Ο άνθρωπος δεν θέλει να πάει στον Θεό επειδή δεν θέλει να ταπεινωθεί…

 Ἡ ρίζα ὅλων τῶν κακῶν εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια. Ὁ ἄνθρωπος δέν θέλει νά πάει στόν Θεό, γιατί δέν θέλει νά ταπεινωθεῖ, νά κάνει ὑπακοή, δέν θέλει νά βασιλέψει ὁ Θεός μέσα του. Θέλει νά εἶναι κυρίαρχος ὁ ἴδιος.

  Εἶναι αὐτή ἡ ἀπάτη τοῦ διαβόλου πού εἶχε ὑποβάλει καί στούς πρωτόπλαστους, νά μποῦν στή θέση τοῦ Θεοῦ. Σ’ αὐτήν τήν πλάνη πέφτουμε κι ἐμεῖς. Στούς πρωτόπλαστους ἔβαλε τή σκέψη ὅτι ὁ Θεός εἶναι πονηρός καί γι’ αὐτό δέν ἀφήνει νά φᾶνε ἀπό τό δέντρο.Τους ἔπεισε ὅτι ἄν φᾶνε θά μποῦν στή θέση τοῦ Θεοῦ. Συκοφάντησε τόν Θεό καί ἐκεῖνοι ἔπεσαν στήν παγίδα. 
 Ἔτσι καί σήμερα ὁ πονηρός μᾶς βάζει λογισμούς γιά τούς ἱερεῖς ὅτι εἶναι πονηροί καί πώς ὅ,τι μᾶς λένε, τό κάνουν γιά νά μᾶς πάρουν τά λεφτά. Εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἴδια ’ἔκδοση’ τοῦ πονηροῦ. Μᾶς πλανᾶ λέγοντάς μας νά κάνουμε ὅ,τι καί οἱ πολλοί, νά κρατήσουμε καί κάτι στήν ἄκρη… Ὁπότε μᾶς ὁδηγεῖ στό νά πιστέψουμε ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε οἱ κύριοι, ὄχι ὁ Θεός καί συνεπῶς ἐμεῖς πρέπει νά πάρουμε στά χέρια μας τή ζωή μας, χωρίς ν’ ἀκοῦμε τί λένε οἱ παπάδες καί ἡ Ἐκκλησία. Αὐτή ἀκριβῶς εἶναι ἡ βλασφημία, ἡ ὑπερηφάνειά μας. Δέν δεχόμαστε τόν Κύριο καί Θεό μας ὡς κύριο νά βασιλεύει στή ζωή μας. Ἔτσι αὐτονομούμαστε καί φεύγουμε ἀπό τόν Θεό.
Ἀντίθετα ὁ ἁπλός, ὁ ταπεινός ἄνθρωπος σκέφτεται σάν ἕνα παιδάκι και κάνει ὑπακοή στόν πνευματικό του. Μπορεῖ ἀκόμα νά εἶναι καί ἀγράμματος καί νά ἔχει νοερά προσευχή, ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καί νά νιώθει ὅτι δεν εἶναι τίποτα. Αὐτός μπορεῖ νά φτάσει στό σημεῖο νά κάνει θαύματα, ἐνῶ οἱ ἄλλοι οἱ μορφωμένοι, νά μήν κάνουν τίποτα…….

….. Τουλάχιστον νά ἀναγνωρίζουμε τήν ὁλιγοπιστία μας καί νά ζητᾶμε ἀπό τόν Κύριο βοήθεια.Πρέπει κάθε στιγμή ν’ ἀνανεώνουμε τήν πίστη μας. Πρέπει νά ἐπιβεβαιώνουμε τή θέλησή μας νά βασιλέψει ὁ Θεός στή ζωή μας. Κάθε στιγμή ὑπάρχει ἡ ἀντίρροπη δύναμη τοῦ πονηροῦ, τοῦ κόσμου, τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου πού μᾶς ἀπειλεῖ, ὅτι θά μᾶς πάρει πίσω. Γι’ αὐτό ὁ Χριστός μᾶς μίλησε γιά ἐγρήγορση καί προσευχή, ὄχι μόνο γιά προσευχή. Μπορεῖ νά προσεύχεσαι καί νά τό κάνεις μηχανικά. Τότε δέν κάνεις τίποτα. Πρέπει νά καταλαβαίνεις τί λές καί νά τό λές μέ ἀγάπη, νά κάνεις καρδιακή προσευχή,νά τό λές μέ πόνο, νά τό νιώθεις, νά τό λές μέ λαχτάρα, ἁπλά,άλλά παρακλητικά, ἀπό τήν καρδιά σου.

Απόσπασμα από απομαγνωτοφωνημένη ομιλία του Αρχιμ. π.Σάββα Αγιορείτου

πηγή

Θαυμάζουμε τους Αγίους μας και από την άλλη ξεχνούμε τις δοκιμασίες, τις αδικίες που υπέστησαν

   

Καθόμαστε και αναλύουμε τις δοκιμασίες που μας βρήκαν, το άδικο που ήρθε στην ζωή μας.Προσπαθούμε να βρούμε λύσεις. Ρωτάμε ίσως και κάποιους ανθρώπους που εμπιστευόμαστε, για να βρούμε απαντήσεις στα “γιατί” που μας στοιχειώνουν. 
Πολλές τέτοιες περιπτώσεις ανθρώπων που τους “πνίγει το άδικο”, που τους συντρίβουν οι δοκιμασίες έρχονται και στον πνευματικό και ζητούν απαντήσεις, λύσεις, ακόμα και ευχές ώστε να σταματήσει αυτό το “άδικο κακό” που τους ταλαιπωρεί.
  Σίγουρα κανείς μας δεν θέλει να υποφέρει, κανείς δεν θέλει στην ζωή του ταλαιπωρίες, αδικίες, συκοφαντίες, δοκιμασίες, πόνο, προδοσίες, απάτες, απιστίες κ.α. Όμως μέσα στη ζωή κάποια απ’ αυτά έρχονται. Είναι δεδομένο πως σε κάποια χρονική περίοδο της ζωής μας θα τα γευτούμε. Αυτήν όμως την πραγματικότητα δεν θέλουμε να την δεχθούμε. Θεωρούμε ότι δεν πρέπει τίποτα το “κακό” να μας βρει. Γι’αυτό φτάνουμε και στο σημείο -εάν κάποια δοκιμασία κτυπήσει την πόρτα του σπιτιού μας- να βλασφημούμε και κατά του Θεού, αποκαλώντας τον άδικο και άσπλαχνο.
  Έχω διαπιστώσει -μέσα από τις εξομολογήσεις- ότι όλες οι δοκιμασίες που έρχονται στη ζωή μαςείτε προκαλούνται από εμάς τους ίδιους με τις επιλογές της ζωής μας, είτε για να κρατιόμαστε σε πνευματική εγρήγορση.

 Το δυστύχημα όμως είναι ότι στην πρώτη περίπτωση οι άνθρωποι αρνούνται να δούνε το φταίξιμό τους, αρνούνται να αναλάβουν την ευθύνη των επιλογών τους και το μόνο που κάνουν είναι να κατηγορούν τους άλλους, τον Θεό, την ζωή, το κράτος, αρνούνται δηλαδή να αποδεχτούν ότι το “κακό” που τους βρήκε το δημιούργησαν οι ίδιοι. 
Αλλά και στην δεύτερη περίπτωση οι άνθρωποι θεωρούν ότι δεν έχουν πέσει σε πνευματικό λήθαργοώστε να χρειάζεται ένα πνευματικό ξυπνητήρι (δοκιμασία) για να ξυπνήσουν, να συνέλθουν, να ταπεινωθούν, να πάψουν πλέον να ζούνε επαναπαυμένοι μέσα σε έναν τυπικό-επιφανειακό χριστιανισμό.

  Μια τέτοια κοπέλα ήρθε τις προάλλες για εξομολόγηση. Ήθελε να φύγει το άδικο, οι δοκιμασίες, οι στεναχώριες…
Της είπα να βάλει στην ζωή της την προσευχή μιας και όπως η ίδια μου ομολόγησε δεν προσευχόταν ποτέ και σπανίως πήγαινε και για εκκλησιασμό, απλά πίστευε με έναν δικό της τρόπο…
Βάλαμε λοιπόν έναν πολύ μικρό κανόνα προσευχής για να τον κάνει κάθε ημέρα. Αφού τελείωσα αυτά που ήθελα να της πω με ρώτησε, “δηλαδή, εάν κάνω αυτήν την προσευχή κάθε ημέρα θα σταματήσουν οι αδικίες, οι δοκιμασίες αυτές”; Δεν είχε καταλάβει τίποτα από όλα αυτά που της είχα αναφέρει πιο πριν. 

Έτσι λοιπόν της απάντησα ορθά κοφτά, “Όχι”!
“Όχι, δεν θα σταματήσουν. Εμείς θέλουμε να προσευχηθούμε ώστε να διορθωθούν τα πράγματα όμως η προσευχή κυρίως είναι να να διορθωθεί ο λογισμός μας ως προς τα πράγματα”. (από το Μέγα Γεροντικό).
Με κοίταξε περίεργα. Σχεδόν απογοητευμένη, όμως δεν μπορούσα να της υποσχεθώ κάτι διαφορετικό από τον αψευδή λόγο του Άγιου Ιωάννου του Χρυσοστόμου “Θέλεις άνθρωπε να ζήσεις την πνευματική ζωή, ετοιμάσου για πειρασμό”.
   Δυστυχώς αδελφοί μου σχεδόν όλοι μας δεν θέλουμε να αποδεχτούμε αυτήν την μεγάλη αλήθεια ότιη Εκκλησία με τον τρόπο ζωής που μας προτείνει δεν αφανίζει τις δοκιμασίες, τα προβλήματα, τις αδικίες από την ζωή μας αλλά μας κάνει να τα βλέπουμε όλ’ αυτά διαφορετικά. Ο τρόπος ζωής της Εκκλησίας κάνει τον άνθρωπο να βλέπει την κάθε δοκιμασία ως ευκαιρία για πνευματική προκοπή, εάν εμείς βλέπουμε την κάθε δοκιμασία ως κατάρα (και αυτό λόγο του εγωισμού μας) είναι φυσικό επόμενο να αντιδρούμε με μικροψυχία και να μας καταβάλει η λύπη.
  Από την μία θμέχρι το τέλος της επίγειας ζωής τους. Προσευχόμαστε στους Αγίους όχι για να βλέπουμε τα πράγματα όπως τα βλέπανε κι εκείνοι αλλά να πάψει κάθε πειρασμός, κάθε “κακό” που θεωρούμε ότι άδικα ήρθε στη ζωή μας.
Το ζητούμενο λοιπόν είναι να καταλάβουμε επιτέλους ότι δεν είναι σκοπός του τρόπου ζωής της Εκκλησίας μας να αποτρέπει -δια μαγείας- κάθε “κακό” αλλά να μεταμορφώσει εμάς τους ίδιους σε ανθρώπους που δεν μένουν στο “τώρα” αλλά βλέπουν το “μετά”. 
  Μιλούμε για άδικο εμείς; Πως τολμούμε να παραπονιόμαστε όταν ο ίδιος ο Κύριός μας καρφωμένος πάνω στο Σταυρό Του συγχωρούσε τους σταυρωτές Του; Μιλούμε για άδικο εμείς όταν ο μόνος Αθώος της Ιστορίας κρεμάστηκε πάνω στο Σταυρό; Σε ποιον Χριστό πιστεύουμε τελικά; Σε έναν Χριστό που σταύρωνε τους άλλους, αυτούς που Τον αδίκησαν, που Τον συκοφάντησαν, που Τον έβλαψαν ή στον Αληθινό Χριστό που σταυρώθηκε από τους ανθρώπους όμως ποτέ Του δεν έπαψε να αγαπά τους πάντες;
Εάν επιμένουμε στο σκεπτικό της αυτοδικαίωσης, της μίζερης προσέγγισης κάθε δοκιμασίας, της αμνήστευσης κάθε αμαρτίας μας (που συνήθως έχει ως αποτέλεσμα την οδύνη), είναι απόδειξη της πώρωσης της καρδιάς μας, της κοσμικότητάς μας, της αμετανοησίας μας, του εγωισμού και της φιλαυτίας μας τα οποία μας τυφλώνουν και δεν βλέπουμε ότι η μεγαλύτερη τελικά αδικία συντελείται σε εμάς από εμάς.

αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

πηγή

Τι εννοούσε ο Άγιος Πορφύριος όταν έλεγε πως «Μέσα μας κουβαλάμε τους αιώνες»

Σαν μεγαλώνουμε με θαυμαστή αγωνία ανακαλύπτουμε ότι φόβοι, ενοχές, άγχος και μια βαθιά ντροπή για τον εαυτό μας, δεν μας ανήκουν απόλυτα.
Πως τα αποκτήσαμε άραγε;
Από που έρχονται και τι ζητάνε από εμάς;

Έμεινα εκστατικός όταν διάβασα στον Άγιο Πορφύριο ότι μέσα μας κουβαλάμε τους αιώνες. «Είναι ένα μυστήριο ο άνθρωπος. Φέρομε μέσα μας κληρονομιά αιώνων….».Κι είναι αλήθεια, ότι μέσα μας κουβαλάμε ένοχα μυστικά αιώνων, γενεών, εκείνα που δεν είπαν, εκείνα που δεν μαθεύτηκαν, αυτά που δεν εξομολογήθηκαν. Σαν σκιές τα ένοχα αυτά μυστικά, στοιχειώνουν την ζωή μας και κληρονομούνται στις υπάρξεις μας.
Όταν μεγαλώνεις με ένα πατέρα αγχώδη ή φοβικό, μια μητέρα εμμονική ή ψυχωτική, δίχως να το ξέρεις και να το θες, ταυτίζεσαι μαζί τους. Νιώθεις ένοχα, ντρέπεσαι για το τραύμα τους. Αισθάνεσαι ότι φταις εσύ. Ότι κάτι πρέπει να κάνεις για να τους λυτρώσεις. Ότι είναι δική σου η ευθύνη της θεραπείας τους.

Και τότε πέφτεις στο φαύλο κύκλο της ψυχικής επανάληψης.
Γιατί στην προσπάθεια σου, ασυνείδητα ή μη, να τους λυτρώσεις θα ταυτιστείς μαζί τους.
Το πρόβλημα τους, θα γίνει δικό σου.Θα αναπαραγάγεις ίδιες συμπεριφορές, φοβίες, πανικούς, εμμονές, και γενικότερα όλο το τραύμα θα κυλήσει μες στην ύπαρξη σου.
Αντί να τους λυτρώσεις, θα χαθείς μαζί τους στην ψυχική μίμηση του τραύματος.
Θα πάρεις το μυστικό τους, την δική τους ντροπή.
Και πως θα ρωτήσει κάποιος σπάει αυτός ο φαύλος κύκλος των ένοχων μυστικών και ψυχικών μεταβιβάσεων;
Όταν συν-χωρέσουμε την αδυναμία των γονέων μας.
Όταν αποδεχθούμε ότι δεν ήταν και δεν έπρεπε να είναι παντοδύναμοι και τέλειοι για να είναι καλοί γονείς.
Ότι απλώς ήταν άνθρωποι και όχι θεοί. Έκαναν αυτό που μπορούσαν και άντεχαν.

Συγχρόνως όμως χρειάζεται και μια αποδοχή και συγχώρεση προς τον εαυτό μας, αναγνωρίζοντας ότι δεν έχουμε την ευθύνη της ζωής των άλλων, ότι δεν είμαστε υπεύθυνοι για τις αδυναμίες, τα λάθη και τα πάθη των άλλων.
Η λύτρωση έρχεται όταν αγκαλιάζοντας την αδυναμία σου νιώσεις επιτέλους δυνατός.

Γιατί αυτή είναι η χριστιανική θεραπευτική, μια αδυναμία που γίνεται δύναμη, ένας σταυρός που μεταμορφώνεται σε ανάσταση, μια άρνηση που γίνεται ζωή και φως.

π.Λίβυος

 

πηγή

Θαύματα: Τα χρειαζόμαστε σήμερα;;;

Η πίστη μας είναι ζωντανή και αποκεκαλυμμένη αλήθεια, διότι όπως γνωρίζουμε ο ίδιος ο Θεός φανερώθηκε στον κόσμο ως άνθρωπος και πλήρωσε τον ήδη δοσμένο Νόμο. Όμως σε ολόκληρη τη Δημιουργία, από κτίσεως κόσμου, ο Θεός επεμβαίνει και δείχνει την ύπαρξή του στα δημιουργήματά του. Τα θαύματα είναι μία μορφή έκφρασης τού Θείου, που καταλύει τους νόμους τής φύσης και επιδρά έντονα στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση.

Σήμερα, λέμε ότι έχουμε ανάγκη από θαύματα, ότι συντελούνται θαύματα, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνουν διηγήσεις σχετικά με σύγχρονους Αγίους Γέροντες που θαυματούργησαν εν ζωή ακόμη. Όπως είναι φυσικό, ενισχύεται η πίστη και ακόμη, άνθρωποι που μέχρι πρότινος δεν είχαν σχέση με την Ορθοδοξία ή με τη θρησκεία γενικώς, βλέπουμε πως μεταστρέφονται και αυτό είναι ένα δεύτερο θαύμα, ακόμη μεγαλύτερο από την κατάλυση των φυσικών νόμων! Μεγαλύτερο, διότι η ανθρώπινη ψυχή είναι ένας τόπος ανεξάρτητος που ο Δημιουργός δίνει στον καθένα. Έτσι, αν ο άνθρωπος βάλει στην ψυχή του τον Θεό αδιαμαρτύρητα, τότε το θαύμα τής σωτηρίας του, είναι σαφώς μεγαλύτερο από το θαύμα που έγινε αιτία να έρθει ο άνθρωπος κοντά στον Θεό!

Παρ’ όλ’ αυτά, μήπως έχει γίνει αυτοσκοπός το θαύμα; Όλοι θέλουμε να ζήσουμε θαυμαστά και ανεξήγητα γεγονότα και να επωφεληθούμε από κάποιο αναπάντεχο καλό που θαυματουργικά θα έρθει να μάς βρει. Ακόμη και αν δεν είναι εκ Θεού πολλές φορές το «θαύμα», είναι καλοδεχούμενο και ζητείται μετά περισσής επιμονής, από μέντιουμ, χαρτορίχτρες, αστρολόγους, μάγους κ.λπ. Ακόμη δήλα δη και η δαιμονική ενέργεια, εφ όσον μάς διευκολύνει και φέρνει στη ζωή μας όσα θέλουμε, είναι αποδεκτή! Ολέθριο λάθος…

Ήδη από τούς πρώτους χριστιανικούς αιώνες, το θέμα απασχόλησε το Σώμα τής Εκκλησίας και τούς Πατέρες. Ο ι. Χρυσόστομος τοποθετεί τα πράγματα στη σωστή θέση, λέγοντας σε αυτούς που επιζητούν θαύματα καθημερινά: «Τα θαύματα στην εποχή του Χριστού και των αποστόλων ήταν απαραίτητα, διότι το κήρυγμα ήταν πρωτόγνωρο και οι άνθρωποι σκληροί, ειδωλολάτρες, ενώ δεν υπήρχε ακόμα η Καινή Διαθήκη. Γι’ αυτό γίνονταν μεγάλα σημεία και τέρατα. Τώρα όμως που έχουμε την Αγία Γραφή τα θαύματα όχι μόνο δεν μας ωφελούν αλλά μας βλάπτουν και μας οδηγούν στην απιστία».

Και συνεχίζει ο Άγιος με σωρεία επιχειρημάτων που αιτιολογούν τα παραπάνω: α) «δια τους λέγοντες ότι σημεία γίνεσθαι έδει, η αγνώμων ψυχή ουδέ μετά θαυμάτων πείθεται». β) Εκβιάζεται η ελευθερία της πίστεώς μας, καθώς «μη μετ’ ενεχύρων πιστεύειν τω Θεώ». γ) Γινόμαστε χρεώστες στο Θεό. Γι’ αυτό και ο Ιησούς Χριστός είπε «μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» δ) Τα θαύματα νοθεύουν την πίστη μας, διότι αυτή η πίστη δεν είναι καθαρή και δεν έχει καμία αξία. Διότι αυτό δεν είναι πίστη, αλλά ανάγκη. ε) Γίνονται αιτία τα θαύματα να γίνει πάρα πολύ μεγάλη η καταδίκη μας και να αυξηθεί η τιμωρία μας. στ) Τις περισσότερες φορές είναι αποκυήματα τής φαντασίας, που μας οδηγούν σε πονηρές υποψίες και τέλος στην πλήρη απιστία. ζ) Ο διάβολος φυτεύει βαθιά στην ψυχή μας την υψηλοφροσύνη, που οδηγεί τούς ανθρώπους στη διαίρεση, σε ομάδες οπαδών. η) Γινόμαστε εύκολα θύματα στα χέρια του ίδιου του σατανά (ψευδοπροφήτες, ψευδοάγιοι κ.λπ.).

Η πίστη μας πρέπει να πηγάζει από την θεόπνευστη Αγία Γραφή και να κινείται από άδολη αγάπη και όχι από σχέση ανταλλαγής ανάμεσα στον θαυματουργούντα και τον ευεργετούμενο. Η Αγία Γραφή δεν είναι απλά ένα βιβλίο, αλλά η πλήρης απόδειξη της αλήθειας των Δογμάτων. Το ζήτημα, το στοίχημα και το πραγματικό θαύμα, είναι εν τέλει η αληθής πίστη, χωρίς την ανάγκη κάποιου υπερφυσικού γεγονότος. Όπως είπε ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός στον Απόστολο Θωμά, που δεν μπορούσε να πιστέψει στην Ανάσταση του: «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» (Ιω 20,29).

 

πηγή

Προϋποθέσεις για να έχουν αποτέλεσμα οι προσευχές μας (Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης)

Επειδή μονάχα η κατάνυξη και τα δάκρυα δεν είναι αρκετά για να πείσουν τον Θεό να μας δώσει αυτά που του ζητούμε στις προσευχές μας, πρέπει να προσθέσουμε και κάποια άλλα στοιχεία που χρειάζονται ακόμη, για να έχουν θετικό αποτέλεσμα οι προσευχές μας. Ιδού μερικές από αυτές τις προϋποθέσεις στη συνέχεια, έξι τον αριθμό.

α) Όποιος θέλει να πάρει θετική απάντηση στο πρώτο του αίτημα, που είναι η συγχώρηση των αμαρτημάτων του, πρέπει κι αυτός ο ίδιος, όταν προσεύχεται, να συγχωρεί τ’ αμαρτήματα που διέπραξαν εις βάρος του οι άλλοι, καθώς μας δίδαξε ο Κύριος: «όταν στέκεστε σε προσευχή, ν’ αφήνετε ό,τι διαφορές έχετε με κάποιον, συγχωρώντας τον, κ’ έτσι να συγχωρήσει και ο Πατέρας μας ο ουράνιος και τα δικά σας παραπτώματα» (Μαρκ. ια’ 25).

β) Όποιος ζητάει να λάβει κάτι από τον Θεό, πρέπει να το ζητάει χωρίς διψυχία και δισταγμό, αλλά με στερεή και αδίσταχτη πίστη, όπως μας λέει πρώτα ο ίδιος ο Κύριος μας: «όλα όσα ζητάτε στην προσευχή σας με πίστη, θα τα λάβετε» (Ματθ. κα’ 22) και, κατόπιν, ο αδελφόθεος Ιάκωβος: «κι αν κάποιος από σας υστερεί σε σοφία, ας τη ζητήσει από τον Θεό, που τη χαρίζει με απλότητα σε όλους, χωρίς να περιφρονεί κανέναν αλλά που να τη ζητάει με πίστη, δίχως αμφιβολία, διότι όποιος έχει αμφιβολίες ομοιάζει με το κύμα της θάλασσας, που ο άνεμος το παρασέρνει και το πηγαίνει πότε εδώ και πότε εκεί· να μην ελπίζει ποτέ πως θα πάρει κάτι από τον Κύριο ένας τέτοιος άνθρωπος δίγνωμος και άστατος σ’ όλους τους τρόπους της ζωής του» (Ιακ. α΄ 5-7).

γ) Όποιος ζητάει, πρέπει να μην παρακαλεί για ζητήματα που δεν τον συμφέρουν πνευματικά, δηλαδή για κοσμικά πράγματα που προξενούν τις ηδονές του, αλλά να ικετεύει για ζητήματα κατά Θεόν, δηλαδή που συμφέρουν κ’ ενδιαφέρουν τη σωτηρία της ψυχής του. Ακούστε και τον ονειδισμό εκ μέρους του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, που λέει: «ζητάτε κάτι και δεν το λαμβάνετε, διότι το ζητάτε με κακό σκοπό, δηλαδή το ζητάτε για να το κατασπαταλήσετε για τις ηδονές σας» (Ιακ. δ’ 3)

δ) Όποιος θέλει να λάβει όσα συμφέροντα για την ψυχή του ζητάει από το Θεό, πρέπει κι αυτός να εργάζεται και να κάνει όλα όσα δύναται και μπορεί, σύμφωνα και με την κοινή παροιμία, που λέει «συν Αθηνά και χείρα κίνει»· πρέπει δηλαδή να μην αμελεί και να μην παραδίνει θεληματικά τον εαυτό του πρώτα στα πάθη, και τις επιθυμίες, κ’ έπειτα ζητάει τη θεία βοήθεια, διότι δεν θα τη λάβει ποτέ, σύμφωνα και με τον λόγο του Μεγάλου Βασιλείου:

« Πρέπει, λοιπόν, πρώτα να προσφέρει κάνεις όλα όσα μπορεί μόνος του, και υστέρα να παρακαλεί τον Θεό να έρθει βοηθός και σύμμαχος του- διότι, όταν κάποιος παραδώσει τον εαυτό του με νωθρότητα στις επιθυμίες και παραδοθεί έτσι μόνος του στους εχθρούς, αυτόν ο Θεός δεν τον βοηθάει ούτε εισακούει τις δεήσεις του, διότι πρόλαβε ο ίδιος και με την αμαρτία του αποξενώθηκε από τον Θεό· γιατί, βέβαια, όποιος επιθυμεί να έχει τη βοήθεια του Θεού, δεν προδίδει το πρέπον και το αρμόζον· κι αυτός που δεν προδίδει το πρέπον και το αρμόζον, δεν προδίδεται και δεν εγκαταλείπεται ποτέ από τη θεία πρόνοια και βοήθεια» (Ασκητικαί Διατά­ξεις, κεφ. α’).

Και, ακριβώς, γι’ αυτούς λέγει ο Θεός με το στόμα του προφήτου Ησαΐα: «με αναζητούν την κάθε ημερα, κ’ επιθυμούν να γνωρίσουν τις εντολές μου, ωσάν λαός που έπραξε το δίκαιο και που δεν εγκατέλειψε την κρίση του Θεού» (Ησ. νη’ 2). Και, για να το πούμε με δυο λόγια, όποιος θέλει να εισακούσει ο Θεός τη δέησή του και να λάβει θετική απάντηση στο ζήτημά του, πρέπει να βιάζει τον εαυτό του, όσο μπορεί, για να φυλάγει τις εντολές του Θεού, ώστε να φτάσει στο σημείο να μην τον κατηγορεί η συνείδησή του ότι καταφρόνησε ή αμέλησε κάποιο πράγμα, που μπορούσε να το κάμει και δεν το έκαμε.

 Διότι, όπως λέει ο αγαπημένος μαθητής του Κυρίου, ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «όταν η καρδιά μας παύει να μας κατηγορεί, τότε αποκτούμε θάρρος εμπρός στον Θεό, κι Εκείνος μας δίνει ό,τι Του ζητούμε, γιατί εκτελούμε τις εντολές Του, και κάνουμε όλα όσα είναι αρεστά σ’ Εκείνον» (Α’ Ιωάν. γ’ 21-22). 

Και ο μέγας Βασίλειος προσθέτει: 
 «Είναι, λοιπόν, απαραίτητο να μη μας κατηγορεί σε τίποτε η συνείδησή μας, και τότε μονάχα μπορούμε να επικαλούμαστε τη θεία βοήθεια» (Ασκητ. Διατ., ο.π.) Και όχι μονάχα, όταν κάποιος προσεύχεται για τον εαυτό του, πρέπει να κάνει τα καθήκοντά του όσο μπορεί καλύτερα, αλλά και στην περίπτωση που κάποιος άλλος προσεύχεται για κείνον, πρέπει κι αυτός να συνεργεί προσωπικά για να καρποφορήσει η προσευχή που γίνεται για λόγου του. 
 Αυτό ακριβώς σημαίνει ο λόγος του Αδελφοθέου, «πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργούμενη» (Ιακ. ε’ 16), τον οποίο ερμηνεύοντας ο θείος Μάξιμος ο Ομολογητής λέγ­ει: 
«Πράγματι, πολύ ισχύει η δέηση του δικαίου, είτε χάρη στον δίκαιο που την κάνει, είτε και χάρη σ’ εκείνον που ζητάει από τον δίκαιο να την πραγματοποιήσει· διότι, από μεν την πλευρά του δικαίου που γίνεται η δέηση, αυτή δίνει θάρρος να παρουσιαστεί και να ζητήσει από Κείνον που μπορεί να εισακούσει τα αιτήματα των δικαίων, ενώ από την πλευρά εκείνου που ζητάει από τον δίκαιο να κάμει γι’ αυτόν τη δέηση, του δίνει την ευκαιρία ν’ απομακρυνθεί από την κακία και να εγκολπωθεί πάλι την διάθεση για ενάρετο βίο» (Ε’ εκατ. περί θεολογίας, κεφ. πδ’).

Και ο ίδιος πάλι, σε άλλο σημείο, λέει: «Είναι πράγματι δείγμα μεγάλης νωθρότητας, για να μην πω παραφροσύνης, να επιζητεί κανείς τη σωτηρία του με τις δεήσεις των δικαίων, ενώ η διάθεσή του στρέφεται προς τις τέρψεις, και να ζητάει τη συγχώρεση εκείνων των αμαρτημάτων, για τα οποία σπιλώνεται με δική του διάθεση και ενέργεια. Πρέπει, λοιπόν, να μην αφήνει ανενεργή και ακίνητη τη δέηση του δικαίου…, αλλά να την ενεργοποιεί και να την ισχυροποιεί, δίνοντάς της φτερά με τις δικές του αρετές».

ε) Όποιος θέλει να εισακούσει ο Κύριος το αίτημά του, πρέπει να μην λιποψυχάει, ούτε να θλίβεται και να στενοχωριέται όταν προσεύχεται, αλλά να προσμένει με υπομονή και μακροθυμία, κι ας περνάει αρκετός καιρός αναμονής. Έτσι και ο Κύριος, για να μας διδάξει να προσμένουμε υπομένοντας και προσκαρτερώντας στην προσευχή, χωρίς να στενοχωριόμαστε καθόλου, μας αναφέρει στο κατά Λουκάν ευαγγέλιο την παραβολή της χήρας, η οποία με την επιμονή και την υπομονή της, έπεισε στο τέλος τον άδικο δικαστή να της αποδώσει το δίκιο της.

 «Και τους έλεγε και την παραβολή αυτή, για το ότι πρέπει πάντοτε να προσεύχονται και να μην αποκάμουν» (Λουκ. ιη’ 1). Έχουμε, από την άλλη πλευρά, και τον λόγο του μεγάλου Βασιλείου, που λέει ότι, μπορεί στη δέησή σου πολλές φορές να ζητήσεις τα πνευματικώς συμφέροντα, όμως δεν επέμεινες αρκετά. 
Διότι, όπως είναι γραμμένο, «με την υπομονή σας θα σώσετε τις ψυχές σας» (Λουκ. κα’ 19). Και, «όποιος υπομείνει ως το τέλος, αυτός θα σωθεί» (Ματθ. ι’ 22). Έχουμε γι’ αυτό το θέμα παράδειγμα τον Αβραάμ, ο οποίος, αν και ήταν νέος όταν προσεκλήθη από την Ασσυρία να πάει στην Παλαιστίνη, και είχε λάβει μάλιστα και υπόσχεση από το Θεό, πως θα πληθυνθεί το σπέρμα της γενιάς του όπως τ’ αστέρια τ’ ουρανού, είδε να πραγματοποιείται η παραπάνω υπόσχεση του Θεού μόλις στα εκατό χρόνια της ηλικίας του!

Επίσης, και το παράδειγμα του Ισαάκ, ο οποίος παρακαλούσε τον Θεό να του χαρίσει τέκνα, αλλά η δέησή του εισακούστηκε μόλις ύστερα’ από είκοσι χρόνια! Ο μέγας Βασίλειος σε συμβουλεύει:«μιμήσου, λοιπόν, και σύ, αδελφέ μου, αυτούς τους Πατριάρχες και την πίστη τους· και αν περάσει κ’ ένας χρόνος, τρίτος ή τέταρτος ή περισσότερα χρόνια δίχως να λάβεις το αίτημά σου, μην αφήνεις την προσευχή, αλλά να επιμένεις με πίστη, εργαζόμενος πάντα το αγαθό». Και ο αββάς Μακάριος προσθέτει: «όποιος δεν βλέπει να εισακούεται γρήγορα η δέησή του, αλλά ν’ αναβάλλεται από το Θεό, αυτός αισθάνεται πιο φλογερή την επιθυμία της προσευχής· και όσο πιο πολύ μακροθυμεί ο Θεός, δοκιμάζοντάς μας στον πόνο, τόσο πιο πολύ έντονα οφείλει ο προσευχόμενος να επιμένει, ζητώντας την δωρεά τού Θεού» (Σειρά στο Κατά Ματθαίον, κεφ. ζ’).

ς) και τελευταίον· όποιος θέλει να επιτύχει το αίτημα της προσευχής του, πρέπει πάντοτε να ευχαριστεί τον Θεό, είτε λάβει γρήγορα εκείνο που ζητά, είτε και αργότερα. 

Γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος μας λέγει: «τα αιτήματά σας να τ’ απευθύνετε στο Θεό με προσευχή και δέηση, που θα συνοδεύονται από ευχαριστία» (Φιλιπ. δ’ 6). 
Επειδή, πολλές φορές, ο Θεός δεν μας δίνει γρήγορα εκείνο που του ζητούμε, ή γιατί ξέρει πως θα χάσουμε αυτό που θα μας χαρίσει και, γι’ αυτόν το λόγο, θα τιμωρηθούμε περισσότερο, αφού αθετήσαμε το χάρισμά του και τη δωρεά του· ή, γιατί, γνωρίζοντας πως μόλις λάβουμε το αίτημά μας θα πάψουμε να προσευχόμαστε. Γι’ αυτό αναβάλλει το ζήτημα μας και δεν το πραγματοποιεί, θέλοντας και προνοώντας να τον παρακαλούμε πάντοτε και να βρισκόμαστε κοντά του με την προσευχή· ή, ακόμη, για να φανεί η πίστη και η αγάπη μας προς τον Θεό, ή και για άλλους λόγους που έχει ο Θεός, ακατανόητους βέβαια σ’ εμάς, αλλά δίκαιους, που αποβλέπουν πάντοτε προς το πνευματικό συμφέρον μας. Τα βεβαιώνει όλα αυτά και ο βαθύς θεολόγος και πράγματι μέγας Βασίλειος, με όσα γράφει στο α’ κεφάλαιο των Ασκητικών του Διατάξεων, οπού συμπερασματικά μας λέγει:

«Γνωρίζοντας, λοιπόν, όλα αυτά, είτε πιο γρήγορα εισακουστούμε και λάβουμε, είτε πιο αργά, ας παραμείνουμε πάντοτε με ευχαριστίες στον Κύριο, διότι όλα όσα κάνει ο Δεσπότης τα κάνει πάντοτε οικονομώντας τη δική μας σωτηρία· και να μην λιποψυχούμε, σταματώντας τις προσευχές και τις δεήσεις». Και τί λέω; είτε λάβουμε απ’ το Θεό, είτε δεν λάβουμε τα αιτήματά μας, εμείς πρέπει να τον ευχαριστούμε πάντοτε και να επιμένουμε κρούοντας τη θύρα του Θεού και ζητώντας πάλι και πάλι με την προσευχή μας· διότι μας αρκεί και τούτο το μέγα χάρισμα που λαβαίνουμε, δηλαδή το ότι αξιωνόμαστε να συνομιλούμε με τον ίδιο το Θεό και να παραμένουμε ενωμένοι μ’ Εκείνον όταν προσευχόμαστε.

Έτσι μας λέει και ο χρυσός κάλαμος του αγίου Ιωάννου, με κομψότητα και γλαφυρότητα, γράφοντας τα παρακάτω: 

«μεγάλο αγαθό η προσευχή, όταν γίνεται με διάνοια καθαρή και χαρούμενη, κι όταν μάθουμε τους εαυτούς μας να ευχαριστούν το Θεό πάντοτε: όχι μονάχα όταν λαβαίνουμε τα αιτήματα της προσευχής, μα κι όταν δεν τα λαβαίνουμε. Διότι, άλλοτε μεν μας δίνει κι άλλοτε δεν μας δίνει· ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις είσαι κερδισμένος, αφού είτε λάβεις είτε δεν λάβεις, ήδη έχεις λάβει και μη λαμβάνοντας· κι όταν επιτύχεις το ζητούμενο κι όταν δεν το πετύχεις· ήσουν τυχερός κι όταν δεν το πέτυχες, επειδή μερικές φορές το να μη λάβεις το αίτημά σου είναι επωφελέστερο· διότι, αν δεν ήταν προς το συμφέρον μας το να μην το λάβουμε, ο Θεός θα μας το έδινε οπωσδήποτε. Και το να μην πετυχαίνουμε κάτι, όταν καταλήγει προς το συμφέρον μας, είναι όντως επιτυχία» (Εις Ανδριάντας, λόγ. α΄· και Περί ευχής, τ. ζ’).
 Ανάλογα έγραψε και ο άγιος Ιωάννης, που μας παρέδωκε την ουράνια Κλίμακα: «να μη λες, πως περνάς πολλή ώρα στην προσευχή, δίχως να κατορθώσεις τίποτε, γιατί ήδη έχεις κάτι κατορθώσει· διότι, ποιό άλλο αγαθό θα μπορούσε να βρεθεί καλύτερο απ’ το να βρίσκεσαι κοντά στον Κύριο και να είσαι με την προσευχή εκεί, αδιαλείπτως περιμένοντας την ένωση μ’ Εκείνον;»

Αν, λοιπόν, αδελφοί και πατέρες, συμφωνείτε με όλα όσα είπαμε πιο πάνω, και προσφέρετε στον άγιο Θεό τις προσευχές που περιέχονται σε τούτο το βιβλίο εδώ, εγώ σας πληροφορώ πως θα πλουτίσετε τις ψυχές σας με πίστη ακλόνητη, με βέβαιη ελπίδα, με αγάπη ανόθευτη, με συγχώρεση των αμαρτημάτων, και θα έχετε την απαλλαγή των ορατών και των αοράτων κακών, την απόλαυση των αιτημάτων σας, τη λύτρωση από τους πειρασμούς των δαιμόνων και την επικοινωνία και ένωση με τον Θεό και τους Αγγέλους του· επειδή, κατά τον χαριτώνυμο και χρυσόστομο κήρυκα της προσευχής: «όταν αληθινά συνομιλούμε στην προσευχή με τον Θεό, τότε γινόμαστε ένα με τους Αγγέλους» (Λόγος Περί Προσευχής).

Και μ’ ένα λόγο, θέλω να σας πω, ότι με τις θείες τούτες προσευχές θ’ απολαύσετε ένα σωρό αγαθά, μια απέραντη θάλασσα από θησαυρούς, πλήθος από καλά, ολόκληρη θημωνιά από αρετές, ατελείωτη σειρά χαρισμάτων και ώριμους καρπούς πνευματικής ωφελείας.

πηγή

H πικρία που παραμένει σαν ένα πονηρό καταθλιπτικό πνεύμα μέσα του για την κακία των άλλων.

Είναι αλήθεια ότι πεθαίνει ο άνθρωπος όταν βγάλει το κεντρί του και εκδικηθεί τον αδελφό του για το κακό που του έκανε. Όμως κι αν ο άνθρωπος ξεφύγει από την εκδίκηση και πεισθεί ότι πρέπει να είναι ειρηνικός και να απομακρυνθεί από εκείνους που τον επιβουλεύονται, όμως πάλι ελλοχεύει ένας ύπουλος εχθρός της ψυχής του:

Είναι η πικρία που παραμένει σαν ένα πονηρό καταθλιπτικό πνεύμα μέσα του για την κακία των άλλων.
  Ναι μεν δεν εκδικείται καθώς πρέπει για την πίστη του και για να μην έχει ενοχές και να νιώθει ο καλός, αγγελικά φερόμενος, όμως αφήνει μέσα του την μιζέρια της πικρίας και την θύμηση της κακίας που του κατατρώγει τα πνευματικά του σπλάγχνα. 
Αυτό ίσως και να είναι χειρότερο κατάντημα που τον οδηγεί ταχύτατα στην κατάθλιψη ή στην μιζέρια του αγγελισμού του και του φαρισαϊσμού του.   
    
  Συνήθως ενώπιον του Θεού εξομολογούμενος ο άνθρωπος χαίρεται να ομολογεί αυτοεπαινούμενος στον πνευματικό του ότι δεν εκδικήθηκε, ότι συγχώρησε και ότι προσπάθησε να ανταμώσει τον εχθρό του και να μιλήσει μαζί του. Και περιμένει από τον πνευματικό να πάρει τα εύσημα και τον έπαινο για τον ηρωισμό της αγάπης της ψυχής του. Και όταν ο πνευματικός του λέει για την πικρία που φωλιάζει μέσα του και την θάλπει σαν φίδι στον κόρφο του, τότε κατανοεί την μεγάλη πλάνη όπου τον οδηγούσε ο πονηρός εαυτός του. Και τότε σκύβει και ψάχνει να μπορέσει να απαλλαγεί και να θεραπευτεί από την ύπουλη αυτή αρρώστεια. Κι αν κατανοήσει ότι η πικρία της καρδιάς αποδιώχνει το Πνεύμα του Θεού, που κατοικεί μέσα μας, τότε το πάν πρέπει να κάνει για να φύγει απ’ αυτήν πικρία για να μη ζήσει ολοκληρωτική την εγκατάλειψή του. Και πόσο όμορφα και πάλι ο Ιερός Χρυσόστομος έρχεται να παραθέσει κλινικά το πρόβλημα που έρχεται μέσα στον άνθρωπο με το κακό αυτό προς επίγνωση μετανοίας. 
  Ὁ μεγάλος ἔνοικος, ὁ Θεός, δέν μπορεῖ νά κατοικεῖ μέσα μας, όταν η καρδιά μας είναι γεμάτη από πικρία και μνησικακία. Παλαιά οι μελισσοκόμοι που δεν είχαν την συστηματοποίηση την σημερινή, τις κατασκεύαζαν κυψέλες ως καλάθια αναποδογυρισμένα με ποδαράκια να πατούν στην γη. Την όλη κυψέλη απ’ έξω την έντυναν με άχυρο και λάσπη για να είναι δροσερή και ευώδης. Εκεί μέσα ει-σερχόταν οι μέλισσες και έκτιζαν τις κηρύθρες και τις γέμιζαν με μέλι. 
Παίρνει αυτήν την εικόνα ο Ιερός Χρυσόστομος και φαντάζεται την κυψέλη να είναι ντυμένη-σοβατισμένη- με κοπριές και ακαθαρσίες ζώων. Εκεί με την τόση δυσωδία μόνο μύγες θα μπορούσαν να κατοικούν και όχι μέλισσες. 
 Έτσι είναι η ψυχή ένας καλαθίσκος που αν είναι ντυμένη με πικρία και κακία για τους άλλους μόνο οι μύγες των δαιμόνων θα κατοικούν. Τα λόγια τα πικρά και οι κατακρίσεις θα πηγαινοέρχονται με όλη την βρωμιά τους και σαν μύγες θα μολύνουν την ψυχή.
 Δεν υπάρχει ειρήνη και χαρά στις ψυχές που καταγίνονται μόνιμα μέσα στις σκέψεις του με μια πικρία για τα λόγια και τις πράξεις των εχθρών τους. Αν και πρέπει να πούμε πως δεν υπάρχουν εχθροί και μόνο ένας είναι ο διάβολος. Ο άνθρωπος που ξέρει να συγχωρεί και να δαμάζει την σκέψη του με αγαθούς λογισμούς και να φυλάγει το στόμα του από λόγια πικρά και κακίας, αυτός είναι ειρηνικός. 
 Το Άγιον Πνεύμα κατοικεί στους ειρηνικούς ανθρώπους, όπως λέγει ο Απ. Παύλος στους Χριστιανούς και τους προτρέπει νά τηροῦν με πολύ φροντίδα και έγνοια την ἑνότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ‘’σπουδάζοντες τηρεῖν την ἑνότητα τοῦ πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης.’’ . Εἶναι ὁ Θεός τῆς εἰρήνης και τῆς ἀγάπης και σ’ αὐτό τό περιβάλλον κατοικεῖ.
Έτσι λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος. 
‘’Οι μέλισσες δεν μπορούν να καθίσουν σε ένα σκεύος βρώμικο και δυσώδες. Οι μελισσοκόμοι όταν είναι να περιποιηθούν τις μέλισσες στον καιρό της δημιουργίας νέων σμηνών-οικογενειών καθαρίζουν με κρασιά και θυμιάματα και άλλα ευώδη μύρα τις άδειες κυψέλες, ώστε όταν γεννιούνται τα καινούργια σμήνη να μπορούν να κατοικήσουν σ’ αυτά και να μη φύγουν λυπημένα από αηδιαστική οσμή. Η καρδιά μας είναι ένα τέτοιο καλάθι, μια κυψέλη που περιμένει να υποδεχτεί τα σμήνη των πνευματικών χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος. Αλλά αν δουν μέσα μας οι μέλισσες του Αγίου Πνεύματος χολή και πικρία και θυμό αηδιάζουν και σηκώνονται τα σμήνη και φεύγουν.
  Γι’ αυτό και ο μακάριος αυτός και σοφός Γεωργός, ο Θεός, καθαρίζει πολύ καλά τα σκεύη μας, όχι με δρεπάνι για να κατακόψει τον άνθρωπο, ούτε χρησιμοποιώντας άλλο σιδερένιο σκεύος. 
Προσκαλεί το πνευματικό σμήνος των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος να έρθει και να κατοικήσει μέσα μας, αφού προηγουμένως καθαρίσει την ψυχή μας με προσευχές και κόπους και με όλα τα άλ-λα. Σκέψου πώς καθαρίζει την καρδιά μας. Μας απαλλάσσει από το ψεύδος κι από την οργή. Και μας δείχνει ακόμη και τον τρόπο πώς να ξερριζώσουμε το κακό, αν έχουμε πικρία στην ψυχή μας. ’’Οι μέλισσες του Αγίου Πνεύματος με το μέλι τους είναι τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, ‘’ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια’’ , που κατοικούν στην ψυχή του συγχωρητικού και ειρηνικού ανθρώπου.
 Εκεί τα σμήνη των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος κατοικούν μέσα στην ψυχή του και τον ανανεώνουν και τον αναγεννούν. Γι’ αυτό και ο Θεός ζητάει πρώτα να καθαρίσουμε από την πικρία την κυψέλη της ψυχής μας, μας δίνει τα φάρμακα για να το κάνουμε και μετά να γίνει αυτή το κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος, όπου σαν τις εργατικές και συστηματικές μέλισσες θα την γεμίσει μετά με μέλι αρετών ζωογόνο.
π.Σεβαστιανός
 

Αδελφέ στο χέρι σου είναι να κερδίσεις τη συμπάθεια του Κριτού

‘Ενας από τους πατέρες της ερήμου έκανε την παραστατική διδασκαλία στους νεώτερους μοναχούς:
-Υπόθεσε αδελφέ μου ότι αυτήν τη στιγμή παίρνω το πρόσωπο του δίκαιου Κριτού και ανεβαίνω στο δικαστικό βήμα και σε ρωτώ λοιπόν:
-Τι θέλεις να σου κάνω.Αν μου πεις “ελέησέ με” , σου αποκρίνομαι’ “ελέησε κι εσύ τον αδελφό σου”.
Αν πάλι μου πεις “συγχώρεσέ με” , σου απαντώ’ “συγχώρεσε κι εσύ τα σφάλματα του πλησίον σου”.
Μήπως είναι άδικος ο Κριτής; Μη γένοιτω!
Αδελφέ στο χέρι σου είναι να κερδίσεις τη συμπάθεια του Κριτού , αρκεί να έχεις μάθει να συγχωρείς.

Γεροντικόν
 

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΣΤ’ΜΑΤΘΑΙΟΥ-Ευλογείτε και μη καταράσθε

 Πόσο εύκολο στις ανθρώπινες σχέσεις είναι να μην μας κατατρώγει ο λογισμός εις βάρος του συνανθρώπου μας; Ο λογισμός πηγάζει από το ανικανοποίητο της επιθυμίας μας ο άλλος να είναι όπως τον θέλουμε, να μας φέρεται όπως θέλουμε, να υποχωρεί για να είναι η σχέση μας όπως τη θέλουμε ή να υποκύπτει στο δικό μας θέλημα, ακόμη κι αν δεν είναι για μας. Διότι υπάρχουν άνθρωποι με τους οποίους δεν είναι εφικτή η ανάπτυξη σχέσεων. Δεν ταιριάζουμε οι άνθρωποι με όλους. Και δεν είναι κακό αυτό. Είμαστε διαφορετικοί. Μέσα στη διαφορετικότητά μας δεν μπορούμε να αναπτύξουμε αυθεντική κοινωνία μαζί τους, όσο κι αν το επιθυμούμε. Απουσιάζει η αμοιβαιότητα. Ο λογισμός αναπτύσσεται όταν επιθυμούμε με τον δικό μας τρόπο την αμοιβαιότητα, αλλά βλέπουμε ότι αυτή δεν καθίσταται εφικτή. Έτσι μέσα μας δρα η ιδέα ότι οι άλλοι όχι μόνο μας απορρίπτουν, αλλά και μας καταδιώκουν. Οι άλλοι μας υποτιμούν και μας υποβαθμίζουν. Αν μάλιστα, μία τέτοια σκέψη επιβεβαιώνεται από την πραγματικότητα, διότι η διαφορετικότητα γεννά αντιθέσεις, τα συμφέροντα γεννούν αντιπαλότητες, η αίσθηση της εξουσίας γεννά αισθήματα υπεροχής έναντι των άλλων και διάθεση επιβολής στην πράξη, τότε οι λογισμοί θεριεύουν. 

  Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Ρωμαίους, μεταφράζει τον λόγο του Χριστού για την αγάπη προς τους εχθρούς ως εξής: «Ευλογείτε τους διώκοντας υμάς, ευλογείτε και μη καταράσθε» (Ρωμ. 12, 14). «Να προσεύχεστε για το καλό των διωκτών σας, να ζητάτε την ευλογία του Θεού γι’ αυτούς και να μην τους καταριέστε». 
 Πόσο εφικτό είναι αυτό; Να αφήσουμε κατά μέρος την αντιπάθεια του λογισμού, να μην του επιτρέπουμε να κυριεύει την καρδιά μας και όχι μόνο αυτό, μέσα από αυτήν να προσευχόμαστε στον Θεό για όσους μας καταδιώκουν, δηλαδή να κάνουμε την ύψιστη πράξη αγάπης, αντί να ζητούμε την προστασία του Θεού και την υπεράσπισή Του, να ζητούμε να δείξει την αγάπη Του για αυτούς, είτε φωτίζοντάς τους να μετανοήσουν είτε να αλλάξουν στάση είτε να 
καταλάβουν τι ζητά ο Θεός και από εκείνους και από μας. Η άρνηση της κατάρας γι’ αυτούς συνεπάγεται την άρνηση της εκδίκησης από εμάς, την προτίμηση της συγχώρεσης, την εναπόθεση της πορείας της ζωής μας στην αγάπη. Είναι στάση που φαίνεται παράδοξη, όμως είναι η στάση του Θεού έναντι των ανθρώπων, η στάση της αγάπης, της θυσίας, του σταυρού και της ανάστασης.

  Φαντάζει εκτός της πραγματικότητας της εποχής μία τέτοια στάση. Βία, εκδίκηση, χωρισμός της ζωής σε δικαιοσύνη και αδικία, όπου δίκαιο είναι το θέλημά μας ή ό,τι έχει να κάνει με το συμφέρον μας ή στην καλύτερη περίπτωση, δίκαιο είναι ό,τι συμφέρει στην επικρατούσα κατάσταση, στο politically correct του κόσμου. 
Δίκαιο είναι να χαιρόμαστε τη ζωή και οι άλλοι να μας διακονούν. 
Δίκαιο είναι να έχουν όλοι ίσες ευκαιρίες, αλλά αν μπορούμε να αρπάξουμε τη δική μας, δεν μας ενδιαφέρει για τους άλλους. 
Δίκαιο είναι να μπορούμε να απολαύσουμε ό,τι επιθυμούμε και η απαίτηση ο κόσμος και η κοινωνία να συνηγορήσουν. 
Δίκαιο είναι αυτό που εμείς έχουμε στο μυαλό μας, το δικό μας όνειρο, η δική μας διαχείριση της κατάστασης και των συναισθημάτων, ακόμη κι αν υπάρχει αδιαφορία για το πώς οι άλλοι βλέπουν και ζούνε τη ζωή. Αυτή η νοοτροπία της εποχής μας δεν αφήνει περιθώρια ούτε για αγάπη ούτε για συγχώρεση και μεταποιεί τον Θεό σε υπηρέτη των δικών μας συμφερόντων και αντιλήψεων. 

 Ο διάβολος παίζει με τους λογισμούς μας. Μας θολώνει τον νου και τον αιχμαλωτίζει με την αίσθημα αυτού του δικαίου. Και η εποχή μας υποτάσσεται στο πνεύμα του και στο κοσμοείδωλό του. Από την άλλη η πίστη φαντάζει ανίσχυρη να επικρατήσει, διότι το δίκαιο και το άδικο έχουν συλλογική και συνολική κάλυψη ενώ η πίστη είναι οδός πρώτα προσωπική και στη συνέχεια συλλογική. Μόνο που οι συλλογικότητες της πίστης, αν θελήσουν να μπούνε στο παιχνίδι της εξουσίας, δε θα μπορέσουν ποτέ να επικρατήσουν αν δεν ασκήσουν τη βία και την υποταγή. Ο Χριστός νίκησε και νικά με την αγάπη και τη συγχώρεση. Μόνο που αυτό είναι ένα μήνυμα κατεξοχήν προσωπικό, το οποίο μπορεί να γεννήσει κοινότητες που πιστεύουν και παλεύουν για την εφαρμογή του. Πρόσωπα και κοινότητες που θα πάνε κόντρα στον καιρό. Μα που θα έχουν αναπαυμένη συνείδηση και αίσθηση υπακοής στο θέλημα του Θεού και την αγάπη Του. Πρόσωπα και κοινότητες που θα ζούνε τον σταυρό τη αγάπης και την ελπίδα της ανάστασης και την ίδια στιγμή εκείνη την εσωτερική παρηγοριά που χαρίζει η δύναμη της πίστης και η χάρις του Πνεύματος σε όσους προχωρούνε, νικώντας τους λογισμούς τους.

 Ας αφήσουμε τους κακούς λογισμούς κατά μέρος. Ας προχωρήσουμε όπως ο Θεός θέλει. Με αγάπη και συγχώρεση. Ας αποκρούσουμε με την προσευχή και τη ζωή της Εκκλησίας τις επιθέσεις του πονηρού. Και ας αφήσουμε στον Θεό να καταδείξει το δίκαιο και το άδικο, δια της οδού της αγάπης. Αυτό είναι και το αυθεντικό νόημα της πίστης. Δρόμος δύσκολος, μα δρόμος ζωής αιωνίου. Και ας μη λυγίσουμε στις φωνές που απαιτούν τον τρόπο του κόσμου να είναι και ο δικός μας τρόπος. Εμπιστευόμενοι τον Θεό, θα αντέξουμε. Και δείχνοντας και ζώντας παραδειγματικά αυτόν τον δρόμο, θα δείξουμε, όπως οι άγιοι ότι είναι εφικτός. Και ας είμαστε οι λίγοι. ΑΜΗΝ!

Από το γραπτό κήρυγμα της ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ Κερκύρας

 ΚΥΡΙΑΚΗ 8 ΙΟΥΛΙΟΥ 2018

Εν τη υπομονή ημών κτήσασθε τας ψυχάς ημών

Εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς υμών. (Λκ. 21,19)
Ο άνθρωπος στην καθημερινότητα του έρχεται αντιμέτωπος με ασθένειες, δυσκολίες, στεναχώριες, με την άσχημη πλευρά του εαυτού του αλλά και με τα ελαττώματα των άλλων, με αποτέλεσμα αν δεν είναι στερεωμένος στην υπομονή να φτάνει στα όρια της απελπισίας και οποιασδήποτε πράξης που έρχεται αντιμέτωπη με την ευγένεια που θα έπρεπε να τον χαρακτηρίζει.

Σύμφωνα με τον Όσιο Πορφύριο τον Καυσοκαλυβίτη, η υπομονή είναι αγάπη και χωρίς αγάπη δεν μπορείς να έχεις υπομονή. Είναι όμως και θέμα πίστεως και στην πραγματικότητα είμαστε άπιστοι, γιατί δεν ξέρουμε πως μας τα φέρνει ο Θεός και μας απαλλάσσει από τις δυσκολίες και τις στεναχώριες.[1] Κατά τον Ψαλμοδό «υπόμεινον τον Κύριον˙ ανδρίζου, και κραταιούσθω η καρδία σου, και υπόμεινον τον Κύριον»(Ψλ. 27,14). Δεν πρέπει δηλαδή η καρδιά μας να χάνει το θάρρος της, πρέπει να περιμένουμε διαρκώς τη βοήθεια του Κυρίου. [2] Ο Κύριος, μας ζητάει υπομονή, αντοχή, ο δρόμος μας έχει ανηφόρες, κατηφόρες, έχει μονοπάτια, μας λέει ο σεβαστός γέροντας Ευσέβιος Γιαννακάκης. Ο άνθρωπος ωφελείται και δυναμώνει η ψυχή του όταν αντιμετωπίζει την κάθε δυσκολία με εμπιστοσύνη στον Κύριο, με ειρήνη και με υπομονή. [3]

Η Αγία Γραφή επαινεί αλλά και διδάσκει πολλές φορές την αρετή της υπομονής. Διαβάζουμε στην Σοφία Σειράχ: Παιδί μου, αν στη δούλεψη θες να μπεις του Κυρίου για δοκιμασίες φρόντισε να ετοιμαστείς. Ότι κι αν σ’ εύρει δέξου το κι όταν θα ̉ρθουν αναποδιές και χαμηλά σε ρίξουν, δείξε υπομονή (Σφ. Σειρ. Β΄ 3-5). Και η Αγία Γραφή και το Συναξάρι προβάλλουν αναρίθμητα παραδείγματα υπομονής με πρώτον τον Κύριο μας που ύψωσε την αγάπη του για το ανθρώπινο δημιούργημα πάνω στον Σταυρό Του, για να μας διδάξει ότι κι εμείς μόνο με την υπομονή και τον συνεχή αγώνα μπορούμε να σταυρώσουμε τα πάθη μας. Η Παναγία μητέρα Του με την υπομονή και την αντοχή της στα πάθη και τον σταυρικό Του θάνατο καθίσταται παράδειγμα και πρότυπο αγιότητας μέσα στους αιώνες. Τόσοι μάρτυρες ομολογώντας την πίστη τους στον Χριστό δοκιμάσθηκαν σκληρά, υπέμειναν φρικτά βασανιστήρια και αξιώθηκαν των ουρανίων στεφάνων αλλά και όσιοι πατέρες και μητέρες της Εκκλησίας μας που εθελούσια σταύρωσαν τα πάθη τους για την αγάπη τους στον Τριαδικό Θεό με αποτέλεσμα να εισέλθουν κι αυτοί στις άνω μονές. Οι Άγιοι της Εκκλησίας μας, τονίζει ο Άγιος Ιωάννης ο Πόποβιτς είναι αυτοί που βάδισαν όχι απλά τον δρόμο από τον άδη στον παράδεισο αλλά κάτι περισσότερο από τον διάβολο στον Θεό. Κρατούμενοι στις αγκάλες Του, σταυρώθηκαν, αναστήθηκαν κι αναλήφθηκαν μαζί Του, αφού πρώτα έζησαν όμοια με Αυτόν, έτσι επανέλαβαν στον εαυτό τους τον Χριστό, τον Νικητή της αμαρτίας και του διαβόλου. [4]

Οι θλίψεις γι εκείνους που τις δέχονται με υπομονή κατά τον Μέγα Αρσένιο είναι το αλάτι που προλαβαίνει τη σήψη της αμαρτίας και κάνει τους ανθρώπους να παρουσιάζονται στον Ουρανό καθαροί. [5] Αυτό έκανε και μια Αγία της Εκκλησίας μας που υπήρξε υπομονή κατά βίο, πράξη και όνομα. Πρόκειται για την Οσία Βασίλισσα και Αυγούστα Ελένη Δραγάση-Παλαιολογίνα, κόρη του ηγεμόνα των Σλάυων Κωνσταντίνου Δραγάση, σύζυγος του Εμμανουήλ Η΄ του Παλαιολόγου και μητέρα του τελευταίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Η βασιλεία της Οσίας Υπομονής ήταν γεμάτη από δυσκολίες, όπως η πολιορκία της Πόλεως από του Τούρκους και η εξορία της μαζί με τον σύζυγό της (1390-1392). Στα έξη παιδιά της πρόσφερε όχι μόνο το «ζην» αλλά και το «ευ ζην» διδάσκοντας τους την ορθοδοξία, την αγάπη για την πατρίδα και την υπομονή στις θλίψεις. Η αγκαλιά της ήταν ένα μεγάλο καταφύγιο για κάθε πονεμένη ψυχή, με την οσιακή ζωή της προσπαθούσε να ευαρεστεί τον Θεό και με την δίκαιη συμπεριφορά της κάθε συνάνθρωπό της. Μετά τον θάνατο του συζύγου της, που πριν κοιμηθεί έλαβε το αγγελικό σχήμα με το όνομα Ματθαίος, προσήλθε στο μοναστήρι της Κυρά- Μάρθας αφιερώνοντας την υπόλοιπη ζωή της στον Κύριο και λαμβάνοντας για όνομα την αρετή που χαρακτήριζε ολόκληρη την βιωτή της. Με την συμβολή της ιδρύθηκε στη μονή του Τιμίου Προδρομου Πέτρας, όπου φυλασσόταν το λείψανο του Οσίου Παταπίου που ιδιαιτέρως τιμούσε, γηροκομείο με την επωνυμία «Η ελπίς των απηλπισμένων». [6] Η αγάπη της για την ορθοδοξία ήταν τόσο μεγάλη που όταν κοιμήθηκε ο υιός της, αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ ο Παλαιολόγος επειδή είχε προσχωρήσει στους Λατινόφρονες αρνήθηκε την τέλεση μνημοσύνου του.

 

Σίμων Ιωνά,φιλείς Με;

Φωτογραφία του Δημητρης Ροδης.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΕΤΡΟΣ: Η άρνηση του Χριστού από τον απόστολο Πέτρο και η επιστροφή του σ’ Αυτόν με συγκλονίζουν ιδιαίτερα, επειδή κι εγώ, Κύριε, σε αρνιέμαι καθημερινά.
Σε αρνιέμαι όταν σε βλαστημάω ή όταν ακούω να σε βλαστημάνε και δε μιλάω.
Σε αρνιέμαι όταν εξευτελίζω ή πληγώνω τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Όταν ταπεινώνω τους υπαλλήλους μου. Όταν κάνω κακό (έστω και με τη σκέψη) στο συνάνθρωπό μου (δηλ. στην εικόνα σου), που τόσο αγαπάς.
Σε αρνιέμαι όταν απατάω τη γυναίκα μου. Όταν βλέπω έναν άνθρωπο (εικόνα σου) σαν αντικείμενο για εκμετάλλευση ή για εξαπάτηση ή κοροϊδία, όταν βλέπω μια γυναίκα σαν ένα κομμάτι κρέας που λαχταράω να το χρησιμοποιήσω για την ηδονή μου…
Σε αρνιέμαι όταν γυρίζω την πλάτη μου στην Εκκλησία σου (που θεμέλιωσες πάνω στο αίμα Σου), όταν κοροϊδεύω ή απλά δεν εφαρμόζω όλα όσα μου προσφέρει για να σε πλησιάσω: δεν εξομολογούμαι, δε νηστεύω, δεν πάω εκκλησία, παρά μόνο από υποχρέωση, δε μεταλαβαίνω, δεν προσεύχομαι, δεν κάνω το σταυρό μου…
Ναι, σε αρνιέμαι, γιατί είμαι αδύναμος (δήθεν δυνατός, ψευτοεγωιστής), και με κάνει μπαλάκι ο εχθρός μου, ο διάβολος, που φυσικά κάνω πως δεν υπάρχει και λέω πως είναι παραμύθια των παπάδων & των γιαγιάδων – λες κι οι γιαγιάδες, τουλάχιστον (αλλά και μερικοί παπάδες), δεν έχουν σοφία, γνώση των πνευματικών θεμάτων και πολλές φορές μεγάλη αγιότητα. Όχι, αν δεν ξέρουν να χειρίζονται pc και να μπαίνουν στο Internet, για μένα δε μετράνε…
Έτσι, σήμερα που γιορτάζει ο Πέτρος σου, θυμήθηκα την άρνησή του και συγκινήθηκα (σα να είδα καθρέφτη), αλλά πρόσεξα και κάτι που δεν είχα προσέξει ώς τώρα στην επιστροφή του (είδες; δεν τολμάω να πω τη «σιχαμερή» λέξη «μετάνοια»)…
Αποτέλεσμα εικόνας για sfantul petru lepadarea
Να η ιστορία της τριπλής άρνησής του, όπως τη διηγείται το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, στο τέλος του κεφ. 26:
Ο Πέτρος καθόταν έξω, στην αυλή [του σπιτιού όπου δίκαζαν και έδερναν το Χριστό]. Και τον πλησίασε μια υπηρέτρια και είπε: «Και συ ήσουν μαζί με τον Ιησού το Γαλιλαίο». Εκείνος αρνήθηκε μπροστά σε όλους, λέγοντας: «Δεν ξέρω τι λες». Και βγαίνοντας έξω, στην πύλη, τον είδε μια άλλη και τους λέει: «Κι αυτός εκεί ήταν με τον Ιησού το Ναζωραίο». Και πάλι αρνήθηκε, με όρκο, λέγοντας: «Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο». Σε λίγο όμως, πλησίασαν αυτοί που στέκονταν εκεί [υπηρέτες και μπράβοι] και είπαν στον Πέτρο: «Αλήθεια, κι εσύ απ’ αυτούς είσαι· σε φανερώνει και η ομιλία σου» [με προφορά από την περιοχή της Γαλιλαίας, απ’ όπου ήταν ο Χριστός]. Τότε άρχισε να ορκίζεται και να καταριέται λέγοντας «δεν τον ξέρω». Και αμέσως φώναξε ο πετεινός. Και θυμήθηκε ο Πέτρος τα λόγια του Ιησού, που του είχε πει «πριν φωνάξει ο κόκορας θα με αρνηθείς τρεις φορές», και βγήκε έξω και έκλαψε πικρά.
Να και το αρχαίο κείμενο:
Ο δε Πέτρος έξω εκάθητο εν τη αυλή· και προσήλθεν αυτω μία παιδίσκη λέγουσα· και συ ήσθα μετά Ιησού του Γαλιλαίου. ο δε ηρνήσατο έμπροσθεν αυτών πάντων λέγων· ουκ οίδα τι λέγεις. εξελθόντα δε αυτόν εις τον πυλώνα είδεν αυτόν άλλη και λέγει αυτοίς· εκεί και ούτος ην μετά Ιησού του Ναζωραίου. και πάλιν ηρνήσατο μεθ’ όρκου ότι ουκ οίδα τον άνθρωπον. μετά μικρόν δε προσελθόντες οι εστώτες είπον τω Πέτρω· αληθώς και συ εξ αυτών ει· και γαρ η λαλιά σου δήλόν σε ποιεί. τότε ήρξατο καταναθεματίζειν και ομνύειν ότι ουκ οίδα τον άνθρωπον· και ευθέως αλέκτωρ εφώνησε. και εμνήσθη ο Πέτρος του ρήματος Ιησού ειρηκότος αυτω ότι πριν αλέκτορα φωνήσαι τρίς απαρνήση με· και εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς.
Σχετική εικόνα
Δες τώρα, ψυχή μου, πώς ο Χριστός ισοφάρισε τις τρεις αρνήσεις του Πέτρου, μετά την ανάστασή Του. Διαβάζω στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, κεφ. 21 (λίγους στίχους πριν το τέλος του ευαγγελίου):

Κι όταν έφαγαν, λέει ο Ιησούς στο Σίμωνα Πέτρο: «Σίμωνα, γιε του Ιωνά, μ’ αγαπάς πιο πολύ απ’ αυτούς;». 
Του λέει: «Ναι, Κύριε, ξέρεις ότι σ’ αγαπώ». Του λέει: «Βόσκε τα αρνάκια μου». Και του ξαναλέει δεύτερη φορά: «Σίμωνα, γιε του Ιωνά, μ’ αγαπάς;». Του λέει: «Ναι, Κύριε, ξέρεις ότι σ’ αγαπώ». Του λέει: «Βόσκε τα πρόβατά μου». 
Και του λέει τρίτη φορά: «Σίμωνα, γιε του Ιωνά, μ’ αγαπάς;». 
Λυπήθηκε ο Πέτρος που τον ρώτησε τρίτη φορά «μ’ αγαπάς», και του λέει: «Κύριε, εσύ τα ξέρεις όλα, εσύ ξέρεις ότι σ’ αγαπώ». Του λέει ο Ιησούς: «Βόσκε τα πρόβατά μου. Αλήθεια σου λέω, όταν ήσουν νεότερος ντυνόσουν μόνος σου και πήγαινες όπου ήθελες. Όταν γεράσεις όμως, θ’ απλώσεις τα χέρια σου και θα σε ντύσει άλλος και θα σε πάει εκεί που δε θέλεις». Αυτό το είπε εννοώντας με τι θάνατο θα δοξάσει το Θεό [σταύρωση, όπως ο Χριστός, αλλά με το κεφάλι προς τα κάτω].
Να το και στ’ αρχαία:
Οτε ουν ηρίστησαν, λέγει τω Σίμωνι Πέτρω ο Ιησούς· Σίμων Ιωνά, αγαπάς με πλείον τούτων; λέγει αυτω· ναί, Κύριε, συ οίδας ότι φιλώ σε. λέγει αυτω· βόσκε τα αρνία μου. λέγει αυτω πάλιν δεύτερον· Σίμων Ιωνά, αγαπάς με; λέγει αυτω· ναί, Κύριε, συ οίδας ότι φιλώ σε. λέγει αυτω· ποίμαινε τα πρόβατά μου. λέγει αυτω το τρίτον· Σίμων Ιωνά, φιλείς με; ελυπήθη ο Πέτρος ότι είπεν αυτω το τρίτον, φιλείς με, και είπεν αυτω· Κύριε, συ πάντα οίδας, συ γινώσκεις ότι φιλώ σε. λέγει αυτω ο Ιησούς· βόσκε τα πρόβατά μου. αμήν αμήν λέγω σοι, ότε ης νεώτερος, εζώννυες σεαυτόν και περιεπάτεις όπου ήθελες· όταν δε γηράσης, εκτενείς τας χείράς σου, και άλλος σε ζώσει, και οίσει όπου ου θέλεις. τούτο δε είπε σημαίνων ποίω θανάτω δοξάσει τον Θεόν…
Αυτό που με συγκίνησε σήμερα λοιπόν σ’ αυτή την ιστορία, που την ήξερα κι από πριν, είναι πως ο Ιησούς, για να ισοφαρίσει την άρνηση του Πέτρου και να τη μετατρέψει σε αποδοχή (κι έτσι ο Πέτρος να ξαναγίνει και τυπικά πλέον απόστολος του Χριστού, αφού ποθούσε στ’ αλήθεια να γυρίσει κοντά Του), δεν τον ρώτησε «με πιστεύεις;», αλλά τον ρώτησε: «Μ’ αγαπάς;».
Αυτό λοιπόν, Χριστέ μου, θεωρείς αποδοχή: το να σ’ αγαπάμε. Όχι απλά «να σε πιστεύουμε», αλλά να σ’ αγαπάμε. Άλλωστε, στο Μυστικό Δείπνο, είπες: «Αν με αγαπάτε, εφαρμόστε τις εντολές μου» (κατά Ιωάννην, κεφ. 14, στίχος 15).
Λοιπόν, Χριστέ μου, σ’ αγαπώ. Ναι, σ’ αγαπώ. Αλλά ντρέπομαι να τ’ ομολογήσω, γιατί είμαι δειλός και φοβάμαι πως θα με κοροϊδεύουν. Δώσ’ μου, αν θέλεις, λίγη δύναμη να προσπαθήσω… Σ’ αγαπώ! Κάνε με δικό σου και, όταν έρθει η Ώρα, πάρε με κοντά σου.