Φυλακές υψίστης ανασφάλειας;
της Σοφίας Βιδάλη – Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Εγκληματολογίας
Το σχέδιο νόμου που ρυθμίζει για
πολλοστή φορά τα του Ποινικού και Σωφρονιστικού
Δικαίου συμπληρώνει και
ολοκληρώνει μια διαδικασία αυταρχικοποίησης του
ποινικοκατασταλτικού
συστήματος, η οποία αποδιαρθρώνει πλήρως τη φιλελεύθερη εκδοχή του.
Αξιοποιώντας τη θέσπιση καταστημάτων κράτησης τύπου Γ, το νομοσχέδιο μετατρέπει
τις
φυλακές για βαρυποινίτες σε φυλακές υψίστης ασφάλειας. Εκεί θα
τοποθετούνται τρομοκράτες,
προδότες της χώρας και επιβουλευόμενοι το πολίτευμα,
όπως και ληστές, ανθρωποκτόνοι και
εκβιαστές που εντάσσονται
σε εγκληματική οργάνωση κατάδικοι ή υπόδικοι, που έχουν
ποινή κατ’ ελάχιστο 10
χρόνια κάθειρξη. Εκεί θα τοποθετούνται επίσης και οι απείθαρχοι
κρατούμενοι που
έρχονται εκεί από άλλους τύπους καταστημάτων Α
(π.χ. κρατούμενοι για χρέη ή
υπόδικοι) ή Β (μικροεγκληματίες και βαρυποινίτες).
Το ζήτημα όμως δεν είναι (μόνον) η
κατηγοριοποίηση των κρατουμένων, αλλά οι συνθήκες
εγκλεισμού τους. Οι
κρατούμενοι αυτοί θα έχουν μηδενική ή περιορισμένη δυνατότητα
επικοινωνίας με
τον έξω κόσμο και τους δικούς τους (εκτός από τους δικηγόρους τους),
δεν θα
παίρνουν άδειες, δεν θα τους χορηγείται η υπό όρους απόλυση (εκτός και αν έχουν
εκτίσει 20 χρόνια πραγματικής ποινής), δεν θα τους χορηγείται ημιελεύθερη
διαβίωση,
ενώ δεν θα έχουν δικαίωμα να εργάζονται στη φυλακή (άρα και η φυλακή
δεν θα είναι
υποχρεωμένη να παρέχει θέσεις εργασίας σε αυτούς), αλλά θα
μπορούν, από όσο καταλαβαίνω,
να εργάζονται για λογαριασμό τους ή για
λογαριασμό ιδιώτη (;). Ο ελάχιστος χρόνος που θα
πρέπει κάποιος να διανύει σε
αυτά τα καταστήματα είναι 14 χρόνια με τις ανανεώσεις, ενώ
στην πραγματικότητα
δεν υπάρχει όριο.
Μέχρι εδώ το σχέδιο νόμου επιτελεί τρείς
μεγάλες μεταρρυθμίσεις που αποδιαρθρώνουν
το κράτος δικαίου και αλλοιώνουν τον
εγγυητικό για τα δικαιώματα των κρατουμένων
και βελτιωτικό χαρακτήρα του
σωφρονιστικού συστήματος προς μια αυταρχικότερη τροπή.
Διαμορφώνει, επομένως,
ένα σωφρονιστικό σύστημα που δεν αντιστοιχεί σε δημοκρατικό κράτος,
κι αυτά
διότι:
1. Ταυτίζει το κοινό έγκλημα στο
σύνολό του (αφού δεν γίνεται δεκτό ότι η τρομοκρατία είναι
πολιτικό έγκλημα) με
την απειλή της ασφάλειας της χώρας.
2. Ταυτίζει, πραγματικά και
συμβολικά, από άποψη βαρύτητας και κινδύνων, την ασφάλεια
της χώρας με την
ασφάλεια της φυλακής.
3. Η ένταξη υποδίκων στις φυλακές
τύπου Γ θέτει σε σοβαρή δοκιμασία τις εγγυήσεις που το ίδιο
το τεκμήριο της
αθωότητας υποβάλλει, αφού ο υπόδικος θα υπάγεται –κατά παραβίαση, όχι κατά
παρέκκλιση– κάθε αρχής που ως τώρα προέβλεπε να μην υποβάλλεται ο πολίτης σε
προκαταβολή ποινής
εάν δεν έχει οριστικά κριθεί ένοχος και εάν το δικαστήριο
δεν έχει αποφασίσει πόσο ένοχος είναι.
4. Συνάρτηση αυτής της εξέλιξης είναι
και η αποδιάρθρωση του σκοπού της ποινής και η αποδιάρθρωση
της φυλακής ως
συστήματος.
7. Με το σχέδιο νόμου νομιμοποιούνται
μέσα και θεσμοί που θα συμβάλουν στη δημιουργία ενός νέου
τύπου κρατουμένου που
δεν θα επικοινωνεί, δεν θα δέχεται επισκέψεις δεν θα περιμένει άδεια,
δεν θα
ζει. Θέλει η Πολιτεία έναν ζωντανό-νεκρό;
Β. Οι αλλοιώσεις σε σχέση με το
βελτιωτικό-δημοκρατικό πρότυπο, όμως, εκτείνονται και
στη διοίκηση της φυλακής.
Διευθυντές που θα είναι συνταξιούχοι
δικαστικοί λειτουργοί και αξιωματικοί της ΕΛΑΣ,
χωρίς όριο ηλικίας, θα διοικούν
τις μονάδες τύπου Γ.
Γ. Πέρα από το να στηλιτεύσουμε το
νομοσχέδιο επί της αρχής, και επί των επιμέρους ρυθμίσεων που
εισάγει, υπάρχουν
επίσης πολύ πρακτικοί λόγοι που επιβάλλουν την απόσυρσή του.
1. Το νομοσχέδιο αποτελεί
άλλη μια απόδειξη ότι δεν υπάρχει πρόθεση να γίνουν ουσιαστικές
τομές στο
σωφρονιστικό σύστημα. Με την αυστηροποίηση που εισάγει, αποκρύπτονται τα
πραγματικά προβλήματα και επιχειρείται προσχηματικά η παρέμβαση στο
πεδίο.
2. Τέλος, σε σχέση με την τρομοκρατία
και το οργανωμένο έγκλημα: μπορεί κάποιος
να υποστηρίξει σοβαρά, ότι με την
αυστηροποίηση των ποινών και επιβολή
διαφοροποιημένου καθεστώτος μεταχείρισης,
με στέρηση ελευθεριών
των εγκλείστων πέραν του πυρήνα που η ποινή στέρησης
της
ελευθερίας επιβάλλει, αντιμετωπίζεται η τρομοκρατία και το οργανωμένο έγκλημα
του κοινού ποινικού δικαίου; Αν ήταν έτσι, τότε δεν θα υπήρχε κανένα από αυτά
τα
φαινόμενα: η Μαφία θα ανήκε στην ιστορία και η τρομοκρατία θα είχε
εξαλειφθεί.
Οι τελευταίες ειδήσεις από το αστυνομικό δελτίο σχετικά με τους δύο
τόνους
ηρωΐνης θα έπρεπε να ωθούν σε πιο σοβαρές προσεγγίσεις τέτοιων
φαινομένων.
Αλλά και όλη η ιστορία του Μεταπολέμου στην Ευρώπη έχει δείξει ότι
η τρομοκρατία έχει κοινωνικά αίτια, για τα οποία κανείς δεν ασχολείται σε μια
χώρα όπως
η Ελλάδα, όπου ο όρος μέτρα ταυτίζεται αποκλειστικά με την καταστολή.
Αυτά, ωστόσο,
απασχολούν τον ΟΗΕ και άλλους φορείς, που εδώ και καιρό
διακηρύσσουν ότι ο πόλεμος στο
έγκλημα και ο πόλεμος στην τρομοκρατία έχουν
αποτύχει. Η Ελλάδα πώς αντιδρά – αν όχι με την
εισαγωγή αποτυχημένων και
απάνθρωπων θεσμών, που μόνον προβλήματα δημιούργησαν
όπου εφαρμόστηκαν;
