ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ-Ό,τι μας λείπει,ο Χριστός το αναπληρώνει

Από τότε ήρξατο ο Ιησούς κηρύσσειν και λέγειν. «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 4, 17)
«Από τότε άρχισε κι ο Ιησούς να κηρύττει και να λέει: Μετανοείτε, γιατί έφτασε η βασιλεία του Θεού»
 
 
   Αναζήτηση της γης ή του τρόπου ή των προσώπων της ευτυχίας είναι το ταξίδι της ζωής μας. Και η ευτυχία νοείται στον παρόντα κόσμο. Ο πολιτισμός μας άλλωστε επισημαίνει τους τρόπους με τους οποίους σήμερα, εδώ και τώρα, μπορούμε να ευτυχήσουμε. Αν έχουμε την οικονομική άνεση για να μπορούμε όχι μόνο να καλύπτουμε τις ανάγκες μας, αλλά για να καταναλώνουμε ό,τι θεωρείται πρότυπο, αν μπορούμε να ικανοποιούμε τις σαρκικές επιθυμίες μας, διότι δικαιούμαστε τον έρωτα και όχι μόνο τον δεσμευτικό, αλλά κυρίως τον σωματικό με όποιον ή όποια θέλουμε, αν έχουμε ασφάλεια στην πορεία μας, χωρίς κανείς να μας θίγει, αν δεν έχουμε στενοχώριες, είτε με την μορφή της ασθένειας και του θανάτου είτε με την μορφή της απόρριψής μας από τους άλλους, αν μπορούμε να ζήσουμε χρόνια πολλά και καλά με την βοήθεια της επιστήμης, τότε έχουμε εισέλθει στην οδό της ευτυχίας. Κλειδί είναι το ΕΓΩ. Η ευτυχία είναι υπόθεση προσωπική. Οι άλλοι με τους οποίους συναναστρεφόμαστε οφείλουν να μας συνδράμουν στην προσπάθεια αυτή, αν, όπως ισχυρίζονται, μας αγαπούνε. Κι εμείς μπορούμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτούς, αν και συχνά η ίδια η παρουσία μας είναι πολλαπλώς ευεργετική γι’ αυτούς. Εμείς όμως προηγούμαστε, όχι εκείνοι. 
 Στην πορεία αυτή η ήττα και ο θάνατος κρύβονται. Γι’ αυτό και η χριστιανική παράδοση δυσκολεύει ιδιαίτερα τους ανθρώπους των καιρών μας. Η πίστη συνοδεύεται από αυτό που ονομάζουμε ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ. Κάθε τι που κάνουμε στα πλαίσια της ζωής της Εκκλησίας έχει μέσα του ένα προσδοκώμενο. Αυτό της βασιλείας των Ουρανών για την οποία αξίζουν και ο κόπος και η υπομονή. Και η Βασιλεία των Ουρανών δεν είναι αφηρημένη υπόθεση, αλλά έχει να κάνει με την κοινωνία με τον ΧΡΙΣΤΟ στην ζωή της ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.
 Νηστεύουμε για παράδειγμα διότι προσδοκούμε τον Νυμφίο των καρδιών μας

για να συνεορτάσουμε μαζί Του το Πάσχα ή τα Χριστούγεννα. Αγαπούμε και συγχωρούμε διότι Εκείνος πρώτος μας αγαπά και μας συγχωρεί και περιμένουμε και την δική Του συγχώρεση τόσο στον παρόντα χρόνο όσο και στην αιωνιότητα. Χαιρόμαστε την ζωή μας μέσα από το ήθος της Εκκλησίας, το οποίο είναι ανατρεπτικό της προτεραιότητας του ΕΓΩ χωρίς να αρνείται την μοναδικότητά του, καθώς το εντάσσει στο ΕΜΕΙΣ, στην συνάντηση με τον πλησίον, και περιμένουμε την μεταμόρφωσή μας μέσα από την υπέρβαση των παθών, όχι για να δικαιωθούμε, αλλά για να μπορέσουμε να ανοιχτούμε στον συνάνθρωπό μας χωρίς το ΕΓΩ μας να μας αποτρέπει, στην λογική του συμφέροντος. Προσδοκούμε όχι τον θάνατο, αλλά την Ανάσταση. Γι’ αυτό γνωρίζουμε ότι δεν είμαστε αναντικατάστατοι, αλλά κάνουμε το χρέος μας ελπίζοντας διά της πίστεως ότι θα βρούμε φως στο σκοτάδι, χωρίς να φοβόμαστε την ήττα, αλλά και χωρίς να συμβιβαζόμαστε μ’ αυτήν!
 Το πρώτο κήρυγμα του Χριστού μετά την βάπτισή Του στον Ιορδάνη από τον Πρόδρομο είναι συνέχεια του κηρύγματος του Βαπτιστή: «είναι κοντά, έφτασε η βασιλεία των ουρανών». Έφτασαν δηλαδή η χάρις, η αλήθεια, η νέα ζωή, με την παρουσία Του. Και δεν έχουν ως προϋποθέσεις τους το χρήμα, την δύναμη, το συμφέρον, την ικανότητα του ΕΓΩ να ξεχωρίζει, το ψέμα ή έναν υλικό κόπο υπερβολικό, που απομυζά κάθε ικμάδα ζωής, αλλά την κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού, την αγάπη, την πτωχεία των παθών, την ταπεινότητα, την αλήθεια κι έναν πνευματικό κόπο, ο οποίος στηρίζεται στην προσευχή και την ελεημοσύνη της καρδιάς, όπως επίσης και στην πάλη εναντίον των λογισμών, οι οποίοι μας βασανίζουν για να υπερτονίσουν το ΕΓΩ. Ο Χριστός είναι το κλειδί. Και την ίδια στιγμή η μετάνοια.
Αυτό το «μετανοείτε» είναι μία συνεχής υπόμνηση αλλαγής προτεραιοτήτων. Η Βασιλεία των Ουρανών δεν είναι για τους τέλειους, αλλά για όλους. Δεν είναι γι’ αυτούς που τα κάνουν όλα σωστά, αλλά και για εκείνους που μετανιώνουν για τον προσανατολισμό της ζωής τους, για τα λάθη και τα πάθη τους, που αφήνουν το ΕΓΩ δίπλα και εγκολπώνονται τον Χριστό και την αγάπη. Η Βασιλεία των Ουρανών είναι για όσους θέλουν να είναι ελεύθεροι. Είναι τελικά ένας δρόμος που χωρά στην πορεία του όλους μας. Αρκεί να ακούμε Χριστό και να ζούμε Χριστό!
Δεν θα μας επαινέσουν οι άνθρωποι. Οι πολλοί θα πούνε ότι ο τρόπος της Βασιλείας είναι στην καλύτερη περίπτωση μία μεταφυσική υπόσχεση. Συνήθως θα πούνε ότι οι χριστιανοί χάνουν την χαρά της ζωής. Δεν γνωρίζουν, ίσως και δεν γνωρίζουμε, ότι η κοινωνία με τον Χριστό στην ζωή της Εκκλησίας, στην βασιλεία της Θείας Ευχαριστίας, στο κάλλος της αγάπης που συγχωρεί και μοιράζεται, στην τόλμη να μην φοβόμαστε ήττα και θάνατο αλλά να προχωρούμε και προς τα εκεί με πίστη και ελπίδα κάνουν την ΠΡΟΣΜΟΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ! Ό,τι μας λείπει, ο Χριστός το αναπληρώνει , δείχνοντάς μας την αγάπη του Τριαδικού Θεού, ο Οποίος επεφάνη εν Ιορδάνη για να ανοίξει την οδό της καινής κτίσεως για όλους. Χωρούμε όλοι. Ας προσευχόμαστε για μας, αλλά και για όσους γνωρίζουμε, να οικειωθούμε τον τρόπο. Και ο Χριστός θα δώσει τις ευκαιρίες, ώστε ουδείς να αισθάνεται ως μη κεκλημένος στην χαρά και το φως της Βασιλείας των Ουρανών, στην ευτυχία του σήμερα και του αιώνιου!

 

 

 

Πηγή

 

 

 

 

Απαντήσεις σε ψυχολογήματα της εποχής

π. Σπυρίδων Σκουτής 
 

Διάβάζουμε στο διαδίκτυο διάφορα άρθρα του τύπου : «Βγάλε τους τοξικούς ανθρώπους από τη ζωή σου», «Η πολλή καλοσύνη βλάπτει», «Να αγαπάς όποιους σε αγαπάνε»,και άλλες τέτοιεςηθικολογικές «αγαπούλες» που τελικά δεν προάγουν πνευματικά τον άνθρωπο αλλά τον κλείνουν χειρότερα στον ναρκισσισμό του. Ο Σταυρός δεν υπάρχει πουθενά. Η δυσκολία , η άσκηση, η πάλη , η υπομονή , ο αγώνας δεν υπάρχουν. Να περνάω καλά χωρίς να κουνήσω το δακτυλάκι μου, όλα να μου πηγαίνουνε ωραία και να έχω τις ευλογίες του Θεού.
Ξεχνάμε όμως ότι «Τα αγαθά κόποις κτώνται και πόνοις κατορθούνται». Τίποτα δεν μας χαρίζεταιακόμα και η χάρις του Θεού που είναι δωρεά στον άνθρωπο, θέλει κόπο και αγώνα για να κρατηθεί. Θεραπεία χωρίς αγώνα δεν υπάρχει. Χρυσό μετάλλιο σε αγώνισμα με φαγοπότι από τον καναπέ δεν υπάρχει. Το μετάλλιο δεν το παίρνει ο θεατής που πίνει μπύρες παρακολουθώντας το άθλημα αλλά αυτός που στερήθηκε πολλά πράγματα. 

Ας δώσουμε κάποιες απαντήσεις στα ηθικολογικά ψυχολογήματα :
«Βγάλε τους τοξικούς ανθρώπους από τη ζωή σου»
Μήπως τελικά είμαι εγώ τοξικός για κάποιους άλλους; Αυτή την πλευρά θα τη δούμε κάποια στιγμή ; Γιατί να βλέπω τιξικότητα παντού ενώ μπορεί να έχω και εγώ θέμα σε σχέση με τους άλλους . Αλλά για να το δω χρειάζεται ταπείνωση. Αν όμως δε με διακρίνει πνεύμα ταπεινώσεως, τότε θα θεωρώ πάντα ότι δεν έχω εγώ το πρόβλημα αλλά ο άλλος κι εγώ θα καμαρώνω για κάποια δήθεν αναμαρτησία.
Πριν λοιπόν κοιτάξουμε τον άλλον και ανοίξουμε την σκανδάλη της γλώσσας ας κοιτάξουμε τον εαυτό μας στον διαγνωστικό πνευματικό καθρέφτη μήπως αρχίζουμε και βλέπουμε κάποια πράγματα και γίνει έστω κάποια μικρή πνευματική αρχή.


«Η πολύ καλοσύνη βλάπτει»
 Τότε κακώς οι Άγιοι αγάπησαν και θυσιάστηκαν μέχρι θανάτου. Από πότε η αρετή , η αγάπη, το αγαθό μπαίνει σε μπουκαλάκια και θερμόμετρα ; Για να μην πάθει κάτι ο εγωϊσμός μου; Η αγάπη δεν έχει τέλος , αλλιώς δεν είναι αγάπη είναι κάτι άλλο. Η καλοσύνη ως έξοδος αρετής αν της βάλεις όρια μόλις τη δολοφόνησες φρικτά. Όχι! Θα αγαπάμε μέχρι τέλους! Θα αγαπάμε μέχρι θανάτου ! Θα αγαπάμε ότι κι αν συμβεί ! Θα μοιράζουμε αγκαλιές και ας μας φτύνουν , θα αγαπάμε και ας μας βρίζουν . Δεν θα βάλουμε την ανθρωπολογική 

οντολογία σε μαθηματικές εξισώσεις. Δεν θα ακρωτηριάσουμε το ανθρώπινο είναι προς την φυσική του ροή για την πηγή της ζωής με φθηνές εγωιστικές καταστάσεις. Το άλλοθι της σημερινής εποχής είναι «Πρόσεξε μην πληγωθείς!». Θα αγαπώ και ας πληγωθώ, δεν με νοιάζει . Με νοιάζει που αγαπώ και αυτό αρκεί. Το τι θα κάνει η άλλη πλευρά είναι δικό της θέμα και όχι δικό μου.

Για να δούμε τι λέει ο Απόστολος Παύλος (Α΄ΚΟΡ Δ΄12-16): «Όταν μας βρίζουν, ευλογούμε. όταν μας καταδιώκουν, το ανεχόμαστε. Όταν μας δυσφημούν, παρακαλούμε ευγενικά. Σαν σκουπίδια του κόσμου γίναμε, όλων αποσφούγγισμα ως τώρα. Δε σας γράφω αυτά για να σας ντροπιάζω, αλλά σαν τέκνα μου αγαπητά σας νουθετώ. Γιατί και αν μύριους παιδαγωγούς έχετε στο Χριστό, όμως δεν έχετε πολλούς πατέρες. Γιατί στο Χριστό Ιησού μέσω του ευαγγελίου εγώ σας γέννησα. Σας παρακαλώ, λοιπόν, μιμητές μου γίνεστε.

«Να αγαπάς όποιους σε αγαπάνε» Εδώ έρχεται ο Κύριος και βάζει τα πράγματα στη θέση τους. «Εάν δεν αγαπήσετε όσους σας αγαπούν, ποιο μισθό θα έχετε; Δεν κάνουν το αυτό και οι τελώνες; Και εάν δείξετε στοργή στους φίλους σας μόνο, τι εξαιρετικό κάνετε; Δεν κάνουν έτσι και οι τελώνες; Να γίνετε λοιπόν τέλειοι, όπως ο Πατέρας σας ο ουράνιος είναι τέλειος» (Ματθ. 5, 38-48).
 Και τα τελευταία λόγια του Κυρίου επάνω στο Σταυρό βάζουν την ταφόπλακα στην κάθε μορφής φθηνή ηθικολογία της σημερινής εποχής «Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. κγ´ 34).
 Η αγάπη πάει παντού, δεν πάει μόνο στο βόλεμα γιατί τότε δεν είναι αγάπη . Είναι ο λύκος με το ένδυμα προβάτου που του αρέσουν οι αρπακτές για να βολευτεί. Η αγάπη πάει ακόμα στον εχθρό και στον διαφορετικό. Παει παντού και πάντα. Διαφορετικά μετατρέπεται σε ένα ηδονικό συναίσθημα που έχει μέσα του ένα φρικτό ναρκισσισμό και περιμένει ανταπόδοση για να τραφεί .
Η μαγκιά είναι να αγαπάς όπου δεν σε αγαπάνε, εκεί αρχίζει και μυρίζει αγιότητα.Δεν μπορεί Κύριε να ανέβηκες στον σταυρό για μένα χωρίς να φταις κι εγώ να ψάχνω ανταποδοτικές αγάπες όταν η δική Σου αγάπη δεν κοίταξε ποτέ τί θα πάρει αλλά το πώς να δοθεί και με οποιοδήποτε τίμημα.
Στην Ορθόδοξη πνευματική ζωή τον Σταυρό δεν τον κόβουμε με πριόνι αλλά τον αγκαλιάζουμε και ανεβαίνουμε επάνω. Τότε η στιγμή που ακούμε τις Πύλες του παραδείσου να ανοίγουν…
«Ο Θεός αγάπη εστί και ο μένων εν τη αγάπη εν τω θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ» (Α΄ Ιωάν. 4, 16).
Καλόν αγώνα!

 

 

 

Πηγή

 

 

 

 

Είμαστε έτοιμοι να ακούσουμε το Όχι του Θεού στην ζωή μας;

π. Σπυρίδων Σκουτής
 
 

   Το Όχι του Θεού όχι ως άρνηση κακίας αλλά ως παιδαγωγία, θεραπεία και  σωτηρία. 

Πολλές φορές προσευχόμαστε και επικαλούμαστε τον Θεό ζητώντας Του πράγματα για την ζωή μαςκαι περιμένουμε ότι θα τα κάνει. Μπορεί όμως, τα αιτήματα να πραγματοποιηθούν σε κάποια στιγμή που κρίνει ο ίδιος. Αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος. Κάποιες στιγμές Τον εκβιάζουμε, Τον αμφισβητούμε, Του ρίχνουμε ακόμα και ευθύνες. 
“Γιατί σε μένα ;Γιατί να το πάθω αυτό,γιατί να μη έρθουν τα πράγματα όπως τα είχα υπολογίσει ; Γιατί να μην αποκτήσω και εγώ εκείνο; Γιατί να μην έχω την ζωή του τάδε, θέλω εκείνο γιατί δεν μου το δίνεις; κλπ”.

Ο Θεός ψιθυρίζει: “Για την σωτηρία σου γίνονται όλα”. Ότι επιτρέπει ο Θεός, το επιτρέπει για την σωτηρία μας. Όχι για να παίξει μαζί μας ή να μας ταλαιπωρήσει σαν δυνάστης.
Πόσο είμαστε έτοιμοι άραγε να υποκλιθούμε στο Όχι του Θεού μετά από κάποιο αίτημα μας. ;

Κάποτε μια κυρία πήγε σε έναν γέροντα έχοντας μια σοβαρή ασθένεια. Ο ίδιος όταν την είδε της είπε:

 “Ξέρω τι ασθένεια έχεις , μπορώ να σε κάνω καλά αλλά δεν σε συμφέρει”. Κάτι θα ήξερε ο γέροντας μέσα από την αγιοπνευματική κατάσταση που ήταν για την σωτηρία αυτής της ψυχής.
  Άλλοτε πάλι , ένα παλικάρι πήγε σε ακολουθία ενός γυναικείου μοναστηρίου για να προσευχηθεί. Είχε επιθετικό καρκίνο και οι γιατροί του είπανε ότι είναι “λίγες οι μέρες του”. Όι μοναχές μάθανε για την δομασία του νέου. Πλησίασε η γερόντισσα το παλικάρι και του είπε να έρθει να προσκυνήσει και λείψανα που έχουν εδώ στο μοναστήρι για να παρακαλέσει τον Θεό να γίνει καλά. Και το παλικάρι απάντησε:
 “Καλή μου γερόντισσα….δεν ήρθα εδώ για να γίνω καλά. Ήρθα για να ετοιμαστώ για το ταξίδι που έρχεται, ήρθα για να προσκυνήσω τους αγίους και να τους παρακαλέσω να με πάρουν μαζί τους, ήρθα για να παρακαλέσω εσάς να εύχεστε ο Θεός να με συγχωρέσει, να με ελεήσει. Ήρθα σήμερα, γιατί μπορεί να μην μπορέσω να ξανάρθω…”
 Έβαλε μετάνοια στην γερόντισσα. Της φίλησε το χέρι. Του φίλησε το χέρι. Κατευθύνθηκαν προς τον ναό. Βάδιζαν και οι δύο σιωπηλοί. Μετά από λίγο ανεχώρησε από το μοναστήρι με μια ηρεμία στο πρόσωπό του. Ανεχώρησε μετά από λίγες ημέρες και από την ζωή αυτή. Ένας άνθρωπος που όπως είπαν οι δικοί του, ποτέ δεν παρακάλεσε τον Θεό να τον γιατρέψει, μονάχα να τον πάρει κοντά Του.Είδε τον καρκίνο ως ευλογία, την απώλεια ως κέρδος, τον πόνο ως φάρμακο, τον θάνατο ως ζωή. Δεν παρακάλεσε για τίποτα, μόνο για σωτηρία μέσα απο την προετοιμασία της ψυχή του. Αν παρακαλούσε θα έπαιρνε σαν απάντηση την σιωπή του Θεού , αλλά αυτή η σιωπή ήταν η μεγαλύτερη ευλογία. Σε τέτοιες δύσκολες καταστάσεις της ζωής ας μην ψάχνουμε απαντήσεις. Πολλές φορές η καλύτερη απάντηση είναι η σιωπή του Θεού στο αίτημα μας και όλα αυτά απο αγάπη και φιλανθρωπία.

 Το αίτημα της προσευχής αν δεν είναι εμποτισμένο με δίψα σωτηρίας τότε καταντάει βλασφημία ενώπιον του Θεού, έλεγε ένας γέροντας.
 Δεν είναι ο Θεός ένα υπέρτατο ΟΝ ικανοποίησης κοσμικών και εγωιστικών θελημάτων. Ο Θεός ως πατέρας περιμένει να του προσφέρουμε τις αμαρτίες μας και να περπατήσουμε στο δρόμο της μετάνοιας ώστε να γίνουμε ότι είναι εκείνος κατά φύση να γίνουμε εμείς κατά χάριν.
Ας πλησιάζουμε τον Κύριο όχι ως “ζήτουλες” κοσμικών αιτημάτων αλλά ως πεινασμένες υπάρξεις για σωτηρία και αιωνιότητα.

 “Κύριε Ιησού Χριστέ,ελέησον με” το πως το ξέρεις εσύ Κύριε εγώ απλά θα υποκλιθώ στο θέλημα Σου μέσα από την δυσκολία της αδυναμία μου. 

Αλλά ακόμα και στο πόνο θα πώ “Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν” γιατί ξέρω ότι είσαι Πατέρας μου και ότι κάνεις , γίνεται από την αγάπη Σου προς εμένα . Σε ευχαριστώ Κύριε ,και ας βγαίνει η φράση με δυσκολία. Δέξου την αδυναμία μου όχι ως έλλειψη πίστης αλλά ως πόνο από τα τραύματα των παθών που χρειάζονται γιατρό και εσύ είναι ο μόνος που γνωρίζει την θεραπεία μου. Όλα αυτά βρίσκονται στην μεγάλη σου αγκαλιά. Έλα Κύριε σε χρειάζομαι…

Το ΟΧΙ του Θεού σημαίνει ΝΑΙ στην αιωνιότητα και την σωτηρία…

Το δάκρυ που πέφτει από την καρδιάς ΜΑΣ ως θλίψη από την άρνηση του Θεού στο αίτημα μας, να ξέρουμε σίγουρα ότι θα καταλήξει στο χαμόγελο της Αναστάσεως. Αυτή είναι η μεγάλη μας προσδοκία και λαχτάρα…

 
 
 
 
 
 
 
 

Μερικοί λένε πως η ζωή μας είναι αρκετά σύντομη

 Μερικοί λένε πως η ζωή μας είναι αρκετά σύντομη. Νομίζουμε όμως πως από μόνοι μας συντομεύουμε το χρόνο της ζωής μας από την κατάχρηση, την παράχρηση και την ηθοφθορία…
 Αν τη ζωή τη χρησιμοποιήσουμε με σεβασμό, περίσκεψη και φειδώ είναι σίγουρα αρκετά μεγάλη. Ο άνθρωπος γενικά δεν εκτιμά τον χρόνο, τον αφήνει να κυλά ανεκμετάλλευτα, τον σπαταλά εύκολα, δεν τον αξιοποιεί, δεν τον χρησιμοποιεί χρήσιμα. Οι άνθρωποι ζουν συχνά ως επιγείως αθάνατοι.

   Δεν εξαγοράζουν τον καιρό, παρά το ότι οι ημέρες είναι αρκετά πονηρές. Ο χρόνος μακραίνει όσο ο άνθρωπος αυξάνεται πνευματικά, όσο πλησιάζει το βάθος και την ιερότητα του νοήματος της ζωής…
  Μερικοί γέρασαν χωρίς να ζήσουν όντας γέροι και νέοι γέρασαν προτού να μεγαλώσουν. Φοβούνται τον θάνατο, παρότι δε γνωρίζουν να ζήσουν. Χάνουν τη ζωή μέσα από τα χέρια τους δίχως να τη ζήσουν. Δεν ξέρουν ούτε τι είναι ζωή, ούτε τι είναι θάνατος, ούτε πιο είναι το ουσιαστικό νόημα της ζωής του ανθρώπου…

Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης
 
 
 
 
 
 
 

Μακάριος ο άνθρωπος που ελπίζει στον Κύριο!

Αγίου Νεκταρίου
 

Πόσο ωραία, πόσο ευχάριστη, πόσο χαριτωμένη είναι η εικόνα εκείνου που ελπίζει στον Θεό που σώζει, στον Θεό των οικτιρμών, τον Θεό του ελέους, τον αγαθό και φιλάν­θρωπο Θεό.


 Αληθινά μακάριος είναι ο άνθρωπος που ελπίζει στον Θεό! Ο Θεός είναι πάντα βοηθός του και δεν φοβάται ό,τι κακό κι αν του προξενήσει άνθρωπος. Ελπίζει στον Κύριο και πράττει τα αγαθά! Κάθε του ελπίδα την έχει εναποθέσει σ’ Αυτόν, και σ’ Αυτόν εξομολογείται με όλη του την καρδιά. Είναι το καύχημά του, είναι ο Θεός του και Τον επικαλείται μέρα και νύχτα. 
Το στόμα του ωραίο, αναπέμπει αίνους στον Θεό, τα χείλη του, πιο γλυκά από μέλι και κερί σαν ανοίγουν για να ψάλλουν στον Θεό· η δε γλώσ­σα του γεμάτη χάρη, κινείται προς δοξολογία Θεού.
Η καρδιά του είναι έτοιμη να Τον επικαλεσθεί, η διάνοια του έτοιμη να ανυψωθεί προς Αυτόν, η ψυχή του είναι προ­σηλωμένη στον Θεό και «η δεξιά του Κυρίου αντελάβετο αυτού». «Εν τω Κυρίω επαινεθήσεται η ψυχή αυτού». Ζητά και λαμβάνει από τον Θεό αυτό που ζητά η καρδιά του. Ζητά και βρίσκει όσα ποθεί. Κρούει και του ανοίγονται οι θύρες του ελέους.

  Αυτός που ελπίζει στον Κύριο επαναπαύεται σε ήσυχα νερά. Ο δε Κύριος του δίνει πλούσια τα ελέη του. Η δεξιά του Κυρίου κατευθύνει την πορεία του και δάκτυλος Κυρί­ου τον καθοδηγεί στους δρόμους του.

  Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν αστοχεί. Η ελπί­δα του δεν πεθαίνει ποτέ. Ο Θεός είναι η προσδοκία του, η ακρότατη επιθυμία της καρδιάς του. Προς Αυτόν στε­νάζει η καρδιά του όλη την ημέρα: «Κύριε μην αργήσεις, σήκω, κάνε γρήγορα, έλα και απομάκρυνε από την ψυχή μου κάθε ανάγκη, εξάγαγε εκ φυλακής την ψυχή μου! Θα σε δοξολογήσω με όλη μου την καρδιά Κύριε. Σε Σένα θα απευθύνεται κάθε λόγος που θα βγαίνει απ’ το στόμα μου».

  Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, ευλογεί τον Ύψιστο, τον λυτρωτή του και αγιάζει «το όνομα το άγιον αυτού». Ελπί­ζει και από τα βάθη της καρδιάς του κραυγάζει προς τον Θεό: «Κύριε πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω σου;».
Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, θα επικαλεσθεί τον Ύψιστο για να εισέλθει στο αγιαστήριό Του, για να δει και να χαρεί τα θαυμάσια Του· και ο Κύριος θα ακούσει τη φωνή της δέησής του.

  Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, απολαμβάνει άκρα ειρή­νη· γαλήνη επικρατεί στην καρδιά του και στην ψυχή του βασιλεύει πλήρης αταραξία. Όταν έχει βοηθό του τον Θεό, από τί να φοβηθεί; Από τί να δειλιάσει; Αν ξεσηκωθεί ενα­ντίον του πόλεμος, δεν πτοείται, γιατί ελπίζει στον Κύριο. Αν τον καταδιώξουν πονηροί δεν φοβάται, γιατί ξέρει ότι όλα είναι υπό τον έλεγχο του Κυρίου. Δεν ελπίζει στο τόξο του ούτε στη φαρέτρα του· ούτε εξαρτά τη σωτηρία του από τη ρομφαία, αλλά από τον Κύριο και Θεό του, που μπορεί να τον γλιτώσει από τα χέρια αυτών που τον πολεμούν, από την παγίδα του αμαρτωλού και από την καταιγίδα. Είναι πεπεισμένος για τη δύναμη του Κυρίου και «επί τον βραχί­ονα τον υψηλόν αυτού και ο Κύριος σώσει αυτόν».

  Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, βαδίζει ήρεμος στον αγώνα της ζωής του και διανύει τον δρόμο αυτό δίχως το άγχος των μερίμνων. Εργάζεται ακατάπαυστα το αγαθό, το ευάρεστο και τέλειο, τα δε έργα του τα ευλογεί ο Θεός. Σπέρνει ευλογημένα και λαμβάνει πλούσιους τους καρπούς των κόπων του. Έχει θάρρος στον Κύριο και δεν παρεκτρέπεται από τους πειρασμούς που τον κυκλώνουν. Στις δοκιμασίες της ζωής δεν παραιτείται, αλλά ελπίζει, δι­ότι εκεί που τα πράγματα φαίνονται αδύνατα, ο Θεός φα­νερώνει τη διέξοδο. Μέσω της πίστης προσδοκά και την ελπίδα της δικαιοσύνης.
  Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν ελπίζει σε χρήματα, ούτε στο μέγεθος της δύναμής του, αλλά επαναπαύεται στη βοήθεια που θα του παράσχει ο Θεός.
Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι γεμάτος πίστη και αγάπη προς τον Θεό, ζει έχοντας θάρρος στην αγαθή του συνείδηση, εμφανίζεται με την παρρησία γιου απέναντι στον ουράνιο Πατέρα του και Τον επικαλείται για να έλθει η βασιλεία Του στη γη και το θέλημά Του να πραγματώνε­ται στη γη όπως και στον ουρανό.
Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι αφοσιωμένος ολο­κληρωτικά σ’ Εκείνον και υψώνει την καρδιά του στον αγαθό και αθάνατο Θεό. Ζητά απ’ Αυτόν το ύψιστο αγαθό και την αθανασία στη βασιλεία των Ουρανών, και ο Θεός τον εισακούει.
Μακάριος ο άνθρωπος που ελπίζει στον Κύριο!

 Το γνώθι σαυτόν, εκδ. Άθως, σ.101-104
 
 
 
 
 
 
 

“Πάτερ, γιατί με αντιπαθεί”;

Όσιος Ζωσιμάς της Αλάσκας.

Μια αδελφή παραπονέθηκε κάποτε στον όσιο Ζωσιμά για κάποιαν άλλη.
– Πάτερ, γιατί η τάδε με αντιπαθεί; Τί της έκανα;
– Ποιός σου είπε ότι σε αντιπαθεί; αντέδρασε εκείνος. Λάθος κάνεις! Από τον πονηρό είν’ αυτός ο λογισμός. Μην τον δέχεσαι!
– Όχι, γέροντα, κάτι έχει μαζί μου. Το δείχνουν και τα λόγια της και το φέρσιμό της. Αλλά και η καρδιά μου το πληροφορείται καθαρά.
– Καλά, ας υποθέσουμε πως έχεις δίκιο. Αλλά βγες στο δάσος και φώναξε: “Αγαπημένη μου αδελφή!…”. Η ηχώ θα σου απαντήσει το ίδιο. Ύστερα ξαναφώναξε: “Τρελή! Τιποτένια!…”. Τις ίδιες λέξεις θα επαναλάβει και η ηχώ.

Πίστεψέ με, στη σχέση δύο ψυχών, στην αμοιβαία τους επικοινωνία, συμβαίνει ό,τι και με την ηχώ. Κοίταξε, λοιπόν, πρώτα μέσα στην καρδιά σου. Θα διαπιστώσεις ότι είναι πράγματι αρνητικά προκατειλημμένη απέναντι στην αδελφή.

Επομένως, πρώτα-πρώτα γέμισε τη δική σου καρδιά με ειρήνη και αγάπη γι’ αυτήν. Και να είσαι βέβαιη ότι θα σου ανταποδώσει τα ίδια αισθήματα.

 

Πηγή

 

 

 

 

Η ηθική τής έκπληξης

‘’Ο Άνθρωπος αμάρτησε διότι έχασε τη δυνατότητα να εκπλήσσεται από τον εκπλήσσοντα Θεό’’. Κάπως έτσι περιγράφει την πτώση σύγχρονος ακαδημαϊκός θεολόγος. Δεν εξέπλητταν πια τον Άνθρωπο τα θεία μεγαλουργήματα, πλανήθηκε ότι μπορεί να τα κάνει και αυτός κι έτσι θέλησε να γίνει θεός στη Θέση τού Θεού. Κατά τον ίδιο τρόπο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η γαμήλια σχέση δυο ανθρώπων τελειώνει, όταν σταματά να εκπλήσσει ο ένας τον άλλο. ‘’Δυστυχώς όταν η ίδια η Θεολογία μας γίνει προβλέψιμη θα έχει τελειώσει’’, συμπλήρωσε ο Καθηγητής και το αμφιθέατρο ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Μπορούμε όμως να εντοπίσουμε ως ηθικά προβληματική μια κατάσταση, στην οποία δεν υπάρχει το στοιχείο τής έκπληξης, έχει τελειώσει και μια ανθρώπινη σχέση κανονιστικά (κατ)οχυρωμένη; Τι είναι ηθικό; Και τι είναι τελικά ανήθικο;

Δεν μπορούμε με έναν ορισμό να εξαντλήσουμε τον όρο ‘’ηθική’’. Μπορούμε όμως να δώσουμε την ετυμολογία της και να διακρίνουμε τα είδη της. Προέρχεται από τη λέξη ‘’έθος’’, που σημαίνει συνήθεια, κατά συνέπεια διαμορφώνεται η ε(η)θική συμπεριφορά μας. Μπορεί να υποδηλώνει τη σχέση τού ανθρώπου με το Θεό, μπορεί και τη σχέση τού Ανθρώπου με την εικόνα Του, δηλαδή τον άλλο Άνθρωπο, ή και τη σχέση με το περιβάλλον. Προϋποθέτει αυτεξούσιο και λογική.

Περιλαμβάνει ένα σύνολο αντιλήψεων, ιδεών, αξιών ή και νόρμες, που εμπνέουν τον Άνθρωπο στο να καθορίσει τη συμπεριφορά του: Την εμπνέει το ενάρετο, το αγαθό, το πρέπον, το δίκαιο, το ωφέλιμο. Αν αρχίσουμε και ερευνούμε τι είναι το κάθε ένα από αυτά, τότε μιλάμε πιά για την Ηθική ως επιστήμη, όπως διδασκόμαστε στα πανεπιστημιακά μαθήματα της Χριστιανικής Ηθικής.

Έτσι μπορούμε να διακρίνουμε αντίστοιχα τη χριστιανική Ηθική, την αρχαία ελληνική Ηθική, την κανονιστική Ηθική, την ωφελιμιστική Ηθική και δίπλα σε όλα αυτά την περιβαλλοντική Ηθική και τη Βιοηθική.

Ποια είναι όμως τα όρια τής κάθε μιας επιστήμης; Ποια είναι τα όρια τής γνωστικής ικανότητας τού νου; Ποια η έννοια της αντικειμενικότητας και ποια της υποκειμενικότητας; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που θέτει η γνωσιολογία στην επιστήμη της Ηθικής. Η πίστη είναι αντικειμενική, δεν σχετικοποιείται, αλλά η εμπειρία της είναι υποκειμενική. Ισχύει το ίδιο για την ηθική; Ισχύει το ίδιο για την αμαρτία;

Αν επιχειρήσουμε τώρα να δώσουμε και τον ορισμό τής αμαρτίας, θα μπορέσουμε απλά και μόνο να πούμε ότι είναι η έκπτωση από την ηθική; Μήπως είναι η έκπτωση μόνο από την Χριστιανική Ηθική; Ή αντίθετα μήπως είναι η άκριτη και με τη στενή έννοια υιοθέτησή της; Μπορεί να είναι αμαρτία η αποκλειστική υιοθέτηση τής ωφελιμιστικής Ηθικής;

Όμως η αμαρτία δεν είναι ούτε θέμα Ηθικής (Ethics), ούτε καν θέμα της ηθικής (morality), αλλά είναι θέμα οντολογίας. Εφόσον αφορά και τη σχέση με το Θεό, τότε, αμαρτία είναι η οντολογική απομάκρυνση από Αυτόν – όπως αναφέραμε προηγουμένως – αλλά και η οντολογική απομάκρυνση από μια Εικόνα Του που αγαπάμε. Εδώ, η κανονιστική ηθική – τα πρέπει και οι νόμοι όλου τού κτιστού Κόσμου – γίνεται η ηθική τής αμαρτίας, καθώς απομακρύνει την μια από την άλλη δύο Εικόνες τού Θεού και κατά συνέπεια και τις δυο αυτές εικόνες από το Δημιουργό τους. Όσο πλησιάζουμε μεταξύ μας ως Εικόνες του Θεού, τόσο πλησιάζουμε και τον ίδιο, και αντιστρόφως σύμφωνα με το σχήμα των ομόκεντρων κύκλων τού αββά Δωρόθεου.

Και ενώ η κανονιστική Ηθική γίνεται τελικά η ηθική της αμαρτίας, καθώς οντολογικά απομακρύνει δυο Εικόνες του Θεού από την αγάπη (Του), έρχεται η χριστιανική ηθική να μας εκπλήξει ευχάριστα, αφενός γιατί δέχεται ότι η οντολογία υπάρχει πάντα πίσω από την γνωσιολογία και αναφέρεται στην άκτιστη θέληση και ενέργεια τού Θεού, αφετέρου γιατί προκρίνει μια νέα πραγματικότητα, μια νέα οντολογία της ‘’εν Χριστώ Καινής Κτίσης’’, και όχι κάποια κοινωνική κανονιστική ηθική. Από το ‘’και εγένετο’’ τής Παλαιάς Διαθήκης, περνάμε στο ‘’ο Λόγος σάρξ εγένετο’’, τής Καινής. Γιατί ο κτιστός άνθρωπος ερωτεύεται, παντρεύεται, γεννά, πεθαίνει. Το μείζον δεν είναι ο Άνθρωπος να γνωρίσει το Θεό, αλλά το πώς ο Θεός γνωρίζεται, αποκαλύπτεται στον άνθρωπο. Ποια είναι όμως η θεϊκή επίσκεψη; Είναι ο έρωτας για Αυτόν ή για μια Εικόνα Του; Και πώς ο Άνθρωπος την υποδέχεται την θεϊκή αυτή επίσκεψη; Την απορρίπτει οχυρωμένος πίσω από την κανονιστική ηθική; Θα αναζητήσει άλλοθι δηλαδή στην κατ’ ουσίαν ηθική τής αμαρτίας; Ή θα κενωθεί για να προσλάβει τον Άλλον; Γιατί μόνο αν κενωθεί μπορεί να προσλάβει τελικά το καινό, το νέο. Και όπως κενούται ο Θεός για να προσλάβει τον Άνθρωπο (ενσάρκωση), κατά τον ίδιο τρόπο κενούται η Εικόνα Του, ο άνθρωπος για να προσλάβει τον Άλλο.

‘’Είμαι αυτό που είμαι γιατί ο Άλλος είναι δίπλα μου. Και όσο πιο δημιουργικός είναι ο Άλλος τόσο πιο δημιουργικός γίνομαι και εγώ’’, ακούμε επίσης στα πανεπιστημιακά μας μαθήματα. Και είχε δίκιο. Ο Άνθρωπος χωρίς τον Άλλο, είναι ανύπαρκτος. Σύμφωνα με τη θεολογία τού αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου, ακόμα και ένας ακόλαστος άνθρωπος συνεχίζει να υπάρχει γατί έχει επιθυμία. Είναι αρνητικό, αλλά είναι κάτι που έχει πρόσημο, δεν είναι μηδέν. Δεν είναι ανύπαρκτος. Όταν τελειώσει η επιθυμία, ο Άνθρωπος παύει να υπάρχει. Ο ανέραστος Άνθρωπος ειδικά είναι ένας ανύπαρκτος άνθρωπος. Και το έργο τού πνευματικού – που ασχολείται σοβαρά με τη χριστιανική ηθική – είναι η ανάδειξη των ευθυνών, αλλά και των επιθυμιών, όχι απλώς η αφαίμαξή τους. Η Θεολογία οφείλει να μας αντιμετωπίσει ποιμαντικά και όχι κανονιστικά, οφείλει να μας κρίνει με την ηθική τής οντολογίας και όχι με την ηθική της αμαρτίας. Αν δεν το κάνει, δεν είναι Θεολογία.

 

 

Πηγή

 

 

 

Να πώς πρέπει λοιπόν να παρηγορούμε τις ψυχές αυτές που κλονίζονται:

 

«Τις αμελείς και ράθυμες ψυχές -έλεγε η μακαρία Συγκλητική- κι εκείνες πού από νωθρότητα δεν καταφέρνουν να προκόψουν στην αρετή, καθώς και όσες κυριεύονται εύκολα από την απόγνωση, πρέπει να τις ενθαρρύνουμε.

Αν μάλιστα παρουσιάσουν ακόμα κι ένα μικρό καλό, να το θαυμάζουμε και να το μεγαλοποιούμε. Απεναντίας, και τα πιο σοβαρά και μεγάλα σφάλματά τους, να τα χαρακτηρίζουμε μπροστά τους σαν πολύ μικρά κι ασήμαντα.

Γιατί ο διάβολος, πού θέλει όλα να τα διαστρέφει για να μας κολάσει, προσπαθεί να κρύβει από τους αγωνιστές και τους επιμελείς στην άσκηση τις αμαρτίες τους, κάνοντάς τους να τις ξεχνούν, για να τους ρίξει έτσι στην υπερηφάνεια. Ενώ, αντίθετα, στις αρχάριες και αστερέωτες ψυχές παρουσιάζει εξογκωμένα τα αμαρτήματά τους, για να τις ρίξει σε απελπισία.

Να πώς πρέπει λοιπόν να παρηγορούμε τις ψυχές αυτές που κλονίζονται:
  Να τους θυμίζουμε την απέραντη συμπάθεια και αγαθότητα του Θεού. Να τις βεβαιώνουμε πώς ο Κύριός μας είναι πολυέλεος και σπλαχνικός και μακρόθυμος, έτοιμος πάντα να ανακαλέσει την καταδίκη των αμαρτωλών ανθρώπων (πρβλ. Ιωήλ 2:13). Σ΄ αυτές τις ψυχές να φέρνουμε και μαρτυρίες από τις άγιες Γραφές, πού να φανερώνουν την απροσμέτρητη συμπάθεια του Θεού σ΄ εκείνους πού αμάρτησαν και μετανόησαν.
  Να τους λέμε, για παράδειγμα, πώς η Ραάβ ήταν πόρνη, αλλά σώθηκε χάρη στην πίστη της (Ιησ. Ναυή 2:1 κ.ε. Εβρ. 11:31).
Πως ο Παύλος ήταν διώκτης, έγινε όμως σκεύος εκλογής (Πράξ. 9:1 κ.ε.)
Και πώς ο ληστής λεηλατούσε και σκότωνε, αλλά μ΄ έναν του μόνο λόγο άνοιξε πρώτος τη θύρα του παραδείσου (Λουκ. 23:39-43).

Να τους λέμε ακόμα για τον ευαγγελιστή Ματθαίο (Ματθ. 9:9-13) και τον τελώνη (Λουκ. 18:9-14) και τον άσωτο (Λουκ. 15:11-32) και κάθε άλλη παρόμοια περίπτωση. Και με όλ΄ αυτά να στηρίζουμε τις αδύνατες ψυχές, γλυτώνοντάς τες από την απόγνωση.
Τις ψυχές πάλι που κυριεύονται από την υπερηφάνεια, να τις διορθώνουμε με πιο εντυπωσιακά παραδείγματα. Να ενεργούμε δηλαδή σαν τους πολύ έμπειρους κηπουρούς, πού, όταν δουν ένα φυτό καχεκτικό και ασθενικό, το ποτίζουν με άφθονο νερό και το περιποιούνται με πολλή φροντίδα, για ν΄ αναπτυχθεί κα να δυναμώσει.
Ενώ, αντίθετα, όταν δουν σ΄ ένα φυτό πρόωρα βλαστάρια, κλαδεύουν τα περιττά, για να μην ξεραθούν σύντομα. Αλλά και οι γιατροί, σ΄ άλλους αρρώστους συνιστούν πολυφαγία και κινητικότητα, ενώ σ΄ άλλους επιβάλλουν μακρόχρονη δίαιτα και ακινησία».
Αγία Συγκλητική

 

 

Πηγή

 

 

 

Κυριακή Θ’ Λουκά: Για την πλεονεξία

Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ
Διδαχή την ΚΣΤ’ Κυριακή
 

 Κάποτε, στον καιρό της επίγειας παρουσίας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ένας άγνωστος άνθρωπος ζητούσε από τον αδελφό του να μοιράσουν την κληρονομιά τους, αλλά εκείνος δεν το δεχόταν. 

Τότε παρακάλεσε τον Κύριο: «Διδάσκαλε, πες στον αδελφό μου να μοιράσουμε την κληρονομιά μας».
 Εκείνος, όμως, με πραότητα και ταπείνωση αποκρίθηκε στον άνθρωπο που Του ζή­τησε να διευθετήσει γήινη υπόθεση: 
«Άνθρωπέ μου, ποιος με διόρισε δικαστή ή μοιραστή σας;». 
Η βασιλεία τού Κυρίου, βλέπετε, «δεν προέρχεται από τούτον εδώ τον κόσμο». Γι’ αυτό και τα εγκόσμια έργα δεν αποτελούν το αντικείμενο της αποστολής στη γη του ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου. Στη συνέχεια, γυρίζοντας στο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί γύρω Του, τους υπέ­δειξε την ορθή θεώρηση της επίγειας ζωής και των αγαθών της: «Να προσέχετε και να φυλάγεστε από κά­θε είδους πλεονεξία. Γιατί η ζωή του ανθρώπου δεν εξαρτάται από τα περίσσια πλούτη του».

Είναι πολύ πονηρό το πάθος τής πλεονεξίας.

 Ο Κύριος μας συμβουλεύει να είμαστε προσεκτικοί, για να μην εισχωρήσει στην ψυχή μας απαρατήρητο. Αυτό το πάθος, για να μας ξεγελάσει και να μας κυριέψει, συνή­θως μας βεβαιώνει ότι θα ζήσουμε πολλά χρόνια, ότι στα γεράματά μας θα υποφέρουμε από πολλές αρρώστιες, ότι θα έρθουμε αντιμέτωποι με ποικίλες δυσκολίες και περιστάσεις, για τις οποίες η μεγάλη περιουσία δείχνει να είναι η μοναδική και παντοδύναμη πηγή βοήθειας.

 Ο Κύριος, για να χτυπήσει το πάθος τής πλεονεξίας στην αρχή του, στις σκέψεις όπου θεμελιώνεται και οικοδομείται, επισημαίνει ότι αυτές ακριβώς οι σκέψεις είναι εσφαλμένες, ψευδείς, καθώς η μακροχρόνια επίγεια ζωή, με τις όποιες δυσκολίες και περιστάσεις της, δεν εξασφαλίζεται με τη συσσώρευση πλούτου. Η ευημερία τού ανθρώπου στον κόσμο τούτο εξαρτάται αποκλειστικά από το έλεος του Θεού, από την ευλογία Του. Αν ο Θεός αποσύρει το έλεος και την ευλογία Του από τον άνθρωπο, τότε αυτός μέσα σ’ όλη την αφθονία των υλικών αγαθών του, μέσα σ’ όλη τη δύναμή του, πλήτ­τεται από δυστυχίες αξεπέραστες. Ψυχρά κοιτάζει ο πλούτος τον δήθεν κυρίαρχό του, όταν αυτός τιμωρείται από το χέρι τού Θεού, και με όψη αδιάφορη απαντά στις ικετευτικές ματιές του, όταν αυτός ακούσια χωρίζεται από τα εγκόσμια.

Το ψεύδος των σκέψεων και των ονείρων που πλα­νούν τον άνθρωπο, όταν αυτός προσκολλάται στον πλούτο και αποθέτει σ’ αυτόν τις ελπίδες του, το απεικόνισε ζωντανά ό Κύριος στην παραβολή το άφρονα πλουσίου. Την παραβολή αυτή την είπε αμέσως μετά τη συμβουλή που έδωσε στους ακροατές Του να φυλάγονται από την πλεονεξία.

«Κάποιου πλούσιου ανθρώπου τα χωράφια έδωσαν άφθονη σοδειά» —έτσι αρχίζει η παραβολή— «κι εκείνος άρχισε να συλλογίζεται». Η πρώτη συνέπειατης άφθο­νης σοδειάς ήταν η δημιουργία πολλών λογισμών. Αυτό συμβαίνει σχεδόν πάντοτε σ’ εκείνους που ξαφνικά πλουτίζουν ή αυξάνουν σημαντικά τον πλούτο τους. Άρχισε, λοιπόν, ο πλούσιος της παραβολής να συλλο­γίζεται και να λέει: «Τι να κάνω;».
Σωστά παρατηρεί ο μακάριος Θεοφύλακτος ότι ο πο­λύς πλούτος είναι όμοιος με τη φτώχεια. Γιατί και ο πρώτος και η δεύτερη, όντας σε δύσκολη θέση, φωνά­ζουν: Τι να κάνω; Η αιτία της δύσκολης θέσεως της φτώχειας είναι η έλλειψη των αναγκαίων για τη ζωή, ενώ η αιτία τής δύσκολης θέσεως του πλούτου είναι ο πλεονασμός τους.

«Τι να κάνω;», αναρωτιέται ο πλούσιος. «Δεν έχω μέ­ρος να συγκεντρώσω τα γεννήματά μου», δεν έχω που να βάλω τα τόσα πλούτη που απέκτησα. Τελικά σκέφτηκε τι να κάνει και, γεμάτος ενθουσιασμό για την ιδέα του, είπε με αποφασιστικότητα: «Να τι θα κάνω! Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα χτίσω μεγαλύτε­ρες, για να συγκεντρώσω εκεί όλη τη σοδειά μου και όλα τα αγαθά μου. Μετά θα πω στον εαυτό μου: “Τώρα έχεις πολλά αγαθά, που αρκούν για χρόνια πολλά· ξεκουρά­σου, τρώγε, πίνε, διασκέδαζε”».

Ο τυφλωμένος πνευματικά πλούσιος δεν σκεφτόταν τον Θεό, την αιωνιότητα, τους φτωχούς αδελφούς του. Σκεφτόταν μόνο τον εαυτό του. Αλλά και για τον εαυ­τό του σκεφτόταν καταστροφικά, γιατί είχε ξεχάσει τον προορισμό τής ψυχής, θεωρώντας δεδομένη την υποδούλωσή της στο σώμα. Δεν σκεφτόταν τον Θεό, ο οποίος, με το να τον ευεργετεί, τον παρακινούσε στην ευεργετικότητα. Δεν σκεφτόταν την αιωνιότητα, στην οποία όφειλε να στείλει με την ελεημοσύνη μέρος της περιουσίας του, για να μην είναι εκεί φτωχός και ανάξιος των ανακτόρων τού παραδείσου. Με τι άτοπο ονειροπό­λημα εξαπατά τον εαυτό του ο πλούσιος! Λέει ότι τα αγαθά του αρκούν για πολλά χρόνια, υπονοώντας ότι και η ζωή του θα είναι πολύχρονη. Απ’ αυτή τη μάταιη και απατηλή πεποίθηση απορρέουν τα σχέδιά του για το μέλλον.

Η κατάσταση της αυταπάτης είναι κοινή σε όλους τους εραστές τού πλούτου και του κόσμου. Η επίγεια ζωή τούς παρουσιάζεται σαν αιώνια. Η σκέψη για τον θάνατο τους είναι εντελώς ξένη, σαν μια σκέψη για κά­τι που δεν τους αφορά καθόλου. Ποιαν επιδίωξη θέλει να εκπληρώσει ο τυφλωμένος πλούσιος με τα πλούτη του; Θέλει, όπως λένε στον κόσμο, να ζήσει καλά. Τι σημαίνει “νά ζήσει καλά”; Σημαίνει να τρώει και να πί­νει, να διασκεδάζει, να πορνεύει, να ζει μέσα στη χλιδή, να καυχιέται, να ικανοποιεί κάθε του θέλημα και ιδιοτροπία. Αν κοιτάξουμε μέσα μας και γύρω μας προσε­κτικά, θα διαπιστώσουμε πως η ευαγγελική παραβολή του άφρονα πλουσίου αποτελεί έναν καθρέφτη για όλους μας. Δεν είμαστε όλοι συνεχώς παραδομένοι στις σκέψεις εκείνου του πλουσίου, αλλά όλοι, άλλοι περισ­σότερο και άλλοι λιγότερο, κατά καιρούς παρασυρόμα­στε απ’ αυτές.

Ενώ, λοιπόν, ο πλούσιος με ικανοποίηση έκανε όνει­ρα για την αμαρτωλή ζωή των απολαύσεων, που, όπως νόμιζε, είχε μπροστά του, ήρθε ξαφνική και απροσδόκητη η θεία απόφαση για την αναχώρησή του από τον κόσμο. «Ανόητε!», του είπε ο Θεός. «Αυτή τη νύχτα (οι δαίμονες) απαιτούν να πάρουν την ψυχή σου. Αυτά, λοι­πόν, που ετοίμασες, σε ποιον θ’ ανήκουν;».

Ό,τι έγινε με τον πλούσιο, γίνεται με κάθε άνθρωπο που ξεχνά τον Θεό και παραδίνεται στην αμαρτία: Όταν φτάσει να ολοκληρώσει τις επιθυμίες του, όταν φτάσει να εξασφαλίσει την ευτυχία του με τον καλύτερο τρόπο, στέλνεται ο θάνατος ή παραχωρείται κάποια συμφορά από τον Θεό. Και τότε, ακόμα και η πιο στέρεη επίγεια ευημερία καταρρέει. Αυτό εκφράζουν και τα λόγια τού Κυρίου, με τα οποία τελειώνει η παραβολή: «Να τι πα­θαίνει όποιος μαζεύει πρόσκαιρους θησαυρούς και δεν πλουτίζει με ό,τι θέλει ο Θεός». Αυτός είναι ο καρπός τής φιλαργυρίας, της πλεονεξίας και, γενικά, της επίμο­νης επιδιώξεως αποκτήσεως μεγάλης περιουσίας, που αποκλειστικό κίνητρό της έχει τη φιλαυτία.

Ο Κύριος αποκάλεσε τον πλούσιο «ανόητο», γιατί αυτός, τυφλωμένος πνευματικά καθώς ήταν από τη φι­λαυτία, νόμιζε ότι ενεργούσε για την ωφέλειά του, ενώ στην πραγματικότητα ενεργούσε αυτοκαταστροφικά. Στερούσε από τον εαυτό του την υψηλή αξία του ανθρώπου που δημιουργήθηκε για την αιωνιότητα, του ανθρώπου που οφείλει να προετοιμάζεται στη γη για τον ουρα­νό, του ανθρώπου που οφείλει να υποτάσσει το σώμα του στην ψυχή του.

Να «πλουτίζει κανείς με ό,τι θέλει ο Θεός» σημαίνει να ζει ζωή θεάρεστη. Όταν η επίγεια διαγωγή κατευθύνεται από τις ευαγγελικές εντολές, φέρνει στην ψυχή πλούτο άφθαρτο: τη θεογνωσία, την αυτογνωσία, την πίστη, την ταπείνωση, την αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον. Ο άνθρωπος που έχει τέτοια διαγωγή, διαχει­ρίζεται σωστά την επίγεια περιουσία του ως θείο δώρο.

Με τη σωστή διαχείριση μεταβάλλει τη φθαρτή αυτή πε­ριουσία σε άφθαρτη, γιατί τη μεταφέρει από τη γη στον ουρανό με την ελεημοσύνη. Και μεταφέροντας με την ελεημοσύνη την περιουσία του στον ουρανό, μεταφέρει εκεί αόρατα και την καρδιά του, αφού ο ίδιος ο Κύριος βεβαίωσε: «Όπου είναι τα πλούτη σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας». Ένας τέτοιος χριστιανός μένει στον ουρανό με τους λογισμούς και τα αισθήματά του, όπως ο απόστολος, ο οποίος ήδη από τον καιρό τής διαβιώσεώς του στη γη έλεγε για τον εαυτό του: «Εμείς είμα­στε πολίτες τού ουρανού». Αμήν.

 “Ασκητικές ομιλίες Β’” Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, Εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής
 
 
 
 
 
 
 

Η σοφία της υπακοής

Τα διάφορα Γεροντικά, παλαιότερα και σύγχρονα, μας μεταφέρουν στον κόσμο της Μοναχικής πολιτείας. Μέσα εκεί διασώζεται ο γνήσιος τρόπος της χριστιανικής-ευαγγελικής ζωής, αλλά και η ανθρώπινη πραγματικότητα της αστοχίας και αποτυχίας, που νικιέται με την άσκηση. Ένας τρόπος, σημαντικός και ουσιαστικός της άσκησης, είναι η υπακοή.

Η υπακοή, μαζί με την παρθενία -ψυχή τε και σώματι- και την ακτημοσύνη ως ελευθερία από την υλική δέσμευση, είναι οι αρετές που ο κάθε μοναχός καλείται να ζήσει για να είναι όντως μοναχός-άνθρωπος αφιερωμένος στο Θεό.

Όμως η υπακοή δεν είναι γνώρισμα των μοναχών αλλά του κάθε ανθρώπου που θέλει να ζει το Ευαγγέλιο κι ο Χριστός να είναι «ο Κύριος κι ο Θεός» του. Άλλωστε, ο Χριστός έκανε υπακοή στον Πατέρα Του μέχρι θανάτου. Ο κάθε χριστιανός καλείται να μιμηθεί τον Κύριό του, κατά το μέτρο των δυνατοτήτων του, βέβαια, και της επιθυμίας του να ενωθεί μαζί του.

Θα μπορούσε κάποιος να πει πως τα πιο πάνω είναι αδύνατα αλλά και θεωρητικά για μας που ζούμε μέσα στον κόσμο με τα ποικίλα προβλήματα και τις πολλές μέριμνες. Δεν έχουν, δηλαδή, το πρακτικό που συγκεκριμενοποιείται στην καθημερινότητα…

Θα’ θελα να αναφέρω κάποια παραδείγματα από αυτήν την καθημερινότητα που δείχνει το πόσο σοφό είναι να κάνουμε υπακοή, να «κόβουμε το θέλημα μας», αφήνοντας στον άλλο να κάνει το δικό του.

1. Είναι πολύ φυσικό σ’ ένα ανδρόγυνο να υπάρχει διαφωνία σ’ ένα θέμα, απλά γιατί ο καθένας το βλέπει από μια άλλη σκοπιά. Αν επιμείνει ο καθένας στο δικό του, δε θα συγκρουστούν, δε θα διχαστούν; Δεν θα πρέπει να υποχωρήσει ο ένας για να προχωρήσει η συνύπαρξή τους; Δεν θα πρέπει να υπακούσει η γυναίκα στον άντρα της, ως κεφαλή, για να διατηρηθεί η ισορροπία στο γάμο;

2. Δύο φίλοι επιθυμούν να πάνε σ’ ένα θέατρο αλλά το θέμα δεν ενδιαφέρει πολύ τον ένα. Δεν θα πρέπει να υποχωρήσει κάποιος, για χάρη της φιλίας τους, ώστε να μην συγκρουστούν και ψυχρανθούν για ένα τέτοιο μικρό θέμα;

Πολλά παραδείγματα θα μπορούσε ο καθένας μας να παρουσιάσει από την καθημερινότητα, που δείχνει πόσο σημαντικό είναι η υπακοή. Χωρίς αυτή πώς θα ήταν άραγε το αποτέλεσμα μιας χειρουργικής επέμβασης, μιας σχολικής μονάδας, μιας επιχείρησης, μιας ακολουθίας ακόμα; Πόσες συγκρούσεις, πόσα διαζύγια, πόση αναστάτωση θα αποφεύγονταν αν καταλαβαίναμε την υπακοή ως ελευθερία από τη φιλαυτία, ως σοφία και γνώση της όντως ζωής;

Η υπακοή, παρόλη τη μαρτυρική της βάση – αφού περικλείει το «απαρνησάσθω εαυτόν» –, διαφοροποιείται από την πειθαρχία στο ότι γίνεται εκούσια. Γι’ αυτό κι έχει μεγάλη ελευθερία, μεγάλη χαρά. Άλλωστε, όλα τα ωραία χαρακτηρίζονται από μεγάλο πόνο που τον ακολουθεί η δυναμική και μεγάλη Χάρη του μεγάλου Θεού μας.

 

 

Πηγή