Όταν σου μπαίνει η σκέψη των παθών, θυμίσου ότι έχεις και αρετές

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

Εντάξει,… έχεις πάθη, έχεις όμως και αρετές. Έχεις απιστία, έχεις και πίστη. 

Έχεις ανηθικότητα, έχεις και ηθικά στοιχεία. Γιατί αυτά δεν τα λαμβάνεις υπόψιν σου;
 Ένα μόνο να προσέχεις, να μην είσαι τεμπέλης, να μη φοβάσαι να αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου. Μη κάθεσαι και λες, έχω αυτό το πάθος, έχω εκείνο, χριστιανός είμαι εγώ; τίποτε δεν κάνω στην ζωή μου.Έτσι οδηγείσαι στην ακηδία, σπάνε τα νεύρα σου, και δεν μπορείς να κάνεις τίποτε. Σύντομα εγκαταλείπεις τον αγώνα σου και τότε είσαι ένας προδότης.
Γι’ αυτό, όταν σου μπαίνει η σκέψη των παθών, θυμίσου ότι έχεις και αρετές. Ο μεγαλύτερος εγκληματίας, εάν εξετάσει την ζωή του, θα βρεί ότι ο Θεός του έχει δώσει πολλά καλά. Δεν μας πνίγουν λοιπόν μόνο τα πάθη μας, οι αμαρτίες μας, η απιστία μας, η υπερηφάνειά μας, ο σατανάς, αλλά μας πνίγει, μας σκοτώνει και η προδοσία της βουλήσεώς μας, το σταμάτημα που κάνουμε.
 
 

Η σχέση με τόν Θεό – Μία ”προσωπική” υπόθεση

 

 Πριν λίγο καιρό ήμουν παρών στό ξέσπασμα ενός ανθρώπου. Άρχισε να κατηγορεί την εκκλησία και να λέει τα κλασικά: οι παπάδες μας κλέβουν, οι δεσποτάδες μας θέλουν στην άγνοια υποταγμένους, μας κοροϊδεύουν, μας εκμεταλλεύονται, εγώ αλλιώς τον φανταζόμουν το Θεό. Μάλιστα, για να στηρίξει όλο αυτά τα παράπονά του έφερε και παραδείγματα πολύ ορθά….Και μ’έβαλε σε σκέψεις. Πολλές σκέψεις. 

 Να εκμυστηριευτώ μερικές…

 Κάνουμε πάντα το λάθος να βλέπουμε τα σφάλματα των παπάδων, των δεσποτάδων και αμέσως λέμε: Να, αυτός έκανε αυτό. Και ποιο είναι αμέσως το συμπέρασμα που βγάζουμε; Άρα, καλά κάνω κι εγώ που δεν πάω στην εκκλησία. 

 Δηλαδή, αμέσως βγάζουμε τον εαυτό μας απ’την εξίσωση, επειδή κάπου, κάποτε, κάποιος έκανε συγκεκριμένο σφάλμα. Και ξεχνάμε ότι ο Θεός είναι υπόθεση όχι του παπά που έκλεψε, αλλά του καθενός μας προσωπικά. Η πίστη είναι βίωμα. 
Είναι εμπειρία προσωπική, μυστική, εσωτερική. Είναι σχέση με το Θεό. Και σε μια τόσο προσωπική σχέση δε χωράνε ενέργειες ή παραλείψεις τρίτων. Για παράδειγμα, όταν ερωτευτείς, δε σε νοιάζει τίποτε άλλο παρά το ερώμενο πρόσωπο. Βλέπεις το πρόσωπο αυτό παντού και πάντα.

 Είμαστε πολύ εύκολοι στο να κατακρίνουμε. Αλλά, είδαμε ποτέ τα δικά μας σφάλματα; Είδαμε ποτέ το δοκάρι στο δικό μας μάτι; Του έφταιγε ο παπάς που έκανε κάτι. Γιατί όχι; Και εκείνος άνθρωπος σαν και σένα και μένα δεν είναι; Ας 
μήν ξεχνάμε ότι μέσα στους 12 μαθητές του Χριστού (που ο ίδιος τους διάλεξε) υπήρξε και ένας μετέπειτα προδότης… 
Θυμήσου, αδερφή/έ, ότι τον Ιούδα τον αγάπησε πιο πολύ απ’όλους ο Χριστός! Του έδωσε ευκαιρίες που σε κανέναν άλλον δεν έδωσε. Ο Χριστός μας τίμησε με το υπέρτατο, χαοτικό, ασύλληπτο δώρο:την απόλυτη ελευθερία μας…. Απόλυτη ως την αιωνιότητα!

 Άν δε σ’αρέσει ο παπάς ο εγωίσταρος ή ο ψάλτης που τα τσεπώνει, διάλεξε μια άλλη ενορία και πήγαινε εκεί. Άμα -όπως λες- δε σ’αρέσει ο παπάς αυτός, πήγαινε σε κάποιον άλλον να εξομολογηθείς. Αλλά να θυμάσαι ότι ακόμη και ο πιο αμαρτωλός ιερέας όταν κάνει Λειτουργία κατεβάζει το Θεό τον ίδιο στη γη. Γι’αυτό καλό είναι να το θυμόμαστε αυτό πριν πάμε να κρίνουμε…

Η πίστη δεν είναι θεωρίες. Μυστικά μέσα σου θα την βιώσεις την επικοινωνία με το Χριστό. Ό,τι και αν ακούς, όσα επιχειρήματα και να σου πουν, άμα δε το νιώσεις, είναι χαμένος χρόνος…
Και θυμήσου ότι ο Χριστός δεν υποχρεώνει κανένα. Δέχεται ακόμα και εκείνους που μετανιώνουν έστω και στο τελευταίο δευτερόλεπτο. Τόσο αρχοντική και άπειρη είναι η αγάπη του. 
Τους βάζει στη Βασιλεία του έστω και μ’ένα ύστατο ήμαρτον (θυμήσου: ληστές, πόρνες, απατεώνες, κλπ.) Άρα, αυτός που τώρα κρίνουμε και βρίζουμε, μπορεί να καταλήξει στην αγκαλιά του Θεού κι εμείς -λόγω της κατάκρισής μας- νααποξενωθούμε απ’την αγάπη Του…
Άσε τους άλλους να φωνάζουν και να ουρλιάζουν και να τους φταίνε όλα. Άσε ακόμα και τα μεγαλόστομα κηρύγματα. Άσε με κι εμένα που πήρα φόρα…
Εσύ, πήγαινε κάπου ήσυχα, και με όση δύναμη ψυχής έχεις πες Του: Χριστέ μού, ακούω τόσα και τόσα…Δεν ξέρω τι να πρωτοπιστέψω….
Γνωρίζω όμως πώς υπάρχεις! έλα στην ψυχή μου… Έλα να σε νιώσω. Και, αν το πράξεις αυτό με πίστη και ταπείνωση, τότε Εκείνος σίγουρα θα σε επισκεφτεί… 

 

Με φοβερό θαύμα πλήρωσε ο Μ. Παΐσιος το χρέος του φτωχού!

Κάποια μέρα που ο Μέγας Παΐσιος περνούσε μέσα από την πόλη, είδε έναν φτωχό που οι δανειστές του απαιτούσαν με βία, να τους καταβάλει τα 300 φλουριά που τους χρωστούσε. Εκείνος όμως δεν είχε να τους τα δώσει.

Βλέποντας ο άγιος τη σκηνή αυτή, στεναχωρήθηκε και παρακάλεσε τους δανειστές να κάνουν λίγη υπομονή. Στη συνέχεια, ο Μέγας Παΐσιος, ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό και προσευχήθηκε στον Θεό.

Και τότε, την ίδια στιγμή, κατέβηκε μια περιστέρα στον δεξιό του ώμο, που όταν ο άγιος την έπιασε στα χέρια του, έγινε όλη χρυσή. Ο Μέγας Παΐσιος πήγε την χρυσή περιστέρα σε έναν χρυσοχόο και του είπε να του δώσει 300 φλουριά και να κρατήσει το χρυσό αυτό πτηνό ως ενέχυρο.
Ο χρυσοχόος θαύμασε την τέχνη του κατασκευαστή και έδωσε αμέσως το ποσό που του ζητήθηκε, ελπίζοντας πως τελικά η χρυσή περιστέρα θα γίνει δική του. Ο Μέγας Παΐσιος με τα λεφτά που πήρε απάλλαξε τον φτωχό τόσο από το χρέος όσο και από τους δανειστές του.

Την επόμενη μέρα επισκέφτηκαν τον άγιο στο κελλί του μερικοί προσκυνητές  για να πάρουν την ευλογεία του και για να ακούσουν τα θεόπνευστα λόγια του. Οι προσκυνητές αυτοί του προσέφεραν “χάριν ελεημοσύνης” κάποια χρήματα.
Ο Μέγας Παΐσιος, καλοδέχτηκε τους ανθρώπους αυτούς και αφού τους δίδαξε αυτά που έπρεπε και τους καθοδήγησε, αφού τους χαιρέτησε κατευθύνθηκε προς τον χρυσοχόο. Όταν τον συνάντησε του είπε:
– Πάρε τέκνον μου τα τριακόσια φλουριά, και πάρε και άλλα τριάντα για το καλό που μας έκανες, και δώσε μου πίσω το ενέχυρο.
Ο χρυσοχόος που δεν περίμενε την εξέλιξη αυτή, στεναχωρήθηκε από τα λόγια του αγίου και αφού έλαβε τα χρήματα, παρέδωσε την χρυσή περιστέρα.
Όταν ο Μέγας Παΐσιος την πήρε ξανά στα χέρια του, ύψωσε το βλέμμα του στον ουρανό και είπε:
– Σ’ ευχαριστώ Κύριε γιατί άκουσες τη δέηση μου.
Και μετά είπε στην περιστέρα:
– Και συ ζώο πήγαινε στην κατοικία σου.

Και αμέσως το πτηνό πέταξε από τα χέρια του!
Όταν ο χρυσοχόος είδε το παράδοξο αυτό θαύμα, έπεσε στα πόδια του αγίου και τον παρακαλούσε να δεχτεί τα τριάντα φλουριά για να τα δώσει στους φτωχούς λέγοντάς του πως:
– Είναι αρκετό για μένα, Άγιε του Θεού, που αξιώθηκα να δω αυτό το μεγάλο και παράδοξο θαύμα.
Λαμβάνοντας τα χρήματα αυτά ο Μέγας Παΐσιος του ευχήθηκε λέγοντάς του:
– Ο Κύριος να σε ελεήσει παιδί μου κατά την ημέρα της Κρίσεως.

Απόσπασμα από τον βίο του οσίου Παϊσίου του Μεγάλου, όπως περιέχεται στο βιβλίο “Νέον Εκλόγιον”, το οποίο επιμελήθηκε ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Εδώ δημοσιεύεται διασκευασμένο.

πηγή

Η αγία Δόμνα του Τομσκ, που έμπαινε στις φυλακές για να βοηθήσει τους κρατουμένους (10 Ιουνίου) !

Ἡ Ἁγία Δόμνα τοῦ Τόμσκ ἐγεννήθηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰῶνος μ.Χ. ἀπὸ οἰκογένεια εὐγενῶν στὴ Ρωσία. Οἱ γονεῖς της ἀπέθαναν, ὅταν ἐκείνη ἦταν ἀκόμα μικρὸ παιδὶ καὶ ἔτσι ἔμεινε στὴ θεία της. Ἡ Δόμνα ἔλαβε ἄριστη μόρφωση καὶ ὁμιλοῦσε πολὺ καλὰ τὶς ξένες γλῶσσες. Ἦταν ὡραῖα κοπέλα καὶ εἶχε πολλοὺς θαυμαστὲς πρόθυμους νὰ τὴν νυμφευθοῦν. 

Ὅμως ἡ Δόμνα ἤθελε νὰ παραμείνει ἀφιερωμένη στὸ Θεὸ καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὸν ἡσυχαστικὸ βίο. Γι’ αὐτό, ὅταν ἔμαθε ὅτι οἱ συγγενεῖς της θέλουν νὰ τὴν παντρέψουν διὰ τῆς βίας, ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὸ σπίτι. Ἐφόρεσε ἁπλὰ ἐνδύματα καὶ ἐπῆγε ὡς προσκυνήτρια στοὺς Ἁγίους Τόπους. 

Χαρτιὰ ποὺ θὰ πιστοποιοῦσαν τὸ ποιὰ ἦταν δὲν εἶχε, γι’ αὐτὸ καὶ συνελήφθη ἀπὸ τὴν ἀστυνομία καὶ ἐκτοπίσθηκε στὴ Σιβηρία. Ἐκεῖ, στὴν πόλη Τόμσκ, ἐπῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ βιώσει τὸ ἀσκητικὸ στάδιο τῆς σαλότητος.

 

Ἡ Ἁγία Δόμνα δὲν εἶχε μόνιμη κατοικία. Συχνὰ περνοῦσε τὶς ἡμέρες καὶ τὶς νύκτες ἔξω στὸ δρόμο. Τὸ φόρεμά της ἀποτελεῖτο ἀπὸ κόμβους διαφόρων μεγεθῶν, ποὺ ἔκρυβαν τὸ σχεδὸν γυμνὸ σῶμά της. Ἐχρησιμοποιοῦσε τοὺς κόμβους σὰν κομποσχοίνι, κρύβοντας μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὶς συνεχεῖς προσευχές της. 

Ὄταν κάποιοι πονόψυχοι ἄνθρωποι τῆς ἐδώριζαν ζεστὰ ροῦχα κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ χειμῶνος, ἐκείνη τὰ ἔπαιρνε, εὐχαριστοῦσε τὸν δωρητὴ καὶ ἀμέσως τὰ ἐμοίραζε σὲ πτωχούς, ἐνῷ ἡ ἴδια συνέχιζε νὰ ὑποφέρει ἀπὸ τὸ κρύο. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ἐκδήλωνε ἡ Δόμνα τὴν ἀγάπη της πρὸς τὸν κόσμο. 

 

Γνωρίζοντας τὶς ἄθλιες συνθῆκες ἐπιβιώσεως τῶν κρατουμένων στὶς φυλακὲς τοῦ Τόμσκ, ἡ Ἁγία Δόμνα περιπατοῦσε δίπλα στὶς ἐγκαταστάσεις τῆς φυλακῆς καὶ ἐτραγουδοῦσε ἄσματα πνευματικοῦ περιεχομένου χωρὶς νὰ σκέπτεται ὅτι σὲ λίγο θὰ τὴν συνελάμβαναν λόγῳ διαταράξεως τῆς κοινῆς ἡσυχίας. 

Ὅταν ἡ σύλληψη γινόταν γνωστή, ὁ κόσμος ἔφερνε στὴ φυλακὴ τρόφιμα γιὰ τὴν Ἁγία, τὴν ὁποία βαθιὰ ἐκτιμοῦσε. Ὅλα αὐτὰ ἐκείνη τὰ ἐμοίραζε σὲ κρατούμενους.

Θερμὰ καὶ ἀκούραστα προσευχόταν ἡ μακαρία στὸ ναὸ κρυφά, μακριὰ ἀπὸ τὰ βλέμματα τοῦ κόσμου. Ἐὰν ἔβλεπε ὅτι τὴν παρακολουθοῦν, ἀμέσως ἄλλαζε τὴν συμπεριφορά της καὶ παρίστανε τὴ σαλή: πηγαινοερχόταν μέσα στὴν ἐκκλησία, ὁμιλοῦσε μόνη της, ἔσβηνε τὰ κεριά…

Ἔτσι, μέσα ἀπὸ τὴν ὁδὸ τῆς σαλότητος ἡ Ἁγία Δόμνα διατηροῦσε τὴν ἁγνότητά της, ἐσήκωσε τὸ βάρος τῆς ἑκουσίας πτωχείας της, ὑπέφερε τὴ ζέστη καὶ τὸ κρύο. Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς της ὁ Θεὸς τῆς προσέφερε τὸ χάρισμα τῆς διορατικότητος, τὸ ὁποῖο ἐχρησιμοποιοῦσε γιὰ τὴν πνευματικὴ ὠφέλεια τῶν πιστῶν.

Ἡ Ἁγία Δόμνα ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, στὶς 16 Δεκεμβρίου 1872, καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸ γυναικεῖο μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου τῆς πόλεως Τόμσκ. Δίπλα στὸν τάφο της, ὁ ὁποῖος καταστράφηκε στὴ μετεπαναστατικὴ περίοδο, στὶς ἡμέρες μας, ἐκτίσθηκε ἕνα μικρὸ παρεκκλήσι.Ἡ μνήμη της τιμᾶται σήμερα, ἑορτὴ τῆς Συνάξεως Πάντων τῶν Ἁγίων τῆς Σιβηρίας.

πηγή

Όταν επικαλούμαστε το Όνομα του Ιησού με αγάπη…

Όταν αγαπούμε κάποιον άνθρωπο τότε προφέρουμε το όνομά του με ευχάριστο αίσθημα και δεν κουραζόμαστενα το επαναλαμβάνουμε.
Το ίδιο και πολύ περισσότερο συμβαίνει με το όνομα του Κυρίου.

Όταν ένα αγαπημένο μας πρόσωπο συνεχώς όλο και περισσότερο αποκαλύπτεται μπροστά μας με τα χαρίσματά του αυξάνει και η αξία του για μας και με χαρά παρατηρούμε σε αυτό νέα χαρακτηριστικά.
Έτσι συμβαίνει και με το όνομα του Ιησού Χριστού.

Με συναρπαστικό ενδιαφέρον ανακαλύπτουμε στο όνομά Του νέα μυστήρια των οδών του Θεού και γινόμαστε οι ίδιοι φορείς της πραγματικότητας εκείνης που περικλείεται στα Ονόματα.
Με τη ζωντανή αυτή γνώση στην πείρα της ζωής μας μετέχουμε στην αιωνιότητα…
Το όνομα Ιησούς δόθηκε με άνωθεν αποκάλυψη.
Προέρχεται από την αιώνια θεία σφαίρα και δεν αποτελεί διόλου επινόηση γήινου νου, παρόλο που εκφράζεται με ανθρώπινη λέξη.
Η αποκάλυψη είναι πράξη ενέργεια της Θεότητας και ως τέτοια ανήκει σε άλλο επίπεδο και υπερβαίνει τις κοσμικές ενέργειες.
Στην υπερκόσμια δόξα του το όνομα Ιησούς είναι μετακοσμικό.

Όταν προφέρουμε το όνομα αυτό του Χριστού, όταν Τον καλούμε να έρθει σε κοινωνία με μας τότε αυτός, ο τα πάντα πληρών, μας προσέχει κι εμείς εισερχόμαστε σε ζωντανή επαφή μαζί Του.
Ως προαιώνιος λόγος του Πατρός μένει σε αδιάσπαστη ενότητα με Αυτόν και ο Θεός Πατέρας με τον Λόγο Του έρχεται σε κοινωνία με εμάς.
Ο Χριστός είναι ο μονογενής και συναϊδιος Υιός του Πατρός και γι΄αυτό μπορεί να λέγει:

 “Ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ειμή δι΄ Εμού”. (Ιωάν. 4,6).
Το όνομα Ιησούς σημαίνει Θεός Σωτήρας.Ως τέτοιο μπορεί να αποδοθεί στην Αγία Τριάδα.Είναι δυνατή η αναφορά του προς κάθε Υπόσταση ιδαιτέρως.
Στην προσευχή μας όμως το όνομα Ιησούς χρησιμοποιείται αποκλειστικά ως κύριο όνομα του Θεανθρώπου και η προσοχή του νου μας στρέφεται προς Αυτόν….
Προσευχόμενοι με το Όνομα του Ιησού Χριστού στεκόμαστε μπροστά στο απόλυτο πλήρωμα του Ακτίστου αλλά και του κτιστού Είναι.
Για να εισέλθουμε στην περιοχή αυτού του πληρώματος οφείλουμε να τον δεχτούμε μέσα μας τόσο ώστε η ζωή Του να γίνει και δική μας με την επίκληση του Ονόματός Του σύμφωνα με τους λόγους: Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με τον αμαρτωλόν. “
Ο δε κολλώμενος τω Κυρίω εν πνεύμα εστίν”. (Α΄Κορινθ. 6,17).

Aπο το βιβλίο ” Περί προσευχης” Γέροντος Σωφρονίου του Έσσεξ
 

Ο δρόμος είχε την δική του ιστορία

Οδός Ιερομονάχου Παϊσίου

Στην Πολίχνη της Θεσσαλονίκης, ένα γκράφιτι έδωσε το όνομά του στον δρόμο που το φιλοξενούσε. Χωρίς να γνωρίζει κάποιος τον καλλιτέχνη, βρέθηκε σε ένα μικρό δρόμο που οδηγεί στην πλατεία Μετεώρων και είναι αντιληπτός από όποιος κάθεται στα καφέ ή περνάει από το εσωτερικό της πλατείας, ζωγραφισμένος ένας μοναχός που είναι πια γνωστός σε όλη την Ελλάδα. Πριν την αγιοκατάταξή του, ο Άγιος Παΐσιος είχε «πιάσει» το σημείο εκείνο του δρόμου και με το βλέμμα του «σκέπασε» όλη την περιοχή.

Ο «γκραφιτάς», γιατί με σπρέι είναι φιλοτεχνημένο το έργο, επέλεξε να αγιογραφήσει μόνο το πρόσωπο του αγίου με το μοναχικό του σκουφάκι. Τον έφτιαξε ολοζώντανο με τα μαλλιά του να ανεμίζουν και τα γκρίζα γένια του να ακουμπούν στα πλακάκια του πεζοδρομίου. Στο βλέμμα του έδωσε λυπημένη όψη, ίσως έτσι μπόρεσε να εκφράσει τα χαμηλωμένα βλέφαρα του Αγίου στις περισσότερες φωτογραφίες. Το αποτέλεσμα είναι υπέροχο και παραμένει ανεξίτηλο αφού τα χρώματα αυτά είναι πολύ ανθεκτικά. Η δυσκολία στον χειρισμό τους μαρτυρά την μεγάλη δεξιοτεχνία του καλλιτέχνη.

Όπως ο κάθε καλλιτέχνης, έτσι και ο γκραφιτάς – που έγινε για λίγο αγιογράφος χωρίς να το ξέρει, απέδωσε στο έργο του, αυτά που ένιωθε η ψυχή του. Σοβαρότητα, νοιάξιμο, φροντίδα, μοναχική λιτότητα, ανθρώπινη διάσταση και εγγύτητα. Και στον «κάμπο» του έργου, όπως λένε το φόντο της εικόνας στην βυζαντινή τέχνη, έφτιαξε ένα τοπίο λίγο άγονο, λίγο ξερό, με βράχους και πρασινάδες, που όμως στολίζεται από ένα καταγάλανο ουρανό.

Έγκριση από το δημοτικό συμβούλιο

Πρόσφατα εγκρίθηκε επίσημα η ονομασία που είχε ο δρόμος πάρει εδώ και αρκετά χρόνια άτυπα: οδός Ιερομονάχου Παϊσίου. Το έμαθα ρωτώντας στην πλατεία Μετεώρων τους ανθρώπους που κάθονται στην καφετέρια, στο βιβλιοπωλείο σχεδόν απέναντι από το γκράφιτι, στην παιδική χαρά στο κέντρο της πλατείας και σε τρία ακόμα καταστήματα. Στο πρώτο κατάστημα μάλιστα, μπήκα με ενθουσιασμό και ρώτησα: «Τι ωραίο που είναι αυτό εδώ έξω, να έχετε τον Άγιο Παΐσιο και ένα δρόμο στο όνομά του»! Σήκωσε τα μάτια με απορία η κυρία και με ρώτησε: «Μα που έχουμε τέτοιο πράγμα;!» Εκείνη την ώρα άνοιξε το πορτάκι από την ταμειακή μηχανή για να δώσει ρέστα στον πελάτη και τότε εμφανίστηκε κολλημένη με πλαστική διάφανη ταινία η γνωστή φωτογραφία του Αγίου Παϊσίου!

Άλλος περαστικός, με πληροφόρησε για την πρόσφατη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου στο οποίο μάλιστα ήταν παρόν. Όλη η ζωή γύρω από την πλατεία, μια μικρογραφία της ελληνικής κοινωνίας, δεν νομίζω πως θα ενοχλεί καθόλου τον Άγιο. Όυτε και το γεγονός ότι δεν ονομάστηκε ακόμα: Οδός Αγίου Παϊσίου. Όυτε και το κλιματιστικό στο πάνω μέρος του τοίχου. Πιστεύω μόνο πως γίνεται αφορμή για ανάταση ψυχής στους περαστικούς, προσευχητική διάθεση στους πιστούς και βίωμα στα παιδιά που παίζουν στην παιδική χαρά.

Υ.Γ. Στην καταγραφή που έκανε το google street view αυτοκίνητο τον Δεκέμβριο του 2014 φαίνεται στο ίδιο σημείο διαφορετικό πρόσωπο του Αγίου με γκράφιτι.

 

Μια μέρα μου έμεινε !

Στην πλατεία του Ταξιάρχη τους ,στην…. έδρα τους ,στο δεύτερο ή καλύτερα στο πρώτο τους σπίτι,ο Βάσος και ο Λυκούργος ,δυο μικρά μανιατόπουλα,κλωτσάνε την…σφαίρα από πόρτα σε πόρτα …Κάθε ήχος στο σίδερο σημαίνει αυτόματα γκολ και πανηγύρια και πειράγματα και γέλια και ιδρώτα πολύ …Το τραντζιστοράκι πάνω στο ρολόι της ΔΕΗ μεταδίδει αγώνες λεπτό προς λεπτό…Είναι απόγευμα Κυριακής ανοιξιάτικο,στις αρχές της δεκαετίας του 80. Σπάνια ακούνε τι λέει ο σπίκερ, μιας και οι ήχοι από το δικό τους «κατάμεστο» γήπεδο τον υπερκαλύπτουν…Μόνο καμιά φορά,όταν για λίγο σταματούν το πάνω-κάτω, με την πλέον ξεφούσκωτη μπάλα τους,ακούνε πόσο είναι η ομαδάρα τους , που παίζει σήμερα εκτός …στο Αλκαζάρ … Συνήθως αυτό γίνεται , όταν η στρογγυλή «θεά» πέφτει κάτω από τον φράχτη της πλατείας …Αν είναι τυχεροί και δεν …συναντηθεί με τις φραγκοσυκιές , θα την έχουν να σκάει ακόμα για το επόμενο ματς …αλλιώς … άλλη μια στις πολλές που θυσιάστηκαν στον «βωμό» τούτης της αγιασμένης αλάνας …
 Γι αυτό, ξέρουν οι μεγάλοι και το δώρο τους στις γιορτές,είναι πάντα μια μπάλα για τους αγώνες τους …Αντίπαλοι από πόρτα σε πόρτα, από βαγίτσα σε μουριά …στις ατέλειωτες ώρες τους ,τις ξένοιαστες ,τις παιδικές ,τις ολόχαρες …Φτάσαν στα πρώτα τους εφηβικά χρόνια και στην αυλή τούτη,στα χώματά της,στα μυροφόρα περβολάκια της ,στους γέρικους κορμούς της ,έχει αποτυπωθεί και έχει σταλάξει όλο τους το παιδικό όνειρο, η ανεμελιά και η ανόθευτη χαρά τους …Ως τα τώρα,πάντα μαζί …
Πρώτα ξαδέλφια,συμμαθητές,φίλοι καρδιακοί και ισάξιοι …μπαλαδόροι ! Μια μέρα τους χώριζε!Μαζί σχεδόν τους γέννησαν οι μανάδες τους ,οι κουνιαδούλες , όπως τις φώναζαν οι δυό τους!Ο Λυκούργος , του το θύμιζε αυτό συνέχεια, ιδίως όταν υπήρχε αμφισβητούμενη φάση :
-Είμαι πιο μεγάλος και θα με σέβεσαι! Ακούς μικρέ;
-Σιγά που είσαι μεγαλύτερος …του απαντούσε με πείσμα ο Βάσος !Μια μέρα δεν μετράει !
-Μετράει και παραμετράει ! 20 Ιουλίου εγώ,21 εσύ!Ποιος είναι μεγαλύτερος ;
-Νύχτωσε βρε σεις ! Ακόμα δεν χορτάσατε;ακουγόταν η μάνα του Βάσου από την απέναντι ταρατσούλα !
–Τι νύχτωσε μωρέ μάνα ; Ακόμα ούτε 8 δεν είναι ! Έχει μισή ώρα ακόμα το ματς για να τελειώσει!
– Να δω πως θα ξυπνήσετε αύριο να προλάβετε το λεωφορείο για το σχολείο κάτω …
-Ας το σταματήσουμε εδώ , είπε ο Λυκούργος… Ισοπαλία ! 24-24 ! Και το συνεχίζουμε αύριο το απόγευμα μετά το διάβασμα ! Να ανάψουμε και τα καντηλάκια στο κοιμητήρι !
–Ά έχουμε και αυτό… είπε κάπως δυσανασχετώντας ο Βάσος !
-Μην κάνεις έτσι ! Αφού ξέρεις …του απάντησε ο Λυκούργος ! Αν δεν χαιρετίσω γιαγιά και θειούς και δεν τους φωτίσω …
-Πώς σου αρέσει ρε φίλε όλο εκεί μέσα να’σαι , δεν το καταλαβαίνω!Δεν σκιάζεσαι καθόλου,όταν είσαι καμιά φορά και μόνος σου την νύχτα ;Εγώ τρέμω να πάω μόνος μου !

-Τι να φοβηθώ ;Η μάνα μου λέει,τους ζωντανούς νεκρούς να φοβόμαστε, όχι αυτούς που κοιμούνται! Αυτό με τους ζωντανούς νεκρούς δεν το καταλαβαίνω και πολύ να σου πω, μα όχι ,δεν φοβάμαι καθόλου !Ίσα –ίσα που νιώθω όμορφα όταν στέκομαι εκεί !Στα μνήματα των δικών μας !Βλέπω τις φωτογραφίες,τους θυμάμαι να περπατούν στο χωριό ,να μιλάνε,να χωρατεύουν,να γελάνε,να στέκονται εδώ στην πλατεία μας τις μεγάλες μέρες,στα πανηγύρια μας !Έχω και σένα, συνέχισε γελώντας , να υπολογίζεις συνέχεια με μαθηματική ακρίβεια τις ηλικίες τους και πόσα χρόνια σου έμειναν ακόμα για να φτάσεις στα δικά τους !

Με αυτά τα λόγια, είχαν ήδη διαβεί το στενό πορτάκι στο κοιμητήρι,με την αγκαλιασμένη καμάρα από το ευωδιαστό αγιόκλημα !Και οι δυο τους εδώ και χρόνια,όπως τους δίδαξε μια μέρα στο κατηχητικό ο παπά Σωτήρης, το έλεγαν έτσι :
-Κοιμητήρι …Όχι νεκροταφείο , δεν είναι νεκροί ! Κοιμούνται έναν μεγάλο ύπνο! Έτσι τους είχε πει ο παπάς τους και ακολούθησαν την συμβουλή του!Και πολλά από εκείνα που τους είχε πει τότε,τα ακολουθούν και τώρα που μεγάλωσαν και έφτιαξαν δικές τους οικογένειες και ζουν πλέον στην μεγάλη πόλη!Κάποια από αυτά βέβαια τα λησμόνησαν…Ιδίως ο Βάσος! Έρχονται όμως τακτικά στα λημέρια τους ,να θυμηθούν,να χαρούν, ακόμα –ακόμα και για να παίξουν σαν μικρούλια και πάλι ποδόσφαιρο στον Ταξιάρχη…

Όπως σήμερα,Τρίτη του Πάσχα του 2012 !Αύριο επιστρέφουν στην πόλη !Ήρθαν για τις μεγάλες μέρες στο χωριό !

-Δε λέτε πως ψάχνετε ευκαιρία να παίξετε εσείς …και αφήνετε και τα παιδιά μόνα τους να γκρινιάζουν που …ούτε πάσα δεν τους δίνετε ! Τους πείραζαν οι γυναίκες τους , που γελούσαν με τα καμώματά τους τα παιδιάστικα !
-Έλα λοιπόν εξτρέμ μου , έλα παιχταρά μου, έλεγε με ενθουσιασμό ο Βάσος στον Λυκούργο ! Πόσο είμαστε ; Συντριβή …Συντριβή ! 5 γκολάκια σου έριξα σήμερα !
– Εμένα θα με σέβεσαι απαντούσε εκείνος παριστάνοντας τον θιγμένο ! Είμαι μεγαλύτερός σου ! Ακούς μικρέ ;
-Μια μέρα δεν μετράει !
Μετράει και παραμετράει !20 Ιουλίου εγώ , 21 εσύ ! Ποιος είναι μεγαλύτερος ; Άντε πάμε στο κοιμητήρι τώρα!Περιμένετε λίγο κορίτσια , εδώ με τα παιδιά … Έχουμε δουλειά εμείς !Δεν πιστεύω να σκιάζεσαι ακόμα ! είπε ο Λυκούργος στον ξάδερφό του για να τον πειράξει !Πάμε λοιπόν,έχουμε και νέες αφίξεις !

  Μπήκαν μέσα και ξεκίνησαν να ανάβουν τα καντηλάκια στα μνήματα !Τα φώτισαν σχεδόν όλα !Όσα δεν είχαν φροντίσει οι δικοί τους να ναι λαμπυρισμένα με έλεος ! Σε κάθε μνήμα όσο διαρκούσε το άναμμα,ο Λυκούργος έψελνε χαμηλά και το Χριστός Ανέστη ! Είχε φέρει ένα μεγάλο μπουκάλι με λιόλαδο και λουμινάκια και σπίρτα ! Σουρούπωνε λίγο –λίγο ! Στέκονταν έπειτα και θυμούνταν έναν-έναν όλους τους !

-Να κι ο μπαρμπα Χρήστος ο ψάλτης ! Κι η θειά Μαρία η Πετρέισα ! Κι η η γιαγιά η Θοδωρού !Κι ο παπά Αναστάσης με την πρεσβυτέρα του ! Κι ο Πότης μας και η γιαγιά σου και η κυρά δασκάλα! Μεγάλη κοιμήθηκε και αυτή !
-Όλοι εδώ μέσα ,τα ζήσαν τα χρονάκια τους ! 89 έφτασε η θειά Ιφιγένεια !Είπε ο Βάσος !Δηλαδή έχουμε ακόμα σχεδόν 47 ολόκληρα χρόνια για να την φτάσουμε ! Έχουμε καιρό ακόμα !
-Τόσο σίγουρος είσαι ; τον σταμάτησε ο Λυκούργος …Που ξέρεις ότι θα φτάσεις στα 89 ;
-Ναι αλήθεια , μπορεί να φτάσω και τα 99 , είπε γελώντας ο Βάσος ! Σοβάρεψε όμως , όταν είδε τον ξάδελφό του να χαμηλώνει το βλέμμα κάπως στενοχωρημένος !
– Είπα κάτι που σε ενόχλησε Λυκούργε μου ;
-Όχι , απλά να …σκέφτομαι πως κάποια πράγματα τα έχεις πάρει λίγο αψήφιστα …Εγώ σε αγαπώ και σε νοιάζομαι …
-Μήπως εγώ δεν σε αγαπώ ; τι είναι αυτά που λες τώρα ;
-Δεν αμφισβητώ την αγάπη σου ξάδελφε ! Μα κάποιες φορές πικραίνομαι ,τόσο καλό παιδί να μην …
-Ας το , μην συνεχίζεις ,κατάλαβα που το πας, θα μου πεις πάλι για πνευματικούς και εξομολογήσεις και τέτοια …Καλά δεν μας είδες και μένα και την Χρυσάνθη και τα παιδιά ,που αυτές τις μέρες όλο στην εκκλησία ήμασταν και μεταλάβαμε κιόλας! Τι άλλο να κάνουμε δηλαδή; Μήπως νομίζεις ότι βρίσκω και χρόνο καημένε μου ;Αφού βλέπεις πόσο ζοριζόμαστε! Όλο στο τρέξιμο , στο κυνήγι της ζωής …3 παιδιά περιμένουν …Μην κοιτάς εσύ που είσαι νιόπαντρος και ακόμα δεν έχεις κουτσούβελα !
-Ναι ,μα σκέφτομαι και εκείνα τα ευλογημένα ξάδελφε,που τα χεις λίγο μακριά από όλα αυτά…
-Τι εννοείς ,τον διέκοψε ο Λυκούργος, να τα πάω και εκείνα να εξομολογηθούν …Καλά θα μας τρελάνεις τώρα , τι αμαρτίες έχουν αυτά να πούνε στον παπά ;
-Εννοώ να μάθουν από σένα , απ το παράδειγμά σου ,από το βίωμά σου να συνηθίσουν…

-Ωχ αδελφέ …όλο τα ίδια λέμε όποτε βρισκόμαστε ..πες και τίποτα πιο ανάλαφρο ρε φίλε …θα μου πεις εδώ μέσα τι να λέμε ….Μα να , συναντιόμαστε πια τόσο αραιά και εσύ συνέχεια,το μόνο που μου λες είναι για παπάδες και πετραχήλια… ΄Ακου,είπε ο Βάσος που θέλησε να αλλάξει λίγο το βαρύ κλίμα …Σου υπόσχομαι , ότι μόλις πλησιάσω στα χρόνια όλους τούτους εδώ μέσα ,θα εξομολογηθώ!Και να δεις τι μου ρθε μόλις τώρα ! Θα κάνουμε μια συμφωνία για να μην στενοχωριόμαστε πλέον με αυτό το θέμα !Εντάξει ;

-Τι συμφωνία δηλαδή θα κάνουμε ; ρώτησε ο Λυκούργος απορημένος.
-Ποιος είναι εδώ μέσα ο πιο νέος ; είπε ο Βάσος και άρχισε να περιδιαβαίνει στα γλυκοφωτισμένα πετρόχτιστα και μαρμάρινα μνημούρια…

-Να , εδώ είμαστε ! Ο μπάρμπα Νίκος ο Γιαννέας ! Πόσο γράφει στην πλάκα του ; 17-03-1949 –21 -05-2011! Κοιμήθηκε δηλαδή , είδες που πάντα το θυμάμαι το κεκοιμημένοι …για να μην λες ,62 ετών, 2 μηνών και 4 ημερών ! Μόλις φτάσω λοιπόν και εγώ 62 χρονών ,2 μηνών και 3 ημερών ,θα πάω να εξομολογηθώ όπου μου πεις !Δεσμεύομαι ! Εντάξει ; Έλα τώρα χαμογέλα λίγο ,που μου κατέβασες προβοσκίδα !

Φωτογραφία του Νώντας Σκοπετέας.

 Δεν είπε τίποτα άλλο ο Λυκούργος ! Δεν θα ωφελούσε κιόλας ! Τα είχε πει εξάλλου ως τώρα τόσες φορές στον αγαπημένο του ξάδελφο ! Και εκείνος , πάντα το ίδιο ποιηματάκι ! Έχουμε χρόνο , τώρα άλλα είναι αυτά που προέχουν…   Σήμερα σκαρφίστηκε και άλλο επιχείρημα για να συνεχίσει να αναβάλλει … Έκανε προσευχή,κάποια στιγμή να καταλάβει τι είναι το σπουδαίο για την ψυχή , ποιο το σημαντικό και το ασήμαντο …

Έδινε συνέχεια και το όνομα του Βασιλείου,της γυναίκας του και των παιδιών, πρώτα –πρώτα σε ιερείς και Γεροντάδες , να τον φωτίσει ο Κύριος ,να έρθει κάποτε σε σειρά …
 Αποφάσισε εκείνο το πασχαλινό σουρούπωμα στο κοιμητήρι του χωριού τους , να μην του ξαναμιλήσει πλέον για αυτό που τόσο τον πονούσε …
Τώρα πια είχε καταλάβει αυτό που τότε στα μικράτα τους του έλεγε η μάνα του, για τους νεκροζώντανους ανθρώπους …Δεν ήθελε όμως να παραδεχθεί πως και ο φίλος του ο παιδικός , ο ξάδελφός του ο λατρεμένος , έμοιαζε με εκείνους που χαρακτήρισε ο ίδιος ο Χριστός στο Ευαγγέλιό Του νεκρούς …Περισσότερο του θύμιζε εκείνους τους πολλούς καλούς ανθρώπους , που ζήλον Θεού έχουν, αλλ ου’ κατ επίγνωσιν , όπως έγραψε ο Απόστολος στους Ρωμαίους . Έβλεπε λοιπόν ότι μάλλον κακό έκανε στον Βάσο αυτή η επαναλαμβανόμενη προτροπή …
 Δεν μπορούσε να φανταστεί και αυτός βέβαια, πως και η επόμενη συνάντησή τους, εδώ μέσα πάλι θα ήταν μόλις λίγους μήνες ύστερα… Και πως θα έβλεπε με τα μάτια της ψυχής πλέον και μόνο ,τον Βάσο με αναφιλητά, πάνω από τον φίλο του τον παιδικό τον αχώριστο , τον ξάδελφό του τον τόσο αγαπημένο,που έφυγε έτσι ξαφνικά και αδόκητα σε αυτοκινητιστικό το ξημέρωμα της 17 ης Ιουλίου!

-Ανήμερα στης Αγιάς Μαρίνας μας το πανηγύρι βρε ξάδελφε,πριν τα γενέθλιά σου ! 41 χρονών 10 μηνών και 27 ημερών …Έλεγε και ξανάλεγε ανάμεσα στα κλάματά του !

– Τώρα εσύ είσαι ο πιο νέος εδώ μέσα Λυκούργε μου ! Μόλις ξεστόμισε τούτην την θλιβερή για την καρδιά του διαπίστωση,σάστισε !
 -Και εγώ …εγώ έχω ακόμα μια μέρα,για την υπόσχεση που σου έδωσα!Μην ανησυχείς ξάδελφε !Σήμερα κιόλας , σήμερα θα την τηρήσω ! Τον άκουγαν οι γύρω τότε και απορούσαν με τα λόγια του …
Τα σκέφτεται όλα τούτα ακριβώς πέντε χρόνια μετά !Ανήμερα της Αγιάς Μαρίνας, το 2017!Σήμερα που εκείνος είναι 46 χρονών,10 μηνών και 26 ημερών ! Εδώ στην ….έδρα τους ! Στον Ταξιάρχη τους και στο κοιμητήρι το Αρχαγγελικό , που φώτισε με έλεος ο ίδιος ,για αναρίθμητη φορά από τότε …Και πάλι εδώ , ξανά μόνος του ο Βάσος !

  Ή μήπως , ξανά , όπως πάντα μαζί με τον αγαπημένο του …συμπαίκτη … Ξεκίνησε από τον χαμογελαστό φίλο του ,στην κάπως ξεθωριασμένη από τον ήλιο φωτογραφία! 

Ολόλαμπρη η μορφή του στην μνήμη του, μαζί με τις παιδικές φωνές και τις χαρές τους στην πλατεία των Ταξιαρχών… 
Εκείνου, που τον νοιαζόταν αληθινά !
Εκείνου που θέλησε ο Θεός , με έναν τόσο απερινόητο τρόπο να του μηνύσει πως …ο καιρός γαρ εγγύς ! 
 Θυμάται με μια αλλιώτικη χαρά και ευγνωμοσύνη στο έλεος και την μακροθυμία του Κυρίου , την λαχτάρα του εκείνο το αξέχαστο καλοκαιρινό θλιμμένο νύχτωμα του Ιουλίου του 2012 ! Πώς αναζήτησε τον πατέρα Γρηγόριο , τον μετέπειτα πνευματικό όλης της οικογένειάς τους ! Την έκπληξη και την συγκίνηση εκείνου μόλις τον είδε στον Ναό ,την ώρα που κλείδωνε για να φύγει ,μα και μόλις του είπε με δάκρυα στα μάτια,πως ήθελε αμέσως να εξομολογηθεί ! 
Θυμάται επίσης εκείνα τα πρώτα ,τα σπαρακτικά του λόγια :
 -Μια μέρα μόνο έχω ακόμα πάτερ του είπε ! Μια μέρα μου έμεινε !

Νώντας Σκοπετέας
Απόσπασμα από εκπομπή με τίτλο : Είμαστε ακόμα ζωντανοί ;
 

Η ψυχή αυτού που προσεύχεται γνωρίζει το Άγιο Πνεύμα

  Αν θέλεις να προσεύχεται ο νους σου ενωμένος με την καρδιά και δεν το κατορθώνεις, τότε λέγε την προσευχή με το στόμα και κράτα το νου στις λέξεις της προσευχής, όπως διδάσκει η «Κλίμαξ». 
 Με τον καιρό θα σου δώσει ο Κύριος την καρδιακή προσευχή χωρίς λογισμούς και θα προσεύχεσαι αβίαστα. Μερικοί έβλαψαν την καρδιά τους, γιατί βιάζονταν να προσεύχονται με το νου ενωμένο με την καρδιά, και κατέληξαν να μην μπορούν να λέγουν την προσευχή ούτε με το στόμα. Εσύ, όμως, να ξέρεις την τάξη της πνευματικής ζωής: τα χαρίσματα δίνονται στην απλή, ταπεινή, υπάκουη ψυχή.Όποιος είναι υπάκουος και εγκρατής σε όλα -στην τροφή, στην ομιλία, στις κινήσεις-, σε αυτόν δίνει ο Κύριος την προσευχή και αυτή τελείται στην καρδιά με θεία ενέργεια.

 Η αδιάλειπτη προσευχή προέρχεται από την αγάπη και χάνεται με την κατάκριση, την αργολογία και την ακράτεια. Όποιος αγαπά τον Θεό, αυτός μπορεί να Τον σκέφτεται ημέρα και νύχτα, γιατί καμιά εργασία δεν παρεμποδίζει την αγάπη προς τον Θεό. Οι Απόστολοι αγαπούσαν τον Κύριο και ο κόσμος δεν αποτελούσε εμπόδιο γι’ αυτήν την αγάπη, αν και τον σκεπτόταν τον κόσμο και προσεύχονταν γι’ αυτόν και κήρυτταν. 
Στον Μέγα Αρσένιο ειπώθηκε: «Φεύγε τους ανθρώπους». Και, όμως, το Πνεύμα του Θεού διδάσκει να προσευχόμαστε και στην έρημο για τους ανθρώπους και για όλον τον κόσμο.Εσύ, όμως, να ξέρεις την τάξη της πνευματικής ζωής: τα χαρίσματα δίνονται στην απλή, ταπεινή, υπάκουη ψυχή

  Στον κόσμον αυτό καθένας έχει το λειτούργημά του: ο ένας είναι βασιλιάς, ο άλλος πατριάρχης ή μάγειρας ή σιδηρουργός ή δάσκαλος. Ο Κύριος, όμως, τους αγαπά όλους και θα δώσει το μεγαλύτερο βραβείο σε εκείνον που αγαπά περισσότερο τον Κύριο. Ο Κύριος μας έδωσε εντολή να αγαπούμε τον Θεό με όλη την καρδιά, με όλο το νου και με όλη την ψυχή. Αλλά χωρίς προσευχή, πως είναι δυνατόν να αγαπάς; Γι’ αυτό ο νους και η καρδιά του ανθρώπου πρέπει να είναι πάντα ελεύθερα για την προσευχή.
 Όταν αγαπάς κάποιον, θέλεις να τον σκέφτεσαι, να μιλάς γι’ αυτόν, να είσαι μαζί Του. Η ψυχή αγαπά τον Κύριο ως Πατέρα και Δημιουργό και παρίσταται ενώπιόν Του με φόβο και αγάπη: με φόβο, γιατί είναι ο Κύριος? με αγάπη, γιατί η ψυχή Τον γνωρίζει ως Πατέρα γεμάτο έλεος και η χάρη Του είναι γλυκύτερη από καθετί άλλο.
Εγώ γνώρισα πως η προσευχή είναι εύκολη, γιατί βοηθά η χάρη του Θεού. Ο Κύριος μας αγαπά υπερβολικά και μας αξιώνει να συνομιλήσουμε μαζί Του με την προσευχή και να μετανοούμε και να Τον δοξολογούμε.
Αδυνατώ να περιγράψω πόσο πολύ μας αγαπά ο Κύριος. Η αγάπη αυτή γνωρίζεται με το Άγιο Πνεύμα και η ψυχή αυτού που προσεύχεται γνωρίζει το Άγιο Πνεύμα.

Άγιος Σιλουανός, ο Αθωνίτης, Αρχιμανδρίτου Σωφρόνιου Σαχάρωφ, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας, 2009
 

Πόδια, χέρια στην δουλειά να δίνετε, καρδιά να μη δίνετε(Άγιος Παΐσιος)

 Γέροντα, τι εννοείτε, όταν λέτε: “Πόδια, χέρια στην δουλειά να δίνετε, καρδιά να μη δίνετε”;
– Εννοώ να μη δίνετε καρδιά στα υλικά πράγματα. Είναι μερικοί που δίνονται ολόκληροι στα υλικά. Περνούν όλη την ημέρα με το να ασχολούνται πως θα κάνουν καλά μια δουλειά και δεν σκέφτονται καθόλου τον Θεό. Να μη φθάνουμε εκεί. Να χρησιμοποιείτε τα χέρια και τα πόδια στην δουλειά, αλλά να μην αφήνετε τον νου σας να ξεφύγη από τον Θεό.

Να μη δίνετε όλο το είναι σας, όλο το δυναμισμό μαζί με την καρδιά σας, στα υλικά. Έτσι γίνεται μετά κανείς ειδωλολάτρης. Όσο μπορείτε στις δουλειές καρδιά να μη δίνετε, χέρια, μυαλό να δίνετε.Καρδιά να μη δίνετε σε χαμένα, σε άχρηστα πράγματα. Γιατί μετά πως θα σκιρτήση η καρδιά για τον Χριστό; Όταν η καρδιά είναι στον Χριστό, τότε αγιάζονται και οι δουλειές, υπάρχει και η εσωτερική ψυχική ξεκούραση συνέχεια, και νιώθει κανείς την πραγματική χαρά. Να αξιοποιείτε την καρδιά σας, να μην την σπαταλάτε.

Αν σπαταληθή η καρδιά σε πολλά ασήμαντα, δεν έχει αντοχή να πονέση για εκείνο που πρέπει να πονέση. Εγώ θα δώσω καρδιά σε έναν καρκινοπαθή, σε έναν πονεμένο. Η αγωνία μου είναι για τα παιδιά που κινδυνεύουν. Κάνω τον σταυρό μου να τα δίνη ο Θεός φώτιση. Όταν πάλι έχω κόσμο, πάει η προσοχή μου στον πόνο του άλλου, στην αγάπη για τον άλλον. Τον πόνο τον δικό μου δεν τον καταλαβαίνω. Έτσι ξεχνιούνται όλα, παίρνει άλλη στροφή ο άνθρωπος.

– Γέροντα, σε όλες τις δουλειές γίνεται να μη δίνη κανείς νου και καρδιά;

– Όταν η δουλειά είναι απλή, βοηθάει να μην απορροφάται ο νους. Όταν όμως η δουλειά είναι σύνθετη, τότε δικαιολογείται να απορροφά λίγο τον νου, όχι όμως να παίρνη την καρδιά.
– Την καρδιά με τι μορφή την παίρνει;
– Με τι μορφή; Ο πειρασμός με… “μορφίνες” την ναρκώνει! Την καρδιά την παίρνει με τον εγωισμό. Αλλά όταν η καρδιά δοθή στον Θεό, τότε ο νους θα είναι στον Θεό και το μυαλό στην δουλειά.

– Όταν λέμε “αμέριμνο”, τι εννοούμε ακριβώς;

– Όταν δουλεύης, να μην ξεχνάς τον Χριστό. Να κάνης την δουλειά με χαρά, αλλά ο νους και η καρδιά να είναι στον Χριστό. Τότε και δεν θα κουράζεσαι, και πνευματικά θα μπορής να κάνης.
 
Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο. Λόγοι Α΄
 

Αλωση της Κωνσταντινούπολης: Το τέλος της Αυτοκρατορίας

29 Μαΐου 1453: Μία ημερομηνία κομβικής σημασίας για την ελληνική, αλλά και την παγκόσμια ιστορία, καθώς σηματοδοτεί το τέλος της υπερχιλιετούς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας- της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που αποτελεί συνώνυμο της ιστορικής πορείας του μεσαιωνικού Ελληνισμού.

 

 

Η Άλωση έχει αφήσει το δικό της ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ελληνική παράδοση, η οποία για αιώνες μετά θρηνούσε και θρηνεί το τέλος της «Ρωμανίας» και την πτώση της Πόλης των Πόλεων, που αποτέλεσε φάρο φωτός- αλλά και απόρθητο φρούριο, προπύργιο απέναντι στους εξ Ανατολών κινδύνους- εκεί που η Ανατολή συναντούσε τη Δύση, τα χρόνια που στην Ευρώπη κυριαρχούσε ο σκοταδισμός και η οπισθοδρόμηση που ακολούθησαν την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η πολιορκία που διήρκεσε από τις 6 Απριλίου ως τις 29 Μαΐου, ημέρα Τρίτη (εξ ου, σύμφωνα με μια εκδοχή, και η «γρουσούζικη» για τον Ελληνισμό παράδοση της «Τρίτης και 13», από την ημέρα και το άθροισμα των αριθμών που συνθέτουν το 1453- 1+4+5+3) αποτέλεσε το φινάλε μιας πορείας παρακμής η οποία είχε αρχίσει πολλά χρόνια πριν. Αρκετοί θεωρούν ότι η αρχή της μεγάλης πτώσης ήταν η άλωση της Πόλης από τους Λατίνους του 1204, από την οποία η Αυτοκρατορία- παρά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1261- δεν ανέκαμψε ποτέ, ενώ άλλοι εκτιμούν ότι η πορεία προς την καταστροφή είχε αρχίσει πολλά χρόνια πριν. Σε κάθε περίπτωση, το τελικό χτύπημα για την αποδυναμωμένη αυτοκρατορία ήταν η προέλαση των Οθωμανών, η οποία ήταν αδύνατον να ανακοπεί.

Ο Σέρβος πολιτικός, ιστορικός, συγγραφέας και διπλωμάτης Τσέντομιλ Μιγιάτιοβιτς (1842-1932), συνοψίζει τους λόγους της οθωμανικής ορμής στο βιβλίο του «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος: Η τελευταία νύχτα της Πόλης»: «Οι Τούρκοι δεν είχαν έλλειψη αρετών και χαρισμάτων όταν άφησαν τις στέπες κι έφτασαν στην Αρμενία για να φρουρούν τα ανατολικά σύνορα των Σελτζούκων σουλτάνων, όμως, μετά τον προσηλυτισμό τους στο Ισλάμ, ο εθνικός χαρακτήρας τους υπέστη μια επαναστατική αλλαγή. Οι σπίθες της φωτιάς που έκαιγε την ψυχή του Προφήτη ενέπνευσαν τους δεκτικούς γιους των ασιατικών ερήμων, και κατάφεραν να αναπτύξουν την ιδέα της εθνικής ιδιαιτερότητας, κάτι που θα τους καθιστούσε ικανούς να επιτύχουν σπουδαία πράγματα. Σαν ακατανίκητη χιονοστιβάδα κινήθηκαν προς τα δυτικά, ισοπεδώνοντας κάθε πολιτικό και εθνικό οργανισμό, που είχε εξασθενήσει και υπονομευτεί από χρόνια και χρόνια καταχρήσεων και κακοδιαχείρισης». Ωστόσο, προσθέτει, δεν ήταν μόνο η τουρκική ενεργητικότητα και η αντοχή, καθώς και η οργάνωση και το ηθικό με το οποίο ενέπνευσε τους Τούρκους το Ισλάμ: «αν οι μαχητικοί και ενθουσιώδεις οπαδοί του Μωάμεθ είχαν βρει μπροστά τους ένα πραγματικά ισχυρό, υγιές και οργανωμένο κράτος στην άλλη πλευρά του Ελλήσποντου, είναι αμφίβολο εάν οι σελίδες της ιστορίας θα μιλούσαν για εξάπλωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας».

Ο 14ος αιώνας θεωρείται μάλλον το τελικό λυκόφως της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας- τόσο λόγω της πίεσης εξ ανατολών, όσο και λόγω την πληγμάτων από τα χριστιανικά έθνη της Δύσης. «Το Βυζάντιο του 14ου αιώνα θα γνωρίσει την πορεία προς μια αδιάκοπη παρακμή και κατάπτωση. Οι Οθωμανοί, εγκατεστημένοι στα γειτονικά με την Κωνσταντινούπολη βιθυνικά εδάφη, κατάφεραν στα μέσα κιόλας του 11ου αιώνα, αν όχι και προηγουμένως, να περάσουν στην Ευρώπη (1354 ο σεισμός της Καλλίπολης που τους επιτρέπει να εγκατασταθούν στην πόλη αυτή, το κλειδί του Ελλησπόντου), ενώ οι άλλοι Τουρκομάνοι κατακτούν, τη μία μετά την άλλη, τις πόλεις της Μικρασίας (η Έφεσσος πέφτει το 1304, η Σμύρνη το 1318», γράφει η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ στο «Γιατί το Βυζάντιο». Η Φιλαδέλφεια θα παραμείνει ελεύθερη ως το 1391, με την πτώση της να σηματοδοτεί το οριστικό τέλος της βυζαντινής Μικράς Ασίας, αλλά και «δηλώνει την ηθική παρακμή που γνωρίζει η αυτοκρατορία, της οποίας ο αυτοκράτορας (Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος) φέρεται να έχει εκστρατεύσει κατά της ελληνικής αυτής πόλης ως σύμμαχος των Οθωμανών» (η Φιλαδέλφεια είχε οργανωθεί σχεδόν ως ανεξάρτητο κρατίδιο εν μέσω τουρκομανικών εμιράτων, υπό την ηγεσία του μητροπολίτη της, Θεοφύλακτου).

Οι διαμάχες μεταξύ των δυναστειών επιδεινώνουν την κατάσταση, ενώ οι ναυτικές δημοκρατίες της Ιταλίας (Βενετία, Γένοβα) και αυτές υπονομεύουν οικονομικά την ετοιμοθάνατη αυτοκρατορία, ενώ οι Λατίνοι εξακολουθούν να σχεδιάζουν την επιστροφή τους στην Κωνσταντινούπολη, την οποία έχασαν από την αυτοκρατορία της Νίκαιας. Οι τελευταίοι αυτοκράτορες προσπαθούν να προσελκύσουν τους εχθρούς της αυτοκρατορίας, με οθωμανικά γαμήλια συνοικέσια και ταξίδια προς τη Δύση, «επαίτες μιας βοήθειας η οποία ουδέποτε απάντησε στις προσδοκίες των Βυζαντινών». Το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας «κανονικά» θα είχε επέλθει νωρίτερα, όταν το 1397 ο Βαγιαζήτ Α’ ο Κεραυνός πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη, ωστόσο η Πόλη σώθηκε προσωρινά, κερδίζοντας μισό αιώνα, όταν οι Μογγόλοι του Ταμερλάνου εισέβαλαν στη Μικρά Ασία, αναγκάζοντάς τον να σπεύσει να τους αντιμετωπίσει- με αποτέλεσμα τη συντριβή του στη μάχη της Άγκυρας (1402) και την αιχμαλωσία του.

«Ο αμηράς Μωάμεθ, έχοντας δει και ακούσει τις περιφανείς νίκες και τους πολέμους του πατέρα του και των άλλων τρισκατάρατων προγόνων του, συλλογιζόταν τι αξιομνημόνευτο να κάνει και ο ίδιος» (Κωνσταντινουπόλεως Άλωσις, Γεώργιος Φραντζής)

Ο Μωάμεθ Β’, που θα έπαιρνε αργότερα το προσωνύμιο «Πορθητής», 21 ετών το 1453, ήταν, σύμφωνα με τον βυζαντινολόγο Βασίλιεφ, χαρακτήρας ταυτόχρονα φιλοπόλεμος, αλλά και με ενδιαφέρον για την επιστήμη και τη μόρφωση, και παράλληλα χαρισματικός στρατιωτικός και πολιτικός, ενώ μιλούσε έξι γλώσσες. Η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, σύμφωνα με αναφορές, του είχε γίνει έμμονη ιδέα- και ως εκ τούτου η διοργάνωση της πολιορκίας είχε αρχίσει με προσοχή και λεπτομερή σχεδιασμό- βασικό τμήμα του οποίου ήταν η κατασκευή του φρουρίου Ρούμελι Χισάρ στις ευρωπαϊκές ακτές του Βοσπόρου, εξοπλισμένου με τα πλέον σύγχρονα πυροβόλα της εποχής. Το Ρούμελι Χισάρ και το Ανατολού Χισάρ, στην απέναντι ασιατική ακτή, απέκοπταν τη θαλάσσια επικοινωνία της Πόλης, ενώ παράλληλα η εισβολή του Τουραχάν Μπέη στην Πελοπόννησο διασφάλιζε τη μη αποστολή ενισχύσεων από το Δεσποτάτο του Μυστρά.

Στην άλλη πλευρά ήταν ο άνθρωπος που έμελλε να μείνει στην ιστορία και τον θρύλο ως ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου – η φιγούρα του «Μαρμαρωμένου Βασιλιά»: ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Δραγάσης Παλαιολόγος. Γεννηθείς στις 9 Φεβρουαρίου του 1404, ήταν ένας από τους γιους του Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου. Όπως γράφει ο Φίλιππος Φιλίππου στο «Ζωή και θάνατος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου», επονομάστηκε Δραγάτσης ή Δραγάσης από τη μητέρα του, Ελένη, την κόρη του Σέρβου ηγεμόνα των Σερρών, Κονσταντίν Ντράγκατς. «Κανένας χρονικογράφος δεν τον επονομάζει Δραγάση, μόνο ο λαός τον αποκαλούσε έτσι, κάτι που πέρασε στους θρύλους και στα άσματα». Ανήλθε στον θρόνο μετά τον θάνατο του αδελφού του, Ιωάννη Η’ Παλαιολόγου, τον Οκτώβριο του 1448. Ο ίδιος επιθυμούσε τη συνεργασία με τα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη για τον περιορισμό της ενετικής επιρροής, με όραμα την ένωση όλων των χριστιανών της Ανατολής και της Δύσης κατά του τουρκικού κινδύνου.

Η ημερομηνία της κήρυξης του πολέμου δεν είναι γνωστή. Όπως γράφει ο Φίλιππος Φιλίππου, αναφερόμενος σε εκφράσεις του Λουκά Νοταρά, Μεγάλου Δούκα της αυτοκρατορίας, φαίνεται ότι άρχισε τον Δεκέμβριο του 1452. Όσον αφορά στην ισχύ του οθωμανικού στρατού, εκτιμάται ότι ανερχόταν τουλάχιστον στους 150.000 άνδρες, με 80.000-100.000 τακτικά στρατεύματα- μεταξύ των οποίων και 12.000 γενίτσαροι, καθώς και ισχυρό ιππικό και πυροβολικό, στο οποίο δέσποζε το θηριώδες πυροβόλο του Ούγγρου μηχανικού Ουρβανού, που χρειάστηκε έξι εβδομάδες για να φτάσει στον προορισμό του. Το κανόνι έσερναν εξήντα βόδια και σε κάθε πλευρά του βρίσκονταν 200 άνδρες για να στηρίζουν το κάρο που το μετέφερε. Το οθωμανικό πυροβολικό εκτιμάται πως είχε περίπου 70 κανόνια. Η οργάνωση του οθωμανικού στρατού ήταν σε γενικές γραμμές άριστη, όπως και εξοπλισμός τους. Όσον αφορά στον στόλο, ο Μωάμεθ θεωρείται ότι είχε 6 τριήρεις, 10 διήρεις, περίπου 15 γαλέρες, 70 φούστες, 20 παραντάρια και πολλά καΐκια, με τη συνολική ισχύ να εκτιμάται πως έφτανε τις 150 μονάδες, υπό την ηγεσία ενός Βούλγαρου εξωμότη, του Σουλεϊμάν Μπαλτόγλου. Σημειώνεται πως ο Γεώργιος Φραντζής ή Σφραντζής ανεβάζει τους αριθμούς, στα «420 ιστία» όσον αφορά στον στόλο, και στις 258.000 άνδρες στα στρατεύματα ξηράς.

Όσον αφορά στην ισχύ των δυνάμεων των υπερασπιστών της Πόλης, σύμφωνα με τον Σφραντζή- που είχε αναλάβει το καθήκον της καταγραφής και στρατολόγησης των ανδρών που ήταν σε θέση να πολεμήσουν, κατόπιν εντολής του αυτοκράτορα- οι πολεμιστές ανέρχονταν στους 4.973, χωρίς τους ξένους, «που ήταν μόλις δύο χιλιάδες». Το κύριο μέσον της προστασίας του λιμανιού ήταν η τεράστια αλυσίδα που απέκλειε το στόμιό του, ώστε να εμποδίζει την επίθεση του εχθρικού στόλου. Πίσω από αυτήν βρίσκονταν τα λιγοστά πλοία: «τρία από τη Λιγουρία, ένα από την Καστίλλη της Ιβηρίας, από την Προβηγκία της Γαλλίας, τρία από την Κρήτη – ένα από την πόλη που ονομάζεται Χάνδακας, και δύο από την Κυδωνία- και όλα ήταν καλά προετοιμασμένα, σε πολεμική παράταξη. Έτυχαν, επίσης, εκεί και τρεις μεγάλες εμπορικές τριήρεις των Ενετών, τις οποίες οι Ιταλοί συνήθιζαν να αποκαλούν «γρόσσες» ή καλύτερα «γαλεάτσες», ενώ υπήρχαν παραταγμένες και άλλες ταχύπλοες τριήρεις, προς φύλαξη και εξυπηρέτηση των εμπορικών» γράφει ο Σφραντζής.

Σημαντικό τμήμα της βυζαντινής άμυνας ήταν το σώμα του Γενοβέζου Ιωάννη Ιουστινιάνη Λόνγκο: 700 εμπειροπόλεμοι στρατιώτες, που κατέφθασαν με δύο γενοβέζικα πλοία. «Όταν ο βασιλιάς τον είδε επιδέξιο στα πάντα, τον διόρισε δήμαρχο και στρατηγό…και του έδωσε την εξουσία να διοικεί και να φροντίζει και για άλλα αναγκαία στη διεξαγωγή του πολέμου, ελπίζοντας πολύ σε αυτόν» αναφέρει ο Σφραντζής.

Όσον αφορά στα θρυλικά τείχη της Πόλης, τα χερσαία – Θεοδοσιανά- τείχη είχαν μήκος 5.570 μέτρων περίπου, και εκτείνονταν από την αποβάθρα των Πηγών στην Ακτής Προποντίδας ως τη συνοικία των Βλαχερνών. Σε όλο το μήκος τους ήταν διπλά, και η κύρια γραμμή άμυνας ήταν το έσω τείχος, ύψους 12 μέτρων και πλάτους πέντε, με 96 πύργους, ύψους 18-20 μέτρων. Το έξω τείχος είχε 8,5 μέτρα ύψος και 2 πλάτος, με 96 πύργους. Τα χερσαία τείχη είχαν 10 πύλες, ενώ η τάφρος, κατά μήκος του έξω τείχους είχε πλάτος 19-21 μέτρα και το βάθος της ήταν περίπου 10 μέτρα. Η ακτογραμμή της πόλης προστατευόταν από τα θαλάσσια τείχη.

Ο Μιγιάτοβιτς γράφει ότι το εξωτερικό τείχος είχε επισκευαστεί από τον Ιωάννη Παλαιολόγο κάποια στιγμή μεταξύ του 1433 και του 1444, ωστόσο το εσωτερικό δεν είχε επισκευαστεί για αιώνες. Η κατάσταση των τειχών γενικότερα θεωρούνταν κακή, στο σημείο που, όπως γράφει, οι υπερασπιστές φοβούνταν να τοποθετήσουν πάνω του βαριά κανόνια.

Όσον αφορά στο βυζαντινό πυροβολικό, ήταν πολύ περιορισμένο σε σχέση με το οθωμανικό. Χρησιμοποιήθηκε κυρίως τις πρώτες ημέρες της πολιορκίας, και στη συνέχεια σίγησε, λόγω έλλειψης πυρίτιδας, αλλά και διαφωνιών όσον αφορά στη χρήση του.

Συνολικά, γράφει ο Μιγιάτοβιτς, ο Παλαιολόγος, με μια βιαστικά συγκεντρωμένη δύναμη, επτά, το πολύ 9.000 ανδρών, έπρεπε να υπερασπιστεί την Πόλη εναντίον ενός πολλαπλάσιου στρατού, με βαρύ πυροβολικό. «Ο Τετάλντι αναφέρει ότι υπήρχαν 25.000 με 30.000 άνδρες ικανοί να φέρουν όπλα, όμως μόλις 6.000 με 7.000 μαχητές. Η αναφορά του αυτή επιβεβαιώνει με εντυπωσιακό τρόπο τα λεγόμενα του Σφραντζή».

Σύμφωνα με τον Μιγιάτοβιτς, ο Παλαιολόγος είχε εγκαταστήσει το στρατηγείο του στον ναό του Αγίου Ρωμανού, κοντά στην ομώνυμη πύλη, έχοντας υπό τις διαταγές του 3.000 εκ των πλέον εμπειροπόλεμων στρατιωτών. Στα δεξιά της πύλης του Αγίου Ρωμανού ήταν η πύλη Χαρσία, την οποία φύλαγε μικρή δύναμη υπό τη διοίκηση του Θεοδώρου της Καρύστου. Το κομμάτι των τειχών από εκεί μέχρι την πύλη του Ξυλοκέρκου υπερασπίζονταν τρία αδέλφια από τη Γένοβα, ο Πάολο, ο Αντόνιο και ο Τρωίλος Μποκιάρντι, ενώ την άμυνα του τμήματος όπου βρισκόταν το Παλάτι των Βλαχερνών είχε αναλάβει ο Ενετός βαΐλος (πρέσβης/ αντιπρόσωπος) Τζιρόλαμο Μινόττο. Το τμήμα βορειότερα, όπου δεν υπήρχε τάφρος, επονομαζόταν Καλιγαρία, και είχε αναλάβει την υπεράσπισή του ο Γερμανός μηχανικός Γιοχάνες Γκραντ, ενώ το ακρωτήριο της ακρόπολης υπερασπιζόταν ο καρδινάλιος Ισίδωρος, λεγάτος του Πάπα. Στα αριστερά της θέσης του Αγίου Ρωμανού ήταν η πύλη της Σηλυβρίας, προστατευόμενη από δυνάμεις υπό τον Θεόφιλο Παλαιολόγο, με την ενίσχυση του Μαουρίτσιο Καττανέο και του Νικολό Μοντσενίγο. Στην επόμενη πύλη διοικούσε ο Φαμπρίτσιο Κορνάρο, ενώ ο Φίλιππος Κονταρίνι, με 200 Ιταλούς τοξότες βρισκόταν στο Επταπύργιον και ο Τζιάκομο Κονταρίνι ήταν στην πύλη του Κοντοσκαλίου. Ο διεκδικητής του οθωμανικού θρόνου, Ορχάν, είχε το λιμάνι του Ελευθερίου και ο Καταλανός Δον Περέ Χούλια βρισκόταν στα τείχη κάτω από τον Ιππόδρομο. Ο Λουκάς Νοταράς διοικούσε όλο το τμήμα από την Ακρόπολη μέχρι την πύλη του Κυνηγού, κατά μήκος του Χρυσού Κέρατος και στην είσοδο του λιμανιού βρισκόταν πύργος τον οποίο επάνδρωνε ο Γκαμπριέλε Τρεβιζάνο με δύναμη πενήντα ανδρών. Εφεδρεία στο κέντρο της πόλης, κοντά στον ναό των Αγίων Αποστόλων, ήταν ένα σώμα 700 ανδρών, στρατολογηθέντων από μοναστήρια, υπό τον Δημήτριο Καντακουζηνό και τον Νικηφόρο Παλαιολόγο. Επίσης, μέσα στο λιμάνι υπήρχε ναυτική δύναμη υπό τον Αλβίζο Ντιέντο.

Σημειώνεται ότι στο προάστιο του Γαλατά, στην άλλη πλευρά του Χρυσού Κέρατος, υπήρχε περιτειχισμένη κοινότητα Γενοβέζων, που τήρησε ουδέτερη στάση.

Οι μάχες αρχίζουν

Η πολιορκία άρχισε στις 6 Απριλίου, μετά την απόρριψη πρότασης του Μωάμεθ Β’ για παράδοση της Πόλης.

«Ο πόλεμος δεν σταματούσε ούτε την ημέρα ούτε τη νύχτα, οι συμπλοκές, οι συρράξεις, οι ακροβολισμοί, καθώς ο αμηράς έλπιζε ότι εφόσον εμείς ήμασταν λίγοι και πολύ αποκαμωμένοι, εύκολα θα καταλάμβανε την Πόλη, οπότε δεν μας άφησε καθόλου να ξεκουραστούμε» γράφει ο Σφραντζής.

Όπως αναφέρει ωστόσο, «ήταν αξιοθαύμαστο το ότι, όντας χωρίς πολεμική εμπειρία, νικούσαμε, ενώ καταφέρναμε πράγματα υπεράνω των δυνάμεών μας, εξαιτίας της μεγαλοψυχίας και της γενναιότητάς μας. Εκείνοι γέμιζαν τις τάφρους καθ’όλη την ημέρα, ενώ εμείς ανεβάζαμε από μέσα τους τα υλικά και τα ξύλα καθ’όλη τη νύχτα, οπότε τα ορύγματα των τάφρων παρέμεναν όπως ήταν και πρωτύτερα. Τους πύργους που χαλούσαν τους επισκευάζαμε αμέσως, χρησιμοποιώντας καλάθια και ξύλινα δοχεία οίνου και άλλα ξύλινα αντικείμενα γεμάτα με χώμα».

Παράλληλα, ήταν σε εξέλιξη εργασίες υπονόμευσης των τμημάτων των τειχών στα σημεία όπου το έδαφος προσφερόταν για κάτι τέτοιο, ενώ πραγματοποιήθηκαν και οι πρώτες – ανεπιτυχείς- επιθετικές ενέργειες του οθωμανικού στόλου. Ο κύριος βομβαρδισμός φαίνεται ότι άρχισε κατά τις 11 με 12 Απριλίου, αρχίζοντας με βολή του «τέρατος» του Ουρβανού. Όσον αφορά στις επιχειρήσεις υπονόμευσης των τειχών, ο Σφραντζής αναφέρει ότι «κάποιος Ιωάννης Γερμανός» (μάλλον αναφερόμενος στον Γιοχάνες Γκραντ), έμπειρος στις πολεμικές τεχνικές και στη χρήση του υγρού πυρός, αντιλήφθηκε τις επιχειρήσεις και έσκαψε άλλη τρύπα, αντίθετης φοράς, την οποία γέμισε με υγρό πυρ, κατακαίοντας τους Οθωμανούς σκαπανείς. Παράλληλα, ο Μωάμεθ προέβαινε και σε άλλες ενέργειες, όπως η κατασκευή ενός μεγάλου πολιορκητικού πύργου (ελέπολις) κ.α., ενώ παράλληλα διεξάγονταν επιχειρήσεις περιμετρικά της πόλης, όπως η κατάληψη δύο φρουρίων εκτός της Κωνσταντινούπολης (Θεράπειο και Στουδίου), καθώς και των Πριγκιπονησίων.

«Πρώτα λοιπόν με εκείνο το φοβερό τηλεβόλο χτύπησαν σφοδρά και έριξαν στο έδαφος τον πύργο που βρισκόταν δίπλα στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, κι ευθύς έσυραν το ίδιο τηλεβόλο και το έστησαν επάνω από το όρυγμα, οπότε η μάχη και η συμπλοκή έγινε φοβερή και φρικαλέα. Ξεκίνησε πριν από την ανατολή του ήλιου και κράτησε για ολόκληρη την ημέρα. Πότε λοιπόν αγωνίζονταν δυνατά στη συμπλοκή και στη σύρραξη, πότε έριχναν στην τάφρο τα ξύλα, τα άλλα υλικά και τα χώματα που υπήρχαν μέσα στην ελέπολη…οι δικοί μας τους παρεμπόδιζαν γενναία και πολλές φορές τους κατακρήμνιζαν από τις κλίμακες και κατέκοψαν μερικές ξύλινες κλίμακες και καρτερικά οι εχθροί αποκρούστηκαν πολλές φορές μέσα σ’εκείνη την ημέρα».

Άξιον αναφοράς ήταν το ότι, ενώ το οθωμανικό πυροβολικό σφυροκοπούσε τα τείχη, οι Βυζαντινοί δεν ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά τα δικά τους κανόνια- ούτως ή άλλως κατά πολύ μικρότερα των οθωμανικών, καθώς διαπιστώθηκε ότι προκαλούνταν ζημιές στα ίδια τα τείχη (Νίκος Νικολούδης, «Η άλωση της Κωνσταντινούπολης»).

Στις 12 Απριλίου κατέφθασε ο οθωμανικός στόλος από την Καλλίπολη, αγκυροβολώντας στο Διπλοκιόνιο. Όπως γράφει ο Μιγιάτοβιτς, ανάμεσα στις 12 και τις 18 του μήνα δεν έγινε κάτι το αξιοσημείωτο, αν και ο βομβαρδισμός συνεχιζόταν ασταμάτητος (σημειώνεται πως σοβαρές ζημιές υπέστη και το κανόνι του Ουρβανού). Ωστόσο, είχε μειωθεί η αποτελεσματικότητά του, λόγω ελλιπούς στόχευσης.

«Και τα δύο μέρη εκτόξευαν βέλη και πυροβολούσαν με μακριά και βαριά αρκεβούζια. Αυτά τα αρκεβούζια ήταν σπάνιο είδος και ούτε οι Τούρκοι ούτε οι Έλληνες είχαν αρκετά. Και πάλι όμως, οπως κατηγορηματικά αναφέρει ο Μπάρμπαρο, οι Έλληνες είχαν περισσότερα από τους Τούρκους. Οι περισσότεροι από τους στρατιώτες που τα χειρίζονταν ήταν τοποθετημένοι στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, όπου είχαν συγκεντρωθεί επίλεκτοι άνδρες υπό τις διαταγές του Ιουστινιάνη, για να πολεμήσουν κάτω από το βλέμμα του αυτοκράτορα».

Σε γενικές γραμμές, το πρώτο διάστημα η άμυνα διεξαγόταν με επιτυχία. Στις 18 Απριλίου έλαβε χώρα μεγάλη επίθεση στο Μεσοτείχιο- ωστόσο, όπως γράφει ο Στίβεν Ράνσιμαν στο «Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης 1453», η αριθμητική υπεροχή των Οθωμανών δεν μέτρησε καθόλου, καθώς το σημείο ήταν στενό, ενώ οι Βυζαντινοί στρατιώτες διέθεταν ανώτερη θωράκιση και πάνω από όλα τις ηγετικές ικανότητες του Ιουστινιάνη. Η επίθεση αποκρούστηκε επιτυχώς, με βαριές απώλειες για τους επιτιθέμενους. Ακόμη, στις 20 Απριλίου έλαβε χώρα ένα από τα πιο αξιοθαύμαστα επεισόδια της πολιορκίας: Η διάσπαση του κλοιού από μικρή δύναμη πλοίων υπό τον Φλαντανελά.

Ο Σφραντζής περιγράφει: «Ενώ γίνονταν αυτά και η Πόλη πολιορκούνταν, τρία πλοία της Λιγουρίας (Γένοβας) φορτώθηκαν στην Χίο, έπεσαν σε βολικό άνεμο και κατέπλευσαν προς εμάς. Καθώς έρχονταν, συνάντησαν καθ’οδόν και ένα άλλο βασιλικό πλοίο, από τη Σικελία, που ερχόταν φορτωμένο με σιτάρι. Κάποια νύχτα έφτασαν κοντά στην Πόλη. Το πρωί, όταν οι τριήρεις του αμηρά, που φύλαγαν την περιοχή, αντιλήφθηκαν τα πλοία, όρμησαν με χαρά εναντίον τους…αφού πλησίασαν και και άρχισε η ναυμαχία…αρχικά έπλευσαν με αλαζονεία εναντίον του βασιλικού πλοίου, το οποίο τα υποδέχτηκε πολύ άσχημα, προσβάλλοντάς τα εξαρχής με τηλεβόλα και βέλη και πέτρες….ο αμηράς, θεωρώντας ότι ένας τόσο καλά εξοπλισμένος και τόσο μεγάλος στόλος δεν κατάφερνε τίποτα αξιόλογο, αλλά μάλλον υστερούσε, έτριζε τα δόντια του, έβριζε τους δικούς του και τους αποκαλούσε δειλούς στην καρδιά».

Το βράδυ, τα βυζαντινά πλοία μπόρεσαν να μπουν στο λιμάνι, γεγονός ιδιαίτερα ενθαρρυντικό για τους πολιορκημένους.

Ο κλοιός στενεύει

Το περιστατικό εξόργισε ιδιαίτερα τον Μωάμεθ Β’ (ο Μπαλτόγλου δέχτηκε 100 ραβδισμούς και έχασε το ένα του μάτι- επρόκειτο για την ποινή που του επιβλήθηκε για την ταπείνωση, αφού ο σουλτάνος ανακάλεσε την αρχική απόφαση θανάτωσής του) η απάντηση του οποίου ήταν άμεση: Μέσω της κατασκευής ξύλινης εξέδρας και της χρήσης τροχών, τα οθωμανικά πλοία προσπέρασαν από την στεριά την αλυσίδα, διεισδύοντας στον Κεράτιο Κόλπο. Ο αριθμός των πλοίων που πέρασαν με αυτόν τον τρόπο κυμαίνεται από 20 μέχρι 80, με τον Μιγιάτοβιτς να καταλήγει στα 30. Σε κάθε περίπτωση, επρόκειτο για ένα ιδιαίτερα αποκαρδιωτικό γεγονός για τους πολιορκημένους, ειδικά μετά την αναπτέρωση του ηθικού από το κατόρθωμα του Φλαντανελά. «Όμως ο αυτοκράτορας δεν απελπίστηκε. Αυτό που τον απασχολούσε περισσότερο ήταν η ανάγκη να σταλούν κι άλλοι άντρες στο βορειοανατολικό τείχος, για να το υπερασπιστούν σε μια ενδεχόμενη επίθεση σε εκείνο το σημείο».

Οι βομβαρδισμοί συνεχίστηκαν τις επόμενες ημέρες, ενώ στο εσωτερικό της πόλης γινόταν όλο και πιο αισθητή η έλλειψη τροφίμων και οι υπερασπιστές κουράζονταν από την έλλειψη τροφίμων. Ακόμη, διαμάχες σημειώνονταν μεταξύ Ενετών και Γενουατών, καθώς οι πρώτοι κατηγορούσαν τους δεύτερους για συνεργασία με τον εχθρό, λόγω της στάσης των Γενουατών στον Γαλατά. Πολλοί ήταν αυτοί που συμβούλευαν τον αυτοκράτορα να διαφύγει, πρόταση που ο Παλαιολόγος απέρριπτε. Ένα σχέδιο για την πυρπόληση των οθωμανικών πλοίων που βρίσκονταν πλέον μέσα στον Κεράτιο απέτυχε, καθώς προδόθηκε στο στρατόπεδο των πολιορκητών, από κάποιον Φαγιούτσο.

Η επόμενη μεγάλη επίθεση έλαβε χώρα, όπως γράφει ο Μιγιάτοβιτς, επικαλούμενος Σλάβο χρονικογράφο της πολιορκίας (Σλαβικό Χρονικό), την 1η Μαΐου, μετά από επικέντρωση πυρών πυροβολικού σε συγκεκριμένο σημείο των τειχών, στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, η οποία εν τέλει αποκρούστηκε μετά από σκληρή μάχη. Οι επόμενες ημέρες χαρακτηρίστηκαν από ανταλλαγές πυρών, χωρίς να λαμβάνει χώρα κάποια γενικευμένη επίθεση. Σημειώνεται ότι, στο μεταξύ, κυκλοφορούσε στο εσωτερικό της Πόλης η φήμη περί ενισχύσεων από τη Δύση, και ειδικότερα από τη Νάπολη και τη Βενετία, που ο αυτοκράτορας φρόντισε να ενισχύσει αποστέλλοντας μικρό πλοίο για να ζητήσει βοήθεια. Τη νύχτα της 4ης προς την 5η Μαΐου έλαβε χώρα μια ακόμα ανεπιτυχής προσπάθεια καταστροφής των οθωμανικών πλοίων στον Κεράτιο και στις 6 Μαΐου έλαβε χώρα σκληρότατο σφυροκόπημα των θέσεων στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, η οποία διήρκεσε και τη νύχτα και την επόμενη ημέρα, και ακολουθήθηκε από έφοδο το βράδυ της 7ης Μαΐου. Στην απόκρουση της επίθεσης πρωτοστάτησε ο Ιουστινιάνης, καθώς και ένας φημισμένος στρατιωτικός, ο Ραγκαβής, επικεφαλής ελληνικού σώματος. Ο Ραγκαβής, αναφέρει ο Σλάβος χρονικογράφος τον οποίο επικαλείται ο Μιγιάτοβιτς, απώθησε τους Οθωμανούς από ρήγμαμ και ήρθε αντιμέτωπος με τον Αμίρ Μπέη, τον οποίο και «έκοψε στα δύο», για να σκοτωθεί όμως από τους υπόλοιπους Οθωμανούς στρατιώτες.

Στις 8, 9, 10 και 11 Μαΐου συνεχίστηκαν οι βομβαρδισμοί, ενώ στην Πόλη η απογοήτευση αυξανόταν. Στις 12 του μήνα, τα οθωμανικά κανόνια άνοιξαν ρήγμα στα τείχη της συνοικίας των Βλαχερνών, που ακολουθήθηκε από επίθεση που αποκρούστηκε με δυσκολία. Ακολούθησε πρόταση για έξοδο υπό την αρχηγία του αυτοκράτορα, με σκοπό την αναπτέρωση του ηθικού αλλά και τη συγκέντρωση προμηθειών. Όσο ήταν υπό συζήτηση η συγκεκριμένη πρόταση, στην οποία αντιτάχθηκαν ο Λουκάς Νοταράς και ο έπαρχος της Πόλης, Νικόλαος Γουδέλης, κατέφθασε αγγελιοφόρος ο οποίος ενημέρωσε το πολεμικό συμβούλιο ότι οι Οθωμανοί βρίσκονταν στα τείχη πίσω από τη συνοικία των Βλαχερνών. Για την απόκρουση της επίθεσης έσπευσε επί σκηνής ο ίδιος ο αυτοκράτορας, ο οποίος και απέκρουσε τους εισβολείς, οι οποίοι είχαν καταφέρει να μπουν στο εσωτερικό της πόλης. «Αν δεν είχε φτάσει ο αυτοκράτορας με βοήθεια, εκείνη τη νύχτα θα βλέπαμε την τελική καταστροφή μας» σημειώνει ο Σλάβος χρονικογράφος.

Ο βομβαρδισμός συνεχίσηκε και τις επόμενες ημέρες. Στις 18 Μαΐου έλαβε χώρα επίθεση με πολιορκητικό πύργο (ελέπολη) στη Χαρσία Πύλη. Το βράδυ της ημέρας εκείνης, ο αυτοκράτορας και ο Ιουστινιάνης κατάφεραν, με μια παράτολμη επιχείρηση, να πυρπολήσουν τον πύργο, προκαλώντας- σύμφωνα με τον Μιγιάτοβιτς- ακόμα και τον θαυμασμό του ίδιου του Μωάμεθ του Β’, ο οποίος στις 21 Μαΐου (ή στις 23) έστειλε πρέσβη στην Πόλη, ζητώντας την παράδοσή της και υποσχόμενος ότι θα επέτρεπε στον αυτοκράτορα να αποχωρήσει με τα υπάρχοντά του, αναγνωρίζοντάς τον ως ηγεμόνα της Πελοποννήσου. Εκεί ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έδωσε την απάντηση η οποία έμελλε να μείνει στην ιστορία:

«Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι οὔτ’ ἐμὸν ἐστίν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ• κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως άποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν».

Ακολούθησε πολεμικό συμβούλιο στο οθωμανικό στρατόπεδο και ορίστηκε μεγάλη επίθεση για τη νύχτα της 29ης Μαΐου.

Η τελική επίθεση και η Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Οι υπερασπιστές της πολιορκημένης Πόλης είχαν αντιληφθεί πως επίκειται μεγάλη επίθεση, ενώ επίσης και στο οθωμανικό στρατόπεδο κυκλοφορούσαν φήμες περί κήρυξης πολέμου από τους Ούγγρους και επίθεσης ισχυρής ουγγρικής δύναμης υπό τον Ιωάννη Ουνιάδη στην Αδριανούπολη, αλλά και επίθεσης λατινικού στόλου στα Δαρδανέλλια. Στις 27 Μαΐου, σε συμβούλιο, ο Χαλίλ Πασάς, Μέγας Βεζίρης- ο οποίος γενικότερα ήταν της άποψης ότι ο κίνδυνος ήταν μεγαλύτερα από τα οφέλη του όλου εγχειρήματος της πολιορκίας- επιχειρηματολόγησε υπέρ της επίλυσης της πολιορκίας, έχοντας απέναντί του τον πιο σκληροπυρηνικό Ζαγανό. Όπως γράφει ο Μιγιάτοβιτς, η απόφαση του σουλτάνου ήταν να γίνει η επίθεση και να αποσυρθεί εάν δεν πετύχαινε. Στις 28 Μαΐου έγινε η τελευταία χριστιανική ακολουθία στην Αγία Σοφία, με τον αυτοκράτορα να προτρέπει σε έναν πύρινο λόγο τον λαό να αντισταθεί γενναία.

«Αφήνω μόνον, το ταπεινωμένο σκήπτρο μου στα χέρια σας, για να το φυλάξετε με καλή διάθεση. Σας παρακαλώ και για κάτι άλλο, και προσεύχομαι στην αγάπη σας, ώστε να δείξετε την πρέπουσα τιμή και υποταγή στους στρατηγούς και τους δημάρχους και στους εκατοντάρχους σας, καθένας κατά την τάξη του και το τάγμα του και την υπηρεσία του. Και να γνωρίζετε και τούτο: εάν με την καρδιά σας τηρήσετε όσα σας πρόσταξα, ελπίζω στον Θεό ότι θα λυτρωθούμε από την παρούσα δίκαιη απειλή του. Στην συνέχεια, απομένει για εμάς και ο ουράνιος αδαμάντινος στέφανος, καθώς και η εγκόσμια αιώνια και άξια ανάμνηση» κατέληξε ο λόγος, όπως τον μεταφέρει ο Σφραντζής.

Ο αυτοκράτορας επέστρεψε στη θέση του, στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, και η επίθεση εκδηλώθηκε το βράδυ, μεταξύ 01.00 και 02.00. Η επίθεση εκδηλώθηκε από τρεις πλευρές συγχρόνως. Το πρώτο κύμα επίθεσης, που απαρτιζόταν από ατάκτους κυρίως, αποκρούστηκε μετά από σκληρή μάχη που διήρκεσε μία ώρα. Ακολούθησε το δεύτερο, που απαρτιζόταν από μισθοφόρους, επαγγελματίες στρατιώτες και οι υπερασπιστές της πύλης του Αγίου Ρωμανού, οι οποίοι πολεμούσαν πάνω από δύο ώρες, άρχισαν να κλονίζονται- ωστόσο ο αυτοκράτορας κάλεσε ενισχύσεις, και στο σημείο έσπευσαν ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και ο Δημήτριος Καντακουζηνός, με αποτέλεσμα ξανά την απώθηση των Οθωμανών- με τον αυτοκράτορα να εμψυχώνει τους πολεμιστές του, καθώς έβλεπε τους πολιορκητές να χάνουν τη θέλησή τους για μάχη. «Για τ’όνομα του Θεού, δείξτε γενναιότητα! Βλέπω τον εχθρό να υποχωρεί άτακτα!Αν θέλει ο Θεός, η νίκη θα είναι δική μας!», ήταν η παραίνεσή του, όπως γράφει ο Μιγιάτοβιτς. Το τρίτο κύμα απαρτιζόταν από τις πλέον εμπειροπόλεμες μονάδες του οθωμανικού στρατεύματος: Τους γενίτσαρους και τους σπαχήδες.

Ο Σφραντζής περιγράφει τις τελευταίες δραματικές στιγμές, που έκριναν τη μάχη: «Όταν η δική μας παράταξη άρχισε να κάμπτεται, ξεπήδησαν μπροστά ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και ο Δημήτριος Καντακουζηνός, άνδρες άριστοι, και νίκησαν τους Αγαρηνούς, τους έδιωξαν από τα τείχη, κακήν κακώς τους κατακρήμνισαν και τους διασκόρπισαν…εκεί βρέθηκε έφιππος και ο βασιλιάς, δίνοντας θάρρος και εξεγείροντας τους στρατιώτες ώστε να μάχονται με προθυμία…και ενώ αυτά έλεγε ο βασιλιάς, ο Ιωάννης Ιουστινιάνης, που ήταν και στρατηγός, πληγώθηκε στα σκέλια, στο δεξί πόδι, από ένα βέλος τόξου…έφυγε από εκεί όπου βρισκόταν…ο βασιλιάς του είπε πολλά, αλλά εκείνος δεν αποκρινόταν, μόνο πέρασε στον Γαλατά και εκεί πέθανε ντροπιασμένος, μέσα στην πίκρα και στην περιφρόνηση» (σύμφωνα με άλλες αναφορές, ο Ιουστινιάνης πληγώθηκε από αρκεβούζιο, και υποσχέθηκε στον Παλαιολόγο – ο οποίος παρατήρησε ότι το τραύμα του δεν ήταν τόσο σοβαρό, και έκπληκτος τον ρώτησε τι κάνει: «αδελφέ, γιατί το έκανες αυτό; Γύρισε στη θέση σου, δεν είναι τίποτε αυτή η πληγή!»- ότι θα επέστρεφε στη θέση του μόλις φρόντιζε το τραύμα. Κάποιες άλλες πηγές αναφέρουν ότι δεν πέθανε στον Γαλατά, αλλά στη Χίο).

Η σύγχυση που επέφερε στους υπερασπιστές της Πόλης ο τραυματισμός του Ιουστινιάνη έδωσε θάρρος στους Οθωμανούς, οι οποίοι πραγματοποίησαν νέα έφοδο, κερδίζοντας τα τείχη. «Έγινε τόσο μεγάλο το πλήθος των εχθρών που ανέβηκε πάνω, ώστε διασκόρπισε τους δικούς μας…έτσι είχαν τα πράγματα όταν από μέσα και από έξω και από τα μέρη του λιμανιού ακούστηκε κάποια φωνή: “έπεσε το φρούριο και πάνω στους πύργους έστησαν τα εμβλήματα και τις σημαίες τους!” Αυτή η φωνή έτρεψε σε φυγή τους δικούς μας και έδωσε θάρρος στους εχθρούς».

Επρόκειτο για το γνωστό «εάλω η Πόλις» – και κάπου εδώ υπεισέρχεται και η ιστορία της Κερκόπορτας, η οποία φέρεται να είχε χρησιμοποιηθεί για εξόδους/ επιδρομές εναντίον των πολιορκητών και, αν και είχε φρουρούς, είχε ξεχαστεί ανοιχτή. Κατά την επίθεση, φέρεται να βρέθηκε από μια ομάδα Οθωμανών στρατιωτών, οι οποίοι μπήκαν, σκότωσαν τους φρουρούς και κατέλαβαν τον κοντινότερο πύργο, προκαλώντας πανικό, ενώ ταυτόχρονα έμπαιναν και άλλοι εισβολείς μέσα, που προσπάθησε να σταματήσει μάταια ο Λουκάς Νοταράς.

«Όταν τα είδε αυτά ο δυστυχής βασιλιάς και αφέντης μου, με δάκρυα παρακαλούσε τον Θεό και προέτρεπε τους στρατιώτες να δείξουν μεγαλοψυχία. Δεν υπήρχε όμως καμιά ελπίδα συνδρομής ή βοήθειας. Κέντρισε, τότε, τον ίππο του και καλπάζοντας έφτασε στο σημείο από όπου ερχόταν το πλήθος των ασεβών και από την πρώτη συμπλοκή κατακρήμνισε τους ασεβείς από τα τείχη, γεγονός που ήταν παράξενο και θαυμάσιο για όσους έτυχε να βρεθούν εκεί και να το δουν. Βρυχώμενος σαν λιοντάρι και κρατώντας το γυμνό ξίφος στο δεξί χέρι του κατέσφαξε πολλούς από τους εχθρούς, ενώ το αίμα έρρεε σαν ποτάμι από τα πόδια του και τα χέρια του» γράφει ο Σφραντζής, εξιστορώντας τις τελευταίες στιγμές του τελευταίου αυτοκράτορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας- και μνημονεύοντας παράλληλα τα ανδραγαθήματα και άλλων μαχητών, όπως του δον Φραγκίσκο Τολέδο, του Ιωάννη Δαλμάτη και του Παύλου και του Τρωίλου, των Ιταλών αδελφών.

«Έτσι λοιπόν οι εχθροί κυρίευσαν όλη την Πόλη».

Το τέλος μιας αυτοκρατορίας

Ακολούθησαν εκτεταμένες λεηλασίες και σφαγές, με τον ιστορικό Κριτόβουλο, που ανήκε στο οθωμανικό στρατόπεδο, να αναφέρει ότι δεν υπήρξε οίκτος και η Πόλη ερημώθηκε, καθώς ο Μωάμεθ Β’ – ο πλέον Πορθητής- άφησε τα στρατεύματά του για ένα διάστημα να επιδοθούν σε πλιάτσικο ως ανταμοιβή για την κατάκτηση της Πόλης. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, επρόκειτο για την Πόλη η οποία προοριζόταν για πρωτεύουσα μιας νέας αυτοκρατορίας, οπότε μετά την Άλωση, ο ίδιος έλαβε μέτρα για την αναζωογόνησή της. Η Κωνσταντινούπολη- «Ισταμπούλ» πλέον, για την Οθωμανική Αυτοκρατορία, θα παρέμενε πρωτεύουσα, ενός νέου κράτους, ως το 1922, ενώ η Άλωση θα έμενε χαραγμένη στις μνήμες και τις παραδόσεις του Ελληνισμού, τόσο σε επίπεδο ιστορίας, όσο και πέρα από αυτήν, με τη μορφή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου να αναδεικνύεται σε μια αθάνατη, περιτριγυρισμένη από τις ομίχλες του θρύλου, φιγούρα- αυτήν του Μαρμαρωμένου Βασιλιά, ο οποίος επέλεξε να μην εγκαταλείψει την αυτοκρατορία του την ύστατη στιγμή της και περιμένει την ώρα και στιγμή που θα φτάσει το πλήρωμα του χρόνου για να την αναστήσει.

Βιβλιογραφία/ Πηγές

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος: Η Τελευταία Νύχτα της Πόλης- Τσέντομιλ Μιγιάτοβιτς, εκδόσεις Διόπτρα, 2007

Η Άλωση της Πόλης- Γεώργιος Φραντζής, Εκδοτική Θεσσαλονίκης- Βιβλιοβάρδια, 2008

Γιατί το Βυζάντιο- Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2012

Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας- Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, Εκδόσεις Ψυχογιός, 1988

Ζωή και Θάνατος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου- Φίλιππος Φιλίππου, Ψυχογιός Λογοτεχνία, 2013

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης 1453- Στίβεν Ράνσιμαν εκδ. Παπαδήμα, 2002

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης- Νίκος Νικολούδης στον συλλογικό τόμο Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, εκδ. Περισκόπιο 2001

πηγή