Έτσι ο Όσιος Γέροντας Παΐσιος με έβγαλε από το αδιέξοδο (Συγκλονιστικό γεγονός)

Το 1992 υπηρετούσα σε μια Μονάδα του Έβρου και διέμενα στο Διδυμότειχο. Την εποχή εκείνη η σύζυγός μου, Μαρία, ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί και διένυε τον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης της.

 Το θετικό αποτέλεσμα ενός τεστ ελέγχου αντισωμάτων ερυθράς, μας αναστάτωσε. Μετά από μερικές ήμερες η επανάληψη του τεστ, σε άλλο μικροβιολογικό εργαστήριο, επιβεβαίωσε εκ νέου ότι η σύζυγός μου είχε νοσήσει από ερυθρά, ενώ εγκυμονούσε.

Να σημειωθεί ότι κατά την πρώτη εγκυμοσύνη, πριν από 3 χρόνια περίπου, το αποτέλεσμα του τεστ αντισωμάτων ερυθράς ήταν αρνητικό. Όπως ήταν επόμενο απευθύνθηκα σε ιατρούς γυναικολόγους, πού εμμέσως μας προέτρεπαν σε διακοπή κυήσεως, δεδομένου ότι ο ιός της ερυθράς προσβάλλει τα μάτια, τα αυτιά και τον εγκέφαλο του εμβρύου.

Οι στατιστικές συνηγορούσαν ότι υπήρχαν πιθανότητες στο 80% – 85% το παιδί πού θα γεννιόταν να είναι τυφλό, κωφάλαλο ή και με διανοητική στέρηση. Με όλα αυτά πού άκουγα είχα χάσει πραγματικά τον ύπνο μου, ενώ προσπαθούσα να μη μεταφέρω στη σύζυγό μου τις αγωνίες μου, για να μην επιβαρύνω την κατάστασή της.

Τον Αύγουστο του ’92 πήρα μετάθεση από τον Έβρο στη Μυτιλήνη (ιδιαίτερη πατρίδα μου). Η σύζυγός μου είχε φύγει 10 ημέρες περίπου νωρίτερα για να μπορέσω να μαζέψω την οικοσκευή μας.

Ήταν Παρασκευή προς Σάββατο και ενώ κοιμόμουν είδα στον ύπνο μου έναν Γέροντα ρασοφόρο να με προσκαλεί πάραυτα, να πάω στο Άγιον Όρος. Μέχρι τότε δεν είχα ποτέ επισκεφθεί, αλλά και ούτε γνώριζα το δρομολόγιο πού έπρεπε να ακολουθήσω για να φτάσω εκεί.

Η απάντηση πού του έδωσα μέσα στον ύπνο μου ήταν: «Μα δεν ξέρω πώς να πάω», και μου απαντά: «Έλα, θα σε οδηγήσω εγώ». Τρόμαξα, ξύπνησα και νόμισα ότι τον έβλεπα μπροστά μου. Άναψα τα φώτα, αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Μονολόγησα, «δεν βαριέσαι, όνειρο είναι» και έκλεισα το φως για να συνεχίσω τον ύπνο μου. Πέρασε λίγη ώρα και είδα ξανά τον ίδιο Γέροντα να με προσκαλεί να πάω στο Άγιον Όρος. Ξαφνιάστηκα και φοβήθηκα. Άναψα αμέσως τα φώτα, αλλά δεν είδα τίποτα.

Κάθισα στο κρεββάτι μου και κοίταξα το ρολόι μου πού έδειχνε περασμένες 02:00 η ώρα. Προβληματίστηκα και δεν ήξερα τινά κάνω. Να ξεκινήσω από το Διδυμότειχο να πάω στο Άγιον Όρος και ποιο δρομολόγιο να ακολουθήσω. Ξημέρωνε Σάββατο και έπρεπε να ενημερώσω το νέο Διοικητή, πού αναλάμβανε για τις υποχρεώσεις της Μονάδας. «Να ξεκινήσω νά φύγω κρυφά χωρίς να τον ενημερώσω και αν με αναζητήσουν τί θα πω;». Όλα αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα βασάνιζαν το μυαλό μου.

Τελικά πήρα την απόφαση. Ξεκίνησα περίπου στις 02:30 πιστεύοντας ότι ολα θα πάνε καλά αφού άλλωστε με προσκάλεσε ο Γέροντας.

Φθάνοντας στην Ασπροβάλτα κατευθύνθηκα αριστερά αφήνοντας την εθνική οδό Καβάλας – Θεσσαλονίκης και οδηγώντας βρέθηκα σε μία διασταύρωση με πινακίδες τοπωνυμίων και χωριών. Χωρίς πλέον να γνωρίζω την κατεύθυνση προς την οποία θα έπρεπε να κινηθώ, αναγκάστηκα να σταματήσω, ενώ ακόμα δεν είχε ξημερώσει.

Μέσα σε ελάχιστο χρόνο περνά ένα όχημα και του έκανα σήμα να σταματήσει για να το ρωτήσω προς ποιά κατεύθυνση να κινηθώ για να φτάσω στην Ουρανούπολη. Με μεγάλη μου χαρά πληροφορήθηκα ότι και αυτοί εκεί κατευθύνονταν και να τους ακολουθήσω. Πράγματι 15 λεπτά περίπου πριν αναχωρήσει το πλοίο για τη Δάφνη, φθάσαμε στην Ουρανούπολη.

Εκεί υπήρχε το αδιαχώρητο από το μεγάλο αριθμό των επισκεπτών πού πήγαινε στο Άγιον Όρος και συνεπώς μεγάλη δυσκολία στην εξεύρεση χώρου στάθμευσης. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή πλησίον της αποβάθρας έφυγε ένα αυτοκίνητο και οι Θεσσαλονικείς για να με διευκολύνουν, επειδή δεν ήξερα την περιοχή με άφησαν να παρκάρω για να προλάβω γρήγορα να επιβιβαστώ στο πλοίο πού θα έφευγε.

Όταν ξεκίνησε το πλοίο τους αναζήτησα ανάμεσα στους επιβάτες για να τους ευχαριστήσω, αλλά δεν ήταν μέσα. Πιθανόν να μην πρόλαβαν να παρκάρουν έγκαιρα και να επιβιβασθούν. Ενώ καθόμουν μόνος χωρίς παρέα μέσα στο πλοίο, με πλησίασε κάποιος Παναγιώτης, από την Αττική (Μάνδρα ή Ελευσίνα) και με ρώτησε πού συγκεκριμένα θα πάω στο Άγιον Όρος και αν πάω για πρώτη φορά. Του απάντησα ότι πρώτη φορά πηγαίνω και δεν ξέρω πού να πάω. Αλλά του διηγήθηκα ότι, όταν υπηρετούσα στη Θεσσαλονίκη το ’87 είχα ακούσει από έναν φίλο μου στρατιωτικό δικαστή για κάποιον γέροντα Παΐσιο και ήθελα να τον δω.

Ο Παναγιώτης τότε μου είπε, «είσαι τυχερός γιατί και εγώ σ΄ αυτόν θα πάω. Για να πάμε όμως εκεί πρέπει να βγούμε στη Δάφνη, να πάμε με λεωφορείο στις Καρυές και να μείνουμε στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου, για να προλάβουμε πριν δύσει ο ήλιος να φτάσουμε με τα πόδια στο Κελλί του».

Όταν φτάσαμε με πολλούς άλλους προσκυνητές (αφού βγάλαμε διαμονητήρια), στην είσοδο της Ιεράς Μονής ο υπεύθυνος μοναχός δεν δέχτηκε να φιλοξενήσει κανέναν, διότι είχε πολλούς προσκυνητές και έπρεπε να είχαμε εξασφαλίσει τη διαμονή μας τηλεφωνικά από την προηγούμενη ημέρα.

Τον πλησίασα και εγώ με τη σειρά μου και τον ρώτησα αν υπάρχει κάποιο κρεββάτι για σήμερα και με έκπληξή μου απάντησε: «Ναι», ενώ σε όλους τους άλλους προσκυνητές τους έλεγε άλλη μέρα. Του είπα ότι δεν ήμουν μόνος μου, αλλά και πάλι μας δέχθηκε. Πράγματι, αφού τακτοποιηθήκαμε και αφήσαμε τα προσωπικά μας αντικείμενα στη Μονή, ξεκινήσαμε για το Κελλί του γέροντα Παϊσίου. Φθάνοντας στο Κελλί συναντήσαμε πάρα πολύ κόσμο, οι οποίοι κάθονταν και άκουγαν τις συμβουλές του Γέροντα.

Κάποιοι από τους επισκέπτες του έκαναν διάφορες επίκαιρες για την εποχή εκείνη ερωτήσεις, όπως: «Τί θα γίνει με το 666, αν θα αναγραφεί στις ταυτότητες μας, τι θα γίνει με το Κυπριακό, αν λυθεϊ κ.λπ».

Όταν ο γέροντας Παϊσιος τελείωσε τις συμβουλές του μας είπε να τον αφήσουμε να πάει στο Κελλί του να εκτελέσει τα καθήκοντά του. Τότε πολλοί από τους επισκέπτες μπήκαμε σε μία γραμμή για να μπορέσουμε να τον πλησιάσουμε και να του πει καθένας το πρόβλημά του. Όλους όμως πού ήταν μπροστά στη σειρά, τους έλεγε ότι δεν έχει χρόνο.

Όταν έφτασε η δική μου σειρά του είπα: «Γέροντα και εγώ ήθελα να σας δω για λίγο» και μου απαντά: «Πήγαινε εκεί και κάτσε, είσαι κουρασμένος, από τον Έβρο ήρθες και περίμενε». Αφού τελείωσε με όλους ήρθε κοντά μου και μου είπε: «Είσαι Στρατιωτικός» και με ρώτησε αν γνωρίζω κάποιο συνάδελφο το όνομα του οποίου δεν θυμάμαι τώρα. Μετά του μίλησα για το πρόβλημα πού αντιμετώπιζα με την εγκυμοσύνη της συζύγου μου και αν θα έπρεπε να γίνει διακοπή της κυήσεως της (ήδη ήταν 6 μηνών).

Μου απάντησε: «Δεν πιστεύω ότι ο Θεός θα σου δώσει εσένα να ανέβεις Γολγοθά, αλλά, και αν ακόμη αυτό είναι το θέλημά Του, θα σου δώσει τη δύναμη να το αντιμετωπίσεις. Εγώ όμως θα προσευχηθώ να μην ανέβεις τον Γολγοθά και να γεννήσει η γυναίκα σου ένα γερό παιδί. Πρόσεξε όμως μη δεχθείς η γυναίκα σου να γίνει πειραματόζωο. Γι΄ αυτό ρώτησε και έναν ιατρό στην Γερμανία ή στην Αμερική αλλά κυρίως στην Γερμανία τί κάνουν εκεί».

Μετά από τις συμβουλές του αυτές έφυγα και πήγα στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου για να διαμείνω,αλλά προβληματιζόμουν για το πού θα βρω γυναικολόγο γιατρό στη Γερμανία, σε ποιά γλώσσα θα του μιλήσω αφού δεν γνωρίζω γερμανικά για να επικοινωνήσω μαζί του και άλλα πολλά.

Την επόμενη ημέρα, Κυριακή πρωί, μετά τη Θεία Λειτουργία και την τράπεζα, ξεκίνησα να ξαναπάω στο Κελλί του μαζί με το φίλο μου τον Παναγιώτη.

Στο δρόμο συναντήσαμε λίγο πριν φθάσουμε στο Κελλί έναν κληρικό που επέστρεφε. Αφού χαιρετηθήκαμε μας λέει: «Μή συνεχίζετε, διότι από εκεί έρχομαι και δεν άνοιξε, μάλλον έχει φύγει». Εμείς όμως συνεχίσαμε και, όταν φτάσαμε χτυπήσαμε τρεις φορές το αυτοσχέδιο κουδούνι του και εμφανίστηκε στην είσοδο του Κελλιού του κάνοντας μας νεύμα να πλησιάσουμε.

Πράγματι ανέφερα εκ νέου τους προβληματισμούς μου και ο γέροντας Παΐσιος μου επανέλαβε αυτά πού μου είχε πει το προηγούμενο απόγευμα. Αφού του ζήτησα κάποια ευλογία μου έδωσε δύο εικόνες μικρές ξυλόγλυπτες, οπού στη μία ήταν η Παναγία Βρεφοκρατούσα και στην άλλη ο Ιησούς Χριστός Εσταυρωμένος και τη μία να τη βάλω στο κρεββάτι του παιδιού πού θα γεννιόταν και την άλλη στης μητέρας. «Δεν έχω να σου δώσω, ευλογημένε κάτι παραπάνω, γιατί έχω γεράσει και δεν κάνω εργόχειρο». Αφού ασπάσθηκα τη χείρα του πήρα τον δρόμο της επιστροφής.

Το βράδυ της ίδιας μέρας έφτασα στο Διδυμότειχο. Επειδή ήμουν μόνος πήγα και περπάτησα στην πλατεία της κωμόπολης, όπου είναι και το τέμενος. Εκεί με βρίσκει ο ιδιοκτήτης ενός φούρνου, ο κ. Νίκος με τον όποιον είχαμε συνδεθεί και οικογενειακά, επειδή με βοήθησε, όταν πρωτοπήγα στο Διδυμότειχο στην εξεύρεση κατοικίας. Συμφωνήσαμε να πιούμε ένα ποτήρι κρασί, αφού πρώτα μιλήσει στο τηλέφωνο με το γυιό του στη Γερμανία, ο οποίος τελείωσε ιατρική και πήρε την ειδικότητα του γυναικολόγου και ο καθηγητής του τον προέτρεπε να σταδιοδρομήσει εκεί. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα τα λόγια του π. Παϊσίου («ρώτα γιατρό στη Γερμανία»). Τον παρακάλεσα, πριν κλείσει το τηλέφωνο να μιλήσω κι εγώ μαζί του.

Αφού ολοκλήρωσαν τη συνομιλία τους, με φώναξε και με σύστησε στον γυιό του. Πράγματι του είπα το πρόβλημα και όλα τα μικροβιολογικά δεδομένα πού είχα και ζήτησα την επιστημονική του άποψη. Μου απάντησε ότι είμαι τυχερός, διότι τα αποτελέσματα των εξετάσεων αποδεικνύουν ότι ο συγκεκριμένος τύπος του ιού της ερυθράς, δεν είχε τη δύναμη να διαπεράσει το αμνιακό υγρό που περιβάλλει το έμβρυο μέσα στο σάκκο, ο οποίος λειτουργεί σαν προστατευτικό κέλυφος και κατά συνέπεια δεν είχε προσβληθεί το έμβρυο.

Το πρόβλημα πού αντιμετωπίζαμε, ήταν ανακοίνωση σε επιστημονικό συνέδριο πού συμμετείχε πρόσφατα και ήταν 10 ετών μελετών της Πανεπιστημιακής Κλινικής, πού έκανε την ειδικότητά του. Η ανακούφιση από την αγωνία μου και η χαρά πού ένιωσα εκείνη την ώρα δεν μπορεί να περιγραφεί, ούτε να αποτυπωθεί με μερικές λέξεις πάνω σε ένα φύλλο χαρτιού.

Πράγματι ακολουθώντας τις συμβουλές του δεν άφησα τη γυναίκα μου να γίνει πειραματόζωο και το Νοέμβριο μήνα γεννήθηκε ένα υγιές παιδί.

Του Γεώργιου Καμπούρη
Ο Γέροντας Παΐσιος με έβγαλε από αδιέξοδο,
Περιοδικό «Ερώ», Έκδοση Κέντρου Ενότητος και Μελέτης-Προβολής των Αξιών μας
«Ενωμένη Ρωμιοσύνη»

Οι Άγιοι γίνονται οι φορείς της Χάριτος και του ελέους του Κυρίου

Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως

Η Εκκλησία έλαβε εντολή από τους Αποστόλους να εύχεται για όλο τον κόσμο και να μεσιτεύει στο Χριστό για χάρη του κόσμου.

 Η Εκκλησία όταν επικαλείται τις προσευχές των αγίων, πιστεύει ότι οι άγιοι που ζωντανοί παρακαλούσαν το Θεό για την ειρήνη του κόσμου και την ευστάθεια των Εκκλησιών του Χριστού δεν παύουν να κάνουν το ίδιο και στην ουράνια Εκκλησία του Χριστού, την θριαμβεύουσα. Αυτοί ακούν ευνοϊκά τις προσευχές μας όταν τους επικαλούμαστε και εύχονται στο Θεό και γίνονται οι φορείς της χάριτος και του ελέους του Κυρίου.

Η Εκκλησία, στις προσευχές της προς το Θεό, παρακαλεί τον Κύριο να δεχθεί τις δεήσεις της, και αναφέρει τις προσευχές των αγίων και της Θεοτόκου, επειδή πιστεύει στην παρρησία που έχουν στο Θεό και στην αμείωτη και συνεχή αγάπη τους για την στρατευόμενη Εκκλησία του Χριστού. Επίσης σε όλα τα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας αναφέρονται οι Άγιοι ως πρεσβευτές προς τον Κύριο Ιησού Χριστό για χάρη μας. Οι παλαιότατοι Πατέρες της Εκκλησίας θεωρούν ότι οι Άγιοι μεσιτεύουν για μας προς τον Κύριο και πάντοτε καταφεύγουν στη μεσιτεία τους.

Έτσι, ο Μέγας Βασίλειος σε λόγο του προς τους σαράντα μάρτυρες λέει: «Τι έκανες, ώστε να βρεις τον Κύριο ελεήμονα απέναντί σου; Να, υπάρχουν τώρα για σένα σαράντα, που προσεύχονται συγχρόνως… Ω άγιος χορός! Ω ιερή σύναξη! Ω στερεός συνασπισμός! Ω κοινοί φύλακες του ανθρωπίνου γένους! Αγαθοί μέτοχοι των φροντίδων μας, βοηθοί των δεήσεων μας, δυνατότατοι πρεσβευτές, αστέρες της Οικουμένης, άνθη των Εκκλησιών». Επίσης επικαλείται για τον εαυτό του τις προσευχές των αγίων στους ουρανούς λέγοντας: «Δέχομαι και τους Αγίους Αποστόλους, επικαλούμαι στην ικεσία μου προς το Θεό, με τη μεσιτεία τους να με ελεήσει ο φιλάνθρωπος Θεός και να μου δοθεί η άφεση των αμαρτημάτων μου».

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος επίσης στον Επιτάφιό του προς τον Μέγα Βασίλειο λέει στο τέλος: «Εσύ που μας παρακολουθείς από ψηλά, θεία και ιερά κεφαλή, τον μεν σκόλοπα του σώματος που ο Θεός μας έδωσε για να μας παιδαγωγήσει, παρακάλεσέ τον να μας τον αφαιρέσει, ή πείσε μας να τον υπομένουμε καρτερικά, και όλη η ζωή μας να κυλήσει προς το καλλίτερο. Και αν πεθάνουμε, υποδέξου μας στις σκηνές σου».

Επίσης, ο Θείος Χρυσόστομος επικαλείται στην προσευχή του τη Μητέρα του Κυρίου, και διακηρύττει: «… Δεν παρακούει ο Θεός τη Δεβώρα ούτε την Ιαήλ. Όμως εμείς έχουμε την Αγία Παρθένο και Θεοτόκο Μαρία που προσεύχεται για μας. Και αν μία τυχαία γυναίκα νίκησε, πόσο περισσότερο η Μητέρα του Χριστού θα νικήσει τους εχθρούς της αληθείας;»

Ο Πατριάρχης Ιερεμίας λέει: «Η προσευχή που γίνεται προς τους Αγίους είναι προς τη χάρη που έχουν από το Θεό, γιατί δεν ακούνε όσους τους παρακαλούν ο Πέτρος και ο Παύλος, αλλά η χάρη του Θεού που έχουν, σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου: «και εγώ θα είμαι μαζί σας πάντα ως τη συντέλεια του κόσμου» (Ματθ. 28, 20).

Ως μεσίτες θεωρούμε όλους τους αγίους και εξαιρετικά την Μητέρα του Κυρίου, στην οποία απευθυνόμαστε λέγοντας «Παναγία Δέσποινα Θεοτόκε, πρέσβευε για μας τους αμαρτωλούς», καθώς και στους αγίους. (Αποτελεί δε κοινή συνείδηση της Εκκλησίας μας ότι οι πρεσβείες της Μητέρας του Κυρίου είναι σωστικές, «γιατί όσα θέλει, τα μπορεί», γι’ αυτό και η επίκληση που της απευθύνει είναι «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσε μας»).

Ο Θεός των χριστιανών είναι Θεός ζώντων, και οι Άγιοι ενδιαφέρονται για την στρατευόμενη Εκκλησία, ικετεύοντας τον Κύριο γι’ αυτήν… Αυτά λοιπόν γνωρίζοντας τα μέλη της παλαιάς Εκκλησίας και παρακινούμενοι από το Θεό, επειδή τίποτε δεν μπορούσαν να κάνουν χωρίς αυτόν, άρχισαν να παρακαλούν τις ψυχές των Αγίων να μεσιτεύουν, φανερώνοντας ότι οι ψυχές αισθάνονται και χωρίς τα σώματα. Γιατί αν ήταν αναίσθητες, δεν θα τις παρακαλούσαν.

Και επειδή πίστευαν ότι το Πανάγιο Πνεύμα που τις κατοικεί τους αποκαλύπτει τις ανάγκες εκείνων που τις παρακαλούν, τις παρακαλούσαν να βοηθήσουν τους αδελφούς· και αυτή η βοήθεια φανερώνει την ενότητα των αγίων με μας.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο κόσμος της Προσευχής», εκδ. Κάλαμος)

 

Η εσωτερική μεταμόρφωση ισούται με δυναμική επανάσταση εναντίον του κακού.

Aρχιμανδρίτου Θεοφίλου Λεμοντζή Δρ. Θ.

 

Το κύριο ερώτημα που τίθεται σήμερα στο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο είναι με ποιόν τρόπο μπορεί να αντιστραφεί η κρίση την οποία βιώνουμε, για την οποία μάλιστα όλοι σχεδόν παραδέχονται ότι δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά μια κρίση αρχών και αξιών. Όλοι κατακρίνουν την τακτική της αρπαγής, η οποία οδηγεί στην εξαθλίωση, και παράλληλα προτείνουν ή εφαρμόζουν λύσεις, οι οποίες ωστόσο με μαθηματική ακρίβεια οδηγούν σε δεινότερη θέση τους ήδη ταπεινωμένους ηθικά και οικονομικά λαούς. Η χειρότερη μάλιστα παγίδα, στην οποία όλοι μας σχεδόν πέφτουμε, είναι ότι θεωρούμε υπεύθυνους της οποιαδήποτε καταστροφής τους πάντες εκτός από τον εαυτό μας. Όπως ακριβώς ο Αδάμ έριξε το φταίξιμο της παρακοής στη γυναίκα και στο Θεό και η γυναίκα με τη σειρά της στο διάβολο(Γεν. 3,13-14), έτσι και εμείς αγνοώντας την εσωτερική μας αιχμαλωσία από τα πάθη θεωρούμε υπεύθυνους για τα δεινά που υπάρχουν στον κόσμο μόνο τους άλλους και όχι τον ίδιο τον εαυτό μας.

 

Αποτελεί χαρακτηριστικό του μεταπτωτικού ανθρώπου. Η κοινωνία μας έχει οικοδομηθεί δυστυχώς πάνω στην αμαρτία, όντας αυτονομημένης και αποστασιοποιημένης από το Θεό. Μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο γίνεται λόγος για ειρήνη, δικαιοσύνη, ισότητα μεταξύ των ανθρώπων, για αγάπη και αγωνίζονται πολλοί άνθρωποι για την επικράτηση αυτών των ιδανικών, με τρόπους και Μέσα, πολλές φορές, όπως λ.χ. η βία, που ωστόσο διαιωνίζουν το κακό. Δεν γνωρίζουν ότι εάν όλοι μας καταπολεμούσαμε τα πάθη μας θα μπορούσαμε να φτιάξουμε έναν καλύτερο κόσμο. Εάν καταπολεμούσαμε τα πάθη της φιλαργυρίας, της πλεονεξίας, της απληστίας, δεν θα υπήρχαν πόλεμοι, εκμετάλλευση, κοινωνική αδικία, κλοπές. Εάν καταπολεμούσαμε το πάθος της φιλαυτίας δεν θα ενδιαφερόμασταν μόνο για τον εαυτό μας αλλά και για το συνάνθρωπό μας. Βουτηγμένοι μέσα στα πάθη μας, και ανυποψίαστοι για την τραγικότητα των δεσμών της αμαρτίας, όταν μας θέτουν το ερώτημα ποιος είναι ο υπεύθυνος τελικά για το κακό που υπάρχει στον κόσμο, η απάντηση που δίνουμε είναι απλή και εύκολη: «Δεν φταίω εγώ αλλά ο άλλος. Φταίει ο άλλος για όλα τα δεινά που υπάρχουν στον κόσμο. Εγώ είμαι σωστός, ο δίκαιος, ο ενάρετος. Όλοι οι άλλοι φταίνε».

Δυστυχώς όλοι μας, όλη η ανθρωπότητα, βρίσκεται σε μια γενική κατάσταση κατάκρισης και καταλαλιάς. Όλοι κατακρίνουμε το συνάνθρωπό μας και τον θεωρούμε υπεύθυνο για τα δεινά του κόσμου, για την αδικία, για τους πολέμους, χωρίς να μπορούμε να υποψιαστούμε πόσο και εμείς έχουμε συμβάλλει σε αυτήν την κατάσταση με τις καθημερινές μας αμαρτίες. Επισημαίνει ο αρχιμανδρίτης Γέροντας Σωφρόνιος: «τα πάθη μας είναι εκείνα που καταδυναστεύουν τον κόσμο. Κατά συνέπεια, αυτό που ζούμε δεν είναι ξέχωρο από τη ζωή του κόσμου»i, και στη συγκεκριμένη περίπτωση τα πάθη της φιλαργυρίας, του εγωισμού, της κενοδοξίας, όπως αναφερθήκαμε παραπάνω. Όπως και αντίστροφα, ο συνεχής αγώνας για εσωτερική μεταμόρφωση που εκφράζεται με την μετάνοια αποτελεί την αποτελεσματικότερη και δυναμικότερη επανάσταση που διώχνει την κυριαρχία του κακού από τον κόσμο.

Μια εξωτερική διόρθωση των κακώς κειμένων δεν είναι ο ασφαλής τρόπος για την καταπολέμηση του κακού αλλά μόνο η εσωτερική οντολογική μεταμόρφωση του κάθε ανθρώπου έχει βέβαια αποτελέσματα. «Απόκτησε εσωτερική γαλήνη και χιλιάδες γύρω σου θα σωθούν», δίδασκε ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ. Πόσες αντιθέσεις πραγματικά θα παραμερίζονταν, αν δεν κυριαρχούσε ο ατομικός ή ο ομαδικός εγωισμός στις σχέσεις μας! Εάν πραγματικά καθαρίσουμε τη ψυχή μας από τα πάθη και κυρίως από τον εγωισμό και τη φιλαυτία μέσω της ασκήσεως τότε θα μπορέσουμε να οικοδομήσουμε έναν κόσμο που δεν θα κλέβει αλλά θα προσφέρει, που δεν θα κατηγορεί αλλά θα παρηγορεί, που δεν θα ψεύδεται αλλά θα υπηρετεί την αλήθεια, που δεν θα αδικεί αλλά θα δίνει ψωμί στον φτωχό, που δεν θα εκμεταλλεύεται αλλά θα ελεεί, που δεν θα σπαταλά αλλά θα αναγνωρίζει και τη χρεία του αδελφού.

Αν ήμασταν όλοι ασκητικοί στη ζωή μας, δεν θα υπήρχε κοινωνικό πρόβλημα και θα ζούσαμε όλοι αγαπημένοι μεταξύ μας, πλούσιοι και φτωχοί. Οι πλούσιοι θα βοηθούσαν τους φτωχούς και οι φτωχοί δεν θα φθονούσαν τους πλουσίουςii. Πρωταρχικό καθήκον όλων μας είναι η μετάνοια, η αλλαγή και μεταστροφή του νου του ανθρώπου, ως μια υπαρξιακή μεταστροφή όπως και ο αρχιτελώνης Ζακχαίος ο οποίος μας υπενθυμίζει ότι η οποιαδήποτε αλλαγή στη κοινωνία μας έρχεται ως αποτέλεσμα της δικής μας εσωτερικής αλλαγής και δεν επιβάλλεται έξωθεν(Λουκ.19,1-10).

Αν ο Ζακχαίος απλά επέστρεφε στο τετραπλάσιο όσα είχε αρπάξει, τότε απλά θα επρόκειτο για απόδοση δικαιοσύνης. Οι νόμοι της εποχής εκείνης αυτό ακριβώς όριζαν, ότι δηλαδή εάν κάποιος είχε αδικήσει κάποιο συνάνθρωπό του, όφειλε να του επιστρέψει στο τετραπλάσιο αυτό που είχε αρπάξει με αδικία. Ο Ζακχαίος όμως δεν θεραπεύει απλά την αδικία που είχε διαπράξει, αλλά προχωρά ένα βήμα παραπάνω: θεραπεύει το αίτιο που προξένησε την αδικία, δηλαδή την πλεονεξία. Έτσι, από πλεονέκτης και άρπαγας γίνεται φιλάνθρωπος και ελεήμων, δίνοντας τα μισά των υπαρχόντων του στους φτωχούς. Γι’ αυτό και ο Χριστός δεν επαινεί απλά μια μεταστροφή προς την κατεύθυνση της αποκατάστασης της κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά επιβεβαιώνει ότι στην καρδιά του Ζακχαίου έχει ήδη πραγματοποιηθεί σωτηρίαiv.

 

Ο αγώνας για αλλαγή και μετάνοια δεν σημαίνει και αδιαφορία για τα καθημερινά κοινωνικά προβλήματα. Εμείς οι Χριστιανοί έχουμε χρέος να επεκτείνουμε την προσπάθεια μας για την εξυγίανση των άδικων κοινωνικών δομών. Δυστυχώς το κακό δεν είναι μόνο εσωτερική κατάσταση, αλλά και κοινωνική πραγματικότητα. Έχει αποκρυσταλλωθεί σε νόμους και θεσμούς. Δεν μπορούν να μένουν αδιάφοροι οι Χριστιανοί απέναντι στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Ταυτόχρονα όμως η ευαγγελική διδασκαλία απαιτεί από τον άνθρωπο όχι απλώς δικαιοσύνη, αλλά αγάπη που περιέχει και υπερβαίνει τη δικαιοσύνη. Στην περικοπή της «Κρίσεως» ο Χριστός μας βεβαιώνει ότι δεν θα κατακριθούν μόνο όσοι στη ζωή τους διέπραξαν μεγάλες αδικίες· θα κατακριθούν και όσοι έμειναν αδιάφοροι μπροστά στον ανθρώπινο πόνο και την αδικία(Ματθ. 25, 41-43).

Ο Ρώσος φιλόσοφος Ν. Μπερντιάγιεφ έγραφε ότι «το πρόβλημα του δικού μου ψωμιού είναι πρόβλημα υλικό, αλλά το πρόβλημα του ψωμιού των διπλανών μου, ολόκληρου του κόσμου, είναι πνευματικό και θρησκευτικό πρόβλημα. Ο άνθρωπος δεν ζει μονάχα για το ψωμί, ζει όμως με ψωμί, και πρέπει όλοι οι άνθρωποι να έχουν ψωμί»v.

Εφόσον πιστεύουμε στο Χριστό και το Ευαγγέλιό Του, οφείλουμε να οργανώσουμε την κοινωνική, πολιτική και οικονομική μας ζωή σύμφωνα με αυτή την πίστη. Πίστη στη βαθειά αξιοπρέπεια του μικρού, του αδύνατου, του φτωχού. Ο χριστιανός που θέλει να είναι συνεπής με την πίστη του οφείλει να στρατευθεί στον αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη.

Στο επίπεδο της προσωπικής του ζωής ο πιστός κινούμενος από πνεύμα αγάπης και της αυτοθυσίας μπορεί να δεχθεί ή ακόμα και να επιδιώξει τη φτώχεια για την πνευματική του τελείωση. Στο κοινωνικό όμως επίπεδο καλείται ν’ αγωνιστεί για την άρση της αδικίας, που διαρκώς αυξάνει δημιουργώντας τεράστια προβλήματα και εκρηκτικές καταστάσεις μέσα στην ανθρωπότηταviii. Ο Θεάνθρωπος Ιησούς γεννήθηκε και μεγάλωσε σ’ έναν κόσμο, όπου η κοινωνική κρίση ήταν αντίστοιχη ή και χειρότερη από τη σημερινή. Σ’ έναν κόσμο με τεράστια οικονομικά προβλήματα, σκάνδαλα, ανίκανους ηγέτες και διαφθορά. Σ’ αυτή την κοινωνία επικρατούσε η εκμετάλλευση των αδυνάτων από τους δυνατούς και ισχυρούς που εκφραζόταν κυρίως μέσω της δήμευσης περιουσίας τους λόγω αδυναμίας αποπληρωμής των χρεών. Έτσι, οι φτωχοί γαιοκτήμονες, που δανείστηκαν από τους πλούσιους με τοκογλυφικούς όρους και δεν είχαν να πληρώσουν, έχαναν τη γη τους και όλος ο πλούτος είχε μαζευτεί στα χέρια λίγων, σκληρών και αδίστακτων εκμεταλλευτών. Ο Ιησούς μέσα από τις παραβολές Του μας έδωσε πολλά παραδείγματα πως πρέπει να είναι η ζωή μας, πως πρέπει να συμπεριφερόμαστε απέναντι στο Θεό και στο συνάνθρωπο. Αποκάλεσε «άφρονα» τον πλούσιο που μαζεύει θησαυρούς στις αποθήκες του (τράπεζες σήμερα), καταδίκασε αυτόν που δεν δέχεται να μειώσει το χρέος του συνανθρώπου του που υποφέρει, απαίτησε πραγματική φιλανθρωπία με πράξεις. Επίσης, η πρώτη χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων είχε αντιμετωπίσει αποτελεσματικά θέμα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο πλούτος ως διαιρετικός παράγοντας ξεπεράστηκε. Στην πρώτη Εκκλησία όλα ήταν κοινά, δεν υπήρχε κανένας φτωχός ανάμεσά τους και όλα τα αγαθά ανήκαν σε όλους. (Πραξ.4,32). Η εμπειρία του αναστημένου Χριστού στη Θεία Ευχαριστία μεταμορφώνει τη ζωή των πιστών και οδηγεί στην πώληση των υπαρχόντων τους προς διακονία των ενδεών αδελφών: «οὐδὲ γὰρ ἐνδεής τις ὑπῆρχεν ἐν αὐτοῖς· ὅσοι γὰρ κτήτορες χωρίων ἢ οἰκιῶν ὑπῆρχον, πωλοῦντες ἔφερον τὰς τιμὰς τῶν πιπρασκομένων καὶ ἐτίθουν παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων·»(Πραξ.4,34). Έτσι η πρώτη Εκκλησία είχε εξαλείψει την αδικία.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας απαρνήθηκαν πλούτη και ευκολίες και έκαναν τιτάνιο αγώνα για να διαδώσουν το μήνυμα της σωτηρίας. Αντιτάχτηκαν πολλές φορές στην εξουσία και στην αδικία, αντιτάχτηκαν στους τοκιστές και στους τοκογλύφους, στους εκμεταλλευτές και στους πλουσίους και απαίτησαν κοινωνική δικαιοσύνη. Μίλησαν για όλα τα θέματα που αφορούν και τη σημερινή κοινωνία, τις τράπεζες, τους τόκους, τα χρέη, τη διαφθορά, τα μεγάλα συμφέροντα, τους υποταγμένους στο χρήμα ηγέτες. Ο λόγος τους ήταν ευθύς και σκληρός. Κατέκριναν την πλεονεξία, τον εγωϊσμό, την ιδιοτέλεια, τη φιλαυτία, τη θεοποίηση του υλικού πλούτου. Ο Ν. Μπερντιάγιεφ μεταξύ άλλων αναφέρει ότι «στον Μέγα Βασίλειο όπως και στον Ιωάννη το Χρυσόστομο η κοινωνική αδικία, δημιούργημα της κακής διανομής του πλούτου, κριτικάρεται με μια δριμύτητα που θα έκανε τον Προυντόν και τον Μαρξ να χλομιάσουν» ix.

Δυστυχώς ο σύγχρονος κόσμος χωρίζεται στους έχοντες και σ’ εκείνους που εποφθαλμιούν τα κεκτημένα των άλλων. Ο αγώνας για την απόσπαση της ξένης ιδιοκτησίας μπορεί να γίνει αδυσώπητος, καθώς κάποιοι γίνονται αδίστακτοι όταν αποφασίζουν να αρπάξουν αυτό που οι ίδιοι θεωρούν πως τους ανήκει. Ασφαλώς η Εκκλησία δεν υποστήριξε την ένοπλη πρακτική και τον επαναστατικό τρόπο αντιμετώπισης των κοινωνικών προβλημάτων. Αυτό δεν αρμόζει στη φύση της. Η βία δεν καταπολεμείται με τη βία αλλά με την αγάπη, τον λόγο και την προσωπική μεταμόρφωση. Οι Πατέρες μας επισημαίνουν ότι ο αγώνας ενάντια στην κοινωνική αδικία δεν μπορεί να γίνεται για το δικό μας εγωιστικό συμφέρον αλλά για τον συμφέρον του αδελφού μας. «Εκείνος που αδικείται από κάποιον και δεν ζητεί το δίκιο του από αυτόν που τον αδικεί, δείχνει ότι πιστεύει στον Χριστό και εκατονταπλάσια λαμβάνει στην παρούσα ζωή και ζωή αιώνια(Μαρκ. 10,30) κληρονομεί», επισημαίνει ο άγιος Μάρκος ο ασκητήςx. Όταν η αδικία αφορά το πρόσωπό μας θα πρέπει να κάνουμε υπομονή. Αυτή ακριβώς είναι και η «μωρία» του Χριστιανισμού, η «μωρία» του Σταυρού όπως λέγει ο απόστολος Παύλος (Α΄Κορ.1,18), το να μην επιδιώκουμε το ατομικό συμφέρον αλλά να αναζητούμε το συμφέρον του συνανθρώπου. Εάν όλοι συμπεριφέρονταν με αυτόν τον τρόπο, αν εργαζόμασταν για το συμφέρον του διπλανού, τότε θα υπήρχε και κάποιος συνάνθρωπος που θα εργαζόταν για τη αποκατάσταση του δικού μας δικαίου. Έτσι θα δημιουργούνταν μια «αλυσίδα» δικαιοσύνης η οποία θα περιελάμβανε όλους τους ανθρώπους. Όμως εμείς σήμερα ζούμε σε μια κοινωνία όπου ο κάθε άνθρωπος πολεμά για το δικό του δίκιο, για το δικό του ατομικό συμφέρον αγνοώντας το δίκιο του διπλανού. Γι’ αυτό άλλωστε ο αγώνας για δικαιοσύνη δεν τελεσφορεί, ακριβώς διότι υποκινείται από εγωιστικά και ιδιοτελή κίνητρα. Η ανατροπή του παρόντος κατεστημένου αδικίας οδηγεί στη δημιουργία ενός νέου κατεστημένου αδικίας το οποίο ίσως μπορεί να είναι και πιο βάναυσο από το προηγούμενο.

 

Ταυτόχρονα, οι χριστιανοί θα πρέπει να προσέχουμε τη συμπεριφορά μας απέναντι στον συνάνθρωπό μας. Δεν είναι δυνατόν να είμαστε ευσεβείς από τη μια και από την άλλη να εκμεταλλευόμαστε το συνάνθρωπο που εργάζεται στην επιχείρηση μας διότι «αν δεν θέλεις να κακοπαθείς, μην θέλεις να κακοποιείς. Γιατί το ένα ακολουθεί αναπόφευκτα το άλλο. Επειδή ό,τι σπείρει ο άνθρωπος, τούτο και θα θερίσει (Γαλ. 6,7)».

Εν κατακλείδι, πάντοτε ο άνθρωπος θα πρέπει να έχει στο μυαλό του το ευμετάβλητο και το πρόσκαιρο των ανθρωπίνων πραγμάτων. «Η μνήμη του θανάτου είναι καθημερινός θάνατος. Και η μνήμη της εξόδου μας από την ζωή αυτή, είναι συνεχής στεναγμός», λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτηςxiv. «Το να πιστεύει κάποιος ότι ο πλούτος, η άνεση των υλικών αγαθών και η καλοπέραση είναι αιώνιες καταστάσεις αποτελεί ένδειξη αφροσύνης και ασέβειας ενώ οι άνθρωποι που ορθοφρονούν και θέλουν να εξασφαλίσουν σωστά την ζωή τους, δεν θεωρούν ευχάριστη την πρόσκαιρη απόκτηση χρημάτων, αλλά τις ορθές και αληθινές ιδέες. Αυτές τους κάνουν ευτυχείς. Γιατί ο πλούτος και κλέβεται και από δυνατότερους αρπάζεται, η αρετή όμως της ψυχής, αυτή μόνο είναι απόκτημα και ασφαλισμένο και που δεν μπορεί να κλαπεί, και μετά το θάνατο παρέχει τη σωτηρία σε όσους την έχουν αποκτήσει. Έτσι οι φρόνιμοι δεν παρασύρονται από την φαντασία του πλούτου και των άλλων ηδονών. Εκείνοι που προσπαθούν να ζουν την ενάρετη και θεοφιλή ζωή, φροντίζουν για τις αρετές σαν κτήματά τους και σαν αφορμή αιώνιας απολαύσεως. Τα πρόσκαιρα τα απολαμβάνουν όπως τύχει και όπως δίνει και θέλει ο Θεός, και τα χρησιμοποιούν με μεγάλη χαρά και ευχαριστία προς το Θεό κι αν ακόμη αυτά είναι μετριότατα. Γιατί οι πολυποίκιλες τροφές τρέφουν τα σώματα ως υλικά, ενώ η γνώση του Θεού, η εγκράτεια, η αγαθότητα, η αγαθοεργία, η ευσέβεια και η πραότητα θεώνουν την ψυχή»,όπως εύστοχα επισημαίνει ο Μέγας Αντώνιοςxv.

 

i
Αρχιμ. Σωφρονίου, Περί Πνεύματος και ζωής, πνευματικά κεφάλαια, Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1995 (πρώτη έκδοση 1992), σελ.29.

ii

Απομαγνητοφωνημένο Κήρυγμα π. Θεοδώρου Ζήση – Κυριακή Ε’ Λουκά
31/10/2010,(παραβολή του πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου),http://www.impantokratoros.gr/theodoros_zisis_ploutos.el.aspx

iii

Αρχιμ. Χερουβείμ Βελέτζα, Από την πλεονεξία στην αλληλεγγύη, με αφορμή το παράδειγμα του Ζακχαίου,(Ομιλία που εκφωνήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο του Ι. Ν. Αγίου Θωμά Αμπελοκήπων την Κυριακή του Ζακχαίου, 22-1-2012),http://xerouveim.blogspot.com/2012/01/blog-post.html#ixzz1vQC63hf5

iv

Αρχιμ. Χερουβείμ Βελέτζα, Από την πλεονεξία στην αλληλεγγύη, με αφορμή το παράδειγμα του Ζακχαίου,(Ομιλία που εκφωνήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο του Ι. Ν. Αγίου Θωμά Αμπελοκήπων την Κυριακή του Ζακχαίου, 22-1-2012),http://xerouveim.blogspot.com/2012/01/blog-post.html#ixzz1vQC63hf5

v

Ν. Μπερντιάγιεφ, Οι πηγές και το νόημα του ρωσικού κομμουνισμού, μετ. Ε. Δ. Νιάνιος, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 265.

vi

Γ Μαντζαρίδη, Κοινωνιολογία του Χριστιανισμού, σελ. 227.

vii

Μήνυμα του Μητροπολίτη Μονεμβασίας και Σπάρτης κ Ευσταθίου προς τον Ιερό Κλῆρο καί τόν εὐσεβῆ λαό, «Ἡ ὀρθή στάση τοῦ χριστιανοῦ ἀπέναντι στήν οἰκονομική κρίση»,http://www.notospress.gr/index.php?c_id=52&n_id=4741

viii

Γ. Μαντζαρίδη, Χριστιανική Ηθική, Θεσσαλονίκη 1983 ,σελ.304.

ix

Μάριου Μ. Μιχαηλίδη, Υλιστική κεφαλαιοκρατία και Χριστιανική φιλανθρωπία,http://www.xfd.gr/%CE%BA%CE% B1.

x

Άγιος Μάρκος ο Ασκητής, Τα 226 κεφάλαια περί αυτών που νομίζουν ότι δικαιώνονται από τα έργα τους, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, Αθήνα 1986, τ.1, σελ. 143-162.

xi

Τα 226 κεφάλαια περί αυτών που νομίζουν ότι δικαιώνονται από τα έργα τους, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, Αθήνα 1986, τ.1, σελ. 143-162.

xii

Τα 200 κεφάλαια περί του πνευματικού νόμου, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, Αθήνα 1986, τ.1, σελ. 129-142

xiii

Συμβουλές για το ήθος των ανθρώπων σε 170 κεφάλαια, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, Αθήνα 1986, τ.1, σελ. 28-53.

xiv

Κλίμαξ – Λόγος Στ΄, Περί Μνήμης Θανάτου.

xv

Συμβουλές για το ήθος

πηγή

 

Οι θρησκευτικές γιορτές ως παράγοντας ποιότητας ζωής

Στον πολιτισμό μας, τον ελληνικό, το ρωμαίικο (και ρωμαίικο = ό,τι κοινό στοιχείο μοιραζόμαστε με τους άλλους ορθόδοξους λαούς της Γης), ο χρόνος είναι γεμάτος γιορτές. Γιορτές του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων μας, που είναι δικοί μας, ορθόδοξοι, όπως κι εμείς, και πολύ συχνά έζησαν στα ίδια μέρη που ζούμε κι εμείς οι ίδιοι.
 
Η πιο συχνή ορθόδοξη γιορτή, που έρχεται ξανά και ξανά κάθε εβδομάδα και είναι από τις μεγαλύτερες της χριστιανοσύνης (ισότιμη με το Πάσχα!) είναι η μέρα της Κυριακής. «Κυριακή ημέρα» σημαίνει «ημέρα του Κυρίου», δηλ. του Ιησού Χριστού. Είναι η μέρα που πηγαίνουμε στη λειτουργία, μια τελετή επανάληψης του Μυστικού Δείπνου, που μας ενώνει με όλους τους ορθόδοξους χριστιανούς όλων των λαών, ακόμη και με τις ψυχές των νεκρών μας, με τους αγίους, τους αγγέλους, την Παναγία και το Χριστό (όλοι – ουρανός και γη – συμμετέχουν στην κυριακάτικη λειτουργία, όπως το είδε και ο άγιος απόστολος Ιωάννης στην Αποκάλυψη «εν τη Κυριακή ημέρα», Αποκ. 1, 10).
 

 

Είναι η μέρα που μεταλαβαίνουμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού και ενωνόμαστε μαζί Του, δηλαδή βάζουμε μέσα μας το Θεό και γινόμαστε κι εμείς μικροί Θεοί, μικροί Χριστοί, για να πάρουμε δυνάμεις και να γίνουμε μεγάλοι Θεοί και μεγάλοι Χριστοί, όσο βέβαια είναι δυνατόν να γίνει αυτό σ’ έναν άνθρωπο (να γίνουμε, δηλαδή, άγιοι, όσο μπορούμε – και μπορούμε να γίνουμε πάρα πολύ μεγάλοι άγιοι, αν φυσικά το θέλουμε).
 
Η Κυριακή, η γιορτινή και πολυτραγουδισμένη Κυριακή μας, είναι η μέρα, κατά την οποία δεν γονατίζουμε για να προσευχηθούμε, αλλά στεκόμαστε όρθιοι, σαν ίσοι, μπροστά στο Θεό, για να θυμόμαστε πως είμαστε ελεύθεροι κι όχι σκλάβοι.

 

Εκτός αυτού, γενικά οι θρησκευτικές μας γιορτές είναι ένας σημαντικός παράγοντας που δίνει ποιότητα στη ζωή μας, ιδιαίτερα στις παραδοσιακές εποχές, όταν οι άνθρωποι όχι απλά τις γιόρταζαν με ενθουσιασμό, αλλά κυριολεκτικά καθόριζαν το καθημερινό τους πρόγραμμα με βάση τις γιορτές και τιςνηστείες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που είμαστε εμείς οι ίδιοι («Εκκλησία» = εμείς ενωμένοι, όλοι μαζί).
 
Το όφελος από τις γιορτές αυτές έχει και κοινωνικές αιτίες και πνευματικές.
 
Οι κοινωνικές:
 
Με τις γιορτές, ιδιαίτερα αυτές που είναι και αργίες (σχόλες) ή που γιορτάζουν οι άγιοι του χωριού μας ή της ενορίας μας, σπάει η μονοτονία της καθημερινότητας και οι άνθρωποι έχουν την ευκαιρία να κάνουν ακριβώς αυτό που λέει η λέξη: να γιορτάσουν! Και μάλιστα να γιορτάσουν όλοι μαζί, να περάσουν χρόνο με την οικογένειά τους, αλλά και να συναντηθούν στην εκκλησία – και αργότερα, σε παρεάκια ή στο πανηγύρι, που κάποτε βέβαια δεν ήταν μαζικοποιημένο, απρόσωπο και εμπορικό – με ολόκληρη την τοπική κοινωνία, στην οποία ζούσαν, και να έρθουν πιο κοντά ο ένας στον άλλο.
 
Επίσης, όχι απλά ξεκουράζονται από την εργασία τους, αλλά – το σπουδαιότερο – συνειδητοποιούν πως δεν είναι ζώα (που δεν έχουν γιορτές και αργίες), ούτε σκλάβοι, υποβιβασμένοι στο επίπεδο του ζώου, αλλά ελεύθεροι Άνθρωποι, που έχουν το δικαίωμα να ξεκουραστούν και να γιορτάσουν όταν θέλουν. Και μάλιστα Άνθρωποι που συνδέονται με το Θεό, γιατί οι δικές μας οι γιορτές είναι γιορτές του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων, με τους οποίους συνδεόμαστε κατά τον εορτασμό τους, και όχι άσχετες γιορτές, που δεν μας εκτοξεύουν στον ουρανό, όπως οι σύγχρονες «Παγκόσμιες Ημέρες», που εισαγάγαμε απ’ έξω. [“Ν”: επίσης έρχονται σε επαφή με μερικά από τα ωραιότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας (τα υμνογραφικά έργα της Εκκλησίας των μεγάλων εορτών και γύρω από αυτές, όπως οι παρακλήσεις της Παναγίας κτλ), πράγμα που κάποτε – που οι άνθρωποι έδιναν προσοχή, παρά τη διαφορά στη μορφή της γλώσσας, που σήμερα έχουμε τόσο τραγικοποιήσει – συνέβαλλε σημαντικά στην καλλιέργειά τους & στο μορφωτικό τους επίπεδο!].
 
Και οι γιορτές μας βέβαια είναι Παγκόσμιες Ημέρες: δεν υπάρχει τίποτα πιο παγκόσμιο από το Χριστό, από τη Γέννηση και την Ανάστασή Του κι από το ότι κάποιοι άνθρωποι (με τη ζωή τους ή με το μαρτύριό τους) έγιναν άγιοι και μας προσκαλούν κι εμάς στην αγιότητα. Όλα αυτά ενώνουν τους ανθρώπους, δεν τους χωρίζουν.
 
Αυτό το τελευταίο είναι ο πνευματικός λόγος, που οι θρησκευτικές μας γιορτές προσδίδουν ποιότητα στη ζωή μας και στη ζωή της οικογένειάς μας και γενικότερα στην κοινωνία μας: ότι αποτελούν πηγές θείας χάριτος και γέφυρες που συνδέουν (πραγματικά, όχι συμβολικά) τη γη με τον ουρανό.

 Ο εορτασμός αυτός σήμερα φαίνεται να έχει υποβαθμιστεί αρκετά. Για μας όλες οι μέρες έχουν γίνει ίδιες, συχνά δεν υπάρχει ούτε αργία Κυριακής (μόνο «κυλιόμενα ρεπό» σε τυχαίες μέρες, διαφορετικές για κάθε μέλος της οικογένειάς μας). Δεν υπάρχει στη ζωή μας ενθουσιασμός, ούτε ενότητα με την τοπική μας κοινωνία, ούτε στροφή προς τον ουρανό: είμαστε σκυφτοί και νιώθουμε αγχωμένοι, πανικόβλητοι και δυστυχισμένοι…

 Δεν υπάρχει η σύνδεση με τους αγίους μας, ίσως δεν ξέρουμε καν ποιοι είναι οι άγιοι του χωριού μας ή της ενορίας μας – ή δεν ξέρουμε καν σε ποια ενορία ανήκουμε ή δεν έχουμε ακούσει ούτε τη λέξη «ενορία» – ούτε κι έχουμε τη συνείδηση ότι είμαστε ελεύθεροι Άνθρωποι ή Άνθρωποι συνδεόμενοι με το Θεό, συνεορτάζοντες με την Παναγία, τους αγγέλους και τους αγίους.
 
Είμαστε πλάσματα μοναχικά, που δεν ξέρουν αν δουλεύουν για να ζουν ή ζουν για να δουλεύουν και να κερδίζουν από το μόχθο τους κάποιοι άλλοι…
 
Δυο μόνο γιορτές έχουν έρθει απ’ έξω, για να σπάσουν τη μονοτονία της αδιάκοπης εργασίας: τα γενέθλια και το Σαββατόβραδο.
 
Φύγανε οι λαμπροστολισμένες πανανθρώπινες γιορτές των αγίων μας και αντικαταστάθηκαν από τα γενέθλιά μας και το Σαββατόβραδο. Τα γενέθλια γιορτάζουμε το Εγώ μας, το κέντρο του εγωκεντρικού μας κόσμου (ενώ στη γιορτή του ονόματός μας, το κέντρο είναι ο άγιός μας, που είναι και πρότυπό μας), ενώ το Σαββατόβραδο ξεσπάμε μαζικά πίνοντας στα μπαρ, όταν έχουμε λεφτά φυσικά. Και την άλλη μέρα, Κυριακή πρωί, είμαστε τέζα και ούτε σκέψη για να πάμε στην Εκκλησία (κάποιοι ενοχλούνται κι από τις …καμπάνες, σα να βρισκόμαστε στην Τουρκοκρατία)…
 
Αυτές οι δυο γιορτές δεν γιατρεύουν τη μοναξιά μας και το αίσθημα ότι είμαστε δούλοι σε κάποιους αόρατους αφέντες ή «στη μοίρα» ή στη ζωή. Γι’ αυτό τα γενέθλια, όσο μεγαλώνουμε, μας προκαλούν θλίψη. Γι’ αυτό και τα Χριστούγεννα σε πολλούς προκαλούν θλίψη, γιατί ξέχασαν πως είναι η γιορτή όλων των χριστιανών και του ίδιου του Χριστού και νομίζουν πως είναι μια μέρα σαν τις άλλες – κι αν δεν έχουν αυτά που θέλουν ή αυτούς που θέλουν, τότε λυπούνται και μιλάμε για μελαγχολία των εορτών και για αυτοκτονίες των εορτών…
 
Για να μην παρεξηγούμαι, δεν κηρύσσω τον πόλεμο κατά των γενεθλίων, που δίνουν χαρά στα παιδιά. Αλλά ας μην ξεχνάμε πως τα γενέθλια «είναι μόνο για τα παιδιά», ενώ οι δικές μας ορθόδοξες γιορτές είναι και για τους μεγάλους και για τα παιδιά και τα εφοδιάζουν με πνευματικά εφόδια για όταν θα έχουν γίνει μεγάλοι.
 
Ο Ιούλης, όπως και ο Νοέμβρης, είναι οι μήνες με τις περισσότερες γνωστές στο λαό μας ορθόδοξες γιορτές!… Μετράω γιορτές που ξέρει και μου λέει, απ’ όταν ήμουν μικρός, η μητέρα μου (πολύτιμη κληρονομιά της):
 
Των αγίων Αναργύρων Ιατρών Κοσμά και Δαμιανού (1 Ιουλίου), της αγίας Κυριακής (7 Ιουλίου), του αγίου Προκοπίου (8 Ιουλίου), της αγίαςΕυφημίας και Όλγας (11 Ιουλίου), των αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης (15 Ιουλίου), της αγίας Μαρίνας (17 Ιουλίου), του προφήτη Ηλία (20 Ιουλίου), της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής [& Μαρκέλλας] (22 Ιουλίου), της αγίας Χριστίνας (24 Ιουλίου), της αγίας Άννας, γιαγιάς του Χριστού (25 Ιουλίου), της αγίας Παρασκευής (26 Ιουλίου), του αγίου Παντελεήμονα (27 Ιουλίου), της αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου (28 Ιουλίου).
 
Ας προσθέσω και του αγίου Ιωάννη Μαξίμοβιτς (2 Ιουλίου – μαζί με της Παναγίας των Βλαχερνών), του αγίου Ανδρέα Κρήτης (4 Ιουλίου – του μεγάλου ποιητή και μουσικού), αλλά και ότι είναι η επέτειος της μνήμης δυο κορυφαίων αγίων της εποχής μας, του γέροντα Παΐσιου και του γέροντα Σωφρόνιου του Έσσεξ (11 και 12 Ιουλίου).
 
Η οικονομική κρίση λοιπόν τρίζει τα δόντια, αλλά έχω πολλές μέρες να γιορτάσω μαζί με την οικογένειά μου και τους φίλους μου! Παράθυρα γεμάτα ουρανό, γέφυρες που με πάνε στον ουρανό! Αλλά τι αξία έχει να πάω μόνος μου; Πάμε όλοι μαζί, αδέρφια! Καλές γιορτές!
 

Η απουσία της ουράνιας πατρότητας κάνει τον άνθρωπο ομοφυή με το θάνατο

Διότι χωρίς τον παντοτεινό Πατέρα, ο έρωτας του ανθρώπου και αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος είναι όντως ομοφυής με το χρόνο άρα και με το θάνατο. Ο χρόνος κάνει το θάνατο περιεχόμενο της επιθυμίας (έρωτα) και έτσι περιεχόμενο του ανθρώπου, ο οποίος μόνον μ’ αυτήν τρέφεται. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι την αλήθεια αυτή για την οργανική σχέση μεταξύ του έρωτα και του θανάτου αισθάνθηκε εντονότερα απ’ όλους κατά τους νεώτερους χρόνους, ένας Εβραίος, ο Φρόϋντ[4]. Μόνο με βάση το εβραϊκό υποσυνείδητο, διαμορφωμένο από την ιδέα του φοβερού Γιαχβέ και την επιθυμία του απαγορευμένου καρπού, που γεννά το θάνατο (πρβλ. Γεν. 2,17· 3,6), ήταν δυνατόν ο μύθος περί του Οιδίποδα να προσλάβει τέτοιες διαστάσεις που πήρε στο φροϋδισμό.

Ο φροϋδισμός στο βάθος του είναι η εκ νέου και κατά τρόπο σύγχρονο συγκατάθεση στο ψεύδος του Εωσφόρου σε βάρος του ουράνιου Πατέρα και η αιμομικτική παράδοση στη θανατηφόρο αγκάλη της μητέρας γης: Εδώ τα πάντα έχουν εξυφανθεί από την επιθυμία της σάρκας και την επιθυμία των ματιών (δηλ. από τον έρωτα) αφ’ ενός, και, από την ματαιόδοξη αντιζηλία προς τον πατέρα τον δήθεν «σαδιστή» αφ’ ετέρου. Το ίδιο πράγμα, αν και με διαφορετικό τρόπο, αποτελεί και ο μαρξισμός, βλαστός και αυτός της ιδίας ρίζας. Διότι, όταν ο Μαρξ «προκαλεί όλο τον κόσμο για να καταρρίψει εκείνο το Γίγαντα – Πυγμαίο και κατόπιν κάνοντας περίπατο πάνω στα ερείπιά του και μεταβάλλοντας τους λόγους του σε έργο να αισθανθεί ίσος προς τον Δημιουργό»[5] τίποτε άλλο δεν κάνει από το να προσπαθεί να πραγματοποιήσει όχι απλώς το προμηθεϊκό, αλλά το εωσφορικό σχέδιο για τον κόσμο και τον άνθρωπο, και τούτο με τον ίδιο μαγικό οφεοπρεπή τρόπο. Απ’ όλες τις ενδείξεις, η πιο μύχια μυστική του επιθυμία είναι να «καταργήσει» το Θεό. Διακατεχόμενος από κακία ενθυμείται ο Έγελος την πρώτη του συνάντηση με τον 23χρονο Μαρξ, «ωσάν να επιθυμεί να αρπάξει την επουράνια σκηνή και να την καταρρίψει μ’ όλη του τη δύναμη στη γη»[6]. Είναι φανερό πως ούτε ο Φρόϋντ ούτε ο Μαρξ γνωρίζουν άλλον Θεό εκτός απ’ τον φοβερό Γιαχβέ των Εβραίων, ο οποίος φέρεται απέναντι στον άνθρωπο, όπως ο Κύριος απέναντι στο δούλο. Απ’ αυτό προέρχεται και η επανάστασή τους εναντίον Του, αλλά και η εκ μέρους τους δημιουργία του δικού τους «Θεού» (libido, επανάσταση) «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» Εκείνου.

Δυστυχώς, σ’ αυτούς, όπως και σε μερικούς μάρτυρες των καινοδιαθηκικών γεγονότων έμεινε άγνωστο το μυστήριο της ουράνιας πατρότητας και υιότητας διότι και οι δύο έμειναν κουφοί και τυφλοί για το Χριστό, ο οποίος απεκάλυψε και δώρισε στον κόσμο το μυστήριο αυτό. Χωρίς όμως το Χριστό, η βία είναι ο πυρήνας κάθε γήινης αυθεντίας, καθώς και παιδαγωγικής που βασίζεται πάνω σε τέτοιες αυθεντίες. Μέσα από την τυραννία του θανάτου, η οποία βρίσκεται στη ρίζα τόσο του έρωτα, όσο και του «οικονομικού ανθρώπου», ο άνθρωπος καταντά απελπισμένος κατάδικος, προορισμένος για το μηδέν, η δε ιστορική του πορεία γίνεται μια αναγκαστική αγωγή και εκβιαστική προπαρασκευή του για την εξαφάνιση πάνω στη λίγο – πολύ θεαματική, αιματόβρεκτη σκηνή του κόσμου τούτου.

Όλα αυτά θα συνέβαιναν αναπότρεπτα κατ’ αυτό τον τρόπο, αν δεν υπήρχε η πνευματική πατρότητα ως απελευθέρωση από την τυραννία του θανάτου και ως αναγωγή του ανθρώπου από το βαθμό του δούλου στο αξίωμα του ελεύθερου τέκνου του Θεού. Γι’ αυτό ο αγώνας εναντίον της δεν είναι τίποτε άλλο παρά η λανθάνουσα δίψα αυτοκαταστροφής διά της αυτοκαταδίκης στην τυραννία του θανάτου και με την τυραννική βία εναντίον των άλλων. Όλα δε αυτά εν ονόματι της δικής τους και της δικής μας ευδαιμονίας! Όσο, δε, θα εντείνεται ο αγώνας αυτός, τόσο περισσότερο ο άνθρωπος θα αισθάνεται πιο αδύναμος μπροστά στην έκρηξη των στοιχειωδών δυνάμεων μέσα του και μπροστά στην επιβαλλόμενη σ’ αυτόν εξωτερική βία, αλλά και τόσο περισσότερο η ουράνια αυτή πατρότητα θ’ αποκαλύπτει στον άνθρωπο την αίγλη της, ως τη μοναδική σωτηρία του και ως το πλήρωμα του είναι του. Διότι αυτή είναι ο τρόπος υπάρξεως του Θεού και η κοινωνία μας με το Θεό. Κατά το πρότυπο των αγίων πατέρων, ο μόνος αυθεντικός τρόπος υπάρξεως της λογικής κτίσης του Θεού. Μόνον εκεί όπου η ουράνια πατρότητα πραγματοποιείται και διαπαιδαγωγεί, εκεί και η αυθεντία παύει να είναι «ο σαδιστής πατέρας», και ο άνθρωπος αντί δούλος γίνεται υιός. «Ότι δε έστε υιοί, εξαπέστειλεν ο Θεός το πνεύμα του υιού αυτού εις τας καρδίας υμών κράζον αββά, ο πατήρ! ώστε ουκέτι ει δούλος, αλλ’ υιός· ει δε υιός και κληρονόμος Θεού διά Χριστού» (Γαλ. 4,6-7) Κληρονόμος τίνος; Κληρονόμος του μόνου Πατέρα και κοινωνός της μοναδικής πατρότητας, μέσω της οποίας όλοι γίνονται ένα εν τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι.

(Μετάφραση από τα σερβικά: Βασιλική Νικολακάκη)
Πηγή: Περιοδικό ΕΠΟΠΤΕΙΑ 73/1982

Πορεία σε δίσεκτους καιρούς

Κάποτε σκοτεινιάζει ὁ οὐρανός. Κατάμαυρα σύννεφα σκεπάζουν τὸν ἥλιο. Τὴ νύχτα τὸ σκοτάδι γίνεται ψηλαφητό. Σβήνουν τ᾿ ἀστέρια, χάνεται ὁ οὐρανός.
Σὲ παλαιότερους καιροὺς ποὺ δὲν ὑπῆρχαν πυξίδες καὶ ἄλλα σύγχρονα ὄργανα, τὰ πλοῖα ἔχαναν τὸν προ­­σανατολισμό τους, παραδίδονταν στὴ βία τῶν κυμάτων.

Ἔτσι εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Κάποτε βαραίνει μολύβι ὁ οὐρανός. Χάνει τὸν ὁρίζοντα ἡ ψυχή, θαλασσοδέρνεται ἀβοήθητη.
Κατὰ καιροὺς ἡ σκοτεινιὰ ἀποκτάει εὐ­ρύτερες διαστάσεις. Πνίγονται σ᾿ αὐ­τὴν λαοὶ καὶ ἔθνη. Πελαγοδρομοῦν σὲ ἀχαρτογράφητα νερά.
Τέτοια εἶναι ἡ ἐποχή μας. Ἔχασε τὸν δρόμο της, τὸν προσανατολισμό της. Ἐγ­­κατέλειψε τὸν προορισμό της. Μὲς στὴ δική της σύγχυση θαλασσοπνίγον­ται τὰ πλήθη τῶν πολλῶν ἀνθρώπων. Καὶ ἡ ἀπορία ξεχειλίζει ἀναπάντητη, βασανιστική: Ποῦ πᾶμε; Τί μᾶς περιμένει ἄ­­ραγε αὔριο; Τυραννικὰ ἐρωτήματα, ἀ­γωνία «ἀποψυχόντων ἀνθρώπων ἀπὸ φόβου καὶ προσδοκίας τῶν ἐπερχομένων τῇ οἰκουμένῃ» (Λουκ. κα΄ [21] 26).
Κάθε μέρα ποὺ περνάει, πυκνώνει πιὸ πολὺ τὸ ἤδη ὑπέρπυκνο σκοτάδι. Κάθε μέρα ποὺ ἔρχεται, σέρνει μαζί της ἀσήκωτο φορτίο στενοχωρίας, ἀνασφάλειας, φόβου καὶ ἀγωνίας.
Κάθε μέρα βυθίζει ὅλο καὶ πιὸ βαθιὰ στὴ διαφθορὰ τὸν ἤδη διεφθαρμένο πλα­­νήτη. Ἁπλώνει τὴν παρανομία παν­τοῦ, εἰσάγει τὴν ἁμαρτία μέχρι τὸ μεδούλι ἀκόμη καὶ τῶν πολὺ μικρῶν παιδιῶν. Παραδίδει στὴ σαρκολατρία μικροὺς καὶ μεγάλους, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, πλούσιους καὶ φτωχούς. Διαλύει τὴν οἰκογένεια, ἀποσαθρώνει τὴν κοινωνία, παραλύει τὰ ἔθνη, πολτοποιεῖ τοὺς λαούς, τοὺς ὑποδουλώνει σὲ παρὰ φύσιν ἀνομολόγητα πάθη, νομιμοποιεῖ τὶς πιὸ φρικτὲς διαστροφὲς, ἐξανδραποδίζει τὰ παιδιά, τὰ παραδίδει ἀνήμπορα στὰ νύχια τῶν ἐμπόρων ναρκωτικῶν, τῶν συμμοριῶν trafficking (διακινητῶν πορνείας), τὰ πνίγει στὸ βοῦρκο τῶν πιὸ αἰσχρῶν ἡδονῶν.
Ἂν ἦταν πόλεμος, οἱ ἄνθρωποι θὰ ἔ­πιαναν τὰ ὅπλα, τὸ ἀρχηγεῖο θὰ κήρυττε γενικὴ ἐπιστράτευση, ὁ στρατὸς θὰ ἔ­σπευδε στὰ σύνορα. Ἂν ἦταν…
Ἀλλὰ εἶναι!
Πόλεμος εἶναι. Πόλεμος «πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κο­­σμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰ­ῶ­νος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πο­νηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις»· εἶ­ναι πό­λεμος μὲ τὰ δι­α­βο­λι­κὰ τάγ­μα­τα, μὲ τοὺς κο­σμο­κρά­το­ρες ποὺ ἐ­ξου­σι­ά­ζουν τὰ πλήθη τῶν ἀν­θρώ­πων, τῶν βυθισμένων στὸ πνευματικὸ σκο­τά­δι τοῦ κόσμου τούτου. Πόλεμος μὲ τὰ πονηρὰ πνεύματα ποὺ κα­τοι­κοῦν ἀνάμεσα στὴ γῆ καὶ στὸν οὐρανό (Ἐφ. ς΄ 12).
Εἶναι πόλεμος ἀμφιβολιῶν, πόλεμος λογισμῶν, πόλεμος παθῶν. Καὶ ὁ ἀδύναμος ἄνθρωπος παλεύει μὲ τὰ κύματα καταμεσῆς τοῦ ὠκεανοῦ. Οἱ ὀλιγόπιστοι τὰ χάνουν, ἀμφιταλαντεύονται, ἀναρωτιοῦνται μήπως πρέπει κι αὐτοὶ νὰ συμβιβαστοῦν.
Ὅμως…
Ὁδεύοντας οἱ πιστοὶ σὲ τέτοια κρίσιμη καμπὴ τῆς ἱστορίας καὶ ἐρχόμενοι ἀντιμέτωποι μὲ τοὺς ἀμέτρητους πειρασμούς της, ὀφείλουμε νὰ μὴ λησμονοῦμε ποτὲ δύο βασικότατες ἀλήθειες, γιὰ νὰ κρατοῦμε σταθερὴ καὶ ἀταλάντευτη τὴν κατεύθυνση τοῦ πλοίου τῆς ζωῆς μας.
Ἡ πρώτη εἶναι ἡ καίρια ἀλήθεια ὅτι κύριος τῆς ἱστορίας καὶ κυβερνήτης τοῦ κόσμου εἶναι ὁ Κύριος τῶν κυριευόν­των, ὁ Δημιουργὸς καὶ Ἐξουσιαστὴς τῶν πάν­των: «Τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται· καὶ αὐτός ἐστι πρὸ πάντων, καὶ τὰ πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκε»· ὅ­λα δι­α­μέ­σου Αὐ­τοῦ καὶ γι᾿ Αὐ­τὸν ἔ­χουν δημιουργηθεῖ. Κι Αὐ­τὸς ὑ­πάρ­χει πρὶν ἀ­π᾿ ὅ­λα, καὶ ὅ­λα ἀ­π᾿ Αὐ­τὸν συγ­κρα­τοῦ­ν­ται καὶ δι­α­τη­ροῦν­ται στὴν ὕ­παρ­ξη (Κολ. α΄ 16, 17).
Ὀφείλουμε δηλαδὴ νὰ θυμόμαστε πάν­­τα ὅτι ὄχι μόνο οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τὰ σπουργιτάκια βρίσκονται μέσα στὴν πρόνοια καὶ τὴ φροντίδα τοῦ Θεοῦ καὶ οὔτε ἕνα ἀπὸ αὐτὰ δὲν πέφτει στὴ γῆ χωρὶς τὸ θέλημά Του.
Ἡ δεύτερη ἀλήθεια ποὺ ἐπίσης πρέπει νὰ κρατᾶμε ζωντανὴ μέσα μας εἶναι τὸ ὅτι ἔχει ἀξία νὰ μένει κανεὶς πιστὸς καὶ νὰ ζεῖ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ σ᾿ αὐτὲς τὶς κρίσιμες περιστάσεις. Ὁ στρατιώτης δοκιμάζεται στὸν πόλε­­μο, ὁ μαθητὴς στὶς ἐξετάσεις, ὁ ἀθλητὴς στοὺς ἀγῶνες καὶ ὁ πιστὸς στοὺς δίσεκτους καιροὺς τῶν μεγάλων πειρασμῶν.
Λοιπόν, τώρα εἶναι ἡ ὥρα τῆς μεγάλης μάχης. Εἶναι προνόμιο νὰ ζοῦμε σ᾿ αὐ­τοὺς τοὺς καιροὺς τῆς μεγάλης ἀποστασίας. Νὰ δίνουμε τὴ μαρτυρία μας σ᾿ αὐ­τούς. Νὰ βεβαιώνουμε μὲ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς μας τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου μέσα στὸ διάχυτο σατανικὸ ψεῦδος.
Εἶναι προνόμιο νὰ κρατᾶμε ὑψωμένη τὴ σημαία τῆς Ὀρθοδοξίας τώρα, γιὰ νὰ χαροῦμε καὶ τὸν ἐρχόμενο θρίαμβό της, τὴν ἐπικράτησή της σὲ ὅλο τὸν κόσμο αὔριο!

πηγή

«Δε μας κάνει» ο Χριστός, τα εύκολα προτιμάμε…

(σχόλιο στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής 6 Νοεμβρίου 2016 (Ανάσταση κόρης Ιάειρου-Θεραπεία Αιμορροούσης, Λουκ. η’ 41-56)


 

Η διαδρομή που έκανε ο Χριστός για να πάει να βρει τη νεκρή κόρη του Ιάειρου είναι μια σύνοψη της φανέρωσης του Θεού στον καθένα.

Βλέπεις ολόκληρο Θεό να περπατά μεταξύ των ανθρώπων. Ολόκληρο Θεό να πορεύεται μες τον συνωστισμό: Αυτός είναι που περνά ανάμεσά μας, μέσα στο “μπούγιο” των ανώνυμων ανθρώπων, ο επώνυμος Ιησούς Χριστός, τέλειος Θεός, η Σοφία και η Δύναμη του Θεού, ως τέλειος άνθρωπος μες τους ανθρώπους.

Πηγαίνει ν’ αναστήσει εσένα κι εμένα. Δεν σπεύδει απλώς. Έρχεται προς τον καθένα μας και τρέχει απ’ τον ύπνο να μας σηκώσει.

Ο κόρη του Ιάειρου είμαστε όλοι: στ’ αλήθεια, χωρίς Ανάσταση δε ζούμε. Απ’ τη μια, γινόμαστε σα το νεκρό κορίτσι κι απ’ την άλλη γινόμαστε ένα με το τσούρμο των ανθρώπων.

Περνά ο Χριστός από δίπλα μας κι είναι σα να μην έγινε τίποτε! Μας αγγίζει μα… δεν καταλαβαίνουμε τίποτε! Μας μιλά… Και; Με την στάση μας απαντάμε εκείνο το ωχαδερφιστικό “πήγαινε πιο ‘κει, δεν μου κάνεις. Δε μου κάνεις γιατί με φέρνεις αντιμέτωπο με την αλήθεια μου, μου ρίχνεις φως στα σκοτάδια μου”.

Προτιμάμε τα σκοτάδια γιατί είναι πιο εύκολα. Μέσα ‘κει κρύβεις. Το φως πάντα ξεδιαλύνει τα πράγματα.

Σήμερα, στην εποχή της ευκολίας, ο Χριστός μας δυσκολεύει, “δε μας κάνει” γιατί μας κάνει υπεύθυνους ενώ τα πάντα γύρω μας θέλουν να μας κάνουν να αισθανόμαστε ανεύθυνοι.

Αν δούμε, ο καθένας από μόνος του τις ευθύνες κατάματα, τότε ο καθένας κι από μόνος του κάτι θ’ αλλάξει, μες την κακή κοινωνία για την οποία όλοι κλαιγόμαστε, για την κακότητα της οποίας, ο καθένας χωριστά, κάτι λίγο απ’ το μετερίζι του έχει φταίξει.

Αν επιμένουμε στην ανευθυνότητα, τότε ούτε την αμαρτία μας θα μπορέσουμε να δούμε, ούτε επίσης την αρρώστια μας.

Μες τη λαοθάλασσα που “συνέπνιγε” τον Ιησού βλέπεις ακόμα κι εκείνη την γυναίκα, την Αιμορροούσα, πως βαδίζει προς τον Χριστό και πόσο ταπεινά Τον αγγίζει: μέσα της γνωρίζει πολύ καλά ποιος είναι, πιστεύει ότι είναι ο Υιός του Θεού. Γνωρίζει τον εαυτό της κι έχει αναλάβει τις ευθύνες της.

Έχει μετάνοια και ταπείνωση, γι’ αυτό και τίποτε δεν Του λέει. Ξέρει πως ο Ιησούς είναι ο Θεός και ότι σίγουρα θ’ ακούσει τα μέσα της. Τα λόγια άλλωστε δεν είναι πάντα αναγκαία και η ελπίδα της είναι πλέον σιγουριά: Τον βλέπει μπροστά της!

Η ίδια ξέρει ποια είναι, ζει την αρρώστια της, βλέπει τις πληγές στο σώμα αλλά βλέπει συνάμα τον Θεό στων ανθρώπων το το τσούρμο να βαδίζει.

Χωρίς την ελπίδα της Αιμορροούσας, ας μη περιμένουμε την ανάσταση της κόρης του Ιάειρου. Πίσω απ’ αυτές τις δυο είμαστε όλοι μας. Εσύ κι εγώ, όλοι ανεξαιρέτως.

Μα και σα το τσούρμο γινόμαστε. Περνά από δίπλα μας ο Χριστός και -δυστυχώς!- δε μας καίγεται καρφί…

Ιάσων Ιερομ.

πηγή

Πριν από 300 χρόνια ο Άγιος Σπυρίδωνας έσωσε την Κέρκυρα από τους Οθωμανούς

Η εκκλησία μας τιμά στις 12 Νοεμβρίου την ανάμνηση ενός συγκλονιστικού θαύματος που συνέβη στην Κέρκυρα, όταν ο πολιούχος του νησιού ο Άγιος Σπυρίδωνας έσωσε το νησί από τους Οθωμανούς.

Ο Άγιος Σπυρίδωνας έσωσε την Κέρκυρα από τους Οθωμανούς με ένα συγκλονιστικό τρόπο εν έτη 1715.

Το 1715 μ.Χ. ο καπουδάν Χοντζά πασάς, αφού κατέκτησε την Πελοπόννησο κατά διαταγή του σουλτάνου προχωρεί για να καταλάβει και τα Επτάνησα. Και πρώτα – πρώτα βαδίζει προς την Κέρκυρα, που τόσο αυτή, όσο και τα άλλα νησιά βρισκόντουσαν κάτω από την Ενετική κυριαρχία.

Ένα πρωί της 24ης Ιουνίου 1716 μ.Χ. η τουρκική στρατιά με επίκεφαλής τον σκληρό στρατηγό της επέδραμε και πολιόρκησε την πόλη κι απ’ την ξηρά κι από τη θάλασσα. Επί πενήντα μέρες το αίμα χυνόταν ποτάμι κι από τις δύο μεριές. Οι υπερασπιστές Έλληνες και Βενετσιάνοι αγωνιζόντουσαν απεγνωσμένα για να σώσουν την πόλη. Τα γυναικόπαιδα, μαζεμένα στον ιερό ναό του αγίου μαζί με τους γέρους κι όσους δεν μπορούσαν να πάρουν όπλα προσεύχονται στα γόνατα και με στεναγμούς λαλητούς εκζητούν του προστάτη αγίου τη μεσιτεία. Σαν πέρασαν οι πενήντα μέρες οι εχθροί αποφάσισαν να συγκεντρώσουν όλες τις δυνάμεις τους και να κτυπήσουν με πιο πολλή μανία την πόλη. Κερκόπορτα ζητούν κι εδώ οι εχθροί για να τελειώσουν μια ώρα γρηγορώτερα το έργο τους. Απ’ την Κερκόπορτα δεν μπήκαν κι οι προγονοί τους και κατέκτησαν τη Βασιλεύουσα; Γι’ αυτό και προβάλλουν δελεαστικές υποσχέσεις, για να πετύχουν κάποια προδοσία.

Το επόμενο πρωινό ένας Αγαρηνός με τηλεβόα κάνει προτάσεις στους μαχητές να παραδοθούν, αν θέλουν να σωθούν. Την ίδια ώρα όμως αραδιάζει κι ένα σωρό απειλές στην περίπτωση, που οι υπερασπιστές δεν θα δεχόντουσαν τη γενναιόδωρη πρόταση του.

Περνούν οι ώρες. Η αγωνία κι ο φόβος συνέχει τις ψυχές. Οι Αγαρηνοί ετοιμάζονται για το τελειωτικό κτύπημα, όπως λένε. Μα κι οι υπερασπιστές εμψυχωμένοι από τις προσευχές τόσο των ίδιων, όσο και των ιδικών τους μένουν αλύγιστοι κι ακλόνητοι στις θέσεις τους. Η πρώτη επίθεση αποκρούεται με πολλά τα θύματα κι από τις δύο μεριές. Η πόλη της Κέρκυρας περνά τρομερά δύσκολες στιγμές. Η θλίψη, όμως, των στιγμών εκείνων «υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς ου καταισχύνει» (Ρωμ. ε’, 3-5). Η ελπίδα στον Θεό ουδέποτε στ’ αλήθεια ντροπιάζει ή διαψεύδει αυτόν που την έχει. Κι ο λαός ελπίζει και προσεύχεται. Προσεύχεται και πιστεύει πώς ο ακοίμητος φρουρός και προστάτης άγιος του, δεν θα τον εγκαταλείψει.

Στον ιερό ναό οι προσευχές του άμαχου πληθυσμού συνεχίζονται θερμές κι αδιάκοπες.

Ξημέρωσε η 10η Αυγούστου. Κάτι ασυνήθιστο για την εποχή παρατηρείται την ήμερα αυτή από το πρωί. Ο ουρανός είναι σκεπασμένος με μαύρα πυκνά σύννεφα. Από στιγμή σε στιγμή ετοιμάζεται να ξεσπάσει τρομερή καταιγίδα. Και να! Πολύ πριν από το μεσημέρι μια βροχή, καταρρακτώδης, βροχή κατακλυσμιαία αρχίζει να πέφτει στη γη. Μοναδική η περίπτωση. Νύχτωσε κι ακόμη έβρεχε. Σαν αποτέλεσμα της κακοκαιρίας αυτής καμιά επιθετική προσπάθεια δεν αναλήφθηκε εκείνη την ήμερα. Η νύχτα περνά ήσυχα. Περί τα ξημερώματα της 11ης Αυγούστου συνέβη κάτι το εκπληκτικό, το αναπάντεχο. Μια Ελληνική περίπολος που έκαμνε αναγνωριστικές επιχειρήσεις, για να εξακριβώσει από που οι εχθροί θα επιτίθεντο, βρήκε τα χαρακώματα των Τούρκων γεμάτα νερό από τη βροχή και πολλούς Τούρκους στρατιώτες πνιγμένους μέσα σ’ αυτά. Νεκρική σιγή βασίλευε παντού. Στό μεταξύ ξημέρωσε για καλά. Οι χρυσές ακτίνες του ήλιου πέφτουν στη γη και χαιρετούν την άγρυπνη πόλη. Οι τηλεβόες σιγούν. Οι εχθροί δεν φαίνονται. Μήπως κοιμούνται; Τι να συμβαίνει άραγε;

Μα δεν το είπαμε; Η ελπίδα στον Θεό «ου καταισχύνει». Δεν ντροπιάζει ποτές εκείνο που την έχει. Και να!

Όλη τη νύχτα ο θαυματουργός εκείνος υπερασπιστής της νήσου, ο άγιος Σπυρίδωνας της Κύπρου με ουράνια στρατιά συνοδεία κτύπησε άγρια τους Αγαρηνούς, και τους διέλυσε και τους διεσκόρπισε. Αυτά ομολογούσαν οι ίδιοι οι Αγαρηνοί το πρωί που έφευγαν «χωρίς διώκον τος». Σωρεία τα πτώματα στην παραλία. Τα απομεινάρια της τούρκικης στρατιάς μαζεμένα στα λίγα πλοία που απέμειναν, φεύγουνε ντροπιασμένα για την Κωνσταντινούπολη. Αληθινά! «Τον ελπίζοντα επί Κύριον έλεος κυκλώσει». Και «αυτή εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών». (Α’ Ίωάν. ε’, 4). Δηλαδή αυτή είναι η δύναμη που νίκησε τον κόσμο, η πίστη μας.

Η Κέρκυρα πανηγυρίζει. Ο πιστός λαός, μαζεμένος στην εκκλησία του αγίου, δοξολογεί τον Θεό και ψάλλει με δυνατή φωνή: «Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ… δόξα τω ενεργούντι δια σου… Ναι! δόξα στον Παντοδύναμο Χριστό, που σε δόξασε. Δόξα και σε σένα άγιε, που με τη χάρη Του ενεργείς τα τόσα θαύματα σου».

Η ανέλπιστη σωτηρία της νήσου από την εκστρατεία των Τούρκων ανάγκασε κι αυτή την αριστοκρατία των Ενετών, να αναγνωρίσει ως ελευθερωτή της Κέρκυρας τον άγιο Σπυρίδωνα. Και ως εκδήλωση ευγνωμοσύνης να προσφέρει στον ναό μια ασημένια πολύφωτη κανδήλα, και να ψηφίσει ώστε το λάδι που θα χρειαζόταν κάθε χρόνο για το άναμμα της κανδήλας αυτής, να προσφέρεται από το Δημόσιο. Με ψήφισμα της πάλι η Ενετική διοίκηση καθιέρωσε την 11 Αυγούστου, σαν ημέρα εορτής του αγίου και λιτανεύσεως του ιερού Σκηνώματός Του.

πηγή

Αγιότητα, ένα λησμονημένο όραμα (Η παρεξηγημένη αγιότητα)

Να βλέπουμε τον Θεό στο πρόσωπο των παιδιών και να δώσουμε την αγάπη του Θεού στα παιδιά. Να μάθουν και τα παιδιά να προσεύχονται. Για να προσεύχονται τα παιδιά, πρέπει να έχουν το αίμα προσευχομένων γονέων. Εδώ πέφτουν έξω μερικοί και λένε: «Εφόσον οι γονείς προσεύχονται, είναι ευσεβείς, μελετούν την Αγία Γραφή και τα παιδιά τα αναθρέφουν «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», επόμενο είναι να γίνουν καλά παιδιά». Ορίστε, όμως που βλέπουμε αντίθετα αποτελέσματα, λόγω της καταπίεσης.

Δεν είναι αρκετό να είναι οι γονείς ευσεβείς. Πρέπει να μην καταπιέζουν τα παιδιά, για να τα κάνουν καλά παιδιά με τη βία. Είναι δυνατό να διώξουμε τα παιδιά από τον Χριστό, όταν ακολουθούμε τα της θρησκείας με εγωισμό. Μην τα εξαναγκάζετε να σας ακολουθούν στην Εκκλησία. Μπορείτε να πείτε: «Όποιος θέλει, μπορεί να έλθει τώρα μαζί μου ή αργότερα». Αφήστε να μιλήσει στις ψυχές τους ο Θεός. Η αιτία που μερικών ευσεβών γονέων τα παιδιά τους, όταν μεγαλώσουν, γίνονται ατίθασα και αφήνουν και την Εκκλησία κι όλα και τρέχουν αλλού να ικανοποιηθούν, είναι αυτή η καταπίεση που τους ασκούν οι «καλοί» γονείς. Οι τάχα «ευσεβείς» γονείς, που έχουν τη φροντίδα να κάνουν τους «καλούς χριστιανούς», μ’ αυτή την αγάπη τους, την ανθρώπινη, τα καταπιέζουν κι έγινε το αντίθετο. Πιέζονται, δηλαδή, όταν είναι μικρά τα παιδιά, κι όταν γίνουν δεκαέξι χρονών, δεκαεφτά, φθάνουν στο αντίθετο αποτέλεσμα. Αρχίζουν από αντίδραση να πηγαίνουν με παλιοπαρέες και να λένε παλιόλογα.

Ενώ, όταν αναπτύσσονται μέσα στην ελευθερία, βλέποντας συγχρόνως το καλό παράδειγμα των μεγάλων, χαιρόμαστε να τα βλέπουμε. Αυτό είναι το μυστικό, να είσαι καλός, να είσαι άγιος, για να εμπνέεις, να ακτινοβολείς. Η ζωή των παιδιών φαίνεται να επηρεάζεται από την ακτινοβολία των γονέων. Επιμένουν οι γονείς: «Άντε να εξομολογηθείς, άντε να μεταλάβεις, άντε να κάνεις εκείνο». Τίποτα δεν γίνεται. Ενώ βλέπει εσένα. Αυτό που ζεις, αυτό που ακτινοβολείς. Ακτινοβολεί ο Χριστός μέσα σου; Αυτό πηγαίνει στο παιδί σου. Εκεί βρίσκεται το μυστικό. Κι αν γίνει αυτό όταν το παιδί είναι μικρό σε ηλικία, δεν θα χρειασθεί να κοπιάσει πολύ όταν μεγαλώσει.

Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου

πηγή

Ο Γέροντας της αγάπης της συγγνώμης και της διακρίσεως

H εποχή μας και ο σημερινός πολιτισμός δυστυχώς έχει απομακρυνθεί από το όραμα και την αναζήτηση της αγιότητας. Η ορθόδοξη πίστη όμως στηρίζεται στην παρουσία των αγίων. Χωρίς αυτούς η Εκκλησία μας οδεύει προς την εκκοσμίκευση. Φυσικά όπως γνωρίζουμε από την Αγία Γραφή «Άγιος» είναι μόνο ο Θεός και η αγιότητα πηγάζει από την σχέση μας με Αυτόν, άρα η αγιότητα είναι θεοκεντρική και όχι ανθρωποκεντρική. Η αγιότητα του ανθρώπου εξαρτάται από τη δόξα και τη χάρη του Θεού και από την ένωσή του με Αυτόν και δεν οφείλεται στις αρετές του. Ο αγιασμός προϋποθέτει την ελεύθερη θέληση του αγιασμένου. Όπως αναφέρει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο άνθρωπος προσφέρει μόνο την προαίρεσή του. Χωρίς αυτήν δεν ενεργεί ο Θεός. Και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός επαναλαμβάνει ότι αποδίδουμε τιμή στους αγίους «ως ενωθέντας Θεώ κατά προαίρεσιν και τούτον δεξαμένους ένοικον και τη τούτου μεθέξει γεγονότας χάριτι, όπερ αυτός εστί φύσει». Οι άγιοι δεν επιζητούν να δοξαστούν, αλλά να δοξάσουν τον Θεό, γιατί αγιότητα σημαίνει μετοχή και κοινωνία στην αγιότητα του Θεού.

Πηγή της αγιότητας στην ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Θεία Ευχαριστία. Κοινωνώντας τον μόνον άγιο, τον Ιησού Χριστό, γινόμαστε άγιοι. Τα «άγια», το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, δίνονται «τοις αγίοις», στα μέλη της Εκκλησίας προς κοινωνία. Η αγιότητα ακολουθεί την Θεία Κοινωνία. Οι ασκητικοί αγώνες των Οσίων, δεν είναι σκοπός αλλά μέσον, που οδηγεί στον σκοπό που είναι η ευχαριστιακή κοινωνία, η τελειότερη και πληρέστερη ένωση με τον μόνον άγιο. Στην Κυριακή προσευχή, το «Πάτερ ημών», βλέπουμε να συνδέεται ο αγιασμός με τη Βασιλεία του Θεού. Ζητούμε να έλθει η Βασιλεία Του στον κόσμο, ώστε όλοι οι άνθρωποι να δοξολογούν τον Θεό και να μετέχουν στην αγιότητα και τη δόξα Του, αυτό που ονομάζουμε θέωση.

Η Βασιλεία του Θεού και η θέωση των αγίων είναι μια αιώνια προέκταση της Θ. Λειτουργίας μέσα στο χώρο και τον χρόνο, όπως γράφει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Οι άγιοι μετέχοντας στη Θ. Ευχαριστία γίνονται θεοί κατά χάριν, έχουν όμως την συνείδηση ότι «έχουν τον θησαυρόν εν οστρακίνοις σκεύεσιν» και βλέπουν «εν εσόπτρω και εν αίνίγματι» και αναμένουν και προσδοκούν πότε θα ανοίξει η πύλη του ουρανού να δουν τον Θεό «καθώς εστί». Ο αγώνας τους εναντίον των παθών και των δαιμόνων είναι συνεχής και πιστεύουν ότι όλοι οι άλλοι θα πάνε στον Παράδεισο εκτός από αυτούς. Αναγνωρίζουν την μηδαμινότητα και την αναξιότητά τους, δεν πιστεύουν στην ηθικότητα και αξιοσύνη τους και με την ταπείνωση που βιώνουν, βλέπουν τους άλλους ως αγίους, ιδιαίτερα όταν τους αποδίδουν τιμές. Αυτό οφείλεται στην αγάπη που είναι η μόνη που δεν θα καταργηθεί στη Βασιλεία του Θεού.

Δείγμα της αγάπης προς τον Θεό είναι ο προσωπικός τους αγώνας για να τηρούν τις εντολές Του. Η υπακοή στο θέλημα του Θεού καθαρίζει τον άνθρωπο από τα πάθη και ετοιμάζει τον τόπο να κατασκηνώσει η Χάρη. Το ασκητικό και μαρτυρικό φρόνημα χαρακτήριζε όλους τους αγίους. Η άσκηση είναι, κατά τον Άγιον Ισαάκ, η μητέρα του αγιασμού «εξ ου γεννάται η πρώτη γεύσις της αισθήσεως των μυστηρίων του Χριστού». Ἠ όπως λέει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής «Ο Άγιος δι’ εκουσίου νεκρώσεως, αρνηθείς πάντα τα κακά και τα πάθη… ξένον εαυτόν του βίου και παρεπίδημον παρέστησε, κόσμω τε γαρ και σώματι και ταις εξ αυτών επαναστάσεσι γενναίως μαχόμενος… αδούλωτον εαυτώ εφύλαξεν της ψυχής το αξίωμα».

Ένα τέτοιο δοχείο της χάριτος, κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος, μία από τις σπουδαιότερες και αγιασμένες μορφές των ημερών μας, πολύ μεγάλη Γεροντική και οσιακή μορφή, γνήσιος φίλος του Θεού ήταν ο Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης.

Ήταν ζωντανή ενσάρκωση του ευαγγελίου, έχοντας ως προορισμό τον αγιασμό του. Από μικρό παιδί του άρεσαν οι προσευχές, πήγαινε στα διάφορα εξωκκλήσια, άναβε τα καντήλια και προσευχόταν στους αγίους. Σ’ ένα εξωκκλήσι του χωριού του, επανειλημμένως αξιώθηκε, να μιλήσει με την Αγία Παρασκευή. Υπάκουσε στην κλήση του Θεού που του έγινε από μικρό παιδί, απαρνήθηκε τον εαυτό του και σήκωσε τον σταυρό του Χριστού μέχρι την τελευταία του αναπνοή. Το 1951, πήγε στη Μονή του Οσίου Δαβίδ του Γέροντος, όπου τον υποδέχτηκε με θαυμαστό τρόπο ο ίδιος ο Όσιος.

πηγή