Φέτος το καλοκαίρι πολλά παιδιά που ήρθαν στις κατασκηνώσεις της Μητροπόλεώς μας πέρασαν από το πετραχήλι μου. Μερικά για πρώτη φορά εξομολογήθηκαν. Το καθένα με την δική του ιστορία, με τις δικές του απορίες, με την δική μετάνοια.
Μερικά όμως παιδιά είχανε τέτοια συναίσθηση του Μυστηρίου που πραγματικά διδάχτηκα και συγκινήθηκα.
Πως να ξεχάσω το μικρό εκείνο αγόρι που κάθισε στην καρέκλα, δίπλα μου, κάτω από την βελανιδιά και άρχισε χωρίς δικαιολογίες να ομολογεί τα δικά του λάθη, τις ελλείψεις του, την αγωνία του να γίνει του Χριστού χωρίς να αναφερθεί σε λάθη άλλων. Αναλάμβανε πλήρως την ευθύνη της ζωής του, των επιλογών του. Να μου μιλά τόσο συγκροτημένα, τόσο ξεκάθαρα και ταπεινά που θαύμασα το ήθος του παιδιού αυτού, την σκέψη του, την μετάνοιά του.
Πώς να ξεχάσω το μικρό εκείνο κορίτσι που μετά από την εξομολόγησή της άρχισε να κλαίει με λυγμούς.
Και εγώ ο ταλαίπωρος δεν άντεξα, λύγισα. Πώς να μην λυγίσεις μπροστά σ’αυτό το κάλλος; Αν άνοιγα το στόμα μου θα πνιγόταν οι λέξεις μέσα στα κλάματα. Εκείνη την στιγμή ένιωσα μια απίστευτη ιερότητα, μια πρωτόγνωρη κατάνυξη. Είχα μπροστά μου έναν άνθρωπο που αγωνιούσε τόσο πολύ για την σχέση του με τον Θεό που έκλαιγε. Έκλαιγε και ζητούσε βοήθεια. Έκλαιγε και ζητούσε παρηγοριά.
Τι φοβερό; Μικρά παιδιά με τόσο μεγάλες ψυχές, τόσο εκλεπτυσμένη συνείδηση, τόσο βάθος πνευματικό.
Μετά από εκείνη την εξομολόγηση θυμάμαι έκανα ένα διάλειμμα. Δεν μπορούσα να συνεχίσω έτσι απλά. Έπρεπε να σταθώ για λίγο μόνος για να πω στο Θεό “Σ’ ευχαριστώ. Σ’ ευχαριστώ που μου δείχνεις πως είναι αυτοί που δεν συμβιβάζονται με κάτι λίγο από Εσένα. Σ’ ευχαριστώ που μου δείχνεις πως είναι οι Άγιοι”

