Ο σύγχρονος άνθρωπος και η άσκηση που προβάλλει η Εκκλησία

Ο σύγχρονος άνθρωπος χαρακτηρίζεται για την έλλειψη ασκήσεως. Προτιμάει να ικανοποιεί τις επιθυμίες του με κάθε δυνατό τρόπο, με αποτέλεσμα να υπηρετεί δουλικά την φιλαυτία του. Σ’ αυτό ευθύνεται ο σύγχρονος τρόπος ζωής που επιβάλλει τον καταναλωτισμό και την έλλειψη αυτοκριτικής του έσω ανθρώπου. Όταν τα κριτήρια για να είναι κάποιος αξιοσέβαστος περιορίζονται στην εξωτερική εμφάνιση, την κατανάλωση και την απόκτηση αγαθών, τότε υπονομεύεται η αληθινή διάσταση της ανθρώπινης προσωπικότητας και ελευθερίας. Για παράδειγμα, όταν η διαφήμιση προβάλλει κάτι ως αγαθό κι ωραίο, «αναγκάζεται» ο εμπαθής άνθρωπος να το αγοράσει γιατί έτσι θα ικανοποιηθούν τα πάθη και οι επιθυμίες του, στις οποίες πολύ εύστοχα η διαφήμιση στοχεύει [288].

Η άσκηση που προβάλλει η Εκκλησία, όπως εκφράζεται απ’ τους αγίους της, είναι ο αγώνας για την «απάρνηση της εγωκεντρικής τάσης να βλέπει ο άνθρωπος τα πάντα σαν ουδέτερα αντικείμενα, υποταγμένα στις ανάγκες και επιθυμίες του» [289]. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι λεγόμενοι «αναρχικοί» που «πηγαίνουν κόντρα στο σύστημα» και στον καπιταλισμό, δεν επιτυγχάνουν τίποτα στην προσωπική τους ανάπτυξη ως ανθρώπινες υπάρξεις αν συνεχίσουν να είναι υποταγμένοι στα πάθη τους. Ο άνθρωπος αντιτάσσεται στην εξουσία του καπιταλισμού όταν πάυει να έχει ανάγκη αυτά τα οποία ο τελευταίος υπόσχεται. Δηλαδή, ο σύγχρονος καπιταλισμός «ελέγχει» την ζωή σου επειδή ξέρει ότι έχεις ανάγκη τα υλικά αγαθά που σου υπόσχεται. Έτσι λοιπόν, αντιτάσσεσαι σ’αυτόν, όταν παύεις να έχεις ανάγκη αυτά τα κτιστά και πεπερασμένα υλικά αγαθά που σου υπόσχεται και στρέψεις την καρδιά σου σε κάτι άκτιστο, αιώνιο κι αθάνατο.Γι αυτό οι ασκητές άγιοι μπορούν να χαρακτηριστούν ως οι μόνοι «αναρχικοί», με την έννοια ότι δεν εξαρτώνται απ’ την κοσμική εξουσία, ούτε απ’ την λεγόμενη «κοινή λογική». Με καύχημα χαρακτηρίζουν τον εαυτό τους δούλο του Θεού, ενώ αισθάνονται πληρότητα και πραγματική αυτονομία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η μη άσκηση είναι ανελευθερία, ενώ η άσκηση είναι «η ίδια η δομή και η δυναμική της ελευθερίας μας» [290]. Ο άγιος έχει την ελευθερία να σκέπτεται τα πράγματα διαφορετικά απ’ τον κόσμο, διότι έχει μία άνεση της ψυχής να στρέφεται προς εαυτήν για να ανακαλύπτει τα πάθη που τυχόν υπάρχουν μέσα του. Έτσι έχει μια άλλη φρόνηση, που για τον κόσμο θεωρείται παραφροσύνη. Αυτό όμως είναι κατεξοχήν μία πράξη ελευθερίας [291].

Μόνο ο άγιος είναι ηθικά αυτόνομος, διότι μόνο αυτός είναι ενάρετος. Ο αγώνας του αγίου για τις αρετές είναι στην κυριολεξία αγώνας για την αυτονομία. Η απόκτηση των αρετών θεμελιώνεται πάνω στην τήρηση των εντολών του Θεού, οι οποίες είναι Άκτιστες ενέργειές Του [292]. Οι αρετές εκφράζουν τον τρόπο με τον οποίο ζει και υπάρχει ο Ίδιος. Όταν δίνει μία εντολή, αυτό που κάνει είναι να προτείνει στον άνθρωπο έναν τρόπο να Τον πλησιάσει και να Του μοιάσει. Για παράδειγμα, όταν στην Επί του Όρους Ομιλία [293] λέει να είμαστε ελεήμονες, σημαίνει ότι Αυτός είναι ελεήμων, όταν λέει να αγαπάμε, σημαίνει ότι Αυτός ζει και υπάρχει ως αγάπη. Δεν δίνει απλά και μόνο μια εντολή, αλλά προσφέρει τον Εαυτό Του για ελεύθερη αγαπητική κοινωνία [294]. Ο άγιος που ασκεί μία συγκεκριμένη αρετή, την ίδια στιγμή μετέχει οντολογικά στην συγκεκριμένη άκτιστη ενέργεια του Θεού. Κι επειδή ο Θεός είναι απλός, αμέριστος και ασύνθετος στη φύση Του, ο μετέχων σε μία αρετή μετέχει στο όλον του Θεού.

Οι άγιοι, παρόλο που μπορεί να φαίνεται έτσι, δεν ετερονομούνται. Οι αρετές δεν είναι ξένες προς την ανθρώπινη φύση. Ο αββάς Δωρόθεος λέει ότι «η κακία αρρωστία εστί της ψυχής στερουμένης της ιδίας αυτής και κατά φύσιν υγείας, ήτις εστίν η αρετή» [295]. Η αρετή δηλαδή είναι η κατά φύση υγεία της ψυχής και όταν λείψει, εμφανίζονται τα πάθη, όπως σημβαίνει και στο σώμα. Όταν λείψει η υγεία, εμφανίζεται η αρρώστια. Με λίγα λόγια, οι άγιοι καταξιώνουν την φύση τους κι ως εκ τούτου καθίστανται ηθικά αυτόνομοι, αποκτώντας τις αρετές. Η αρετή δεν είναι ένα κατόρθωμα που επιτυγχάνει ο άγιος, αλλά καρπός της χάριτος του Αγίου Πνεύματος [296], το οποίο ανταποκρίνεται στην πρόθεση του ανθρώπου γι αυτήν. Το γεγονός αυτό φανερώνει ότι υπάρχει συνεργία του ανθρώπου μετά του Θεού όσον αφορά την αναζήτηση της αυτονομίας. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης αναφέρει ότι η χάρη του Θεού δεν παρέχει τίποτα στον άνθρωπο εφόσον αυτός δεν το θέλει, ενώ από την άλλη, η αρετή που ασκεί ο άνθρωπος δεν αρκεί για την αληθινή ζωή [297].Όσο κι αν προσπαθεί ο άνθρωπος, δεν θα αποκτήσει τις αρετές του Θεού [298]. Γιατί, όπως είπαμε, οι αρετές έχουν αναφορά προς τον Θεό ως τρόποι υπάρξεως και η απόκτησή τους βασίζεται στην προσωπική σχέση του ανθρώπου μ’ Αυτόν. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς σχολιάζοντας τον λόγο του Χριστού που λέει «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» [299], αναφέρει:«παν γαρ είδος αρετής εν ημίν, ενεργούντος του Θεού, ημίν προσγίνεται· του Θεού δε μη ενεργούντος εν ημίν, αμαρτία παν το παρ’ ημών γινόμενον» [300]. Εξάλλου οι άγιοι δεν αγωνίζονται για τις αρετές καθ’ αυτές, αλλά για την απόκτηση της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Κι επειδή το Άγιο Πνεύμα που τις καρποφοροί είναι πνεύμα ελευθερίας, αναπτύσσονται κι αυτές ως καρπός ελευθερίας [301].

Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ

Παραπομπές:

288. Βλ. Γεωργίου Μαντζαρίδη, Ο.π., σσ. 573-574.
289. Χρήστου Γιανναρά, Αλφαβητάρι της πίστης, σ. 80.
290. Κώστα Δεληκωσταντή, Ο.π.,σ. 47.
291. Βλ. Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου, Περί αγάπης, Ερμηνεία στον Άγιο Μάξιμο, Αθήνα 2015, σ. 33.
292. Αρχιμ. Σωφρονίου, Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Έσσεξ Αγγλίας 1995, σ. 283.
293. Μθ. 5, 1-12.
294. Βλ. Νικολάου Λουδοβίκου, Η Ιστορία της Αγάπης του Θεού, Ι.Μ. Βατοπεδίου 2015, σ. 22.
295. Αββά Δωροθέου, Διδασκαλία Ι’, PG 88, 1728B.
296. Βλ. Γαλ. 5, 22.
297. «Η τε γαρ του Θεού χάρις ψυχαίς φευγούσαις την σωτηρίαν ουκ έχει επιφοιτάν, η τε της του ανθρώπου αρετής δύναμις, ουκ εξαρκεί καθ’ εαυτήν προς το της ζωής είδος αναβιβασαι ψυχάς αμοιρούσας της χάριτος», Γρηγορίου Νύσσης, Περί του κατά Θεόν σκοπού, PG 46, 289C.
298. «Εάν μη Κύριος οικοδομήση οίκον των αρετών, μάτην κοπιώμεν» Αναβαθμός β’ αντιφώνου γ’ ήχου.
299. Ιω. 15, 5.
300. Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία λγ’, PG 151, 416D- 417A.
301. Γεωργίου Μαντζαρίδη, Ο.π., σ. 77.

Ας φύγουμε από το φαίνεσθε και ας πάμε στο βίωμα του Είναι

“mirror chess Queen Pawn”的图片搜索结果

“mirror chess Queen Pawn”的图片搜索结果

 Kαι στην εκκλησιαστική και στην καθημερινή ζωή.Όλα για να μας δει ο κόσμος, από την εξωτερική εμφάνιση μέχρι και τον προσποιητό λόγο.
Αυτό που λέει ο σοφός λαός μας «Από έξω κούκλα και από μέσα πανούκλα» και άλλη μια γαλλική ρήση ότι «Το εξωτερικό είναι η υπογραφή του εσωτερικού». Ο καθένας βγάζει αυτό που έχει στην καρδιά του.

«Ναι Πάτερ μου ! έχετε δίκιο!, την ευχή σας» με το χαμόγελο της πωλήτριας και από πίσω ρίχνουμε μαχαιριές αλύπητα.
Πάμε στην Εκκλησία και αντί να μας ενδιαφέρουν αυτά που λέει ο παπάς και πως να τα κάνουμε ζωή μας ενδιαφέρει ο παπάς ως πρόσωπο για να έχουμε υλικό να κουτσομπολέψουμε στις γειτονιές. 
Στην δουλειά θα κάνουμε το ίδιο όπως και στην οικογένεια. Η ενορία και τα πρόσωπα των πιστών είναι μια κοινωνία όταν κάποιος κινείται άσχημα το ίδιο θα κάνει παντού είτε στην δουλειά είτε στο σπίτι.
Αυτό εμποδίζει κακώς βέβαια πολλά νέα παιδιά να πλησιάσουν την εκκλησία που λένε ότι «Η μάνα μου κάνει μεγάλους σταυρούς πατερ στην εκκλησία αλλά είναι ύαινα στο σπίτι». Αυτήν την υποκρισία δεν την αντέχει όχι μόνο ο νέος αλλά και ο ίδιος ο Χριστός. Τα «Ουαι» στους φαρισαίους είναι χαρακτηριστικά.
Αντί να δούμε την ενορία ως κοινωνία προσώπων εν Χριστώ στην πορεία της σωτηρίας, έχουμε καταντήσει να είμαστε νέο-ορθόδοξοι ειδωλολάτρες. Ενώ στην οικογένεια η αγάπη είναι απλά μια συναλλαγή προσδοκιών του καθενός ξεχωριστά εις βάρος του άλλου.

Και όλα αυτά διότι μας τρώει μια πνευματική νόσος. Εγωϊσμός!Η χειρότερη μορφή δαιμονισμού είναι να μην θέλω να αλλάξω, να μην θέλω καν να ακούσω και έστω λιγάκι να προβληματιστώ. Δεν υπάρχει λόγος να έρχομαι στην εκκλησία αν δεν θέλω να αλλάξω. Διαφορετικά είναι σαν να παρακολουθεί μια θεατρική παράσταση με Βυζαντινό Φοκλορ και όχι τη θυσία του Θεού που έρχεται ο ίδιος προσωπικά για να ενωθεί με τον άνθρωπο, όχι σε μια ηθική ένωση, αλλά σε μια οντολογική ολοκλήρωση.
Τρέχουμε στην Εκκλησία αν μάθουμε ότι έχουμε καρκίνο στο σώμα, αλλά για τον καρκίνο της ψυχής ούτε λόγος. Το ότι έχω άσχημους λογισμούς , μνησικακίες, κακίες, δεν θέλω να μνημονεύσω ακόμα και κεκοιμημένους ή αδιαφορώ για τη σωτηρία της ψυχής δεν μας ενδιαφέρει.

Δόξα στον Μεγαλοδύναμο που υπάρχουν ψυχούλες που κάνουν υπακοή , θέλουν τον Χριστό και ασκούνται στο σκάμμα της αγάπης μέσα στην Εκκλησία. Κοιτάνε πρακτικά να μεταμορφώσουν το ΕΙΝΑΙ μέσα από τη σχέση με τον Χριστό. Διψάνε να ακούνε Πατερικά και ευαγγελικά κηρύγματα για να τραφεί η ψυχούλα τους. Δεν βλέπουν την ώρα πότε να πάνε να εξομολογηθούν για να προχωρήσουν πνευματικά. Βλέπουν στον Ιερέα την Ιεροσύνη του Χριστού και όχι τον άνθρωπο που φοράει μαύρα και θέλει να μας αλλάξει τα πράγματα και να μας πει τα δικά του.
Ας φύγουμε αγαπητοί μου από το φαίνεσθε και ας πάμε στο βίωμα του Είναι . Όχι μόνο στην Εκκλησία αλλά και μέσα στην οικογένεια και μέσα στις σχέσεις μας. Να πετάξουμε τις μάσκες και τις κουκούλες τις κακίας και του συμφέροντος και επιτέλους μακριά από κάθε προσδοκία ας δώσουμε χώρο στην Αγάπη του Χριστού ώστε να θεραπεύσει τις πληγές μας.
Αν δεν αποκτήσουμε ορθόδοξο φρόνημα και ήθος όσα χρόνια και να είμαστε στην εκκλησία δεν θα καταλάβουμε τίποτα και οι ενορίες θα μεταβληθούν σε Μουσεία με τον Παπά να κάνει τον Εκκλησιαστικό Υπάλληλο.

Οπότε πρέπει να πάρουμε αποφάσεις απέναντι στο Χριστό, τον εαυτό μας, την οικογένεια μας θέλουμε μια ζωή με μάσκες, υποκρισίες , κουτσομπολιά και εγωισμούς ή μια ζωή με αλήθεια , φως, διαφάνεια και αγάπη; Η επιλογή είναι δική μας…

π. Σπυρίδων Σκουτής, 
Υπεύθυνος Νεότητας και Αιρέσεων στην Ι. Μ. Λήμνου και Αγίου Ευστρατίου
 

Χάνω για να κερδίσω ή καλύτερα χάνω για να κερδίσεις.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ
π.Θεμιστοκλή.Μουρτζανού
 

 « Ός δ’ αν απολέση την εαυτού ψυχήν ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν» (Μάρκ. 8, 35).

 « Όποιος χάσει την ζωή του εξαιτίας μου και εξαιτίας του ευαγγελίου, αυτός θα την σώσει).

 Μία από τις βασικές αρχές του πολιτισμού μας είναι η ανταποδοτικότητα. Σκοπός του συστήματος ζωής είναι να κερδίζουμε. Είτε αυτό βαφτίζεται συμφέρον είτε επιθυμία, είτε ευχαρίστηση, νόημα έχει όταν πράττουμε κάτι προς όφελός μας. Το κέρδος, το όφελος, και ό,τι συνεπάγεται εξ αυτού γίνεται στόχος ζωής.
 Έτσι μετράμε τους άλλους, την γνώση, τις σχέσεις. Με βάση την χρηστικότητα και την ωφέλεια. Αν δεν μας χρειάζεται κάποιος ή κάτι για να κερδίσουμε, ας μείνει στην άκρη. Ακόμη και ο έρωτας κρύβεται στην σκιά της απόλαυσης. Κλειδί το σώμα. Εχθρός η πλήξη. Πλήττω με τον άλλον σημαίνει ότι δεν έχει να μου δώσει κάτι παραπάνω και την ίδια στιγμή μπαίνω στον πειρασμό να τον συγκρίνω με άλλον ή με άλλη που θα είναι μία νέα εμπειρία. Γι’ αυτό και ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα. Τον εισάγει σε μία βασιλεία ανίας, υποχρεώσεων, συμβιβασμών. Τον κάνει δηλαδή σχέση συμφέροντος, ανταποδοτική. Κι αν τα συμφέροντα δεν είναι επαρκή για να αντισταθμίσουν την πλήξη, τότε ο γάμος διαλύεται είτε εν τοις πράγμασι είτε και εν νόμοις.

  Αντίθετο της πλήξης είναι η έκ- πληξη, η έξοδος από την πλήξη. Και η έκπληξη έρχεται όταν ο άνθρωπος είναι έτοιμος να μετρήσει την ζωή όχι με το τι κερδίζει, αλλά με το τι είναι έτοιμος να χάσει. Κι αυτή είναι η οδός του Σταυρού.
 Ο Χριστός δεν έχει καμία σχέση με κανέναν θεό που οι άνθρωποι πιστέψαμε και πιστεύουμε. Οι θεοί στις θρησκείες είναι δυνατοί, κάποτε παντοδύναμοι. Δεν επιτρέπεται να δείξουν αδυναμία, να χάσουν. Αντίθετα, οι άνθρωποι χρειάζεται μπροστά τους να είμαστε ταπεινοί. Να δηλώνουμε ότι υπακούμε στους νόμους και τις εντολές τους, ώστε να μην κινδυνεύσουμε να χάσουμε την εύνοια, την 
βοήθεια στα συμφέροντά μας, την ευχαρίστηση ότι έχουμε προστάτες και μπορούμε να πορευθούμε ήσυχοι. Κι αν ακόμη πράττουμε κάτι αντίθετο με τα θελήματα των θεών, αρκεί η εξιλέωση. Η αναπλήρωση του κακού και η θεραπεία των ενοχών μας με μία καλή πράξη, μία δωρεά χρηματική, μία τιμωρία, ώστε να πληρώσουμε το χρέος μας και να μπορούμε να είμαστε καλά.
 Ο Χριστός όμως είναι κάτι άλλο. Παραιτείται από την αποκλειστικότητα του να είναι θεός, καιπροσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση, ταπεινούμενος. Ενώ οι δύο φύσεις είναι ενωμένες και επομένως η ανθρώπινη φύση εξαγιάζεται από την θεϊκή, θεοποιείται, εντούτοις Τον βλέπουμε να ζει όλα τα ανθρώπινα. Να πεινά. Να διψά. Να κουράζεται. Να λυπάται. Να χαίρεται. Να έχει φίλους. Να αγωνιά στον θάνατο. Να ανεβαίνει στον σταυρό και να πεθαίνει. 
Χάνει, για να κερδίσει, όχι κάτι για Εκείνον, διότι δεν του λείπει τίποτε. 
Χάνει για να κερδίσει όλους εμάς, διότι αυτό συμβαίνει επάνω στον σταυρό. Χάνει από αγάπη, για να προσφέρει την ζωή που δεν έχει τέλος, την αγάπη που δεν έχει τέλος, το νόημα που δεν έχει τέλος στον καθέναν μας ως δυνατότητα ύπαρξης. Κι όλα αυτά εν ελευθερία. Γνωρίζοντας ότι πολλοί θα πούνε ΟΧΙ.
Χάνω, για να κερδίσω.
  Δεν αρνείται ο Χριστός την δίψα μας για κέρδος. Μόνο που την βάζει σε μία άλλη προοπτική.Όποιος πιστεύει σ’ Αυτόν δεν παλεύει να κάνει πράξη τις επιθυμίες του, αλλά εμπιστεύεται το θέλημα του Θεού γι’ αυτές. Τις βλέπει στην προοπτική του Ευαγγελίου και ακόμη κι αν είναι σύμφωνες, δεν τις θεοποιεί. Αυτός που έχει συμφέρον, δεν βλέπει τον άλλο με βάση το τι συμφέρει τον ίδιο, αλλά μεβάση την αξία του άλλου ως ανθρώπου που είναι μοναδική και ανεπανάληπτη. Σε βλέπω ως άνθρωπο κι αν μπορώ να εκπληρώσω αυτό που είναι ωφέλιμο, αυτό που μπορεί να σου δώσει χαρά, αυτό που μπορεί να σε ευχαριστήσει χωρίς να σε βλάψει, είμαι πρόθυμος να θυσιάσω χρόνο, διάθεση, κόπο, ακόμη και τι συμφέρει εμένα. Να χάσω για να κερδίσεις. Και μέσα από το δικό σου κέρδος, έχω κερδίσει τελικά κι εγώ. Γιατί το να δίνεις χαρά στους άλλους και να βγαίνεις από το εγώ σου είναι η ωραιότερη έκπληξη!
  Ο έρωτας είναι η απόφαση να βλέπεις τον άλλον ως πρόσωπο που αξίζει, σωματικά και ψυχικά, ακέραια δηλαδή και πέρα από τον χρόνο και τα λάθη. Ο έρωτας είναι η απόφαση να αφήσεις στην άκρη το εγώ σου. Να συνεχίσεις να χαίρεσαι όχι γιατί ο άλλος σου δίνει, αλλά γιατί υπάρχει. Μόνο στην χριστιανική θεώρηση, στον τρόπο του Σταυρού, μπορεί ο έρωτας να παραμείνει έκπληξη, όπως και κάθε γεγονός της ζωής, κάθε εργασία, κάθε στιγμή.
Χάνω για να κερδίσω ή καλύτερα χάνω για να κερδίσεις. Η οδός του Σταυρού, η οποία κλείνει μέσα της ακόμη μία μεγαλύτερη έκπληξη. Δεν απαιτώ να κερδίσεις. Από αγάπη χάνω κι ας μην θελήσεις ποτέ να κερδίσεις. Η αγάπη δεν μετριέται με την αποτελεσματικότητα και την ανταποδοτικότητα. Αυτή είναι η οδός των αγίων, των μαρτύρων, των ασκητών, των εγγάμων και των αγάμων. Αυτή είναι η οδός των ερωτευμένων με τον Εσταυρωμένο και Αναστάντα, η οδός της Εκκλησίας που λησμονήσαμε να ζήσουμε και να δείξουμε στους καιρούς μας. Κι αυτή είναι η ομορφιά που δεν έχει τέλος!

Αρετή χωρίς τους άλλους δεν υπάρχει

Η ζωή μας δεν πρέπει να προσδιορίζεται σε σωστή ή λάθος, σε καλή ή κακή· αλλά σε σχέση ή σε ρήξη.
 Δηλαδή τίποτα στην ζωή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αυτόματα καλό ή κακό, σωστό ή λάθος· όλα κρίνονται με τα κίνητρα που έχουμε και το αποτέλεσμα. 
Όλα λοιπόν νομίζω πρέπει να τα βλέπουμε με γνώμονα την σχέση ή την ρήξη που δημιουργείται με τους άλλους και τον Θεό. Ό,τι και να κάνω έτσι πρέπει να κρίνετε: Με φέρνει σε σχέση με τους άλλους και τον Θεό ή σε ρήξη;

  Μπορεί δηλαδή να κάνω και κάτι που θεωρείται “καλό¨ π.χ. νηστεύω ή εγκρατεύομαι ή εκκλησιάζομαι. Θα πρέπει να εξετάσω εάν η νηστεία που κάνω, η εγκράτεια που έχω, ο τακτικός μου εκκλησιασμός με φέρνει σε σχέση με τον Θεό και τους συνανθρώπους μου ή με φέρνει σε ρήξη μαζί τους (αρχίζω κρίνω αυτούς που δεν νηστεύουν, που ζούνε άσωτα, που δεν εκκλησιάζονται.
Η σωτηρία μας, η ολοκλήρωσή μας, περνά μέσα από τους άλλους. Δεν μπορούμε λοιπόν να καλλιεργούμε την “αρετή” μέσα στην ατομικότητά μας απορρίπτοντας τους άλλους.

  Αρετή χωρίς τους άλλους δεν υπάρχει, δηλαδή αρετή χωρίς σχέση δεν υπάρχει. Χωρίς τους άλλους υπάρχουν στείρα “πνευματικά” κατορθώματα (νηστεύω αλλά δεν αγαπώ, ζω ηθικά αλλά δεν συγχωρώ, εκκλησιάζομαι αλλά δεν επι-κοινωνώ με τους άλλους, μελετώ το Λόγο του Θεού αλλά συνεχίζω να ζω με ιδιοτροπίες και παραξενιές που δυσκολεύουν την ζωή των άλλων). 

Πολλές φορές λοιπόν πέφτουμε σ’ αυτήν την παγίδα, να ζούμε την χριστιανική ζωή με πολλά κατορθώματα αλλά συγχρόνως με καμία αρετή.
Όπως ο Θεός υπάρχει ως σχέση Τριών Προσώπων, έτσι κι εμείς καλούμαστε να ζήσουμε ως (τριαδική) σχέση Ανθρώπου-Θεού-Συνανθρώπου.

Τo ψυχολογικό περιβάλλον των νέων

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο νεωτερικός πολιτισμός άρχισε να αγγίζει τα όριά του. Νέα οξύτατα προβλήματα αναφάνηκαν, όπως το οικολογικό, η εξάντληση των φυσικών πόρων, οι εθνικιστικές συγκρούσεις, η απειλή πυρηνικού ολέθρου, η μετανάστευση από τον Νότο προς τον Βορρά, ο πολλαπλασιασμός συγκεκριμένων ψυχικών ασθενειών λόγω της μοναξιάς, της απουσίας νοήματος της ανθρώπινης ζωής κ.λπ. Νέα ιδεολογικά και φιλοσοφικά ρεύματα άρχισαν να αναδύονται, τα οποία σταδιακά σχημάτισαν τον μετανεωτερικό (postmodern) τρόπο σκέψης, που επιχειρεί να ξεπεράσει τα ποικίλα αδιέξοδα της νεωτερικής εποχής…

Σύμφωνα με τον μετανεωτερικό τρόπο σκέψης, δεν υπάρχει μία και μοναδική πραγματικότητα. Η πραγματικότητα αποτελεί ένα ανθρώπινο ψυχοκοινωνικό κατασκεύασμα (constructionism), το οποίο μεταβάλλεται διαρκώς με το πέρασμα του χρόνου. Το νόημα της ζωής δεν σχετίζεται με ανώτερες αξίες και ιδανικά (αφού και αυτά αποτελούν ανθρώπινο κατασκεύασμα), αλλά με τις ατομικές αναζητήσεις του καθενός. Η μετανεωτερική σκέψη παραμερίζει την πειθαρχία και την τάξη και αναζητά την πολυφωνία, τη δημιουργικότητα, τον αυθορμητισμό, το παράδοξο, την αναζήτηση της απόλαυσης, την ανοχή. 

Από την άποψη του χρόνου εκείνο που μετρά είναι η απόλαυση του παρόντος και όχι το παρελθόν ως νοήμων ιστορία και το μέλλον ως υπεύθυνη προετοιμασία. Γι’ αυτό και η σημασία του ιστορικού παρελθόντος έχει μειωθεί κατά πολύ στις σύγχρονες μαζικές δημοκρατίες της μαζικής κατανάλωσης. Ο ρόλος της φαντασίας έχει γίνει πανίσχυρος λόγω του πολιτισμού της εικόνας, αλλά και για τον πρόσθετο λόγο ότι στην μετανεωτερική εποχή μας δεν αναγνωρίζεται κανένα γενικό ιστορικό και φιλοσοφικό πλαίσιο που ερμηνεύει τη ζωή, τη φύση ή το κοινωνικό γίγνεσθαι. 
Με άλλα λόγια, έχουμε την αποθέωση της σχετικοποίησης των πάντων, η οποία προστιθέμενη στον γενικευμένο ηδονισμό και την ανοχή προς κάθε είδους πειραματισμό, καταλήγει στο να δικαιώνει όλες τις τάσεις και ορέξεις και να προάγει στο έπακρο τις φαντασιώσεις.
Η ιλιγγιώδης επιτάχυνση των ρυθμών της σύγχρονης ζωής, μέσα σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο, οδηγεί στη σύγχυση παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος λόγω της ταχύτατης εναλλαγής του. Ο ατομικός ψυχολογικός χρόνος γίνεται συγκεχυμένος, ιδιαίτερα πιεσμένος και άρα μονίμως αγχωτικός. Γι’ αυτό και οι αγχώδεις διαταραχές πλήττουν σημαντικά ποσοστά του πληθυσμού, αλλά και αρκετούς νέους, ακόμα και παιδιά! 

Συγχρόνως τα παιδιά και οι έφηβοι δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να επιδοθούν σε ασχολίες που απαιτούν αυτοσυγκέντρωση υπομονή – επιμονή (π.χ. μελέτη λογοτεχνικών βιβλίων, καλλιέργεια βαθύτερων εγκυκλοπαιδικών γνώσεων και αναζητήσεων). Για τον λόγο αυτόν, στις δυτικές κοινωνίες έχουν αυξηθεί κατά πολύ οι νέοι, και όχι μόνον, που είναι ανιστόρητοι, αγεωγράφητοι, με ιδιαίτερα φτωχό λεξιλόγιο στη μητρική τους γλώσσα λόγω των παραπάνω συνθηκών και εξελίξεων. Αυτά όμως σημαίνουν περιορισμένη έως ανύπαρκτη καλλιέργεια, κάνοντας τα παιδιά και τους εφήβους εύκολη λεία του συστήματος και όλων όσοι έχουν ποικιλώνυμα (πανίσχυρα) συμφέροντα χειραγώγησης των νέων.

 Καθώς ο σύγχρονος νέος/α αγωνίζεται να διαμορφώσει τη δική του ψυχική ταυτότητα, συναντά σοβαρότατες δυσκολίες. Η τηλεοπτική «πλύση εγκεφάλου» τον ωθεί διαρκώς στον ηδονισμό, στην κυριαρχία του βλέμματος και της απόλαυσης. Με τον τρόπο αυτό βομβαρδίζεται από το μήνυμα πως ζωή = ευχαρίστηση + εντυπωσιασμός. Έτσι, η ανθρώπινη ύπαρξη γίνεται μονοδιάστατη, ναρκισσιστική, ενώ το ανθρώπινο πρόσωπο καταντά το άθροισμα των απολαύσεών του. Όμως η ψυχική ταυτότητα για να σχηματιστεί στέρεα και ισορροπημένα χρειάζεται ώριμες (δηλαδή μη ναρκισσιστικές) διαπροσωπικές σχέσεις, νόημα ζωής και αξίες που αντέχουν στον χρόνο, όσα ακριβώς αρνείται η μετανεωτερική σκέψη!

 Ο σοβαρός κλονισμός των διαπροσωπικών σχέσεων και των κοινωνικών δεσμών επέφερε πλήθος ψυχολογικών συνεπειών. Η κατάθλιψη αποτελεί μία από τις κύριες διαταραχές της εποχής μας: Ο/η ασθενής νιώθει άδειος, κενός, αισθάνεται ότι η ζωή δεν έχει νόημα, ότι δεν έχει καθόλου ψυχοσωματικές δυνάμεις και ενεργητικότητα, βασανίζεται διαρκώς από επίμονες αρνητικές σκέψεις και μειωμένη αυτοεκτίμηση. Είναι τόσο ενδημική η συναισθηματική διαταραχή της κατάθλιψης, ώστε πρόσφατα διάβαζα πως στη Βρετανία η χρήση αντικαταθλιπτικών φαρμάκων ξεπέρασε κάθε προηγούμενο και ότι ίχνη τέτοιων φαρμάκων βρέθηκαν στα νερά ποταμών και λιμνών της χώρας! 

 Ένα χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί τα καταθλιπτικά παιδιά και τους εφήβους από τους καταθλιπτικούς ενήλικες είναι ο χρόνιος εκνευρισμός των πρώτων. Η πληθωρική παρουσία της κατάθλιψης ή της δυσθυμίας εναλλάσσεται με τους αγχωτικούς έως φρενήρεις ρυθμούς της σύγχρονης ζωής, διαμορφώνοντας βαθμιαία έναν τύπο ανθρώπου που έχει στοιχεία μανιοκαταθλιπτικά. Αυτό σημαίνει πως έχει στοιχεία μανιακά και καταθλιπτικά συγχρόνως. Ο όρος «μανιοκαταθλιπτικός» στην ψυχιατρική δηλώνει ότι η συμπεριφορά κάποιου είναι αφύσικα υπεραισιόδοξη, σπάταλη, φιλόδοξη και φρενήρης, καθώς και ότι το μανιακό στοιχείο εναλλάσσεται με το καταθλιπτικό της υποτονικότητας και του βαθέος εσωτερικού κενού.
  Αυτό το καταθλιπτικό εσωτερικό κενό αποτελεί το υπέδαφος πολλών ψυχολογικών προβλημάτων πέρα από την κλασική κατάθλιψη. Εάν χρονίσει το πρόβλημα ή αν τα ψυχικά τραύματα είναι βαριά, τότε ο νέος μπορεί να έχει ένα βίωμα εσωτερικής νέκρωσης, εμπειρία ιδιαίτερα επώδυνη. Αυτό τον ωθεί να ζητά παθιασμένα διάφορες έντονες εμπειρίες, που θα αντισταθμίσουν το βίωμα της ψυχικής νέκρωσης ή του βασανιστικού κενού. Έτσι εξηγούνται σε μεγάλο βαθμό η τοξικομανία, η νεανική εγκληματικότητα, τα επικίνδυνα σπορ, η απερίσκεπτη έως αυτοκτονική οδήγηση, η χρήση αλκοόλ κ.λπ.
  Τελευταία στη σειρά, αλλά όχι και ως προς τη σημασία, είναι η διαπίστωση πως μια άλλη διαταραχή που πλήττει με αυξανόμενο ρυθμό τους νέους είναι η οριακή διαταραχή της προσωπικότητας. Χαρακτηρίζεται από χρόνια και σοβαρή αστάθεια διαπροσωπικών σχέσεων, αδυναμία ελέγχου των παρορμήσεων, αδικαιολόγητες συχνές εκρήξεις, θυμού, ιδιαίτερα συναισθηματική αστάθεια, βασανιστική χρόνια αναποφασιστικότητα και άλλες ενδείξεις. Η οριακή διαταραχή εμφανίζεται συνήθως κατά την είσοδο στην ενηλικίωση, είναι δυσδιάγνωστη και χρειάζεται μακροχρόνια εντατική ψυχοθεραπεία.

Aπό το βιβλίο του π. Αθανασίου Παραβάντσου «ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ», εκδ. «ΑΡΜΟΣ», 2010
 

Μικρά παιδιά με τόσο μεγάλες ψυχές

 
 

Φέτος το καλοκαίρι πολλά παιδιά που ήρθαν στις κατασκηνώσεις της Μητροπόλεώς μας πέρασαν από το πετραχήλι μου. Μερικά για πρώτη φορά εξομολογήθηκαν. Το καθένα με την δική του ιστορία, με τις δικές του απορίες, με την δική μετάνοια.
Μερικά όμως παιδιά είχανε τέτοια συναίσθηση του Μυστηρίου που πραγματικά διδάχτηκα και συγκινήθηκα.

 Πως να ξεχάσω το μικρό εκείνο αγόρι που κάθισε στην καρέκλα, δίπλα μου, κάτω από την βελανιδιά και άρχισε χωρίς δικαιολογίες να ομολογεί τα δικά του λάθη, τις ελλείψεις του, την αγωνία του να γίνει του Χριστού χωρίς να αναφερθεί σε λάθη άλλων. Αναλάμβανε πλήρως την ευθύνη της ζωής του, των επιλογών του. Να μου μιλά τόσο συγκροτημένα, τόσο ξεκάθαρα και ταπεινά που θαύμασα το ήθος του παιδιού αυτού, την σκέψη του, την μετάνοιά του.

  Πώς να ξεχάσω το μικρό εκείνο κορίτσι που μετά από την εξομολόγησή της άρχισε να κλαίει με λυγμούς. 

“Θέλω κάτι τελευταίο να σας πω πάτερ”, μου είπε μέσα στα δάκρυα. 
Πάγωσα. Σκέφτηκα ότι τώρα, για το τέλος, είχε αφήσει αυτό το σημαντικό που ήθελε να μου πει. Νόμιζα ότι θα μου αναφέρει κάποιο σοβαρό πρόβλημα. Το κοριτσάκι έκλαιγε. Την άφησα να ξεθυμάνει. Όταν ηρέμησε, με το βλέμμα σκυμμένο, άνοιξε το ευλογημένο της στόμα: 
“πάτερ…πρέπει να το πω, προσπαθώ αλλα…δεν έχω αγάπη για τον Θεό, δεν Τον ευχαριστώ όσο θα έπρεπε για όλα όσα μου έχει χαρίσει…παλαιότερα Τον αγαπούσα πιο πολύ, πιο έντονα…”. 
 Δεν μπορούσα να πιστέψω τι άκουγα. Είχα μπροστά μου ένα κοριτσάκι που μόλις άρχισε το γυμνάσιο κι όμως είχε εμβαθύνει τόσο πολύ στα πνευματικά. Έκλαιγε όχι γιατί κάτι “στράβωσε” στην ζωή της, όχι γιατί κάποιοι την αδίκησαν, όχι γιατί έψαχνε την δικαίωση, αλλά διότι ένιωθε ότι είναι αχάριστη απέναντι στο Φιλάνθρωπο Θεό. Τι ταπείνωση και απλότητα ήταν αυτή! Δεν την συναντάς εύκολα τέτοια πνευματική εργασία ούτε ακόμα και σε μοναχούς και μοναχές.

 Και εγώ ο ταλαίπωρος δεν άντεξα, λύγισα. Πώς να μην λυγίσεις μπροστά σ’αυτό το κάλλος; Αν άνοιγα το στόμα μου θα πνιγόταν οι λέξεις μέσα στα κλάματα. Εκείνη την στιγμή ένιωσα μια απίστευτη ιερότητα, μια πρωτόγνωρη κατάνυξη. Είχα μπροστά μου έναν άνθρωπο που αγωνιούσε τόσο πολύ για την σχέση του με τον Θεό που έκλαιγε. Έκλαιγε και ζητούσε βοήθεια. Έκλαιγε και ζητούσε παρηγοριά. 

Τελικά τη είπα κάποια πράγματα. Λίγο ειρήνευσε αλλά τα μάτια της είχανε ακόμα εκείνη την ιερή αγωνία να αγαπήσει τον Χριστό με όλο της το είναι, με όλη της την ύπαρξη. Της διάβασα την συγχωρετική ευχή. Σηκώθηκε παίρνοντας μια ανάσα βαθιά. Της χαμογέλασα και μου χαμογέλασε. Άρχισε να απομακρύνεται και ένιωσα ότι φεύγει μακρυά μου κάποιος άνθρωπος του Θεού.

 Τι φοβερό; Μικρά παιδιά με τόσο μεγάλες ψυχές, τόσο εκλεπτυσμένη συνείδηση, τόσο βάθος πνευματικό.

Μετά από εκείνη την εξομολόγηση θυμάμαι έκανα ένα διάλειμμα. Δεν μπορούσα να συνεχίσω έτσι απλά. Έπρεπε να σταθώ για λίγο μόνος για να πω στο Θεό “Σ’ ευχαριστώ. Σ’ ευχαριστώ που μου δείχνεις πως είναι αυτοί που δεν συμβιβάζονται με κάτι λίγο από Εσένα. Σ’ ευχαριστώ που μου δείχνεις πως είναι οι Άγιοι”

πηγή

Προσευχή ενός ηλικιωμένου

 ~ Κύριε, το ξέρεις πως μπήκα ήδη στα γηρατειά.

~ Βοήθησέ με να συνειδητοποιώ όλο και βαθύτερα αυτήν την πραγματικότητα, ώστε να μη γίνωμαι τυ­ραννικός ή βαρετός ή επαχθής ή ασυμπαθής και σιχα­μερός στους γύρω μου και ιδιαίτερα στους τυχόν συ­νεργάτες μου.

 ~ Απάλλαξέ με από το να επιμένω στις παλαιωμέ­νες ιδέες μου με πείσμα γεροντικό. Δεν σου ζητώ να βελτίωσης την κρίση ή τη μνήμη μου. Μου έδωσες τα ανεκτίμητα αυτά δώρα σ’ ένα βαθμό στη γόνιμη ηλι­κία μου. Σε ευχαριστώ για το πολύτιμο αυτό δώρο της αγαθωσύνης Σου. Τώρα πια καθώς υποβαθμίζεται η ό­λη μου βιολογική, ψυχολογική και πνευματική ύπαρ­ξη, συνακολουθεί νομοτελώς και της κρίσης και της μνήμης μου η υποβάθμιση.

 Συχνά αυτή η κατάσταση με μειώνει, με λυπεί, με ταπεινώνει αφάνταστα και όχι σπάνια με εξευτελίζει στα ίδια μου τα μάτια αναγκά­ζοντάς με να ζητώ ολοένα συγγνώμη για τις μικρές ή τις μεγάλες γκάφες μου. Δεν κατανοώ βέβαια πλήρως αυτήν την αλλοίωση. Όμως Εσύ, Κύριε, ξέρεις πόσο και η σμίκρυνση και συρρίκνωση μου και στο σημείο αυτό μου χρειάζεται. Την αποδέχομαι ταπεινά, γιατί Εσύ ξέρεις. Και αφού Εσύ ξέρεις, δεν χρειάζεται να ξέρω εγώ το βαθύτερο γιατί. Άλλωστε δεν μπορώ να την κατανοήσω. Γιατί λοιπόν να θλίβομαι και να πο­νώ και γι’ αυτό; Δεν πρέπει να αποδέχωμαι ταπεινά τη φθαρτότητα της φύσης
μου; Και δεν πρέπει να υπο­τάσσομαι κι εγώ ταπεινά στην τάξη, που Εσύ με τό­ση αγαθότητα για τα πλάσματά Σου, επομένως και για μένα, καθώρισες;

 ~Σφράγισε με απαραβίαστη σφραγίδα τα φλύαρα χείλη μου για να μην καταπονώ τους άλλους με βαρε­τές, ανούσιες και χωρίς κανένα ενδιαφέρον ή νόημα πια χιλιοειπωμένες διηγήσεις παρωχημένων γεγονό­των κάποιων μακρινών και λησμονημένων χρόνων μιας ασήμαντης εποχής. Παράλληλα όμως απάλυνε τις αντιδράσεις και τις κρίσεις μου για την κρίση και τη μνήμη των άλλων. Και μην επιτρέψεις ποτέ να νιώσω νυγμούς ζήλειας για τη φρεσκάδα της μνήμης και τη δύναμη της κρίσης των άλλων. Κάνε, αντίθετα, να χαίρωμαι γι’ αυτό και να Σε ευχαριστώ ολόψυχα για τα άνθη της νεότητος, όταν τυχαίνη να βρίσκωμαι ανάμεσά τους και να οσφραίνομαι το άρωμά τους.

 ~ Δίδαξέ με τη σημασία των λόγων του Αποστόλου Σου: «Ει και ο έξω ημών άνθρωπος διαφθείρεται, αλλ’ ο έσωθεν ανακαινούται ημέρα και ημέρα» (Β’ Κορ. δ’ 16). Και να αγωνίζωμαι να ζω αυτήν την πραγματικό­τητα.

 ~Τέλος στήριξε τα παραπαίοντα και ασταθή βήμα­τά μου με τον «βραχίονά Σου τον υψηλόν», ώστε να μην κυλιέμαι πια στη γη και να φρονώ τα «γεώδη», αλλά αντίθετα να έχω στραμμένα τα βλέμματά μου στον ουρανό και να φρονώ τα ουράνια, έως ότου αναπαυθώ στη στοργική Σου θεία αγκάλη.

 ~ Κύριε μου, Κύριε, Σε ευχαριστώ. Αμήν.

πηγή

Άλλο είναι να πιστεύεις στον Θεό και άλλο να ζεις όπως θέλει ο Θεός.

Άλλο είναι να πιστεύεις στον Θεό και άλλο να ζεις όπως θέλει ο Θεός. Επειδή πιστεύουμε στον Θεό δεν σημαίνει ότι ζούμε και όπως θέλει ο Θεός ή επειδή λέμε και ένα “Δόξα τω Θεώ” ή ένα “Κύριε ελέησον” ότι είναι αρκετά για την πνευματική μας προκοπή και την εν Χριστώ τελείωσή μας.

Πιστή χωρίς έργα είναι νεκρή. Και η ελπίδα μας στον Θεό χωρίς μια προσπάθεια από την δική μας μεριά είναι ανόητη.
Χρειάζεται επιτέλους να μπούμε στην διαδικασία να δούμε σοβαρά την ζωή μας, χωρίς δικαιολογίες, χωρίς μαλθακότητα και συμβιβασμούς.

Δεν μπορούμε αδελφοί μου να μιλούμε για Χριστό εκτός Εκκλησίας, δεν μπορούμε να λέμε ότι είμαστε του Χριστού ζώντας μακρυά από τον τρόπο ζωής της Εκκλησίας. Όποια άλλη διδασκαλία ή τρόπος προσέγγισης του Χριστού εκτός Εκκλησίας είναι κάποιο τέχνασμα του Διαβόλου ώστε να μας οδηγήσει σε πλάνη. Να νομίζουμε δηλαδή ότι είμαστε του Χριστού, ότι είμαστε μια χαρά πνευματικά, ενώ βρισκόμαστε δέσμιοι του σκότους και της αιωνίου απώλειας.

Πολλές φορές πέφτουμε στην παγίδα να θεωρούμε ότι ζώντας “ήσυχα και ειρηνικά” ευαρεστούμε τον Χριστό. Όχι. Επειδή έχουμε μια ήσυχη ζωή δεν σημαίνει ότι ζούμε και όπως θέλει ο Χριστός. Ο Χριστός δεν θέλει να ζήσουμε ήσυχα αλλά αγαπητικά, σταυρικά, μυστηριακά, σύμφωνα με την Αγία Γραφή αλλά και την Ιερή Παράδοση των Αγίων. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί και να χάσουμε την ησυχία μας, το βόλεμά μας για χάρη Του και για χάρη του συνανθρώπου μας.

 Τις προάλλες έγραψα ένα κείμενο για την ενδυμασία κατα την προσέλευσή μας στους ναούς (ειδικά όταν είναι να συμμετάσχουμε σε κάποιο Μυστήριο)ΕΔΩ.

 Μια κυρία μου έστειλε ένα μήνυμα στο οποίο κατηγορούσε τους χριστιανούς που ντύνονται σεμνά αλλά μετά τον εκκλησιασμό τους κατακρίνουν, κουτσομπολεύουν κτλ. Και όλα αυτά σε μια προσπάθειά της να με πείσει ότι η ενδυμασία δεν δείχνει απαραίτητα και την εσωτερική πνευματική κατάσταση του ανθρώπου. Εν μέρη είχε δίκαιο. Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε “τα ράσα δεν κάνουν τον παπά”. Όμως ας ρωτήσω κάτι: ένας σωστός ιερέας θα φορούσε τα ράσα του ή όχι; ένας ιερέας που έχει φόβο Θεού, που έχει συναίσθηση της ιδιότητάς του θα φορούσε το ρασάκι του ή όχι; Όπως έλεγε -νομίζω- και ο Όσιος Γέροντας Παΐσιος, “παπάς αράσοτος είναι παπάς άσωτος”.
Η κυρία λοιπόν αυτή ήταν ανένδοτη στο ότι η ευπρεπής ενδυμασία είναι δείγμα εκκλησιαστικού φρονήματος. Την ρώτησα λοιπόν που εκκλησιάζεται η ίδια. Η απάντηση φυσικά και ήταν αναμενόμενη: “δεν το θεωρώ απαραίτητο να πηγαίνω την Κυριακή στο Ναό, πηγαίνω όταν το νιώσω μόνη μου σε κάποια μικρή
εκκλησία ή προσεύχομαι στο σπίτι μου ή βγαίνω το βράδυ στη αυλή του σπιτιού μου και βλέπω τα άστρα κι μιλώ στον Κύριο”. Αχ, τί ρομαντικό, σκέφτηκα. Η σωτηρία μας όμως δεν εξαρτάται από τον ρομαντισμό μας και τον συναισθηματισμό μας!
Την ρώτησα επίσης εάν νηστεύει ή εάν έχει πνευματικό πατέρα. Η απάντηση που πήρα ήταν και πάλι η αναμενόμενη “νομίζω ότι όλα αυτά είναι κατασκευάσματα κάποιων κληρικών κάποιας άλλη εποχής που δεν χρειάζονται…ο Χριστός όλους μας αγαπά όπως είμαστε”.

 Αυτό που θέλω να σημειώσω είναι ότι πολλές φορές τέτοια σκεπτικά φαίνονται λογικά, με δόσεις αλήθειας. Όμως η πνευματική ζωή δεν μπορεί να στηρίζεται αδελφοί μου ούτε στην δική μας λογική, ούτε σε δόσεις αλήθειας ή φιλοσοφικά σχήματα. Η πνευματική ζωή μας και η σωτηρία μας πρέπει να έχουνε θεμέλια τα παραδεδομένα από τους Αγίους Πατέρες μας με τον φωτισμό του Παναγίου Πνεύματος (που ξεπερνούν πολλές φορές την λογική) και την Αλήθεια (και όχι δόσεις αλήθειας).

 Ρώτησα αυτή την κυρία εάν παραδέχεται τους Αγίους μας. Και αυτή μου απάντησε ότι φυσικά και τους παραδέχεται, πηγαίνει και πολλές φορές στον τάφο του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου και τον προσκυνά. Την ρώτησα λοιπόν, “πως είναι δυνατόν να τιμάται έναν Άγιο, όπως τον Γέροντα Παΐσιο, και από την άλλη να απορρίπτεται τον τρόπο με τον οποίο αγίασε αυτός ο άνθρωπος; Διότι ο Γέροντας Παΐσιος αγίασε όχι με τον δικό του τρόπο αλλά με τον τρόπο της Εκκλησίας. Δεν πήγαινε σε κάποιο εξωκκλήσι μια δυο φορές τον χρόνο ν’ ανάψει τα καντήλια και αυτό ήταν όλο. Νήστευε, εκκλησιαζόταν, προσευχόταν, ντυνόταν όπως έπρεπε και από λαϊκός, μελετούσε τον Λόγο του Θεού, εξομολογούταν κτλ. Δεν έλεγε “ο Χριστός μας αγαπά όλους, δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα”.

Είναι πλάνη να νομίζουμε ότι θα σωθούμε επειδή πιστεύουμε στον Χριστό. Το θέμα αδελφοί μου είναι να πιστεύουμε στον Χριστό της Ορθοδόξου Εκκλησίας και Αυτόν να προσπαθούμε να ευαρεστούμε διότι πολλοί “Χριστοί” υπάρχουν που έχουν φτιάξει οι άνθρωποι στα δικά τους μέτρα και σταθμά.
Δεν μπορείς λοιπόν να θεωρείς ότι ζεις πνευματικά επειδή απλά ποστάρεις κάποιες φωτογραφίες με τον Παναγία και τον Χριστούλη ή επειδή δήθεν γράφεις αγιοπνευματικές αναρτήσεις (καλή ώρα) ή επειδή ακούς όμορφες ομιλίες πατέρων ή διαβάζεις όμορφα κείμενα και αυτό μόνο.

Για να γίνεις του Χριστού θέλει να ματώσεις, θέλει να αρνηθείς το εγώ σου, θέλει να πάψεις να διεκδικείς το ¨δίκαιό” σου, θέλει να σταυρωθείς, να ξεβολευτείς, να πάψεις να είσαι κολλημένος στην σάρκα σου, στα θέλω σου, στο χρήμα σου, στη δόξα σου, στις γνώσεις σου, στις εμπαθείς προσδοκίες σου.
Για να γίνεις του Χριστού θέλει να πεθάνεις για τον κόσμο (για το κοσμικό φρόνημα). Και αυτό σημαίνει ότι μπορεί να χάσεις “φίλους”, να σε πούνε παράξενο, να σε χλευάσουν, να σε πολεμήσουν, να σε μισήσουν. Είναι εύκολο να λέμε ότι είμαστε του Χριστού και από την άλλη να διατηρούμε κάθε εμπαθή και φαύλη συνήθεια στην καθημερινότητά μας. Ποιον κοροϊδεύουμε;

Να είσαι του Χριστού σημαίνει ότι είσαι της Εκκλησίας. Διότι Χριστός εκτός Εκκλησίας δεν βιώνεται και Εκκλησία χωρίς Χριστό δεν υπάρχει.
Αγώνα θέλει και φιλότιμο. Τουλάχιστον μην δικαιολογείς τον εαυτούλη σου όταν δεν ζεις όπως θέλει η Εκκλησία δηλαδή ο Χριστός. Και μη προσπαθείς να βγάλεις σκάρτο τον τρόπο ζωής που προτείνει η Εκκλησία, διότι έτσι προσπαθείς να βγάλεις σκάρτο τον Χριστό. Αυτό κι αν είναι κομπλεξισμός: επειδή δεν θέλω να αλλάξω, να ταπεινωθώ, να εξελιχθώ πνευματικά, να κάνω υπακοή, τα βγάζω όλα λάθος. Δηλαδή όλοι οι Άγιοι εδώ και 2000 και πλέον χρόνια ήτανε λάθος και ξέρεις εσύ καλύτερα;

Μαθήματα λοιπόν για πνευματική προκοπή δεν μπορώ να δεχτώ από ανθρώπους που ζούνε συνειδητά εκτός Εκκλησίας, που δεν έχουν γεύση Μυστηριακής ζωής και το μόνο που ξέρουν είναι να υπερασπίζονται την λογική τους, το σκεπτικό τους και την μαλθακή ζωούλα τους με ξεσπάσματα θρησκευτικού συναισθηματισμού.
Συμβιβασμοί στο θέμα της σωτηρίας μας δεν χωρούν. Ας ακολουθήσουμε τον τρόπο που ακολούθησαν οι Άγιοι, δηλαδή τον τρόπο της Εκκλησίας. Εάν θέλουμε να σωθούμε αλλά συνειδητά δεν ακολουθούμε τον τρόπο των Αγίων, δηλαδή της Εκκλησίας τότε έχουμε πρόβλημα. Ή είμαστε αιρετικοί ή είμαστε σχιζοφρενείς ή και τα δυο μαζί…

 Είμαι του Χριστού σημαίνει ζω την ζωή, χαίρομαι την ζωή. Πώς όμως; Ζω χωρίς να εξαρτάται η ευτυχία μου από τίποτα το φθαρτό, τίποτα το παροδικό. Όλα τα χαίρομαι και τα χρησιμοποιώ αλλά τίποτα δεν με δουλώνει παρα μόνο δουλώνομαι οικειοθελώς στον Κύριο και Θεό μου Ιησού Χριστό. Το να είσαι χριστιανός και όχι να είσαι κάτι σαν χριστιανός σημαίνει ότι έχεις πάρει χαμπάρι ότι υπάρχει κάποιος που θέλει την απώλειά σου και αυτός είναι ο Διάβολος. Και αυτός είναι έμπειρος ώστε με μαεστρία να σε πλανήσει. Γι’ αυτό πειραματισμοί δεν χωρούν. Υπάρχει η ασφάλεια των λόγων των Αγίων που αποκαλύπτουν τα πονηρά τεχνάσμα του Διαβόλου και των συν αυτώ, υπάρχει η ασφάλεια της Εκκλησίας, των Μυστηρίων που τρέφει και φωτίζει τον άνθρωπο ώστε να καταλαβαίνει αυτά που μέχρι τότε αγνοούσε.

Το να είσαι χριστιανός και όχι να είσαι κάτι σαν χριστιανός σημαίνει ότι έχεις πάρει χαμπάρι ότι υπάρχει κάποιος που θέλει την σωτηρία σου και αυτός είναι ο Χριστός. Ο Χριστός της Αγίας Γραφής και Ιερής Παράδοσης της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ο Χριστός των Αγίων μας, των Μαρτύρων και των Οσίων μας. Σ’ Αυτόν να πιστεύεις. Αυτόν να ακολουθείς. Αυτόν ν’ αγαπάς.

πηγή

«Σοι Κύριε»

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
 

 Στο τέλος κάποιων σύντομων προσευχών ο ιερέας καλεί τον λαό, για να παραδοθεί εντελώς στον Κύριο Χριστό λέγοντας: «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Σ’ αυτό ο λαός απαντά «Σοί Κύριε».
Τούτα τα λόγια είναι πολύ σημαντικά, και μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε πολλές καταστάσεις στην ανθρώπινη ζωή.
 Όταν έχεις υγεία και προκοπή στη δουλειά, ύψωσε την καρδιά σου και πες: «ευγνωμονώ Σοι Κύριε»!
 Όταν οι άνθρωποι σου αποδίδουν τιμές και σε επαινούν, πες μέσα σου: «τούτο εγώ δεν το αξίζω, τούτο δεν ανήκει σε μένα αλλά Σοι Κύριε»!
Όταν συνοδεύεις τα παιδιά σου σε μαγαζί ή στο σχολείο ή στον στρατό, ευλόγησε τα από το κατώφλι του σπιτιού σου και πες: «τα παραδίδω για μέριμνα Σοι Κύριε»!
 Όταν σου επιτίθεται ο ανθρώπινος φθόνος και η απιστία των φίλων, μην χάνεις το θάρρος με το πνεύμα σου και μην κρατάς την πικρία στην καρδιά σου, αλλά πες: «όλα αυτά τα παραδίνω στην κρίση και τη δικαιοσύνη Σοι Κύριε»!
 Όταν ξεκινήσεις πίσω από το φέρετρο του πιο αγαπημένου σου ανθρώπου, βάδισε θαρραλέα όπως όταν φέρνεις δώρο στον καλύτερο φίλο σου, και πες: «αυτή την αγαπημένη ψυχή προσφέρω για δώρο Σοι Κύριε»!
 Όταν μαζευτούν θολά σύννεφα των δαιμονικών πειρασμών, και μαρτύρια και αρρώστιες, μην απελπίζεσαι αλλά πες: «για τη βοήθεια και το έλεος απευθύνομαι Σοι Κύριε»!
 Όταν ο άγγελος του θανάτου σταθεί δίπλα στην κλίνη σου, μην φοβηθείς -είναι φίλος- αλλά αποχαιρέτησε αυτό τον κόσμο και πες: «Την ψυχή μου μετανιωμένη παραδίδω στα χέρια Σοί Κύριε»!

πηγή

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ ΜΑΤΘΑΙΟΥ-Ουκ εχρησάμεθα τη εξουσία ταύτη

Ο πολιτισμός μας, αγαπητοί μου αδελφοί, σήμερα είναι των δικαιωμάτων. Κι ας καταπατούνται εμφανώς τόσο σε κοινωνικό επίπεδο, όσο και σε προσωπικό (ιδίως με τη βοήθεια της τεχνολογίας, που δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να αισθάνεται ελεύθερος πουθενά, καθώς του δίνει τα εργαλεία με αντάλλαγμα την παρακολούθησή του από το ηλεκτρονικό σύστημα). 

 Ο άνθρωπος θεωρεί ότι δικαιούται εκτός από τις ατομικές ελευθερίες και τη δυνατότητα επιλογής στη ζωή του για τις κύριες κατευθύνσεις της (εργασία, διαπροσωπικές σχέσεις), να κάνει πράξη το θέλημά του. Να πορεύεται κατά τις επιθυμίες του. Σταθμίζει μάλιστα το τι του επιτρέπεται σε συνδυασμό με τι τον ευχαριστεί και θέτει ως κέντρο της ζωή του το εγώ του, τον εαυτό του. Η αναφορικότητά του δεν είναι οι άλλοι, αλλά ζητά από τους άλλους να αναφέρονται σ’ αυτόν, να σκέπτονται όπως θέλει ο ίδιος, να πράττουν όπως θέλει ο ίδιος, να αποδέχονται και αν απορρίπτουν αυτούς που αποδέχεται και απορρίπτει. Γι’ αυτό και ολόκληρο το σύστημα του πολιτισμού μας ενισχύει το ανθρώπινο θέλημα. Το καθιστά πρωταγωνιστή. Το καλλιεργεί με τη διαφήμιση και τα προϊόντα και τις τεχνητές ανάγκες. Και το συνδέει με την εξουσία του ανθρώπου στον εαυτό του και στους άλλους. Διότι δικαιούμαι σημαίνει ότι έχω 
την εξουσία δια του θελήματός μου να οικειοποιηθώ αυτό που ζητώ.

  Το δικαίωμα, η εξουσία και το θέλημα υπάρχουν και στην πνευματική ζωή. Οι χριστιανοί δικαιούμαστε τη σωτηρία.

 Δικαιούμαστε να είμαστε παιδιά του Θεού. 
Δικαιούμαστε την αγάπη και τη στοργή της Εκκλησίας. 
Δικαιούμαστε κάποτε να απολαμβάνουμε και υλικά αγαθά και αναγνώριση από τους άλλους για την πνευματική μας προσπάθεια, για τους κόπους μας γι’ αυτούς, για τα χαρίσματα που τα αξιοποιούμε προς όφελός τους. 
Και κάποτε, ιδίως οι πνευματικοί ταγοί, οι επίσκοποι, οι κληρικοί, οι μοναχοί, έχουν από την Εκκλησία το εξουσιαστικό προνόμιο, αυτό που δικαιούνται, να απολαμβάνουν. Μπορεί στην εποχή μας αυτή η εξουσία να αντιμετωπίζεται απο τους εκτός Εκκλησίας με όρους ειρωνείας και από κάποιους, εντός Εκκλησίας, με σκεπτικισμό. 
Όμως έχει δοθεί, από τα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης ακόμα, στους εργάτες του Ευαγγελίου το προνόμιο της άσκησής της. Και ο άνθρωπος της εξουσίας και του δικαιώματος καλλιεργεί με αυτό τον τρόπο το θέλημα του. Ακόμη κι αν μία από τις εντολές της πίστης είναι η εκκοπή του θελήματος, σε ό,τι αφορά τα δικαιώματα των ταγών, υπάρχει ελευθερία. Κι αυτό διότι είναι ένας συμβολικός και συνάμα ουσιαστικός τρόπος πραγμάτωσης μιας ιεράρχησης ρόλων και διακονιών στη ζωή της Εκκλησίας, που δίδονται όμως ή θα έπρεπε να δίδονται κατά τα χαρίσματα των ανθρώπων. 

  Υπάρχει όμως και μία διαφορετική προσέγγιση στο ζήτημα αυτό. Είναι ο τρόπος του αποστόλου Παύλου. Απευθυνόμενος στους Κορινθίους περιγράφει τα δικαιώματά του στη ζωή της Εκκλησίας, τι του δίδεται από την παράδοση, αυτονόητα στοιχεία τα οποία κανονικά ουδείς έπρεπε να τα αμφισβητεί, από τη στιγμή που ήταν Απόστολος και ιδρυτής της εκκλησίας της Κορίνθου. 

 Τέτοια δικαιώματα ήταν η καθημερινή διατροφή, το να έχει σύζυγο, το να μην εργάζεται χειρωνακτικά, αλλά να λαμβάνει τα προς το ζην από τη χριστιανική κοινότητα, το να μην ξοδεύει τα όσα προσποριζόταν από την εργασία του (του σκηνοποιού) για το ιεραποστολικό έργο. Τα σαρκικά έργα, τα έργα της καθημερινότητας, όφειλε η κοινότητα των Κορινθίων να του τα εξασφαλίσει. «Ουκ εχρησάμεθα τη εξουσία ταύτη, αλλά πάντα στέγομεν, ίνα μη εγκοπήν τινά δώμεν τω ευαγγελίω του Χριστού», αναφωνεί ο Παύλος (Α’ Κορ. 9, 12). «Εμείς όμως δεν κάναμε χρήση του δικαιώματος αυτού, αλλά υπομένουμε κάθε στέρηση, για να μη δημιουργήσουμε κανένα εμπόδιο στη διάδοση του Ευαγγελίου του Χριστού». Κι έτσι ο Παύλος με μία άρνηση – «ουκ εχρησάμεθα»- περιγράφει την παραίτησή του από το δικαίωμα και την εξουσία και την μετατροπή του θελήματός του σε αγάπη για τον Χριστό και το Ευαγγέλιο, αλλά και σε απόφαση να μην είναι ο ίδιος και τα δικαιώματά του προσκόμματα στην πορεία των ανθρώπων για σωτηρία. 

 Ο Παύλος είναι γνώστης της μεμψιμοιρίας των Κορινθίων χριστιανών. Δεν τη συμμερίζεται. Απαντά με επιχειρήματα σ’ αυτήν. Την αντιμετωπίζει όμως και με τον τρόπο του αναπάντεχου. Παραιτείται από αυτό που δικαιούται. Δεν το κάνει για να τους δείξει ότι είναι άγιος. Για να τον επιδοκιμάσουν.Τους δείχνει όμως ότι δεν έχουν πλέον καμία δικαιολογία για να μην αποδεχτούν τον τρόπο του Ευαγγελίου, αλλά και εισέρχεται στην καρδιά τους. Τους απογυμνώνει από την φλυαρία της κατάκρισης. Τους υποδεικνύει ότι ασχολούνται με μάταια θέματα. Παραβλέπουν την παράδοση και την αλήθεια που η πίστη διασώζει. Δε σέβονται την ιεράρχηση των προσώπων, αλλά και τη διακονία τους στην Εκκλησία. Και αφήνουν τους λογισμούς τους να ταλαιπωρούνε την ύπαρξή τους με θέματα ανούσια, όπως το ποιος δικαιούται και τι , ποιος πρέπει να εξουσιάζει και γιατί. Ο χριστιανός δεν εκλήθη εντός της Εκκλησίας να ασχολείται με τα δικαιώματα. Εκλήθη να πίνει το ποτήριο του Χριστού, δηλαδή να σηκώνει σταυρούς και να βοηθά τους άλλους να σηκώσουν τους δικούς τους. 

Εκλήθη να αγαπά.
 Εκλήθη ακόμη να υπερβαίνει τον εαυτό του. Να παραιτείται και από τα δικαιώματά του αν χρειαστεί. Επειδή αγαπά. Επειδή θέλει να μοιάσει στον Χριστό. 

 Ο τρόπος του Παύλου είναι ο τρόπος της αληθινής αγάπης. Είναι αυτός που δεν νικιέται από το πνεύμα της εξουσίας και την ίδια στιγμή αφήνει στην άκρη το θέλημα. Μπορώ και δικαιούμαι να μη σου μιλήσω, να μη σε συγχωρήσω, να σε απορρίψω. Μπορώ και δικαιούμαι να σε χρησιμοποιήσω. Μπορώ και δικαιούμαι να πάρω από σένα ό,τι μου χρειάζεται για τα «σαρκικά», τα καθημερινά μου έργα. Γνωρίζω και θα σε βοηθήσω να βρεις τον πνευματικό σου βηματισμό. Όμως ξέρω ότι το θέλημά σου και ο λογισμός σου με αμφισβητούν. Και γίνεται το δικαίωμά μου πρόσκομμα στη σωτηρία σου. Αντί να κοιτάζεις την πνευματική σου πρόοδο, να βλέπεις τον εαυτό σου, ασχολείσαι με μένα και για το αν δικαιούμαι αυτό που μου προσφέρεις υποχρεωτικά. Έτσι, επειδή σε αγαπώ, παραιτούμαι από αυτό που μου προσφέρεις. Παραιτούμαι από την εξουσία μου. Και σε αφήνω να ξαναδείς την πορεία σου χωρίς προσκόμματα από εμένα. 

 Ο Παύλος, μη κάνοντας χρήση της εξουσίας του, αφήνει τους Κορινθίους και κάθε χριστιανό ενώπιον του θελήματός τους. 

Ενώπιον της έλλειψης αγάπης. 
Ενώπιον της ευθύνης τους να δούνε την δική τους σχέση με τον Χριστό και όχι να δικαιολογούνε τους εαυτούς τους κατακρίνοντας τους πνευματικούς τους πατέρες.
Ξέρει ότι οι Κορίνθιοι δεν έχουν δίκιο. Τους νουθετεί και τους αφήνει ελεύθερους να αποφασίσουν τελικά τι έχει σημασία για τη ζωή τους. Η ισότητα των δικαιωμάτων στα σαρκικά ή η αγάπη που κάνει τον άνθρωπο να αναπνέει πνευματικά και αιώνια. Και γίνεται ο τρόπος του Παύλου ένα μήνυμα για την εποχή και τον κόσμο μας. Δεν αρνούμαστε τα δικαιώματα. Την εξουσία. Το θέλημα. Προκρίνουμε όμως την αγάπη. Τον προσωπικό κόπο. Την απόφαση να μη γίνεται ό,τι δικαιούμαστε εμπόδιο για τους άλλους. Κι ας κουραστούμε παραπάνω. Η χάρις του Θεού υπάρχει και κάνει γλυκιά την κούραση. Γλυκιά την μακροθυμία. Γλυκιά την αληθινή ελευθερία από κάθε εξάρτηση, κάθε ανάγκη, πραγματική και τεχνητή. Ακόμη και από ό,τι αισθανόμαστε ότι μας ανήκει. Κι εδώ βρίσκεται ο ύστερος και ωραιότερος δρόμος και τρόπος της Εκκλησίας, που οδηγεί σε έναν αλλιώτικο κόσμο. ΑΜΗΝ!

Από το γραπτό κήρυγμα της ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ Κερκύρας
 ΚΥΡΙΑΚΗ 12 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2018

 

πηγή