Ο πνευματικός ξεκουράζεται με την μετάνοια του ανθρώπου.Το κουραστικό είναι ότι έρχονται άνθρωποι που ΔΕΝ εξομολογούνται.

 π.Παύλος Παπαδόπουλος


 Ρωτάμε τον πνευματικό μας, ψάχνουμε διορατικούς-χαρισματικούς γέροντες να μας συμβουλέψουν για το πώς θα λυθούν τα προβλήματά μας, για το πώς θα πραγματοποιηθούν οι επίγειοι πόθοι μας. 

Ρωτάμε λοιπόν σύγχρονους αγίους ανθρώπους, ρωτάμε τους πνευματικούς μας και συζητάμε για ώρα μαζί τους για τα προβλήματά μας, για τα ψυχολογικά μας, για τις μέριμνές μας. Ρωτάμε πως, πότε, γιατί εκείνο, γιατί το άλλο μου συμβαίνει, πότε θα απαλλαγώ…
Σπάνια, ίσως και ποτέ κάποιος πνευματικός θα ερωτηθεί “πάτερ πώς θα σωθώ”; Σχεδόν κανείς δεν νοιάζεται πώς θα σωθεί. Σχεδόν όλοι νοιάζονται πώς θα τακτοποιηθεί το θέμα τους. Γι’αυτό και θέλουν να πάνε στον πνευματικό τους, για να τους δώσει μια λύση σε ότι τους απασχολεί.

  Ποιος ρωτά, “πώς θα σωθώ πάτερ”; Πώς θα σωθώ; Τι πρέπει να κάνω για να σωθώ; όχι για να μου λυθεί το πρόβλημα αλλά για να σωθώ; γι’αυτό είναι η Εκκλησία. Σ’αυτό καλούμαι να απαντήσω και εγώ ως πνευματικός. Βλέπετε όμως και εγώ και όλοι σχεδόν οι πνευματικοί αντιμετωπιζόμαστε ως ψυχολόγοι, ως οι άνθρωποι που θα ακούσουν το πρόβλημά μας και θα μας καταλάβουν. Σίγουρα κι αυτό γίνεται όμως δεν είναι δουλειά του πνευματικού και κατ’επέκταση της Εκκλησίας να απαλύνει απλά την οδύνη μας, την λύπη που έχουμε (που συνήθως είναι λόγο του εγωισμού μας) αλλά να μας θεραπεύει πνευματικά. Εχώ δει πολλούς ανθρώπους να κλαίνε στην εξομολόγηση, ελάχιστοι κλαίνε για τις αμαρτίες τους, οι πιο πολλοί κλαίνε από τα νεύρα τους, από τον εγωισμό τους. Κλαίνε που τα πράγματα δεν τους πήγαν όπως τα ήθελαν. Κλαίνε επειδή τους απαξίώσαν, επειδή δεν τους υπολογίζουν. Κλαίνε, και είναι αυτά τα δάκρυα, δάκρυα εγωισμού και όχι ταπείνωσης, είναι δάκρυα αμετανοησίας και όχι μετάνοιας.

 Πριν λάβω την ευλογία να διακονώ κι εγώ το Μέγα Μυστήριο της Εξομολογήσεως πολλοί έμπειροι πνευματικοί πατέρες που λέγανε ότι η εξομολόγηση είναι πολύ κουραστική και ψυχοφθόρα για τον πνευματικό. Δεν μπορούσα να τους καταλάβω. Τώρα όμως που βιώνω αυτή την αλήθεια μπορώ να πω κι εγώ μαζί τους ότι όντως είναι εξουθενωτικό! 

  Να σημειώσω όμως ότι το εξουθενωτικό δεν είναι ότι έρχονται άνθρωποι που εξομολογούνται τις αμαρτίες τους, αλλά έρχονται άνθρωποι που θέλουν λύση στα προβλήματά τους. Το κουραστικό δηλαδή δεν είναι ότι ακούμε εμείς οι πνευματικοί αμαρτίες αλλά ότι ακούμε δικαιολογίες. Το κουραστικό είναι ότι έρχονται άνθρπωποι που ΔΕΝ εξομολογούνται. Κουραστικό είναι που έρχονται οι άνθρωποι και ψάχνουν μαγική συνταγή για να φτιάξει ο γάμος τους, για να τα βρούνε και πάλι με το αγόρι τους, για να πάει καλά η δουλειά τους, για κλάψουν που ο φίλος τους, τους πρόδωσε, για να δικαιολογήσουν που δεν νηστεύουν, που δεν εκκλησιάζονται, που δεν μιλούν με τον γείτονά τους, για να εκφράσουν απλά
το παράπονό τους που αδικήθηκαν στα κληρονομικά τους κτλ. 

 Ο πνευματικός όταν ακούει έναν άνθρωπο που έχει μετάνοια να εξομολογείται τις αμαρτίες τουξεκουράζεται, αναπαύεται. Όχι γιατί αρέσκεται στο να ακούει αμαρτίες αλλά διότι εκείνη την στιγμή γίνεται και αυτός μέτοχος της Χάριτος που έρχεται λόγο της ταπείνωσης του εξομολογούμενου. Ο πνευματικός ξεκουράζεται με την μετάνοια του ανθρώπου. Αυτό που τον φθείρει είναι η αμετανοησία που συναντά μέσα στο Μυτήριο της Μετανοίας. 
Όταν λοιπόν αρχίζουν οι άκαιρες συζητήσεις, όταν αρχίζει η αναζήτηση της αυτοδικαίωσης, και η ακατάπαυστη φλυαρία, τότε ο πνευματικός κουράζεται, η ψυχή του βαραίνει διότι πλέον το Μυστήριο απαξιώνεται, διότι βλέπει ότι δεν υπάρχει μετάνοια αλλά παράπονα, δεν υπάρχει ταπείνωση αλλά έπαρση και φιλαυτία, δεν υπάρχει αγωνία για Σωτηρία αλλά αγωνία για τακτοποίηση και βόλεμα.

Όταν είναι να πας στον πνευματικό σου πατέρα, να πας για να εξομολογηθείς τις αμαρτίες σου και όχι για να συζητάς το ένα και το άλλο. Όλοι μας ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε και πως καλούμαστε να ζήσουμε. Το να τα συζητάμε και να ψάχνουμε λύσεις στα αδιέξοδα που έχουμε δημιουργήσει μόνοι μας -χωρίς να θέλουμε να αλλάξουμε οι ίδιοι- είναι ανόητο και οδηγεί στην απώλεια. 

Φυσικά θα ρωτάς τον πνευματικό σου και για θέματα που σε απασχολούν αλλά αυτό θα γίνει μετά την ομολογία των αμαρτιών σου.
Έργο του πνευματικού μας πατρός, έργο της Εκκλησίας μας είναι να μας οδηγεί στον Χριστό. Ο πνευματικός μας, η Εκκλησία μας σ’αυτό το ερώτημα του ανθρώπου απαντά: “Πώς θα σωθώ”; και απαντά με παρρησία. Μας δείχνει τον Χριστό, την ταπείνωσή Του, την ακακία Του, την πραότητά Του, την σωφροσύνη Του, την απλότητά Του, την συγχωρετικότητά Του, τον Σταυρό Του.

  Κάποιες φορές δέχομαι τέτοιες εξομολογήσεις κατά τις οποίες δεν αναφέρεται καμία αμαρτία, διότι δεν υπάρχει μετάνοια, αλλά αναφέρονται μόνο περιστατικά της ζωής του ανθρώπου και μετά διάφορα προβλήματα μέσα στην πολυλογία και την φλυαρία. Τότε είναι που φεύγω από το Ναό χίλια κομμάτια, δεν έχω διάθεση για τίποτα…
  Έχω ακούσει όμως και φοβερές αμαρτίες από εξομολογούμενο κι όμως έφυγα από το Ναό και η καρδιά μου φτερούγιζε. Φτερούγιζε διότι ένας άνθρωπος καθαρίστηκε από το σκοτάδι του.Φτερούγιζε διότι έγινα κοινωνός αυτής της συντετριμμένης καρδιάς που δεν έψαχνε παρηγοριά αλλά έψαχνε το Φως, την Αλήθεια, την Σωτηρία, τον Χριστό. Φτερούγιζε και η δική μου καρδιά μαζί με την καρδιά αυτού του ανθρώπου που έπεσε αλλά σηκώθηκε, που ήταν νεκρός και τώρα ζούσε.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Εὐλογημένο ή καταραμένο το γιατί;

Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Νικόλαος

 

Αποτέλεσμα εικόνας για de ce mi se intampla mie toate relele

Εὐλογημένα «γιατί»!
  Ἐρώτημα τόσο συχνό, τόσο βαθύ, τόσο δυνατό στήν ἐκφορά του, τόσο δύσκολο στήν ἀπάντησή του. 

 Ἐρώτημα τόσο ἀληθινό, τόσο ἀνθρώπινο, τόσο ἀπαιτητικό, πού ὅμως ἀπό τή φύση του δέν ἀντέχει στόν λόγο, δέν ἐκφράζεται μέ τό στόμα, δέν μπαίνει σέ λέξεις, δέν δημοσιοποιεῖται σέ ἀκροατήριο, πολύ δέ περισσότερο, δέν ἐπιδέχεται μονοσήμαντες ἀπαντήσεις ἀπό κάποιους πού δῆθεν γνωρίζουν πρός κάποιους ἄλλους πού σίγουρα πονοῦν. Ἴσως εἶναι τό κατ’ ἐξοχήν θέμα γιά τό ὁποῖο δέν μπορεῖ καί δέν πρέπει νά γίνονται ὁμιλίες. 
Εἶναι πολύ βαθύ γιά νά ἔλθει στήν ἐπιφάνεια τῆς συνειδητοποίησης. 
Εἶναι πολύ ἐπώδυνο γιά νά χωρέσει στόν ὁρίζοντα τῶν ἀντοχῶν μας. 
Εἶναι πολύ προσωπικό γιά νά ἐντοπισθεῖ στό στερέωμα τοῦ δημόσιου λόγου. Ἴσως αὐτό τό ἐρώτημα νά πονάει πιό πολύ καί ἀπό τήν αἰτία πού τό δημιουργεῖ. Γιατί ὅλοι ξέρουμε πώς δέν ἔχει εὔκολη ἀπάντηση. Καί ὅμως εἶναι τόσο ἐπίμονο καί ἀληθινό.

 Γιατί σέ μένα, Θεέ μου; Ἠχεῖ στά αὐτιά μου αὐτό τό ἐρώτημα καί ἀντηχεῖ βαθιά στήν καρδιά μου. Εἶναι τό ἐρώτημα κάθε γονιοῦ πού τό παιδί του πάσχει ἤ κάθε ἄνθρωπου πού ἔχει χτυπηθεῖ ἀπό ἀνίατη ἀσθένεια. Πῶς εἶναι δυνατόν αὐτό τό ἐρώτημα νά μεταμορφωθεῖ σέ ὁμιλία, συμβουλή, γνώμη ἤ ἀπάντηση;

Τό ἐρώτημα αὐτό συνεχῶς διατυπώνεται καί ἀπαντᾶται μόνο μέ δάκρυα, ὄχι μέ λέξεις, μέ αἰσθήματα, ὄχι μέ σκέψεις, μέ σιωπή, ὄχι μέ ἀπόψεις, μέ συμπόνια, ὄχι μέ ἀπαντήσεις. Πῶς νά τό κάνουμε; Συχνά τά μάτια μιλοῦν πιό εὔγλωττα ἀπό τό στόμα, ὁ ἀναστεναγμός πιό δυνατά ἀπό τή σκέψη καί ἡ πονεμένη ἀπορία ἐκφράζει περισσότερο τήν ἀλήθεια ἀπό τήν ὅποια ἀπάντηση.

Γιατί;
Γιατί ὁ πόνος; γιατί ἡ ἀδικία; γιατί τά παιδάκια; γιατί τόσο πρόωρα; γιατί μέ αὐτόν τόν τρόπο; γιατί τήν ἀπερίγραπτη χαρά τῆς ἀθώας παρουσίας τους νά τή διαδέχεται ὁ ἀβάσταχτος πόνος; γιατί; Καί ἄν εἶναι γιά τό ἄγνωστο καλό μας, γιατί αὐτό τό καλό μας νά εἶναι τόσο πικρό;
Γιατί σέ μένα;
Τί κακό ἔκανα; Ποῦ νά ψάξω νά βρῶ μέσα μου τήν ἄγνωστη σέ μένα αἰτία; Καί ἄν φταίω ἐγώ, δέν μπορῶ κάτι νά κάνω γιά νά ἀναστρέψω τά πράγματα; Καί ποιός ὁ λόγος ἐξ αἰτίας μου νά ὑποφέρει αὐτό τό ἀθῶο πλασματάκι; Αὐτό μοῦ φαίνεται πιό ἀδύνατο νά τό ἀντέξω. Κινδυνεύω νά χάσω καί τή λίγη καί ἀσθενική πίστη μου. Τελικά, ποιό τό ὄφελος αὐτῆς τῆς ἱστορίας;

Γιατί σέ μένα, Θεέ μου;
Δέν εἶμαι παιδί σου; δέν εἶσαι Θεός ἀγάπης; τί σχέση μπορεῖ νά ἔχει ἡ ἀγάπη Σου 

μέ τό μαρτύριό μου; Πῶς νά μέ προσελκύσουν τά μαστιγώματά Σου; Πῶς συνδυάζεται ἡ καλωσύνη Σου μέ τήν ἀνερμήνευτη λογική τοῦ πόνου, μέ τή θλίψη, μέ τό ἐνδεχόμενο τοῦ σκανδαλισμοῦ;

Ἡ «εὐλογία» τοῦ πόνου. Εὐλογημένα «γιατί»!
  Τά καθαγίασε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός στόν σταυρό «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί μέ ἐγκατέλιπες;» Θεέ μου, γιατί μοῦ τό ’κανες αὐτό; Τί σοῦ ἔκανα; Δέν εἶμαι ὁ Υἱός σου; Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἐρώτημα μέ τό δικό μου τό ὁποῖο ἔμεινε καί αὐτό ἀναπάντητο. Ἔμεινε ἀναπάντητο στά φαινόμενα. Τά γεγονότα ὅμως φανέρωσαν τήν ἀπάντηση.

  Τέτοια πολλά «γιατί» βγῆκαν καί ἀπό τό στόμα τοῦ πολυάθλου Ἰώβ ἤ τή γραφίδα τοῦ τραυματισμένου Δαυίδ, δύο ἀνθρώπων πού οἱ τραγικοί θάνατοι τῶν παιδιῶν τους σφράγισαν τό πέρασμά τους ἀπό τήν ἱστορία καί πού μᾶς παρουσιάζονται συχνά ὡς μοναδικά πρότυπα πίστης, ἐγκαρτέρησης καί ὑπομονῆς.

  Τό ἐρώτημα αὐτό τό ἀπευθύνουμε στόν Θεό, τό λέμε στόν ἑαυτό μας, τό ἐπαναλαμβάνουμε στούς ἀνθρώπους πού νοιώθουμε ὅτι ἰδιαίτερα μᾶς ἀγαποῦν. Τό λέμε κυρίως γιά νά ἐκφράσουμε τό μέσα μας, τό λέμε ὅμως καί προσδοκώντας τό χάδι μιᾶς ἀπάντησης. Ποιός ὅμως μπορεῖ νά δώσει μία ἀπάντηση; Ἀκόμη κι ἄν τήν ξέρει, ποιός μπορεῖ νά μᾶς τήν πεῖ;

 Λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος πρός πενθοῦντα πατέρα ὅτι ὁ πόνος κάνει τόν ἄνθρωπο τόσο εὐαίσθητο, ὥστε μοιάζει μέ τό μάτι πού δέν ἀνέχεται οὔτε τό πούπουλο. Καί ἡ πιό τρυφερή κίνηση αὐξάνει τόν πόνο τοῦ πονεμένου. Καί ἡ πιό διακριτική ἀναλογία δέν ἀντέχεται. Ὁ λόγος πού ἐκφέρεται ὡς λογικό ἐπιχείρημα ἐνοχλεῖ ἀβάσταχτα. Μόνο τό δάκρυ, ἡ κοινωνία τῆς ἀπορίας, ἡ σιωπή, ἡ ἐσωτερική προσευχή θά μποροῦσαν νά ἀνακουφίσουν τόν πόνο, νά φωτίσουν τό σκοτάδι ἤ νά γεννήσουν μία μικρή ἐλπίδα.

Ὁ πόνος γεννᾶ ἀλήθεια, συμπόνια, κοινωνία.
Ὁ πόνος δέν ξυπνάει μόνον ἐμᾶς, ἀλλά γεννάει καί τήν ἀγάπη στούς γύρω μας. Προσπαθοῦν νά μποῦν στή θέση μας. Ἀγωνίζονται στόν καιρό τῆς ἀσφάλειάς τους νά μοιραστοῦν τά πιό ἀνεπιθύμητα γι’ αὐτούς δικά μας αἰσθήματα. Καί τό κάνουν. Ὁ πόνος γεννᾶ τήν ὑπομονή μας, ταυτόχρονα ὅμως γεννᾶ καί τόν ἐξ ἀγάπης σύνδεσμο μέ τούς ἀδελφούς μας. Ὁ πόνος γεννᾶ τήν ἀλήθεια. Ἡ συμπόνια τῶν ἄλλων τή φυτεύει στή δική μας καρδιά. Ἐκεῖ διακριτικά κρύβεται καί ἡ ἀπάντηση.
Ἔτσι γεννιέται στήν καρδιά ἡ παρηγοριά, ἡ γλύκα καί ἡ ἀνακούφιση τῆς ὁποίας εἶναι πολύ ἐντονότερες ὡς ἐμπειρίες ἀπό τό βάρος τοῦ πόνου.

Ὁ πόνος μᾶς βγάζει ἀπό τά ἀνθρώπινα μέτρα.
  Τελικά αὐτά τά «γιατί» δέν ἔχουν τίς ἀπαντήσεις πού ἡ φτώχια καί ἡ ἀδυναμία μᾶς περιμένει. Στή λογική αὐτή συνήθως παραμένουν ἀναπάντητα. Γι’ αὐτό καί ὁ Χριστός γιά τόν θάνατο δέν εἶπε παρά ἐλάχιστα. Ἁπλά, ὁ Ἴδιος τόν ἐπέλεξε καί πόνεσε ὅσο κανένας ἄλλος. Καί ὅταν ἀναστήθηκε, τό στόμα Τοῦ ἔβγαλε περισσότερη πνοή καί λιγότερα λόγια. Δέν εἶπε τίποτε γιά ζωή καί θάνατο -μόνο προφήτευσε τό μαρτύριο τοῦ Πέτρου. Ὁ πόνος δέν ἀπαντιέται μέ ἐπιχειρήματα. Οὔτε ἡ ἀδικία καί ὁ θάνατος ἀντιμετωπίζονται μέ τή λογική. Τά προβλήματα αὐτά λύνονται μέ τό ἐμφύσημα καί τήν πνοή πού μόνον ὁ Θεός δίνει. Λύνονται μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ξεπερνιοῦνται μέ τήν ταπεινή ἀποδοχή τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ πού εἶναι τόσο ἀληθινό ἀλλά συνήθως καί τόσο ἀκατανόητο.

  Στό διάβα της ἡ δοκιμασία συνοδεύεται ἀπό τό σφυροκόπημα τῶν ἀναπάντητων ἐρωτημάτων. Κι ἐμεῖς, γαντζωμένοι στά «μήπως», στά «γιατί», στά «ἄν» συντηροῦμε τίς ἐλπίδες καί ἀντέχουμε τήν ἐπιβίωση σέ αὐτόν τόν κόσμο, προσδοκώντας κάτι σίγουρο ἤ κάτι σταθερό. Αὐτό ὅμως συνήθως δέν ἐντοπίζεται στήν προτεινόμενη ἀπό μᾶς λύση, ἀλλά ἐπικεντρώνεται στήν ἀπροσδόκητη ὑπέρλογη θεϊκή παρηγοριά. 

Κάθε προσπάθεια ἀντικατάστασής της μέ ἀνθρώπινα ὑποκατάστατα ἀδικεῖ ἐμᾶς τούς ἴδιους. Κάθε περιορισμός στήν ἀσφυκτική θηλιά τῶν ὀρθολογιστικῶν ἀπαντήσεων μᾶς παγιδεύει βαθύτερα στό δράμα μας. Στόν διάλογο μέ τόν πόνο, τήν ἀδικία καί τόν θάνατο εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά βγοῦμε ἀπό τά ἀνθρώπινα μέτρα. Αὐτή εἶναι ὄχι μόνον ἡ ἔξοδος ἀπό τή δοκιμασία ἀλλά καί ἡ εὐεργεσία της.

Ἡ μοναδική εὐκαιρία.
 Τελικά, τό μέν ἐρώτημα μποροῦμε νά τό ὑποβάλλουμε, τήν δέ ἀπάντηση πρέπει νά τήν περιμένουμε.Ἤ ὁ Θεός δέν ὑπάρχει ἤ παραχωρεῖ μιὰδοκιμασία γιά νά μᾶς δώσει μι μοναδική εὐκαιρία. Ἄν δέν γινόταν ἡ Σταύρωση, δέν θά ὑπῆρχε ἡ Ἀνάσταση. Ὁ Χριστός θά ἦταν ἕνας καλός δάσκαλος· ὄχι ὁ Θεός. Ὁ Θεός δίνει τήν εὐκαιρία. Σέ μᾶς μένει νά τή δοῦμε καί νά τήν ἀξιοποιήσουμε. Ἡ δέ χαρά καί τό περιεχόμενο αὐτῆς τῆς εὐκαιρίας εἶναι πολύ μεγαλύτερα ἀπό τήν ἔνταση καί τόν πόνο τῆς δοκιμασίας.

 Ὁ θάνατος, ὁ πόνος, ἡ ἀδικία ἀποτελοῦν μυστήριο πού ἡ ὅποια ἀπάντηση τό διασαλεύει. Στίς περιπτώσεις αὐτές, ἡ ἀλήθεια δέν ἐκφράζεται ὡς ἄποψη ἤ ἐπιχείρημα, ἀλλά προσφέρεται ὡς ταπείνωση καί κοινός πόνος. Ἡ πορεία στό μεθόριο τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, τοῦ σκανδαλισμοῦ καί τῆς δοξολογίας, τοῦ θαύματος καί τῆς ἀδικίας παρουσιάζει στροφές καί κρυμμένες γωνιές, ὅπου διασφαλίζεται ἡ ἀλήθεια τῆς ζωῆς. Ἄν ξεφύγει κανείς τόν πειρασμό νά λυγίσει, τότε ἀντικρίζει τήν ἀλήθεια μέ τέτοια ὄψη, πού ποτέ του δέν εἶχε κἄν φαντασθεῖ. Ὁ πόνος, ἄν κάποιος καταφέρει νά τόν ἀγκαλιάσει, γεννᾶ πρωτόγνωρες εὐαισθησίες καί ξεδιπλώνει πραγματικότητες πού κανείς ἀλλιῶς δέν βλέπει. Ἡ πρόκληση δέν εἶναι νά συμβοῦν γεγονότα καί ἀποκαλύψεις· αὐτά ὑπάρχουν. Ἡ πρόκληση εἶναι νά ἀνοίξει κανείς τά μάτια του γιά νά μπορεῖ νά τά ἀντικρύσει.
Εἶναι ἀναντίλεκτη ἀλήθεια δυστυχῶς, συνήθως μόνο χάνοντας τά πολύ ἐπιθυμητά, γνωρίζουμε καί κερδίζουμε τά πολύ μεγάλα.
 Σίγουρα ὁ πόνος καί ἡ ἀδικία δέν μποροῦν νά καταργήσουν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός ὑπάρχει. Καί εἶναι ἀγάπη καί ζωή. Ἡ τέλεια ἀγάπη καί τό πλήρωμα τῆς ζωῆς. Καί τό μεγαλύτερο θαῦμα τῆς ὕπαρξής Του εἶναι ἡ συνύπαρξή Του μέ τόν πόνο, τήν ἀδικία καί τόν θάνατο.
Ἴσως καί ἡ μεγαλύτερη πρόκληση γιά τόν καθένα μας νά εἶναι ἡ συνύπαρξη μέ τόν δικό του προσωπικό πόνο, τό ἐλπιδοφόρο σφιχταγκάλιασμα μέ τά βαθύτερα αὐτά «γιατί», ἡ ταπεινή ἐσωτερική περιχώρηση στήν προσδοκία τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπό τίς «ἀδικίες» πού νομίζουμε πώς Αὐτός μᾶς κάνει.

Πρό καιροῦ, μέ πλησίασε κάποια νεαρή κοπέλα πού τό καντηλάκι τῆς ζωῆς της φαίνεται νά τρεμοσβήνει. Μέσα στόν ἀβάσταχτο πόνο της διέκρινα τήν ἐλπίδα. Μέσα ἀπό τά δακρυσμένα μάτια της ἀντίκρισα τή χαρά, τή δύναμη καί τή σοφία.
-Θέλω νά ζήσω, μοῦ εἶπε. Ἀλλά δέν ἦλθα γιά νά μοῦ τό ἐπιβεβαιώσετε. Ἦλθα γιά νά μέ βοηθήσετε νά φύγω ἕτοιμη ἀπό αὐτόν τόν κόσμο.
-Ἐγώ εἶμαι παπάς τῆς ζωῆς καί ὄχι τοῦ θανάτου, τῆς ἀπαντῶ. Γι’ αὐτό καί θέλω νά ζήσεις. Ἐπίτρεψέ μου, ὅμως, νά σέ ρωτήσω κάτι• μέσα στή δοκιμασία σου, ρωτᾶς ποτέ «γιατί σέ μένα, Θεέ μου;»
-Δέν σᾶς καταλαβαίνω, πάτερ, μοῦ λέει. Ἐγώ ρωτῶ «γιατί ὄχι σέ μένα, Θεέ μου; Καί περιμένω ὄχι τόν θάνατό μου· προσδοκῶ τόν φωτισμό μου»!

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Ένα ταξίδι με αμαρτωλούς, τρελούς και ερωτευμένους…

Πολλοί δισταγμοί…

Άλλοι δεν θέλουν να εξομολογηθούν , άλλους τους τρελαίνει το πρωϊνό ξύπνημα για την Εκκλησία, η νηστεία φαντάζει βουνό ενώ η δίαιτα για την παραλία παιχνιδάκι. Βλέπεις παπά στον δρόμο και θες να περάσεις στο απέναντι πεζοδρόμιο. Η αμαρτία με άγκυρα σε θέλει στο δικό της λιμάνι.

Και όλα αυτά γιατί ;

Δεν θέλουμε να αφήσουμε την αμαρτία. Μας αρέσει. Είναι γλυκό το ποτό της αμαρτίας που λέει και ένα τραγούδι. Δεν θέλουμε να την αφήσουμε , είμαστε χρόνια μαζί , μας αρέσει αυτός ο γάμος. Έχουμε γίνει ένα πλέον. Όποιος πάει να την αγγίξει ακόμα και αν είναι ένα κήρυγμα γινόμαστε αγρίμια , λογικό. Όλα αυτά μας ελέγχουν. Βλέπουμε τον Εσταυρωμένο και κλαίμε τη Μεγάλη Πέμπτη, αλλά δεν θέλουμε να κάνουμε το επόμενο βήμα. Αυτή η θέα του σταυρού μας ελέγχει , αλλά είμαστε αδύναμοι για να μπούμε στον δρόμο της θεραπείας.

Η αμαρτία μοιάζει με την ερωμένη που σε εκβιάζει ότι θα σου διαλύσει τον γάμο αν πεις κουβέντα. Έρχεσαι στο ναό, απλά ανάβεις ένα κεράκι και με κατεβασμένο το κεφάλι φεύγεις, ακόμα και τους Αγίους δεν μπορείς να τους κοιτάξεις στα μάτια, διότι καθρεπτίζεται η κατάσταση σου και δεν θέλεις, ντρέπεσαι, αλλά μένεις εκεί. Τα δικαιώματα που έχεις δώσει είναι πολλά. Δυσκολεύεσαι.

Όταν έχεις συνηθίσει να είσαι στο κελί της φυλακής σου , η ελευθερία σου φαντάζει αρρώστια.

Και έρχεται ο Χριστός στη ζωή σου και σου ψιθυρίζει μέσα από διάφορες καταστάσεις, ότι δεν θες να είσαι αυτό που είσαι , ότι αυτή η φυλακή που ζεις δεν είναι η πραγματική σου θέση. Πολλές φορές σου μιλάει στον πόνο, διότι είναι η μόνη κατάσταση που μπορείς να Τον ακούσεις.

Και ξαφνικά έρχεται η στιγμή να πάρεις αποφάσεις.

Αν πεις ναι στην πρόσκληση Του, τότε όπως έλεγαν και οι Άγιοι ο έρωτας της αμαρτίας σβήνει και λιώνει μπροστά στον έρωτα του Νυμφίου και αρχίζει η θεραπεία.

Στην εκκλησία αυτό το λέμε μετάνοια, ένα ταξίδι με πηδαλιούχο τον Χριστό, τη θεραπεία τη λέμε Αγιότητα και εν Χριστώ μεταμόρφωση. Τη δεκτικότητα τη λέμε προαίρεση. Και την αίσθηση της αλλαγής τη λέμε άγγιγμα της Χάριτος. Το ψιθύρισμα του Χριστού το λέμε Αποκάλυψη.

Και εσύ είσαι ο άρρωστος , αλλά ο πρώτος προσκεκλημένος να κάτσεις σε ένα τραπέζι και είσαι το τιμώμενο πρόσωπο.

Το τραπέζι είναι η Αγία Τράπεζα. Ο οικοδεσπότης είναι ο Χριστός που σου μίλησε και ΕΣΥ είσαι το τιμώμενο πρόσωπο.

Αυτός που κάθεται στο στασιδάκι και μπορεί κάποιος να σε κοροϊδεύει ότι έμπλεξες με τις γριές και τις κουτσομπόλες, αλλά είσαι ήδη αλλού. Κοιτάς την αμαρτία και την αποστρέφεσαι και ξαφνικά ακούς τον ήχο από την πόρτα της Βασιλείας των Ουρανών να ανοίγει και Κάποιος να σε προσκαλεί να περάσεις…

Αυτά γίνονται μέσα στην Εκκλησία, εκεί με αρρώστους, με τρελούς, με αμαρτωλούς και ερωτευμένους.

Καλό αγώνα αδερφέ , είσαι μέλος του σώματος Του. Μην το ξεχνάς.

 

 

Πηγή

 

 

 

 

Ταπείνωση και προσευχή (Κυριακή Τελώνου & Φαρισαίου)

telfar2

Η αντίθεση στην εικόνα της παραβολής είναι ισχυρότατη. «Άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το ιερόν προσεύξασθαι, ο εις Φαρισαίος και ο έτερος Τελώνης». Στην πρώτη σκηνή της παραβολής περιγράφεται η στάση της προσευχής και το περιεχόμενο της προσευχής του Φαρισαίου.

Ο Φαρισαίος στην προσευχή του προβαίνει σε μία συγκλονιστική σύγκριση του εαυτού του με τους άλλους. Ευχαριστεί τον Θεό, γιατί δεν είναι όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι, που είναι άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή, σαν τον Τελώνη. Ο Φαρισαίος δηλαδή σύρει τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ του εαυτού του, που τον θεωρεί δικαιωματικά εντός του Ναού, ενώ οι άλλοι είναι εκτός γιατί είναι αμαρτωλοί.

telfar2
Η εικόνα του Τελώνη και η προσευχή του δημιουργούν άλλο κλίμα και προκαλούν άλλα συναισθήματα. Καθόταν μακριά με τα μάτια χαμηλά, χτυπούσε το στήθος του και ζητούσε το έλεος του Θεού. Η προσευχή του ήταν προσευχή μετάνοιας. Ο Τελώνης δεν έχει να επιδείξει έργα αρετής για να ζητήσει δικαίωση, αλλά εμφανίζει, καταθέτει, ομολογεί την αμαρτωλότητά του ενώπιον του Θεού και ζητεί έλεος. Δε διαμαρτύρεται για την απόρριψή του από τους λοιπούς. Τον ενδιαφέρει η δικαιοκρισία του Θεού . Ο Όσιος Νείλος μας συμβουλεύει, στην προσευχή μας να ζητάμε τον καθαρισμό από τα πάθη μας, την απαλλαγή από την άγνοια και τη λήθη, την απαλλαγή από κάθε πειρασμό και εγκατάλειψη Θεού. Να ζητάμε μόνο τη δικαιοσύνη και τη Βασιλεία, δηλαδή την αρετή και την πνευματική γνώση, και όλα τα υπόλοιπα θα προστεθούν σ’ εμάς.

Το δίλημμα
Οι ακροατές της παραβολής τίθενται ενώπιον ενός ουσιαστικού διλήμματος. Ο Φαρισαίος είναι ο ιδανικός θρησκευτικός τύπος, ο οποίος τηρεί τα διατεταγμένα του Νόμου και των παραδόσεων. Ο Τελώνης είναι αμαρτωλός και ζητά εν μετάνοια το έλεος του Θεού. Θα αποδεχτεί ο Θεός και τους δύο ή μόνο τον ένα και ποιόν; Ο λόγος του Χριστού είναι σαφής: «Λέγω υμίν, κατέβη ούτος δεδικαιωμένος ή γαρ εκείνος». Εδώ ο Χριστός ανατρέπει την περί του τρόπου δικαιώσεως αντίληψη των ανθρώπων και αποκαλύπτει πως ο Θεός δέχεται τους ανθρώπους που μετανοούν και ζητούν το έλεός Του με ταπείνωση. Η εξαντλητική αίσθηση της πτώχειας μας είναι θεμέλιο πνευματικής προόδου. Η οντολογική επίγνωση της αμαρτωλότητάς μας είναι πηγή ενέργειας για την προσευχή και στέρεο θεμέλιο για την πνευματικότητά μας.

Τρόποι μετάνοιας

Αυτό το οποίο πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι η σωτηρία και η δικαίωσή μας είναι δώρο του Θεού και δεν είναι καρπός των έργων μας. Η οποιαδήποτε αξιομισθία δεν μπορεί να μας χαρίσει τη Βασιλεία του Θεού, αλλά μόνο η αγάπη και η φιλανθρωπία του Θεού.
Ο ιερός Χρυσόστομος εμβαθύνει στον τύπο προσευχής του Τελώνη και μας λέγει ότι υπάρχουν συνολικά πέντε τρόποι μετάνοιας:
Πρώτος τρόπος είναι η αυτογνωσία των αμαρτημάτων μας και η εξομολόγησή τους. Δεύτερος τρόπος είναι το πένθος για τις αμαρτίες μας.
Τρίτος τρόπος είναι η ταπεινοφροσύνη. Τέταρτος τρόπος είναι η ελεημοσύνη, η βασίλισσα των αρετών.
Και τέλος, πέμπτος τρόπος μετάνοιας είναι ή προσευχή.
Η προσευχή πρέπει όμως να εκφράζει όλους τους πιο πάνω τρόπους, και την αυτογνωσία και την εξομολόγηση, και το πένθος για τις αμαρτίες μας και την ταπεινοφροσύνη και την ελεημοσύνη, γιατί μόνο έτσι είναι ουσιαστική και αποτελεσματική.

«Μη προσευξώμεθα φαρισαϊκώς»
Η ίδια η Εκκλησία, τώρα που ανοίγει το Τριώδιο, μας προτρέπει:«Μη προσευξώμεθα φαρισαϊκώς»,δηλαδή με υπερηφάνεια για τα έργα μας, αλλά να ζητάμε τη χάρη της σωτηρίας από τον Θεό αναγνωρίζοντας και ομολογώντας την αναξιότητά μας. Να προσευχόμαστε με φόβο, με πόνο, προσεκτικά, στοχαστικά, άγρυπνα, με χαρά, μας συμβουλεύει ο Ευάγριος. Ρίζα όλων των κακιών είναι η υπερηφάνεια. Σ’ αυτήν υπάρχει θάνατος και σκοτάδι. Η αγία ταπείνωση, με ανερμήνευτο τρόπο, μας ανάγει υπεράνω παντός κτιστού και διατηρεί στη ζωή μας τη Χάρη του Θεού.
Ας έχουμε, λοιπόν, στη σκέψη μας μια σοφή προειδοποίηση που λέγει: «ο διάβολος δεν τρώει, δεν πίνει, και αυτός ο τυπικά πιο μεγάλος ασκητής δεν είναι γι’ αυτό λιγότερο διάβολος…». Η ταπείνωση είναι το μόνο όπλο που νικά τον διάβολο, ο απαραίτητος όρος της σωτηρίας, η μυστική θεία δύναμη, που «συγκλείει εν εαυτή πάντας».
Όπου βλαστάνει η ταπείνωση, εκεί βρύει η δόξα του Θεού (άγιος Ισαάκ ο Σύρος), εκεί ο οφθαλμός του φυτού της ψυχής ανθίζει σε άνθος αμάραντο. Ο Θεός να μας ευλογεί ώστε να περιφρουρούμε κάθε σκέψη μας με την ταπείνωση και έτσι να κατέχουμε τη γνώση της αιώνιας Αλήθειας.

 

(Επισκόπου Φαναρίου, Αγαθαγγέλου. «Η ζύμη του Ευαγγελίου» σ. 69- 72)

 

 

Πηγή

 

 

 

 

 

Η Μακεδονία είμαστε εμείς

Ευτυχώς που ήρθαν έτσι τα πράγματα. Όσο κοιτάζω την φωτογραφία της φίλης μου με την κόρη της στο συλλαλητήριο στην Αθήνα τόσο πιο πολύ χαίρομαι και νιώθω να τους αγαπώ. Δεν έχει σημασία που ο κόπος τους και οι ελπίδες τους μοιάζει να πήγαν χαμένες. Στην πραγματικότητα μόνο κερδισμένες είναι από την συμμετοχή τους στην διαμαρτυρία αυτή.

Δεν είναι πια αυτονόητη η ελληνικότητα της Μακεδονίας. Δεν θα το ομολογούν πια όλα τα βιβλία. Τα αρχαιολογικά ευρήματα θα είναι από λιγότερους κατανοητά ως προς την αξία και την μαρτυρία τους. Παρά ταύτα, υπάρχει ενεργοποίηση συνειδήσεων. Υπάρχουν άνθρωποι που νιώθουν αγάπη στην πατρίδα τους. Και δεν είναι εθνικιστές. Έχουν καταλάβει την διαφορά και έχουν ορίσει οι ίδιοι ξανά από την αρχή την σημασία της λέξης.

Ευτυχώς που ήρθαν έτσι τα πράγματα. Το μεγαλύτερο μάθημα μαχητικότητας και πίστης σε έναν σκοπό το παίρνουμε από αυτούς που αγαπάμε και θαυμάζουμε. Αυτοί μας εμπνέουν! Και η παράδοση του μαθήματος έγινε ξαφνικά, αποφασιστικά και ουσιαστικά. Αντέδρασαν γονείς, φίλοι, συγγενείς, δάσκαλοι. Αντέδρασαν οι κοινωνικά γνωστοί και έδειξαν τα πιστεύω τους. Πήραν τα παιδιά τους και ταξίδεψαν στην Αθήνα για να εκδηλώσουν αυτό που πιστεύουν έμπρακτα. Απέδειξαν πως ό,τι τους λένε κάθε μερα, το πιστεύουν βαθιά. Ακριβώς όπως κάνουν για την οικογένειά τους κάθε μέρα, έκαναν και για την πατρίδα τους. Φρόντισαν το μάθημα Ιστορίας να το επισφραγίσει μια βιωματική εμπειρία. Δεν υποκρίνονται, ούτε καταπιέζονται, ούτε βαρυγκωμουν, ούτε απελπίζονται.

«Η Ελλάδα πρέπει να φτιάξει την οικονομία της και την παιδεία της.» Ευτυχώς που η Ελλάδα είμαστε εμείς. Στα χέρια μας είναι να ρυθμίσουμε μόνο τον εαυτό μας, τα της οικογένειάς μας, ίσως και κάποια άλλα μικρά σύνολα στα οποία είμαστε μέλη. Αλλά αυτό το λίγο, είναι που έχει τεράστιο αντίκτυπο. Γιατί, τα υγιή μέλη της κοινωνίας καθιστούν το σώμα ολόκληρο υγιές. Και η αντίδραση της οικογένειας αυτής έδειξε ότι υπάρχουν υγιή κύτταρα. Υπάρχει μαγιά για να ζυμωθεί ένα νέο ψωμί ικανό να θρέψει την πατρίδα.

Ευτυχώς η μικρή είχε ορθάνοιχτα τα μάτια της, παρά τα δακρυγόνα, για να μην χάνει ούτε στιγμή από το διαδραστικό αυτό μάθημα ιστορίας. Η μητέρα της είχε στραμμένο αποφασιστικά το σώμα της προς τα μπροστά και προχωρούσε ακάθεκτη, τραβώντας και άλλο παιδί από το δεξί της χέρι. Τα φωτεινά όμως μάτια της μικρης με γεμίζουν ελπίδα και σιγουριά, χαρά και αποφασιστικότητα. Αυτή η ειρηνική αλλά και τόσο μαχητική ταυτόχρονα αντίδραση είναι ένδειξη πως κάτι καλό μπορεί να συμβεί στο μέλλον.

Ευτυχώς, το συλλαλητήριο έδειξε πως υπάρχουν άνθρωποι που αγωνίζονται για να ζήσει η Ελλάδα. Η αξιοπρέπεια της εθνικής κληρονομιάς είναι αγώνας που δεν περιγράφεται μόνο στα βιβλία αλλά κυρίως στις πράξεις. Κρύβει ένα ήθος πολύτιμο και σπάνιο αλλά εγγεγραμμένο στο dna. Δεν είναι ξερή επίκληση στο παρελθόν, αλλά ζωντανή, βιωμένη και ενεργή δράση στο παρόν.

Ευτυχώς, η Μακεδονία θα είναι ελληνική όσο υπάρχουν Έλληνες να την κατοικούν, να μιλούν την γλώσσα της, να ζουν τον τόπο της, να την υπερασπίζονται, να την πιστεύουν, να κάνουν όνειρα και να ελπίζουν στην πραγματοποίηση τους στην ζωή των επόμενων γενεών.

 

 

Πηγή

 

 

 

 

 

Ένα σημάδι ότι ξεκινάει η εν πνεύματι αληθινή ζωή είναι η “απογοήτευση”

 Ένα σημάδι ότι ξεκινάει η εν πνεύματι αληθινή ζωή είναι η “απογοήτευση”. Ναι, καλά το ακούσατε, η “απογοήτευση”. Θα έρθει μια στιγμή στη ζωή μας, θα τα φέρει έτσι ο Θεός, που θα αισθανθούμε απόλυτη ματαίωση από όλους και όλα. Θα είναι μια φοβερή ψυχική και σωματική περίοδος που στον καθένα ποικίλει σε ένταση και χρόνο, ωστόσο όμως συνήθως απαραίτητη.

  Η ματαίωση θα κινηθεί σε δύο επίπεδα, ένα εσωτερικό, προς τον εαυτό μας δηλαδή, κι ένα εξωτερικό, από τους άλλους. Εκεί θα βιώσουμε γεγονότα που θα μας οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούμε να έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη σε κανέναν άλλον, παρά μονάχα και ολοκληρωτικά στον Θεό. Η ειδωλοποίηση που κάναμε στον εαυτό μας και τα κατορθώματά του θα καταρρεύσουν. Θα δούμε γυμνή την αλήθεια, ότι ριζικά είμαστε ελλειμματικοί, ελλιπείς. Παρόλο που ο Θεός μάς έχει χαρίσει ποικίλες δυνατότητες, ωστόσο αυτές παραμένουν άγνωστες ή ανενεργές έξω από την σχέση μαζί Του, ή ακόμη και καταστροφικές, εάν αυτονομηθούν.

  Θα ανακαλύψουμε κατόπιν φρικτών εμπειριών ότι οι όρκοι που μας έδωσαν για παντοτινή αγάπη σάπισαν και θρόισαν στην δύναμη του χρόνου, που αλλάζει πρόσωπα και καταστάσεις. Ιδιαιτέρως δε αυτοί που μας μίλησαν για μεγάλες αγάπες και έδωσαν αιώνιες υποσχέσεις υπήρξαν οι πιο στεγνοί και αδίστακτοι γδάρτες των ονείρων μας. Ο άλλος δεν είναι ο “Θεός” και “λυτρωτής” μας, γιατί απλά είναι άνθρωπος αδύναμος και πληγωμένος.
  Τότε θα αντιληφθούμε ότι κανείς δεν μπορεί να μας δώσει το απόλυτο, εκείνο που ζητά η δομή, ο πυρήνας της ύπαρξής μας. Αυτός ο μεγάλος άλλος, που πάντα μας λείπει είναι ο Θεός και ή θα πάρουμε την απόφαση, δηλαδή θα μετανοήσουμε, να τον γνωρίσουμε προσωπικά και βιωματικά, ή θα μείνουμε στον φαύλο κύκλο των θνητών αδύναμων υποσχέσεων και μάταια θα κωπηλατούμε σε τρύπια βάρκα.

  Εκεί μέσα σε αυτό το μεγάλο κενό, στην θέα του Άδη που είναι έτοιμος να μας καταπιεί, έχουμε την ευκαιρία να κραυγάσουμε προς τον Χριστό. Να Τον 
ζητήσουμε με όλη την δίψα και την πείνα της ύπαρξής μας. Να αναγνωρίσουμε ότι μονάχα αυτός είναι το νόημα της ζωής, ο λυτρωτής και σωτήρας μας. Αν συμβεί αυτό, τότε η πίστη στο πρόσωπό Του θα κατέλθει από το νου στην καρδιά και η Χάρις θα λούσει την ύπαρξή μας με ελπίδα και χαρά,σκορπώντας την ράθυμη θλιμμένη ματιά προς τα πρόσωπα και πράγματα του κόσμου. Η απελπισία και απογοήτευση θα δώσει τη θέση της σε μια εσωτερική πληρότητα και χαρά, που δεν προέρχεται ούτε εξαντλείται στα ανθρώπινα και ενδοκοσμικά, γι’ αυτό και δεν μπορεί κανείς να μας την πάρει, εκτός κι αν την σκορπίσουμε εμείς.

 Ο κόσμος και η ζωή θα αποκτήσουν ξανά νόημα μέσα από την νέα ματιά που θα δωρίσει το Πνεύμα μέσα μας. Όλα θα αλλάξουν, ενώ φοράνε τα ίδια ρούχα, όλα θα είναι αλλιώς, ενώ είναι εκεί, τα πάντα θα μιλάνε, ενώ θα παραμένουν σιωπηλά. Ο Χριστός θα έχει πλέον κατέλθει από τον “ουρανό” μέσα στην καρδιά μας, θα έχει γεννηθεί και σαρκωθεί στην δική μας προσωπική ιστορία που κι εμείς θα την χωρίσουμε σε πριν και μετά Χριστόν πορεία, γιατί σαν έλθει ο Χριστός τίποτε πια δεν μπορεί να είναι όπως παλιά, μήτε η αμαρτία μας, μητε τα δάκρυά μας.
π. Λ. Π.

 

 

 

Πηγή

 

 

 

 

 

Τί είναι η νοερά και καρδιακή προσευχή;

Η μνήμη του Θεού στον άνθρωπο φανερώνει κοινωνία με τον Θεό και άρα είναι σαν προσευχή. Ο αγώνας για την συνεχή επίκληση του αγίου Ονόματος του Χριστού με την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», ανανεώνει συνεχώς στον άνθρωπο την μνήμη του Θεού και την κοινωνία με τον Θεό. Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος έγραφε στους Θεσσαλονικείς: «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε».

Με την μνήμη του Θεού και την προσευχή ο άνθρωπος φανερώνει την αληθινή ευγένεια της φύσεώς του, που είναι μεθόριο μεταξύ ορατού και αοράτου κόσμου και «ζώον θεούμενον»· ξεπερνά την φυσική αναγκαιότητα, εκτείνει την ύπαρξή του μέχρι τον Θεό, αισθάνεται ελεύθερος από ό,τι τον κρατά αιχμάλωτο στην γη.

Για να είναι όμως η προσευχή αληθινή, πρέπει να είναι προσευχή του όλου ανθρώπου και όχι μόνον των χειλέων ή μόνον του νου ή μόνον της καρδιάς.

Τελεία προσευχή είναι η νοερά και συγχρόνως καρδιακή. Ο νους προσεύχεται μέσα από την καρδιά, που είναι το κέντρο της υπάρξεως. Δηλαδή ο όλος άνθρωπος από το βάθος του και το κέντρο του προσεύχεται εκπληρώνοντας την πρόσκληση του Θεού: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ισχύος σου και εξ όλης της διανοίας σου και τον πλησίον σου ως εαυτόν». Ολόκληρος ο άνθρωπος προσφέρεται στον Θεό.

Γι’ αυτή την προσευχή χρησιμοποιείται η μονολόγιστη ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», που με την σύντομη επίκλησή της βοηθεί στην συγκέντρωση του νου και στο βύθισμα του νου στην καρδιά.

Οι άγιοι Πατέρες, οι λεγόμενοι νηπτικοί, από την πείρα τους έγραψαν για τον τρόπο και την μέθοδο αυτής της προσευχής. Υπάρχει μια συλλογή των έργων αυτών των αγίων Πατέρων, που λέγεται Φιλοκαλία. Και η λέξη φιλοκαλία είναι χαρακτηριστική. Με την νοερά και καρδιακή προσευχή ο πιστός ενώνεται με τον Θεό, θεάται τον Θεό, που είναι ό,τι ομορφότερο υπάρχει στον κόσμο, το υπέρτατο κάλλος.

Επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει κάποια σύγχυση μεταξύ της καρδιακής προσευχής και των διαφόρων τρόπων διαλογισμού και προσευχής, όπως ασκείται στις ανατολικές θρησκείες, νομίζω ότι πρέπει να διευκρινίσω μερικά ζητήματα:

1. Όχι μόνον η μονολόγιστη ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ…», αλλά και κάθε προσευχή της Εκκλησίας, όπως η θεμελιώδης θεοπαράδοτος κυριακή προσευχή, το «Πάτερ ημών», πρέπει να είναι νοερά και καρδιακή, δηλαδή να βγαίνει από το βαθύτερο είναι μας.

2. Η απόκτηση του χαρίσματος της αδιαλείπτου νοεράς και καρδιακής προσευχής δεν είναι για μας τους ορθοδόξους κυρίως ζήτημα μεθόδου και τεχνικής, αλλά ζήτημα συντετριμμένης καρδιάς, δηλαδή καρδιάς που μετανοεί, πονάει για τις αμαρτίες της και ταπεινώνεται. Χωρίς αυτή την καρδιά καμιά μέθοδος και τεχνική της προσευχής, όπως η χρησιμοποίηση της εισπνοής και εκπνοής, δεν μπορεί να φέρει την αληθινή προσευχή.

3. Η καρδιακή και νοερά προσευχή προϋποθέτει την συμμετοχή μας στην ζωή της Εκκλησίας, στα Μυστήριά της, την τήρηση των εντολών του Θεού και την υπακοή σε πνευματικό πατέρα. Δεν είναι δηλαδή μια ατομικιστική – ιδιωτική προσέγγιση του Θεού. Μέσα στην Εκκλησία ο ταπεινός χριστιανός λαμβάνει την Χάρι του Θεού και αυτή η Χάρις ενεργεί μέσα του, με την ιδική του βέβαια συνεργασία και θέληση, την αληθινή προσευχή.
Τελειώνοντας στο θέμα της προσευχής θα ήθελα να πω ότι ο σημερινός άνθρωπος έχει κατ’ εξοχήν ανάγκη από την προσευχή για να μπορεί να μη απορροφάται από τον σύγχρονο βαθύτατα υλιστικό τρόπο ζωής ξεχνώντας την θεοείδειά του, δηλαδή την θεϊκή καταγωγή και τον θεϊκό προορισμό του.

Ακόμη, για να μπορεί να κρατά την εσωτερική του ενότητα, ισορροπία και ειρήνη μέσα στην φοβερή διασπαστικότητα, ανισορροπία και εξωστρέφεια του συγχρόνου κόσμου. Για να μπορεί, έχοντας συνεχή την αίσθηση της παρουσίας και προνοίας του Θεού στην ζωή του, να μην «αγχώνεται», απελπίζεται και βιώνει τον κόσμο ως κενό και «μη-νόημα».

Με την συνεχή επίκληση του γλυκυτάτου και αγίου Ονόματος του Χριστού θα αισθάνεται τον Χριστό στην καρδιά του, θα αποφεύγει την αμαρτία, θα καλλιεργεί αισθήματα αγάπης για τον Θεό και τους ανθρώπους. Θα ειρηνεύει ο ίδιος και θα ειρηνεύει και τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του.

Ας μου επιτρέψετε μια αδελφική συμβουλή από την πνευματική παράδοση του Αγίου Όρους: Όσο περισσότερες φορές την ημέρα με πόθο λέμε την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ…», τόσο πιο κοντά στον Θεό θα είμαστε και τόσο περισσότερη Χάρι και δύναμη θα λαμβάνουμε για να αντιμετωπίζουμε τις διάφορες δυσκολίες και πειρασμούς της ζωής.

 

 

Πηγή

 

 

 

 

 

Η αντιμετώπιση των θλίψεων

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (Β’ Κορινθ. 4,6-15)

Ο Απόστολος Παύλος στο σημερινό ανάγνωσμα μεταξύ άλλων αναφέρεται στις ποικίλες θλίψεις και διωγμούς που συνέχεια υπέφερε, οι οποίες όμως ποτέ δεν τον κατέβαλαν. Το θέμα αυτό, των θλίψεων είναι πολύ σημαντικό για όλους μας. Γιατί ποιός δεν αντιμετωπίζει θλίψεις στη ζωή του; Γι αυτό ο Ιησούς μας έχει προετοιμάσει : «εν τῶ κόσμῳ θλίψιν έξετε» (Ιωάν. 16, 33). Και ο Παύλος προετοίμαζε όσους γίνονταν μέλη της Εκκλησίας: «διά μέσου πολλών θλίψεων θα εισέλθουμε στη βασιλεία των ουρανών» (Πράξ. 14,22). Επομένως αυτός είναι ο γενικός κανόνας. Όλους θα μας βρούν θλίψεις. Και οι πιό καλοί άνθρωποι και άγιοι άνθρωποι είχαν θλίψεις. Ακόμη και η Παναγία Μητέρα του Κυρίου μας αισθάνθηκε σαν δίκοπο μαχαίρι να την διαπερνά ο πόνος, όταν αντίκρυσε τον Υιόν και Θεόν της πάνω στο Σταυρό να οδυνάται· όπως ακριβώς την είχε προειδοποιήσει ο Δίκαιος Συμεών όταν πήγε το θείον Βρέφος 40 ημερών στο ναό των Ιεροσολύμων (βλ. Λουκ.2,35). Όσο λοιπόν βρισκόμαστε σε αυτή τη ζωή να ξέρουμε ότι θλίψεις, μικρές η μεγάλες, ανάλογα με την αντοχή του καθενός, θα έχουμε.

Εκείνο όμως που μένει από την πλευρά μας να κάνουμε είναι να μάθουμε το πώς να αντιμετωπίζουμε την κάθε θλίψη που μας έρχεται. Το να λέμε π.χ. σε μια βαρειά αρρώστια: «γιατί να συμβεί σε μένα αυτό;» δεν βελτιώνει την κατάσταση. Πολλές θλίψεις χτυπούν τον κόσμο· τί φυσικότερο κάτι από αυτά, μικρό ή μεγάλο, να συμβεί και σε μένα! Πόσες ασθένειες έπληξαν και σύγχρονους Αγίους, που γνωρίσαμε, όπως τον Άγιο Πορφύριο τον Καυσοκαλυβίτη, τον Άγιο Παΐσιο τον Αθωνίτη και τόσους άλλους Αγίους. Γιατί να μην έλθουν και σε μας θλίψεις;

Ας μάθουμε, λοιπόν, πώς αντιμετώπιζε τις πολλές θλίψεις του ο μέγας Απόστολος των Εθνών Παύλος, για να τον μιμηθούμε. Τον ακούσαμε σήμερα να λέγει:

• «Θλιβόμενοι αλλ’ ου στενοχωρούμενοι» (στίχ. 8). Τα δύο αυτά ρήματα «θλίβομαι» και «στενοχωροῦμαι» φαίνονται να έχουν την ίδια έννοια. Όμως ο Παύλος κάνει μια σημαντική διάκριση κατά την ερμηνεία των αγίων Πατέρων· οι θλίψεις προέρχονται από εξωτερικούς παράγοντες. Από έλλειψη των αναγκαίων για τη ζωή μας· από επιθέσεις εχθρών· από μίση, αδικίες, προσβολές και τόσα άλλα, που προέρχονται όχι μόνον από εχθρούς αλλά και φίλους, ακόμη και από μέλη της οικογενείας μας. Όλα αυτά οι άλλοι μας τα προκαλούν. Η στενοχώρια όμως προκαλείται από μας τούς ίδιους, όταν νικηθούμε από τη θλίψη και παραδοθούμε σ’ αυτήν. Και ακριβώς αυτό είναι το σημείο που πρέπει να προσέχουμε. Αυτό το είχε επιτύχει ο Παύλος. Αντιμετώπιζε τις θλίψεις με τέτοιον τρόπο, ώστε δεν του προκαλούσαν αγωνία και στενοχώρια. Και όχι μόνον στενοχώρια δεν είχε, αλλά αντίθετα, ένιωθε χαρά. Γράφει αυτά τα καταπληκτικά λόγια μέσα από τη φυλακή της Ρώμης στους Κολοσσαείς: «χαίρω για τα παθήματά μου» (Κολ. 1,24).

Προσθέτει ο Απόστολος Παύλος στην Επιστολή του: «απορούμενοι αλλ’ ουκ εξαπορούμενοι» (στίχ. 8). Δηλαδή, βρισκόμαστε κάποτε φαινομενικά σε αδιέξοδο, όμως δεν απελπιζόμαστε· προσπαθούμε και βρίσκουμε τρόπους λυτρώσεως και σωτηρίας από τα δεινά. Με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος σε όλα τα θέματα που μας καταθλίβουν μπορεί να βρεθεί η κατάλληλη αντιμετώπιση.

Επίσης: «διωκόμενοι ἀλλ’ ουκ εγκαταλειπόμενοι (στίχ. 9). Συχνοί ήταν οι διωγμοί που αντιμετώπιζε ο Παύλος ό,που πήγαινε. Τον εράβδιζαν, τον λιθοβολούσαν, τον πήγαιναν στα δικαστήρια, τον φυλάκιζαν. Ποτέ όμως δεν έχασε το θάρρος του. Αισθανόταν πάντοτε την παρουσία του Χριστού κοντά του να τον ενισχύει και ενδυναμώνει. Μέχρι σημείου μάλιστα, μέσα στη φυλακή των Φιλίππων, πληγωμένος από τους ραβδισμούς που υπέστη προηγουμένως, να προσεύχεται και να υμνεί τον Θεό, μαζί με τον συνοδό του Σίλα. Κάποτε και θαύματα ενεργεί ο Θεός για να προστατεύσει τους ανθρώπους που στηρίζουν την ελπίδα τους σε Αυτόν. Με θαύμα δεν ελευθέρωσε ο Θεός τον Παύλο και τον Σίλα από τη φυλακή των Φιλίππων εκείνο το βράδυ; Καθώς υμνούσαν οι Απόστολοι τον Θεό, έγινε μεγάλος σεισμός· οι πόρτες της φυλακής άνοιξαν και τα δεσμά όλων των φυλακισμένων λύθηκαν. (βλ. Πράξ. 16, 5-26).

Προσθέτει ακόμη ο Απόστολος: «καταβαλλόμενοι αλλ’ ουκ απολλύμενοι». Εδώ ο Παύλος χρησιμοποιεί την εικόνα των παλαιστών που ο ένας προσπαθεί να ρίξει τον αντίπαλό του κάτω να ακουμπήσει η πλάτη του στη γή. Εμάς, λέγει ο Απόστολος, μας ρίχνουν κάτω, αλλά αντιστεκόμαστε και δεν χάνουμε τον αγώνα.

Ο Απόστολος Παύλος, λοιπόν, ας είναι το πρότυπό μας στην αντιμετώπιση των πάσης φύσεως θλίψεων από στέρηση αναγκαίων, από έχθρες, διωγμούς, αδικίες, ασθένειες και άλλες αιτίες. Να τα αντιμετωπίζουμε όλα τα θλιβερά της ζωής αυτής με θάρρος και πίστη στον Παντοδύναμο Κύριό μας. Με προσπάθεια επίμονη και αγώνα συνεχή μέχρι την τελική νίκη. Με υπομονή και δυνατή προσευχή. Και να μή ξεχνάμε ότι ο Θεός δεν θα επιτρέψει να υποφέρουμε θλίψεις που ξεπερνούν τις δυνάμεις μας· αλλά όταν έρθει ο πειρασμός, θα δώσει μαζί και την διέξοδο, ώστε να μπορέσουμε να τον αντέξουμε (βλ. Α» Κορ. 10,13).

 

 

Πηγή

 

 

 

 

«Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν»

Δεν είναι απλό να ευχαριστείς το Θεό την ώρα των δοκιμασιών. Στα ευχάριστα και χαρούμενα, άνετα βγαίνει το «δόξα τω Θεώ». Στα δύσκολα και δυσάρεστα, πώς μπορείς να το λες; Όταν οι άγιοι δεν είχαν δοκιμασίες έλεγαν «με εγκατέλειψε ο Θεός». Πώς εμείς το λέμε όταν έλθουν οι δοκιμασίες και «δεν βλέπουμε άσπρη μέρα»;

Είναι αλήθεια πως η χριστιανική ζωή διαφέρει από την κοσμική, όχι κατά πως νομίζουν μερικοί, ότι η πρώτη είναι όλο άσκηση κι αγώνας και η δεύτερη διασκέδαση και γλέντι. Η αντίληψη ότι ο χριστιανός δεν έχει χαρά αλλά ικανοποίηση επειδή εφαρμόζει το θέλημα του Θεού που θέλει κόπους και στερήσεις, φαίνεται πως είναι ένα μεγάλο ψέμα. Η διαφορά του χριστιανικού από τον κοσμικό τρόπο ζωής, βρίσκεται στη θέα των δοκιμασιών και των θλίψεων, που οπωσδήποτε θα έρθουν στη ζωή.

Όσοι με υπομονή και εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού πέρασαν το δικό τους Σταυρό, βεβαιώνουν πως δεν ήταν μόνοι. Αόρατα και αθόρυβα παρέστεκε Εκείνος, που πέρασε το μεγάλο Σταυρό και γι’ αυτό γνώριζε τα βιώματά τους. Κι ακόμα, πως η δοκιμασία έχει το λόγο της, συνήθως θεραπευτικό αλλά και για να ετοιμαστεί η καρδιά να χωρέσει τη χάρη που ακολουθεί τις δοκιμασίες.

Το «δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν», που ο ιερός Χρυσόστομος το είπε και έκλεισε τα μάτια του, το είπε στις κακουχίες, στην εξορία, στον πόνο της εγκατάλειψης. Γιατί τότε ζούσε την οικειότητα με τον εσταυρωμένο Κύριό του, που, μέσα από το Σταυρό και τις ποικίλες μορφές θανάτου, νίκησε το θάνατο και «εχαρίσατο ημίν ζωήν την αιώνιον».

Όποιος αποδέχεται την όποια δοκιμασία του, ως παραχώρηση Θεού που στοχεύει στη γνώση ενός άλλου τρόπου ζωής κι ετοιμάζει την ύπαρξη να γνωρίσει την όντως ζωή, αυτός κατανοεί την ευλογία του πόνου. Αυτός μπορεί να πει με την καρδιά του « δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν», γιατί ξέρει πως ο Χριστός θέλει να τον κάνει δικό Του, όμοιο Του στο πάθος και στην Ανάστασή Του. Ξέρει πια ότι οι δοκιμασίες δεν είναι τιμωρίες, γιατί ο Θεός δεν τιμωρεί, ακόμα και αν δεν θέλουμε να είμαστε δικοί Του. Είναι η πραγματική αγάπη και ελευθερία που καλεί, μέσω των δοκιμασιών, σε προσωπική συνάντηση και ένωση.

Αλήθεια, πώς θα ενωθείς με τον Χριστό, όταν δεν πόνεσες, δεν ταπεινώθηκες, δεν έκλαψες στη μοναξιά σου; Πώς θα νιώσεις το «περίλυπος εστι η ψυχή μου έως θανάτου», που είπε στη Γεθσημανή λίγο πριν το Σταυρό, όταν ποτέ δεν λυπήθηκες έως θανάτου; Πως, ακόμα, θα καταλάβεις το «Θεέ μου, Θεέ μου, μου ίνα τι με εγκατέλιπες;» όταν πάντα νιώθεις αυτάρκης;

Κι όταν τα πιο πάνω σού γίνουν βιώματα, τότε θα σου δοθεί και η εσωτερική πληροφορία της νίκης κατά του δικού σου θανάτου, που θα σου φέρει τη χαρά και την πληρότητα. Στις δε μικρές και μεγάλες δοκιμασίες, που θα έρχονται μέχρι το τέλος της ζωής, θα μπορείς και συ να λες αυθόρμητα το λόγο του μεγάλου ιεροκήρυκα όλων των αιώνων: « δόξα τω θεώ πάντων ένεκεν».

 

 

Πηγή

 

 

 

 

 

Για την προσευχή

Άνθρωπέ μου, φίλε μου και αδελφέ μου, να προσεύχεσαι. «Προσευχή» σημαίνει να μιλάς με τον Θεό. Και είναι αυτό η ανώτερη έκφραση του ανθρώπου, το να μιλάει με τον Θεό του, τον πλάστη του και δημιουργό του!

Επειδή η προσευχή είναι και μία ομολογία της πίστης μας στο Θεό, πρέπει να την αρχίζουμε με την Αγία Τριάδα. Αυτός είναι ο Θεός μας. Να την αρχίζουμε, δηλαδή, με το, «Εις το Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, Αμήν». Επίσης από την προσευχή μας δεν πρέπει να απουσιάζει η Παναγία. Γιατί, όπως ο Υιός του Θεού, ο Χριστός μας, πέρασε από την Παναγία για να έρθει ανάμεσά μας, έτσι και η προσευχή μας πρέπει να περνάει από την Παναγία, για να φθάσει στον Θεό.

Να προσεύχεσαι, αγαπητέ μου, παντού και πάντοτε. «Εν παντί καιρώ και τόπω». Και περπατώντας στο δρόμο και ξαπλωμένος στο κρεβάτι μπορείς να προσεύχεσαι. Ο Ιώβ ήταν πεταμένος στην κοπριά για την αρρώστια του, αλλά εκεί έλεγε την ωραία δοξαστική προσευχή του: «Είη το Όνομα Κυρίου, ευλογημένον από του νυν και έως του αιώνος»! Στην προσευχή σου, άνθρωπέ μου, να λες στο Θεό ο,τι θέλεις. Σαν το μικρό παιδάκι, που λέει στον μπαμπά του ότι θέλει καραμέλλες! Όλα τα προβλήματά σου και τις αγωνίες σου, όλα να τα λες στον Θεό. Μην ξεχνάς όμως να παρακαλείς τον Θεό να σου συγχωρέσει τα αμαρτήματά σου. Επίσης στην πρωινή σου και βραδυνή προσευχή, να λες και το «Πάτερ ημών», γιατί μας το είπε ο Κύριος να λέμε την προσευχή αυτή, γι᾽ αυτό και την λέμε «Κυριακή προσευχή». Αν η ψυχή σου θέλει περισσότερα, πες τους Χαιρετισμούς στην Παναγία, έστω μία Στάση την ημέρα. Έχουν μεγάλη δύναμη οι Χαιρετισμοί στην Παναγία. Αλλά μην παραλείπεις να λες στην προσευχή σου και τα ατομικά σου αιτήματα, βγαλμένα από την καρδιά σου. Και με την προσευχή σου, αγαπητέ, να αγκαλιάζεις όλο τον κόσμο παρακαλώντας τον Θεό για χήρες, για ορφανά, για αρρώστους, για χρεωμένους, για αστέγους, για τους πρόσφυγες αδελφούς και για όλο γενικά τον κόσμο.

Τέλος, σου συνιστώ να λες κάθε μέρα αυτή την σύντομη και πεντάλογη προσευχή: «ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΕΛΕΗΣΕ ΜΕ». Και να λες και την άλλη σύντομη προσευχή της Εκκλησίας μας στην Παναγία: «Θεοτόκε Παρθένε, Χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία, ο Κύριος μετά Σου. Ευλογημένη Συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της Κοιλίας Σου• ότι Σωτήρα έτεκες των ψυχών ημών».

 

 

Πηγή