Δεν μετανοούν, δεν εξομολογούνται, δεν διορθώνονται, και χαίρεται το ταγκαλάκι

 Αγίου Παΐσιου Αγιορείτου.
 
Γέροντα, μερικοί λένε: «Δεν βρίσκουμε καλούς πνευματικούς, γι’ αυτό δεν πάμε να εξομολογηθούμε».
 – Αυτά είναι δικαιολογίες. Κάθε πνευματικός έχει θεία εξουσία, εφόσον φοράει πετραχήλι. Τελεί το μυστήριο, έχει την θεία Χάρη και, όταν διαβάση την συγχωρητική ευχή, ο Θεός σβήνει όλες τις αμαρτίες τις οποίες εξομολογηθήκαμε με ειλικρινή μετάνοια. Από μας εξαρτάται πόσο θα βοηθηθούμε από το μυστήριο της εξομολογήσεως.

 Ήρθε εκεί στο Καλύβι μια φορά κάποιος που είχε ψυχολογικά προβλήματα, με τον λογισμό ότι έχω διορατικό χάρισμα και θα μπορούσα να τον βοηθήσω. 
«Τι προβλέπεις, μου λέει, για μένα;». 
«Να βρης, του λέω, έναν πνευματικό να εξομολογήσαι, για να κοιμάσαι σαν το πουλάκι και να μην παίρνης χάπια». 
«Δεν υπάρχουν, μου λέει, σήμερα καλοί πνευματικοί. Παλιά υπήρχαν». 
 
Έρχονται με καλό λογισμό, ότι θα βοηθηθούν, αλλά δεν δέχονται αυτό που τους λες, και κρίμα στα ναύλα.
 Βλέπω όμως και μια καινούργια τέχνη του διαβόλου. Βάζει στους ανθρώπους τον λογισμό ότι, αν κάνουν κάποιο τάμα και το εκπληρώσουν, αν πάνε και κανένα προσκύνημα, είναι εντάξει πνευματικά. Και βλέπεις πολλούς να πηγαίνουν με λαμπάδες και με τάματα στα μοναστήρια, στα προσκυνήματα, να τα κρεμάνε εκεί, να κάνουν και μεγάλους σταυρούς, να κλαίνε και λιγάκι, και να αρκούνται σ’ αυτά.Δεν μετανοούν, δεν εξομολογούνται, δεν διορθώνονται, και χαίρεται το ταγκαλάκι.
 
 
 
 
 
 
 

Να κάνουμε αγώνα για να αφαιρέσουμε το προσωπείο μας,αλλιώς το αφαιρεί ο Θεός!

 

—Γέροντα, εἶναι χαρακτηριστικό νομίζω ὅτι ἐνῶ ὁ τελώνης ἔδειξε τόν πραγματικό του ἑαυτό, ὁ Φαρισαῖος, ἐκτός τῶν ἄλλων, φοροῦσε προσωπεῖο. Καί βέβαια ὄχι μόνο αὐτός.

—Εἶναι ἀλήθεια ὅτι πολλές φορές φοροῦμε ὅλοι προσωπεῖο. Λίγο-πολύ ὅλοι ἔχουμε ἀπό ἕνα προσωπεῖο. Ἄλλοι εἴμαστε καί ἄλλοι ἐμφανιζόμαστε. Καί πρέπει νά γίνεται ἕνας ἀγώνας νά ἀφαιρῆται τό προσωπεῖο, διότι ὅταν δέν τό ἀφαιροῦμε ἐμεῖς, μᾶς τό ἀφαιρεῖ ὁ Θεός. Καί πολλές φορές μᾶς τό ἀφαιρεῖ κατά τρόπο συγκλονιστικό. 

 Νά προσέχουμε νά μή φαινώμαστε ἀλλοιώτικοι ἀπ᾽ ὅ,τι εἴμαστε. Προπάντων μερικοί ἀπό μᾶς τούς εὐσεβεῖς, κληρικούς καί λαϊκούς, πού ἔχουμε μία ἁγιοφάνεια, μία εὐσεβοφάνεια, στό περιβάλλον μας. Βέβαια, ὄχι στό στενό περιβάλλον μας· ἐκεῖ μᾶς ξέρουν. Οἱ γυναῖκες ξέρουν τούς ἄνδρες, οἱ ἄνδρες τίς γυναῖκες, τά παιδιά τούς γονεῖς, οἱ γονεῖς τά παιδιά. Ἔλεγαν παληά ὅτι «τή χειρότερη γνώμη γιά τό Βασιλιά τήν ἔχουν οἱ θαλαμηπόλοι του», διότι αὐτοί ξέρουν τίς ἀδυναμίες του, ξέρουν καί τά ἐλαττώματά του. Ἐνῶ ὁ πολύς κόσμος τόν βλέπει μέσα στήν αἴγλη τοῦ κάθε Βασιλέα. Κάθε ἀνώτατο ἄρχοντα, ἐκκλησιαστικό, πολιτικό, πνευματικό, δικαστικό, κοινωνικό, γενικά ὁτιδήποτε, τόν βλέπουν ἀπό μακρυά, ἀπό ἀπόστασι καί δέν βλέπουν τά ἐπί μέρους.

Λοιπόν, στό ἄμεσο περιβάλλον μας δέν εἶναι εὔκολο νά κρυφτοῦμε. Δέν μποροῦμε ἐκεῖ νά ἔχουμε προσωπεῖο. Πέφτει ἐκεῖ τό προσωπεῖο. Ἀλλά στό ἀπώτερο περιβάλλον ἐκεῖ πάντοτε φορᾶμε προσωπεῖο. Νά προσπαθοῦμε νά μήν τό φορᾶμε αὐτό τό προσωπεῖο καί νά φαινώμαστε ποιοί πραγματικά εἴμαστε. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, πολλές φορές τό προσωπεῖο τό ἀφαιρεῖ ὁ Θεός. Καί τότε φαινόμαστε μέ ὅλη τή γυμνότητά μας, πόσο ἄθλιοι καί ἐλεεινοί εἴμαστε. Νά μή φοροῦμε προσωπεῖο. Νά μή δείχνουμε εὐσεβοφάνεια καί ἁγιοφάνεια. Αὐτοί πού εἴμαστε, αὐτοί νά φαινώμαστε.

—Εἶναι προτιμότερο νά εἴμαστε εἰλικρινεῖς, ἔστω καί ἄν θά γίνουμε δυσάρεστοι στούς ἄλλους καί ἐκνευρισθοῦμε ἤ νά χρησιμοποιήσουμε μάσκα γιά νά φανοῦμε εὐγενεῖς χωρίς νά εἴμαστε;

—Ὑπάρχει ἕνας τρόπος μέ τόν ὁποῖο μποροῦμε νά εἴμαστε εἰλικρινεῖς χωρίς νά εἴμαστε ὠμοί. Καί ὄχι νά φοροῦμε μάσκα. Πολλοί παρεξηγοῦν τήν εἰλικρίνεια καί νομίζουν ὅτι εἰλικρίνεια εἶναι νά λές τά πάντα εὐκαίρως-ἀκαίρως ἔστω καί ἄν προσβάλλης τόν ἄλλο χωρίς λόγο. Τό «λέω τήν ἀλήθεια» δέν σημαίνει ὅτι λέω ὁτιδήποτε ξέρω εἴτε χρειάζεται εἴτε δέν χρειάζεται νά τό πῶ. Ὄχι. Αὐτό εἶναι ἔλλειψι συνέσεως.
Συγχωρεῖστε μου ἕνα ἀνέκδοτο. Κάποτε, λέει, ὁ Χότζας μάλωνε μέ τή γυναῖκα του καί ἡ γυναῖκα του ἀποφάσισε νά πάη στόν κατῆ καί νά ζητήση διαζύγιο. Πῆγε. Λέει: «Τί παράπονο ἔχεις ἀπό τόν ἄνδρα σου;».

 «Κατῆ μου, λέει ὅλες τίς ἀλήθειες». 
Λέει, «αὐτό εἶναι προσόν, εἶναι μεγάλο πράγμα, ἀρετή, νά λέη ὅλες τίς ἀλήθειες!». «Μά εἶναι ἀνυπόφορος. Δέν χρειάζεται νά τίς λέη ὅλες. Εἶναι καί μερικές πού δέν εἶναι ἀπαραίτητο». 
«Μά εἶσαι καλά; Λέει τίς ἀλήθειες ὁ ἄνδρας σου καί εἶναι ἀνυπόφορος;». 
«Κατῆ μου, εἶναι ἀνυπόφορος, σοῦ λέω, καί σέ μένα καί στούς ἄλλους». 
«Δέν μπορῶ», λέει, «νά σοῦ δώσω διαζύγιο γι᾽ αὐτό τό λόγο». 
«Μά εἶναι ἀνυπόφορος!». 
«Δέν μπορῶ νά σοῦ δώσω. 
Ἐν πάση περιπτώσει, ἀφοῦ ἐπιμένεις, ἐλᾶτε αὔριο ἐδῶ νά σᾶς δῶ καί τούς δύο». Πάει τήν ἄλλη μέρα ἡ γυναῖκα μέ τό Χότζα. Ὅταν μπῆκαν μέσα, κάνει ἕνα τεμενά ὁ χότζας, «Προσκυνῶ, κατῆ μου, μονόφθαλμε». Ὁ κατῆς ἦταν μονόφθαλμος, ἀλλά δέν ὑπῆρχε λόγος νά τοῦ πῆ: «Προσκυνῶ, κατῆ μου, μονόφθαλμε». Ἀλήθεια ἦταν, ἀλλά δέν χρειαζόταν νά λεχθῆ αὐτή ἡ ἀλήθεια. Ὁ μύθος, τό ἀνέκδοτο, δηλώνει πολλά.

Λοιπόν, δέν σημαίνει ὅτι ἄν δοῦμε στό δρόμο ἕναν ἄνθρωπο καί εἶναι στραβός, νά τοῦ ποῦμε «καλημέρα, στραβέ». «Καλημέρα, ἀγαπητέ μου». «Καλημέρα, κύριε». «Καλημέρα, ἄνθρωπέ μου». Λοιπόν, νά ξεχωρίζουμε τά πράγματα. Πολλές φορές νομίζουμε ὅτι εἰλικρίνεια εἶναι νά βρίζουμε τόν ἄλλο, ἤ νά τοῦ λέμε κάποιο ἐλάττωμα, τό ὁποῖο ἔχει. Δέν εἶναι αὐτό θέμα εἰλικρινείας. Ἀλλά νά μήν ὑποκριθοῦμε. Ἄλλο τό ἕνα, ἄλλο τό ἄλλο. Λοιπόν, εἰλικρινεῖς μέν καί χωρίς μάσκα, ἀλλά ὄχι ποτέ ὑβριστές, ἤ προσβλητικοί ἐναντίον τῶν ἄλλων. Κι ὅταν ἔλθη μία διαφωνία, κάτι, ἐκεῖ θά διαχωρίσουμε τή θέσι μας καί θά ποῦμε: «Ἐγώ διαφωνῶ σ᾽ αὐτό τό πράγμα».

 Αρχιμ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου (επιμ. Άρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ), ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ, Εκδόσεις Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Σταμάτα 2019
 
 
 
 
 
 
 
 

Μετάνοια: Μυστήριο και Βίωμα

«Ναι, Αγαθέ, στην εξουσία Σου είναι να κάνεις θαύματα 
και δεν υπάρχει μεγαλύτερο θαύμα από το να αγαπά 
κάποιος τον αμαρτωλό στην πτώση του. 
Τον άγιο είναι εύκολο να τον αγαπάς, είναι άξιος» [1].
(Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης +1938)

Η περίοδος της αγίας και μεγάλης Τεσσαρακοστής είναι η κατ’ εξοχήν περίοδος του εκκλησιαστικού έτους κατά την οποία προβάλλεται ιδιαιτέρως η αρετή της μετανοίας. Τα ευαγγελικά αναγνώσματα, η ανάμνηση ιερών προσώπων που διακρίθηκαν για το ύψος της μετανοίας τους, το περιεχόμενο της υμνολογίας και γενικά το πνεύμα «χαρμολύπης» που τη διακρίνει αποτελούν μία συνεχή πρόσκληση σε μετάνοια. Η εν λόγω αρετή λαμβάνει την ουσιαστική πραγμάτωσή της με το μυστήριο της μετανοίας, την ιερά εξομολόγηση.

Κάνοντας λόγω για αρετή εννοούμε εκείνο το μέσον δια του οποίου ο άνθρωπος επιδιώκει τη συνάντησή του με το θείο [2]. Σύμφωνα δε με τον άγιο Μάξιμο τον ομολογητή η αρετή αποτελεί το πρώτο στάδιο σωτηρίας του ανθρώπου που οδηγεί στη γνώση και τη θεολογία. Κατά τον ίδιο ιερό πατέρα, η αρετή φέρει ως βασικό της γνώρισμα την ανδρεία [3]. Ως εκ τούτων, η μετάνοια χαρακτηριζομένη ως αρετή έχει πράγματι σαν βασικό στόχο τη συνάντηση με Το Θεό ή καλύτερα την επανασύνδεση του πεπτωκότος ανθρώπου με την πηγή της αληθινής ζωής. Αποτελεί το απαραίτητο στάδιο που θα οδηγήσει τον άνθρωπο στην αληθινή γνώση και ένωση με Το Θεό και τέλος φέρει, αναγκαστικά, ως βασικό γνώρισμα την ανδρεία.

Δίνοντας ένα σύντομο αλλά πολύ περιεκτικό και ευθύ ορισμό της μετανοίας ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναφέρει ότι «Μετάνοια είναι η επάνοδος με άσκηση και πόνους από το παρά φύση στο κατά φύση και από τον διάβολο στο Θεό» [4]. Από τον παραπάνω ορισμό βλέπουμε ότι η πορεία της μετανοίας είναι καθαρά μία κίνηση φυγής από το σκότος, από την κατάσταση της αμαρτίας που αμαύρωσε το «κατ’ εικόνα» οδηγώντας στο «παρά φύση» και καθιστώντας ανέφικτη την ανοδική πορεία προς το «καθ’ ομοίωσιν». Η μετάνοια αποτελεί την αναζήτηση του φωτός, την αποκατάσταση του «κατά φύση» που συνεπάγεται τον αγώνα για την επίτευξη του «καθ’ ομοίωσιν».

Πηγή της αμαρτίας είναι η φιλαυτία – ο εγωισμός και επομένως εκείνος που θέλει να νικήσει την αμαρτία οφείλει να παλέψει με το Εγώ, να πει όχι στο δικό του θέλημα και στη συνήθεια της αμαρτίας που τον κρατά προσκολλημένο στην παλαιά ζωή. Αυτή ακριβώς την πάλη υποδηλώνει ο ορισμός της μετανοίας ως πορείας που συνοδεύεται από άσκηση και πόνο. Πρόκειται για τον πόνο που προκαλείται στην ψυχή όταν αυτή αποδεσμεύεται από τη συνήθεια της αμαρτίας. Αναμφιβόλως αυτή η οδυνηρή διαδικασία προϋποθέτει την ανδρεία για την οποία μίλησε ο άγιος Μάξιμος.

Με βάση τα παραπάνω εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι η ουσία της μετανοίας εδράζεται στην ταπείνωση [5]. Το αντίθετο της ταπεινώσεως είναι η υπερηφάνεια που έχει ως γέννημα την αμετανοησία. Το τελευταίο φαίνεται ξεκάθαρα στην περίπτωση του διαβόλου ο οποίος και παγιώθηκε στην κατάσταση της κακότητος αυτό εγκλωβισμένος στην αλαζονικά υπερηφάνεια και την αμετανοησία [6].

Η διατύπωση του οσίου Θεογνώστου είναι απόλυτη αφ’ ενός μεν ως προς τη φιλευσπλαχνία Του Θεού, αφ’ ετέρου δε ως προς την ευθύνη του αυτεξουσίου ανθρώπου να μετανοήσει. «Δε θα κολαστούμε στη μέλλουσα ζωή γιατί αμαρτήσαμε, ούτε θα καταδικαστούμε γι’ αυτό, αφού η φύση μας είναι δεκτική τροπής και αλλοιώσεως. Θα καταδικαστούμε επειδή αμαρτήσαμε και δε μετανοήσαμε»[7].

Το μυστήριο της μετανοίας – η ιερά εξομολόγησις αποτελεί την εμπράγματη εφαρμογή της αρετής της μετάνοιας. Μέσω αυτού του μυστηρίου ο άνθρωπος εκφράζει την επιθυμία του να μετανοήσει να αλλάξει νου, να μην αμαρτήσει πλέον [8]. Ουσιαστικά η εξομολόγηση αποτελεί κυρίως την έκφραση του πόνου και της αγωνίας του ανθρώπου που βιώνει την απουσία Του Θεού από τη ζωή του, την αποξένωση από Το Θεό [9]. Το όλο μυστήριο είναι δομημένο στην ταπείνωση, αφού καλείται ο μετανοών να προσέλθει και να ομολογήσει αυτά για τα οποία ντρέπεται, όχι σε κάποιον αναμάρτητο, αλλά σε έναν εξίσου σαρκικό άνθρωπο, τον ιερέα.

Αυτός, ωστόσο, είναι εκείνος που, σαν άνθρωπος, θα νοιώσει τον πόνο του αδελφού του και θα τον ενισχύσει μέσα από την προσωπική του πείρα. Αυτό, ακόμη, που πρέπει να επισημάνουμε είναι ότι η εξομολόγηση διακρίνεται, στα πλαίσια της ορθοδόξου παραδόσεως, για τον θεραπευτικό της χαρακτήρα.

Κατά τον άγιο Νικόδημο τον αγιορείτη, στο πρόσωπο του πνευματικού πατρός φανερώνονται τρία πρόσωπα, πατρός, ιατρού και κριτού [10]. Ως πατήρ δέχεται με αγάπη τον άσωτο υιό, ως ιατρός θεραπεύει τις πληγές του παιδιού του και ως κριτής είναι δίκαιος και όπου επιβάλλεται αυστηρός για να επιτύχει η θεραπεία.

Η αρετή της μετάνοιας και το μυστήριο της μετανοίας αποτελούν ένα συνεχές κάλεσμα της εκκλησίας προς στον πάσχοντα άνθρωπο. Εναπόκειται στη δική μας ελεύθερη βούληση το αν θα επιλέξουμε το δρόμο της ίασης ή θα παραμείνουμε στην κατάσταση της αρρώστιας και του πόνου.

 

Παραπομπές:

1. Αριμ. Σωφρονίου [Σαχάρωφ], Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης , Ι. Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας, 2003, σελ. 422.
2. Χαραλ. Σωτηροπούλου, Θέματα Δογμ. Θεολογίας και πνευματικής ζωής κατά την διδασκαλία Μαξίμου του ομολογητού, Αθήναι 2003, σελ. 189.
3. Μαξίμου του ομολογητού, «200 κεφ. προς τον Θαλάσσιο περί Θεολογίας και της ενσάρκου οικονομίας του Υιού του Θεού», Φιλοκαλία των ιερών Νηπτικών, τόμος Β΄, μετφρ. Αντ. Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, στ.16, σελ. 126.
4. Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, επιμ. Ν. Ματσούκα, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη, σελ. 203.
5. «Μετανοών σημαίνει αγοραστής της ταπεινώσεως», Ιωάννου του Σιναίτου, Κλίμαξ, μετφρ. υπό αρχιμ. Ιγνατίου, εκδ. Ι. Μονής Παρακλήτου, σελ. 115, 129.
6. Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής…., ένθ.αν.σελ. 107.
7. Όσιος Θεόγνωστος, «Περί πράξεως και θεωρίας και περί ιερωσύνης», Φιλοκαλία, τόμ. Β΄, ένθ. αν., στ.47, σελ. 337.
8. Νικοδήμου Αγιορείτου, Πνευματικά γυμνάσματα, εκδ. Βασ. Ρηγοπούλου, σελ. 320.
9. π. Αλέξανδρος Σμέμαν, Μεγάλη Σαρακοστή, πορεία προς το Πάσχα, εκδ. Ακρίτας, σελ. 24.
10. Αγίου Νικοδήμου του αγιορείτου, Εξομολογητάριον, απόδοσις στην νεοελληνική υπό Βενεδίκτου ιερομονάχου αγιορείτου, Άγιον Όρος, σελ. 79.

 

Πηγή

 

 

 

”’Πριν από κάθε πτώση,προηγείται εγωιστική άνεση.Καί πριν από κάτι όμορφο,συντριβή και ταπείνωση.”

Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης
 
 

“Ένα αυγό σπάει και από ύψος 30 πόντων. Όμως ένας βράχος πρέπει να ανέβει πολύ υψηλά. Και να πέσει για να συντριβεί.
Ο άνθρωπος που έχει πολύ σκληρή καρδιά, θα επιτρέψει ο Θεός να πετύχει κάποια πράγματα, να ανέβει ψηλά και κατόπιν να πέσει βαρύγδουπα για να συντριβεί, να μαλακώσει, να σπάσει.

Όμως ο μαλακός άνθρωπος, ο ευαίσθητος, ο πονόψυχος, μπορεί να μην έχει μεγάλες κοσμικές επιτυχίες, να βρίσκει όλο εμπόδια. Αυτό όμως τον προστατεύει από μεγάλες πτώσεις, τις οποίες η ευαίσθητη καρδιά του δεν θα αντέξει.
Να λοιπόν, που τα εμπόδια στη ζωή μας είναι η προστασία μας και όχι η κατάρα μας και η δοκιμασία μας. Έτσι όταν ο Θεός θέλει να μας γλιτώσει από εγωιστικά στραπατσαρίσματα βάζει εμπόδια στα σχέδιά μας. Δηλαδή, το εμπόδιο είναι η προστασία από εγωιστικές πτώσεις.
Γι΄ αυτό ο λαός λέει: “Κάθε εμπόδιο για καλό” και κατ΄ αναλογία “κάθε άνεση για κακό”! Λέγουν οι Πατέρες “ουδείς εισήλθε μετ’ ανέσεως στον παράδεισο”. Ως εκ τούτου πριν από κάθε πτώση, προηγείται εγωιστική άνεση. Και πριν από κάτι όμορφο, συντριβή και ταπείνωση.”

Πηγή


«Πότε σε εἴδαμε;»Ίδια η έκπληξη,μα διαφορετική η κρίση

π. Μιλτιάδης Ζέρβας
Αποτέλεσμα εικόνας για flamand,sarac,in temnita,bolnav

«Πότε σὲ εἴδαμε…;»Ἴδιες οἱ λέξεις στὰ χείλη τῶν ἀγαθῶν,ἴδιες καὶ σ’ αὐτὲς τῶν πονηρῶν, στῆς Κρίσεως τὴν Παραβολή.Ἴδιες λέξεις, μὰ ἄλλο νόημα.

Γιατὶ οἱ πρώτοι μὲ τοῦτα τὰ λόγια καταθέτουν λαχτάρα συνάντησης μὲ τὸ Θεό, 
ποὺ ξέρουν πὼς τοὺς ἀγαπᾶ.
Γιατὶ οἱ δεύτεροι μὲ τοῦτη τὴν ἀπορία δηλώνουν ἀποστροφὴ στὸ ἐνδεχόμενο 
ἑνὸς συναπαντήματος μὲ τὸ Θεό, ποὺ φοβοῦνται πὼς τοὺς κρίνει.

Ἐκείνη ἡ λαχτάρα ὁδήγησε τοὺς μὲν σὲ μιὰ ἀναζήτηση τοῦ Χριστοῦ, 
ἀνάμεσα στοὺς ἀναγκεμένους ἀδελφούς, στοὺς πεινασμένους, στοὺς διψασμένους, 
στοὺς γυμνοὺς.
Ἐκείνη ἡ ἀποστροφὴ ἀνάγκασε τοὺς δὲ νὰ κρυφτοῦν ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, προσθέτοντας ἀδικία στὴ χρεία τῶν πονεμένων ἀδελφῶν, τῶν ξένων, τῶν φυλακισμένων, τῶν ἀσθενῶν.
Ἄλλα λοιπὸν τὰ νοήματα, μὰ ἴδια ἡ ἔκπληξη.

Ἐκπλήσσονται οἱ εὐλογημένοι, ποὺ δὲν πίστεψαν ποτὲ στὸν ἑαυτό τους 
καὶ στὸ ἠθικό τους πλεονέκτημα, καταφάσκοντας στὸν τρόπο τῆς ταπείνωσης.
Ἐκπλήσσονται κι οἱ καταραμένοι, ποὺ δὲν ἔκριναν ποτὲ τὸν ἑαυτό τους 
καὶ τὶς ναρκισσιστικές τους ἐπιλογές, ἀκολουθώντας τὸ δρόμο τῆς αὐτοδικαίωσης.
Ἴδια ἡ ἔκπληξη, μὰ διαφορετικὴ ἡ κρίση.
Παράδεισος γιὰ τοὺς μέν, ὡς τῶν προσώπων κοινωνία ἀγαπητική, 
ὡς τόπος ποὺ πόθησαν βαθιά.
Κόλαση γιὰ τοὺς δέ, ὡς τῆς μοναξιᾶς βάσανος καυστική, ὡς τὸ τίποτα ποὺ συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα ἐπέλεξαν.
Ἴδιες τελικὰ οἱ λέξεις,μὰ,ἀλήθεια τί κρίμα,παντελῶς διαφορετικὴ ἡ κατάληξη.

Πηγή


…υπάρχει πιο επαναστατική πράξη από την αποδοχή του Σταυρού;

 

Δηλαδή τον κάνεις δικαστή κι μετά τον κάνεις κακό δικαστή. Και έρχεται ο Θεός και σου λέγε, «δεν είμαι δικαστής» και εσύ απαντάς «είσαι, και είσαι κακός δικαστής»· και σου ξαναλέγει ο Θεός «δεν είμαι δικαστής αλλά Πατέρας», μα αυτό δεν μπορείς να το δεχτείς μέσα σου.

  Δεν μπορείς να δεχτείς ότι ο Θεός αγαπά το ίδιο την Παναγία και τον Διάβολο, δεν μπορείς να δεχτείς μέσα σου ότι ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης “οὐ γὰρ ἔστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ” (Ρωμ.2.11). Επειδή δεν μπορείς να αποδεχτείς την Αγάπη Του ως γεγονός αιώνιο που δεν φθείρει και δεν αλλάζει προσπαθείς να “βαπτίσεις” τον Θεό κάτι που δεν είναι ώστε μετά να Τον βγάλεις σκάρτο.
“Γιατί Θεέ μου αφήνεις τις αδικίες στον κόσμο αυτόν”; λες, προσδίδοντας στον Θεό την ευθύνη των αδικιών αμνηστεύοντας πολλές φορές τους αδικούντες. Τα βάζεις με τον Αγαθό Θεό και όχι με τον άδικο άνθρωπο. Κατηγορείς τον Θεό και ποτέ τον εαυτούλη σου.
“Γιατί ο Θεός που είναι παντοδύναμος επιτρέπει όμως την αδικία”; ξαναρωτάς.

  Δεν μπορείς να δεχτείς ότι ο Θεός και το θύμα και τον θύτη τους αγαπά το ίδιο. Γι’αυτό και τα βάζεις με τον Θεό. Μιλάς για δικαιοσύνη και όχι για αγάπη, μιλάς για κακούς και καλούς και όχι για αδέλφια, μιλάς για ηθική και όχι για μετάνοια, μιλάς για τιμωρίες σύμφωνα με νόμους και κανόνες και όχι για συγχώρεση· έχεις την νοοτροπία των δικαστηρίων και όχι την συγκατάβαση και την θαλπωρή ενός νοσοκομείου που θέλει την θεραπεία και όχι την εξάλειψη του ασθενή.
 Γι’αυτό και στο τέλος απορρίπτεις τον Θεό. Απορρίπτεις αυτόν που μόνος σου δημιούργησες γιατί σε απογοήτευσε και σε πρόδωσε. Πρόδωσε την εμπάθειά σου, τον εγωισμό σου, τον λογισμό σου.

 Μα ο Θεός στέκει Απαθής δίπλα σου. Τον απορρίπτεις και Αυτός σε αποδέχεται, Τον μισείς και Αυτός σε αγαπά, Τον σταυρώνεις και Αυτός σε συγχωρεί, Τον θανατώνεις και Αυτός σε σώζει.
 Καταλήγεις να δηλώνεις άθεος, όχι γιατί δεν πιστεύεις στον Θεό, αλλά γιατί δεν μπορείς να πιστέψεις ότι ο Θεός μπορεί να αγαπά τόσο πολύ. Γι’αυτό κτίζεις είδωλα στα δικά σου μέτρα και σταθμά,σύμφωνα με τις δικές σου εμπάθειες και τα δικά σου πάθη ώστε να μην “σκανδαλίζεσαι” πλέον με αυτήν την υπερβατική κατάσταση που λέγεται “Θεΐκή:Συγκατάβαση-Συγχώρεση-Αγάπη”.
Δεν θέλεις τον Χριστό, γιατί δεν αντέχεις το μεγαλείο Του, την θυσία Του, την ταπείνωσή Του.

  Για να Τον ακολουθήσεις θέλεις κάτι το επαναστατικό, κάτι που να αλλάξει τον κόσμο τούτο, που θα εξαλείψει τους κακούς, που θα αφανίσει την κακία (όχι όμως και την ηδονή που είναι η αιτία σχεδόν όλων των κακών). Και το σκεπτικό σου πηγαίνει, σε κοινωνικές εξεγέρσεις, σε διαδηλώσεις, σε βίαιες “αναγκαίες” -όπως υποστηρίζεις- καταστάσεις. Θέλεις ο Θεός να γίνει συνένοχος στα δικά σου σχέδια, στα δικά σου όνειρα, στους δικούς σου τρόπους “σωτηρίας”.
 Μα άνθρωπε σκέψου λίγο…υπάρχει πιο επαναστατική πράξη από την αποδοχή του Σταυρού;Επανάσταση θεωρείς κάτι το οποίο θα κάνει τους άλλους να πληρώσουν, να υποφέρουν, να τιμωρηθούν και θα δικαιώσει εσένα. Ο Κύριος όμως δεν έσωσε έτσι τον κόσμο.
Νίκησε, χάνοντας.
Έδωσε Ζωή, πεθαίνοντας.
Δικαιώθηκε, αδικούμενος.
Άλλαξε τον κόσμο, αρνούμενος τα του κόσμου.

 Μην τα βάζεις λοιπόν με τον Θεό. Γιατί όταν τα βάζεις με τον Θεό, το σίγουρο είναι ότι τα βάζεις με έναν Θεό που δημιούργησες εσύ. Απορρίπτεις το δικό σου δημιούγημα και όχι τον Αληθινό Τριαδικό Θεό ο οποίος “αγάπη εστί” (Α΄ Ιωάν. 4, 16).
Εάν υποψιαστείς έστω και λίγο ποιος είναι τελικά ο Θεός τότε ποτέ σου δεν θα τα βάλεις μαζί Του, αλλά πάντα θα απορείς θαυμάζοντας το μεγαλείο της Αγάπης Του προς όλους και όλα. Το μόνο που θα μπορείς να πεις προς Αυτόν θα είναι, ευχαριστώ.Τίποτα άλλο.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Η ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΡΑΣΤΩΝΗΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για duminica izgonirii lui adam
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΥΡΙΝΗΣ-Αποστολικό ανάγνωσμα (Ρωμ.ιγ΄ 11-ιδ΄4)
Έξοδος από την ραστώνη

Του Αρχ. Ειρηναίου Μπουσδέκη
Αποτέλεσμα εικόνας για duminica izgonirii lui adam

  Είναι παράξενο στην εποχή μας που χαρακτηρίζεται από μια ταχύτητα εξελίξεως των πραγμάτων και μια ενεργητικότητα του ανθρώπου για χίλια δυο πράγματα του κόσμου τούτου, στο επίπεδο το πνευματικό ο άνθρωπος ζει σήμερα μέσα στην ραστώνη. Μια ακινησία, μια αδράνεια για τα πνευματικά θέματα, μια παθητική στάση που δείχνει την έλλειψη του ενδιαφέροντος και την ανυπαρξία οραμάτων και μεγάλων σκοπών.

  Ο σημερινός άνθρωπος έχει υποκύψει σε ένα όραμα ζωής που χαρακτηρίζεται ἀπό τή ζωή της ευκολίας και της άνεσης, ἀπό την απόλαυση της ύλης και της σάρκας. Ένα ευδαιμονισμό από πλευράς υλικής αλλά συγχρόνως μια νωθρότητα και χαύνωση από πλευράς πνευματικής.
 Η ενεργητικότητα και η ζωτικότητά του εξαντλούνται στο επίπεδο το υλικό και σαρκικό. Στο επίπεδο όμως το πνευματικό βιώνει ένα βαθύ παθολογικό ύπνο. Το πρόβλημα αυτό της μη ενεργοποιήσεως του πνευματικού μέρους του διφυούς ανθρώπου αποτελεί μια παθολογία της εποχής μας.
Προ πάντων ο χριστιανός αν έχει απολέσει αυτή την δραστηριοποίηση περί τα πνευματικά, αλίμονο έχει εκκοσμικευθεί, έχει χάσει το μήνυμά του προς τον κόσμο που κείται εν τω πονηρώ.
Στην παθολογία της ραστώνης της εποχής μας ο απόστολος Παύλος έχει ένα λόγο δυναμικό που απευθύνει πρωτίστως σε εμάς τους χριστιανούς.
«ώρα ημάς ήδη εξ ύπνου εγερθήναι»

ΑΦΗΝΟΥΜΕ «ΤΗΝ ΑΓΑΠΗΝ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗΝ»

  Μας ενθουσιάζει πολλές φορές, αδελφοί μου, ο ζήλος νεοφώτιστων αδελφών μας. Μας συγκινεί η ζωηρότητα και η ενεργητικότητα με την οποία προσπαθούν να ζήσουν όλο και πιο πολλές πνευματικές εμπειρίες. Όλος ο κόσμος τους είναι προσανατολισμένος στο όραμα της κοινωνίας με τον Κύριο, όλη η μέριμνα και η ασχολία τους γιά τήν πνευματική τους ολοκλήρωση. Για την επίτευξη αυτού του στόχου μάλιστα μπαίνουν σε πολλούς κόπους και θυσίες προσωπικές.

Τι είναι αυτό όμως που κάνει αυτό το ζήλο να υποχωρεί λίγο-λίγο και να εξανεμίζεται; Τι είναι αυτό που διώχνει τον ενθουσιασμό και την πνευματική αυτή ζωτικότητα; Τι είναι αυτό που κάνει το μεγάλο σκοπό της ζωής να ξεθωριάζει και τον χριστιανό να χάνει το ενδιαφέρον του για τα μείζονα θέματα της πνευματικής υπόστασής του;
 Δείτε τι λέει ο προφητικός λόγος του Ιωάννη στην Αποκάλυψη προς τον άγγελο της Εκκλησίας της Εφέσου: «έχω τι κατά σου ότι την αγάπην την πρώτην αφήκας». Είμαι δυσαρεστημένος εναντίον σου διότι άφησες να ψυχρανθεί η αγάπη που είχες στα πρώτα σου χρόνια. Πόσο δυσάρεστη εμπειρία για τον χριστιανό είναι να έχει εγκαταλείψει, να έχει αφήσει αυτή την πρώτη αγάπη προς τον Χριστό με το πέρασμα του χρόνου! Χάνει την φρεσκάδα του, την ζωτικότητά του, την ενεργητικότητά του, για την εκπλήρωση των μεγάλων πνευματικών οραμάτων του. Έχει μια δυσκινησία, πολλές φορές ακινησία προς τα πνευματικά. Μοιάζει να έχει εισέλθει σε ένα λήθαργο πνευματικό και να μην αντιλαμβάνεται 
τα μείζονα θέματα που αφορούν την ύπαρξή του.

ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΛΗΘΑΡΓΟΥ

  Ποια είναι η αιτία που μας κάνει να χάνουμε την πρώτη αγάπη που είχαμε προς τον Κύριο; Η αιτία που έχει ψυγεί η πρώτη αγάπη είναι η πτώση και η παραμονή στην αμαρτωλή κατάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης. Η αποδοχή της αμαρτίας, η εξοικείωση με την αμαρτία παγώνουν τήν ψυχή. Η πικρή εμπειρία της αμαρτωλής ζωής και η επιμονή σε αυτήν οδηγεί νομοτελειακά σε αυτή την πνευματική νωθρότητα και χαύνωση τον άνθρωπο.

  Δεν το καταλαβαίνουμε πως σιγά-σιγά εισέρχεται μέσα μας ο αμαρτωλός λογισμός. Πως με τη συγκατάθεση τη δική μας έρχεται και φωλιάζει στην ύπαρξή μας. Πως κάτι που πιο πριν μετά βδελυγμίας αποστρεφόμασταν ως αμαρτωλό ξαφνικά εξοικειωνόμαστε μαζί του χωρίς να μας ενοχλεί καθόλου. Έτσι λίγο-λίγο αρχίζει και μολύνεται η ύπαρξή μας από την αμαρτία. Βλέπουμε τον εαυτό μας να μην αγωνίζεται για να διώξει την αμαρτία, να μην παλεύει για να αποκτήσει την αρετή. Βλέπουμε να μη παίζει κεντρικό ρόλο στη ζωή μας ο Κύριος Ιησούς Χριστός και η σωτηρία που ξεπηγάζει από το σταυρικό πάθος του.

  Εγκλωβίζεται λοιπόν, με την πτώση και παραμονή στην αμαρτία, ο άνθρωπος σε μια κατάσταση πνευματικής αδράνειας και ακινησίας. Πνευματικά βρίσκεται να κοιμάται και να είναι έτσι αδρανοποιημένος και αχρηστεμένος. Έξω να λάμπει το φως του Κυρίου και οι δωρεές του Αγίου Πνεύματος για να καταυγάσουν την ύπαρξη και εκείνος εγκλωβισμένος και ακινητοποιημένος στο σκοτάδι των παθών και των αμαρτωλών επιθυμιών του.

ΑΦΥΠΝΙΣΗ: ΑΠΟΘΕΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ«ώρα ημάς ήδη εξ ύπνου εγερθήναι»
  Η προτροπή του Παύλου είναι να αποτινάξουμε τη νωθρότητα και τη νωχελικότητα στη οποία βρισκόμαστε όταν κοιμόμαστε πνευματικά. Να το πούμε με μια λέξη; Πρώτη κίνηση που πρέπει επειγόντως να κάνουμε είναι η αφύπνιση. Να ξυπνήσουμε από τον λήθαργο ή τον βαρύ ύπνο της αμαρτίας.

  Δείτε την προτροπή προς τον άγγελο της Εφέσου του θεοφώτιστου ευαγγελιστή της αγάπης,τοῦ Ἰωάννου τοῦ θεολόγου: «μνημόνευε ουν πόθεν πέπτωκας και μετανόησον και τα πρώτα έργα ποίησον». Θυμίσου λοιπόν από ποιο ηθικό ύψος έπεσες και μετάνιωσε και κάμε πάλι τα έργα της πρώτης αγάπης. Αυτή η ενθύμηση, το που ήμασταν και που τώρα βρισκόμαστε, είναι συγκλονιστική. Η συναίσθηση με άλλα λόγια του μεγέθους της πτώσεώς μας και η θερμή μετάνοια για το κατάντημά μας είναι αυτό το ξύπνημα από τον βαρύ ύπνο της αμαρτίας.

  Με μια εικόνα το παρουσιάζει ο Παύλος σαν το πέταγμα του νυκτερινού ενδύματος και το ντύσιμο του λαμπρού ενδύματος της ημέρας. Ο άνθρωπος που ξυπνάει, αφυπνίζεται στην πνευματική ζωή, το πρώτο πράγμα που κάνει είναι ότι αποθέτει τα έργα του σκότους. Εγκαταλείπει ότι κρυφό γίνεται απ’ αυτόν, κάθε αμαρτία δηλαδή που γίνεται στο σκοτάδι και ντρέπεται ο άνθρωπος να την φέρει στο φως. Αποθέτει λοιπόν τα έργα του σκότους, τα έργα της αμαρτίας και ντύνεται σαν άλλα όπλα με τα όπλα του φωτός, με τα φωτεινά έργα της αρετής.

ΕΓΡΗΓΟΡΣΗ: ΖΩΗ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 Αν η αφύπνιση είναι το ξεκίνημα της νέας ζωής, η εγρήγορση είναι η συνεχής κατάσταση που χαρακτηρίζει ένα χριστιανό μέχρι το τέλος της ζωής του. Η προτροπή του Παύλου μετά την αφύπνιση είναι ακριβώς αυτό. Να βρισκόμαστε πλέον σε πνευματική εγρήγορση. Να περπατάμε και οι πράξεις μας να αντέχουν στο φως της ημέρας. Ως εν ημέρα ευσχημόνως περιπατήσωμεν. Με ευπρέπεια και ευταξία ας συμπεριφερθούμε πλέον όπως συμπεριφέρεται κανείς την ημέρα που τον παρακολουθούν τα βλέμματα των πολλών. Όχι μέσα στην ασχημοσύνη των αισχρών και ανήθικων πράξεων αλλά έχουμε πλέον χρέος ναντυθούμε τον Χριστό ώστε να μοιάσουμε σε όλη τη ζωή μας με αυτόν.
Όλη η Καινή Διαθήκη, αδελφοί μου, κατακλύζεται απ’ αυτή την προτροπή του Κυρίου. Την προτροπή της πνευματικής εγρήγορσης. Είναι η μόνη κατάσταση ψυχής του ανθρώπου που του δίνει περιθώρια
-να κατανικήσει τα πάθη του και
-να εξαλείψει τις αμαρτίες του.

Είναι το κλίμα μέσα στο οποίο μπορεί να καλλιεργήσει και να εργαστεί τις αρετές.
 Είναι αυτό το ανύστακτο βλέμμα που μπορεί να δει καθαρά τον Μεσσία που έρχεται να θρονιαστεί στην ψυχή του πιστού, που έρχεται να εγκαθιδρύσει την βασιλεία του.
 Θυμηθείτε την προτροπή του Κυρίου προς τους μαθητές λίγο προ του πάθους στον κήπο της Γεθσημανή. «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν, το μεν πνεύμα πρόθυμον η δε σάρξ ασθενής». 

Πόσο μας προσγειώνει αυτός ο λόγος του Κυρίου. Το πνεύμα μας είναι πρόθυμο και μας παροτρύνει να ζούμε κοντά στον Κύριο, η σάρκα μας όμως είναι ασθενής και μας σπρώχνει στην αμαρτία. Για να μη μπούμε λοιπόν σε πειρασμό, για να μην υποκύψουμε στις επιταγές της σάρκας απαιτείται να βρισκόμαστε σε κατάσταση πνευματικής εγρήγορσης και προσευχής.

ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΑΚΡΥΑ ΕΛΚΥΟΥΝ ΤΗ ΧΑΡΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 Αδελφοί μου, δεν μπορούμε να μείνουμε σε αυτή την πνευματική νωθρότητα και αποχαύνωση που βιώνουν οι πιο πολλοί άνθρωποι στην εποχή μας. Πρέπει πάση θυσία να αφυπνίσουμε τις συνειδήσεις μας. Να ξυπνήσουν από τον λήθαργο και να επιτελέσουν το σωτηριώδες έργο τους στις καρδιές μας.Μη κοιμίζουμε την συνείδηση, να την αφυπνίζουμε, για να μπορεί να διαμαρτύρεται για όλες τις παρεκτροπές μας που μας αποπροσανατολίζουν από την πνευματική ολοκλήρωσή μας. Να διαμαρτύρεται εκείνη και εμείς να συντριβόμαστε για το κατάντημά μας και να προσευχόμαστε στον Κύριο.

Μέσα σ’ αυτή την πνευματική εγρήγορση πρέπει να αποφασίσουμε να ζήσουμε τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής μας. Την εγρήγορση αυτή που δίνει τη δυνατότητα στον Κύριο να έλθει μέσα στην ύπαρξή μας, να κατανικήσει με την Χάρη του τους εχθρούς μας, και να μας γεμίσει με τα πλούσια δώρα της Χάριτός του.
Ο πραγματικός χριστιανός οφείλει να εξέλθει από την ραστώνη και την νωθρότητα της εποχής μας για να εκπληρώσει τον στόχο της πνευματικής τελειώσεώςτου.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΑ- Η Υπόθεση του Τριωδίου

π.Παντελεήμων Κρούσκος
 

  Οι μέρες οι οποίες αφήσαμε πίσω μας,πέρασαν για να μας προετοιμάσουν γι αυτήν την είσοδο και ιδίως οι Κυριακές με τις περίφημες και φοβερά παραστατικές παραβολές του Τελώνη και Φαρισαίου, του Ασώτου, της Κρίσης δεν ήταν παρά μόνον μία πρόγευση και ορθότερα μια έμφανση, οδοδείκτες φωτεινοί πού δείχνουν προς αυτήν ακριβώς την Κυριακή, την Κυριακή της ευσπλαχνίας, της αγάπης, της συγχώρησης, της μεγάλης εισόδου στο μυστήριο της μετανοίας.
Oυσιαστικά οι τέσσερις αυτές Κυριακές προετοιμασίας μας πριν την Σαρακοστή, έχουν το ένα και το αυτό νόημα: τη σταδιακή μας μύηση στην ε υ σ π λ α χ ν ί α.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη γνησιότητας ορθοδοξίας από την ευσπλαχνία. Ο Κύριος είπε: Να είστε σπλαχνικοί, γιατί ο Ουράνιος Πατέρας σας είναι σπλαχνικός. Η ευσπλαχνία είναι η αληθινή νηστεία, είναι το νόημα και το κέντρο της τεσσαρακοστής. Χωρίς σπλάχνα αγάπης χανόμαστε στο αχανές της νηστείας πέλαγος.

 Άσπλαχνος ο Φαρισαίος μπροστά στον τελώνη και τους άλλους, εγωκεντρικός, αυτοαναφερόμενος, προδικάζει την τύχη όλων των αμαρτωλών.

 Άσπλαχνος και σκανδαλισμένος και ο πρεσβύτερος υιός της παραβολής του Ασώτου, απέναντι στον ίδιο τον αδελφό του , τον πρώην νεκρό και χαμένο, δεν θέλει να αποδεχθεί την αγάπη του πατέρα προς το χαμένο του παιδί. 
Άσπλαχνοι οι εξ ευωνύμων της παραβολής της Κρίσης καταλογίζουν στους πεινασμένους, στους διψώντες, τους ξένους, τους γυμνούς, τους ασθενείς, τους φυλακισμένους δίκαια καταδίκη στην πενία και την ανέχεια για τις πιθανές αμαρτίες τους και τους καταδικάζουν στο περιθώριο της αδιαφορίας και της εκδίκησης. 
Άσπλαχνοι όσοι δεν συγχωρούν και μνησικακούν και δεν υπακούουν στις ευαγγελικές εντολές, με τις οποίες λαμπροφορεί αυτή εδώ η Κυριακή της Συγχώρησης.
Πρωταγωνιστές λοιπόν αυτής της περιόδου που πέρασε ήταν οι άσπλαχνοι, ως αρνητικά παραδείγματα προς αποφυγή, αλλά ίσως και ως σημεία αναγνώρισης του εαυτού μας!

  Το Τριώδιο μας φέρνει προ τρομακτικών ευθυνών, μας αποκαλύπτει και μας ξεγυμνώνει για την πιθανή ασπλαχνία μας, την αποξένωση μας από το πραγματικό νόημα της αγάπης πού είναι η συγχώρηση: να χωράμε ο ένας τον άλλο και όλοι μαζί τους πάντες στην μεγάλη οικογένεια, η οποία λέγεται εκκλησία του κόσμου.

 Η συγχώρηση είναι ένα απαραίτητο είδος γεωμέτρησης του πνευματικού μας κόσμου. “Ουδείς αγεωμέτρητος εισίτω”! Αν δεν συγχωρείς μην προχωρείς. Το Πάσχα κατακτάται μόνο από τους εύσπλαχνους, από αυτούς πού ζηλώνουν τον Πατέρα τους τον Ουράνιο, στην μακροθυμία, την δεκτικότητα, την αγκαλιά την μεγάλη, την συγκατάβαση.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Σαρακοστή: η άλλη διάσταση ζωής

Μέσα στα τρεχάματα της ζωής μας, στο θόρυβο που μας περιβάλλει αποπνικτικά, στα πολλά και ανούσια λόγια μας στα τηλέφωνα και στις συναντήσεις μας, στο άγχος και στην αβεβαιότητα για το σήμερα και το αύριο του κόσμου, έρχεται η Εκκλησία να μας προσφέρει τη χρονική περίοδο της Μεγάλη Σαρακοστής.

Ποιό νόημα θα μπορούσε να έχει, για όλους εμάς που ζούμε το σύγχρονο τρόπο ζωής με τα πιο πάνω χαρακτηριστικά, η χρονική περίοδος που αρχίζει την Καθαρά Δευτέρα και τελειώνει το Μεγάλο Σάββατο;

Γιατί, αλήθεια, αν δεν μπορεί να μας προσφέρει η Εκκλησία ένα νόημα ζωής, χειροπιαστό και ουσιαστικό, πέρα από τα «πρέπει» και τις απαγορεύσεις, κι αν δεν είναι η περίοδος της Μεγάλης Σαρακοστής μια άλλη διάσταση στο τρέξιμό μας, τότε περιττεύει οποιαδήποτε ενασχόληση.

Η Εκκλησία ως τρόπος ζωής είναι αυτό που ο κάθε άνθρωπος στο βάθος της καρδιάς του ποθεί: ειρήνη, ανάπαυση, πληρότητα, εμπειρία ζωής αιωνίου. Ωστόσο, η αδυναμία να το πετύχουμε είναι δεδομένη, γιατί υπάρχουν μαζί με τον πόθο και τα πάθη, που ως ασθένειες της ψυχής συγχύζουν, αναστατώνουν και μας παρασύρουν στο χάος.

Η περίοδος της Μεγάλη Σαρακοστής, που κάθε χρόνο καλούμαστε ως χριστιανοί να ζήσουμε, γίνεται η δυνατότητα να γευτούμε έναν άλλον τρόπο ζωής από αυτόν που ζούμε ολόχρονα, και να αρχίζουμε να πεθυμούμε τον κόσμο της Βασιλείας του Θεού, ως χαρά και ανάσταση.

Με τη νηστεία γνωρίζουμε εμπειρικά πως η δύναμη του σώματος δεν εξαρτάται απόλυτα από το φαγητό, και πως η χάρις του Θεού μάς είναι πιο αναγκαία από τα υλικά. Γι΄ αυτό απαραίτητα η νηστεία συνοδεύεται από προσευχή. Τα καθημερινά «Απόδειπνα» στο ναό, οι Προηγιασμένες Λειτουργίες, οι Χαιρετισμοί και οι μακρές Κυριακάτικες Λειτουργίες, μαζί με το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» στη διάρκεια της ημέρας προσωπικά, καθιστούν τη νηστεία μέσο ελευθερίας κι απεξάρτησης από την ύλη και τη διαφοροποιούν από τη δίαιτα.

Γίνεται κατανοητό ότι μια τέτοια προσπάθεια χρειάζεται συσσώρευση δυνάμεων. Γι΄ αυτό καλούμαστε την περίοδο της νηστείας να «σιωπήσουμε», δηλαδή να λιγοστέψουμε τις αργολογίες και πολυλογίες, που διαχέουν τις δυνάμεις της ψυχής μας και κουράζουν το νουν.

Ο Θεός δεν μας καλεί να εγκαταλείψουμε την οικογένεια και την εργασία μας για να Τον συναντήσουμε. Αφού ζούμε μέσα στον κόσμο, καλούμαστε να ζούμε εξωτερικά όπως όλος ο κόσμος. Μας καλεί όμως να Τον βρούμε μέσα στο χώρο της καρδιάς μας, λέγοντάς μας πως «η Βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν».

Η κάθοδος στον Άδη του εαυτού μας συνοδεύεται από αυτογνωσία, χωρίς την οποία ζούμε την ψευδαίσθηση της αυτοδικαίωσης. Η αυτογνωσία μάς οδηγεί στην ταπείνωση και στη συντριβή της καρδίας, που αναπόφευκτα μας φέρνει στην εκζήτηση του θείου ελέους με την καρδιακή προσευχή. Η αληθινή προσευχή μας οδηγεί στην αληθινή επιθυμία για αλλαγή ζωής, δηλαδή τη μετάνοια, που ενισχύεται και εκκλησιοποιείται με το μυστήριο της εξομολόγησης, που μας επαναφέρει, όπως τον άσωτο υιό, στο Πατρικό τραπέζι – τη Θεία Ευχαριστία.

Ήδη όλη αυτή η εσωτερική πορεία από την αμαρτία στη μετάνοια, από το σκοτάδι του εαυτού μας στο φως του Χριστού, μας φέρνει στο Πάσχα, που σημαίνει πέρασμα – διάβαση. Κι έτσι το Πάσχα δεν είναι μια γιορτή που διακόπτει τη ρουτίνα της ζωής, αλλά το πέρασμά μας σε νέα ζωή. Το Πάσχα του Κυρίου γίνεται δικό μας Πάσχα, η Ανάστασή Του ανάστασή μας.

Μακάρι τη χαρά της σταυροαναστάσιμης αυτής πορείας να γευτούμε όντως στη φετινή Μεγάλη Σαρακοστή και το Πάσχα.

 

 

 

Πηγή

 

 

 

 

 

Από την μια το θυμιατό και από την άλλη το πούρο.

  αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος
 

 Κι όμως το κάνουμε. Και το κάνουμε φωνακτά, το κάνουμε επιδεικτικά, να δείξουμε σε όλους ότι ενδιαφερόμαστε για τα αιώνια ενώ συγχρόνως εμμένουμε στα πρόσκαιρα. Μιλούμε για την αγάπη και την ταπείνωση του Θεού ενώ συγχρόνως επιζητούμε πρωτοκαθεδρίες και δικαιώματα. Προβάλλουμε τον Χριστό και συγχρόνως ρίχνουμε λάσπη στο πρόσωπό Του με την αμετανοησία μας.Μιλούμε για πνευματική ζωή ενώ παραμένουμε χωρίς πνευματικό, χωρίς άσκηση, χωρίς συγχώρεση.
 Μιλούμε λοιπόν για πνευματική ζωή. Ποια ζωή; Γι’αυτήν που καταναλώνουμε διαδικτυακά; γι’αυτήν που καταναλώνουμε σε μπαρ, σε διασκεδάσεις, σε αθλητικούς αγώνες;
 Ποια ζωή ποθούμε τελικά;
Και σ’αυτήν την ερώτηση απαντούμε, “την εν Χριστώ ζωή”.
Κι όμως δεν κάνουμε τίποτα για να την ζήσουμε. Πηγαίνουμε στον πνευματικό γιατί «πρέπει», και δεν νιώθουμε να μας ελέγχει τίποτα, δεν έχουμε κάτι να του πούμε. Γιατί;
 Διοτι ή ζωή μας είναι ήσυχη, χωρίς ταραχές, χωρίς απρόοπτα, χωρίς προβλήματα, αλλά συνάμα είναιχωρίς πνευματική προσπάθεια. Δεν νιώθουμε την αμαρτία μας γιατί η συνείδησή μας είναι χοντρή, θολωμένη. Δεν μπαίνουμε στην διαδικασία του πνευματικού αγώνος. Μένουμε στην επιφάνεια των πραγμάτων.
 Δεν νιώθουμε την αμαρτία μας γιατί έχουμε πάθει ένα είδος ανοσίας σ’αυτήν.
Νομίζουμε ότι πνευματική ζωή είναι ο εκκλησιασμός, η ήρεμη ζωή, το να μην πέφτεις σε μεγάλα αμαρτήματα (κυρίως σαρκικά), η νηστεία.
Ποιος προσεύχεται όμως; Ποιος γονατίζει καθημερινά; Ποιος αγαθοποιεί αγνώστους; Ποιος μελετά τις Γραφές, ποιος εξετάζει σε βάθος τον εαυτό του;
Δεν τα κάνουμε αυτά, κι όμως νομίζουμε ότι είμαστε καλά πνευματικά.
Εάν αυτό δεν είναι υποκρισία, τότε τί είναι; Εάν αυτό δεν είναι πώρωση καρδιάς τότε τί είναι;Και ενώ βρισκόμαστε μέσα στο λιμάνι ναυαγούμε.

 Το πιο επικίνδυνο στην πνευματική ζωή είναι η ασφάλεια. Η ασφάλεια της ηρεμίας μας, του μισθού μας, της οικογένειάς μας, της ζωής μας. Νιώθουμε ασφαλείς και ξεχνούμε να απασφαλίσουμε τα πνευματικά μας όπλα, αυτά τα όπλα που δίνει η Εκκλησία, που μας έχουν δώσει οι Θεοφόροι Πατέρες μας τα οποία είναι η προσευχή, η μετάνοια, το χαροποιό πένθος, η σιωπή, η ανεξικακία, η αγαθότητα, η καθαρότητα βίου, η νηστεία, η αγρυπνία, η μετοχή στα Μυστήρια, η μνήμη θανάτου, η υπακοή.
Νιώθουμε ασφαλείς και ξεχνούμε τον Θεό ως τον κύριο στόχο της ζωή μας. Γι’αυτό και την κάθε μας αστοχία δεν την θεωρούμε αμαρτία μα κάτι το δεδομένο, φυσιολογικό, αποδεχτό. Έχουμε συνθηκολογήσει με την αμαρτία,
γι’αυτό και η πνευματική μας ζωή είναι νεκρή.

Δεν είμαι απαισιόδοξος, απλά μία διαπίστωση κάνω.
  Συνεχώς ξερνούμε και μετά γυρίζουμε και τρώμε τα ξερατά μας. Αμαρτάνουμε και πριν καλά καλά η μεταμέλεια μας κτυπήσει την πόρτα ξαναμαρτάνουμε. Και το φοβερό είναι ότι δεν θεωρούμε ότι σφάλαμε, δεν θεωρούμε ότι αδικήσαμε, δεν θεωρούμε ότι παρεκκλίναμε του σκοπού της ζωή μας. Εάν πέσουμε μία φορά δεν σταματούμε, δεν τρέχουμε αμέσως στο πετραχήλι του πνευματικού μας για να αναστηθούμε αλλά λέμε με το λογισμό μας «αφού έπεσα μία φορά τώρα δεν πειράζει…ας ξαναπέσω. Όταν θα ξαναεπισκεφτώ τον πνευματικό μου τότε θα σταματήσω». Έχουμε δηλαδή την πτώση μας σχεδιασμένη. Όμως δεν ξέρουμε φίλοι μου πότε θα μας βρει ο θάνατος. Εάν πέσαμε μία φορά δεν χρειάζεται να πέφτουμε συνέχεια, ας σταματήσουμε στην μία φορά. Γιατί αν συνηθίσουμε να πέφτουμε με την δικαιολογία ότι «λερωθήκαμε λίγο άρα ποια η διαφορά του λίγο με το πολύ», τότε θα χάσουμε κάθε αίσθηση της πτώσης μας και με την πάροδο του χρόνου θα την θεωρούμε την φυσική μας κατάσταση.

 Το να έχουμε αδελφοί μου εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού δεν σημαίνει ότι μπορούμε να παραμένουμε ράθυμοι, αμελείς, αμετανόητοι. Η ουσία της χριστιανικής ελπίδος είναι ενεργητική, αυτό σημαίνει αγώνα και προσπάθεια στο στίβο των αρετών. Η ελπίδα χωρίς προσωπικό αγώνα είναι πλάνη και όλεθρος διότι οδηγεί τον άνθρωπο στην αιώνια απώλεια.
Χωρίς πραγματικό αγώνα και δίψα για τον Θεό, θα κοινωποιούμε το πρωί το συναξάρι της ημέρας και το βράδυ θα ποστάρουμε την φωτογραφία μας σε κάποιο μπαρ μ’ένα ποτό στο χέρι.
Από την μια το θυμιατό και από την άλλη το πούρο.
Και όλα αυτά θα γίνονται χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Θα μας είναι πολύ φυσικό και το ένα και το άλλο. Ίδια αξία για μας θα έχει η αγρυπνία σε ένα μοναστήρι και το ξενύχτι μας σε ένα κέντρο διασκέδασης.
 Θα κάνουμε κυρήγματα περί Ορθοδόξου πνεύματος και συγχρόνως με την συμπεριφορά μας θα διχάζουμε, θα κατακρίνουμε, θα αυτοπροβαλόμαστε, χωρίς υπακοή, χωρίς ταπεινό και εκκλησιαστικό φρόνημα, χωρίς διάθεση για ομόνοια και ειρήνη. Θα «ορθοδοξούμε» πολεμώντας και θα νομίζουμε ότι είμαστε και «μάρτυρες της αληθείας», ενώ είμαστε φερέφωνα του διαβόλου.
Πώς είναι δυνατόν να μιλάς για τα πνευματικά ενώ συγχρόνως το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι ο τραπεζικός σου λογαριασμός, η ομορφιά του προσώπου σου, τα μοδάτα ρούχα σου, η αίγλη της κοινωνικής σου ζωής;

 Φυσικά η πνευματική μας πρόοδο και σωτηρία πραγματώνεται δια της Χάριτος του Παρακλήτου όμως η Χάρις δεν έρχεται ουρανοκατέβατα, μαγικά, αλλά ενεργοποιείται δια της προσωπική μας προσπάθειας.
Ο Παράκλητος σκηνώνει μέσα μας όταν βρίσκει χώρο να το κάνει. Εάν δεν αδειάσουμε τον εαυτό μας απ΄όλα αυτά τα περριτά και μάταια ο Παράκλητος θα παραμένει εξόριστος.
Πως να μιλήσουμε για τα πνευματικά, όταν η ζωή μας είναι τόσο ρυπαρή;

 

 

 

 

Πηγή