Είναι πιο βαριά από κάθε άλλη

Γιατί άλλο πράγμα είναι η καταλαλιά, άλλο η κατάκριση και άλλο η εξουδένωση. Καταλαλιά είναι το να διαδίδεις με λόγια τις αμαρτίες και τα σφάλματα του πλησίον π.χ. ο τάδε είπε ψέματα ή οργίστηκε ή πόρνεψε ή κάτι τέτοιο έκανε. Λέγοντας όλα αυτά, ήδη κανείς «καταλαλεί», δηλαδή, μιλάει με εμπάθεια εναντίον κάποιου, συζητάει με εμπάθεια για το αμάρτημά του.

Κατάκριση είναι το να κατηγορήσει κανείς τον ίδιο τον άνθρωπο, λέγοντας ότι αυτός είναι ψεύτης, είναι οργίλος, είναι πόρνος. Γιατί έτσι κατέκρινε την ίδια τη διάθεση της ψυχής του και έβγαλε συμπέρασμα για όλη τη ζωή του, λέγοντας ότι είναι τέτοια η ζωή του, τέτοιος είναι αυτός και σαν τέτοιο τον κατέκρινε. Και αυτό είναι πολύ μεγάλη αμαρτία. Γιατί είναι άλλο να πει κανείς ότι κάποιος οργίστηκε και άλλο να πει ότι κάποιος είναι οργίλος και να βγάλει συμπέρασμα, όπως είπα, για όλη του τη ζωή. Και τόσο πιο βαριά από κάθε άλλη αμαρτία είναι η κατάκριση […]

Θυμάμαι ότι ακόυσα πως κάποτε συνέβη κάτι σχετικό με το θέμα αυτό. Ένα πλοίο γεμάτο σκλάβους, αγκυροβόλησε κοντά σε μια πόλη. Ζούσε δε σ’ εκείνη την πόλη μια μοναχή με πολύ αγία ζωή και πολλή προσοχή στον εαυτόν της. Όταν έμαθε ότι άραξε το πλοίο εκείνο χάρηκε, γιατί ήθελε να αγοράσει ένα πολύ-πολύ μικρό κοριτσάκι. Επειδή σκέφθηκε: «Θα την πάρω και θα την αναθρέψω όπως θέλω, για να μη μάθει τίποτα από την κακία του κόσμου. Έστειλε λοιπόν και κάλεσε τον καραβοκύρη του πλοίου εκείνου, και έμαθε ότι είχε δυό πολύ μικρά κοριτσάκια, όπως άκριβώς τα ήθελε η μοναχή. Και αμέσως με χαρά δίνει το αντίτιμο και παίρνει το ένα κοριτσάκι μαζί της. Μόλις λοιπόν κατέβηκε ο καραβοκύρης από το μέρος που κατοικούσε εκείνη η αγία, μόλις λίγο απομακρύνθηκε, τον συναντάει μια κακόφημη και μολυσμένη γυναίκα και βλέπει το άλλο κοριτσάκι που ήταν μαζί του. Της ήρθε τότε η επιθυμία να το αγοράσει και το αγόρασε. Συμφώνησε, έδωσε το άντίτιμο και έφυγε παίρνοντάς το μαζί της.

Βλέπετε το μυστήριο του Θεού, βλέπετε «ανεξιχνίαστη βουλή»; Ποιός μπορεί να το εξηγήσει; Πήρε λοιπόν η αγία εκείνη μοναχή το κοριτσάκι εκείνο και το ανέθρεψε με φόβο Θεού, συνηθίζοντάς το σε κάθε καλή πράξη, διδάσκοντας κάθε λεπτομέρεια της μοναχικής πολιτείας και κάνοντάς το να γνωρίσει το άρωμα που πηγάζει από την τήρηση των αγίων εντολών του Θεού. Πήρε και η κακόφημη τη δύστυχη εκείνη μικρή και την έκανε όργανο του διαβόλου. Γιατί, τί άλλο μπορούσε να τη διδάξει η ακόλαστη εκείνη παρά το πώς να καταστρέψει την ψυχή της; Τί μπορούμε λοιπόν να πούμε για τη φοβερή αυτή βουλή του Θεού; Και οι δυό ήταν μικρές και οι δυό πουλήθηκαν, χωρίς να ξέρουν που πάνε. Και βρέθηκαν η μια στα χέρια του Θεού και η άλλη έπεσε στα χέρια του διαβόλου. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι, αν κάτι απαιτεί από τη μια ο Θεός, το περιμένει και από την άλλη; Πώς είναι δυνατόν; Αν λοιπόν πέσουν και οι δυό στην πορνεία ή σε κάποιο άλλο παράπτωμα είναι ποτέ δυνατόν να πούμε ότι θα κριθούν με το ίδιο μέτρο, έστω και αν ακόμα πέσουν στο ίδιο σφάλμα; Πώς είναι δυνατόν; Η μια έμαθε όλα τα σχετικά με την κρίση, έμαθε τα πάντα για τη Βασιλεία του Θεού, ζώντας μέρα – νύκτα με το λόγο του Θεού. Η άλλη η ταλαίπωρη ποτέ δεν έμαθε ή δεν άκουσε τίποτα καλό, αλλά αντίθετα, όλα τα αισχρά, όλα τα διαβολικά. Πώς λοιπόν μπορεί να απαιτήσει κανείς και από τις δυό την ίδια ακρίβεια;

Λοιπόν, τίποτα απολύτως δεν μπορεί να ξέρει ο άνθρωπος από τις βουλές του Θεού. Μόνον Αυτός είναι Εκείνος που καταλαβαίνει τα πάντα και είναι σε θέση να κρίνει τον καθένα, όπως μόνον Αυτός γνωρίζει.

(Αββά Δωροθέου, Έργα Ασκητικά, Εκδ. «Ετοιμασία» Ι. Μ. Αγ.Ιωάννου Προδρόμου Καρέα, Αθηναι 1981, -αποσπάσματα- «Για το ότι δεν πρέπει να κρίνουμε τον πλησίον μας»)

 

Πηγή

 

 

 

 

Η πιο εύκολη απ’ όλες!

Είμαστε έτοιμοι για κατηγορίες, είμαστε έτοιμοι για κατακρίσεις. Κι’ αν ακόμη κανένα άλλο κακό δεν θα έχουμε κάνει, αυτό θα είναι αρκετό για να μας καταδικάσει και να μας οδηγήσει στη γέεννα, αυτό μπορεί να μας περιβάλλει με μύρια κακά.

Και για να μάθεις με ακρίβεια, άκουσε τον προφήτη που λέει: «Καθόσουν και κακολογούσες τον αδελφό σου» (Ψαλμ. 49,20). Όμως θα πεις, όχι εγώ, αλλά εκείνος. Και βέβαια εσύ το κάνεις. Διότι αν εσύ δεν έλεγες, ο άλλος δεν θα το άκουγε. Αλλά κι’ αν συνέβαινε να το ακούσει, όμως εσύ δεν θα ήσουν αίτιος της αμαρτίας.

Πρέπει να σκεπάζουμε και να αποκρύπτουμε τα ελαττώματα των συνανθρώπων μας κι’ εσύ με το πρόσχημα της φιλαγαθίας τα κοινολογείς; Δεν γίνεσαι κατήγορος, αλλά φλύαρος, ανόητος, μωρός. Τί φοβερό! Ντροπιάζεις μαζί μ’ εκείνον και τον εαυτό σου και δεν το αισθάνεσαι!

Πρόσεχε πόσα κακά προέρχονται απ’ αυτό. Εξοργίζεις τον Θεό, στενοχωρείς τον πλησίον, κάνεις τον εαυτό σου υπεύθυνο για την κόλαση. Δεν ακούς τον Παύλο που λέει για τις χήρες γυναίκες: «Όχι μόνο γίνονται αργόσχολες, αλλά και φλύαρες και περίεργες, πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι και λέγοντας εκείνα που δεν πρέπει» (Α΄Τιμ. 5,13.).

 

Ώστε, κι’ όταν πιστέψεις αυτά που λέγονται κατά του αδελφού σου, ούτε τότε πρέπει να τα κοινολογείς, και ασφαλώς ούτε όταν δεν τα πιστεύεις. Αλλά παντού μόνο τον εαυτό σου να σκέπτεσαι, φοβούμενος μήπως κατακριθείς απ’ τον Θεό. Να φοβάσαι μήπως κατακριθείς και για τη φλυαρία σου, γιατί η πράξη αυτή είναι φλυαρία.

Γιατί το κοινολόγησες; Γιατί μεγάλωσες το κακό; Αυτό έχει τη δύναμη να μας καταστρέφει. Γι’ αυτό έλεγε ο Χριστός «μην κρίνετε, για να μην κριθείτε». Αλλά κανένας λόγος του Χριστού, ούτε αυτά που λέχθηκαν εναντίον του Φαρισαίου, μας σωφρονίζουν. Εκείνος είπε μία αλήθεια, «δεν είμαι όπως αυτός εδώ ο τελώνης», και καταδικάστηκε, αν και δεν άκουσε από κανέναν τα όσα είπε. Εάν εκείνος που είπε μία αλήθεια, χωρίς να την ακούσει από κανέναν, καταδικάστηκε, αυτοί που λένε ψέματα και διαδίδουν παντού εκείνα που ούτε οι ίδιοι τα πιστεύουν, σαν φλύαρες γυναίκες, τί φοβερό δεν θα πάθουν και τί δεν θα υποστούν;» [1]

«Γνωρίζοντας, λοιπόν, αυτά αγαπητοί, ας αποφεύγουμε την κακολογία.

Γιατί δεν υπάρχει αμαρτία ούτε δυσκολότερη ούτε ευκολότερη απ’ αυτήν. Για ποιό λόγο; Γιατί γίνεται πιο γρήγορα από κάθε παρανομία, όπως και γρήγορα παίρνει μαζί της αυτόν που δεν προσέχει. Οι άλλες αμαρτίες, βέβαια, χρειάζονται και χρόνο και έξοδα και φροντίδα και συνεργούς και πολλές φορές με το πέρασμα του χρόνου σταματούν.

Θέλω να πω το εξής…

Προτίμησε κάποιος να σκοτώσει, προτίμησε κάποιος να κλέψει και να αρπάξει. Έχει ανάγκη από πολλή εργασία, και με την αναβολή πολλές φορές σταματάει τον θυμό του, απομακρύνεται από την κακή διάθεση, διαλύει την διεφθαρμένη σκέψη, δεν προσθέτει στην απόφαση το έργο.

Στην περίπτωση, όμως της κακολογίας δεν γίνεται έτσι, αλλά μας παίρνει εύκολα μαζί της, εάν δεν είμαστε πολύ προσεχτικοί. Και δεν μας χρειάζεται ούτε χρόνος ούτε φροντίδα, ούτε έξοδα, ούτε κάποια κοπιαστική εργασία για να κακολογήσουμε, αλλά φθάνει μόνο να αποφασίσουμε κι’ αμέσως η σκέψη βγήκε κι’ έγινε πράξη. Γιατί μόνο η γλώσσα είναι αύτη που κάνει το έργο αυτό.

Επειδή, λοιπόν, είναι γρήγορο το κακό κι’ εύκολα μας κυριεύει η αμαρτία, κι’ επειδή η ποινή και η τιμωρία είναι φοβερή, και το κέρδος ανύπαρκτο, ούτε μικρό ούτε μεγάλο, ας αποφεύγουμε με μεγάλη προσοχή την ασθένεια αυτή, ας καλύψουμε τα ξένα κακά, κι ας μην τα διασύρου¬με. Ας συμβουλεύουμε αυτούς που αμαρτάνουν, όπως και ο Κύριος λέει: «Αν σου φταίξει σε κάτι ο αδελφός σου, πήγαινε και δείξε το φταίξιμό του αυτό, όταν είναι αυτός κι’ εσύ μόνο» (Ματθ. 18,15).

Επομένως, ο κρυφός έλεγχος, θα κάνει πιο εύκολη τη θεραπεία.

Ας μην ερεθίζουμε ούτε να κατατρώγουμε τα ξένα τραύματα. Ας μην μιμούμαστε τις μύγες, αλλ’ ας ζηλέψουμε τις μέλισσες. Οι μύγες κάθονται στα τραύματα και δαγκώνουν, οι μέλισσες πετούν επάνω στα λουλούδια. Γι’ αυτό οι μέλισσες κάνουν κηρήθρες, ενώ οι μύγες μεταφέρουν αρρώστιες, σ’ όποια σώματα θα καθίσουν. Κι’ αυτές είναι σιχαμερές, ενώ εκείνες ποθητές και διάσημες. Κι’ εμείς, λοιπόν, ας ετοιμάσουμε την ψυχή μας να πετάξει στο λιβάδι της αρετής των αγίων, κι ας συλλέγουμε τη μυρωδιά των κατορθωμάτων τους, και μην ερεθίζουμε τα τραύματα του πλησίον μας.

Αλλά κι αν δούμε ότι το κάνουν αυτό μερικοί, ας τους κλείνουμε το στόμα, αντιτάσσοντας σ’ αυτούς τον φόβο της τιμωρίας και θυμίζοντας σ’ αυτούς τη συγγένεια με τους αδελφούς τους. Εάν, όμως, δεν θα υποχωρήσουν σε τίποτε απ’ αυτά, ας τους ονομάζουμε μύγες, για να τους απομακρύνει τουλάχιστον η ντροπή της ονομασίας αυτής από την κακή αυτή συνήθεια ώστε, αφού απαλλαγούν από αυτή την κακή ασχολία, να ξοδεύουν όλη τους τη φροντίδα στην έρευνα των δικών τους κακών.

Γιατί έτσι, κι’ αυτοί που έχουν πέσει θα αναστηθούν με την υπενθύμιση, αφού τα αμαρτήματά τους δεν διασύρονται, και αυτοί που σκέπτονται συνέχεια τα δικά τους κακά, εύκολα θα τα απομακρύνουν, αφού με την υπενθύμιση των σφαλμάτων τους γίνονται πιο διατακτικοί στην διάπραξη άλλων αμαρτημάτων, κι’ αυτοί που συνέχεια προσέχουν την αρετή των αγίων, θα έχουν μεγάλο ζήλο για να τους μιμηθούν» [2]

 
 
 
 
 

Γνώρισε δε, ότι ο Κύριος δεν με αγίασε για κανένα άλλο λόγο, παρά μόνο επειδή συγχωρούσα!

Αποτέλεσμα εικόνας για sf nectarie muntele athos

 Όταν αναγνωρίστηκε Άγιος, ο Άγιος Νεκτάριος το 1961, σε μια μονή του Αγίου Όρους, δημιουργήθηκαν 2 παρατάξεις μοναχών. Οι μεν παραδέχονταν την Αγιότητα του, οι δε, την αμφισβητούσαν.
 Ο ηγούμενος της μονής, βλέποντας την κατάσταση που δημιουργήθηκε στο μοναστήρι, κάλεσε μια μέρα τους μοναχούς και τους είπε: 
– Δεν θα γίνει το θέμα της αγιοσύνης του Νεκταρίου, αιτία να χάσουμε τις ψυχές μας, αντιμαχώντας μεταξύ μας. Κηρύττω τριήμερη νηστεία και με την προσευχή μας, να ζητήσουμε από το Θεό να μας αποκαλύψει, αν ο γέροντας Νεκτάριος είναι Άγιος ή όχι.
Πράγματι αυτό και έκαναν…
Την τρίτη ημέρα και ενώ ετοιμαζόταν ο ηγούμενος να κατέβει στην Εκκλησία, χτυπάει διακριτικά η πόρτα του κελλιού του και μπαίνει μέσα ο Άγιος Νεκτάριος!
Όταν μπήκε μέσα, ο ηγούμενος αμέσως τον αναγνώρισε και έπεσε να τον προσκυνήσει.
Του λέει τότε ο Άγιος Νεκτάριος:
– Αδερφέ Αθανάσιε (έτσι έλεγαν τον ηγούμενο), πήγαινε και πες τους Πατέρες να μην κουράζονται. Ο Κύριος με Αγίασε και είμαι Άγιος, θαυματουργός και μυροβλύτης. Γνώρισε δε, ότι ο Κύριος δεν με αγίασε για κανένα άλλο λόγο, παρά μόνο επειδή συγχωρούσα!

Ορθόδοξος Κυψέλη
 
 
 
 
 
 

Κυριακή Β’ Λουκά-Δώσε και μην υπολογίζεις ότι θα πάρεις

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
 
«Αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα» (Λουκ. 6, 34).
«Και οι αμαρτωλοί δανείζουν στους ομοίους τους για να τα πάρουν πίσω».
 Οι άνθρωποι τρεπόμαστε προς τους ομοίους μας. Προς αυτούς που πιστεύουμε ότι μπορούν να μας καταλάβουν γιατί ακολουθούν τον ίδιο δρόμο ζωής. Δεν έχει σημασία αν είναι διαφορετικό το επάγγελμά τους, τα πρόσωπα με τα οποία σχετίζονται, κάποιες από τις προτεραιότητές τους. Βρίσκουμε κάποια κοινά μαζί τους και αισθανόμαστε κοντά τους. «Δεν είμαι μόνο εγώ που κάνω έτσι, είναι κι άλλοι».
  Στους καιρούς μας απουσιάζει η συνείδηση αυτού που ενώνει όλους τους ανθρώπους σε ένα κοινό μονοπάτι. Η επίγνωση ότι είμαστε αμαρτωλοί. Η αμαρτία δεν συναντάται συχνά στο λεξιλόγιο και στην σκέψη μας, από τους μικρότερους ώς τους μεγαλύτερους. Κι όμως. Είναι η κοινή συνισταμένη μας. Είμαστε αμαρτωλοί δεν σημαίνει μόνο το ότι δεν τηρούμε τις εντολές του Θεού, το Ευαγγέλιο, τον τρόπο της Εκκλησίας. Είμαστε αμαρτωλοί σημαίνει ότι επενδύουμε τα πάντα στον εαυτό μας, στην θέση μας, στα χαρίσματα, στις ικανότητές μας. 
 Βλέπουμε τον κόσμο μέσα από την δική μας προοπτική. Απαιτούμε, γιατί εμείς είμαστε το κέντρο. Μπαίνουμε σε έναν ανταγωνισμό ποιος δικαιούται περισσότερα και τι. Κρίνουμε και κατακρίνουμε τους άλλους, γιατί δεν είναι όπως εμείς ή όπως τους θέλουμε. Και αφηνόμαστε σε μία ομάδα παθών, τα οποία ριζώνουν στην απουσία εμπιστοσύνης στον Θεό και το θέλημά Του, στην άρνησή μας να ζήσουμε όπως Εκείνος θέλει και στην προτίμηση εμείς να είμαστε όχι οι υπεύθυνοι μόνο, αλλά οι αποκλειστικοί διαχειριστές της ζωής μας.

   Ο Χριστός, στην επί του όρους ομιλία Του, δείχνει στους ανθρώπους του καιρού Του, αλλά και κάθε εποχής, ότι εύκολα βλέπουμε τους άλλους ως αμαρτωλούς, 
γιατί έχουμε περιορίσει το περιεχόμενο της αμαρτίας σε πράξεις και σκέψεις, κάποτε στην λογική του «δεν πειράζει, άνθρωποι είμαστε» και κάποτε στην λογική της αυτοδικαίωσης. Αφού δεν κάνω όπως οι αμαρτωλοί, είμαι εντάξει. Ξεπέρασα την αμαρτία. Ο Χριστός δείχνει ακόμη ότι οι συμπεριφορές των αμαρτωλών είναι ακριβώς σ’ αυτήν την λογική. Ανταποδίδουν στα ίσια ό,τι τους δίνεται. Είναι πρόθυμοι να συνδράμουν τους ομοίους τους. Λειτουργούν στην προοπτική του δούναι και λαβείν. Κάποτε, μάλιστα, είναι πολύ καλύτεροι από όσους αυτοδικαιώνονται, φαντασιούμενοι ότι δεν έχουν αμαρτίες. Διότι αυτοί έχουν ξεχάσει ότι κλειδί της πίστης στον Θεό είναι να δίνεις εκεί που δεν περιμένεις να πάρεις.
  Πόσο ανοιχτοί είμαστε ως χριστιανοί σε εκείνους οι οποίοι δεν έχουν να μας δώσουν; Δεν είναι μόνο η υλική ανταπόδοση. Ένα ευχαριστώ, κάποτε ένα βλέμμα είναι σημάδια που αρκούν για να μοιραστούμε με χαρά. Κάποτε δεν υπάρχουν ούτε αυτά. Κληθήκαμε όμως να συναισθανόμαστε ότι όπως ο Θεός προσέλαβε την φύση μας, χωρίς να περιμένει ούτε ένα σημείο από εμάς, έτσι κι εμείς καλούμαστε να εμπιστευθούμε τον λόγο και το παράδειγμά Του και με ταπεινότητα και αγάπη να δώσουμε, ό,τι και όσο μπορούμε.
 «Συχνά τα στήθια εκούρασα, ποτέ την καλοσύνη», λέει ο ποιητής (Δ. Σολωμός). Δεν κουράζεται η καλοσύνη, η οποία μας βγάζει από την αίσθηση ότι είμαστε δίκαιοι, αλλά και από την κρυμμένη αμαρτωλότητα, την οποία θέλουμε να αγνοούμε. «Η αγάπη καλύψει πλήθος αμαρτιών», λέει ο Απόστολος (Α’ Πέτρ. 4,8). Η καλοσύνη κάνει την καρδιά να αγαπά, αλλά και η αγάπη δίνει κουράγιο στην καλοσύνη.
   Είμαστε όμοιοι με τους αμαρτωλούς σε όλα, γιατί κι εμείς αμαρτωλοί είμαστε. Λυγίζουμε όταν βλέπουμε ότι η πίστη δεν μας κάνει να νικούμε όπως θα θέλαμε, αλλά, νικημένοι, να είμαστε νικητές με τον τρόπο που ο Χριστός μάς διδάσκει. Η δύναμή μας φτάνει μέχρι την ελπίδα της ανταπόδοσης. Η πίστη μάς κάνει να πάμε στο επόμενο σκαλί. Δώσε και μην υπολογίζεις ότι θα πάρεις. Κράτα την καρδιά σου ανοιχτή στην συγχώρεση, στην υπομονή, στην ταπεινότητα. Στον Χριστό που μας αγαπά. Κι Εκείνος θα στηρίξει.
   Η Εκκλησία προσπαθεί να αποδείξει και στους καιρούς μας ότι δεν είναι ίδια με τον αμαρτωλό κόσμο. Μεταχειρίζεται όμως όλους τους τρόπους του κόσμου, κάποτε χάνοντας το αλάτι της εμπιστοσύνης σ’ Αυτόν που μας λέει: «Μην περιμένετε!».
  Φοβάται να δείξει την αμαρτία που υπάρχει στον κάθε άνθρωπο, επομένως και σε όλους όσους ανήκουμε σ’ Αυτήν. Ότι, σαν να αμφιβάλλουμε για τον λόγο και το παράδειγμά Του, παίζουμε στα σίγουρα, στο γήπεδο της ανταπόδοσης. Το νόημα όμως βρίσκεται στην έξοδο στο μονοπάτι του «δεν περιμένω»! Κι Εκείνος θα ρίχνει το φως Του, όταν ο φόβος της μοναξιάς, της αδικίας, αλλά και της αδυναμίας να νικήσουμε τον εαυτό μας θα μας περιτριγυρίζει.
 
 
 
 
 
 
 
 

«Να είσαι της Εκκλησίας αλλά όχι και τόσο πολύ..!»

“…και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομά μου…”(Λουκ. 21,18)

 

 Ο Κύριος μας λέγει την αλήθεια. Μια αλήθεια που πονά. Ποια είναι η αλήθεια αυτή; Η αλήθεια ότι πολλοί θα είναι αυτοί που όχι απλά θα μας κάνουν πέρα από την ζωή τους, όχι μόνο θα μας απαξιώσουν, όχι μόνο θα μας χλευάσουν, όχι μόνο θα αστειευτούν μαζί μας αλλά θα μας μισήσουν επειδή αγωνιζόμαστε να ζούμε θεάρεστα, χριστιανικά, σύμφωνα με τον νόμο του Θεού, σύμφωνα με τον Λόγο της Εκκλησίας, σύμφωνα με την παράδοση των Θεοφόρων Πατέρων της Εκκλησίας.
Και όντως είναι γεγονός ότι πολλοί είναι αυτοί που θα αντιμετωπίσουν έναν άνθρωπο που μετανοεί και αλλάζει ριζικά την ζωή του ως άνθρωπο που έχασε τα λογικά του, ως άνθρωπο χαζό.
Πολλές φορές όμως δεν μένουν σ’αυτήν την απαξίωση, αλλά βλέπεις πλέον το μένος των ανθρώπων αυτών να βγαίνει προς τον άνθρωπο που πλέον δεν συμβιβάζεται με την αμαρτία.

  Υπάρχουν δυστυχώς άνθρωποι που ενώ πιστεύουν (έτσι υποστηρίζουν) στον Χριστό, εάν συναντήσουν κάποιον άνθρωπο ο οποίος αγωνίζεται βαθιά και γνήσια, ο οποίος προσπαθεί να ζει κάθε στιγμή του χριστιανικά και όχι κάποιες στιγμές της ζωής του, προσπαθούν να τον πείσουν ότι δεν χρειάζεται τόσο αγώνας, τόση προσπάθεια. Είναι αυτό που λέγεται συχνά :

“Να είσαι της Εκκλησίας αλλά όχι και τόσο πολύ…”. 
Τι πάει να πει όμως αυτό; Μπορείς να είσαι της Εκκλησίας λίγο; Ή θα είσαι ή δεν θα είσαι. Ή θα είσαι του Χριστού ή δεν θα είσαι. Είναι σαν να λέμε “είμαι λίγο έγκυος…”. Γίνεται;
 
 Ή θα είσαι ή δεν θα είσαι! Έτσι λοιπόν και εδώ. 
Ή θα είμαστε αδελφοί μου του Χριστού ή δεν θα είμαστε.
Ή θα αγωνιζόμαστε ή θα είμαστε μαλθακοί.
 Ή θα είμαστε γνήσια τέκνα του Θεού ή νόθα.
 
  Υπάρχει δυστυχώς αυτή η πλάνη -διότι περί πλάνης πρόκειται- ότι δεν χρειάζεται να πηγαίνεις κάθε Κυριακή στην Εκκλησία, ή δεν χρειάζεται συχνή εξομολόγηση, ή δεν χρειάζεται καθημερινή μελέτη του Θείου Λόγου (Αγία Γραφή ή κάποιο άλλο ψυχοφέλιμο βιβλίο), ή δεν χρειάζεται καθημερινή προσευχή (Χαιρετισμοί της Παναγίας, Απόδειπνο κ.α.). 
 Άλλο είναι να έχεις συναίσθηση της ανεπάρκειάς σου, δηλαδή να αναγνωρίζεις ότι χρειάζεται να τα κάνεις όλα αυτά αλλά δεν τα κάνεις επειδή είσαι αμελής και ράθυμος, αδιάφορος και κοσμικός και άλλο να αμνηστεύεις την νωθρότητα σου υποστηρίζοντας ότι δεν χρειάζονται. Και όχι μόνο αυτό, αλλά εάν γνωρίζεις κάποιον που τα κάνει, να τον απαξιώνεις και να προσπαθείς να τον πείσεις ότι 
δεν χρειάζονται. Τότε γίνεσαι συνεργός του διαβόλου.
 Για να προοδεύσεις πνευματικά δεν θα κάνεις ό,τι νομίζεις για σωστό και απαραίτητο αφήνοντας κάποια άλλα. Για να προοδεύσεις πνευματικά θα κάνεις υπακοή στην Εκκλησία και στον πνευματικό σου πατέρα (που ίσως σε κάποια θέματα σε οικονομήσει).
 Εσύ λοιπόν που ζεις αμελώς σύνελθε και προσπάθησε να ζήσεις με μετάνοια και ταπείνωση, με Μυστηριακή ζωή και υπακοή στην Εκκλησία.

 Εσύ που προσπαθείς και αγωνίζεσαι καθημερινά να ευαρεστείς τον Θεό, εσύ που σταυρώνεις τα πάθη και τις επιθυμίες σου για χάρη της αγάπης του Χριστού και του συνανθρώπου, που άφησες πίσω σου την ματαιότητα του κοσμικού φρονήματος, μην αφήσεις κανέναν να σε απογοητεύσει για την επιλογή σου να είσαι του Χριστού. Κλείσε τα αυτιά σου στις δαιμονικές σειρήνες που σε καλούν να απολαύσεις τις αισχρές επιθυμίες, τις αισθητές ηδονές του κόσμου τούτου. Ποιες είναι αυτές οι δαιμονικές σειρήνες; Μπορεί να είναι οι γονείς σου, τα παιδιά σου, οι φίλοι σου, οι συνάδελφοί σου, κάποιοι που “ενδιαφέρονται” για σένα, κ.α.
 Ναι το ξέρω ότι πονάς. Πονάς γιατί όχι μόνο πολεμιέσαι από τους αόρατους δαίμονες αλλά πολεμιέσαι και από αγαπημένα πρόσωπα. Να ξέρεις όμως ότι πολεμιέσαι γιατί η ζωή σου πλέον ελέγχει την δική τους αμετανοησία, τον δικό τους ρηχό χριστιανισμό που οριοθετείται στον εκκλησιασμό του Πάσχα και των Χριστουγέννων. Πολεμιέσαι γιατί είσαι του Χριστού.

Πολεμιέσαι τριπλά: από τον (παλαιό) εαυτό σου, από τους δαίμονες, από τους ανθρώπους. Γι’αυτόν τον πόλεμο όμως μας προειδοποίησε ο Χριστός, μας διδάσκουν με τα παθήματά τους οι Όσιοι και οι Μάρτυρες. Στον πόλεμο αυτόν δεν είσαι μόνος σου, δεν είσαι μόνη σου. Σκέψου ότι και μόνο που μπορείς και μένεις σ’αυτόν τον πόλεμο και δεν παραδίνεσαι είναι ένα θαύμα. Κανείς δεν μπορεί να ανταπεξέλθει σ’ αυτόν τον πόλεμο εκτός κι αν η Χάρις του Θεού τον επισκιάζει.

 Μπορεί να νιώθεις κουρασμένος, μπορεί να νιώθεις πληγωμένος, μπορεί να νιώθεις πιεσμένος…συναισθηματικά ράκος. Μην αποκάμεις όμως, μη τα παρατάς. Οι εχθροί εκεί βασίζονται. Επειδή δεν μπορούν να σε βλάψουν πνευματικά, προσπαθούν να σε βλάψουν συναισθηματικά και να σε πείσουν ότι επειδή συναισθηματικά δεν είσαι καλά άρα και πνευματικά δεν είσαι καλά.
Οι άνθρωποι θα σε μισήσουν γιατί πλέον τους αγαπάς διαφορετικά. Οι διάβολοι θα σε μισήσουν διότι πλέον δεν έχουν εξουσία πάνω σου. Ο παλαιός εαυτός σου θα σε μισήσει διότι τον πρόδωσες για τον Χριστό.

Τότε που το μίσος σε κτυπά αλύπητα, τότε που η απαξίωση σε καταδυναστεύει, τότε που κάθε πνευματική σου προσπάθεια μοιάζει ανούσια και χωρίς αντίκρυσμα, τότε που νιώθεις μόνος σου και μόνη σου…

θυμήσου τα λόγια του Χριστού, 
θυμήσου την ζωή και τον θάνατο του Χριστού, 
θυμήσου γιατί τελικά επέλεξες αυτή την ζωή, 
θυμήσου γιατί τελικά δεν ζεις όπως οι πολλοί.

 Θυμήσου ξανά εκείνες τις στιγμές που η καρδιά σου φτερούγιζε καθώς προσευχόσουν,

 θυμήσου ξανά εκείνες τις στιγμές που όλα μοιάζανε να έχουν νόημα βαθύ, τότε που η Χάρις ήταν τόσο δυνατή και αισθητή που ήθελες να χορέψεις, που έκλαιγες από χαρά, που ένιωθες πλούσιος επειδή είχες λίγο θυμίαμα, μια μικρή εικονίτσα του Χριστού και ένα κομποσχοινάκι, που ευτυχία ήταν να πας για εξομολόγηση, να κοινωνείς το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου…

 Μην στεναχωριέστε που οι άνθρωποι σας απορρίπτουν, μην λυπάστε που ο τρόπος ζωής σας απαξιώνεται, που χλευάζεστε. Μην φοβάστε που δεν έχετε πολλούς συνοδοιπόρους, που οι φίλοι και οι γνωστοί σας, σας βλέπουν πλέον με “μισό μάτι”.

 Μην απογοητεύεστε που δεν βλέπεται θαύματα και σημεία Θεού, μην λυπάστε που δυσκολεύεστε και καταβάλετε μεγάλη προσπάθεια για τα πνευματικά. Ούτε πάλι να χαίρεστε εάν όλα σας πάνε καλά και όλα γίνονται εύκολα και ακούραστα και άκοπα. “…χαίρετε δε μάλλον, ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς…” (Λουκ. 10,20)

 
 
 
 
 

Ημέρα πένθους η σημερινή!

 Η σημερινή ημέρα είναι ίσως η πιο θλιβερή και η πιο καθοριστική για την τύχη του νέου ελληνικού κράτους!
Μας δόθηκε ένας εξαίρετος άνθρωπος ως πρώτος κυβερνήτης, με ανεπίληπτο ήθος, με εξαιρετικές γνώσεις και ικανότητες διοίκησης και διπλωματίας, με αξιοθαύμαστη ανιδιοτέλεια, με όραμα για την αγαπημένη του πατρίδα, με φιλανθρωπία! Σε τρία χρόνια, σαν σήμερα, τον δολοφονήσαμε!
Από τότε η Ελλάδα πληρώνει το έγκλημά της! 
Κανένας κυβερνήτης της, βασιλιάς, πρόεδρος, πρωθυπουργός, υπουργοί κτλ. δεν την αγάπησε και δεν την υπηρέτησε με τόσο αγνό τρόπο! 
Σήμερα οι άρχοντές της την εκποιούν και την εκμαυλίζουν!
Ας είναι η μνήμη του αιώνια κι εμάς ας μας ελεήσει ο Θεός!

ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΕΛΛΗΝΑ ΚΥΒΕΡΝΗΤΗ.
Σαν σήμερα, 27 Σεπτεμβρίου 1831, μπροστά στον Άγιο Σπυρίδωνα…

–  Εφ´ όσον τα ιδιαίτερα εισοδήματά μου αρκούν διά να ζήσω, αρνούμαι να εγγίσω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα, ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν.
(αρνούμενος τον μισθό του Κυβερνήτη)

– Εάν ο Θεός μεθ’ ημών ουδείς καθ’ ημών.
(η πρώτη φράση από την πρώτη του ομιλία προς τον Ελληνικό λαό, Αίγινα, 1828)

-Ως ψάρι εις το δίχτυ σπαράζει εις πολλούς κινδύνους ακόμη η ελληνική ελευθερία. Μου εδώσατε τους χαλινούς του κράτους. Τίνος κράτους; Μετρούμε εις τα δάκτυλα την επικράτειάν μας.
(σε συνομιλία με τον Γεωργάκη Μαυρομιχάλη, λίγο μετά τον ερχομό του)

-«Ο τόπος είναι χέρσος, σπάνιοι οι κάτοικοι, σκόρπιοι εις τα βουνά και εις τα σπήλαια, το δημόσιο είναι πλακωμένο από δύο εκατομμύρια λίρες στερλίνες χρέος, άλλα τόσα ζητείτε οι στρατιωτικοί, η γη είναι υποθηκευμένη εις τους Άγγλους δανειστάς, ανάγκη να την ελευθερώσομε με την ίδια απόφαση ως θα την ελευθερώσομε και από τα άρματα του Κιουτάγια [Κιουταχή] και του Αιγύπτιου [Ιμπραήμ].

-Δεν λυπούμαι, δεν απελπίζομαι, προτιμώ αυτό το σκήπτρο του πόνου και των δακρύων παρά άλλο. Ο Θεός μου το ’δωσε, το παίρνω, θέλει να με δοκιμάσει […]”.
(σε συνομιλία με τον Γεωργάκη Μαυρομιχάλη, λίγο μετά τον ερχομό του)


Δολοφονήθηκε σαν σήμερα το 1831 στο Ναύπλιο 
από τον -ανωτέρω αναφερθέντα- Γεωργάκη Μαυρομιχάλη 
μπροστά στον Άγιο Σπυρίδωνα 
όπου πήγαινε να εκκλησιαστεί, 
όπως κάθε Κυριακή όρθρου βαθέος, 
χωρίς ιδιαίτερες προφυλάξεις.
Ίσως αν ολοκλήρωνε τον ματωμένο Γολογοθά του ως κυβερνήτης 
να είχαμε σήμερα μια άλλη πραγματικότητα
ως ελληνικό Κράτος και ως ελληνικό Έθνος.
ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ!

 

Πηγή

 

 

 

Εύκολα γίνεται πικρή η ματιά σου μπροστά στην αδυναμία των ανθρώπων.

 

  Εύκολα γίνεται πικρή η ματιά σου μπροστά στην αδυναμία των ανθρώπων. Το μυαλό σου σκορπίζεται εύκολα στην παρατήρηση των άλλων. Συμμάζεψε όσο μπορείς το βλέμμα σου, περιόρισε όσο μπορείς τη διάσπαση του νου σου. Δεν έχει καλό τέλος αυτός ο δρόμος. Θα συνηθίσεις να διακρίνεις αμέσως τα λάθη των άλλων, αλλά θα το πληρώσεις με μεγάλη μοναξιά.


  Συνάμα, λίγο-λίγο, θα χάνεις την παιδική σου ματιά, μέχρις ότου να ξεχάσεις εντελώς, πως όλοι λαχταράμε το καλύτερο και προδινόμαστε από τον ίδιο μας τον εαυτό. Όσο αυτό το ξεχνάς, τόσο και πιο άτεγκτος θα γίνεσαι για τους γύρω σου. Θα βροντοφωνάζεις πάντα το σωστό αλλά θα βλέπεις έκπληκτος πως οι άνθρωποι θα φεύγουν από κοντά σου. Είναι, γιατί τους δίνεις άτεγκτη δικαιοσύνη κι αυτοί λαχταράνε τη συγνώμη. Φωνάζεις πολύ κι αυτοί λαχταράνε λίγη σιωπή.

–Να παλέψεις για τη σιωπή του νου σου. Μην τον αφήσεις στη διάλυσή του. Αν δεν προσέξεις, θα τρέχει από δω κι από κει, χωρίς σκοπό, χωρίς νόημα. Θα παρατηρείς τα πάντα, θα κρίνεις τα πάντα, θα νομίζεις πως φτιάχνεις τον κόσμο και την ίδια ώρα θα γεμίζεις, ανεπαίσθητα, περιφρόνηση για τον κόσμο. Χωρίς να το καταλάβεις, θα μάθεις ν’ ανεβάζεις τον εαυτό σου σ’ ένα θρόνο ψηλό κι από κει να μετράς τους πάντες και τα πάντα με το δικό σου το μέτρο. Και θα μάθεις να μιλάς, να μιλάς πολύ!

 Η σιωπή όμως… η σιωπή!
Θα αφήσει στην καρδιά σου χώρο ν’ ακουστεί η φωνή του Θεού. Η σιωπή θα σε απαλλάξει από το φτωχό σου μέτρο και θα σε μάθει να μετράς τον εαυτό σου και τον κόσμο με το δικό Του μέτρο. Θα μείνεις τότε άφωνος από τα κρίματά σου. Και δυο φορές θα μείνεις άφωνος από την υπομονή του Θεού. Πού να βρεις μετά διάθεση και θάρρος ν’ ασχοληθείς με τα κρίματα των άλλων! Γι’ αυτό σου λέω, η σιωπή θα γεμίσει τη ματιά σου κατανόηση και οικτιρμό για τον εαυτό σου και τον κόσμο.
  Θα κερδίσεις όμως και κάτι, ακόμα πιο πολύτιμο: Ξέροντας ποιος είσαι και ποια είναι τα όριά σου, θα σου είναι αδιάφορη η γνώμη των άλλων για σένα. Θα γίνεις άτρωτος στην κατάκριση, ακόμη και στη συκοφαντία. Η συκοφαντία… Να ξέρεις, πριν τις μεγάλες αποφάσεις, το μυαλό πλημμυρίζει από διλήμματα και αμφιβολίες.
Στρέφεις το πρόσωπό σου και το σκοτεινό δωμάτιο γεμίζει φως και άρωμα μύρου. Συνεχίζεις να μιλάς κι οι λέξεις σου στολίζουν τον κόσμο.
Μάθε να διακρίνεις την καλή πρόθεση. Μάθε να κατανοείς, να αγαπάς και να δοξολογείς. Κι όχι μόνο για σήμερα. Για την κάθε ημέρα της ζωής σου, το κάθε τι γύρω σου να γίνεται αιτία δοξολογίας στον Θεό!
 
Ηλία Λιαμή
«Ψίθυροι Αγγέλων» – Ο Άγγελος της Σιωπής (Άγιος Νεκτάριος)
 
 
 
 

Ευλογία του Θεού και οικονομία

Είναι επιβεβλημένη και αδιαμφισβήτητη η θεώρηση ότι σήμερα η οικονομία, ως ισχυρό στοιχείο της καθημερινότητάς μας, είναι πεδίο απόλυτης κυριαρχίας της ψυχρής λογικής, χαρακτηρίζεται από στυγνό ορθολογισμό και διέπεται από τη στρυφνότητα του συμφεροντολογικού υπολογισμού. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να συνδυασθεί με συναισθηματισμούς, να συσχετισθεί με αξίες και ιδανικά ή να περιπλακεί με έννοιες όπως ,»αλτρουισμός», «αυτοθυσία», «αλληλεγγύη». Μ’ ένα λόγο, στην οικονομική σκέψη δεν χωρούν στοιχεία πνευματικότητας, υπερβατικής θεώρησης ή μεταφυσικής παραδοχής. Γι’ αυτό και απέναντι σ’ αυτή τη θεώρηση της οικονομίας ακούστηκε βαρύς ο λόγος του Κυρίου «ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά» (Λουκ. 16, 13).

Κι όμως, οι χριστιανοί είναι «καταδικασμένοι» να ζούν μέσα στον κόσμο αυτό, να αντιμετωπίζουν το οικονομικό πρόβλημα και να συμβάλλουν στην οικονομία της χώρας τους. Είναι υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται ή να προσαρμόζονται προς τις κρατούσες εργασιακές συνθήκες για ν’ ανταποκρίνονται στις ανάγκες και υποχρεώσεις τους. Αναπτύσσονται μέσα στο δεδομένο οικονομικό περιβάλλον της εκάστοτε ιστορικής συγκυρίας, επιμένοντας να διεκδικούν το ‹‹ως εν ουρανώ και επί της γης››. Τελικά, πόσο ισχύει το ασυμβίβαστο που προτάσσει ο Χριστός μας και κατά πόσο αυτό είναι συμβατό με την πραγματικότητα;

Αδιανόητη αλιεία

Κουρασμένος ο Πέτρος, μαζί με τον αδελφό του Ανδρέα, έραβαν τα δίχτυα τους στην όχθη της λίμνης Γεννησαρέτ. Η προηγούμενη βραδιά, εκτός από εξαντλητική, ήταν συνάμα και απογοητευτική· παρόλη την κοπιώδη προσπάθεια, οι έμπειροι ψαράδες δεν έπιασαν τίποτα. Κι ενώ η κούραση και η θλίψη ήταν πρόδηλες, έρχεται ο γνωστός τους από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο Διδάσκαλος και ζητά μια χάρη. Ήταν τόσος πολύς ο κόσμος που τον ακολουθούσε, ώστε ο μόνος τρόπος να καταφέρει να τους μιλήσει ήταν να καθίσουν όλοι στην αμφιθεατρική πλαγιά του λόφου που κατέληγε στη λίμνη κι Εκείνος μέσα από κάποιο πλοιάριο να τους απευθύνει λόγους σε μικρή απόσταση από την ακτή. Κι απ’ όλα τα πλοιάρια ο Διδάσκαλος διάλεξε αυτό του Πέτρου…

Χωρίς αντίρρηση, παρ’ όλη την κούραση και τη στενοχώρια του, ο Πέτρος ξανοίγεται λίγο και εξυπηρετεί τον Χριστό μας. Κι όταν Εκείνος τελειώνει, ο Πέτρος, ήδη ξάγρυπνος πολλές ώρες, ακούει τον Διδάσκαλο να του δίνει μια απροσδόκητη εντολή μέρα μεσημέρι: ‹‹Επανάγαγε εις το βάθος και χαλάσατε τα δίκτυα υμών εις άγραν››. Που ακούστηκε επαγγελματικό ψάρεμα μες στο καταμεσήμερο; Τη στιγμή μάλιστα που η προηγούμενη βραδιά αποδείχθηκε τόσο άκαρπη και το μάζεμα των διχτύων είχε μόλις τελειώσει ώστε να είναι έτοιμα για τη νέα νυχτερινή εξόρμηση;

Η ευλογία του Θεού

Πολλές φορές οι άνθρωποι με απόλυτη επιστημονικότητα και άψογη λογική σχεδίασαν πλάνα, κατάρτισαν προγράμματα, επιχείρησαν την υλοποίηση μεγάλων οραμάτων. Και πάμπολλες φορές απροσδόκητα απέτυχαν, σε σημείο που να προέλθει το παροιμιώδες ‹‹Ο Θεός βλέπει τα προγράμματα των ανθρώπων και γελάει››. Άλλες πάλι φορές, παρά πάσα προσδοκία πέτυχαν χωρίς όλα τα προηγούμενα, με μόνο εφόδιο την πίστη στον Θεό. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι παλαιότερα, με ο,τι κι αν καταπιάνονταν, συνήθιζαν να λένε και να το εννοούν: ‹‹Πρώτα ο Θεός››. Γι’ αυτό και μέχρι σήμερα είναι ευλογημένη συνήθεια, ο,τι επιχειρούμε να το ξεκινάμε με αγιασμό, με ευλογία του ιερέως, με συνειδητή προσευχή.

Στην ιστορία του γένους των Ελλήνων, υπάρχουν πολλές στιγμές, οι οποίες σαν τη θαυμαστή αλιεία του Πέτρου σημασιοδοτούν την κατάργηση των αρχών της οικονομικής επιστήμης και, με πρόταγμα τη φιλανθρωπία, αποτυπώνουν επιτυχίες συνδυαστικά και στο πνευματικό και το οικονομικό επίπεδο. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στο οικονομικό και πνευματικό απόγειο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπήρχαν επίσημα θεσμοθετημένες περίπου εκατόν εξήντα ημέρες εκκλησιαστικών αργιών. Οι εργάσιμες ημέρες ήταν περίπου διακόσιες, κι όμως τα θησαυροφυλάκια του κράτους ξεχείλιζαν από πλούτο, ώστε πολλοί αυτοκράτορες δεν έκαναν πολέμους, αλλά εξαγόραζαν τους βαρβάρους για να μην κάνουν επιδρομές. Κι εμείς σήμερα, έχοντας περικόψει τόσες άλλες, προσβάλλουμε ενσυνείδητα και την Κυριακή αργία…

Στην εποχή του ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, δρώντας τελείως αντιπαραγωγικά κατά τα σημερινά δεδομένα, κήρυττε εμφατικά την κατάργηση των κυριακάτικων παζαριών και τη μετάθεσή τους σε άλλη μέρα, ώστε η Κυριακή να είναι ημέρα αφιερωμένη στον αγιασμό, την οικογένεια και την ανάπαυση. Όπου τον άκουσαν, όχι μόνον προόδευσαν σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας, αλλά εξαλείφθηκε και το φαινόμενο του εξισλαμισμού. Σήμερα, οχυρωμένοι πίσω από οικονομικά επιχειρήματα, στατιστικές και αριθμούς, πολλοί πιέζουν για επιβολή ενός μοντέλου που με μόνο προτάγμα την επίτευξη οικονομικών στόχων απανθρωποποιεί τον άνθρωπο, καθώς τον εξαντλεί μεταξύ απαράδεκτων όρων εργασίας και του φάσματος της ανεργίας.

Η εποχή μας διεκδικεί κατά τα οικονομικά επιτάγματα την υιοθέτηση πρακτικών που κατά την αντίληψη της Εκκλησίας συνιστούν αμαρτία. Και η αμαρτία αποδιώκει την ευλογία του Θεού. Και χωρίς αυτήν, ασχέτως προσπαθειών, όλα είναι καταδικασμένα στην αποτυχία. Ο αγώνας μας, ως χριστιανών, έγκειται στο να ελκύσουμε με τον τρόπο της ζωής μας τη θεία ευλογία, ώστε όλα να γίνουν κατά Θεόν, να ξεπεραστούν τα προβλήματα και να υπάρχει η ανάπαυση της ήσυχης συνείδησης.

 

Πηγή

 
 
 

ΚΑΝΑ: Η προσευχή ως μεσιτεία

Από το πρώτο κιόλας θαύμα του Χριστού, ο ρόλος της Θεοτόκου αναδεικνύεται με τρόπο σαφή και αναντίρρητο. Κάποιες λεπτομέρειες στο γεγονός της Κανά μαρτυρούν τον διαρκή ρόλο της στης πορεία της ανθρωπότητας. Μέσα σε ένα γλέντι με πολλούς προσκεκλημένους, φασαρία και διάχυτη ευφροσύνη, η ματιά της Παναγίας μας εντοπίζει την έλλειψη. Πολλοί από τους παριστάμενους ούτε που θα είχαν καταλάβει πως το κρασί τελείωσε. Εκείνη όμως το γνωρίζει. Και το γνωρίζει, όπως όλοι οι άνθρωποι αγάπης έχουν τον νου τους. Ενδιαφέρονται, προστατευόταν, αγωνιούν και ενεργούν. Στην Κανά δρα ως φύλακας άγγελος, του οποίου η αγάπη θέλει να προλάβει. Την ώρα που όλοι απολαμβάνουν, εκείνη σκεπάζει. Την ώρα που όλοι γιορτάζουν, εκείνη προστρέχει.

Η προστατευτικότητα αυτή οδηγεί σε δράση. Τι δράση όμως; «Οίνον ουκ έχουσι» (Ιω. 2,3), λέει διακριτικά στον Υιό της. Πώς να ελέχθη αυτή η ρήση; Με ευγένεια, με αγωνία, με παρρησία μητρική, με παράκληση επίλυσης; Όπως και αν ελέχθη, το γεγονός είναι ένα: Η Παναγία αναλαμβάνει να μεταφέρει στον Χριστό την ανάγκη επίλυσης μιας δυσκολίας. Δεν γνωρίζει ο Κύριος πάντοτε τα πάντα; Οπωσδήποτε ναι. Να όμως που συμβολικά και προτυπωτικά αναλαμβάνει εκείνη να προεκτείνει το γεγονός του Ευαγγελισμού. Τι συνέβη τότε; Όλη η ανθρωπότητα ανταποκρίνεται με εκείνο το «γένοιτο» στην θεία φιλανθρωπία. Και τώρα -και πάντα-, εκείνη είναι που εκφράζει τον πόθο του ανθρώπου να καταθέσει στην χάρη του Θεού την κάθε είδους δυσκολία, που οι φτωχοί ανθρώπινοι υπολογισμοί δεν κατάφεραν να αποτρέψουν. Με εκείνο το «οίνον ούκ έχουσι», η Παναγία συμπυκνώνει την πανανθρώπινη ικεσία και την πιο βαθιά πανανθρώπινη προσευχή για επέμβαση του Θεού, προκειμένου να αναπληρωθούν τα ελλείποντα.

Ο ρόλος της όμως δεν σταματά εδώ. Αμέσως μετά, ο Θεός φαίνεται να την επιπλήττει. Σχεδόν την απαρνείται: «Τι εμοί και σοι γύναι;»(Ιω. 2,4), της λέει. Και εδώ ενδιαφέρον θα είχε να αναρωτηθεί κανείς το πώς ελέχθη αυτή η φράση. Σε τι ύφος, σε τι τόνο; Πρόκειται αλήθεια περί επιπλήξεως; Ή μήπως για πρόσκληση συνειδητοποιήσεως μιας σχέσης; Αλήθεια, κάθε φορά που προσευχόμαστε, τι απαντάμε στο ερώτημα αυτό; Τι είναι για μας ο Θεός στον οποίον απευθυνόμαστε; Μια περιστασιακή πηγή άντλησης εξυπηρετήσεων ή το κεντρικό πρόσωπο στη ζωή μας;

Η Παναγία Μητέρα Του στο ερώτημα αυτό δεν έχει καμία αμφιβολία. Γι΄ αυτό και με αυτοπεποίθηση και βεβαιότητα απευθύνεται στους οικοδεσπότες και τους προτρέπει: «ό,τι αν λέγη υμίν, ποιήσατε» (Ιω. 2,5). Εμμέσως όμως απευθύνεται και προς εμάς και μας καλεί σε μια ετοιμότητα αποδοχής του θείου θελήματος. Και μάλιστα, όχι απλής αποδοχής, αλλά έμπρακτης και συνεπούς εφαρμογής. Αμφίδρομος λοιπόν εμφανίζεται ο ρόλος της Παναγίας: Από τη μια δέεται εκ μέρους των ανθρώπων, επιδιώκοντας ουσιαστικά να καταβιβάσει τους οικτιρμούς του Θεού προς την γη, από την άλλη προτρέπει τους ανθρώπους να ακολουθήσουν το παράδειγμα της, δηλαδή να ταυτίσουν το θέλημα τους με το θέλημα του Θεού, επιδιώκοντας να αναβιβάσει τον άνθρωπο στον ουρανό. Αυτό που εκείνη πραγματοποίησε στον Ευαγγελισμό, καλεί τώρα όλους εμάς να το ακολουθήσουμε. Αυτή η πρώτη προσευχή στην Κανά, με την Παναγία ουσιαστικά σε ρόλο Αρχιερέως, αποτελεί γεγονός, το οποίον διαιωνίζεται, κάθε φορά που η Εκκλησία στρέφει το βλέμμα της ικετευτικά προς τον Ουρανό.

Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ

 

Πηγή

 

 

 

Ταπείνωση και Αυτονομία

Ταπείνωση [316] και Αυτονομία

Οι άγιοι ασκούνται στις αρετές υπομένοντας θλίψεις και ταλαιπωρίες με αυταπάρνηση, μιμούμενοι τον Χριστό. Αν ο άνθρωπος απαρνηθεί εντελώς τον εαυτό του κινούμενος σε ηθικό και ψυχολογικό επίδεδο, οπωσδήποτε θα πέσει σε βαριά ψυχική ασθένεια. Οι άγιοι εγκαταλείπουν την εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και συνάμα προσφέρουν όλη τους την ύπαρξη στον Θεό, αποφεύγοντας μ’ αυτόν τον τρόπο την απελπισία και τον αφανισμό [317].Όσο απαρνείται ο άγιος τον εαυτό του, τόσο τον αποδέχεται ο Θεός και όσο ταπεινώνει ο άνθρωπος τον εαυτό του, τόσο τον εξυψώνει ο Θεός. Η ταπείνωση των αγίων είναι η «απόδειξη της ύπαρξης του Θεού» (αν θα μπορούσαμε να πούμε κάτι τέτοιο), γιατί αν δεν υπήρχε ο Θεός να τους εξυψώνει καθώς «μειώνουν» τον εαυτό τους, πολύ πιθανόν να έπεφταν στην απόγνωση η και την κατάθλιψη. Ο λόγος που δεν συμβαίνει αυτό είναι διότι στην προσωπική τους ταπείνωση, προβάλλεται το πρόσωπο του Θεού και η ταπείνωσή Του. Έτσι βιώνουν την απερίγραπτη αγάπη Του, μέσα στην οποία κάθε θλίψη βιώνεται ως χαρά και κάθε ταλαιπωρία ως ανάπαυση. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης λέει: «μόνον εις τους ταπεινούς εμφανίζεται ο Κύριος εν Πνεύματι Αγίω, και εάν δεν ταπεινωθώμεν, δεν θα ίδωμεν τον Θεόν. Η ταπείνωσις είναι το φως, εν ω δυνάμεθα να ίδωμεν τον Θεόν-Φως» [318].

Σε τελική ανάλυση, μόνο με την ταπείνωση μπορεί να υπάρξει αληθινή αυτονομία. Ο άνθρωπος ετερονομείται απ’ την αμαρτία και τον διάβολο στον βαθμό που του λείπει η ταπείνωση και βασιλεύει εντός του η υπερηφάνεια, που αποτελεί, όπως ήδη αναφέραμε, «δαιμονιώδες ήθος» [319]. Οι άγιοι, έχοντας ισχυρό πόλεμο με τους δαίμονες, νίκησαν με την ταπείνωση την αμαρτία και οδηγήθηκαν στην αυτονομία. Σύμφωνα με την φιλοκαλική παράδοση, το ισχυρότερο όπλο κατά του διαβόλου και της αμαρτίας είναι η ταπείνωση. Ο διάβολος δεν έχει καμία εξουσία και δύναμη στον ταπεινόφρονα άνθρωπο, ακριβώς επειδή η ταπεινοφροσύνη είναι κάτι το οποίο δεν μπορεί να έχει, εξαιτίας της υπερηφάνειάς του, που αποτέλεσε την αιτία της δικής του πτώσης.

Ο ταπεινόφρων άνθρωπος έχει αληθινή αυτογνωσία, κάτι το οποίο είναι απαραίτητο για την εύρεση της ηθικής αυτονομίας. Το να γνωρίζεις ότι είσαι δημιούργημα και ότι έχεις «το είναι δεδανεισμένον» [320] δεν αποτελεί ανελευθερία. Οι ανθρωπιστές φιλόσοφοι υποστηρίζουν ότι αυτός που ταπεινώνεται, χάνει την ελευθερία του. Νομίζουν, για παράδειγμα, ότι ο άσωτος υιός που επέστρεψε στον οίκο του πατρός, υποτάχθηκε δουλικά στον πατέρα. Με άλλα λόγια υποστηρίζουν ότι η άρνηση της υιότητας αποτελεί αυτονομία. Το να αναγνωρίζεις όμως με ταπείνωση ότι είσαι αυτό που είσαι δεν είναι ετερονομία, αλλά η αλήθεια [321]. Η ταπεινή γνώση του εαυτού δεν είναι δουλική υποταγή, αλλά μία εσωτερική νίκη κατά του εγωκεντρισμού [222], της κατεξοχήν δουλικής κατάστασης. Γι αυτό, παρατηρείται ότι ο άσωτος υιός δεν απελευθερώθηκε τελικά απ’ την «εξουσία του πατρός», αλλά υποδουλώθηκε στα πάθη, με συνέπεια την «υπαρξιακή αποτυχία, την εξαθλίωση και τον φόβο» [323]. Η αληθινή αυτονομία υπάρχει στην γνώση της υιότητας, αφού ο Πατήρ είναι η αληθινή ταυτότητα του ανθρώπου και έτσι διαφυλάσσεται το αυθεντικό του είναι. Το ότι ο άγιος αναγνωρίζει ότι είναι παιδί του Θεού, αποτελεί πρώτα την αλήθεια του ανθρώπου και επομένως, την χαρά και την ειρήνη της ζωής του, χωρίς να περιορίζεται η ελευθερία του.

Προς ενίσχυση του παραπάνω λόγου, παρατίθεται η άποψη του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, όπως παρουσιάζεται στις ομιλίες του: Εις τους Μακαρισμούς. Παίρνοντας αφορμή απ’ το «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι» [324], λέει ότι πτωχεία εννοείται η ταπεινοφροσύνη και είναι πρώτα-πρώτα ιδίωμα του Θεού, όπως όλα τα χαρακτηριστικά της μακαριότητας που παρουσιάζονται στους μακαρισμούς. Έπειτα, κάνει σαφές το γεγονός ότι, παρόλο που όλα τα άλλα που παρατηρούμε στη θεία φύση υπερβαίνουν τα όρια της ανθρώπινης φύσης, «η δε ταπεινότης συμφυής τις ημίν εστι και σύντροφος τοις χαμαί ερχομένοις και εκ γης την σύστασιν έχουσαν και εις γην καταρρέουσιν», έτσι είναι φυσικό και δυνατό στον άνθρωπο να μιμηθεί τον Θεό σ’ αυτό και να λάβει την μακάρια μορφή [325].

Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς παρατηρεί για τον διάβολο ότι, λόγω κακής θελήσεως, έχει πάψει να είναι κτίσμα του Θεού και ίσως έχει ξεχάσει ότι κάποτε ήταν [326]. Γι αυτόν τον λόγο, ο άνθρωπος που λησμονεί ότι είναι κτίσμα του Θεού, μιμείται τον διάβολο και γίνεται ίδιος μ’ αυτόν, μόνος και δυστυχισμένος. Στα πρώτα στάδια της πνευματικής τελείωσης, η ταπεινοφροσύνη παρουσιάζεται δύσκολη, λόγω της ισχυρής παρουσίας της αμαρτίας μέσα στον άνθρωπο. Στο στάδιο που ανήκουν οι άγιοι, η ταπεινοφροσύνη βιώνεται ως ελευθερία, αφού είναι η αλήθεια. Ο διάβολος, που αποκαλείται και πατήρ του ψεύδους [327], προσπαθεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στο ψέμα, δηλαδή να τον κάνει να ξεχάσει τη συγγένειά του με τον Θεό, που όπως είπαμε, η λήθη του Θεού είναι πρόξενος της υποδούλωσης στα πάθη.

Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ

 

Παραπομπές:

316. Στις σελίδες που ακολουθούν, οι όροι ταπείνωση, ταπεινοφροσύνη και κένωση έχουν το ίδιο περιεχόμενο εκφρασμένο με διαφορετικό τρόπο, γι αυτό η ιδιαίτερη χρήση του καθενός όρου γίνεται για να τονισθεί η διαφορετική έκφανση του αυτού περιεχομένου.
317. Βλ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Ο Αόρατος Πόλεμος, Ν. Σκήτη Αγίου Όρους 11η εκδ. 2015, σσ. 32-35.
318. Αρχιμ. Σωφρονίου, Ό.π., σ. 385.
319. Ιωάννου Σιναΐτου, Κλίμαξ 23, PG 88,965C.
320. Μαξίμου Ομολογητού, Ἑρμηνεία εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, PG 90,893C.
321. Η ταπείνωση δεν είναι ξένη προς την φύση του ανθρώπου. Ο Γεώργιος Μαντζαρίδης σημειώνει: «Ὃσο προχωρεῖ (ο άνθρωπος) στήν ταπείνωση, τόσο πιό ἀνώδυνη καί φυσική τήν αἰσθάνεται» Χριστιανική Ηθική ΙΙ, σ. 72.
322. Ν. Μπερδιάεφ, Θείον και ανθρώπινον, (η υπαρξιακή διαλεκτική των σχέσις), μετάφραση-εισαγωγή-σχόλια Πρ. Π. Αντωνιάδου, Θεσσαλονίκη 1982. σ. 181. Πρβλ. Κώστα Δεληκωσταντή, Το ήθος της ελευθερίας, σ. 84.
323. Κώστα Δεληκωσταντή, Ό.π., σ. 85.
324. Ματθ. 5, 3.
325. PG 44, 1200D.
326. Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, σ. 67.
327. Βλ. Ιωανν. 8, 44.

Πηγή