικουμένην”, όπως λέγει ο Παύλος, και να πλάση τον δεύτερο Αδάμ, παίρνει στην απόφασή του αυτή συνεργάτη την Παρθένο.
 Έτσι τη μεγάλη εκείνη “βουλή” του Θεού, για την οποία ομιλεί ο Ησαΐας, την ανήγγειλε ο Θεός και την επεκύρωσε η Παρθένος. Και με αυτόν τον τρόπο η σάρκωση του Λόγου ήταν έργο όχι μόνο του Πατρός, που “ευδόκησε”, και της Δυνάμεώς του, που “επεσκίασε”, και του Πνεύματος, που “επεδήμησε”, αλλά και της θελήσεως και της πίστεως της Παρθένου. Γιατί, όπως χωρίς εκείνους δεν ήταν δυνατόν να υπάρξη και να προσφερθή στους ανθρώπους η απόφαση για τη σάρκωση του Λόγου, έτσι χωρίς την προσφορά της θελήσεως και της πίστεως της Πανάγνου ήταν άδύνατη η πραγματοποίηση της θείας βουλής.

5. Αφού λοιπόν μ’ αυτόν τον τρόπο την καθοδήγησε και την έπεισε ο Θεός, την κάνει στη συνέχεια μητέρα του. Έτσι δανείζεται τη σάρκα από έναν άνθρωπο που και θέλει να τη δανείση και ξέρει γιατί το κάνει. Γιατί έπρεπε να συμβή στην Παρθένο ό,τι συνέβηκε και στον ίδιο. 
Όπως Αυτός ήθελε και “συνελήφθη”, έτσι κι εκείνη έπρεπε να κυοφορήση και να γίνη μητέρα του όχι αναγκαστικά, αλλά μ’ όλη την ελεύθερη θέλησή της. Γιατί έπρεπε ακόμη -πράγμα πολύ σημαντικώτερο- όχι μόνο να συντελέση στην oικovoμία της σωτηρίας σαν κάτι το ετεροκίνητο, που απλώς χρησιμοποιήθηκε, αλλά να προσφέρη η ίδια τον εαυτό Της και να γίνη συνεργάτης του Θεού στη φροντίδα για το ανθρώπινο γένος έτσι, ώστε νάχη μ’ Αυτόν μερίδιο και να είναι κοινωνός και στη δόξα που προέρχεται από αυτή τη φιλανθρωπία. 
Έπειτα, αφού ο Σωτήρας δεν ήταν άνθρωπος και υιός ανθρώπου εξ αιτίας μόνο της σάρκας, αλλ’ είχε καί ψυχή και νου και θέληση και κάθετι το ανθρώπινο, ήταν ανάγκη να έχη και μητέρα τελεία, που θα υπηρετούσε στη γέννησή Του όχι μόνο με τη φύση του σώματος, αλλά και με το νου και τη θέληση και με όλη την ύπαρξή της: να είναι μητέρα και κατά τη σάρκα και κατά την ψυχή, να εισαγάγη ολόκληρο τον άνθρωπο στην απόρρητη γέννηση.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πριν η Παρθένος θέση τον εαυτό της στην υπηρεσία του θείου μυστηρίου μαθαίνει, πιστεύει, θέλει και εύχεται την πραγματοποίησή του. Αλλά αυτό έγινε και επειδή ο Θεός ήθελε να κάμη με αυτό τον τρόπο φανερή την αρετή της Παρθένου. 
Πόσο δηλαδή μεγάλη ήταν η πίστη της και πόσο υψηλό το φρόνημά της, ποια η ακεραιότης του νου και ποιο το μεγαλείο της ψυχής της, πράγματα που φανερώθηκαν με το γεγονός ότι η Παρθένος παραδέχθηκε και πίστεψε τον παράδοξο λόγο του Αγγέλου: ότι δηλαδή επρόκειτο να έρθη αληθινά ο Θεός στη γη και να φροντίση προσωπικά ο ίδιος για τη σωτηρία μας και ότι αυτή θα είναι ικανή να διακονήση συμμετέχοντας ενεργητικά σ’ αυτό το έργο.
 Το γεγονός δηλαδή ότι πρώτα ζήτησε εξηγήσεις και πείσθηκε, είναι λαμπρή απόδειξη του ότι γνώριζε πολύ καλά τον εαυτό της και δεν έβλεπε τίποτε μεγαλύτερο, άξιο να το επιθυμήση.
 Εξάλλου το ότι ο Θεός θέλησε να φανερώση την αρετή της είναι ισχυρή απόδειξη του ότι η Παρθένος γνώριζε πολύ καλά το μέγεθος της θείας αγαθότητος και φιλανθρωπίας. Και μόνον φαίνεται ότι χάριν αυτού ακριβώς δεν μυήθηκε κατά τρόπο άμεσο από τον ίδιο τον Θεό, για να αποκαλυφθή δηλαδή πλήρως ότι η πίστη με την οποία ζούσε κοντά στο Θεό ήταν αυτοπροαίρετη εκδήλωσή Της και να μη θεωρηθούν όλα σαν αποτελέσματα της δυνάμεως τού πείθοντος Θεού. 
Γιατί όπως ακριβώς εκείνοι από τους πιστούς που δεν είδαν και επίστευσαν είναι πια μακάριοι από όσους απαιτούν να δουν, έτσι κι αυτοί που έχουν πιστεύσει στα μηνύματα που έστειλε διά μέσου δούλων ο Δεσπότης έχουν περισσότερη φρόνηση από εκείνους πού χρειάσθηκε να τους πείση ο ίδιος. Το γεγονός πάλι ότι είχε συνείδηση πως δεν υπήρχε στην ψυχή της τίποτε το αταίριαστο προς το μυστήριο και πως τα ήθη της άρμοζαν προς αυτό τόσο πολύ, ώστε να μην κάνη μνεία καμμιάς ανθρώπινης αδυναμίας, καθώς και το γεγονός ότι δεν αμφέβαλε για το πώς θά συμβούν όλα αυτά και δεν συζήτησε καθόλου για τους τρόπους που θα την οδηγούσαν στην καθαρότητα, ούτε είχε ανάγκη από μυσταγωγό, όλα αυτά δεν ξέρω αν είναι πράγματα που μπορούμε να υποθέσουμε ότι ανήκουν στην κτιστή φύση.

Γιατί κι αν ακόμη ήταν Χερουβείμ ή Σεραφείμ ή κάτι πολύ καθαρώτερο από τις αγγελικές αυτές υπάρξεις, πώς θα μπορούσε να υποφέρη αυτή τη φωνή; Πώς θα νόμιζε ότι ήταν δυνατό να εκπληρώση τις επαγγελίες; Πώς θά εύρισκε δύναμη κατάλληλη γι’ αυτά τα μεγαλειώδη έργα; Και ο Ιωάννης βέβαια, από τον οποίον «καvείς δεν υπήρξε ποτέ μεγαλύτερος», σύμφωνα με την κρίση του ίδιου του Σωτήρα, δεν αξίωσε τον εαυτό του ούτε τα υποδήματα Εκείνου να αγγίξη, κι αυτό καίτοι ο Κύριος εμφανιζόταν με την πτωχή ανθρώπινη φύση.
 Ενώ η Πανάμωμη τον ίδιο τον λόγο του Πατρός, την ίδια την υπόσταση του Θεού, και πριν ακόμη κενωθή, πήρε το θάρρος να φέρη μέσα στα σπλάχνα της. «Τις ειμί εγώ και τις ο οίκος του πατρός μου; Και εν εμοί, Κύριε, σώσεις τον Ισραήλ;» Τέτοιες φράσεις μπορεί κανείς ν’ ακούση από τους δικαίους, μολονότι καλούνται σε έργα πολλές φορές κι’ από πολλούς πραγματοποιημένα. 
Ενώ τη μακαρία Παρθένο ο Άγγελος την κάλεσε να πραγματοποιήση κάτι το εντελώς ασυνήθιστο, κάτι που δεν ήταν σύμφωνο με την ανθρώπινη φύση, που ξεπερνούσε τη λογική κατανόηση. Γιατί στ’ αλήθεια τι μικρότερο της ζητήθηκε από το να ανυψώση τη γη στον ουρανό, από το να μετακινήση και να αλλάξη, χρησιμοποιώντας σαν μέσο τον εαυτό Της, το σύμπαν; Kι όμως δεν ταράχθηκε ο λογισμός Της ούτε θεώρησε ότι δεν άξιζε γι’ αυτό το έργο. 
Αλλά όπως σε τίποτε δεν ενοχλούνται τα μάτια, όταν πλησιάζη το φως, κι όπως δεν είναι παράξενο να ισχυρισθή κανείς ότι, μόλις ανατείλη ο ήλιος, γίνεται ημέρα, έτσι καθόλου δεν παραξενεύθηκε η Παρθένος, όταν πληροφορήθηκε ότι θα μπορέση να δεχθή και να κυοφορήση μέσα της τον αχώρητο σε όλους τους τόπους Θεό. Και δεν άφησε βέβαια να περάση ανερεύνητη η προσφώνηση ούτε έπαθε τίποτε ανεξέταστα κι ούτε πάλι παρασύρθηχε από το πλήθος των εγκωμίων. 
Αλλά συγκέντρωσε την προσοχή της και με όλη της την ένταση εξέταζε το χαιρετισμό, ζητώντας να μάθη με ακρίβεια τόσο τον τρόπο της κυήσεως, όσο και κάθετι το σχετικό. Πέρα όμως από αυτά δεν ενδιαφέρεται καθόλου να ρωτήση αν είναι η ίδια ικανή και κατάλληλη για μια τόσο υψηλή διακονία, αν έχη αγνίσει όσο χρειάζεται το σώμα Της και την ψυχή Της. 
Εκπλήσσεται για τα θαυμάσια που επέρχονται στη φύση και αντιπαρέρχεται κάθετι που έχει σχέση με τη δική Της προπαρασκευή. Γι’ αυτό ζήτησε την εξήγηση για το πρώτο από το Γαβριήλ, ενώ το δεύτερο το ήξερε από τον εαυτό της. Το θάρρος προς το Θεό και την παρρησία τα εύρισκε πράγματι η Παρθένος μέσα της, αφού δεν είχε «την καρδίαν της καταγινώσκουσαν”, όπως λέγει ο Ιωάννης, αλλά “συνηγορούσαν”.

6. «Πώς θα γίνη αυτό;» ερωτά. Όχι γιατί έχω η ίδια ανάγκη από περισσότερη καθαρότητα και μεγαλύτερη αγιότητα, αλλά γιατί είναι νόμος της φύσεως να μην μπορούν να κυοφορήσουν όσοι, όπως εγώ, έχουν διαλέξει τη ζωή της παρθενίας. «Πώς θα γίνη αυτό, ερωτά, αφού δεν έχω σχέση με άνδρα;» Εγώ βέβαια, συνεχίζει, είμαι έτοιμη για την υποδοχή του Θεού. Έχω αρκετά προπαρασκευασθή. 
Πες μου όμως συ, αν η φύση θα συμμορφωθή και με ποιο τρόπο. Kαι τότε, μόλις ο Γαβριήλ ανακοίνωσε τον τρόπο της παράδοξης κυοφορίας λέγοντας το γνωστό: «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι» και τα εξήγησε όλα, η Παρθένος δεν αμφιβάλλει πλέον για το αγγελικό μήνυμα, ότι είναι μακαρία, τόσο γι’ αυτά, τα τόσο υπέροχα, στα οποία διακόνησε, όσο και γι’ αυτά στα οποία πίστεψε, ότι δηλαδή θα είναι αξία να αναλάβη αυτή τη διακονία.

Κι αυτό δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας ελαφρότητος. Ήταν η φανέρωση του θαυμαστού και απόρρητου εκείνου θησαυρού, που έκρυβε μέσα της η Παρθένος, θησαυρού γεμάτου από ύψιστη σύνεση, πίστη και καθαρότητα. Αυτό το έκανε φανερό το Πανάγιο Πνεύμα ονομάζοντας την Παρθένο μακαρία, ακριβώς επειδή αποδέχθηκε το μήνυμα και δεν δυσκολεύθηκε καθόλου να πιστέψη στις ουράνιες αγγελίες. 
Η μητέρα του Ιωάννου, πράγματι, μόλις γέμισε η ψυχή της από το Άγιο Πνεύμα, την εμακάρισε λέγοντας: «Ας είναι μακαρία αυτή που πίστεψε ότι θα πραγματοποιηθούν όσα της είπε ο Κύριος». Η ίδια η Παρθένος άλλωστε είχε ειπεί για τον εαυτό της απαντώντας στόν Άγγελο: «Ιδού η δούλη Κυρίου». Γιατί είναι, στ’ αλήθεια, δούλη του Kυρίoυ αυτή που τόσο βαθιά κατανόησε το μυστήριο του ερχομού του. 
Αυτή που, “όταν ήρθε” ο Δεσπότης και “έκρουσε”, όπως λέγει η Γραφή, άνοιξε αμέσως την οικία της ψυχής και του σώματός της και χορήγησε έτσι σ’ Εκείνον που ήταν πριν από αυτήν ά-οικος πραγματικό κατοικητήριο ανάμεσα στους ανθρώπους.

Συνέβη στο σημείο αυτό κάτι παραπλήσιο μ’ εκείνο που συνέβη στον Αδάμ. Ενώ όλο το ορατό σύμπαν κτίσθηκε για χάρη δική του κι όλα τα υπόλοιπα κτίσματα είχαν βρει το καθένα τον κατάλληλο σύντροφό του, μόνο για τον Αδάμ δεν βρέθηκε, πριν από την Εύα, κατάλληλος βοηθός. 
Έτσι και για το Λόγο, που έφερε στην ύπαρξη τα πάντα κι όρισε για το κάθε πλάσμα του τον κατάλληλο τόπο, δεν υπήρχε κανείς τόπος και καμμιά κατοικία πριν από την Παρθένο. Η Παρθένος όμως δεν έδωσε «ύπνον τοις οφθαλμοίς ουδέ νυσταγμόν τοις βλεφάροις» ως τη στιγμή που πρόσφερε σ’ Αυτόν σκήνωμα και τόπο.
 Γιατί βέβαια τα λόγια αυτά πρέπει να τα θεωρήσουμε σαν φωνή της Πανάγνου, που την πρόφερε η γλώσσα του Δαυΐδ, μια κι αυτός ήταν ο αρχηγός της γενιάς της. Όπως ακριβώς, σύμφωνα μ’ αυτά που λέγει ο Παύλος, στο πρόσωπο του Αβραάμ, που έδωσε τη δεκάτη στο Μελχισεδέκ, έχει δώσει δεκάτη και ο Λευΐ «εν τη οσφύϊ του πατρός ών».

7. Αλλά το πιο μεγάλο και πιο παράδοξο από όλα είναι ότι, χωρίς τίποτε να ξέρη από πρίν, χωρίς καμμιά προειδοποίηση τόσο πολύ ήταν προετοιμασμένη για το μυστήριο, ώστε μόλις φάνηκε ξαφνικά ο Θεός, να είναι σε θέση να τον υποδεχθή όπως έπρεπε, με ψυχή έτοιμη και άγρυπνη και σταθερή. Κι αυτό το λόγο, που ήταν κατάλληλος και άρμοζε σ’ αυτήν, απάντησε για να γνωρίσουν όλοι oι άνθρωποι τη σωφροσύνη με την οποία έζησε πάντοτε η μακαρία Παρθένος, πόσο δηλαδή ήταν ανώτερη από την ανθρώπινη φύση, πόσο ήταν πρωτοφανής, πόσο ήταν μεγαλύτερη από όσο μπορούσαν να καταλάβουν oι άνθρωποι, Αυτή που άναψε μέσα στην ψυχή της τόσο σφοδρό έρωτα για το Θεό, όχι γιατί της είχαν προαγγελθή αυτά που επρόκειτο να της συμβούν προσωπικά και στα οποία αυτή μόνο θα λάβαινε μέρος, αλλά χάρις στις γενικές δωρεές που δόθηκαν ή επρόκειτο να δοθούν από τον Θεό στους ανθρώπους. 
Γιατί, όπως ο Ιώβ θαυμάζεται όχι τόσο για την υπομονή που έδειξε μέσα στις συμφορές του, όσο γιατί δεν ήξερε τι επρόκειτο να του δοθή σαν αμοιβή γι’αυτό τον αγώνα της υπομονής, έτσι κι εκείνη ανέδειξε τον εαυτό της άξιο να λάβη τις δωρεές που ξεπερνούν κάθε ανθρώπινη λογική, χάρις σ’ αυτά που δεν εγνώριζε. Υπήρξε νυμφικός θάλαμος, χωρίς να περιμένη το Νυμφίο. Ήταν ουρανός, μολονότι αγνοούσε ότι μέσα από αυτή επρόκειτο να ανατείλη ο Ήλιος.

Τι είναι δυνατόν να εξισωθή με του νου αυτού τη μεγαλωσύνη; Και ποιά θα ήταν αν τα ήξερε όλα με σαφήνεια από πριν και είχε έτσι και της ελπίδας τα φτερά; Γιατί όμως δεν τα είχε πληροφορηθή προηγουμένως; Μήπως επειδή μ’ αυτό γίνεται φανερό ότι δεν υπήρχε άλλος χώρος στον οποίον έπρεπε να προχωρήση, αφού δεν είχε αφήσει αξεπέραστη καμμιά κορυφή αγιότητος, κι ότι δεν υπήρχε τίποτε το οποίο όφειλε να προσθέση σ’ αυτά που είχε, ούτε ήταν δυνατόν να γίνη καλύτερη στην αρετή, αφού κατέλαβε την ίδια την κορυφή; 
Γιατί, αν ήταν πραγματοποιήσιμα αυτά και υπήρχε, πέρα από όσα είχε ήδη κατορθώσει, και μια κάποια άλλη κορυφή αρετής, δεν θα την αγνοούσε η Παρθένος, αφού αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον ήρθε στη ζωή, και αφού ο Θεός διδάσκει, έτσι ώστε να μπορή να τη διατρέξη και αυτή και να είναι καλύτερα προπαρασκευασμένη για τη διακονία του μυστηρίου. Διότι δεν είναι δυνατόν να ισχυρισθή κανείς ότι δεν θα είχε δήθεν η Παρθένος εξ αιτίας αυτών των ελπίδων μεγαλύτερη έφεση για την αρετή, αν βέβαια ήταν ποτέ δυνατόν να συμβή αυτό. 
Αλλά αυτή ακριβώς η άγνοιά της την απέδειξε ακόμη καλύτερη, αυτην η οποία, παρ’ όλο ότι δεν υπήρχαν εκείνα που θα μπορούσαν να την ωθήσουν στην αρετή, τόσο πολύ τελειοποίησε την ψυχή της, ώστε διαλέχθηκε από το δίκαιο Θεό μέσα από ολόκληρη την ανθρώπινη φύση. Ούτε πάλι είναι φυσικό για το Θεό να μην είχε κοσμήσει τη μητέρα του με όλα τα αγαθά και να μην την είχε πλάσει κατά τον καλύτερο και τελειότερο τρόπο.

8. Με το γεγονός λοιπόν ότι είχε σιωπήσει και δεν της προείπε τίποτε από αυτά που επρόκειτο να συμβούν απoδείχθηκε ότι δεν εγνώριζε τίποτε καλύτερο ή μεγαλύτερο από όσα έβλεπε να έχη κατορθώσει η Παρθένος. Kαι από αυτό πάλι γίνεται φανερό ότι διάλεξε για μητέρα του όχι απλώς την καλύτερη ανάμεσα σ’ αυτές που υπήρχαν, αλλά τήν απόλυτα καλύτερη. Ούτε εκείνη που ταίριαζε σ’ Αυτόν περισσότερο από όλους μέσα στο ανθρώπινο γένος, αλλά αυτήν που ταίριαζε απόλυτα, έτσι ώστε να πρέπη να είναι μητέρα του.

Γιατί ήταν βέβαια οπωσδήποτε ανάγκη να παρουσιάση κάποτε η φύση των ανθρώπων τον εαυτό της κατάλληλο για το έργο εκείνο για το οποίο δημιουργήθηκε. Να φέρη δηλαδή στη ζωή κάποιον άνθρωπο που να μπορή να διακονήση άξια στο σκοπό του Δημιουργού. Εμείς βέβαια δεν δυσκολευόμαστε να παραβιάζουμε το σκοπό για τον οποίον κατασκευάσθηχαν τα διάφορα εργαλεία χρησιμοποιώντας τα άλλοτε στη μια κι άλλοτε στην άλλη τέχνη. Ο Δημιουργός όμως δεν έδωκε στην ανθρώπινη φύση ένα προορισμό στην αρχή και μετά τον άλλαξε. 
Από την πρώτη στιγμή την έπλασε τέτοια, ώστε, όταν θα χρειαζόταν να γεννηθή, να πάρη από αυτή τη μητέρα. Κι αφού έδωκε πρώτα αυτόν το προορισμό στην ανθρώπινη φύση, έπλασε στη συνέχεια τον άνθρωπο χρησιμοποιώντας για κανόνα αυτή τη σαφή χρησιμότητα. Ηταν επομένως ανάγκη να υπάρξη κάποτε ένας άνθρωπος που να μπορή να εκπληρώση αυτόν το σκοπό. 
Γιατί βέβαια ούτε επιτρέπεται να μη θεωρήσουμε σαν σκοπό της δημιουργίας του ανθρώπου τον καλύτερο από όλους, εκείνον που προξενεί στον Τεχνίτη τη μεγαλύτερη τιμή και δόξα, ούτε πάλι είναι δυνατό να νομίσουμε ότι μπορεί κατά οποιονδήποτε τρόπο να αποτύχη ο Θεός σ’ αυτά που δημιουργεί. Αυτό βέβαια αποκλείεται, αφού ακόμη κι oι κτίστες κι oι ράφτες κι οι υποδηματοποιοί κατορθώνον να φτιάχνουν τα έργα τους πάντοτε σύμφωνα προς το σκοπό που θέλουν, αν κι αυτοί δεν εξουσιάζουν εντελώς την ύλη. 
Kαι μολονότι το υλικό που χρησιμοποιούν δεν τους υπακούει πάντοτε, μολονότι μερικές φορές τους εναντιώνεται, αυτοί κατορθώνουν με την τέχνη τους να το υποτάξουν και να το σύρουν προς το σκοπό τους. Άν λοιπόν το κατορθώνουν αυτοί, πόσο φυσικώτερο είναι να το επιτύχη ο Θεός, που δεν είναι απλώς ο κυρίαρχος της ύλης, αλλά και ο δημιουργός της, που, όταν τη δημιούργησε, ήξερε πώς θα την χρησιμοποιήση. 
Τι λοιπόν θα εμπόδιζε να είναι η ανθρώπινη φύση σε όλα σύμφωνη προς το σκοπό για τον οποίον δημιουργήθηκε; Ο Θεός είναι αυτός που κυβερνά την οικονομία. Κι αυτό ακριβώς είναι το μεγαλύτερο έργο Του, το κατ’ εξοχήν έργο των χειρών Του. Και την πραγματοποίησή του δεν την εμπιστεύθηκε σε κανέναν άνθρωπο ή Άγγελο, αλλά την κράτησε ο ίδιος για τον εαυτό Του. Δεν είναι λοιπόν λογικό να φρόντισε ο Θεός περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο τεχνίτη, να τηρήση κατά τη δημιουργία τους κανόνες που έπρεπε; Και μάλιστα, όταν δεν πρόκειται για ένα οποιοδήποτε, αλλά για το καλύτερο από τα δημιουργήματά του; 
Σε ποιον δε άλλον από όλους θα έδινε ο Θεός αυτό που χρειαζόταν, αν όχι στον εαυτόν του; Και πράγματι ο Παύλος ζητεί από τον Επίσκοπο να προσπαθή πριν από τις φροντίδες για το κοινό καλό να διευθετή σωστά ό,τι έχει σχέση με τον εαυτό του και τον οίκο του.

9. Έχει καλώς. Όταν λοιπόν όλα αυτά συνέβηκε να βρεθούν μαζί: ο δικαιότατος κυβερνήτης του σύμπαντος, ο καταλληλότατος διάκονος του σχεδίου του Θεού, το καλύτερο από όλα τα έργα του Δημιουργού όλων των αιώνων, πώς ήταν δυνατόν να μην είναι εδώ κάθετι που έπρεπε; Γιατί ήταν βέβαια άνάγκη να διατηρηθή η αρμονία και η απόλυτη συμφωνία σε όλα τα σημεία και τίποτε το αταίριαστο να μην υπάρξη στο μεγάλο και θαυμαστό αυτό έργο. Γιατί ο Θεός είναι ο κατ’ εξοχήν δίκαιος. 
Αυτός που δημιούργησε τα πάντα όπως έπρεπε και τα «ζυγίζει όλα στη ζυγαριά της δικαιοσύνης Του». Σαν απάντηση λοιπόν σ’ όλα αυτά, που ζητούσε η δικαιοσύνη του Θεού, η Παρθένος, μόνη γι’ αύτό κατάλληλη, πρόσφερε τον Υιό της. Κι έγινε μητέρα εκείνου, του οποίου ήταν κατά πάντα δίκαιo να είναι μητέρα. Κι αν λοιπόν καμμιά άλλη ωφέλεια δεν επρόκειτο να προέλθη από το γεγονός ότι έγινε ο Θεός υιός ανθρώπου, μπορούμε να υποστηρίξουμε πως το ότι ήταν κατά πάντα δίκαιο να γίνη η Παρθένος μητέρα του Θεού, έφθανε για να προκαλέση τη σάρκωση του Λόγου.
 Kαι πως ακόμη το γεγονός ότι ο Θεός δεν ήταν δυνατόν παρά να αποδώση στο κάθε πλάσμα Του εκείνο που του άρμοζε, να ενεργή δηλαδή πάντοτε με δικαιοσύνη, ήταν αρκετή αιτία για να προκαλέση αυτόν τον καινούργιο τρόπο υπάρξεως των δύο φύσεων.

Γιατί, αν η Πανάμωμη τήρησε όλα εκείνα που είχε υποχρέωση να τηρήση, αν αποδείχθηκε άνθρωπος τόσο ευγνώμων και δεν παρέλειψε τίποτε απ’ όσα του χρωστούσε, πως είναι δυνατόν να μη φερόταν εξίσου δίκαια και ο Θεός; Αν η Παρθένος δεν παρέλειψε τίποτε από αυτά που μπορούν να αναδείξουν τη μητέρα του Θεού και Τον αγάπησε με τόσο σφοδρό έρωτα, θα ήταν βέβαια εντελώς απίθανο να μη θεωρήση ο Θεός υποχρέωσή του να της δώση ισάξια αμοιβή, να γίνη υιός της. 
Γιατί πάλι, αν δίνη ο Θεός στους πονηρούς άρχοντα σύμφωνα με την επιθυμία τους, πώς δεν θα έπαιρνε για μητέρα του αυτή που αποδείχθηκε κατά πάντα σύμφωνη με την δική του επιθυμία; Τόσο πολύ πράγματι ήταν συγγενικό και ταιριαστό στη μακαρία αυτό το δώρο. 
Γι’ αυτό, όταν της είπε με σαφήνεια ο Γαβριήλ ότι θα γεννήση τον ίδιο τον Θεό -γιατί αυτό φανέρωσε λέγοντας ότι αυτός που θά γεννηθή «βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος»- η Παρθένος δέχθηκε την είδηση με χαρά, σαν να άκουσε κάτι συνηθισμένο, κάτι που δεν ήταν καθόλου παράξενο ούτε αταίριαστο προς αυτά που συνήθως συμβαίνουν. 
Κι έτσι με γλώσσα μακαρία, με ψυχή καθαρή από ανησυχίες, με σκέψεις γεμάτες γαλήνη: «Ιδού η δούλη Κυρίου, είπε, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου».

10. Αυτά είπε κι αμέσως όλα πραγματοποιήθηκαν. «Και ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν». Έτσι, μόλις η Παρθένος έδωσε την απάντησή της στο Θεό, δέχεται αμέσως από αυτόν το Πνεύμα, που δημιουργεί την ομόθεη εκείνη σάρκα. Ήταν λοιπόν η φωνή της “φωνή δυνάμεως”, όπως είπε ο Δαυΐδ. Και πλάθεται έτσι με λόγο μητρικό ο του Πατρός Λόγος. 
Και κτίζεται με την φωνή του κτίσματος ο Δημιουργός. Κι όπως, μόλις είπε ο Θεός «γενηθήτω φως», έγινε αμέσως φως, έτσι αμέσως με τη φωνή της Παρθένου το αληθινό ανέτειλε Φώς κι ενώθηκε με την ανθρώπινη σάρκα και κυοφορήθηκε αυτός που φωτίζει «πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Ω φωνή ιερή! Ω λόγια που κατορθώσατε τέτοιο μεγαλείο! 
Ω γλώσσα ευλογημένη, που ανακάλεσες μεμιάς από την εξορία ολόκληρη την οικουμένη! Ω θησαυρέ ψυχής αγνής, που με τα λίγα λόγια της σκόρπισε σε μας τέτοια αφθονία αγαθών! Γιατί αυτά τα λόγια μετέτρεψαν τη γη σε ουρανό κι άδειασαν τον Άδη ελευθερώνοντας τους φυλακισμένους. Εκαμαν να κατοικηθή από ανθρώπους ο ουρανός και φέρνοντας τόσο κοντά τους Αγγέλους στους ανθρώπους συνέπλεξαν το ουράνιο και το ανθρώπινο γένος σ’ ένα μοναδικό χορό γύρω από αυτόν που είναι ταυτόχρονα και τα δυο, αυτόν που, όντας Θεός, έγινε άνθρωπος.

Γι’ αυτά Σου τα λόγια ποια ευχαριστία θα ήταν άξια να Σου προσφερθή από μας; Πώς να σε προσφωνήσουμε Εσένα, που δεν υπάρχει τίποτε αντάξιό σου ανάμεσα στους ανθρώπους; Γιατί τα δικά μας τα λόγια είναι γήινα, ενώ Σύ ξεπέρασες όλου του κόσμου τις κορυφές.
 Αν λοιπόν χρειάζεται να Σου προσφερθούν τιμητικοί λόγοι, αυτό νομίζω πως πρέπει να είναι έργο Αγγέλων, νου χερουβικου, πύρινης γλώσσας. Γι’αυτό κι εμείς, αφου θυμηθήκαμε όσο μπορούσαμε τα κατορθώματά Σου και υμνήσαμε κατά τη δύναμή μας Εσένα, την ίδια μας τη σωτηρία, ζητούμε τώρα να βρούμε αγγελική φωνή. Kαι καταλήγουμε στην προσφώνηση του Γαβριήλ, τιμώντας έτσι και την ίδια μας την ομιλία: «Χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου»!

Αλλά δώσε, Παρθένε, όχι μόνο να μιλάμε για όσα φέρνουν τιμή και δόξα σ’ Αυτόν και σ’ Εσένα που τον εγέννησες, αλλά και να τα εφαρμόζουμε. Προετοίμασέ μας δηλαδή να γίνουμε κι εμείς οικητήρια δικά Του γιατί σ’ Αυτόν αρμόζει η δόξα εις τους αιώνες. Αμήν.

[Νικολάου Καβάσιλα, Η Θεομήτωρ (Τρείς Θεομητορικές Ομιλίες), κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια: Παν. Νέλλας, Σειρά “Επί τας Πηγάς”, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1995]