Συμεών ο Νέος Θεολόγος – Ο Λόγος σαρξ εγένετο

Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου: Βίβλος των Ηθικών Λόγος Α΄.

Κεφάλαιο γ’: Περί της του Λόγου Σαρκώσεως καί κατά τίνα τρόπον δι’ υμάς εσαρκώθη.

Για να προσεγγίσουμε την σάρκωση του Λόγου και την απόρρητη γέννησή του από την αειπάρθενο Μαρία και να κατανοήσουμε καλά το μυστήριο της οικονομίας για την σωτηρία του γένους μας το κρυμμένο προ των αιώνων (Εφεσίους 3:9), θα μας βοηθήσει η εξής γνωστή εικόνα:

Κατά την δημιουργία της προμήτορος Εύας ο Θεός πήρε την έμψυχη πλευρά του Αδάμ και την ολοκλήρωσε σε γυναίκα, γι’ αυτό δεν εμφύσησε σ’ αυτήν πνοή ζωής καθώς και στον Αδάμ, αλλά το μέρος που έλαβε από την σάρκα του το τελειοποίησε σε ολόκληρο σώμα γυναικός, την δε απαρχή του πνεύματος που έλαβε μαζί με την έμψυχη σάρκα την τελειοποίησε σε ψυχή ζωντανή δημιουργώντας με τα δυό μαζί έναν άλλον άνθρωπο. Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο ο πλαστουργός και κτίστης Θεός πήρε από την Αγία Μαρία έμψυχη σάρκα σαν ζύμη και μικρή απαρχή από το φύραμα της φύσεώς μας – δηλαδή από την ψυχή και το σώμα μαζί – και την ένωσε με την δική του ακατάληπτη και απρόσιτη Θεότητα. Ή μάλλον ένωσε πραγματικά όλη την υπόσταση της Θεότητός του με την δική μας φύση, την έσμιξε άμικτα μ’ αυτή και την έκανε άγιο ναό του. Έτσι ο ποιητής του Αδάμ έγινε ατρέπτως και αναλλοιώτως τέλειος άνθρωπος.

Όπως ακριβώς λοιπόν από την πλευρά του Αδάμ έπλασε την γυναίκα, έτσι, αφού δανείστηκε την σάρκα από την θυγατέρα του Αδάμ την αειπάρθενο και Θεοτόκο Μαρία και την έλαβε χωρίς σπορά, γεννήθηκε κατά τον ίδιο τρόπο με τον πρωτόπλαστο. Ώστε όπως ακριβώς ο Αδάμ με την παράβαση έγινε η αρχή της γεννήσεως μας στην φθορά και στον θάνατο, έτσι και ο Χριστός και Θεός μας με την εκπλήρωση κάθε δικαιοσύνης έγινε η απαρχή της αναγεννήσεώς μας στην αφθαρσία και την αθανασία. Αυτό εννοεί ο θείος Παύλος όταν λέει: «Ο πρώτος άνθρωπος πλάστηκε από τη γη χοϊκός. Ο δεύτερος άνθρωπος, δηλαδή ο Κύριος, είναι επουράνιος. Ό,τι λογής ήταν ο χοϊκός τέτοιοι είναι και όλοι οι χοϊκοί και ό,τι λογής είναι ο επουράνιος τέτοιοι είναι και όλοι όσοι γίνονται επουράνιοι δι’ αυτού.»

(Α’ Κορινθίους 15:47-48). Και πάλι: «Η απαρχή είναι ο Χριστός, έπειτα όσοι είναι του Χριστού.» (Α’ Κορινθίους 15:23).

Επειδή λοιπόν ο Χριστός έγινε τέλειος άνθρωπος κατά την ψυχή και το σώμα, όμοιος με μας σε όλα εκτός από την αμαρτία, μας μεταδίδει την Θεότητά του λόγω της πίστης μας σ’ αυτόν και μας καθιστά συγγενείς του κατά την φύση και την ουσία της Θεότητάς του. Πρόσεξε το νέο και παράδοξο μυστήριο: Ο Θεός Λόγος έλαβε από μας σάρκα, που δεν είχε εκ φύσεως και έγινε άνθρωπος, που δεν ήταν. Από τότε μεταδίδει στους πιστούς την Θεότητά του – την οποία κανείς από τους αγγέλους ή τους ανθρώπους δεν είχε αποκτήσει – και μ’ αυτόν τον τρόπο γίνονται θεοί κατά χάρη και θέση, που δεν ήταν. Έτσι χαρίζει σ’ αυτούς την εξουσία να γίνονται τέκνα Θεού (κατά Ιωάννην 1:12) γι’ αυτό και έγιναν και πάντοτε θα γίνονται και ποτέ δεν θα πάψουν να γίνονται. Άκουσε και τον θείο Παύλο που παρακινεί σ’αυτό: «Όπως φορέσαμε την εικόνα του γήινου, ας φορέσουμε και την εικόνα του επουράνιου.» (Α’ Κορινθίους 15:49).

Ο Θεός λοιπόν του παντός με την σωματική του παρουσία στην γη ήλθε για να αναπλάσει και να ανακαινίσει τον άνθρωπο και να ευλογήσει όλη την κτίση που επέσυρε επάνω της την κατάρα εξαιτίας του ανθρώπου. Και πρώτα ζωοποίησε την ψυχή που έλαβε και αφθαρτώντας την τήν θέωσε, ενώ το άχραντο σώμα του, αν και το θέωσε, όμως το κρατούσε ακόμη φθαρτό και υλικό. Γιατί το σώμα που τρώει και πίνει, κοπιάζει και ιδρώνει, δένεται και σέρνεται, υψώνεται στον σταυρό και καρφώνεται, είναι βέβαια φθαρτό και υλικό, αφού μάλιστα πέθανε και τοποθετήθηκε νεκρό στο μνημείο. Μετά δε την ανάστασή του συνανέστησε και το σώμα του άφθαρτο, πνευματικό, όλο θείο και άυλο, γι’ αυτό και δεν συνέτριψε τις σφραγίδες του μνήματος, εισερχόταν δε και εξερχόταν ελεύθερα μέσα από τις κλειστές πόρτες.

Αλλά γιατί μαζί με την ψυχή δεν έκανε αμέσως και το σώμα πνευματικό και άφθαρτο; επειδή και ο Αδάμ τρώγοντας τον απαγορευμένο καρπό ευθύς μεν με την παράβαση πέθανε κατά την ψυχή, ενώ κατά το σώμα ύστερα από πολλά χρόνια. Γι’ αυτό και ο Χριστός πρώτα ανέστησε και ζωοποίησε την ψυχή που τιμωρήθηκε με το επιτίμιο του θανάτου, έπειτα δε οικονόμησε να απολαύσει και το σώμα την αφθαρσία δια της αναστάσεως, αυτό που δια του θανάτου επέστρεφε στην γη κατά την αρχαία απόφαση. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά κατέβηκε στον άδη ελευθερώνοντας από τα δεσμά τις ψυχές των εκεί φυλακισμένων αγίων και τις κατέταξε σε τόπο αναπαύσεως και ανεσπέτρου φωτός. Τα σώματά τους όμως δεν τα ανέστησε, αλλά τα άφησε στους τάφους μέχρι την κοινή ανάσταση.

Το μυστήριο λοιπόν αυτό που συντελέστηκε για όλο τον κόσμο με την ένσαρκη οικονομία του Χριστού, τούτο το ίδιο γινόταν και σε κάθε άγιο και γίνεται αδιαλείπτως μέχρι σήμερα σε κάθε πιστό. Γιατί λαμβάνοντας το πνεύμα του Δεσπότη και Θεού μας συμμετέχουμε στην θεότητά του, τρώγοντας δε την πανάμωμο σάρκα του γινόμαστε αληθινά και εξ ολοκλήρου σύσσωμοι του Χριστού και συγγενείς του, καθώς και αυτός ο θείος Παύλος βεβαιώνει: «Είμαστε οστούν από τα οστά του και σάρκα από την σάρκα του» (Εφεσίους 5:30) και αλλού: «από τον πλούτο της θεότητός του όλοι εμείς λάβαμε αλλεπάλληλες δωρεές» (κατά Ιωάννην 1:16 και Κολασσαείς 2:9). Έτσι γινόμαστε κατά χάριν όμοιοι με τον φιλάνθρωπο Θεό και Δεσπότη μας ανακαινισμένοι στην ψυχή, άφθαρτοι και αναστημένοι από νεκροί που ήμαστε. Τότε βλέπουμε αυτόν που καταδέχτηκε να γίνει όμοιός μας και βλεπόμαστε απ’ αυτόν, που μας αξίωσε να γίνουμε όμοιοί του, όπως κάποιος βλέπει από μακριά το πρόσωπο του φίλου του και διαλέγεται μ’ αυτόν και συνομιλεί και ακούει την φωνή του.

Κατά τον ίδιο τρόπο και οι απ’ αιώνος άγιοι και οι παλαιοί και οι τωρινοί πνευματικά βλέποντες δεν βλέπουν σχήμα ή είδος ή ομοίωμα, αλλά φως ασχημάτιστο, επειδή και αυτοί είναι φως εκ του φωτός, δηλαδή του Αγίου Πνεύματος. Όμως αν και φτάνουν σ’ αυτή την κατάσταση, τα σώματά τους δεν γίνονται αμέσως άφθαρτα και πνευματικά, αλλά όπως ακριβώς το σίδερο που πυρακτώνεται στην φωτιά παίρνει την λαμπρότητά της, όταν όμως απομακρυνθεί απ’ αυτήν γίνεται πάλι ψυχρό και μαύρο, έτσι ακριβώς και τα σώματα των αγίων: Μετέχοντας και αυτά στο θείο πυρ, δηλαδή στην χάρη του Θεού, αγιάζονται, φλεγόμενα καθαρίζονται, γίνονται διαυγή και πολυτιμότερα από τα άλλα σώματα. Αλλά όταν η ψυχή βγει από το σώμα, αμέσως και αυτά παραδίδονται στην φθορά και διαλύονται σιγά-σιγά. Άλλα όμως διατηρούνται για πολλά χρόνια χωρίς να είναι ούτε εντελώς άφθαρτα ούτε πάλι τελείως φθαρτά, αλλά διασώζουν μέσα τους τα γνωρίσματα και της αφθαρσίας και της φθοράς, ώσπου να φτάσουν στην τέλεια αφθαρσία και να ανακαινιστούν την τελευταία και κοινή ανάσταση των νεκρών. Για ποιό λόγο; Διότι δεν έπρεπε να αναστηθούν και να αφθαρτωθούν τα ανθρώπινα σώματα, πριν από την ανακαίνιση των κτισμάτων, αλλά όπως ακριβώς πρώτα πλάστηκε η φύση άφθαρτη και έπειτα ο άνθρωπος, έτσι πάλι πρώτα η κτίση πρέπει να μεταποιηθεί από την φθορά στην αφθαρσία και μετά μαζί μ’ αυτήν ν’ αλλάξουν και να ανακαινιστούν τα φθαρτά σώματα των ανθρώπων, ώστε ο άνθρωπος πνευματικός πια και αθάνατος να κατοικήσει σε τόπο άφθαρτο, αιώνιο και πνευματικό. Και ότι αυτό είναι αλήθεια, άκουσε τον Απόστολο Πέτρο που το βεβαιώνει: «Θα έρθει η ημέρα του Κυρίου σαν κλέπτης την νύχτα και τότε οι ουρανοί θα διαλυθούν από την φωτιά και τα στοιχεία της φύσεως θα καούν και θα λυώσουν» (Β’ Πέτρου 3:10,12), όχι για να εξαφανιστούν, αλλά για να αναχωνευθούν και να αναστοιχειωθούν σε καλύτερη και αιώνια κατάσταση. Από που γίνεται φανερό αυτό; Από τα λόγια που προσθέτει στην συνέχεια ο Απόστολος: «Καινούριους ουρανούς και καινούρια γη προσδοκούμε κατά την επαγγελία σου» (Β’ Πέτρου 3:13). Τίνος την επαγγελία; Ασφαλώς του Χριστού πού είπε: «Ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν, οι λόγοι μου όμως δεν θα παρέλθουν» (κατά Ματθαίον 24:35). Παρέλευση του ουρανού εννοεί την αλλαγή του, γι’ αυτό λέει ότι αν και ο ουρανός θα αλλάξει, όμως οι δικοί του λόγοι θα μένουν αναλλοίωτοι και σταθεροί. Αυτό προανήγγειλε και ο προφήτης Δαυίδ: «Σαν μανδύα θα τους τυλίξεις και θα αλλάξουν, εσύ όμως θα παραμείνεις ο ίδιος και τα έτη της ζωής σου δεν θα εκλείψουν» (Ψαλμοί, 101:27-28). Τι θα μπορούσε να γίνει σαφέστερο από αυτά τα λόγια;

Κεφάλαιο ι’: Ότι και πάντες οι Άγιοι τον Λόγον του Θεού εν εαυτοίς συλλαμβάνουσι τη Θεοτόκω παραπλησίως και γεννώσιν αυτόν και γεννάται εν αυτοίς και γεννώνται υπ’ αυτού και πως υιοί και αδελφοί και μητέρες αυτού χρηματίζουσιν.

Ο Υιός του Θεού και Θεός, αφού εισήλθε στα σπλάχνα της Παναγίας Παρθένου και έλαβε σάρκα απ’ αυτήν, γεννήθηκε, όπως είπαμε, τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός ασυγχύτως. Τι σημαντικότερο έγινε ποτέ για μας; Όλοι μας πιστεύουμε σ’ αυτόν τον Υιό του Θεού και Υιό της αειπαρθένου και Θεοτόκου Μαρίας και γι’ αυτό δεχόμαστε τον περί αυτού λόγο με εμπιστοσύνη. Αν τον ομολογούμε λοιπόν και μετανοούμε από τα βάθη της ψυχής μας για τις προηγούμενες αμαρτίες μας, τότε ο λόγος της ευσεβείας, τον οποίο δεχόμαστε, γεννιέται μέσα μας σαν σπόρος, όπως ακριβώς ο Λόγος του Πατρός εισήλθε στην γαστέρα της Παρθένου. Θαύμασε το μέγα τούτο και εκπληκτικό μυστήριο και δέξου το με κάθε πληροφορία και πίστη.

Συλλαμβάνουμε λοιπόν αυτόν τον Λόγο όχι σωματικά, όπως τον συνέλαβε η Παρθένος και Θεοτόκος, αλλά πνευματικά μεν πραγματικά όμως. Και έχουμε μέσα στις καρδιές μας αυτόν που τον ίδιο που συνέλαβε και η Αγνή Παρθένος, όπως λέει ο θείος Παύλος: «Ο Θεός που είπε να λάμψει φως μέσα στις καρδιές μας προς φωτισμόν της γνώσεως του Υιού του» (Β’ Κορινθίους 4:6), σαν να λέει: Αυτός όλος γεννήθηκε αληθινά μέσα μας. Και ότι είναι έτσι το φανερώνει με όσα παραθέτει στην συνέχεια: «Έχουμε δε τον θησαυρόν αυτόν μέσα σε πήλινα σκεύη» (Β’ Κορινθίους 4:6), ονομάζοντας θησαυρό το Άγιο Πνεύμα. Και σε άλλο σημείο ονομάζει το Πνεύμα Κύριο: «Γιατί το Πνεύμα» λέει «είναι ο Κύριος» (Β’ Κορινθίους 4:6), ώστε όπου ακούς Υιόν Θεού να εννοείς μαζί και το Πνεύμα και αν πάλι ακούσεις για το Άγιο Πνεύμα να εννοείς μαζί με αυτό και τον Πατέρα, επειδή και γι’ αυτόν λέει: «Πνεύμα ο Θεός» (κατά Ιωάννη 4:24), διδάσκοντάς σε παντού το αχώριστο και ομοούσιο της Αγίας Τριάδος, ότι δηλαδή όπου είναι ο Υιός εκεί είναι και ο Πατήρ, και όπου ο Πατήρ εκεί και το Πνεύμα, και όπου το Άγιο Πνεύμα εκεί όλη η τρισυπόστατη Θεότητα, ο ένας Θεός και Πατήρ μαζί με τον Υιό και το Πνεύμα τους ομοουσίους, «αυτός που είναι ευλογητός στους αιώνες, αμήν» (Ρωμαίους 1:25).

Έτσι όταν πιστεύσουμε ολόψυχα και μετανοήσουμε θερμά θα συλλάβουμε όπως ειπώθηκε τον Λόγο του Θεού στις καρδιές μας, καθώς τον συνέλαβεν η Παρθένος, προσφέροντας του κι εμείς τις ψυχές μας παρθενικές και αγνές. Και όπως εκείνη δεν την κατέφλεξε το πυρ της θεότητας, επειδή ήταν αγνή και υπεράμωμη, έτσι ούτε και εμάς μας κατακαίει, όταν του προεφέρουμε τις καρδιές μας αγνές και καθαρές, αλλά γίνεται εντός μας δροσιά από τον ουρανό και πηγή ύδατος και ρείθρον αθάνατης ζωής. Ότι δεχόμαστε και εμείς παρόμοια το άστεκτον πυρ της θεότητας, άκουσε τον Κύριο που το λέει: «Πυρ ήλθα να βάλω στην γη» (κατά Λουκάν 12:49). Τι άλλο εννοεί, παρά το ομοούσιο προς την θεότητά του Πνεύμα, με το οποίο συνεισέρχεται και συνθεωρείται μέσα μας και ο ίδιος ο Υιός μαζί με τον Πατέρα;

Επειδή ο Λόγος του Θεού μια φορά σαρκώθηκε από την Παρθένο και γεννήθηκε από αυτήν σωματικά, ανέκφραστα και υπέρ λόγον και δεν είναι δυνατόν να σαρκωθεί πάλι ή να γεννηθεί σωματικά από τον καθένα από μας, τι προνοεί; Μας μεταδίδει για τροφή εκείνη την άχραντη σάρκα που προσέλαβε από την πανάχραντη Θεοτόκο, κατά την σωματική του γέννηση. Αν την μεταλαμβάνουμε άξια, έχουμε μέσα μας όλον τον σαρκωθέντα Θεό και Κύριό μας Ιησού Χριστό, αυτόν τον Υιό του Θεού και Υιό της Παρθένου τον καθήμενο στα δεξιά του Θεού, ο οποίος λέει: «εκείνος που τρώγει την σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει μέσα μου και εγώ μέσα του» (κατά Ιωάννη 6:56), χωρίς όμως να προέρχεται ή να γεννιέται σωματικά από εμάς, αλλά ούτε και να μας αποχωρίζεται ποτέ. Διότι εμείς δεν τον αισθανόμαστε σαν σάρκα, αν και βρίσκεται μέσα μας όπως ακριβώς ένα βρέφος, αλλά υπάρχει ασωμάτως σε σώμα, αναμιγνυόμενος ανέκφραστα με την φύση μας και την ουσία μας και θεοποιώντας μας, επειδή γίναμε σύσσωμοι και μ’ αυτόν δηλαδή σάρκα από την σάρκα του και οστούν από τα οστά του. Αυτό είναι το μεγαλύτερο και φρικτότερο μυστήριο της ανέκφραστης οικονομίας και συγκαταβάσεως του, που δίσταζα να το γράψω και έτρεμα να το επιχειρήσω.

Ο Θεός όμως πάντοτε θέλει να αποκαλύπτεται και να φανερώνεται η αγάπη του σ’ εμάς, ώστε και εμείς κάποτε κατανοώντας την μεγάλη του αγαθότητα και αισθανόμενοι ντροπή να προθυμοποιηθούμε να τον αγαπήσουμε. Γι’ αυτό και εγώ παρακινήθηκα από το Άγιο Πνεύμα που φωτίζει τις καρδιές μας και σας φανέρωσα αυτά τα μυστήρια γραπτώς, όχι για να σας αποδείξω ότι ο άνθρωπος είναι όμοιος μ’ αυτήν που γέννησε τον Κύριο – μη γένοιτο – αυτό είναι αδύνατο. Διότι άλλη είναι η ένσαρκη και άφραστη γέννηση του Θεού Λόγου από την Παρθένο και άλλη που συντελείται σε μας πνευματικώς. Εκείνη γεννώντας ένσαρκο τον Υιό και Λόγο του Θεού απεργάστηκε στην γη το μυστήριο της αναπλάσεως του ανθρωπίνου γένους μας και την σωτηρία όλου του κόσμου, που είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός και Θεός, αυτός που ένωσε στον εαυτό του τα διεστώτα και εξάλειψε την αμαρτία του κόσμου. Ενώ αυτή (που συντελείται σε μας) γεννώντας εν Αγίω Πνεύματι τον Λόγο της γνώσεως του Θεού, απεργάζεται ακατάπαυστα στις καρδιές μας το μυστήριο της ανακαινίσεως των ανθρώπινων ψυχών και την κοινωνία και ένωση με τον Θεό Λόγο, αυτήν υπαινίσσεται και το θείο λόγιο: «Δι’ αυτού συλλάβαμε και εγεννήσαμε με πόνο το πνεύμα της σωτηρίας, το οποίο κυοφορήσαμε πάνω στην γή» (Ησαϊας 26:18).

Λοιπόν δεν σας φανέρωσα αυτά τα μυστήρια για να αποδείξω ότι ο άνθρωπος μπορεί να γεννήσει τον Χριστό κατά τον ίδιο τρόπο που τον γέννησε η Παναγία, αλλά για να φανερωθεί η υπεράπειρη και γνήσια αγάπη του σ’ εμάς και ότι αν το θέλουμε όλοι μπορούμε να γίνουμε μητέρα και αδελφοί του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, καθώς και ο ίδιος το διακηρύττει: «Μητέρα μου και αδελφοί μου είναι αυτοί που ακούνε τον λόγο του Θεού και τον εκτελούν» (κατά Λουκάν 8:21). Έτσι θα γίνουμε ίσοι με τους μαθητές και αποστόλους του, όχι κατά την αξία, ούτε κατά τις περιοδίες και τους κόπους που υπέφεραν, αλλά κατά την χάρη του Θεού και την δωρεά την οποία εξέχεε σ’ όλους που τον πίστευαν και τον ακολουθούσαν, χωρίς να στραφούν ποτέ πίσω.

Είδες πως όλους εκείνους που ακούνε και πράττουν τον λόγο του τους ανύψωσε στην αξία της μητέρας του και τους αποκαλεί αδελφούς και συγγενείς του; Όμως μόνο εκείνη υπήρξε η κυρίως μητέρα του, επειδή όπως ανέφερα τον γέννησε ανερμηνεύτως και χωρίς άνδρα, ενώ όλοι οι άγιοι τον συλλαμβάνουν και τον κατέχουν κατά χάριν και δωρεάν. Και από μεν την άμωμη μητέρα του δανείστηκε την παναμώμητη σάρκα του και σε αντάλλαγμα της δώρισε την θεότητα – ω τι παράξενη και ασυνήθιστη συναλλαγή – ενώ από τους αγίους δεν παίρνει σάρκα, αλλά αντίθετα αυτός τους μεταδίδει την θεωμένη σάρκα του. Ας εξετάσουμε λοιπόν το βάθος αυτού του μυστηρίου.

Η χάρη του Πνεύματος στον Χριστό, δηλαδή το πυρ της θεότητος, προέρχεται από την θεία του φύση και ουσία. Όμως το σώμα του δεν έχει την ίδια προέλευση, αλλά προέρχεται από την πάναγνη και αγία σάρκα της Θεοτόκου, την οποία προσέλαβε κατά το ιερό λόγιο: «ο Λόγος έγινε σάρκα» (κατά Ιωάννην 1:14). Έκτοτε ο Υιός του Θεού και της αχράντου Παρθένου μεταδίδει στους αγίους, από μεν την φύση και την ουσία του συναίδιου Πατρός του την χάρη του Πνεύματος, δηλαδή την θεότητα, καθώς και μέσω του προφήτη λέγει: «Θα συμβεί τούτο κατά τις έσχατες ημέρες, θα εκχύσω από το Πνεύμα μου σε κάθε άνθρωπο» (Ιωήλ 3:1), εννοώντας κάθε πιστό, από δε την φύση και ουσία εκείνης που κυρίως και αληθώς τον γέννησε την σάρκα, την οποία έλαβε από αυτή.

Και όπως από την πληρότητά του λάβαμε όλοι εμείς, έτσι ακριβώς μεταλαμβάνουμε από την άμωμη σάρκα της Παναγίας μητέρας του, την οποία και εκείνος προσέλαβε και όπως έγινε υιός και Θεός της ο Χριστός και Θεός μας γενόμενος και αδελφός μας, έτσι ακριβώς και εμείς – ω τι ανέκφραστη φιλανθρωπία – γινόμαστε υιοί της Θεοτόκου μητέρας του και αδελφοί του Χριστού, επειδή χάρη στον υπεράμωμο και υπεράγνωστο γάμο που τελέστηκε μ’ αυτήν και σ’ αυτήν γεννήθηκε ο Υιός του Θεού και απ’ αυτόν πάλι όλοι οι άγιοι. Πράγματι, όπως από την συνουσία και την σπορά του Αδάμ πρώτη η Εύα γέννησε και από εκείνη και μέσω εκείνης γεννήθηκαν όλοι οι άνθρωποι, έτσι και η Θεοτόκος, αφού δέχτηκε αντί σποράς τον Λόγο του Θεού συνέλαβε και γέννησε μόνο τον προ αιώνων μονογενή του Πατρός και μετέπειτα σαρκωθέντα δικό της μονογενή. Και μολονότι η ίδια έπαψε να συλλαμβάνει και να γεννά, ο Υιός της γέννησε και γεννά καθημερινά όσους πιστεύουν σ’αυτόν και τηρούν τις άγιες εντολές του. Ασφαλώς έπρεπε η πνευματική μας αναγέννηση και ανάπλαση να γίνει δια του αντρός, δηλαδή του δευτέρου Αδάμ και Θεού, επειδή η γέννησή μας στην φθορά έγινε δια της γυναικός Εύας.

Και πρόσεχε την ακρίβεια του λόγου: ανδρός θνητού και φθαρτού η σπορά φθαρτούς υιούς και θνητούς δια γυναικός γέννησε και γεννά, αθανάτου και αφθάρτου Θεού ο αθάνατος και άφθαρτος Λόγος αθάνατα και άφθαρτα τέκνα γέννησε και διαρκώς γεννά, αφού πρώτα αυτός γενννήθηκε από την Παρθένο εν αγίω Πνεύματι βεβαίως.

Γι’ αυτό λοιπόν είναι δέσποινα και βασίλισσα και κυρία και μητέρα όλων των αγίων η μητέρα του Θεού, ενώ όλοι οι άγιοι είναι και δούλοι της αφού είναι μητέρα του Θεού και παιδιά της αφού μεταλαμβάνουν από την πανάχραντη σάρκα του Υιού της. Πιστός ο λόγος: η σάρκα του Υιού της είναι σάρκα της Θεοτόκου. Μεταλαμβάνοντας και εμείς απ’ αυτήν την θεωμένη σάρκα του Κυρίου, ομολογούμε και πιστεύουμε ότι μεταλαμβάνουμε ζωήν αιώνια, εκτός αν αναξίως και εις κατάκριμα μεταλαμβάνουμε.

Πράγματι όλοι οι άγιοι είναι συγγενείς προς την Παναγία μητέρα του Θεού κατά τρεις τρόπους: Πρώτον επειδή προέρχονται από τον ίδιο πηλό μ’ αυτήν και την ίδια πνοή, δηλαδή την ψυχή. Δεύτερον επειδή έχουν κοινωνία και μετουσία με αυτήν δια της προσλήψεως της σαρκός της από τον Χριστό. Και τρίτον επειδή, λόγω της εν Πνεύματι αγιωσύνης που ενυπάρχει σε αυτούς, καθένας συλλαμβάνει εντός του και κατέχει τον Θεό των όλων, όπως ακριβώς και εκείνη τον είχε εντός της. Διότι αν και τον γέννησε σωματικώς, όμως πάντοτε τον είχε όλον και πνευματικώς μέσα της και εξακολουθεί να τον έχει και τώρα και πάντοτε αχώριστον από αυτήν.

Σ’ αυτόν πρέπει η δόξα και το κράτος στους αιώνες

Αμήν.

 

Η Ενανθρώπηση του Υιού και οι συνέπειές της

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ

«Ο Πατήρ δε μεταπίπτει στον Υιό, παραμένει πάντα Πατήρ, ο Υιός δε μεταπίπτει στον Πατέρα, παραμένει πάντα Υιός, το Πνεύμα δε μεταπίπτει στον Πατέρα ή τον Υιό, παραμένει πάντα Πνεύμα άγιο. Η ιδιότητα καθενός προσώπου της Αγίας Τριάδας είναι σταθερή και αμετάβλητη. Πώς, άλλωστε, θα παρέμενε ιδιότητα αν εναλλασσόταν συνεχώς περνώντας κάθε φορά σε άλλο πρόσωπο; Γι’ αυτό ο Υιός του Θεού είναι που γίνεται Υιός του ανθρώπου, για να παραμείνει ακριβώς η ιδιότητα αμετακίνητη. Γιατί, όντας Υιός του Θεού, όταν έγινε Υιός του ανθρώπου παίρνοντας σάρκα ανθρώπινη απ’ την αγία Παρθένο, δεν αλλοτριώθηκε από την υιική του ιδιότητα.

Ο Υιός του Θεού ενανθρώπησε για να χαρίσει ξανά στον άνθρωπο εκείνο για το οποίο δημιουργώντας τον τον προόρισε. Τον δημιούργησε σύμφωνα με τη δική του εικόνα, διανοητή και ελεύθερο, προορισμένο να του μοιάζει, δηλαδή να ‘ναι, όπως κι ο δημιουργός του, τέλεια ενάρετος, πράγμα κατορθωτό για την ανθρώπινη φύση. Γιατί οι αρετές, δηλαδή η νηφαλιότητα, η ηρεμία, η ακεραιότητα, η αγαθοσύνη, η σοφία, η δικαιοσύνη, η ανεξικακία είναι, πρωταρχικά, γνωρίσματα της θείας φύσης.
Ο Θεός, λοιπόν, δημιούργησε τον άνθρωπο σε πλήρη κοινωνία μαζί του (τον δημιούργησε για να μείνει άφθαρτος, τον ανέβασε στην αθανασία με το να τον κρατά κοντά του). Εμείς, όμως, αυτά τα γνωρίσματα της θείας φύσης τα αλλοιώσαμε και τα μπερδέψαμε με την παράβαση της εντολής, και περάσαμε στην παράταξη της κακίας με αποτέλεσμα να χάσουμε την κοινωνία με το Θεό. Τις γαρ μετουσία φωτί προς σκότος; Και όταν πια στερηθήκαμε τη ζωή, πέσαμε στη φθορά του θανάτου.
Επειδή, τώρα ο Θεός μας προσέφερε το ύψιστο και δεν το διαφυλάξαμε, χρειάστηκε να κατεβεί αυτός στο χείριστο, δηλαδή στη δική μας ξεπερασμένη φύση, ώστε να μας ξαναδώσει, προσφέροντας και ενεργώντας ο ίδιος, την εξομοιωμένη μ’ αυτόν εικόνα και τον αρχαίο προορισμό.
Κι ακόμα να μας διδάξει το ενάρετο ήθος της βιωτής, αυτό το ήθος που ο ίδιος με την επίγεια ζωή του κατέστησε συγκεκριμένο και ευκολοκατόρθωτο.
Κι ακόμα να μας ελευθερώσει από τη φθορά φέρνοντάς μας πάλι σε κοινωνία με τη ζωή, με το να ανοίξει ο ίδιος το δρόμο της δικής μας ανάστασης.
Και ακόμα να ξανακάνει καινούριο το θρυμματισμένο κι αγνώριστο κανάτι της ύπαρξής μας, να λύσει τα δεσμά της κυριαρχίας του διαβόλου επάνω μας προσκαλώντας μας να αναγνωρίσουμε την κυριαρχία του Θεού.
Και ακόμα να μας γεμίσει κουράγιο και να μας εκπαιδεύσει να πολεμούμε τον τύραννο με την υπομονή και την ταπείνωση.
Με την ενανθρώπηση, λοιπόν, του Υιού του Θεού καταργήθηκε η λατρεία των δαιμόνων, όλη η κτίση αγιάστηκε με το θείο του αίμα, οι βωμοί και οι ναοί των ειδώλων κατεδαφίστηκαν, ρίζωσε η γνώση του Θεού, λατρεύεται πια η ομοούσια Τριάδα, η άκτιστη θεότητα, ο ένας αληθινός Θεός ο δημιουργός και κυβερνήτης του σύμπαντος.
Τώρα πια, πάλι, οι αρετές είναι κατορθωτός τρόπος ζωής, προσφέρθηκε η ελπίδα με την ανάσταση του Χριστού, τώρα πια οι δαίμονες τρέμουν τους ανθρώπους που προηγουμένως ήταν του χεριού τους.
Και το πράγματι αξιοθαύμαστο, είναι πως όλα αυτά κατορθώθηκαν με το σταυρό και τα πάθη και το θάνατο. Κηρύχθηκε σ’ όλη τη γη το Ευαγγέλιο της υποταγής στο Θεό, όχι με πολέμους και όπλα και στρατούς που συντρίβαν εχθρούς. Κηρύχθηκε από λίγους γυμνούς, φτωχούς κι αγράμματους, που διώχνονταν από παντού, που δέχονταν κτυπήματα, που θανατώνονταν, που κήρυτταν ένα σταυρωμένο και νεκρό, που όμως επικράτησαν απέναντι στους σοφούς και τους ισχυρούς γιατί ακριβώς τους ακολουθούσε η ακαταμάχητη δύναμη του σταυρωμένου. Ο θάνατος, ο πριν τρομοκρατικός, νικιέται, και καταδικάζεται τώρα ο απόβλητος και μισητός της ζωής.
Αυτά είναι τα αποτελέσματα της παρουσίας του Χριστού, αυτές είναι οι συνέπειες της επιβολής της δύναμής του. Δεν έσωσε ένα λαό, όπως ο Μωυσής που φυγάδευσε από την Αίγυπτο τους Εβραίους περνώντας τους μεσ’ από τη θάλασσα για ν’ απαλλαγούν από τη δουλεία του Φαραώ. Έσωσε ολόκληρη την ανθρωπότητα από τη φθορά του θανάτου και το γεμάτο κακία τύραννο, την αμαρτία.
Και έσωσε τους ανθρώπους όλους, όχι πειθαναγκάζοντάς τους να ασκήσουν την αρετή, όχι παραχώνοντάς τους στο χώμα, όχι καίοντάς τους και διατάσσοντας να λιθοβολούνται οι αμαρτωλοί, αλλά πείθοντάς τους με πραότητα, υπομονή και συγχωρετικότητα να διαλέξουν την αρετή και να συναγωνίζονται στους κόπους γι’ αυτήν και έτσι να ικανοποιούνται.
Προηγουμένως όταν αμάρταναν ετιμωρούντο με κτυπήματα κι όμως επέμεναν στην αμαρτία και την είχαν θεοποιήσει, τώρα δέχονται να υφίστανται κτυπήματα για χάρη της υπακοής στο Θεό και για χάρη της αρετής, δέχονται να κακοπαθούν και θανατώνονται.
Δόξα σε σένα Χριστέ, Λόγε του Θεού και Σοφία και Δύναμη και Θεέ Παντοκράτορα. Τι να σου αντιδωρίσουμε εμείς οι άπραγοι για όλα όσα μας χάρισες; Όλα μας τα ’χεις δοσμένα εσύ και τίποτ’ άλλο δε ζητάς από μας παρά ν’ αποδεχτούμε τη σωτηρία που μας πρόσφερες, δίνοντάς μας ακόμα και τη δύναμη για να το κάνουμε.
Σ’ ευχαριστούμε, εσένα που μας έδωσες την ύπαρξη, μα και μας χάρισες την αιώνια ζωή, εσένα που κι όταν την χάσαμε και την αρνηθήκαμε, μας οδήγησες πίσω σ’ αυτήν με την ενανθρώπισή σου που καμιά γλώσσα δεν τολμά να ερμηνεύσει».

Να ζεις για το Θεό

  • Καθώς ξεκινάς τα καθήκοντα της ημέρας, αγωνίσου να κάνεις τα πάντα για τη δόξα του Θεού. Μην ξεκινάς τίποτε χωρίς προσευχή, επειδή ό,τι κάνουμε χωρίς προσευχή αποβαίνει αργότερα μάταιο και επιβλαβές. Είναι αληθινά τα λόγια του Κυρίου: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν».
  • Να μιμείσαι το Σωτήρα μας, ο Οποίος εργαζόταν βοηθώντας τον Ιωσήφ και την πανάμωμη Μητέρα Του. Ενώ εργάζεσαι, να έχεις καλή διάθεση, εμπιστευόμενος πάντοτε στη βοήθεια του Κυρίου. Είναι καλό να επαναλαμβάνεις ασταμάτητα την προσευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησέ με τον αμαρτωλό».
  • Αν οι κόποι σου είναι επιτυχείς, ευχαρίστησε τον Κύριο, κι αν δεν είναι, υπόταξε τον εαυτό σου στο θέλημά Του, γιατί Αυτός μάς φροντίζει και διευθύνει τα πάντα προς το καλύτερο. Αποδέξου όλες τις δυσκολίες σαν να ήταν κανόνας για τις αμαρτίες σου – με πνεύμα υπακοής και ταπεινοφροσύνης.
  • Πριν από κάθε γεύμα, προσευχήσου ο Κύριος να ευλογήσει το φαγητό και το ποτό, και μετά από κάθε γεύμα ευχαρίστησέ Τον και ζήτα Του να μη σε στερήσει από τις πνευματικές ευλογίες. Καλό είναι να σηκώνεσαι από το τραπέζι κάπως πεινασμένος. Σε όλα να αποφεύγεις την υπερβολή. Ακολουθώντας το παράδειγμα των πρώτων Χριστιανών, νήστευε τις Τετάρτες και τις Παρασκευές.
  • Μην είσαι πλεονέκτης. Να είσαι ευχαριστημένος, αν έχεις φαγητό και ρούχα, μιμούμενος το Χριστό, ο οποίος πτώχευσε για χάρη μας.
  • Να αγωνίζεσαι να ευαρεστείς στον Κύριο σε όλα, ώστε να μην κατηγορείσαι από την ίδια σου τη συνείδηση. Να θυμάσαι ότι ο Θεός σε βλέπει πάντοτε και να είσαι άγρυπνος και προσεκτικός όσον αφορά τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις επιθυμίες της καρδιάς σου.
  • Απόφευγε ακόμη και τη μικρότερη αμαρτία, για να μην πέσεις σε μεγαλύτερες. Απομάκρυνε από την καρδιά σου κάθε σκέψη ή σχέδιο που σε απομακρύνει από τον Κύριο. Να αγωνίζεσαι ιδιαίτερα ενάντια στις ακάθαρτες επιθυμίες. Διώξ’ τες απ’ την καρδιά σου σαν την αναμμένη σπίθα που πέφτει στο μπουφάν σου. Αν δε θέλεις να ενοχλείσαι από τις κακές επιθυμίες, να αποδέχεσαι γαλήνια την ταπείνωση από τους άλλους.
  • Να μη λες πολλά. Να θυμάσαι, ότι για κάθε κουβέντα που θα πεις θα δώσεις λόγο ενώπιον του Θεού. Είναι καλύτερο να ακούς παρά να μιλάς: με την πολυλογία είναι αδύνατον να αποφύγεις την αμαρτία. Να μην είσαι περίεργος να μάθεις τα νέα, τα οποία μόνο διασκεδάζουν και μπερδεύουν το πνεύμα.
  • Μην κατακρίνεις κανέναν, αλλά να θεωρείς τον εαυτό σου χειρότερο από όλους τους άλλους.Όποιος κατακρίνει τον άλλον παίρνει τις αμαρτίες του άλλου πάνω του. Είναι καλύτερο να θλίβεσαι για τον αμαρτωλό και να προσεύχεσαι ο Θεός να τον διορθώσει με τον δικό Του τρόπο.
  • Αν κάποιος δεν ακούσει τη συμβουλή σου, μη φιλονικείς μαζί του. Αλλά αν οι πράξεις του αποτελούν πειρασμό για τους άλλους, να λαμβάνεις τα κατάλληλα μέτρα, επειδή το δικό τους καλό, επειδή είναι πολλοί, πρέπει να μετράει περισσότερο από το δικό του, που είναι ένας.
  • Να μη διαπληκτίζεσαι ούτε να χρησιμοποιείς δικαιολογίες. Να είσαι ευγενικός, ήσυχος και ταπεινός. Να αντέχεις τα πάντα, σύμφωνα με το παράδειγμα του Ιησού. Δε θα σε φορτώσει με ένα σταυρό που ξεπερνά τη δύναμή σου. Αντίθετα, θα σε βοηθήσει να φέρεις το σταυρό που έχεις.
  • Ζήτα από τον Κύριο να σου δώσει τη χάρη να εκπληρώνεις τις θείες Εντολές Του, όπως μπορείς, ακόμη και αν φαίνονται πολύ δύσκολες να τηρηθούν. Όταν έχεις κάνει μια καλή πράξη, να μην περιμένεις ευγνωμοσύνη, αλλά πειρασμό. Επειδή η αγάπη προς το Θεό δοκιμάζεται από τα εμπόδια. Μην ελπίζεις να αποκτήσεις καμιά αρετή χωρίς να υπομένεις θλίψεις  Περικυκλωμένος από τους πειρασμούς μην απελπίζεσαι, αλλά να απευθύνεσαι στο Θεό με σύντομες προσευχές: «Κύριε, βοήθησέ με… Δίδαξέ με να… Μη με εγκαταλείπεις… Προστάτεψέ με…». Ο Κύριος επιτρέπει πειρασμούς και δοκιμασίες. Επίσης δίνει τη δύναμη για να τις ξεπερνάμε.
  • Ζήτα από το Θεό να σου πάρει κάθε πράγμα που τρέφει την υπερηφάνεια σου, ακόμη και αν αυτό θα είναι καλύτερο. Να μην είσαι σκληρός, κακόκεφος, γκρινιάρης, αναξιόπιστος, καχύποπτος ή υποκριτής. Απόφευγε τον ανταγωνισμό. Να είσαι ειλικρινής και απλός στη συμπεριφορά σου. Να αποδέχεσαι ταπεινά τις επιπλήξεις των άλλων, ακόμη κι αν είσαι πιο σοφός και έμπειρος.
  • Ό,τι δε θες να σου κάνουν οι άλλοι να μην το κάνεις στους άλλους. Αντίθετα, να τους κάνεις ό,τι θέλεις να σου κάνουν. Αν κάποιος σε επισκεφτεί, να τον φροντίσεις, να είσαι συνεσταλμένος, σοφός, και κάποτε, ανάλογα με τις περιστάσεις, να είσαι τυφλός και κουφός.
  • Όταν νιώσεις χαλαρότητα ή κάποια ψυχρότητα, μην αφήσεις τη συνήθη σειρά της προσευχήςκαι των ευλαβών πράξεων που έχεις καθιερώσει. Όλα όσα κάνεις στο όνομα του Κυρίου Ιησού, ακόμη και τα μικρά και ελλιπή, γίνονται πράξεις ευλαβείας.
  • Αν θες να βρεις ειρήνη, παράδωσε τον εαυτό σου ολοκληρωτικά στο Θεό. Δε θα τη βρεις την ειρήνη, μέχρις ότου αφεθείς στο Θεό αγαπώντας Αυτόν μόνο.

Του Αρχιεπισκόπου Κοστρομά Πλάτωνος

πηγή

Υλιστική κεφαλαιοκρατία και Χριστιανική φιλανθρωπία

Είναι γνωστό ότι η επιβολή του Κεφαλαιοκρατικού συστήματος (Καπιταλισμού) στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα δημιούργησε τρομακτικά προβλήματα και έχει αποβεί καταστροφική για ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου ανθρώπινου πληθυσμού.

Πολλά είναι άλλωστε τα γεγονότα που πιστοποιούν τα τελευταία χρόνια και την ιδεολογική αμφισβήτηση της Παγκοσμιοποίησης, ακόμα και στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών: κινήματα πολιτικής ανυπακοής, τρομοκρατικές επιθέσεις, προβλήματα στο κοινωνικό μοντέλο. Η εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, το οποίο στόχευε στη μετατροπή της οικουμένης σε μια ενιαία οικονομική, πολιτική και πολιτιστική επικράτεια, αποτέλεσε την υποτιθέμενη λύτρωση από τα δεινά της Μαρξιστικής θεωρίας στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Στην πράξη, δυστυχώς, προκάλεσε νέα, ίσως και μεγαλύτερα δεινά στην ανθρωπότητα. Και αυτό, γιατί στηρίχτηκε σε έναν καθαρά υλιστικό-αντιπνευματικό χαρακτήρα ερμηνείας της ζωής, ο οποίος αποθεώνει την ιδιωτική οικονομία και την ελεύθερη αγορά έξω από κάθε πνευματικό και ηθικό προσανατολισμό.

Με την κατάρρευση του Κομμουνισμού του 1989 στις χώρες του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού, ο Καπιταλισμός προσλαμβάνει παγκόσμια διάσταση. Την υλοποίησή του αναλαμβάνουν ισχυρές πολυεθνικές εταιρείες, οι οποίες ουσιαστικά ελέγχουν τις κυβερνήσεις των κρατών. Αιτία αυτού η εφαρμογή του Νεοφιλελευθερισμού και κατ’ επέκταση ο περιορισμός του κρατικού παρεμβατισμού. Η πρόσφατη οικονομική κατάρρευση εθνικών τραπεζών και η χρεωκοπία εθνικών οικονομιών αποδεικνύουν την αποτυχία του κεφαλαιοκρατικού συστήματος να αποτελέσει ένα δίκαιο σύστημα κατανομής του πλούτου. Αντίθετα, επιβεβαιώνει καθημερινά τον κοινωνικά δαρβινιστικό του χαρακτήρα, αφού ο πλούσιος γίνεται πλουσιότερος και ο φτωχός φτωχότερος.

Το βασικό πρόβλημα του καπιταλιστικού συστήματος είναι ο υλιστικός και αντιπνευματικός του χαρακτήρας. Το κεφαλαιοκρατικό σύστημα στηρίζεται κατά βάση στη συσσώρευση του πλούτου και στο δανεισμό με τόκο. Η Ορθοδοξία αποδοκιμάζει και τα δύο. Οι παραβολές του φτωχού Λάζαρου και του πλουσίου αλλά και του άφρονος πλουσίου καταδεικνύουν με τον πλέον απόλυτο τρόπο την παραπάνω διαπίστωση, όσον αφορά στη συσσώρευση του πλούτου. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ακολουθώντας τον Απόστολο Παύλο χαρακτηρίζει την πλεονεξία των πλουσίων ως ειδωλολατρία, ενώ ο Ν. Μπερντιάγιεφ μεταξύ άλλων αναφέρει ότι

«στον Μέγα Βασίλειο όπως και στον Ιωάννη το Χρυσόστομο η κοινωνική αδικία, δημιούργημα της κακής διανομής του πλούτου, κριτικάρεται με μια δριμύτητα που θα έκανε τον Προυντόν και τον Μαρξ να χλομιάσουν».

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μιλούν για τον πλουτισμό

Για το δανεισμό με τόκο, πάλι ο Μ. Βασίλειος στο «Κατά τοκιζόντων» αναφέρει «Ψεύδους αρχή το δανείζεσθαι· αχαριστίας αφορμή, αγνωμοσύνης, επιορκίας». Ακόμα τονίζει:

«Πλούσιος είσαι; Μη δανείζεσαι. Φτωχός είσαι; Μη δανείζεσαι. Μην αποκτήσεις πείρα του αλλόκοτου αυτού θησαυρού, του τόκου».

Σε άλλο δε σημείο του έργου του λέει «σκίσε, άνθρωπε, το άδικο γραμμάτιο, ώστε να λυθεί η αμαρτία. Εξάλειψε την ομολογία των βαρύτατων τόκων».

Για το ζήτημα αυτό, ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης ισχυρίζεται ότι «η τοκογλυφία είναι μια μορφή ληστείας και φόνου» και ότι «αν δεν υπήρχε το πλήθος των τοκιστών, δε θα υπήρχε το πλήθος των φτωχών».

Σκόπιμο είναι εδώ να τονιστεί ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας, ενώ κηρύσσουν την κοινοκτημοσύνη και την ακτημοσύνη, δε στρέφονται μηδενιστικά κατά του κόσμου της ύλης και του χρήματος. Εντοπίζουν το ενδιαφέρον τους στην κακή τους χρήση. Είναι όργανα για την αρετή, γι’ αυτούς που τα χρησιμοποιούν καλά. Σύμφωνα με τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, «ο πλούτος δεν είναι κακό, αν χρησιμοποιείται όπως πρέπει» (Ομιλία στις Πράξεις των Αποστόλων).

 

Δυστυχία και εκμετάλλευση

Μια άλλη πτυχή του θέματος αφορά το ασυμβίβαστο μεταξύ της Χριστιανικής πνευματικότητας και της εκμετάλλευσης ανθρώπων και λαών. Δυστυχώς, η εφαρμογή του καπιταλιστικού συστήματος προϋποθέτει το κέρδος των λίγων και των ισχυρών σε βάρος των πολλών και των αδυνάτων. Ο Αστέριος, επίσκοπος Αμασείας (τέλη 4ου αιώνα), αναφέρει ότι «είναι απίθανο να συσσωρευτεί τεράστιος πλούτος χωρίς αμαρτία, δίχως την εξαθλίωση και τον πόνο άλλων».

Και ο Μ. Βασίλειος τονίζει ότι «χαρακτηρίζονται κλέφτες αυτοί που κλέβουν πορτοφόλια από τα λουτρά. Δεν είναι όμως αυτοί οι πραγματικοί κλέφτες, αλλά κάποιοι που αποτελούν τις πολιτικές αρχές πόλεων και εθνών…».

Και σήμερα αυτά επιβεβαιώνονται περίτρανα. Οι πολυεθνικές εταιρείες ελέγχοντας τις κυβερνήσεις των κρατών δεν αποτελούν παρά μηχανές αύξησης των κερδών τους σε βάρος του λαού. Οι σημερινοί οικονομικοί κυβερνήτες του κόσμου είναι οι ηθικοί αυτουργοί της παγκόσμιας ηθικής και πνευματικής αταξίας. Απολυτοποιώντας τα οικονομικά μεγέθη οδήγησαν τις κοινωνίες σε μια πρωτοφανή κρίση ήθους, με απόληξη τη γενικευμένη διάλυση στο όνομα της ελευθερίας των αγορών και όχι των ανθρώπων. Η καπιταλιστική λοιπόν πρακτική της οικονομικής εκμετάλλευσης στο όνομα του κέρδους είναι στη βάση της αντι-χριστιανική.

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος επισημαίνει ότι «οι κοινωνικές ανισότητες δεν είναι θέλημα Θεού… Εμείς ως Χριστιανοί οφείλουμε να αποβλέπουμε στο νόμο του Θεού και όχι στο νόμο του ισχυρού» (Περί φιλοπτωχίας).

 

Χριστιανική φιλανθρωπία

Η Ορθοδοξία λοιπόν κανέναν Καπιταλισμό δε δημιούργησε. Αντίθετα, το φιλάνθρωπο πνεύμα της δημιούργησε έναν πολιτισμό αποτρεπτικό της πλεονεξίας των εμπόρων και των δυνατών. Η Βασιλειάδα, μια «πόλη φιλανθρωπίας» ως πρότυπο κοινωνίας και αντίποδας της καπιταλιστικής πρακτικής, αποτελεί διαχρονικά μια πρόταση κοινωνικής οργάνωσης βασισμένης στην αγάπη, στην ισότητα και στην αλληλεγγύη.

Μακριά από κάθε έκφραση επιφανειακής πνευματικότητας και «τακτοποιημένης θρησκευτικότητας» που συνιστούν έναν ακίνδυνο και συμβιβασμένο Χριστιανισμό, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στους «Χαλασοχώρηδες» τολμά να γράψει:

«Η πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής Αντίχριστος. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και ψυχάς».

Η τελική κατάληξη του καπιταλιστικού συστήματος δεν μπορεί να είναι άλλη από την καταστροφή, γιατί πρόκειται για σύστημα (αυτο-)καταστροφικό. Και αυτό, γιατί ο Καπιταλισμός είναι καθαρά υλιστικός τόσο στη σύλληψη, όσο και στην εφαρμογή του. Η βελτίωση όμως των όρων και των συνθηκών της ζωής πραγματώνεται με ηθικά και πνευματικά κριτήρια. Σκοπός του ανθρώπου είναι η τελείωσή του και στόχος του να κληρονομήσει τη Βασιλεία του Θεού. Εμπνεόμενος λοιπόν ο άνθρωπος από το όραμα αυτό οφείλει να δράσει ενάντια σε κάθε ανισότητα και αδικία και να συγκρουστεί – όπως ο ίδιος ο Χριστός – με τις δυνάμεις του ιδιοτελούς και αλαζονικού υλισμού, του κακού και της φθοράς.

Μάριος Μ. Μιχαηλίδη

Βρείτε με ένα κλικ πόσα ένσημα έχετε

Τη δυνατότητα να δουν πόσα ένσημα έχουν, δίνει στους εργαζόμενους το υπουργείο Εργασίας μέσω της εφαρμογής «Άτλας».

Με τη χρήση του ΑΜΚΑ μπορείτε να δείτε σε πραγματικό χρόνο τα ένσημά σας και το πλήρες ασφαλιστικό σας βιογραφικό.

Στο Πληροφοριακό Σύστημα «Άτλας» θα ενσωματωθεί σταδιακά ο χρόνος ασφάλισης όλων των Ελλήνων σε όλους τους ΦΚΑ της χώρας.

 

Στην παρούσα φάση έχει ενσωματωθεί ο χρόνος ασφάλισης από το 1994 μέχρι σήμερα για το ΙΚΑ, τον ΟΑΕΕ, το ΕΤΑΑ και από το 1998 έως σήμερα για τον ΟΓΑ.

Επίσης έχει ενσωματωθεί περίπου το 70% του χρόνου ασφάλισης από τους 2 μεγαλύτερους τομείς του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ. Συνολικά έχουν ενσωματωθεί 2,8 δισεκατομμύρια ημέρες ασφάλισης.

bigstock Business man pointing the text 99257603

Στο επόμενο διάστημα θα ενσωματωθεί η πληροφορία από το ΕΤΑΠ-ΜΜΕ και το ΝΑΤ, καθώς και το διάστημα 1994-1997 για τον ΟΓΑ.

Κάθε ασφαλισμένος έχει τη δυνατότητα να δει και να εκτυπώσει το χρόνο ασφάλισης που έχει τεκμηριώσει.

Η πρόσβαση γίνεται με τη χρήση των κωδικών του ΤΑΧΙS της ΓΓΠΣ και απαιτείται η γνώση του ΑΜΚΑ.

Σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος δεν θυμάται τον ΑΜΚΑ του μπορεί να τον βρει στη σελίδα Έχω ΑΜΚΑ;

Δείτε τα ένσημά σας εδώ.

 

Πηγή:www.onmed.gr

Ο Άγιος Πορφύριος μιλάει σε πνευματικά του παιδιά για την αγάπη του Χριστού

Ο Άγιος πλέον γέροντας Πορφύριος μιλάει σε  πνευματικά του παιδιά για την αγάπη του Χριστού:

“Λοιπόν, ζωή χωρίς Χριστό δεν είναι ζωή. Πάει, τελείωσε. Αν δε βλέπεις το Χριστό σε όλα σου τα έργα και τις σκέψεις, είσαι χωρίς Χριστό. Πώς το κατάλαβες; Θυμάμαι κι ένα τραγούδι. «Σύν Χριστώ πανταχού, φόβος ουδαμού». Το ‘χετε ακούσει; Έ; Το λένε τα παιδιά, δε το θυμάμαι.

Λοιπόν, έτσι πράγματι πρέπει να βλέπομαι το Χριστό. Είναι φίλος μας, είναι αδελφός μας, είναι ό,τι καλό και ωραίο. Είναι το Παν. Αλλά είναι φίλος και το φωνάζει:
«Σας έχω φίλους, βρε, δεν το καταλαβαίνετε; Είμαστε αδέλφια. Βρε εγώ δεν είμαι … δεν βαστάω την κόλαση στο χέρι, δεν σας φοβερίζω, σας αγαπάω. Σας θέλω να χαίρεστε μαζί μου τη ζωή». Κατάλαβες;

Έτσι είναι ο Χριστός. Δεν έχει κατήφεια, ούτε μελαγχολία, ούτε ενδοστρέφεια, που ο άνθρωπος σκέπτεται ή βασανίζεται από διάφορους λογισμούς και διάφορες πιέσεις, που κατά καιρούς στη ζωή του τον τραυμάτισαν.
Ο Χριστός είναι νέα ζωή. Πώς το λέω; Ο Χριστός είναι το Παν. Είναι η χαρά, είναι η ζωή, είναι το φως, το φως το αληθινό, που κάνει τον άνθρωπο να χαίρεται, να πετάει, να βλέπει όλα, να βλέπει όλους, να πονάει για όλους, να θέλει όλους μαζί του, όλους κοντά στο Χριστό.

Όταν εμείς βρίσκουμε κάποιον θησαυρό ή ό,τι άλλο, δεν θέλομε να το λέμε πουθενά. Ο Χριστιανός όμως, όταν βρει το Χριστό, όταν γνωρίσει τον Χριστό, όταν ο Χριστός εγκύψει μέσα στην ψυχούλα του και τον αισθανθεί, θέλει να φωνάζει και να το λέει παντού, θέλει να λέει για το Χριστό, τι είναι ο Χριστός. Αγαπήσατε το Χριστόν και μηδέν προτιμήστε της αγάπης Αυτού. Ο Χριστός είναι το πάν, είναι η πηγή της ζωής, είναι το άκρον των εφετών, είναι το Πάν. Όλα στο Χριστό υπάρχουν τα ωραία.

Και μακράν του Χριστού η θλίψις, η μελαγχολία, τα νεύρα, η στεναχώρια, οι αναμνήσεις των τραυμάτων της ζωής, των πιέσεων, των αγωνιωδών, έτσι, ωρών. Όλα, ζούμε εκείνα εκεί της ζωής μας. Και πάμε εδώ και πάμε εκεί, και τίποτα, και πουθενά δεν στεκόμαστε. Όπου βρούμε το Χριστό, ας είναι μια σπηλιά, καθόμαστε εκεί και φοβούμαστε να φύγουμε, να μη χάσουμε το Χριστό. Διαβάστε να ιδείτε. Ασκηταί, που γνώρισαν το Χριστό, δεν ήθελαν να φύγουν από τη σπηλιά, ούτε έβγαιναν έξω να κάνουνε πιο πέρα θελαν να είναι εκεί που αισθανόντουσαν το Χριστό μαζί τους. Ο Χριστός είναι το Πάν.
Ο Χριστός είναι η πηγή της ζωής, της χαράς. Το Πάν”.

πηγη

Σκορπίστε Προσευχή

Σήμερα ο πόνος είναι πια διάχυτος παντού. Κάποιοι άνθρωποι χρειάζονται άμεσα αυτό που μπορούμε να δώσουμε προς αυτούς, με τη βοήθεια του Χριστού:

Την Προσευχή. Άνθρωποι δικοί μας, φίλοι και γνωστοί, γνώριμοι, συνάδελφοι και συνεργάτες, γειτόνοι και συντοπίτες, ακόμη και οι κάποτε ή μέχρι πρότινος εχθροί και διώκτες μας, μας προσεγγίζουν δειλά μ’ ένα αβέβαιο και συνεσταλμένο χαμόγελο που σκεπάζει και κρύβει πολλά. Χαμόγελο, που μοιάζει με στολή παραλλαγής.
Οι περισσότεροι απ’ αυτούς, είτε από δισταγμό και αμφιβολία, είτε από εγωισμό και περηφάνια, ολοένα και αναβάλουν να πουν κάπου, σε κάποιον, τον πόνο τους. Έτσι, η πλήρης αφάνεια και η αποφασιστική φυγή κερδίζουν έδαφος μέσα στην απορημένη καρδιά τους, για να προσυπογράψουν τελικά το προσωπικό τους δράμα.

 

Ας μη γίνει τροφή στασιμότητας και εφησυχασμού, αυτό, για μας. Πρέπει δηλαδή πρώτα κάποιος να φανεί στον ορίζοντά μας, να προσπέσει στα πόδια μας ζητώντας τη δική μας βοήθεια και, κατόπιν, να ενεργοποιήσουμε την ευαισθησία μας και να ευεργετήσουμε; Σαν πολύ βαριά κι ασήκωτη δεν είναι μια τέτοια «αγάπη»; Να μείνουμε δηλαδή απαθείς και αμέτοχοι, μουδιασμένοι και νωχελικοί, επειδή βασιλεύει παντού η σιωπή και η απουσία; Πώς τότε θα δικαιούμαστε πνευματική βοήθεια από τα δώματα του Ουρανού, όταν κάποτε θα βρεθούμε κι εμείς σε μιαν ανάγκη και δυσχέρεια του βίου, αφού είμαστε έτσι και τόσο απαθείς, ανάλγητοι και αμέτοχοι στον πόνο, στη δυσκολία, στη δοκιμασία, στο σβησμό, στον κλαυθμό του γνωστού ή άγνωστου αδελφού;

 

Μα η αγάπη είναι πάντα σε εγρήγορση, ακοίμητη, ανύστακτη, ασυμβατική, ασυμβιβαστική, ανενδεής και αμίζερη: δεν έχει αντανακλαστικά του «λίγου», του «περίπου», του «τυπικού», του «φαινομενικού», του «επιδερμικού», του «ανούσιου», του «χύμα» και του «σκόρπιου». Δεν κάθεται να περιμένει να δει ποιος την χρειάζεται και ποιος την φωνάζει, πως έτσι και από πού. Πρωτεύει στην πράξη της και επεμβαίνει ευγενικά, ακόμα και εκεί όπου πολλοί ανίδεοι χριστιανοί εμπειρικά δεν υποπτεύονται καν την ύπαρξη, τη δυνατότητα και το μεγαλείο της.

Είμαστε όλοι μαζί ενωμένοι μέσα στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία μας. Η Εκκλησία, είναι αυτή που μας παρέχει δια της Χάριτος αυτή τη μυστηριακή ένωση και αυτή τη θαυμαστή ενότητα. Όλοι, λοιπόν είμαστε μέλη αυτού του Σώματος, αυτής της Εκκλησίας· όλοι, είμαστε (και καλούμαστε αδιάλειπτα να είμαστε) Εκκλησία. Αυτό το υπέροχο, το ψυχοσώτηρο Θεανδρικό Σώμα, είναι ένα Σώμα που πάλλεται και ζει διαρκώς με την προσευχή και τη δέηση. Μη ξεχνούμε δε, ότι το «τυπικό» του Παραδείσου είναι η Προσευχή. Και απ’ όπου βλέπουμε και αισθανόμαστε να λείπει και απουσιάζει η Προσευχή, εκεί βασιλεύει και κυριαρχεί ο θάνατος. Παρατηρείστε, λ.χ., έναν άνθρωπο μέσα στον οποίο δεν υπάρχει ίχνος προσευχής: μόλις γνωρίσατε έναν άπνοο, άζωο, απολιθωμένο και νεκρωμένο άνθρωπο· έναν άνθρωπο, που έχει πνευματικά θανατωθεί πολύ πριν αυτός έρθει αντιμέτωπος με τον βιολογικό του θάνατο. Είναι ποιμαντικά διαπιστωμένο ότι ψυχές που δεν ανοίχθηκαν προς το έλεος του Χριστού με την Προσευχή, προετοιμάζουν αναντίρρητα την ύπαρξή τους να δεχθεί τον βαρύ πέλεκυ της ψυχασθένειας ή της ψυχοτροπίασης, αργά ή γρήγορα, περιστασιακά ή μόνιμα.

 

Ας αφιερώσουμε όλοι μας ένα λεπτό, δυο λεπτά, κάποια λεπτά Προσευχής για τους άλλους που πονούν και δοκιμάζονται την ώρα που εμείς περνούμε ήσυχα, απείραστα, ανενόχλητα και αμέριμνα. Δεν έχει απολύτως καμία σημασία που δεν ξέρουμε ποιοι είναι αυτοί, πού είναι, πώς διάγουν και τι ακριβώς περνούν. Άλλωστε, δεν χρειάζεται καν να «ξέρουμε» το «τι», το «πως», το «πού» και το «γιατί»· γιατί στη ζωή και το έργο της προσευχής δεν προέχει ο εγκέφαλος, η λογική και η νόηση, αλλά οπωσδήποτε η καρδιά. Και η καρδιά, αρκεί που αισθάνεται και βιώνει και κατανοεί δια μέσου της Προσευχής. Αυτό γι’ αυτήν είναι υπέρτατη αρχή γνώσης· γνώσης για τον Θεό και τον άνθρωπο, τον κόσμο και την ψυχή.

Αυτό που χρειαζόμαστε εμείς, είναι να «συν–αισθανθούμε» μέσα μας, αληθινά και ειλικρινά, ανυπόκριτα και άδολα, τα χνώτα και τους λυγμούς των αδελφών μας καταθέτοντας γι’ αυτούς την προσευχητική αναφορά της δικής μας καρδιάς, μέσα σ’ αυτό το Σώμα της Εκκλησίας. Και αυτό, είναι κάτι που είναι εξαιρετικά πολύτιμο και επίσης είναι κάτι που δεν πάει ποτέ χαμένο. Γιατί, όπως είχε τονίσει και ο μακαριστός Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ, «μέσα στην Εκκλησία καμιά προσευχή δεν πάει ποτέ χαμένη». Είναι φοβερός αυτός ο λόγος!

Σκορπίστε Προσευχή, παντού! Πείτε προσευχές, όσες ξέρετε και όσες θυμάστε από παιδιά, από νοσταλγικές μνήμες που κρατούν ζωντανές και καθαρές τις παραστάσεις των υπέροχων βιωμάτων της πίστης μας: από μια κατανυκτική και πύρινη Λειτουργία· από μια μάνα που γονάτιζε μέσα σε κοχλασμό ικεσίας για να ανορθώσει φρονήματα και καρδιές· από μια γιαγιά που ευωδίαζε λιβάνι, δέηση και ακακία το δωμάτιό της· από έναν άσημο και τσαλακωμένο παππούλη που σκόρπιζε αγάπη και λειτουργικό ήθος· από έναν αλησμόνητο και εγκάρδιο φίλο που βίωνε με ειλικρίνεια και πιστότητα την πίστη του. Πείτε, ψελλίστε, ψάλτε, συλλαβίστε αδίσταχτα, ανενδοίαστα, άφοβα, με θέρμη και πίστη καρδιάς, με ταπείνωση Χριστού.

Ας ζήσουμε επιτέλους αυθεντικά· όχι κάτω από το αγριωπό και αρρωστημένο φάσμα του παλαιού και ιδιότροπου εαυτού μας, αλλά συζώντας με τους αδελφούς μας, με τον πόνο, με τον αναστεναγμό και τον καημό τους. Και ας σκορπίσουμε παντού, γύρω μας, σε τούτη τη μολυσμένη ατομοκρατική ατμόσφαιρα του πλάνου κόσμου, μία —έστω και μία!– καρδιακή προσευχή για τον κάθε αδελφό μας. Μια τέτοια φιλάδελφη προσευχή, είναι το μόνο καθαρό οξυγόνο που χρειάζονται οι πνεύμονες της ύπαρξής μας, είναι η ανεξίτηλη σφραγίδα μιας αληθινής κοινωνίας Θεού, ανθρώπων και αγγέλων για την οποία αξίζει να ζει κανείς, είναι η αδαμάντινη γέφυρα πάνω στην οποία συναντιέται μυστικά ο Θεός και ο άνθρωπος ώστε να δικαιωθεί η Χάρη του Θεού που πασχίζει συνεχώς να βρίσκει τρόπους να σώσει και να αγιάσει, ει δυνατόν, όλους τους ανθρώπους.

Μην ακούσουμε καμιά αποθαρρυντική, ανασταλτική, κακόβουλη και πονηρή φωνή του πειρασμού του τύπου: «Εσύ θα σώσεις τον κόσμο;» ή «Ποιος είσαι εσύ για να προσευχηθείς;». Δεν γινόμαστε εμείς αυτοπροσώπως οι «άτλες» του εγκόσμιου πόνου, γιατί δεν γίνεται, δεν μπορούμε, δεν θέλουμε και δεν πρέπει να γίνουμε κανένας «άτλας». Και οι αμαρτίες μας, παρά το πλήθος και το μέγεθός τους, δεν μπορούν να γίνουν ποτέ εμπόδιο στο να γίνουμε εμείς άνθρωποι της Προσευχής· τόσο ο Θεός ο Οποίος είναι Αυτός που ουσιαστικά δίδει την Προσευχή στον κάθε προσευχόμενο άνθρωπο, όσο και η ίδια αυτή καθαυτή η πράξη της Προσευχής, ζητούν από μας να έχουμε την «επαινετή αναίδεια» που αναφέρει ο Άγιος Ιωάννης της «Κλίμακος».

Το αδιέξοδο του ανθρώπινου πόνου το λύνει κάθε φορά, όλες τις φορές, ο Χριστός· όχι εμείς και ποτέ εμείς. Εμείς, απλά, με τη μικρή και ταπεινή προσευχή, κρούουμε τη θύρα του αδαπάνητου θείου ελέους· «δεήσεις ποιούμεθα» και παρα–καλούμε τον Χριστό να επέμβει με την αγάπη Του, όπως Αυτός θέλει και όπως Αυτός γνωρίζει. Η Προσευχή δεν είναι μόνο μια πνευματική δύναμη, είναι παντοδυναμία· είναι έκφραση εκείνης της ανόθευτης αγάπης του Χριστού, ο Οποίος, δια μέσου αυτής, ευδοκεί να ζει Απτός μέσα μας και ανάμεσά μας.

Η αγάπη του Χριστού είναι αήττητη, ακαταμάχητη και παντοδύναμη· έχει σα δεξιό της βραχίονα την Προσευχή η οποία είναι η μόνη που βιάζει και κάμπτει υπερθαυμαστώς την αβίαστη αλλά ταυτόχρονα και παμβιαζομένη φιλανθρωπία και αγάπη του Κυρίου. Τι ωραία και τι μυστικά πράγματα μάς καλεί ο Χριστός να ζήσουμε όλοι μαζί, κλήρος και λαός, άνδρες και γυναίκες, νέοι, γέροι και παιδιά!

Η Προσευχή της Εκκλησίας και των παιδιών της, είναι ακατάλυτη θεία πνοή που τελεί μυστικά και αθόρυβα το θαύμα της ανάπλασης και της αναγέννησης των ανθρώπων και του κόσμου. Είναι ένθεη και ενθεωτική ενέργεια που τέρπει αγίους και αγγέλους την οποία, δυστυχώς, αγνοεί, απορρίπτει και αρνείται το αμαρτωλό σύστημα της ζωής αυτού του απροσευχόμενου κόσμου, την οποία μισεί άσπονδα και ο αιώνια μισευχέτης εχθρός μας, ο διάβολος. Πρέπει να βρεθούμε στην έσχατη ώρα της αδυναμίας και της ανάγκης, για να εκτιμήσουμε την αξία της Προσευχής, ζητώντας απεγνωσμένα να βρεθεί κάποιος φίλος ευχέτης για να αφιερώσει έστω και ένα λεπτό προσευχής για μας; Ίσως όμως να είναι κάπως «αργά» τότε. Αργά, όχι ασφαλώς για την προσευχή που επιζητούμε εναγώνια. Αλλά για τους καρπούς της που ζητούμε να γευτούμε προπετώς και αναξίως.

Ας προ(σ)χωρήσουμε λοιπόν όλοι μαζί, άλλος λίγο, άλλος ελάχιστα, άλλος περισσότερο, στο έργο της Προσευχής. Ομολογουμένως, απαιτείται κάτι πολύ παραπάνω από το να αποκτήσουμε και να έχουμε απλά Προσευχή: καλούμαστε από τη θεοείδεια και τις εφέσεις της ψυχής μας να είμαστε και να γίνουμε ολοκληρωτικά ζωντανή Προσευχή. Ας βαπτίσουμε το εύθραυστο και ταλαιπωρημένο μας τώρα, το τώρα και το παρόν των αναγκεμένων και πονεμένων συνανθρώπων μας μέσα στην ιερή κολυμβήθρα της Προσευχής, της οποίας η δροσιά των ναμάτων της είναι ανέφικτο να περιγραφεί. Ένα «Κύριε Ἐλέησον!», μαγνητίζει ολοσχερώς τον Παράδεισο στην άνικμη και φαρμακωμένη γη. Ένα «Κύριε Ἐλέησον!», φέρνει δυναμικά τη Χάρη σ’ αυτήν την κοιλάδα του κλάματος, για να σώσει και να σώζει όλους: και αυτούς που εύχονται συνεχώς από αγάπη· και εκείνους, για τους οποίους και εξαιτίας των οποίων, εκφέρεται από καρδιάς κάθε αγαπήσεως ευχή και κάθε ψέλλισμα δέησης και ικεσίας προς τον Σωτήρα Χριστό…

π. Δαμιανός

πηγή: http://archangelosmichail.gr/skorpiste-prosefchi

Το θέλημα του Θεού και η ζωή μας

Όταν η χάρη είναι μαζί μας, είμαστε δυνατοί στο πνεύμα . Όταν όμως την χάσουμε, βλέπομε την αδυναμία μας, βλέπομε πως χωρίς τον Θεό δεν μπορούμε ούτε να σκεφτούμε το καλό. Πώς μπορείς να ξέρεις αν ζεις σύμφωνα με το θέλημα του Θεού;

Να η ένδειξη: Αν στενοχωριέσαι για κάτι, αυτό σημαίνει πως δεν παραδόθηκες τελείως στο θέλημα του Θεού, έστω κι αν σου φαίνεται πως ζεις σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.

Όποιος ζει κατά το θέλημα του Θεού, αυτός δεν μεριμνά για τίποτε. Κι αν κάτι του χρειάζεται, παραδίνει τον εαυτό του και την ανάγκη του στον Θεό. Κι αν πάρει ότι θέλει, μένει ήρεμος, σαν να το είχε. Ψυχή που παραδόθηκε στο θέλημα του Θεού δεν φοβάται τίποτε: ούτε θύελλες, ούτε ληστές, ούτε τίποτα άλλο. Ότι κι αν έλθει, λέγει: «Έτσι ευδοκεί ο Θεός», κι έτσι διατηρείται η ειρήνη στην ψυχή και στο σώμα.

Το καλύτερο έργο είναι να παραδοθούμε στο θέλημα του Θεού και να βαστάζομε τις θλίψεις με ελπίδα. Ο Κύριος βλέποντας τις θλίψεις μας δεν θα επιτρέψει ποτέ κάτι που να ξεπερνά τις δυνάμεις μας. Αν οι θλίψεις μας φαίνονται υπερβολικές, αυτό σημαίνει πως δεν έχομε παραδοθεί στο θέλημα του Θεού. …

… Όποιος κάνει το θέλημα του Θεού, είναι ευχαριστημένος με όλα , έστω κι αν είναι φτωχός και ίσως ασθενής και πάσχει, γιατί τον ευφραίνει η χάρη του Θεού. Όποιος όμως δεν είναι ικανοποιημένος με την μοίρα του και γογγύζει για την αρρώστια του ή εναντίον εκείνου που τον προσέβαλε, αυτός να ξέρει πως κατέχεται από υπερήφανο πνεύμα και έχασε την ευγνωμοσύνη για τον Θεό.

Αλλ’ ακόμα και σε μια τέτοια περίπτωση μη στενοχωριέσαι, αλλά ζήτησε μ’ επιμονή από τον Κύριο πνεύμα ταπεινό. Κι όταν έλθει σ’ εσέ το ταπεινό Πνεύμα του Θεού που αναζητάς, τότε θα Τον αγαπήσεις και θα έχεις βρει ανάπαυση, παρ’ όλες τις θλίψεις σου. Ψυχή που απέκτησε την ταπείνωση θυμάται πάντα τον Θεό και αναλογίζεται: «Ο Θεός με έκτισε΄ έπαθε για μένα΄ συγχωρεί τις αμαρτίες μου και με παρηγορεί΄ με τρέφει και φροντίζει για μένα. Γιατί λοιπόν να μεριμνώ εγώ για τον εαυτό μου ή τι έχω να φοβηθώ, έστω κι αν με απειλή ο θάνατος». …

… Κάθε ψυχή που ταράζεται από οποιαδήποτε αιτία πρέπει να καταφεύγει στον Κύριο και ο Κύριος θα την καθοδηγήσει. Αυτό όμως γίνεται κυρίως σε καιρό συμφοράς και απροσδόκητου συγχύσεως – κανονικά πρέπει να ρωτάμε τον πνευματικό , γιατί αυτό είναι ταπεινότερο. …

Και όλα, όλα δίνουν τότε αγάπη στην καρδιά, διότι όλα είναι του Θεού. Ο Κύριος νουθετεί με το έλεός Του τον άνθρωπο, για να δέχεται μ’ ευγνωμοσύνη τις θλίψεις. Ποτέ σ’ όλη μου τη ζωή, ούτε μια φορά δεν εγόγγυσα για τις θλίψεις, αλλά τα δεχόμουν όλα σαν φάρμακο από τα χέρια του Θεού και πάντα Τον ευχαριστούσα και γι’ αυτό ο Κύριος μου έδωσε να υπομένω ελαφρά τον αγαθό ζυγό Του.

Όλοι οι κάτοικοι της γης υφίστανται αναπόφευκτα θλίψεις. Και παρόλο που δεν είναι μεγάλες οι θλίψεις που παραχωρεί ο Κύριος, όμως φαίνονται στους ανθρώπους αφόρητες και συντριπτικές. Κι αυτό γίνεται, διότι οι άνθρωποι δεν θέλουν να ταπεινωθούν ενώπιον του Θεού και να παραδοθούν στο θέλημά Του. Όσοι όμως άφησαν τον εαυτό τους στο θέλημα του Θεού, αυτούς τους καθοδηγεί ο Ίδιος ο Κύριος με τη χάρη Του και υπομένουν με ανδρεία τα πάντα για χάρη του Θεού, τον Οποίο αγάπησαν και με τον Οποίο θα δοξάζονται αιώνια.

Όταν η Παναγία βρισκόταν κοντά στον Σταυρό, η θλίψη Της ήταν ακατάληπτα μεγάλη, επειδή Αυτή αγαπούσε τον Υιό της περισσότερο απ’ ότι μπορεί κανείς να φαντασθεί.

Κι εμείς ξέρομε πως όσο μεγαλύτερη είναι η αγάπη, τόσο μεγαλύτερη είναι και η λύπη. Κατά την ανθρώπινη φύση η Θεοτόκος δεν θα μπορούσε με κανένα τρόπο να μην υποκύψει στις θλίψεις Της΄ παραδόθηκε όμως στο θέλημα του Θεού και το Άγιο Πνεύμα Την ενίσχυσε ν’ αντέξει στον πόνο της. Μετά την Ανάληψη του Κυρίου η Παναγία έγινε η μεγάλη παρηγοριά στις θλίψεις για όλο τον λαό του Θεού. Ο Κύριος έδωσε επί γης το Άγιο Πνεύμα και όσοι Το έλαβαν αισθάνονται τον παράδεισο μέσα τους.

Ίσως πεις: Γιατί λοιπόν δεν έχω κι εγώ μια τέτοια χάρη; Διότι συ δεν παραδόθηκες στο θέλημα του Θεού, αλλά ζεις κατά δικό σου θέλημα. Παρατηρήστε εκείνον που αγαπά το θέλημά του. Αυτός δεν έχει ποτέ ειρήνη στην ψυχή και δεν ευχαριστιέται με τίποτε΄ γι’ αυτόν όλα γίνονται όπως δεν έπρεπε. Όποιος όμως δόθηκε ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού , έχει την καθαρή προσευχή και η ψυχή του αγαπά τον Κύριο.

Έτσι δόθηκε στον Θεό η Υπεραγία Παρθένος: «Ιδού η δούλη Κυρίου γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». Αν λέμε κι εμείς το ίδιο: «Ιδού ο δούλος Κυρίου γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» , τότε τα Ευαγγελικά λόγια του Κυρίου , που εγράφτηκαν με το Άγιο Πνεύμα, θα ζούσαν μέσα στις ψυχές μας, η αγάπη του Θεού θα βασίλευε σ’ όλο τον κόσμο και η ζωή στη γη θα ήταν απερίγραπτα ωραία. Αλλά παρόλο που τα λόγια του Κυρίου ακούγονται τόσους αιώνες σ’ όλη την οικουμένη, οι άνθρωποι όμως δεν τα καταλαβαίνουν και δεν θέλουν να τα παραδεχθούν. Όποιος όμως ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, αυτός θα δοξασθεί και στον ουρανό και στη γη. Όποιος παραδόθηκε στο θέλημα του Θεού, απασχολείται μόνο με τον Θεό. Η χάρη του Θεού τον βοηθά να παραμένει στην αδιάλειπτη προσευχή. Κι όταν ακόμα εργάζεται ή μιλάει, η ψυχή του είναι απορροφημένη από τον Θεό και γι’ αυτό ο Κύριος την πήρε υπό την προστασία Του.

Αλλά κι οι δαίμονες ακόμα φοβούνται την πράη και ταπεινή ψυχή, που τους νικά με την υπακοή, την εγκράτεια και την προσευχή. Οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι Τον παρέδωσαν στον Πιλάτο για να σταυρωθεί. Κι αυτό γιατί δεν προσεύχονταν και δεν ζητούσαν από τον Θεό σύνεση, πώς και τι να κάνουν. Έτσι, πολλές φορές οι κυβερνήτες και γενικά οι άνθρωποι ζητούν μεν το αγαθό, αλλά δεν ξέρουν που είναι αυτό το αγαθό.

Δεν ξέρουν πως το αγαθό βρίσκεται στον Θεό και μας δίνεται από τον Θεό. Είναι ανάγκη να προσευχόμαστε πάντοτε, για να μας νουθετεί ο Κύριος τι και πώς πρέπει να κάνομε, και ο Κύριος δεν θα επιτρέψει να παραπλανηθούμε. Ο Αδάμ δεν είχε τη σύνεση, να ρωτήσει τον Κύριο για τον καρπό που του έδωσε η Εύα, και γι’ αυτό έχασε τον Παράδεισο.

Ο Δαβίδ δεν ερώτησε τον Κύριο: «Θα ήταν άραγε καλό για μένα να πάρω τη γυναίκα του Ουρία;» κι έπεσε στα αμαρτήματα του φόνου και της μοιχείας. Έτσι κι όλοι οι άγιοι που αμάρτησαν, αμάρτησαν γιατί δεν επεκαλούντο τη βοήθεια του Θεού για να τους φωτίσει. Ο Όσιος Σεραφείμ του Σαρώφ είπε: «Όταν μιλούσα από το νου μου, συνέβαιναν λάθη». Υπάρχουν όμως και αναμάρτητα λάθη που οφείλονται στην ατέλεια του ανθρώπου. Τέτοια βλέπομε ακόμη και στην Παναγία.

Λέγεται στο Ευαγγέλιο πως όταν επέστρεφε η Παναγία με τον Ιωσήφ από την Ιερουσαλήμ, ενόμισε πως ο Υιός της βάδιζε μαζί με τους συγγενείς ή τους γνωστούς … Και μόνο μετά τριών ημερών αναζήτηση Τον βρήκαν στο Ιερό των Ιεροσολύμων να συνομιλεί με τους πρεσβυτέρους. Συνεπώς μόνον ο Κύριος είναι παντογνώστης, ενώ όλοι εμείς, όποιοι κι αν είμαστε, πρέπει να προσευχόμαστε στον Θεό ζητώντας σύνεση και να ρωτάμε τον πνευματικό μας, για ν’ αποφύγομε τα λάθη . …

… Πόσο φανερό είναι για μένα πως ο Κύριος μας κατευθύνει. Χωρίς Αυτόν δεν μπορούμε ούτε να σκεφθούμε το αγαθό. …

… Όπου υπάρχει άφεση αμαρτιών, εκεί βρίσκεται η ελευθερία της συνειδήσεως και η αγάπη, έστω και λίγη. …

… Στενοχωρούμε και θρηνώ και οδύρομαι για τους ανθρώπους. Πολλοί σκέφτονται με απόγνωση: «Αμάρτησα πολύ: σκότωσα, λήστεψα, εβίασα, εσυκοφάντησα, ήμουν άσωτος κι έκανα κι άλλα πολλά». Κι από την ντροπή τους δεν έρχονται στη μετάνοια. Λησμονούν όμως ότι όλες οι αμαρτίες τους είναι σαν σταγόνα μπροστά στο πέλαγος της αγάπης του Θεού. Ω αδελφοί μου, όλη η γη, μετανοείτε, όσο ακόμα είναι καιρός. Ο Κύριος γεμάτος έλεος περιμένει τη μετάνοιά μας. Και όλος ο ουρανός και όλοι οι άγιοι περιμένουν επίσης την επιστροφή μας.

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης 

πηγή: http://www.agioritikovima.gr/diafora/theologikos-log/diafora/item/70909-%CF%84%CE%BF-%CE%B8%CE%AD%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CF%8D-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B6%CF%89%CE%AE-%CE%BC%CE%B1%CF%82

Μόνο όσοι δεν πολεμούν δεν τραυματίζονται

Δεν είναι φοβερό ο παλαιστής να πέσει. Φοβερό είναι να μείνει στην πτώση του.
Ούτε είναι δύσκολο ο πολεμιστής να τραυματισθεί. Το κακό είναι μετά τον τραυματισμό να απογοητευθεί και να παραμελήσει το τραύμα …
Πόσοι αθλητές ύστερα από πολλές αποτυχίες αναδείχθηκαν νικητές! …
Μόνον όσοι δεν πολεμούν, δεν τραυματίζονται.
Όσοι όμως με καρδιά ρίχνονται στη φωτιά της μάχης είναι φυσικό και να χτυπηθούν και να πέσουν.
Αυτό ακριβώς που έγινε τώρα και με σένα. Επιχείρησες να εξοντώσεις το φίδι της αμαρτίας και στην προσπάθειά σου αυτή δέχθηκες το δάγκωμά του.
Έχε όμως θάρρος. Εκείνο που σου χρειάζεται τώρα είναι να επαγρυπνείς και θα δεις ότι σε λίγο δεν θα υπάρχει ούτε ίχνος από το τραύμα σου.
Και όχι μόνον αυτό, αλλά με τη χάρη του Θεού θα συντρίψεις και αυτή την κεφαλή του πονηρού.
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
πηγή: http://kivotosorthodoxias.blogspot.gr/2014/10/blog-post_30.html

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: “ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΠΕΛΠΙΖΕΣΑΙ, Ο ΘΕΟΣ ΣΟΥ ΣΤΕΛΝΕΙ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΟ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ”

 Ο γέροντας Πορφύριος είπε:
«Μην απελπίζεσαι»
«Όταν αμαρτάνεις, να μην απελπίζεσαι. Με θάρρος και ελπίδα
στο Θεό να μετανοείς και να πηγαίνεις στον Πνευματικό που σου έχω υποδείξει, αν
δεν μπορώ εγώ, και να τα εξομολογείσαι. Έτσι μόνο θα σωθείς». [Τζ. 142]
«Δεν υπάρχει απελπισία μέσα στην Εκκλησία»
Εκείνο που έλεγε, κυρίως, ήτανε για τη σημασία της
εξομολογήσεως. Έλεγε:
«Δεν υπάρχει απελπισία όταν είσαι μέσα στην Εκκλησία, ό,τι
και να έχεις κάνει, ό,τι και να έχεις υποστεί. Δεν υπάρχει απελπισία.
Στενοχώρια μπορεί να έχεις, αλλά απελπισία όχι. Ο Θεός, μέσα από την
εξομολόγηση –τόνιζε πάρα πολύ τη σημασία του Ιερέα, το χέρι του παπά… ήταν σαν
να έβγαινε από εκεί η Θεία Χάρη- σε βοηθά και ξεπερνάς αυτά τα οποία μπορεί να
σε οδηγήσουν στα έσχατα όρια της απελπισίας».
«Εκεί που απελπίζεσαι…»
«Έχει ο Θεός. Εκεί που απελπίζεσαι, σου στέλνει κάτι που δεν
το περιμένεις… αρκεί να Τον πιστεύεις και να Τον αγαπάς. Όπως και Εκείνος μας
αγαπά και φροντίζει για εμάς, όπως ο κάθε πατέρας για τα παιδιά του. Και όλοι
μας είμαστε παιδιά Του Θεού. Και ό,τι καλό έχουμε, το έχουμε από Τον Θεό. Είναι
δικό Του το δώρο. Δεν έχεις ακούσει στην Εκκλησία ότι: “Πάσα δόσις αγαθή και
πάν δώρημα τέλειον άνωθεν εστί κατά βαίνον, εκ σου του Πατρός των φώτων;” [Κ
111]
Από το βιβλίο “Ανθολόγιο Συμβουλών”

Γέροντος Πορφυρίου ιερομονάχου