Ιερά Μονή Αγίας Λαύρας

Αγία Λαύρα

ΓΕΝΙΚΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ           

Η χιλιόχρονη Μονή της Αγίας Λαύρας με την πολυκύμαντη ιστορία της αποτελεί το λίκνο της εθνικής μας παλιγγενεσίας, πανελλήνιο εθνικοθρησκευτικό προσκύνημα πρώτου μεγέθους και μία από τις αρχαιότερες Μονές του ελληνικού και κυρίως του πελοποννησιακού χώρου, αληθινό σέμνωμα της περιοχής.  Συνδεδεμένη αρχικά με τη Μεγίστη Λαύρα του Άθω, διαγράφει αδρομερώς μια ιστορία αντίστοιχη προς τά κατά καιρούς τρία Καθολικά της :Παλαιομονάστηρο-ιστορικός ναός-σημερινή μορφή.

Πρώτη μαρτυρία ωστόσο έχουμε την αποτέφρωσή της από τους Τούρκους στα 1585. Ξανακτίζεται περί το 1600, ενώ οι τοιχογραφίες της (χείρ Ανθίμου) τελειώνουν το 1645. Οι πληροφορίες αυτές αφορούν στο Παλαιομονάστηρο, σε απόσταση 300μ. πιο πάνω από τη σημερινή Μονή, με δίκλιτο σταυρεπίστεγο ναό στο στόμιο σπηλιάς πού σώζει δύο σειρές τοιχογραφιών.

Στη σημερινή θέση η ιστορική Μονή κτίστηκε πιθανώς περί το 1689: τρίκογχο, αγιορείτικου τύπου, κτίσμα (μονόκλιτο με τρούλο χωρίς στηρίγματα) πού διασώζει τοιχογραφίες, ενώ σχετική εικόνα μας δίνει το σχέδιο του Ρώσσου μοναχού Β .Γ. Μπάρσκη (1745).

Η Μονή δοκιμάζεται στα 1715 (Β΄ Τουρκοκρατία) και κυρίως στα Ορλωφικά. Το 1826 «έκαψε ο Ιμπραίμης το μοναστήρι και οί καλόγεροι εγύρισαν όλα τά όρη και ησυχίαν δεν εύρισκον και τις να περιγράψει τάθλα και την κακοπάθειαν οπού επέρασαν». Ανοικοδομείται στα 1828, με την ίδρυση του νέου Καθολικού στον τύπο της  βασιλικής με τρούλο, ερειπώνεται από το σεισμό της 24.7.1844, για να χτιστεί και πάλι το 1850.

Την 14ην Δεκεμβρίου του 1943 πυρπολείται ή Μονή και εκτελούνται από τους Ναζί οί μοναχοί της. Τέλος το 1950 αναστηλώνεται στην σημερινή της μορφή.    

ΕΘΝΙΚΗ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ & ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ  1821

Αγία Λαύρα 2

 

Η Μονή ενωρίτερα εγένετο πατριαρχική, σταυροπηγιακή, «βασιλική» και απέκτησε μεγάλη ακίνητη και κινητή περιουσία, ενώ κατά καιρούς προσκολλήθηκαν σ αυτή μικρότερες Μονές (Αγία Τριάς Ακράτας, Φιλοκάλη κ.ά.). Εκείνο, εντούτοις,  πού ανέδειξε  την Αγία Λαύρα φωτεινό μετέωρο, χωρία να υποτιμούνται άλλες κατά καιρούς υπηρεσίες της σε εθνικά θεμέλια, είναι το γεγονός ότι υπήρξε το θέατρο πολεμικών γεγονότων της μεγάλης Εξέγερσης του 1821 και διεκδικεί την πρωτοπορία του Αγώνα με την κήρυξη της Επανάστασης από τον Παλαιόν Πατρών Γερμανό κάτω από το θόλο του Ναού της. Στην εθνική συνείδηση προβάλει ως πρωταγωνίστρια  στο μεγάλο Ξεσηκωμό για την Απελευθέρωση.

ΙΕΡΑ ΛΕΙΨΑΝΑ & ΚΕΙΜΗΛΙΑ

 

 Με καμάρι δείχνει το Λάβαρο του 1821, τά όπλα των αγωνιστών, τά άμφια του Αρχιεπισκόπου Παλαιών Πατρών Γερμανού, πρωτοστάτη του Αγώνα, έγγραφα, χειρόγραφα, έντυπα, εικόνες, πολύτιμα Ευαγγέλια (όπως της Αικατερίνης Β  της Ρωσίας) τα ιερά σκεύη και άμφια (σταυρός, λειψανοθήκες, Άγια Ποτήρια κ. λ. π.) ανυπολόγιστης καλλιτεχνικής και εθνικής αξίας, παρά τις τόσες δηώσεις, πυρπολήσεις και καταστροφές της Μονής, της Μονής που προσέφερε στον Αγώνα σε έμψυχο και άψυχο υλικό όσο καμία άλλη. Δίκαια, λοιπόν, αποτελεί σύμβολο ιερό και κιβωτό του νεοελληνισμού, δίκαια, σε περίοπτη θέση κοντά στη Μονή, στήθηκε μεγαλόπρεπο το Ηρώο των Αγωνιστών του 1821. Η Αγία  Λαύρα διδάσκει τι προσέφεραν οί Μονές στο Έθνος και στις αιώνιες και ακατάλυτες αξίες του «ελληνοχριστιανικού» πολιτισμού μας, τόσο στις καλές όσο και στις δύσκολες ημέρες. Τά έργα αυτά, με τά χρυσά ή ασημένια νήματα σε ολομέταξα υφάσματα, με πλούσια και έντονα χρώματα και αποχρώσεις, δώρα ζηλευτά αρχιερέων, πλουσίων κοσμικών ή καρπός «ζητείας» των μοναχών, άλλοτε ακολουθούν πιστά την βυζαντινή παράδοση, άλλοτε έχουν λίγο-πολύ δυτικές επιδράσεις.

Όπως είναι φυσικό, οι σπουδαιότερες συλλογές βρίσκονται στο Μέγα Σπήλαιο και την Αγία Λαύρα. Τα αξιολογοτέρα δείγματα προέρχονται από ξένα εργαστήρια (κυρίως της Σμύρνης ή της Πόλης) και είναι του 16ου-18ου αιώνα. Γνωστοί είναι οι αξιόλογοι επιτάφιοι   και ο Άγιος Γεώργιος της κεντήτριας «Κοκόνας του Ρολογά» (Αγία Λαύρα), με έκδηλη όμως δυτική επίδραση. Δεν υστερούν τά υπόλοιπα: επιτραχήλια, επιγονάτια, αντιμήνσια, πύλες. Χαρακτηριστική είναι η επιμονή της παράδοσης να τα αποδίδει άλλοτε στον έναν, άλλοτε στον άλλο πατριάρχη ή Αρχιεπίσκοπο (Παλαιών Πατρών Γερμανό, Γρηγόριο Ε\’, Χρύσανθο Νοταρά). Τα  χρυσο-αργυροκέντητα αποτελούν σέμνωμα των Μονών ή Ναών, χάρμα οφθαλμών για τους επισκέπτες, πολύτιμο υλικό για τους ειδικούς, καλλιτεχνήματα ανεπανάληπτα, αφιερώματα συχνά της λαϊκής πίστης και εθνικά κειμήλια. 

Πηγή

Χοζεβά: Το μοναστήρι της Υπεραγίας Θεοτόκου

Το μοναστήρι της Υπεραγίας Θεοτόκου, η λεγόμενη Χοζεβά, βρίσκεται σε μια ερημική και άγρια χαράδρα κι είναι κοντά στην αρχαία Ρωμαϊκή οδό, που οδηγεί από τα Ιεροσόλυμα στην Ιεριχώ. 

Στην Αγία Γραφή η τοποθεσία αυτή λέγεται χείμαρρος Χορράθ κι είναι συνδεδεμένη με πολλά ιστορικά γεγονότα.

Σ’ αυτό το μέρος, όπου έμελλε να γίνει το μοναστήρι της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι η σπηλιά στην όποια είχε κάποτε κρυβεί ο προφήτης Ηλίας (910 π.Χ.) για να γλιτώσει από την καταδίωξη του ασεβέστατου βασιλιά Αχαάβ και της ειδωλολάτριδας συζύγου του της Ιζάβελ. Σ’ αυτή τη σπηλιά ο ζηλωτής προφήτης έμεινε μήνες και τρεφόταν κατά ένα θαυμαστό τρόπο. Μερικά κοράκια του έφερναν πρωί και βράδυ ψωμί και κρέας. Νερό έπινε από τον χείμαρρο. Όταν όμως κι από εδώ έλειψε το νερό, εξ αιτίας της ανομβρίας, ο προφήτης αναχώρησε κατ’ εντολή του Θεού στα Σάρεπτα της Σιδώνος.

Στη σπηλιά αυτή ύστερα από χρόνια ήρθε και κλείστηκε κι ο θεοπάτορας Ιωακείμ. Σαράντα μερόνυχτα έμεινε εδώ νηστεύοντας και προσευχόμενος να του χαρίσει ο Θεός ένα παιδί, γιατί ήταν άτεκνος. Σ’ αυτό το διάστημα κι η σύζυγος του Άννα είχε παραμείνει στο σπίτι της και προσευχόταν θερμά. Με δάκρυα παρακαλούσε και ζητούσε να της λύσει ο Πανάγαθος Θεός την ατεκνία της.

Πολύ συγκινητική είναι η προσευχή του Ιωακείμ, στη σπηλιά, όπως μας την διέσωσε αρχαία παράδοση: «Ου καταβήσομαι», έλεγε μονολογώντας ο ευσεβής Ιωακείμ, «ούτε επί ποτόν, έως ότου επισκέψεταί με Κύριος ο Θεός μου και έσται μου η ευχή βρώμα και πόμα». Και δεν κινήθηκε απ’ εκεί, παρά μονάχα, όταν ο φιλάνθρωπος Θεός που ακούει πάντα τις προσευχές των ευσεβών παιδιών του, εισήκουσε τη δέηση του και μ’ ένα άγγελο του διεμήνυσε το χαρμόσυνο μήνυμα, πώς θα αποκτούσε παιδί. Και πραγματικά. Την επόμενη χρονιά ο Ιωακείμ και η Άννα αξιωνόντουσαν να αποκτήσουν την κεχαριτωμένη Μαρία, τη Μητέρα του Θεού. Γι’ αυτό και το όνομα Θεοπάτορες, δηλαδή πρόγονοι κατά σάρκα του Σωτήρος μας Χριστού, του Θεού μας.

Από μια τυπική διάταξη της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων μαθαίνουμε, ότι ο χείμαρρος ήταν κτήμα του Ιωακείμ, του πατέρα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Εδώ υπήρχε και κήπος του ιδίου κι εδώ αργότερα κτίστηκε και Εκκλησία έπ’ ονόματι της Παναγίας στην οποία διάφορες μέρες του χρόνου γινόντουσαν μεγαλόπρεπες πανηγύρεις. Σε τούτο το μέρος κτίστηκε κι η μονή της Παναγίας του Χοζεβά, που θεωρείται μία από τις αρχαιότερες μονές της Παλαιστίνης.

Στην ιερά αυτή Μονή της Θεοτόκου έζησαν την αγγελική ζωή της πλήρους αφιερώσεως χιλιάδες ευλαβείς ψυχές. Σ’ αυτή πέρασε κι ο άγιος Γεώργιος από τη νήσο Κύπρο, που είναι γνωστός με το επώνυμο Χοζεβίτης, τα περισσότερα χρόνια της ασκητικής ζωής του. Η όλη περιοχή διακρίνεται για την αγριότητα της. Κι αυτή την περιοχή χωρίς άλλο θα είχε υπ’ όψη ο Κύριος, όταν έλεγε την παραβολή του ανθρώπου που περιέπεσε στους ληστές κι είναι γνωστή σαν παραβολή του καλού Σαμαρείτη.

Καθ’ όλη τη διαδρομή του χειμάρρου υπάρχουν πολλά σπήλαια, τα οποία από ενωρίς προσείλκυσαν πολλούς αναχωρητές. Σ’ ένα από αυτά, που βρίσκεται από πάνω από τη Μονή, είχε εγκατασταθεί κάποτε ο Άγιος Ιωάννης ο θαυματουργός, που είχε διατελέσει επίσκοπος της Καισαρείας κι ύστερα εγκατέλειψε την επισκοπή κι ήρθε στο μέρος αυτό να μονάσει. Ο μεγάλος αυτός άγιος και θαυματουργός έκτισε την εκκλησία και τη Μονή στο όνομα της Παναγίας και καλλώπισε τον χώρο εκείνο έτσι, που σε λίγο καιρό χιλιάδες φιλέρημες ψυχές ήρθαν να ζήσουν την αγγελική ζωή.

Την ακμή της Μονής, στην οποία πολλά θαύματα γινόντουσαν από την Υπεραγία Θεοτόκο, αλλά και των γύρω ασκητηρίων, που στις αρχές του εβδόμου αιώνα φιλοξενούσαν πιο πολλές από πέντε χιλιάδες ψυχές, ανέκοψαν οι περσικές επιδρομές. Σαν καταιγίδα αληθινή είχαν ενσκήψει οι άγριες αυτές ορδές, που έσφαζαν, έκαιαν, ερήμωναν τα πάντα από εκεί που περνούσαν. Αυτή την εποχή καταστράφηκε κι ο άγιος ναός της Αναστάσεως και όλοι οι ναοί και τα μοναστήρια της Παλαιστίνης (614 μ.Χ.).

Η Ιερά Μονή Χοζεβά, τιμάται μέχρι και σήμερα στο όνομα της Υπεραγίας Θεοτόκου της εν Χοζεβά. Ανακαινίστηκε, μάλιστα, το 1875 από το μοναχό Καλλίνικο Βαράκλα τον Αγιοταφίτη με καταγωγή από τα Αλάτσατα της Μικράς Ασίας.

πηγή

Mονή Προυσού

Tο Μοναστήρι όπου ο Γεώργιος Καραϊσκάκης θεραπεύτηκε και για να ευχαριστήσει την Παναγία «χρύσωσε» την εικόνα Της  

Σε ένα άγριο και απόκρημνο ορεινό σημείο δίπλα από τον Καρπενησιώτη ποταμό, βρίσκεται η μονή Προυσού.

Το μοναστήρι είναι αφιερωμένο στην Παναγία, καθώς εκεί βρέθηκε η εικόνα της. 

Η Παναγία λέγεται πως θεράπευσε τον φυματικό Γεώργιο Καραϊσκάκη και αυτός έντυσε τη θαυματουργή εικόνα με χρυσό.

Στη μονή φιλοξενήθηκαν και άλλοι αγωνιστές της επανάστασης, όπως ο Μπότσαρης, ενώ κατά καιρούς έβρισκαν καταφύγιο ασθενείς και διαβάτες. Η επιχρυσωμένη εικόνα της Παναγίας που βρίσκεται στο μοναστήρι του Προυσού Εικόνα και Παράδοση

Σύμφωνα με την παράδοση, η θαυματουργή εικόνα προέρχεται από την Προύσα της Μικράς Ασίας και είναι δημιούργημα του Ευαγγελιστή Λουκά

 

Την περίοδο της εικονομαχίας ο αυτοκράτορας Θεόφιλος έδωσε εντολή να βρεθούν και να καταστραφούν όλες οι εικόνες.

Οι πιστοί για να τη σώσουν τη μετέφεραν στη Στερεά Ελλάδα. Στη διαδρομή όμως η εικόνα χάθηκε και κάποιοι βοσκοί τη βρήκαν στη σπηλιά όπου τελικά θεμελιώθηκε η μονή. Όταν μαθεύτηκε η εύρεση της εικόνας ο Διονύσιος, ένας από αυτούς που είχαν αναλάβει να τη μεταφέρουν, έσπευσε στο Καρπενήσι.

Καθώς επέστρεφε με την εικόνα, νύχτωσε και ο Διονύσιος με τη συνοδεία του έπεσαν κοιμηθούν. Το επόμενο πρωί η εικόνα είχε εξαφανιστεί.

Τότε, σαν όραμα, ακούστηκε μια μυστηριώδης φωνή που έλεγε ότι η επιθυμία της εικόνας ήταν να παραμείνει στο σημείο που τη βρήκαν οι βοσκοί. Έτσι χτίστηκε η μονή του Προυσού. Πατήματα της Παναγίας Στον βράχο πάνω από το παρεκκλήσι υπάρχουν επτά πατημασιές διαφορετικού μεγέθους και χρώματος.

Αυτά λέγεται ότι είναι τα βήματα της Παναγίας που ανέβηκε τον βράχο για να πάει στη σπηλιά που βρίσκεται σήμερα το μοναστήρι. 

α βήματα της Παναγίας που πάτησε στο βουνό για να πάει προς το χώρο του σημερινού μοναστηριού βρίσκονται πίσω από το παρεκκλήσι, σύμφωνα με την παράδοση

Το μοναστήρι την περίοδο της επανάστασης

Η σχέση του Στρατηγού Καραϊσκάκη Η μονή της Παναγίας της Προυσιώτισσας θεωρούνταν κέντρο πολιτικής καθοδήγησης, αλλά και στρατηγείο.

Από την περίοδο της τουρκοκρατίας λειτουργούσε η Σχολή Ελληνικών Γραμμάτων, η οποία σώζεται πλήρως αναστηλωμένη. Με τη μονή όμως σχετίζεται και ο στρατηγός Γεώργιος Καραϊσκάκης, καθώς εκεί είχε το στρατηγείο του και περνούσε αρκετό χρόνο, όσο δεν βρισκόταν στα πεδία των μαχών.

Η μονή θεωρούνταν και θεραπευτήριο.

Ο Καραϊσκάκης ήταν φθισικός. Γιατρεύτηκε κατά την παραμονή του στο μοναστήρι.

Δώρισε τότε το κάλυμμα της εικόνας ως ένδειξη ευγνωμοσύνης. Στην εικόνα διακρίνονται μόνο τα πρόσωπα του Ιησού και της Παναγίας, μιας και η υπόλοιπη είναι καλυμμένη από χρυσό που έδωσε ο Γεώργιος Καραϊσκάκης.

Στο μουσείο της μονής εκτίθεται το σπαθί, το όπλο του και το χαρακτηριστικό του φέσι.

Έξω από τη μονή υψώνονται δύο κάστρα, οι λεγόμενοι «πύργοι του Καραϊσκάκη». Ήταν πολεμίστρες που ήλεγχαν τη γύρω περιοχή.

Είχαν χτιστεί πολύ πριν από την εμφάνιση του Στρατηγού, αλλά πήραν το όνομά του

Προσωπικά αντικείμενα του Γεώργιου Καραϊσκάκη όπως το όπλο και το σπαθί του βρίσκονται στο μουσείο της μονής 

Μοναστήρι – Τοποθεσία

Η μονή χτίστηκε πριν από περίπου χίλια χρόνια και έχει περάσει πολλές περιπέτειες. Στις 16 Αυγούστου του 1944, μία μέρα μετά το Δεκαπενταύγουστο και μια βδομάδα πριν από τη γιορτή της Παναγίας της Προυσιώτισας, κάηκε από τους Γερμανούς. Αυτή ήταν η τιμωρία των κατακτητών επειδή εκεί έβρισκαν καταφύγιο οι αντάρτες.

Καταστράφηκαν πολλά αντικείμενα, όχι όμως η εικόνα. Κάθε χρόνο χιλιάδες επισκέπτες φθάνουν στη μονή για να προσκυνήσουν ή να θαυμάσουν την παράδοση και το τοπίο. Κάποιοι επιλέγουν να μείνουν και στους ξενώνες της, δίπλα στους φιλόξενους τέσσερις μοναχούς της μονής….

 

Η ιστορία της Αγια-Σοφιάς

Η Αγία Σοφία είναι το πρώτο κτίσμα που χτυπάει στα μάτια του επισκέπτη, καθώς εισέρχεται από την Προποντίδα. Το ξεχωριστό αυτό σημείο είχαν επιλέξει για να χτίσουν τους ναούς τους, αιώνες πριν από τους Βυζαντινούς, οι ειδωλολάτρες.

Ο πρώτος ναός της Αγίας Σοφίας θεμελιώθηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο το 330 μ.Χ. όταν ονόμασε τη μετέπειτα Κωνσταντινούπολη πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η ανέγερση του ναού ολοκληρώθηκε από τον γιο του Κωνστάντιο και τα εγκαίνια έγιναν στις 15 Φεβρουαρίου του 360.

Κατά την εποχή του Αρκαδίου, το 404, η πρώτη Αγιά Σοφιά πυρπολείται και θα κτισθεί εκ νέου από τον Θεοδόσιο Β’. Τα εγκαίνια θα γίνουν στις 10 Οκτωβρίου του 415, όμως ο ναός θα πυρποληθεί και πάλι το 532, κατά τη Στάση του Νίκα. Έτσι, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α’ αποφασίζει να κατασκευάσει την εκκλησία από την αρχή, στον ίδιο χώρο, αλλά πολύ πιο επιβλητική, για να δεσπόζει στη Βασιλεύουσα. Τα θεμέλια αυτού του μεγαλοπρεπή ναού θα μπουν στις 23 Φεβρουαρίου του 532, με σχέδια που εκπόνησαν οι αρχιτέκτονες Ανθέμιος Τραλλιανός και Ισίδωρο ο Μιλήσιος.

Για την ολοκλήρωση του κολοσσιαίου έργου δούλεψαν αδιάκοπα επί έξι χρόνια 10.000 τεχνίτες, ενώ ξοδεύτηκαν 320.000 λίρες (περίπου 120.000.000 ευρώ). Από κάθε σημείο όπου υπήρχε Ελληνισμός, έγινε προσφορά: Τα πράσινα μάρμαρα από τη Μάνη και την Κάρυστο, τα τριανταφυλλιά από τη Φρυγία και τα κόκκινα από την Αίγυπτο. Από τον υπόλοιπο κόσμο προσφέρθηκαν τα πολύτιμα πετράδια, ο χρυσός, το ασήμι και το ελεφαντόδοντο, για τη διακόσμηση του εσωτερικού.

Τα εγκαίνια έγιναν στις 27 Δεκεμβρίου του 537 από τον Ιουστινιανό, ο οποίος βλέποντας την υπεροχή της Αγίας Σοφίας έναντι του ξακουστού ναού του Σολομώντα, αναφωνεί: «Δόξα των Θεώ το καταξιωσάντι με τελέσαι τοιούτον έργον. Νενίκηκά σε Σολομών».

Για χίλια και πλέον χρόνια (537-1453), η Αγία Σοφία θα αποτελέσει το κέντρο της ορθοδοξίας και του ελληνισμού. Εκεί, ο λαός θα γιορτάσει τους θριάμβους, θα θρηνήσει τις συμφορές και θα αποθεώσει τους νέους αυτοκράτορες.

Η τελευταία λειτουργία τελέστηκε στις 29 Μαΐου του 1453. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ΙΑ’ Δραγάτης, αφού προσευχήθηκε μαζί με το λαό και ζήτησε συγνώμη για λάθη που πιθανόν έκανε, έφυγε για τα τείχη, όπου έπεσε μαχόμενος. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, η Αγία Σοφία έγινε τζαμί και με την επανάσταση του Κεμάλ Ατατούρκ μετατράπηκε σε μουσείο.

 

ΠΗΓΗ

Άγιος Ανδρέας Πρωτόκλητος: “Η πιο σκοτεινή ώρα είναι πριν από το ξημέρωμα”

Picture

Τα Πατήσια ήταν η αγαπημένη εξοχική περιοχή και πρωτομαγιάτικη εκδρομή της παλαιάς Αθήνας, όταν ξεκίνησε τα πρώτα της βήματα σαν πρωτεύουσα.
Αυτά τα Πατήσια ήταν γεμάτα ολάνθιστους κήπους, ανθισμένες γαζίες, περιβόλια και τρεχούμενα νερά.
Μία κηπούπολη όπως μαρτυράει η παραφθορά του βυζαντινού ονόματος «Παραδείσια» σε Πατήσια(κατά μία ιστορική εκδοχή).
Αργότερα, στις αρχές του αιώνα, η κηπούπολη μετεξελίχτηκε σε μία καλτ συνοικία, πυρήνα της κοινωνικής ζωής της πόλης, με κομψά καφενεία και σοφιστικέ αέρα.
Πιο σύγχρονα μεταπολεμικά αναπτύχθηκε και αφομοίωσε το μεταμοντέρνο κίνημα. Η αγαπημένη γειτονιά των ηθοποιών της διανόησης, αλλά και της αστικής τάξης, με ανάπτυξη αλλά και φινέτσα. Όλα αυτά μέχρι το ΄60, ΄70, όταν η λαίλαπα της ισοπεδωτικής ανάπτυξης ,της ανεξέλεγκτης οικιστικής επέκτασης, του αχόρταγου εργολαβικού κέρδους με την εκμετάλλευση της χρήσης της γης αλλάζει το πρόσωπο και οδηγεί βήμα βήμα στην παρακμή.
Είναι λυπηρό να βλέπει κάποιος την οικιστική πορεία μιας συνοικίας, από την άνοδο, στην απόλυτη παρακμή και απαξίωση, ειδικά όταν αντικατοπτρίζει και την πορεία της ίδιας της κοινωνίας που τη δημιούργησε. 
Το σημερινό της πρόσωπο είναι τόσο βεβηλωμένο, που τρομάζεις να διακρίνεις τα φωτεινά σημάδια του παρελθόντος της.
Μοναδική ελπίδα, ότι η πιο σκοτεινή ώρα είναι πριν τη χαραυγή.
Υπάρχουν τόσα πολλά σε αυτή την «πόλη» που μπορούν να «αποκαλυφθούν» και να την αναδείξουν.
Πρώτο βήμα.
Ας τα γνωρίσουμε: υπάρχουν κοσμήματα εγκαταλελειμμένα, ξεχασμένα και απαξιωμένα. Κοσμούν με την παρουσία τους και θυμίζουν την πορεία αυτής της γωνιάς που υπήρξε λαμπρή και ιστορική.

Σήμερα το εκκλησάκι λειτουργεί κανονικά με έντονη χριστιανική αλλά και φιλανθρωπική δράση,ενισχύοντας το ίδρυμα ανιάτων, είναι ζωντανός πυρήνας σε μια περιοχή που έχει ανάγκη την ανθρώπινη βοήθεια.

Άγιος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος 
στην Πλατεία Αμερικής

Πνιγμένο στις πολυκατοικίες κάτω από την πλατεία Αμερικής, βρίσκεται το εκκλησάκι του Αγίου Αντρέα του Πρωτόκλητου. Άγνωστο μνημείο μεγάλης ιστορικής και αρχιτεκτονικής αξίας, αλλά κυρίως παρακαταθήκη υψίστης πολιτιστικής κληρονομιάς, μιας και αποτέλεσε τον τόπο μαρτυρίου της Αγίας Φιλοθέης.
Η Αγία Φιλοθέη, η πολιούχος της Αθήνας μαζί με τον Άγιο Διονύση υπήρξε η Αγία Τερέζα της πόλης των Αθηνών.
Γεννημένη επί τουρκοκρατίας, το 1552, από πλούσια οικογένεια γαιοκτημόνων, το γένος Μπενιζέλου, με καταβολές από το Βυζάντιο, ενυμφεύθει στα 14, κατόπιν πίεσης των δικών της. Ο γάμος της δεν υπήρξε υπόδειγμα συζυγικής ευτυχίας. Το αντίθετο μάλλον, ήταν βίαιος και ατυχής, καθότι ο σύζυγός της ήταν χρόνια μεγαλύτερός της .
Εχήρευσε νωρίς, στα 17 της και παρόλη την πίεση των γονιών της δεν ξαναπαντρεύτηκε, παρότι ήταν περιζήτητη νύφη, λόγω προίκας, μόρφωσης και ομορφιάς. Αφού πέθαναν οι γονείς της ασπάστηκε το μοναχικό σχήμα και αφιέρωσε τη ζωή της στο Θεό και το έργο της στις φιλανθρωπίες, κάνοντας πλήθος αγαθοεργιών. Έγινε προστάτιδα της ορθοδοξίας και φύλακας άγγελος των νέων γυναικών, που εκείνη την εποχή δεινοπαθούσαν από τη βαναυσότητα, αλλά και την απειλή του χαρεμιού.
Πρώτο της έργο ήταν η ανέγερση του Αγίου Αντρέα του Πρωτόκλητου, στο τότε κέντρο της Αθήνας, στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών, το οποίο προικοδότησε με κτήματα, μετόχια και δαπανώντας έτσι την πατρική της περιουσία.
Το εκκλησάκι στα Πατήσια κτίστηκε πολύ αργότερα, όταν η φήμη της Αγίας Φιλοθέης είχε κάνει την προσέλευση του κόσμου πληθώρα, σε τέτοιο σημείο ώστε να αλλοιώνεται η αρχική εικόνα κατάνυξης και ησυχαστηρίου των μοναχών της.
Έτσι επιλέγει την τότε απόμακρη περιοχή, στα Πατήσια, περιοχή εξοχική, γεμάτη περιβόλια, τόπο κατάλληλο για περισυλλογή και απομόνωση.
Σε αυτό τον τόπο την βρήκαν οι Τούρκοι, παραβιάζοντας το ιερό του χώρου, σφόδρα ενοχλημένοι από το φιλανθρωπικό της έργο, αλλά κυρίως γιατί τους στερούσε υλικό γυναικών προορισμένο για τα χαρέμια τους.
Βασανίστηκε σε αυτό το σημείο που υπάρχει και σήμερα. Εκεί την βρήκαν οι μοναχές της και την μετέφεραν στο μοναστήρι της στην Καλογρέζα, όπου μετά από καιρό, υπέκυψε στα τραύματά της. 
Δυστυχώς οι πληροφορίες που υπάρχουν για το μοναστήρι του Αγίου Αντρέα στα Πατήσια είναι ελάχιστες.
Βασιλικού ρυθμού, κτίστηκε στην τότε εξοχική περιοχή, στα Πατήσια, μακριά από το κέντρο της τότε μικρής πόλης των Αθηνών.
Στην πάροδο των χρόνων, το εκκλησάκι ερημώθηκε και αναστηλώθηκε πολύ αργότερα.
Το εσωτερικό κοσμούν οι αγιογραφίες του Φώτη Κόντογλου, ενός από τους μεγαλύτερους αγιογράφους της νεότερης εποχής. Στο προαύλιο υπάρχει η μαρμάρινη στήλη που βασανίστηκε η αγία από τους Τούρκους.
Το εκκλησάκι αν και πνιγμένο σε ένα δρόμο, μάλλον εγκαταλελειμμένο, υπάρχει για να μας θυμίζει τη δράση της γυναίκας που υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες ευεργέτιδες της πόλης των Αθηνών.
Στο μικρό περίβολο της εκκλησίας υπάρχουν κρήνες και κίονες από την αυθεντική του μορφή.
Αν και πνιγμένο από τα γύρω κτίρια, και χωρίς να είναι αρχιτεκτονικά ένα άρτιο έργο, αποπνέει σεβασμό με τη λιτή και απέριττη μορφή του.

Φώτης Κόντογλου, ο αγιογράφος 
του Αγίου Ανδρέα στη Λευκωσίας

Ο Φώτης Κόντογλου, ένας από τους γνωστότερους αγιογράφους, ζωγράφισε το εσωτερικό της εκκλησίας όταν αυτή αναστηλώθηκε. Γεννημένος στο Αϊβαλί το 1895 και μεγαλωμένος από το θείο του Στέφανο Κόντογλου, ηγούμενο της μονής Αγίας Παρασκευής, από τον οποίο πήρε και το επίθετό του.
Φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας από την οποία δεν αποφοίτησε ποτέ. Συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι και αφού περιπλανήθηκε ταξιδεύοντας στην Ισπανία, Πορτογαλία, επέστρεψε στη Γαλλία από όπου ξεκίνησε τη συγγραφή βιβλίων.
Το 1932, μετά από ένα ταξίδι του στο Άγιο Όρος όπου ανακάλυψε τη Βυζαντινή ζωγραφική, ασχολήθηκε με την αντιγραφή εικόνων και έτσι άρχισε η πορεία του ως αγιογράφος.
Παράλληλα με την συγγραφή βιβλίων, ασχολήθηκε ως συντηρητής εικόνων σε μουσεία (στο Βυζαντινό στο Μυστρά-στο κοπτικό στο Κάιρο) και ως αγιογράφος σε ναούς.
Αγιογραφώντας ναούς όπως η Καπνικαρέα, η Αγία Βαρβάρα του Αιγάλεω, ο Άγιος Γεώργιος στην Κυψέλη, η Ζωοδόχος Πηγή στην Παιανία, η Μητρόπολη της Ρόδου, αλλά και ο Άγιος Αντρέας στη Λευκωσίας, τον οποίο ο ίδιος σε κείμενό του αποκαλεί μνημείο Βυζαντινής τέχνης.
Το έργο του χωρίζεται καλλιτεχνικά σε δύο περιόδους. Στην προπολεμική και στη μεταπολεμική.
Η πρώτη επηρεασμένη από την επίδραση που είχε πάνω του ο Εμπρεσιονισμός και η μαθητεία του στο Παρίσι είναι πιο δυτικοποιημένη.
Η δεύτερη, μετά την επίσκεψή του στο Άγιο Όρος, όπου αναμοχλεύει τους δρόμους της παραδοσιακής αγιογραφίας, είναι πιο καθαρή, πιο ανόθευτη, χωρίς επιδράσεις, εκτός Βυζαντινού πεδίου, και πιο κοντά στην Ελληνική παράδοση.
Ο Φώτης Κόντογλου πέθανε στις 3 Ιουλίου το 1965.Θεωρείται από τους σημαντικότερους εικαστικούς , ο οποίος άνοιξε δρόμους στην Ελληνική ζωγραφική, αλλά και αναβίωσε την Βυζαντινή αγιογραφία, δίνοντάς της καινούργιους δρόμους μέσα από την παράδοση.
Σε μία εποχή που η τέχνη δυτικοκρατείται, ο Κόντογλου αναζήτησε τις αξίες του παρελθόντος και έφερε στο προσκήνιο μία τέχνη που κινδύνευε να χαθεί. Αυτή της Βυζαντινής ζωγραφικής.
Μαθητές του, όπως ο Τσαρούχης, πήγαν την Ελληνική ζωγραφική ένα βήμα πιο μπροστά. 

Από την Ρένα Βάλλα(Αρχιτέκτων μηχανικός)

Μονή Παναγιάς Έλωνας

Η ιστορία της Μονής ανάγεται στο 1300. Με βάση το ιστορικό, οι βοσκοί της περιοχής έβλεπαν σε ένα δυσπρόσιτο σημείο της πλαγιάς του Πάρνωνα ένα φως. Αρχικά δεν του έδωσαν σημασία, η συνέχιση του φαινομένου όμως όξυνε την περιέργεια τους με αποτέλεσμα να καταφύγουν στον επίσκοπο Ρέοντος και Πραστού. Ο επίσκοπος συγκέντρωσε το χωριό και επιχείρησαν να δώσουν μία εξήγηση στο αξιοπερίεργο περιστατικό. Το αποτέλεσαν ήταν να αντιληφθούν ότι επρόκειτο για το φως ενός καντηλιού, το οποίο ήταν αναμμένο μπροστά από μία εικόνα. Το ύψος όμως που βρισκόταν η εικόνα καθιστούσε αδύνατη κάθε προσπάθεια προσέγγισής της.
Μετά τις προσευχές τους η εικόνα κατέβηκε σε χαμηλότερο σημείο και οι τολμηρότεροι παρευρισκόμενοι σκαρφάλωσαν στο βουνό και διαπίστωσαν ότι ήταν μία εικόνα της Παναγίας της Βρεφοκρατούσας. Στη συνέχεια έχτισαν ένα πρόχειρο ξύλινο εκκλησάκι, όπου και τοποθέτησαν την εικόνα, ενώ για την πρόσβαση σε αυτό κατασκευάστηκε σχοινένια σκάλα.
Στην περιοχή που βρέθηκε η εικόνα ασκήτευαν δύο μοναχοί, ο Καλλίνικος και ο Δοσίθεος. Ο επίσκοπος τους ζήτησε να εγκατασταθούν στο ακριβές μέρος όπου βρέθηκε η εικόνα. Με τη βοήθεια και των κατοίκων της περιοχής οι δύο μοναχοί δεν άργησαν να κατασκευάσουν ένα μικρό εκκλησάκι και δύο κελιά, δημιουργώντας ουσιαστικά τη Μονή. Με βάση παραδόσεις αλλά και στοιχεία από χειρόγραφα οι δύο μοναχοί βρήκαν φριχτό τέλος στα χέρια δύο Τούρκων. Με βάση την ίδια παράδοση οι δύο σφαγείς έχασαν την όραση τους, όταν επιχείρησαν να συλήσουν το ναό της Μονής και την ξαναβρήκαν μόνο μετά τις ικεσίες των κατοίκων του γειτονικού Κοσμά. Σε αυτό να οφείλονται ίσως και τα προνόμια που απέκτησαν την ίδια περίοδο οι κάτοικοι του συγκεκριμένου χωριού. Τα επόμενα χρόνια η Mονή ακμάζει και αποκτά μεγάλο αριθμό προσκυνητών και δωρητών.
Μετά την αποτυχημένη επανάσταση του 1770 (Ορλωφικά) οι Τούρκοι καταστρέφουν σαν αντίποινα την Πελοπόννησο. Την περίοδο αυτή η μονή πυρπολείται και λαφυραγωγείται, ενώ οι μοναχοί της σφαγιάζονται. Η Μονή ανακατασκευάστηκε την επόμενη δεκαετία.
Μεγάλη ακμή γνώρισε η Μονή και κατά την πρώτη δεκαετία του δεκάτου ογδόου αιώνα. Μεταξύ άλλων πραγματοποιήθηκαν τότε το χτίσιμο καινούριου ναού και βοηθητικών κτιρίων, πολλά από τα οποία διασώζονται έως σήμερα καθώς και η διάνοιξη δρόμου.
Η ακμή αυτή της Μονής οδήγησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο να την αναγνωρίσει ως Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να της δοθούν πολλά προνόμια μέσω σουλτανικών διαταγμάτων αλλά και να υποχρεούται πλέον να καταβάλλει ετήσιο φόρο στο Πατριαρχείο. Αποφεύχθηκε έτσι η πιθανή καταπάτηση των περιουσιακών της στοιχείων.
Σημαντική συμβολή είχε η Μονή Ελώνης και στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, κάτι που πιστοποιείται και από έγγραφο της Πελοποννησιακή γερουσία.
Κατά τη βασιλεία του Όθωνα η Μονή κρίθηκε διατηρητέα. Μετά το διάταγμα «περί διαλύσεως των Μοναστηριών» του 1833 η Μονή έχασε την παλιά της αίγλη, η περιουσία της καταπατήθηκε και οι μοναχοί εκδιώχθηκαν.
Το 1972 η Μονή ανασυστάθηκε και λειτουργεί έως και σήμερα ως γυναικεία.

Ο ναός της Μονής χρονολογείται από το 1809, πληροφορία που παρέχεται από επιγραφή στην κεντρική του είσοδο. Χτίστηκε επάνω στα θεμέλια του προηγούμενου καταστρεμμένου ναού και έχει μεγαλύτερο μέγεθος από τον προηγούμενο. Συγκεκριμένα έχει μήκος 14,90 μέτρα και πλάτος 5,10.
Δε διαθέτει τρούλο, ούτε όμως και αγιογραφίες. Το τέμπλο του όμως είναι σκαλιστό και προέρχεται από ξύλο καρυδιάς. Πάνω σε αυτό είναι ζωγραφισμένες παραστάσεις από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, έργα σημαντικών καλλιτεχνών, όπως προκύπτει και από τις ενθυμήσεις που υπάρχουν πάνω σε αυτές. Το κωδωνοστάσιο του ναού κατασκευάστηκε το 1831.
Ο ναός είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου και γιορτάζει στις 15 Αυγούστου.

Τηλέφωνο Μονής Παναγιάς Έλωνας – 2757022201

Πηγή 

Βίντεο Ιάπωνα για τα Μετέωρα


Ένας Ιάπωνας τουρίστας, θαύμαζε τις ομορφιές της χώρας μας, την επισκέφθηκε, όμως εκείνο που του έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν τα Μετέωρα και τα μοναστήρια επάνω στα βράχια. http://tkysstd.com/wp/?p=7720

Η διαμονή του εκεί του έμεινε αξέχαστη και οι εικόνες που είδε καταγράφηκαν, όχι μόνο στη μνήμη του, αλλά και στην κάμερά του.

Μέσα σε 3 λεπτά μας παρουσιάζει όλο το μεγαλείο και τη γοητεία της περιοχής με τη βοήθεια της φωτογραφικής μηχανής και ενός drone που τράβηξε μοναδικές εικόνες.